ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
NILS WAHL
της 21ης Νοεμβρίου 2013 (1)
Υπόθεση C‑482/12
Peter Macinský
Eva Macinská
κατά
Getfin s.r.o.
Financreal s.r.o.
[αίτηση του Okresný súd Prešov (Σλοβακία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Παραδεκτό — Οδηγία 93/13/ΕΟΚ — Σύμβαση καταναλωτικού δανείου — Καταχρηστική ρήτρα — Εξόφληση ασφαλισθείσας απαιτήσεως διά της πωλήσεως ακίνητου με πλειστηριασμό — Δυνατότητα προηγούμενης ένδικης διαδικασίας δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας — Αρχή της αποτελεσματικότητας — Περιορισμός των διαχρονικών αποτελεσμάτων αποφάσεως»
1. Το Δικαστήριο είναι δικαιοδοτικό όργανο. Αποστολή του είναι η επίλυση διαφορών μεταξύ των μερών βάσει των κανόνων του ουσιαστικού και του δικονομικού δικαίου. Εκδίδει δεσμευτικές αποφάσεις και, γενικώς, δεν γνωμοδοτεί επί υποθετικών ζητημάτων (2). Ωστόσο, η υπό κρίση υπόθεση παρουσιάζει όλα τα χαρακτηριστικά εντελώς αόριστης υποθέσεως, καθόσον είναι ασαφής ο λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο πρέπει να απαντήσει στα υποβληθέντα ερωτήματα. Ασφαλώς οι δυσχερείς υποθέσεις οδηγούν σε κακή εφαρμογή του δικαίου, αλλά είναι πέραν κάθε αμφιβολίας ότι οι ανύπαρκτες διαφορές την καθιστούν κατά πολύ χειρότερη.
2. Είναι κρίμα, διότι το επί της ουσίας ζήτημα που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο δεν είναι αμελητέας σημασίας. Συγκεκριμένα, εκ νέου, οι προσπάθειες για να καταστεί αποτελεσματικότερη η απονομή της δικαιοσύνης προσκρούουν στο δικαίωμα για αποτελεσματική δικαστική προστασία, εν προκειμένω των καταναλωτών.
3. Με την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, το Okresný súd Prešov (περιφερειακό δικαστήριο του Prešov) (Σλοβακία) ζητεί να διευκρινιστεί κατά πόσον οι σλοβακικές διατάξεις, που παρέχουν σε έναν πιστωτή τη δυνατότητα να επιτύχει την καταβολή οφειλής μέσω εξωδικαστικής διαδικασίας εκτελέσεως της απαιτήσεώς του για την οποία έχει συσταθεί εμπράγματη ασφάλεια επί των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη (στο εξής: επίμαχη διαδικασία), συνάδουν προς, μεταξύ άλλων, την οδηγία 93/13/ΕΟΚ περί των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται με καταναλωτές (3).
I – Το νομικό πλαίσιο
Α — Το δίκαιο της Ένωσης
4. Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 προβλέπει:
«Τα κράτη μέλη θεσπίζουν διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες οι καταχρηστικές ρήτρες σύμβασης μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, τηρουμένων των σχετικών όρων της εθνικής νομοθεσίας, δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές, ενώ η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλόμενους, εάν μπορεί να υπάρξει και χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες.»
5. Το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 ορίζει:
«Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, προς το συμφέρον των καταναλωτών, καθώς και των ανταγωνιζόμενων επαγγελματιών, να υπάρχουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα, προκειμένου να πάψει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται από έναν επαγγελματία με καταναλωτές.»
Β — Το εθνικό δίκαιο
6. Ο σλοβακικός Αστικός Κώδικας (Občianský zákonník) περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τις ακόλουθες διατάξεις περί της αναγκαστικής εκτελέσεως απαιτήσεως από εμπράγματη ασφάλεια:
«Άρθρο 151j
1. Αν το δάνειο που ασφαλίζεται με εμπράγματο δικαίωμα εγγυήσεως δεν εξοφληθεί προσηκόντως και εμπροθέσμως, ο ενέγγυος πιστωτής δύναται να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση επί του πράγματος επί του οποίου έχει συσταθεί η εγγύηση. Στο πλαίσιο της αναγκαστικής εκτελέσεως επί του πράγματος επί του οποίου έχει συσταθεί η εγγύηση, ο ενέγγυος πιστωτής δύναται να ικανοποιηθεί κατά τον τρόπο που προβλέπεται στη σύμβαση ή με την πώληση του πράγματος επί του οποίου έχει συσταθεί η εγγύηση σε πλειστηριασμό [...] ή με την πώληση του πράγματος επί του οποίου έχει συσταθεί η εγγύηση σύμφωνα με ειδικούς νόμους [...], εφόσον δεν προβλέπεται άλλως από τον παρόντα κώδικα ή από ειδικό νόμο.
2. Αν το δάνειο που ασφαλίζεται με εμπράγματο δικαίωμα εγγυήσεως δεν εξοφληθεί προσηκόντως και εμπροθέσμως, ο ενέγγυος πιστωτής δύναται να ικανοποιηθεί ή να απαιτήσει να ικανοποιηθεί από το πράγμα επί του οποίου έχει συσταθεί η εγγύηση, ακόμα και αν η ασφαλιζόμενη οφειλή έχει παραγραφεί.
[...]
Άρθρο 151m
1. Ο ενέγγυος πιστωτής μπορεί να πωλήσει το πράγμα επί του οποίου έχει συσταθεί εγγύηση όπως ορίζεται στη σύμβαση εγγυήσεως ή με πλειστηριασμό, αφού παρέλθουν 30 τουλάχιστον ημέρες από τη γνωστοποίηση στον εγγυητή και στον οφειλέτη, εφόσον δεν είναι το ίδιο πρόσωπο, της ενάρξεως της αναγκαστικής εκτελέσεως επί του πράγματος επί του οποίου έχει συσταθεί η εγγύηση, εφόσον δεν ορίζεται άλλως από ειδικό νόμο [...]
2. Μετά την κοινοποίηση της επισπεύσεως της αναγκαστικής εκτελέσεως επί του πράγματος επί του οποίου έχει συσταθεί η εγγύηση, ο εγγυητής και ο ενέγγυος πιστωτής μπορούν να συμφωνήσουν ότι ο ενέγγυος πιστωτής έχει το δικαίωμα να πωλήσει το πράγμα επί του οποίου έχει συσταθεί η εγγύηση όπως ορίζεται στη σύμβαση εγγυήσεως ή με πλειστηριασμό, ακόμα και πριν την πάροδο της προθεσμίας των 30 ημερών που προβλέπεται στην παράγραφο 1.
3. Ο ενέγγυος πιστωτής που επισπεύδει εκτέλεση επί του πράγματος επί του οποίου έχει συσταθεί η εγγύηση προκειμένου να ικανοποιήσει την απαίτησή του όπως προβλέπεται στη σύμβαση εγγυήσεως δύναται ανά πάσα στιγμή, κατά τη διάρκεια της εκτελέσεως, να μεταβάλει τον τρόπο εκτελέσεως και να πωλήσει σε πλειστηριασμό το πράγμα επί του οποίου έχει συσταθεί η εγγύηση ή να απαιτήσει την ικανοποίηση [της απαιτήσεώς του] με την πώληση του πράγματος επί του οποίου έχει συσταθεί η εγγύηση σύμφωνα με τους ειδικούς νόμους. Ο ενέγγυος πιστωτής υποχρεούται να ενημερώσει τον εγγυητή για τη μεταβολή του τρόπου εκτελέσεως επί του πράγματος επί του οποίου έχει συσταθεί η εγγύηση.»
7. Ο νόμος αριθ. 527/2002 περί της πωλήσεως με εκούσιο πλειστηριασμό (Zákon č. 527/2002 Z.z. o dobrovol’ných dražbách) προβλέπει:
«Άρθρο 17 — Προκήρυξη πλειστηριασμού
1. Ο διοργανωτής του πλειστηριασμού ανακοινώνει την πώληση δημοσιεύοντας προκήρυξη διενέργειας πλειστηριασμού [...]
3. Εάν το προς πλειστηριασμό πράγμα είναι διαμέρισμα, οικία [ή] άλλο κτίριο [...], ο διοργανωτής του πλειστηριασμού δημοσιεύει την προκήρυξη του πλειστηριασμού τουλάχιστον 30 ημέρες πριν από την έναρξη του πλειστηριασμού. Επιπλέον, ο επισπεύδων, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, διαβιβάζει την προκήρυξη του πλειστηριασμού στο Υπουργείο προς δημοσίευση στην [επίσημη] εφημερίδα του εμπορικού επιμελητηρίου [...]
[...]
5. Εντός των αναφερομένων στις παραγράφους 2 και 4 ανωτέρω προθεσμιών, ο διοργανωτής του πλειστηριασμού διαβιβάζει την προκήρυξη του πλειστηριασμού στα ακόλουθα πρόσωπα:
(a) στο πρόσωπο που πρότεινε την πώληση, τον οφειλέτη του ενέγγυου πιστωτή και, αν πρόκειται για διαφορετικό πρόσωπο, στον κύριο του προς πλειστηριασμό ακινήτου [...]
[...]
Άρθρο 21 — Παράβαση εκ μέρους του διοργανωτή του πλειστηριασμού και ακυρότητα του πλειστηριασμού
[...]
2. Σε περίπτωση παραβάσεως των διατάξεων του παρόντος κώδικα, το πρόσωπο το οποίο επικαλείται προσβολή των δικαιωμάτων του λόγω της παραβάσεως αυτής μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο να κηρύξει άκυρο τον πλειστηριασμό. Το δικαίωμα αυτό αποσβέννυται τρεις μήνες μετά τη διενέργεια του πλειστηριασμού, εκτός αν ο πλειστηριασμός αφορά οικία ή διαμέρισμα, το οποίο ανήκει στο πρόσωπο αυτό, εντός του οποίου διέμενε επισήμως κατά τον χρόνο του πλειστηριασμού και ο λόγος για τον οποίο ζητείται η ακύρωση του πλειστηριασμού είναι η διάπραξη αξιόποινης πράξεως [...], στην περίπτωση αυτή, αίτηση περί κηρύξεως της ακυρότητας της πωλήσεως μπορεί να υποβληθεί μετά την πάροδο της προαναφερθείσας τρίμηνης περιόδου.
[...]
5. Σε περίπτωση κατά την οποία υπάρξει πλημμέλεια εκ μέρους του αγοραστή ή αν το δικαστήριο ακυρώσει την πώληση, ο πλειστηριασμός θεωρείται άκυρος από την ημέρα κηρύξεως της ακυρότητάς του.
[...]
Άρθρο 29 — Παράδοση πλειστηριασθέντος αγαθού
[...]
2. Αν το πλειστηριασθέν αγαθό [είναι διαμέρισμα, οικία ή άλλο κτίριο], ο προηγούμενος κύριος υποχρεούται, σύμφωνα με τους όρους τους οποίους προβλέπει η αναγγελία του πλειστηριασμού και χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, να το παραδώσει μόλις του κοινοποιηθεί επικυρωμένο αντίγραφο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και έγγραφο από το οποίο να προκύπτει η ταυτότητα [...].»
II – Πραγματικά περιστατικά, διαδικασία και προδικαστικό ερώτημα
8. Ο Peter Macinský και η Eva Macinská έχουν συνταξιοδοτηθεί και ζουν μαζί στο Prešov της Σλοβακίας. Στις 29 Απριλίου 2011, ο P. και η Ε. Macinský έλαβαν δάνειο 5 000 ευρώ από την εταιρία Financreal s.r.o. (στο εξής: Financreal) για την αποπληρωμή διαφόρων υφισταμένων δανείων. Για την εξασφάλιση του δανείου, συστάθηκε εμπράγματο δικαίωμα εγγυήσεως επί του διαμερίσματος στο οποίο κατοικεί το ζεύγος Macinský. Δυνάμει της συμβάσεως του δανείου, το δάνειο έπρεπε να εξοφληθεί σε 84 μηνιαίες δόσεις ποσού 209,52 ευρώ εκάστη. Μετά την επανειλημμένη μη καταβολή των μηνιαίων δόσεων από το ζεύγος Macinský, η Financreal αποφάσισε να προβεί στη λήψη μέτρων κατ’ αυτών.
9. Στις 17 Οκτωβρίου 2011, η Financreal εκχώρησε τις εκ δανείου απαιτήσεις της κατά του ζεύγους Macinský στην Getfin s.r.o. (στο εξής: Getfin), η οποία είναι εταιρία εισπράξεως οφειλών. Με το από 26 Οκτωβρίου 2011 έγγραφο, η Getfin ζήτησε την πλήρη αποπληρωμή του δανείου. Κατά την Getfin, το ποσό του δανείου ανερχόταν κατά τον χρόνο εκείνο σε 21 057 ευρώ.
10. Με το από 12 Νοεμβρίου 2011 έγγραφο, το ζεύγος Macinský αμφισβήτησε το κύρος της οφειλής και ζήτησε από τη Financreal να επανεξετάσει την εφαρμοσθείσα επί της οφειλής αύξηση (άνω του 300 % για διάστημα έξι μηνών), την οποία έκριναν υπερβολική.
11. Στις 21 Νοεμβρίου 2011, η Getfin άσκησε αγωγή κατά του ζεύγους Macinský ενώπιον του Okresný súd Prešov. Ταυτόχρονα με την άσκηση αγωγής, η εταιρία Getfin ανέθεσε στην εταιρία Dražby a reality s.r.o. (στο εξής: Dražby), ιδιωτική επιχείρηση, την εξωδικαστική είσπραξη του δανείου.
12. Την 1η Δεκεμβρίου 2011, η Dražby πληροφόρησε το ζεύγος Macinský ότι θα προέβαινε στην εκτέλεση επί του πράγματος επί του οποίου είχε συσταθεί εγγύηση με «πώληση με εκούσιο πλειστηριασμό» του διαμερίσματός τους, δηλαδή ότι θα προέβαινε στην επίμαχη διαδικασία. Ταυτόχρονα, το ζεύγος Macinský πληροφορήθηκε ότι η οφειλή ανερχόταν τώρα στο ποσό των 22 646 ευρώ.
13. Στις 11 Ιανουαρίου 2012, το ζεύγος Macinský υπέβαλε αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων υπό μορφή αναστολής της εξωδικαστικής εκτελέσεως επί του πράγματος επί του οποίου είχε συσταθεί εγγύηση με εκούσιο πλειστηριασμό ενώπιον του Okresný súd Prešov, η οποία και τους χορηγήθηκε (4).
14. Την 1η Φεβρουαρίου 2012, η Dražby παραιτήθηκε του σχεδίου της προς πώληση του διαμερίσματος του ζεύγους Macinský με «εκούσιο» πλειστηριασμό.
15. Όσον αφορά τη διαδικασία, για την οποία γίνεται λόγος στο σημείο 11 ανωτέρω, με απόφαση της 21ης Μαρτίου 2012 (περιλαμβανόμενη στη διαβιβασθείσα στο Δικαστήριο δικογραφία), το Okresný súd Prešov επέβαλε στο ζεύγος Macinský να καταβάλει στην Getfin το ποσό των 4 290,48 ευρώ, κρίνοντας το προβλεπόμενο στη σύμβαση επιτόκιο ηθικώς ανεπίτρεπτο και, κατά συνέπεια, κήρυξε τη σύμβαση άκυρη. Στη διάταξη παραπομπής αναφέρεται ότι η απόφαση αυτή δεν είναι ακόμα οριστική. Ωστόσο, με το από 4 Σεπτεμβρίου 2013 έγγραφο, απαντώντας σε ερώτηση του Δικαστηρίου, το ζεύγος Macinský δήλωσε ότι η απόφαση αυτή κατέστη οριστική. Τούτο επιβεβαιώθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση από τη Σλοβακική Κυβέρνηση (5).
16. Σχετικά με τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων, για την οποία γίνεται λόγος στο σημείο 13 ανωτέρω, το Okresný súd Prešov εξηγεί ότι «πώληση με εκούσιο πλειστηριασμό», όπως η προβλεπόμενη στον νόμο για τον εκούσιο πλειστηριασμό, είναι μηχανισμός εξωδικαστικής εκτελέσεως απαιτήσεως από εμπράγματη ασφάλεια. Κανένα δικαστήριο ή άλλο ανεξάρτητο δικαιοδοτικό όργανο δεν εξετάζει αν το μέτρο αυτό είναι εύλογο και ο όρος «εκούσιο» είναι νομικός όρος ο οποίος χρησιμοποιείται όταν ο οφειλέτης δεν συναινεί με τον πλειστηριασμό. Περαιτέρω, το Okresný súd Prešov εξηγεί ότι ο «εκούσιος πλειστηριασμός» παρέχει στον πιστωτή τη δυνατότητα καθορισμού του ποσού της οφειλής χωρίς δικαστική απόφαση (6).
17. Στις 27 Αυγούστου 2012, το Okresný súd Prešov, διερωτώμενο περί του συμβατού της επίμαχης διαδικασίας με την οδηγία 93/13, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Πρέπει η οδηγία [93/13] να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε ρύθμιση κράτους μέλους, όπως η διάταξη του άρθρου 151j, παράγραφος 1, του Občianský zákonník [Αστικού Κώδικα], σε συνδυασμό με τις περαιτέρω διατάξεις της ρυθμίσεως την οποία αφορά η κύρια δίκη, κατά την οποία ο πιστωτής δύναται να απαιτήσει την εκπλήρωση παροχής απορρέουσας από καταχρηστικές συμβατικές ρήτρες επισπεύδοντας αναγκαστική εκτέλεση επί του πράγματος επί του οποίου έχει συσταθεί εγγύηση μέσω της πωλήσεως ακινήτου, παρά τις αντιρρήσεις του καταναλωτή, το αμφιλεγόμενο του ζητήματος και την απουσία εκτιμήσεως των συμβατικών ρητρών από δικαστικό όργανο ή άλλο ανεξάρτητο δικαστή;»
18. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν το ζεύγος Macinský, η Σλοβακική και η Γερμανική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 11ης Σεπτεμβρίου 2013, αγόρευσαν η Σλοβακική και η Γερμανική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή.
III – Ανάλυση
19. Η υπό κρίση υπόθεση εγείρει διάφορα ζητήματα.
20. Πρώτον, υπό το πρίσμα των προαναφερθέντων πραγματικών περιστατικών, τίθεται εν αμφιβόλω το παραδεκτό της υποθέσεως αυτής, ιδίως από τη Σλοβακική και τη Γερμανική Κυβέρνηση.
21. Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν η επίμαχη διαδικασία συνάδει προς την οδηγία 93/13. Η Σλοβακική και η Γερμανική Κυβέρνηση τάσσονται υπέρ της καταφατικής απαντήσεως, ενώ το ζεύγος Macinský και η Επιτροπή έχουν αντίθετη άποψη.
22. Τρίτον, η Σλοβακική Κυβέρνηση ζήτησε τον περιορισμό των διαχρονικών αποτελεσμάτων της αποφάσεως σε περίπτωση κατά την οποία η επίμαχη διαδικασία κριθεί ασύμβατη με την οδηγία 93/13.
23. Στη συνέχεια, θα εκθέσω τους λόγους βάσει των οποίων θεωρώ ότι το υποβληθέν ερώτημα είναι απαράδεκτο.
24. Όσον αφορά το επί της ουσίας ζήτημα, το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να αποφανθεί συναφώς σε υποθέσεις με αρκετά παρεμφερείς περιστάσεις (7). Οι αποφάσεις αυτές συνιστούν σαφή νομολογία, μολονότι η υπό κρίση υπόθεση παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να βελτιώσει τη νομολογία αυτή.
25. Πάντως, στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο αποφασίσει για λόγους οικονομίας της δίκης —λαμβανομένων υπόψη των υποθέσεων που αφορούν παρεμφερή ζητήματα (8)— να απαντήσει στα υποβληθέντα ερωτήματα, θα εκθέσω τους λόγους που, κατά την άποψή μου, υπό ορισμένες επιφυλάξεις, η οδηγία 93/13 δεν αντιτίθεται σε διαδικασία όπως η επίμαχη εν προκειμένω (9).
26. Τέλος, θα εξετάσω συντόμως το αίτημα περιορισμού των διαχρονικών αποτελεσμάτων της αποφάσεως.
Α — Παραδεκτό
27. Με τις γραπτές και —κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση— προφορικές παρατηρήσεις τους, η Σλοβακική και η Γερμανική Κυβέρνηση αμφισβήτησαν το παραδεκτό της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως.
28. Κατά την άποψη της Σλοβακικής Κυβερνήσεως, η διάταξη παραπομπής δεν περιλαμβάνει όλα τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι απαραίτητα ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να δώσει χρήσιμη απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα. Επιπλέον, η Σλοβακική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η διαφορά είναι αμιγώς υποθετική και το αιτούν δικαστήριο δεν εξηγεί τους λόγους για τους οποίους η απάντηση στο ερώτημα είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης. Η εν λόγω κυβέρνηση υποστηρίζει επίσης ότι η διάταξη παραπομπής δεν εξηγεί τη λυσιτέλεια των λοιπών νομοθετικών πράξεων του δικαίου της Ένωσης, τις οποίες επικαλείται το αιτούν δικαστήριο, ήτοι της οδηγίας 2005/29/ΕΚ (10) και της οδηγίας 2009/22/ΕΚ (11). Η Γερμανική Κυβέρνηση συντάσσεται με την άποψη της Σλοβακικής Κυβερνήσεως.
29. Με το από 4 Σεπτεμβρίου 2013 έγγραφό τους, το ζεύγος Macinský διατείνεται ότι η απόφαση της 21ης Μαρτίου 2012 κατέστη οριστική, αλλά η επίμαχη διαδικασία μπορεί να κινηθεί ως προς το οφειλόμενο στην Getfin ποσό των 4 290,48 ευρώ. Κατά συνέπεια, εξακολουθεί να είναι απαραίτητη η απάντηση του Δικαστηρίου. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή υποστήριξε επίσης ότι η υπόθεση δεν είναι υποθετικής φύσεως.
30. Κατά το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, απόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της εκδοθησόμενης δικαστικής αποφάσεως, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της υποθέσεως, αν τα ερωτήματα που υποβάλλει στο Δικαστήριο είναι αναγκαία και κρίσιμα για την επίλυση της ενώπιόν του διαφοράς. Συνεπώς, εφόσον τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο υποχρεούται, κατ’ αρχήν, να απαντήσει. Το Δικαστήριο δύναται να απορρίψει αίτηση που υπέβαλε εθνικό δικαστήριο μόνον όταν προδήλως προκύπτει ότι η ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης την οποία ζητεί το εθνικό δικαστήριο ουδόλως σχετίζεται με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή όταν το Δικαστήριο δεν έχει στη διάθεσή του τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει λυσιτελή απάντηση στα υποβληθέντα ενώπιόν του ερωτήματα.
31. Κατά την άποψή μου, και αντιθέτως προς τα προβληθέντα από τη Σλοβακική και τη Γερμανική Κυβέρνηση επιχειρήματα, το Δικαστήριο έχει στη διάθεσή του επαρκή πραγματικά και νομικά στοιχεία για να δώσει απάντηση.
32. Πάντως, υπό το πρίσμα των απαντήσεων στις ερωτήσεις που έθεσε το Δικαστήριο, συντάσσομαι με τις Κυβερνήσεις αυτές ως προς το ότι το υποβληθέν ερώτημα δεν είναι παραδεκτό, καθόσον η απάντηση δεν ασκεί καμία επιρροή στην έκβαση της εκκρεμούς ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου διαφοράς.
33. Συγκεκριμένα, παρατηρώ, πρώτον, ότι η διάταξη παραπομπής αναφέρει ότι η Dražby παραιτήθηκε του πλειστηριασμού. Ωστόσο, προς αιτιολόγηση της αιτήσεώς του το Okresný súd Prešov αναφέρει ότι «[ο] πιστωτής μπορεί να κάνει εκ νέου χρήση της εξωδικαστικής διαδικασίας εκτελέσεως της απαιτήσεως από εμπράγματη ασφάλεια μόλις λήξει η ισχύς του ληφθέντος προσωρινού μέτρου και καθόσον η εκτέλεση δεν έχει επιτευχθεί με αυτή ή άλλη διαδικασία».
34. Ομολογώ ότι δεν αντιλήφθηκα πλήρως πώς, δυνάμει της σλοβακικής πολιτικής δικονομίας, η υπόθεση εξακολουθεί να εκκρεμεί ενώπιον του Okresný súd Prešov, δεδομένου ότι δεν θα διεξαχθεί ο πλειστηριασμός και ανεξαρτήτως του ότι η Dražby ενδέχεται να κινήσει εκ νέου την επίμαχη διαδικασία. Είναι δυνατόν το ενδεχόμενο αυτό να υπήρχε κατά τον χρόνο εκδόσεως της διατάξεως παραπομπής στις 27 Αυγούστου 2012. Πάντως, όπως ανέφερα στο σημείο 15 ανωτέρω, σύμφωνα με τα πληροφοριακά στοιχεία που προσκομίστηκαν στη συνέχεια στο Δικαστήριο, η απόφαση της 21ης Μαρτίου 2012 κατέστη οριστική. Συγκεκριμένα, η Σλοβακική Κυβέρνηση δήλωσε μάλιστα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι η Getfin είχε πράγματι εφεσιβάλει την απόφαση της 21ης Μαρτίου 2012 και η έφεση αυτή απορρίφθηκε στις 13 Μαΐου 2013 (12). Επομένως, θεωρώ απίθανο να επαναλάβει η Dražby την ίδια διαδικασία.
35. Επιπλέον, με την απόφαση της 21ης Μαρτίου 2012, η οποία —αντιθέτως προς όσα ισχυρίστηκε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση— αφορά τους ίδιους διαδίκους με την υπόθεση της κύριας δίκης, πλην της Financreal, η μεταξύ των εν λόγω διαδίκων σύμβαση δανείου κρίθηκε άκυρη. Η εκτίμηση αυτή καλύπτει όλες τις ρήτρες της συμβάσεως αυτής, περιλαμβανομένων αυτών τις οποίες αφορά η επίμαχη διαδικασία.
36. Δυστυχώς, παρά το πνεύμα συνεργασίας που πρέπει να επικρατεί στη διαδικασία προδικαστικής παραπομπής, το Okresný súd Prešov δεν έκρινε σε καμία στιγμή απαραίτητο να παράσχει στο Δικαστήριο, με δική του πρωτοβουλία, πληροφοριακά στοιχεία περί των εννόμων αποτελεσμάτων της αποφάσεως της 21ης Μαρτίου 2012 και του αποτελέσματος της αποφάσεως αυτής (13). Η απόφαση αυτή, συνημμένη στη διάταξη παραπομπής, εκδόθηκε από το Okresný súd Prešov, αλλά από άλλη σύνθεση δικαστών.
37. Συνεπώς, δεν υφίσταται πλέον καμία σύμβαση ικανή να αποτελέσει νομική βάση για την επίμαχη διαδικασία ως προς την προβαλλόμενη οφειλή των 21 057 ευρώ στην Getfin, τουλάχιστον μετά τις 13 Μαΐου 2013. Για τον λόγο αυτό, δεν απαιτείται πλέον να αποφανθεί το Δικαστήριο επί του υποβληθέντος ερωτήματος.
38. Η άποψη αυτή δεν διακυβεύεται με την προαναφερθείσα απόφαση Aziz.
39. Στην υπόθεση Aziz αμφισβητείτο επίσης το παραδεκτό των υποβληθέντων ερωτημάτων. Το πρώτο από τα δύο υποβληθέντα στην υπόθεση εκείνη ερωτήματα προσομοιάζει με το υποβληθέν από το Okresný súd Prešov ερώτημα. Ειδικότερα, το κύριο επιχείρημα ήταν ότι η απάντηση, σχετικά με το συμβατό των ισπανικών διατάξεων περί αναγκαστικής εκτελέσεως, την οποία ζητούσε το Juzgado de lo Mercantil No 3 de Barcelona (Ισπανία) —το οποίο ήταν το δικαστήριο της ουσίας— δεν θα είχε καμία επίπτωση στην ενώπιον του Juzgado de Primera Instancia No 5 de Martorell (Ισπανία) διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως. Τούτο συνέβαινε διότι, στην υπόθεση εκείνη, είχε ήδη λάβει χώρα η διαδικασία εκτελέσεως κατά τον χρόνο εκδόσεως της διατάξεως παραπομπής εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου. Δηλαδή, η επιζήμια πράξη είχε ήδη γίνει. Το Δικαστήριο δεν έκρινε ότι τούτο καθιστούσε το ερώτημα απαράδεκτο.
40. Πάντως, η κατάσταση στην υπό κρίση υπόθεση είναι διαφορετική. Η εκτέλεση (ο πλειστηριασμός) δεν διεξήχθη και, εν πάση περιπτώσει, η σύμβαση, η οποία —κατά τα πραγματικά στοιχεία που είχε στη διάθεσή του το Δικαστήριο— κηρύχθηκε άκυρη, δεν αποτελεί πλέον νομική βάση για την επίμαχη διαδικασία.
41. Μολονότι, στην απόφαση Aziz, το Δικαστήριο έκρινε προφανώς διασταλτικώς τη χρησιμότητα της απαντήσεως για την εκκρεμή ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου διαφορά, με τον τρόπο αυτό, χορήγησε στο αιτούν δικαστήριο το ευεργέτημα της αμφιβολίας (14). Το Δικαστήριο ανέφερε απλώς ότι το ζήτημα «πρέπει να ερμηνευθεί διασταλτικώς» και ότι «δεν είναι πρόδηλον ότι η ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης που ζητείται […] δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης» (15).
42. Εντούτοις, εν προκειμένω, η προσέγγιση αυτή δεν δικαιολογείται. Συγκεκριμένα, εφόσον η Dražby παραιτήθηκε της διαδικασίας εκτελέσεως και η σύμβαση θεωρήθηκε άκυρη, δεν είναι προφανώς δυνατό να θεωρηθεί λυσιτελής η απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα για την εκκρεμή ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου διαφορά (αν υποτεθεί ότι υφίσταται η διαφορά αυτή) ή ακόμα για άλλο παρεπόμενο ζήτημα (όπως αυτό για το οποίο γίνεται λόγος στο σημείο 55 κατωτέρω). Τούτο επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι ούτε η Getfin ούτε η Financreal επέδειξαν κάποιο ενδιαφέρον για την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία.
43. Παρ’ όλ’ αυτά, πρέπει να εξετασθούν ορισμένα επιχειρήματα τα οποία προβλήθηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
44. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Σλοβακική Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι, σύμφωνα με τα παρασχεθέντα από το αιτούν δικαστήριο πληροφοριακά στοιχεία, η υπόθεση της κύριας δίκης δεν είχε ως αντικείμενο τη σύμβαση δανείου μεταξύ του ζεύγους Macinský και της Financreal (τα δικαιώματα της οποίας δυνάμει της συμβάσεως εκχωρήθηκαν στη συνέχεια στην Getfin), αλλά σύμβαση εμπράγματης ασφάλειας εντελώς χωριστή από τη σύμβαση δανείου. Η εν λόγω κυβέρνηση, απαντώντας σε ερώτηση τεθείσα για να διευκρινιστούν οι συνέπειες του ισχυρισμού αυτού, δήλωσε ότι, κατά το σλοβακικό δίκαιο, οι συμβάσεις εμπράγματης ασφάλειας στερούνται γενικώς εννόμων αποτελεσμάτων αν ακυρωθεί η υποχρέωση της οποίας ασφαλίζουν την εκπλήρωση, εκτός αν η σύμβαση εμπράγματης ασφάλειας προβλέπει ρητώς ότι εξακολουθούν να παράγουν αποτελέσματα.
45. Το στοιχείο αυτό με εκπλήσσει.
46. Εξ αρχής, στο πλαίσιο του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο είναι «αρμόδιο να αποφαίνεται επί της ερμηνείας του κύρους νομοθετήματος [της ΕΕ], βάσει πραγματικών περιστατικών που του επισημαίνονται από το εθνικό δικαστήριο» (16). Επιπλέον, δεν μπορεί να αποφανθεί επί των προαναφερθέντων πραγματικών και νομικών στοιχείων, τα οποία προβλήθηκαν και συζητήθηκαν για πρώτη φορά κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν περιλαμβάνονται ούτε στη διάταξη παραπομπής ούτε στις υποβληθείσες από τους ενδιαφερόμενους γραπτές παρατηρήσεις (17).
47. Συναφώς, η διάταξη παραπομπής αναφέρει εισαγωγικώς μόνον ότι η εκκρεμής ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου διαδικασία αφορά «[i] την αναστολή της εκτελέσεως της εμπράγματης ασφάλειας, [ii] την ακυρότητα της ποινικής ρήτρας και των πρόσθετων δαπανών σχετικά με τη χορήγηση και διαχείριση του δανείου, καθώς και [iii] την οικονομική αποζημίωση». Εξάλλου, στο κείμενο της παραπομπής αναφέρεται μία σύμβαση και όχι δύο. Δεν μπορεί να εξετασθεί το επιχείρημα αυτό δεδομένου ότι στη διάταξη παραπομπής δεν υπάρχει κανένα στοιχείο υπέρ του ότι η σύμβαση της κύριας δίκης είναι χωριστή σύμβαση της ακυρωθείσας με την απόφαση της 21ης Μαρτίου 2012.
48. Πάντως, ακόμα και αν υποτεθεί, ως επιχειρηματολογία, ότι, πράγματι, υπήρξε χωριστή σύμβαση συστάσεως εμπράγματης ασφάλειας, τούτο δεν ασκεί καμία επιρροή στην εν προκειμένω εξεταζόμενη υπόθεση.
49. Πρώτον, είναι δυνατόν να υποστηριχθεί ότι τέτοιου είδους χωριστή σύμβαση μπορεί να χρησιμεύσει ως βάση για την εκτέλεση της οφειλής ποσού 4 290,48 ευρώ, το οποίο η απόφαση της 21ης Μαρτίου 2012 επέβαλε να επιστραφεί στην Getfin. Συναφή άποψη έχει —εν μέρει— το ζεύγος Macinský, το οποίο, στο από 4 Σεπτεμβρίου 2013 έγγραφό του, ισχυρίζεται ότι, μολονότι η απόφαση κατέστη οριστική, τούτο δεν εμποδίζει να κινηθεί εκ νέου κατ’ αυτών η επίμαχη διαδικασία (18).
50. Επί του σημείου αυτού, τονίζω ότι η απαίτηση την οποία έχει τώρα η Getfin κατά του ζεύγους Macinský είναι απαίτηση προς αποπληρωμή του χρέους. Συγκεκριμένα, με την απόφαση της 21ης Μαρτίου 2012, το αιτούν δικαστήριο έκρινε ότι το προβλεπόμενο με τη σύμβαση επιτόκιο είναι ηθικώς ανεπίτρεπτο και, επομένως, η σύμβαση είναι άκυρη. Συνεπώς, το δικαστήριο αυτό αποφάσισε, στο διατακτικό της αποφάσεως αυτής, την επιστροφή του υπολοίπου ποσού του αρχικού δανείου, ήτοι ποσού 4 290,48 ευρώ, σε 84 μηνιαίες δόσεις. Η οφειλή υφίσταται στο εξής βάσει δικαστικής αποφάσεως και όχι βάσει συμβάσεως, μολονότι βάσει της συμβάσεως κινήθηκε η ενώπιόν του διαδικασία.
51. Ως εκ της φύσεώς της, η απαίτηση αυτή δεν εμπίπτει στο ratione materiae πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 93/13, όπως οριοθετείται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, το οποίο αφορά τις συμβάσεις καταναλωτικών δανείων. Επομένως, ερμηνεία της οδηγίας 93/13 δεν ασκεί καμία επιρροή στην υπόθεση της κύριας δίκης.
52. Δεύτερον, μπορεί να υποστηριχθεί ότι το αιτούν δικαστήριο ζητεί στην πράξη από το Δικαστήριο να αποφανθεί αν συνάδει με την οδηγία 93/13 νομοθεσία η οποία, καθεαυτή, παρέχει τη δυνατότητα συνάψεως γενικών συμβάσεων συστάσεως εμπράγματης ασφάλειας μεταξύ καταναλωτών και επαγγελματιών, στις οποίες προβλέπεται ότι η επίμαχη διαδικασία τίθεται σε εφαρμογή μόλις ο καταναλωτής αθετήσει μια, οποιαδήποτε, υποχρέωσή του έναντι του επιχειρηματία.
53. Μολονότι το ζήτημα αυτό παρουσιάζει ενδιαφέρον, στερείται παντελώς ερείσματος υπό τις περιγραφείσες στη διάταξη παραπομπής περιστάσεις. Δεν επιθυμώ να εκφέρω άποψη επί υποθετικού ζητήματος.
54. Για τους λόγους αυτούς, δεν θα εξετάσω περαιτέρω τη θεωρία των «δύο χωριστών συμβάσεων» για την οποία κάνει λόγο η Σλοβακική Κυβέρνηση.
55. Όσον αφορά το αίτημα αποζημιώσεως το οποίο αποτελεί προφανώς μέρος της υποθέσεως της κύριας δίκης, κανένα στοιχείο δεν συνηγορεί υπέρ του ότι είναι απαραίτητη η απάντηση στο αιτούν δικαστήριο ως προς το κατά πόσον η Getfin και/ή Financreal πρέπει να καταβάλουν τέτοια αποζημίωση λόγω κινήσεως της επίμαχης διαδικασίας κατά του ζεύγους Macinský. Συγκεκριμένα, μολονότι η διάταξη παραπομπής αναφέρει ότι το ζεύγος Macinský ζητεί το είδος αυτό αποζημιώσεως, το αιτούν δικαστήριο δεν θίγει το ζήτημα αυτό στο υποβληθέν ερώτημα και δεν εξηγεί αν και πως μπορεί να επιδικάσει αποζημίωση στο πλαίσιο διαδικασίας διεπόμενης από το άρθρο 21, παράγραφοι 2 και 5, του νόμου για τον εκούσιο πλειστηριασμό. Εξάλλου, από την απόφαση της 21ης Μαρτίου 2012 προκύπτει ότι το ζεύγος Macinský ζήτησε αποζημίωση δι’ ανταγωγής στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, η οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη στο διατακτικό της αποφάσεως αυτής (19). Όπως προανέφερα, η απόφαση αυτή κατέστη οριστική και η απόφαση περί της αποζημιώσεως απέκτησε επομένως ισχύ δεδικασμένου και το ζήτημα διευθετήθηκε (20).
56. Όσον αφορά τις παραπομπές της διατάξεως παραπομπής στην οδηγία 2005/29 και στην οδηγία 2009/22, όπως παρατηρούν η Σλοβακική και Γερμανική Κυβέρνηση, οι οδηγίες αυτές, δεν ασκούν προφανώς επιρροή στην υπό κρίση υπόθεση. Συγκεκριμένα, το αιτούν δικαστήριο αναφέρει απλώς τις οδηγίες αυτές, και ορισμένες από τις διατάξεις τους (21), χωρίς να εξηγεί γιατί είναι εφαρμοστέες. Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο δεν αναφέρει ούτε γιατί θεωρεί ότι η επίμαχη διαδικασία συνιστά αθέμιτη εμπορική πρακτική ούτε γιατί η υπό εξέταση υπόθεση συνεπάγεται διαδικασία αγωγής παραλείψεως ασκουμένης από νομιμοποιούμενο φορέα για την προστασία των συλλογικών συμφερόντων των καταναλωτών (22). Συναφώς, είναι ενδεικτικό ότι οι οδηγίες αυτές δεν μνημονεύονται ούτε στο υποβληθέν ερώτημα. Επομένως, δεν μπορούν να καταστήσουν το ερώτημα αυτό παραδεκτό.
57. Κατά συνέπεια, δεν αντιλαμβάνομαι κατά πόσον είναι απαραίτητη απόφαση του Δικαστηρίου προς διευκόλυνση του αιτούντος δικαστηρίου για επίλυση της ενώπιόν του εκκρεμούς διαφοράς και μάλλον αποτελεί αόριστη εκτίμηση του συμβατού της επίμαχης διαδικασίας με την οδηγία 93/13. Πάντως, ακόμα και αν η επιθυμία του αιτούντος δικαστηρίου προς προστασία των συμφερόντων των καταναλωτών μπορεί να εκκινεί από καλή πρόθεση, χωρίς «υποστατή» υπόθεση, δεν είναι δυνατό να υπάρξει τέτοια εκτίμηση. Περαιτέρω, είναι άσκοπη η ανακεφαλαίωση της πάγιας νομολογίας του Δικαστηρίου περί των υποθετικής φύσεως ερωτημάτων (23).
58. Βάσει των προεκτεθέντων, θεωρώ ότι το υποβληθέν ερώτημα είναι απαράδεκτο.
59. Ωστόσο, απόκειται στα εθνικά δικαστήρια να καθορίσουν και την ανάγκη και τη χρησιμότητα απαντήσεως του Δικαστηρίου για τις εκκρεμείς ενώπιόν τους υποθέσεις, καθώς και τη συναφώς κατάλληλη χρονική στιγμή. Αν, για οποιοδήποτε λόγο, το Δικαστήριο δεν θελήσει να παρέμβει στην εκτίμηση του αιτούντος δικαστηρίου και, υπό το πνεύμα συνεργασίας που πρέπει να επικρατεί στο πλαίσιο των βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ διαδικασιών, επιλέξει να απαντήσει στο υποβληθέν ερώτημα, προτείνω τα εξής.
Β — Συμβατό της επίμαχης διαδικασίας με την οδηγία 93/13
1. Γενικές παρατηρήσεις επί του ότι οι καταναλωτές υποχρεούνται να ασκήσουν αγωγή
60. Απόρροια της διεθνούς οικονομικής κρίσης από την οποία ανακάμπτει αργά η Ευρώπη και ο υπόλοιπος κόσμος, είναι ότι ένα εύρυθμο και υγιές δανειακό σύστημα αποτελεί έναν από τους ακρογωνιαίους λίθους της οικονομίας της ανοιχτής αγοράς. Τούτο μπορεί να οδηγήσει τους νομοθέτες να θεσπίσουν καθεστώτα εμπράγματων ασφαλειών και εκτελέσεως κατά το μάλλον ή ήττον ευνοϊκά για τους επαγγελματίες προκειμένου να στηρίξουν το δανειακό σύστημα. Η υπό κρίση υπόθεση θέτει το ζήτημα κατά πόσον η επίμαχη διαδικασία ευνοεί υπέρμετρα τους επαγγελματίες σε σχέση με τους καταναλωτές.
61. Κατ’ ουσίαν, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν η οδηγία 93/13 αντιτίθεται σε δικονομικούς κανόνες κράτους μέλους βάσει των οποίων μπορεί να εκτελείται απαίτηση από οφειλή με βάση καταχρηστικές ρήτρες συμβάσεως καταναλωτικού δανείου εξωδικαστικώς και άρα, ενδεχομένως, χωρίς κανένα δικαστικό έλεγχο.
62. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει ζήτημα επί του οποίου δεν έχει ακόμα αποφανθεί με τις αποφάσεις Banco Español de Crédito ή Aziz, αλλά η γενική εισαγγελέας J. Kokott το ανέλυσε στις προτάσεις της (24), ήτοι: συνάδει προς την οδηγία 93/13 το γεγονός ότι κράτος μέλος απαιτεί από τους καταναλωτές να ασκήσουν αγωγή προκειμένου να αναστείλουν ή να σταματήσουν την εκτέλεση συμβάσεως η οποία προβάλλεται ότι περιέχει καταχρηστική ρήτρα; Με άλλα λόγια, συνάδει προς την οδηγία 93/13 το γεγονός ότι ο καταναλωτής πρέπει να «κάνει το πρώτο βήμα»;
63. Τα ζητήματα αυτά πρέπει να εξετασθούν με γνώμονα τη νομολογία του Δικαστηρίου περί των ευθυνών και του ρόλου των εθνικών δικαστηρίων στο πλαίσιο της οδηγίας 93/13. Συγκεκριμένα, κατά τη νομολογία αυτή, ο εθνικός δικαστής υποχρεούται να εκτιμά αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας και, με τον τρόπο αυτό, να αποκαθιστά την ανισορροπία που υφίσταται μεταξύ καταναλωτή και επαγγελματία, εφόσον έχει στη διάθεσή του τα απαραίτητα προς τούτο νομικά και πραγματικά στοιχεία (25).
64. Για τους κατωτέρω εκτιθέμενους λόγους, θεωρώ ότι η επίμαχη διαδικασία προβλέπει αρκούντως την απαιτούμενη από την οδηγία 93/13 αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων των καταναλωτών.
65. Θα αρχίσω την εξέταση από το γράμμα της οδηγίας 93/13. Στη συνέχεια, θα εξετάσω την κρίσιμη για την υπόθεση νομολογία (δηλαδή, την απορρέουσα από τις αποφάσεις Banco Español de Crédito και Aziz), πριν από την εξέταση των λόγων για τους οποίους, κατά την άποψή μου, πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση στο διατυπωθέν στο σημείο 62 ανωτέρω ερώτημα.
66. Η οδηγία περιλαμβάνει ορισμένους θετικούς κανόνες περί των καταχρηστικών ρητρών στις συναπτόμενες με καταναλωτές συμβάσεις, μεταξύ άλλων, όσον αφορά τον κατά το γράμμα του άρθρου 3, παράγραφος 1, καθορισμό των ρητρών αυτών. Κατά συνέπεια, το άρθρο 6, παράγραφος 1, απαιτεί από τα κράτη μέλη να προβλέπουν κανόνες βάσει των οποίων τέτοιες ρήτρες «δεν [...] δεσμεύουν τους καταναλωτές». Περαιτέρω, το άρθρο 7, παράγραφος 1, επιβάλλει στα κράτη μέλη να διασφαλίζουν ότι «υπάρχουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα, προκειμένου να πάψει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών».
67. Εφόσον η οδηγία 93/13 δεν αναφέρει τίποτα επ’ αυτού, δεν μπορεί να ειπωθεί ότι διέπει την εκτέλεση των απαιτήσεων, περιλαμβανομένων των απαιτήσεων έναντι καταναλωτών. Για τον λόγο αυτόν, κατ’ αρχήν, οι κανόνες αυτοί εμπίπτουν στη δικονομική αυτονομία των κρατών μελών, υπό την προϋπόθεση πάντως σεβασμού των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας (26). Θα προσέθετα ότι από κανένα στοιχείο, ούτε στη διάταξη παραπομπής ούτε στη δικογραφία σχετικά με την εθνική νομολογία που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο, δεν προκύπτει ότι οι σλοβακικοί δικονομικοί κανόνες που είναι εφαρμοστέοι στους καταναλωτές στο πλαίσιο της οδηγίας 93/13 διαφέρουν των κανόνων που διέπουν παρεμφερείς καταστάσεις στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου (27). Επομένως, διακυβεύεται μόνον η πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας.
68. Το ζήτημα του συμβατού της διαδικασίας της κύριας δίκης με την αρχή της αποτελεσματικότητας απαιτεί περαιτέρω έρευνα στη σχετική νομολογία, δηλαδή στις αποφάσεις Banco Español de Crédito και Aziz (28). Συγκεκριμένα, εν προκειμένω, οι δύο αυτές αποφάσεις αφορούν τον καθορισμό των υποχρεώσεων του εθνικού δικαστή δυνάμει της οδηγίας 93/13 στο πλαίσιο ειδικής διαδικασίας (29), αντί το κατά πόσον ο εθνικός δικαστής μπορεί, ή μάλιστα πρέπει, να ενεργήσει με δική του πρωτοβουλία. Κατά την άποψή μου, οι δύο αυτές αποφάσεις, σημαίνουν κατ’ ουσίαν ότι η προσφυγή επαγγελματιών σε ειδική διαδικασία προβλεπόμενη από το εθνικό δίκαιο, προκειμένου να στερήσουν από τους καταναλωτές το ευεργέτημα της επιδιωκόμενης από την οδηγία 93/13 προστασίας αντίκειται στην αρχή της αποτελεσματικότητας καθόσον καθιστά πρακτικώς αδύνατη ή εξαιρετικώς δυσχερή την εφαρμογή στους καταναλωτές της προστασίας την οποία επιδιώκει η οδηγία 93/13 (30). Όσον αφορά την επίμαχη διαδικασία, δεν νομίζω ότι στερεί τους καταναλωτές της προστασίας αυτής.
69. Είμαι πεπεισμένος ότι οι διαδικασίες εκτελέσεως υπό μορφή πλειστηριασμών κατά καταναλωτών πρέπει να συνοδεύονται από ορισμένες διασφαλίσεις στο εθνικό δικονομικό δίκαιο, προς προστασία του πιο αδύνατου μέρους, εν προκειμένω του καταναλωτή (31). Ασφαλώς, τούτο είναι ιδιαίτερα σημαντικό όταν πρόκειται για εξωδικαστικές διαδικασίες. Ελλείψει τέτοιων διασφαλίσεων, τα κράτη μέλη δεν πληρούν τις υποχρεώσεις που υπέχουν από το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, να θεσπίζουν κανόνες βάσει των οποίων οι καταχρηστικές ρήτρες δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές και να μεριμνούν για την ύπαρξη κατάλληλων και αποτελεσματικών μέσων προκειμένου να παύσει η χρησιμοποίηση τέτοιων ρητρών.
70. Ωστόσο, το ερώτημα παραμένει: πότε καθίσταται αδύνατο ή, συνηθέστερα, υπερβολικά δυσχερές να εφαρμόζεται η προστασία την οποία η οδηγία 93/13 επιδιώκει να χορηγεί στους καταναλωτές; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν είναι αυτονόητη και απαιτεί ανά περίπτωση προσέγγιση. Συναφώς, απαιτείται να εξετασθεί η θέση της διατάξεως αυτής στο πλαίσιο της όλης διαδικασίας, καθώς και της εξελίξεως και των ιδιαιτεροτήτων της, ενώπιον των διαφόρων εθνικών δικαστηρίων (32). Τούτο μπορεί να συνεπάγεται την εξέταση των ένδικων μέσων τα οποία διαθέτουν οι καταναλωτές και των δυνατοτήτων παρεμβάσεως του εθνικού δικαστή.
71. Συναφώς, είναι χρήσιμο να εξετασθούν εκ νέου τα συμπεράσματα που αντλούνται από τις αποφάσεις στις υποθέσεις Aziz και Banco Español de Credito.
72. Συγκεκριμένα, όπως ανέφερα στο σημείο 39 ανωτέρω, και η υπόθεση Aziz αφορούσε διάφορες διαδικασίες: διαδικασία εκτελέσεως και διαδικασία επί της ουσίας. Η διαδικασία εκτελέσεως είχε σχεδόν ολοκληρωθεί όταν ασκήθηκε η επί της ουσίας αγωγή αφορώσα τον καταχρηστικό χαρακτήρα των ρητρών της συμβάσεως καταναλωτικού δανείου. Επιπλέον, είχε ήδη διαταχθεί η έξωση του καταναλωτή από την οικία του. Κατά το ισπανικό δίκαιο, ο καταναλωτής υποχρεούνταν να ασκήσει χωριστή επί της ουσίας αγωγή περί του καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών διότι το δικαστήριο εκτελέσεως δεν μπορούσε να εξετάσει το ζήτημα αυτό. Εξάλλου, υπό τις περιστάσεις αυτές, η μόνη χορηγούμενη από το ισπανικό δίκαιο προστασία ήταν μεταγενέστερη χρηματική αποζημίωση. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η εκδοχή αυτή δεν συμβιβάζεται με την οδηγία 93/13 (33).
73. Κατά την άποψή μου, η υπόθεση Aziz αποτελεί παράδειγμα περιπτώσεως όπου κατέστη αδύνατη η αποτελεσματική προστασία του καταναλωτή (34). Συγκεκριμένα, το δικαστήριο που εξέτασε στη συνέχεια την υπόθεση επί της ουσίας δεν μπόρεσε να ακυρώσει την εκτελεστική απόφαση· τουλάχιστον ήταν πολύ αργά προς τούτο. Το δικαστήριο αυτό χορήγησε μόνον οικονομική αποζημίωση, όπερ εκρίθη ότι ήταν ανεπαρκές.
74. Εξάλλου, η υπόθεση Banco Español de Crédito είναι προφανώς παράδειγμα περιπτώσεως όπου δεν ήταν απολύτως αδύνατο στους καταναλωτές να προστατεύσουν αποτελεσματικώς τα δικαιώματά τους, αλλά εξαιρετικώς δυσχερές.
75. Η υπόθεση Banco Español de Crédito αφορούσε διατάξεις σχετικά με ex parte διαδικασία «εκδόσεως διαταγής πληρωμής». Συνεπώς, η διαδικασία αυτή δεν ήταν «διαδικασία εκτελέσεως» καθεαυτή, αλλά απλοποιημένη διαδικασία αφορώσα θέματα ουσίας. Η σχετική ισπανική νομοθεσία προέβλεπε, μεταξύ άλλων, ότι ο οφειλέτης πρέπει να ασκήσει ανακοπή εντός 20 ημερών από της ημερομηνίας κοινοποιήσεως της διαταγής πληρωμής. Αν ασκούσε ανακοπή, σταματούσε η απλοποιημένη διαδικασία και η διαδικασία καθίστατο κατ’ αντιμωλία (35). Για διάφορους λόγους (36), το Δικαστήριο παρατήρησε ότι οι καταναλωτές δεν ασκούν γενικώς ανακοπή κατά της διαδικασίας και, επομένως, έκρινε ότι η επίμαχη ισπανική νομοθεσία δεν συμβιβάζεται με την οδηγία 93/13.
76. Εξετάζοντας εκ νέου την ερώτηση ως προς το πότε καθίσταται εξαιρετικώς δυσχερές στους καταναλωτές να ασκήσουν αποτελεσματικώς τα δικαιώματά τους, τούτο εξαρτάται και από τη σημασία του συμφέροντος που περιορίζει την προστασία του καταναλωτή. Η νομολογία αναφέρει προφανώς ότι ορισμένα θεμιτά συμφέροντα έχουν μεγαλύτερη σημασία ώστε υπερτερούν της προστασίας των καταναλωτών απ’ ό,τι άλλα (37).
77. Ωστόσο, πρέπει να καταστεί εντελώς σαφές ότι, όπως δήλωσε η Γερμανική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η αρχή της αποτελεσματικότητας απαιτεί μόνον να μην καθιστούν οι εθνικές δικονομικές διατάξεις εξαιρετικώς δυσχερή για τους καταναλωτές την άσκηση των δικαιωμάτων τους. Συγκεκριμένα, δεν απαιτείται να είναι «εύκολη» ή να αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα ευνοϊκής μεταχειρίσεως η άσκηση των δικαιωμάτων αυτών (38). Η υιοθέτηση της απόψεως αυτής θα στερούσε την έννοια της δικονομικής αυτοτέλειας κάθε πρακτικής αποτελεσματικότητας και, επιπλέον, θα προσέκρουε στο ότι η οδηγία 93/13 προβλέπει μόνον ελάχιστη εναρμόνιση (39).
78. Υπό το πρίσμα του συνόλου των προεκτεθέντων, δεν θεωρώ ότι είναι αφεαυτού υπερβολικό να απαιτείται από τους καταναλωτές να ασκούν αγωγή κατά του επαγγελματία προκειμένου να αναστείλουν ή να σταματήσουν διαδικασία εκτελέσεως όπως αυτή της κύριας δίκης.
79. Τούτο επιβεβαιώνεται από τη νομολογία. Στην απόφαση Banco Español de Crédito, το Δικαστήριο δεν απέρριψε προφανώς πλήρως την άποψη ότι είναι, κατ’ αρχήν, θεμιτό να έχουν οι πιστωτές εύκολη πρόσβαση στη δικαιοσύνη και να διεξάγονται ταχύτατα οι διαδικασίες (40). Επιπλέον, στην απόφαση Asturcom Telecomunicaciones, το Δικαστήριο έκρινε ότι εθνικό δικαστήριο δεν πρέπει ούτε να αντισταθμίζει δικονομική παράλειψη καταναλωτή που αγνοεί τα δικαιώματά του ούτε να αναπληρώνει ολοκληρωτικώς την πλήρη παθητικότητα του καταναλωτή (41). Επομένως, συντάσσομαι με τη γενική εισαγγελέα J. Kokott περί του ότι, γενικώς, δεν καθιστά προφανώς, αφεαυτού, εξαιρετικά δυσχερή την αποτελεσματική δικαστική προστασία των καταναλωτών το ότι ο καταναλωτής πρέπει να κινήσει διαδικασία δημιουργώντας ορισμένες συνθήκες ώστε το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της υποθέσεως να μπορεί να εξετάσει τις ρήτρες της συμβάσεως (42). Συγκεκριμένα, δεν είναι απολύτως ακριβές να χαρακτηριστεί η βαρύνουσα τον καταναλωτή υποχρέωση ως υποχρέωση να ενεργήσει με δική του πρωτοβουλία χωρίς καμία προηγούμενη αιτιολογία συναφώς· πρόκειται μάλλον για υποχρέωση αντιδράσεως στις σχεδιαζόμενες ενέργειες του επαγγελματία. Τονίζω ότι, στην απόφαση Aziz, το Δικαστήριο δεν επέκρινε ρητώς το γεγονός ότι ο καταναλωτής έπρεπε να ασκήσει επί της ουσίας αγωγή ενώπιον του Juzgado de lo Mercantil No 3 de Barcelona· το γεγονός ότι η διαδικασία αυτή ήταν απολύτως μάταιη οδήγησε τελικώς το Δικαστήριο να λάβει την απόφαση που έλαβε.
80. Εξάλλου, φοβούμαι ότι η απαίτηση ενός ex ante υποχρεωτικού δικαστικού ελέγχου, τον οποίο υποστηρίζει προφανώς η Επιτροπή, δεν εξυπηρετεί αποτελεσματικώς κανέναν σκοπό (43). Συγκεκριμένα, η εκτίμηση του κατά πόσον είναι καταχρηστική μια ρήτρα απαιτεί μεμονωμένη εξέταση όλων των σχετικών περιστάσεων (44). Μολονότι, στην απόφαση Banco Español de Crédito, το επιληφθέν της υποθέσεως πρωτοβάθμιο δικαστήριο μπόρεσε να αποφανθεί χωρίς παρέμβαση του καταναλωτή, τούτο δεν συμβαίνει γενικώς. Αντιθέτως, πλην της περιπτώσεως κατά την οποία το δικαστήριο αυτό έχει στη διάθεσή του όλα τα απαραίτητα νομικά και πραγματικά στοιχεία, δεν μπορεί, και δεν πρέπει, να δράσει ανεξαρτήτως του καταναλωτή.
81. Τέλος, το γεγονός ότι το επίμαχο περιουσιακό στοιχείο μπορεί να είναι η οικογενειακή οικία του καταναλωτή δεν μεταβάλει, αφεαυτού, την άποψή μου. Ελλείψει εναρμονισμένων κανόνων, τα κράτη μέλη δεν πρέπει, απλώς και μόνον επειδή το επίμαχο περιουσιακό στοιχείο είναι η οικία του καταναλωτή, να μην μπορούν να απαιτούν από τον εν λόγω καταναλωτή να ασκήσει προσφυγή κατά εξωδικαστικής διαδικασίας εκτελέσεως.
82. Κατόπιν τούτου, τονίζω, πάντως, ότι, όταν το επίμαχο περιουσιακό στοιχείο είναι η κατοικία του καταναλωτή, πρέπει να υπάρχουν συγκεκριμένες διασφαλίσεις. Η μη παροχή τέτοιων διασφαλίσεων μπορεί να αποβεί προβληματική από της απόψεως των θεμελιωδών δικαιωμάτων (45). Συγκεκριμένα, η απώλεια της οικογενειακής κατοικίας είναι από τις πιο ακραίες μορφές προσβολής των δικαιωμάτων του καταναλωτή (46). Καθόσον ο σεβασμός της κατοικίας κατοχυρώνεται βάσει του άρθρου 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπό το πρίσμα του οποίου πρέπει να ερμηνεύεται η οδηγία 93/13 (47), κάθε πρόσωπο που κινδυνεύει να υποστεί τόσο σημαντική προσβολή των δικαιωμάτων του πρέπει να μπορεί να ζητήσει τον έλεγχο της αναλογικότητας τέτοιου μέτρου από ανεξάρτητο δικαστικό όργανο (48).
83. Συνοψίζοντας, θεωρώ ότι συνάδει προς την οδηγία 93/13 το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος απαιτεί από έναν καταναλωτή να ασκήσει προσφυγή προκειμένου να αναστείλει ή να σταματήσει την εκτέλεση συμβάσεως η οποία προβάλλεται ότι περιέχει καταχρηστική ρήτρα. Έχοντας ξεκαθαρίσει αυτό το θέμα αρχής, θα εξετάσω τώρα τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της επίμαχης διαδικασίας.
2. Εκτίμηση της επίμαχης διαδικασίας
84. Όσον αφορά την επίμαχη διαδικασία, από το άρθρο 151m, παράγραφος 1, του σλοβακικού κώδικα πολιτικής δικονομίας προκύπτει ότι ο πλειστηριασμός μπορεί να πραγματοποιηθεί το νωρίτερο 30 ημέρες μετά την ημερομηνία κοινοποιήσεως της εκτελέσεως στον οφειλέτη (ή τον εγγυητή, αναλόγως της περιπτώσεως), εκτός αν υπάρχουν ειδικές διατάξεις συναφώς. Ομοίως, κατά το άρθρο 17, παράγραφος 3, του νόμου για τον εκούσιο πλειστηριασμό, πλειστηριασμός μπορεί να διενεργηθεί το νωρίτερο 30 ημέρες μετά την προκήρυξη της επικείμενης πωλήσεως στην εφημερίδα του εμπορικού επιμελητηρίου. Το άρθρο 17, παράγραφος 5, του νόμου αυτού προβλέπει επίσης ότι ο διοργανωτής του πλειστηριασμού πρέπει να κοινοποιήσει στο πρόσωπο που προτείνει τον πλειστηριασμό, καθώς και στον οφειλέτη και τον κύριο του ακινήτου (αν δεν είναι το ίδιο πρόσωπο με τον οφειλέτη), την επικείμενη πώληση εντός της ίδιας προθεσμίας. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Σλοβακική Κυβέρνηση επιβεβαίωσε ότι οι προθεσμίες αυτές μπορεί να συντρέχουν, όπερ συνεπάγεται προθεσμία τουλάχιστον 30 ημερών μετά την κοινοποίηση σε όλους τους ενδιαφερόμενους.
85. Αφού διενεργηθεί ο πλειστηριασμός, κατά το άρθρο 21, παράγραφος 2, του νόμου για τον εκούσιο πλειστηριασμό, η ακύρωση της πωλήσεως μπορεί να ζητηθεί εντός των επομένων τριών μηνών.
86. Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, ο οφειλέτης μπορεί να απολαύει ακόμα του πλειστηριασθέντος αγαθού. Πάντως, σύμφωνα με το άρθρο 29 του νόμου για τον εκούσιο πλειστηριασμό, όταν το πλειστηριασθέν αγαθό είναι ακίνητο, μετά την πώληση, ο οφειλέτης (ή ο εγγυητής, αναλόγως της περιπτώσεως) υποχρεούται να παραδώσει το περιουσιακό στοιχείο του χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση μετά τη συμβολαιογραφική πράξη καταχωρίσεως της πωλήσεως με πλειστηριασμό.
87. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι τούτο καταλήγει στην πράξη στην αποξένωση του καταναλωτή από το εν λόγω περιουσιακό στοιχείο του. Σε ορισμένο βαθμό, συντάσσομαι με την άποψη αυτή (49). Παρ’ όλ’ αυτά, είμαι πεπεισμένος με τα προβληθέντα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση από τη Σλοβακική Κυβέρνηση επιχειρήματα, σύμφωνα με τα οποία το άρθρο 29 του νόμου για τον εκούσιο πλειστηριασμό δεν εμποδίζει τον οφειλέτη να ζητήσει ενώπιον δικαστηρίου την αναστολή της επίμαχης διαδικασίας και την παράδοση του αγαθού, ακόμα και μετά τη διενέργεια της πωλήσεως (50). Αν η εν λόγω ερμηνεία του εθνικού δικαίου είναι ακριβής, όπερ απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει, δεν θεωρώ ότι, αφεαυτού, το άρθρο 29 του νόμου αυτού, επιδεινώνει την κατάσταση, εφόσον το επιληφθέν δικαστήριο λάβει τα περιγραφόμενα στο σημείο 97 κατωτέρω μέτρα.
88. Επιπλέον, όταν ο οφειλέτης έχει πράγματι παραδώσει το περιουσιακό του στοιχείο, είναι δυνατόν να το ανακτήσει αν η πώληση με πλειστηριασμό ακυρωθεί κατά το άρθρο 21, παράγραφος 5, του νόμου για τον εκούσιο πλειστηριασμό και η αίτηση ακυρώσεως καταχωρισθεί στο κτηματολόγιο (51). Κατά το άρθρο 21, παράγραφος 3, του νόμου αυτού, το πρόσωπο που ζητεί την ακύρωση της πωλήσεως με πλειστηριασμό υποχρεούται να πληροφορήσει τις αρμόδιες υπηρεσίες για την εν λόγω αίτηση ακυρώσεως.
89. Επομένως, όπως ερμηνεύω την εθνική νομοθεσία, συνάγεται ότι ένας καταναλωτής έχει τουλάχιστον 30 ημέρες κατόπιν όλων των σχετικών κοινοποιήσεων για να προσβάλει ex ante πλειστηριασμό (52), και ex post εντός τριών μηνών αφού διενεργηθεί η πώληση (ή εντός μεγαλύτερης προθεσμίας εάν η πώληση συνδέεται με διάπραξη αξιόποινης πράξεως).
90. Επομένως, ένας καταναλωτής διαθέτει συνολικώς τουλάχιστον τέσσερις μήνες για να προσβάλει πώληση με πλειστηριασμό.
91. Τούτο δεν συγκρίνεται με την προθεσμία 20 ημερών της υποθέσεως Banco Español de Crédito, η οποία καθιστούσε εξαιρετικώς δυσχερή για τους καταναλωτές την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων που τους χορηγεί η οδηγία 93/13.
92. Εξάλλου, δεν θεωρώ ότι η επίμαχη διαδικασία περιορίζει τα δικαιώματα των καταναλωτών απλώς σε μεταγενέστερη οικονομική αποζημίωση η οποία, ασφαλώς, είναι ανεπαρκής σύμφωνα με την απόφαση Aziz.
93. Συγκεκριμένα, είναι αληθές ότι η υπόθεση της κύριας δίκης είναι, κατά κάποιον τρόπον «αντίστροφη της υποθέσεως Aziz» (53). Πάντως, αντιθέτως προς τις ισπανικές διατάξεις που εφαρμόζονται στη διαδικασία εκτελέσεως στην υπόθεση Aziz (54), βάσει των προεκτεθέντων, προφανώς, στο σλοβακικό δίκαιο υφίσταται δυνατότητα ανακοπής στην επίμαχη διαδικασία, και μάλιστα δυνατότητα παύσεως της διαδικασίας αυτής λόγω ασυμβατότητας με την οδηγία 93/13. Περαιτέρω, τούτο προκύπτει από τις περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης.
94. Από τις περιστάσεις αυτές προκύπτει ότι η επίμαχη διαδικασία δεν καθιστά εξαιρετικώς δυσχερή την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων του καταναλωτή. Συγκεκριμένα, καθόσον το αιτούν δικαστήριο είχε στη διάθεσή του τα νομικά και πραγματικά στοιχεία που του παρέχουν τη δυνατότητα να εκφράσει αμφιβολίες περί του, μεταξύ άλλων, καταχρηστικού χαρακτήρα ορισμένων ποινικών ρητρών που περιλαμβάνονται στην επίμαχη σύμβαση, σε σχέση με τις επιταγές της οδηγίας 93/13, έλαβε προσωρινό μέτρο αναστολής της πωλήσεως με πλειστηριασμό και υπέβαλε στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα. Προέβη στην ενέργεια αυτή παρά το προβληθέν από την Επιτροπή επιχείρημα ότι δεν είναι απολύτως σαφές από το γράμμα του άρθρου 21, παράγραφος 2, του νόμου για τον εκούσιο πλειστηριασμό κατά πόσον το δικαστήριο αυτό είναι πράγματι αρμόδιο να ακυρώσει τη διαδικασία του πλειστηριασμού λόγω του καταχρηστικού χαρακτήρα ορισμένων ρητρών της συμβάσεως (55). Επομένως, το αιτούν δικαστήριο ορθώς εφάρμοσε, στο μέτρο του δυνατού, τους εσωτερικούς δικονομικούς του κανόνες ούτως ώστε να επιτύχει το επιδιωκόμενο από τα άρθρα 6, παράγραφος 1, και 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, αποτέλεσμα (56).
95. Μπορεί, ασφαλώς, να υποστηριχθεί ότι το γεγονός ότι το ζεύγος Macinský προσέβαλε εμπροθέσμως τον πλειστηριασμό μαρτυρεί απλώς την έγκαιρη αντίδρασή τους και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απόδειξη του ότι η προστασία των καταναλωτών διασφαλίζεται αποτελεσματικώς, ειδικότερα όσον αφορά τους πιο ευάλωτους καταναλωτές (57).
96. Πάντως, συνομολογείται ότι το άρθρο 21 του νόμου για τον εκούσιο πλειστηριασμό παρέχει σαφώς στους καταναλωτές ένδικο μέσο κατά του πλειστηριασμού. Είναι αληθές ότι το ένδικο αυτό μέσο απαιτεί από τον καταναλωτή να δράσει. Ωστόσο, όπως ανέφερα στα σημεία 78 και 79 ανωτέρω, δεν θεωρώ ότι, αφεαυτού, τούτο περιορίζει εξαιρετικώς την αποτελεσματική προστασία των καταναλωτών. Ελλείψει εναρμονίσεως στον τομέα αυτό, απόκειται στα κράτη μέλη να καθορίσουν το επίπεδο της προστασίας το οποίο κρίνουν επαρκές για τους καταναλωτές στο πλαίσιο των διαδικασιών εκτελέσεως, καθόσον οι καταναλωτές δεν στερούνται την επιδιωκόμενη από την οδηγία 93/13 προστασία. Πάντως, στην περίπτωση ιδιαιτέρως ευάλωτων προσώπων, είναι σαφές ότι τα κράτη μέλη εξακολουθούν να είναι υπεύθυνα του συμβατού των κανόνων αυτών με τα θεμελιώδη δικαιώματα (58).
97. Επιπλέον, πρέπει να καταστεί εντελώς σαφές ότι, από τη στιγμή κατά την οποία ένας καταναλωτής προσέβαλε πώληση με πλειστηριασμό ενώπιον σλοβακικού δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 21 του νόμου για την πώληση με εκούσιο πλειστηριασμό, η αγωγή αυτή συνεπάγεται την εφαρμογή της νομολογίας του Δικαστηρίου περί της λειτουργίας και των αρμοδιοτήτων των εθνικών δικαστηρίων στο πλαίσιο της οδηγίας 93/13, όπως παρατίθεται στο σημείο 63 ανωτέρω. Τούτο σημαίνει ότι, όταν ένα εθνικό δικαστήριο έχει στη διάθεσή του τα απαραίτητα συναφώς νομικά και πραγματικά στοιχεία, υποχρεούται να εξετάσει με δική του πρωτοβουλία αν είναι καταχρηστική ρήτρα συμβάσεως συναφθείσας με καταναλωτή, επί της οποίας θεμελιούται διαδικασία εκτελέσεως όπως αυτή της κύριας δίκης. Σε καταφατική περίπτωση, εναπόκειται στο οικείο δικαστήριο να συναγάγει όλες τις εξ αυτού απορρέουσες συνέπειες σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο προκειμένου να βεβαιωθεί ότι ο καταναλωτής δεν δεσμεύεται από την ανωτέρω ρήτρα. Τούτο μπορεί να συνεπάγεται, ενδεχομένως, τη λήψη προσωρινών μέτρων αναστολής της πωλήσεως ή των αποτελεσμάτων της εκδοθησόμενης οριστικής αποφάσεως περί του καταχρηστικού χαρακτήρα της ρήτρας αυτής· αν, παραδείγματος χάρη, η απόφαση αυτή εμπίπτει στην αρμοδιότητα διαφορετικού δικαστηρίου (59).
98. Καθόσον από τα πραγματικά περιστατικά της αποφάσεως αυτής προκύπτει ότι τούτο είναι δυνατό, βάσει του σλοβακικού δικαίου, προτείνω, στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο επιλέξει να απαντήσει στο υποβληθέν ερώτημα, καθόσον το αιτούν δικαστήριο είναι αρμόδιο να λάβει τα μνημονευθέντα στο προηγούμενο σημείο μέτρα, όπερ απόκειται σε αυτό να εξακριβώσει, το Δικαστήριο να κρίνει ότι η οδηγία 93/13 δεν αντιτίθεται σε διαδικασία όπως αυτή της κύριας δίκης.
Γ — Το αίτημα περιορισμού των διαχρονικών αποτελεσμάτων της αποφάσεως
99. Η Σλοβακική Κυβέρνηση ζήτησε να περιοριστούν τα διαχρονικά αποτελέσματα της αποφάσεως αν το Δικαστήριο κρίνει ότι η επίμαχη διαδικασία παραβιάζει την οδηγία 93/13. Επομένως, οι ακόλουθες παρατηρήσεις είναι λυσιτελείς μόνον καθόσον το Δικαστήριο διαφωνήσει με τις προτάσεις μου και επί του παραδεκτού και επί της ουσίας της υποθέσεως.
100. Κατ’ αρχάς, επισημαίνω το γεγονός ότι η δοθείσα από το Δικαστήριο ερμηνεία διατάξεως του δικαίου της Ένωσης αποσκοπεί στην αποσαφήνιση και στον καθορισμό της έννοιας και του περιεχομένου της διατάξεως αυτής όπως πρέπει να νοείται και να εφαρμόζεται από την έναρξη ισχύος της. Κατά συνέπεια, η διάταξη, όπως ερμηνεύθηκε από το Δικαστήριο, πρέπει να εφαρμόζεται σε όλες τις έννομες σχέσεις, περιλαμβανομένων αυτών οι οποίες έχουν δημιουργηθεί και καθιερωθεί πριν από την έκδοση της ερμηνευτικής αποφάσεως. Επομένως, κατ’ αρχήν, το Δικαστήριο περιορίζει τα διαχρονικά αποτελέσματα των αποφάσεών του μόνον σε εξαιρετικές περιστάσεις (60).
101. Το Δικαστήριο περιορίζει τα διαχρονικά αποτελέσματα αποφάσεως μόνον όταν πληρούνται (σωρευτικώς) δύο προϋποθέσεις. Πρώτον, πρέπει να αποδεικνύεται ότι υφίσταται «ενδεχόμενο σοβαρών οικονομικών επιπτώσεων». Οι επιπτώσεις αυτές πρέπει να οφείλονται, ειδικότερα, στον μεγάλο αριθμό των εννόμων σχέσεων που έχουν συσταθεί με καλή πίστη βάσει των διατάξεων που θεωρούνταν έγκυρες. Δεύτερον, πρέπει οι αθέμιτες πρακτικές να στηρίζονται σε αντικειμενική και σημαντική αβεβαιότητα όσον αφορά το περιεχόμενο των επίμαχων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης. Συναφώς, το Δικαστήριο προσδίδει ιδιαίτερη σημασία στη συμπεριφορά των άλλων κρατών μελών και της Επιτροπής, που μπορεί να συνέβαλε στην επίμαχη αθέμιτη συμπεριφορά (61).
102. Με το αίτημά της, η Σλοβακική Κυβέρνηση προσκόμισε πίνακα στον οποίο διευκρινίζεται πόσες φορές χρησιμοποιήθηκε η επίμαχη διαδικασία μεταξύ 2003 και 2012. Ο αριθμός αυτός αυξήθηκε από 217 το 2003 σε 3 916 το 2012. Η κυβέρνηση αυτή αναφέρει ότι μεταξύ 1ης Μαΐου 2004 και 31ης Δεκεμβρίου 2012, έλαβαν χώρα συνολικώς 17 309 πλειστηριασμοί. Βάσει αυτού, η Σλοβακική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι πλείονες συναλλαγές έγιναν με καλή πίστη και στηριζόμενες στο συμβατό της επίμαχης διαδικασίας με την οδηγία 93/13.
103. Πάντως, απαντώντας σε ερώτηση τεθείσα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Σλοβακική Κυβέρνηση δήλωσε ότι τα αριθμητικά αυτά στοιχεία αφορούσαν το σύνολο των πλειστηριασμών. Επομένως, δεν μπόρεσε να διευκρινίσει πόσοι από τους πλειστηριασμούς αυτούς προέκυψαν από συναφθείσες με καταναλωτές συμβάσεις, ήτοι καταστάσεις στις οποίες εμπλέκεται καταναλωτής και επαγγελματίας, και όχι σε άλλες συμβατικές καταστάσεις. Δεν μπόρεσε να προβεί καν σε αξιόπιστη κατά προσέγγιση εκτίμηση.
104. Εφόσον η Σλοβακική Κυβέρνηση δεν μπορεί καν να εκτιμήσει αντικειμενικώς τον αριθμό των εννόμων σχέσεων στις οποίες εμπλέκεται καταναλωτής και φέρονται ως συναφθείσες με καλή πίστη, το Δικαστήριο δεν μπορεί να πεισθεί για την αναγκαιότητα περιορισμού των διαχρονικών αποτελεσμάτων της αποφάσεως κατά την αρχή της ασφάλειας δικαίου. Επομένως, το αίτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί.
105. Κατά συνέπεια, δεν απαιτείται να κριθεί αν πρέπει να δίδεται μεγαλύτερο βάρος στις έννομες σχέσεις που προβάλλεται ότι έχουν συναφθεί με καλή πίστη από ό,τι στο δικαίωμα των καταναλωτών να ζητούν αποζημίωση για παραβιάσεις της οδηγίας 93/13, επικαλούμενοι απόφαση του Δικαστηρίου. Ομοίως, δεν χρειάζεται να εξετασθεί αν οι τεθείσες με τις αποφάσεις Banco Español de Crédito και Aziz (στις οποίες δεν ζητήθηκε κανένας περιορισμός των διαχρονικών αποτελεσμάτων τους) αρχές μπόρεσαν να άρουν κάθε αμφιβολία όσον αφορά το συμβατό της επίμαχης διαδικασίας με την οδηγία 93/13.
106. Κατόπιν τούτου, ο μη περιορισμός των διαχρονικών αποτελεσμάτων της αποφάσεως δεν αποκλείει την εφαρμογή των σλοβακικών διατάξεων περί αποκλειστικής προθεσμίας για την άσκηση των ενδίκων προσφυγών, καθόσον συνάδουν με τις αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας. Συναφώς, αρκεί να ειπωθεί ότι, κατά τον προσκομισθέντα από τη Σλοβακική Κυβέρνηση πίνακα, ορισμένοι πλειστηριασμοί ανάγονται πριν από 10 έτη.
107. Βάσει αυτών, σε περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο κρίνει ότι το υποβληθέν ερώτημα είναι παραδεκτό και η επίμαχη διαδικασία δεν είναι συμβατή με την οδηγία 93/13, προτείνω να μην περιορισθούν τα διαχρονικά αποτελέσματα της αποφάσεως.
IV – Πρόταση
108. Υπό το πρίσμα των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να κρίνει ότι το υποβληθέν από το Okresný súd Prešov (Σλοβακία) ερώτημα είναι απαράδεκτο.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 28ης Μαρτίου 1995, C‑346/93, Kleinwort Benson (Συλλογή 1995, σ. I‑615, σκέψη 24), καθώς και γνωμοδότηση 1/91 της 14ης Δεκεμβρίου 1991 (Συλλογή 1991, σ. Ι‑6079, σκέψη 61).
3 – Οδηγία του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές (ΕΕ L 95, σ. 29).
4 – Στη διάταξη παραπομπής, το αιτούν δικαστήριο δεν αναφέρει πότε πρέπει να λήξει το προσωρινό μέτρο (αν πρόκειται να λήξει).
5 – Επιπλέον, η Σλοβακική Κυβέρνηση ανέφερε ότι, κατά την προετοιμασία για την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, είχε, εξαιρετικώς, ανεπίσημες επαφές με το αιτούν δικαστήριο και πληροφορήθηκε ότι η Getfin άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως της 21ης Μαρτίου 2012, αλλά ότι η αγωγή αυτή απορρίφθηκε στις 13 Μαΐου 2013.
6 – Για τον λόγο αυτό, θεωρώ ότι το μόνο «εκούσιο» στοιχείο στη διαδικασία αυτή έγκειται στο γεγονός ότι η αρχική συμφωνία, η οποία περιλαμβάνει ρήτρα παρέχουσα στον πιστωτή τη δυνατότητα να προσφύγει σε διαδικασία εκτελέσεως τέτοιου είδους, (προδήλως) συνάφθηκε συναινούντος του οφειλέτη.
7 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 14ης Ιουνίου 2012, C‑618/10, Banco Español de Crédito, και της 14ης Μαρτίου 2013, C‑415/11, Aziz. Βλ., επίσης, διάταξη της 14ης Νοεμβρίου 2013, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-537/12 και C-116/13, Banco Popular Español και Banco de Valencia, η οποία επιβεβαιώνει τα πορίσματα της αποφάσεως Aziz.
8 – Βλ. υπόθεση C‑34/13, Kušionová, η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου, στην οποία το Krajský súd v Prešove (Περιφερειακό Δικαστήριο του Prešov) (Σλοβακία) υπέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου προδικαστικά ερωτήματα τα οποία αφορούν κατ’ ουσίαν τα ίδια ζητήματα με τα προβαλλόμενα στην παρούσα υπόθεση. Βλ., επίσης, την υπόθεση C‑280/13, Barclays Bank, η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου.
9 – Εννοείται ότι σε διαδικασίες κατά το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφανθεί επί του συμβατού διατάξεως του εθνικού δικαίου με το δίκαιο της Ένωσης. Πάντως, δύναται να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης διευκολύνοντας το δικαστήριο αυτό να καθορίσει το εν λόγω ζήτημα το ίδιο.
10 – Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2005, για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά και για την τροποποίηση της οδηγίας 84/450/ΕΟΚ του Συμβουλίου, των οδηγιών 97/7/ΕΚ, 98/27/ΕΚ, 2002/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) 2006/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου («Οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές») (ΕΕ L 149, σ. 22).
11 – Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, περί των αγωγών παραλείψεως στον τομέα της προστασίας των συμφερόντων των καταναλωτών (ΕΕ L 110, σ. 30).
12 – Πάντως, το τελευταίο αυτό πληροφοριακό στοιχείο δεν μπόρεσε να εξακριβωθεί καθόσον ούτε η Getfin ούτε το ζεύγος Macinský έλαβαν μέρος στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
13 – Τονίζω, συναφώς, όπως αναφέρεται στο σημείο 40 των Συστάσεων προς τα εθνικά δικαστήρια, σχετικά με την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων (ΕΕ 2012, C 338, σ. 1), ότι, προς το συμφέρον της εύρυθμης διεξαγωγής της προδικαστικής διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου και προς διασφάλιση της πρακτικής αποτελεσματικότητά της, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να ενημερώνει το Δικαστήριο για κάθε διαδικαστική ενέργεια δυνάμενη να επηρεάσει την ενώπιόν του διαδικασία.
14 – Τούτο προκύπτει από τα σημεία 35 έως 37 των προτάσεων της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση Aziz, η οποία αναγνωρίζει ότι θεώρησε, εκ πρώτης όψεως, το πρώτο υποβληθέν στην υπόθεση αυτή ερώτημα ως υποθετικό, μολονότι η απάντηση μπορούσε να έχει συνέπειες επί της δυνατότητας αποζημιώσεως μετά το πέρας της διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως.
15 – Βλ. προαναφερθείσα απόφαση Aziz (σκέψεις 38 και 39).
16 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 16ης Ιουλίου 1998, C‑235/95, Dumon και Froment (Συλλογή 1998, σ. I‑4531, σκέψη 25 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
17 – Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 12ης Φεβρουαρίου 2004, C‑236/02, Slob (Συλλογή 2004, σ. I‑1861, σκέψη 29), και της 17ης Ιουλίου 2008, C‑226/07, Flughafen Köln/Bonn (Συλλογή 2008, σ. I‑5999, σκέψη 37).
18 – Διατείνονται ότι η από 21ης Μαρτίου 2012 απόφαση δεν κηρύσσει άκυρη ούτε τη σύμβαση δανείου ούτε την εμπράγματη ασφάλεια και η Getfin δεν φέρεται να δεσμεύεται από την αναπροσαρμογή της οφειλής που έγινε στο διατακτικό της αποφάσεως αυτής. Πάντως, όσον αφορά το επιχείρημα αυτό, προβάλλουν επίσης, με το ίδιο έγγραφο, ότι κατά το άρθρο 151(2) του σλοβακικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, το διατακτικό αποφάσεως δεσμεύει τους διαδίκους.
19 – Κατά την αιτιολογία της αποφάσεως της 21ης Μαρτίου 2012, η σύμβαση κηρύχθηκε άκυρη βάσει των κοινών διατάξεων περί της ακυρότητας των συμβάσεων του σλοβακικού αστικού κώδικα και όχι βάσει των ειδικών κανόνων περί της προστασίας των καταναλωτών οι οποίοι, σύμφωνα με την απόφαση αυτή, πρέπει να προβληθούν για τη χορήγηση αποζημιώσεως κατά το άρθρο 5, παράγραφος 3, του νόμου 250/2007 περί της προστασίας των καταναλωτών.
20 – Υπενθυμίζεται ότι η Financreal εκχώρησε στην Getfin τα δικαιώματά της προς είσπραξη του υπολοίπου οφειλομένου ποσού του δανείου, δυνάμει συμβάσεως η οποία κηρύχθηκε στη συνέχεια άκυρη. Το αιτούν δικαστήριο δεν αναφέρει ότι είναι δυνατόν η Financreal —ή η Getfin— να θεωρηθεί υπόχρεη προς καταβολή αποζημιώσεως στους καταναλωτές για άλλους λόγους πλην του δίκαιου χαρακτήρα των όρων της συμβάσεως.
21 – Άρθρο 11, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2005/29, και άρθρα 1, παράγραφος 1, και 2 της οδηγίας 2009/22.
22 – Βλ., συναφώς, προαναφερθείσα απόφαση Banco Español de Crédito (σκέψεις 59 έως 60, και 85 έως 87).
23 – Για πρόσφατη εφαρμογή της νομολογίας αυτής, βλ. διάταξη της 7ης Οκτωβρίου 2013, C-82/13, Società cooperativa Madonna dei miracoli (σκέψεις 12 και 14), απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 2013, C‑180/12, Stoilov i Ko (σκέψη 47), και C‑313/12, Romeo (σκέψεις 39 και 40).
24 – Βλ. προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην προαναφερθείσα υπόθεση Aziz (σημεία 55 και 56).
25 – Βλ., μεταξύ άλλων, προαναφερθείσα απόφαση Aziz (σκέψη 46 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
26 – Αναφέρομαι στις προαναφερθείσες υποθέσεις Banco Español de Crédito (σκέψη 46), και Aziz (σκέψη 50)· βλ., επίσης, συναφώς, απόφαση της 30ής Μαΐου 2013, C‑397/11, Jőrös (σκέψη 50). Από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισαβώνας, ορισμένες πτυχές της αρχής της αποτελεσματικότητας κατοχυρώνονται και στο άρθρο 19, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.
27 – Το άρθρο 21, παράγραφος 2, του νόμου για τον εκούσιο πλειστηριασμό χορηγεί μεγαλύτερη προθεσμία για την κίνηση διαδικασίας ακυρώσεως πλειστηριασμού σε ορισμένες περιπτώσεις κατά τις οποίες η πώληση προκύπτει από τη διάπραξη αξιόποινης πράξεως. Πάντως, τούτο δεν αποκλείει προδήλως τον πλειστηριασμό περιουσιακού στοιχείου καταναλωτή βάσει καταχρηστικής ρήτρας δυνάμενης να έχει συναφθεί στο πλαίσιο τέτοιας αξιόποινης πράξεως.
28 – Βλ., επίσης, όσον αφορά τα καθήκοντα του εθνικού δικαστή στο πλαίσιο της οδηγίας 93/13, αποφάσεις της 6ης Οκτωβρίου 2009, C‑40/08, Asturcom Telecomunicaciones (Συλλογή 2009, σ. I‑9579), περί της εκτελέσεως διαιτητικής αποφάσεως, και Jőrös (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 24), σε σχέση, μεταξύ άλλων, με το γεγονός ότι το εθνικό δίκαιο χορηγεί αρμοδιότητα μόνον σε ορισμένα δικαστήρια να επιλαμβάνονται υποθέσεων για προβαλλόμενες καταχρηστικές ρήτρες (βλ. το δεύτερο υποβληθέν στην υπόθεση αυτή ερώτημα).
29 – Βλ. προαναφερθείσες αποφάσεις Banco Español de Crédito (σκέψη 45), και Aziz (σκέψη 49). Μολονότι στη σκέψη 49 της αποφάσεως Aziz το Δικαστήριο προέβη, εκ πρώτης όψεως, σε διάκριση της υποθέσεως αυτής από την υπόθεση Banco Español de Crédito, θεωρώ ότι τούτο οφείλεται απλώς στα διαφορετικά δικονομικά πλαίσια των δύο υποθέσεων (βλ. σημεία 72 και 75 κατωτέρω).
30 – Βλ. συναφώς, προαναφερθείσες αποφάσεις Banco Español de Crédito (σκέψεις 55 και 56) και Aziz (σκέψεις 62 και 63).
31 – Βλ. προαναφερθείσες αποφάσεις Banco Español de Crédito (σκέψη 39) και Aziz (σκέψη 44).
32 – Βλ. προαναφερθείσες αποφάσεις Banco Español de Crédito (σκέψη 49) και Aziz (σκέψη 53).
33 – Βλ. προαναφερθείσα απόφαση Aziz (σκέψεις 59 και 60).
34 – Συναφώς, η πρόσφατη διάταξη στην προαναφερθείσα υπόθεση Banco Popular Español και Banco de Valencia αποτελεί επίσης παράδειγμα τέτοιου είδους αδυναμίας (βλ. σκέψεις 54 και 55).
35 – Βλ. προαναφερθείσα απόφαση Banco Español de Crédito (σκέψεις 25 και 26). Επιπλέον, η γενική εισαγγελέας V. Trstenjak ανέφερε στις προτάσεις της ότι αν ασκηθεί έφεση κατά της διαταγής πληρωμής, η διαδικασία καθίσταται επίσης κατ’ αντιμωλία, βλ. σημεία 51 και 68.
36 – Το Δικαστήριο ανέφερε την εξαιρετικά σύντομη συναφή προθεσμία, το δυνητικά απαγορευτικό κόστος, την παραβίαση των δικαιωμάτων των καταναλωτών, καθώς και το περιορισμένο περιεχόμενο της διαταγής πληρωμής (βλ. σκέψη 54).
37 – Στην απόφαση Asturcom Telecomunicaciones, η αποτελεσματική προστασία των καταναλωτών σταθμίστηκε με την αρχή του δεδικασμένου. Το Δικαστήριο έκρινε υπέρ της αρχής του δεδικασμένου τονίζοντας τη σημασία της αρχής αυτής (βλ. σκέψεις 35 έως 37). Εντούτοις, στην απόφαση Banco Español de Crédito, έκρινε ότι, υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως, η βούληση απλοποιήσεως της προσβάσεως στη δικαιοσύνη και επιταχύνσεως της διεξαγωγής της διαδικασίας δεν μπορεί να επικρατεί της εφαρμογής της αποτελεσματικής προστασίας του καταναλωτή. Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι, το Δικαστήριο μείωσε προφανώς το επίπεδο της αποτελεσματικής προστασίας του καταναλωτή στην πρώτη απόφαση και το αύξησε στη δεύτερη. Λίαν προσφάτως, στην απόφαση Jőrös, το Δικαστήριο έκρινε ότι το δικαίωμα των κρατών μελών να καθορίζουν το νομικό τους σύστημα μπορεί, κατ’ αρχήν, να υπερτερεί του δικαιώματος εθνικού δικαστηρίου να ακυρώσει με δική του πρωτοβουλία καταχρηστική ρήτρα, αν η συναφής αρμοδιότητα ανήκει σε άλλο δικαστήριο. Πάντως, οι εσωτερικοί δικονομικοί κανόνες του εν λόγω εθνικού δικαστηρίου πρέπει, στο μέτρο του δυνατού, να ερμηνεύονται ούτως ώστε να επιτυγχάνουν το επιδιωκόμενο με το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 αποτέλεσμα [βλ. προαναφερθείσα απόφαση Jőrös (σκέψεις 50 έως 52)].
38 – Συγκεκριμένα, κατά το Δικαστήριο, το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 αποσκοπεί μόνον στην αποκατάσταση της ισότητας μεταξύ καταναλωτή και επαγγελματία· βλ. μεταξύ άλλων, προαναφερθείσα απόφαση Aziz (σκέψη 45).
39 – Βλ. άρθρο 8 της οδηγίας 93/13 και την αιτιολογική σκέψη 12 της εν λόγω οδηγίας.
40 – Βλ. προαναφερθείσα απόφαση Banco Español de Crédito (σκέψη 51).
41 – Βλ. προαναφερθείσα απόφαση Asturcom Telecomunicaciones (σκέψη 47).
42 – Βλ. προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην προαναφερθείσα υπόθεση Aziz (σημείο 55). Η γενική εισαγγελέας V. Trstenjak εξέφρασε επίσης τέτοια γνώμη στις προτάσεις της στην προαναφερθείσα υπόθεση Banco Español de Crédito (σημείο 74) μολονότι το Δικαστήριο δεν ακολούθησε την άποψη αυτή.
43 – Εξάλλου, πρέπει να τονίσω ότι υποχρεωτικός ex ante δικαστικός έλεγχος μπορεί να συνεπάγεται πρόσθετα έξοδα για τον επαγγελματία (όπως τα δικαστικά έξοδα για την κίνηση της διαδικασίας), ακόμα και όταν η επίμαχη σύμβαση δεν συνεπάγεται καταχρηστικές ρήτρες.
44 – Βλ. άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, καθώς και το άρθρο 3, παράγραφος 3, το οποίο κάνει μνεία μη περιοριστικού πίνακα ρητρών δυνάμενων να θεωρηθούν ως καταχρηστικές, σε παράρτημα της οδηγίας αυτής· βλ. εξάλλου, συναφώς, την προαναφερθείσα απόφαση Aziz (σκέψεις 66 και 68 έως 71).
45 – Βλ., συναφώς, αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην υπόθεση Rousk κατά Σουηδίας της 25ης Ιουλίου 2013, αριθ. 27183/04, η οποία αφορούσε τη δημόσια πώληση της οικίας του οφειλέτη και την έξωσή του από αυτήν, κατόπιν αιτήσεως δημόσιας αρχής, λόγω αιτήσεως εξοφλήσεως φορολογικής οφειλής ποσού 6 721 σουηδικών κορωνών (SEK) (περίπου 800 ευρώ) (βλ., ειδικότερα, τις κρίσεις του Δικαστηρίου αυτού στις παραγράφους 91, και 137 έως 139)· και Zehentner κατά Αυστρίας της 16ης Ιουλίου 2009, αριθ. 20082/02, περί της δικαστικής πωλήσεως ιδιωτικού περιουσιακού στοιχείου προς διασφάλιση της εξοφλήσεως οφειλής περίπου 2 150 ευρώ σε υπόθεση μεταξύ δύο ιδιωτών, όταν η οφειλέτρια ήταν κατά νόμο ανίκανη και, επομένως, δεν ήταν σε θέση να αμυνθεί προσηκόντως κατά της αγωγής (βλ., ειδικότερα, παραγράφους 54, 59, 61, 75 και 76).
46 – Βλ., συναφώς, προαναφερθείσα απόφαση Aziz (σκέψη 61).
47 – Βλ. τις προτάσεις μου στην υπόθεση C-363/12, Z, η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου (σημείο 73 και εκεί παρατιθέμενη στην υποσημείωση 38 νομολογία). Βλ., επίσης, μεταξύ άλλων, Lenaerts, K., «Exploring the Limits of the EU Charter of Fundamental Rights», European Constitutional Law Review, (8)2012, σ. 376. Για την αλληλεπίδραση μεταξύ της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών, τις αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας, και τον Χάρτη, βλ. την απόφαση της 27ης Ιουνίου 2013, C‑93/12, Agrokonsulting (σκέψεις 59 έως 61).
48 – Βλ. προαναφερθείσα απόφαση ΕΔΔΑ, Rousk κατά Σουηδίας (παράγραφος 137).
49 – Βλ., επίσης, συναφώς, προαναφερθείσα απόφαση ΕΔΔΑ, Zehentner κατά Αυστρίας (παράγραφος 54).
50 – Κατά τις παρατηρήσεις της Σλοβακικής Κυβερνήσεως στην υπόθεση Kušionová, τα άρθρα 74, παράγραφος 1, και 76, παράγραφος 1, στοιχείο f, του σλοβακικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας χορηγούν πράγματι στα δικαστήρια γενικές αρμοδιότητες προς λήψη ασφαλιστικών μέτρων σε ενώπιόν τους διαδικασίες.
51 – Αναφέρω, για περισσότερες λεπτομέρειες, τα άρθρα 39, παράγραφος 3, και 43, παράγραφος 2, του νόμου 162/1995 περί του κτηματολογίου και της καταχωρίσεως δικαιωμάτων κυριότητας και λοιπών δικαιωμάτων επί ακινήτων. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, πληροφορούμενες για την άσκηση αγωγής, οι αρχές του κτηματολογίου καταχωρίζουν το πληροφοριακό αυτό στοιχείο μέχρι επιλύσεως της διαφοράς. Βλ., σε διαφορετικό πλαίσιο, προαναφερθείσα απόφαση Aziz (σκέψεις 56 έως 58).
52 – Προσθέτω ότι τίποτα δεν μπορεί να εμποδίσει έναν καταναλωτή να ζητήσει τη δικαστική αναγνώριση καταχρηστικής ρήτρας ακόμα και πριν από τη δημοσίευση της προκηρύξεως της πωλήσεως.
53 – Σε αντίθεση με την υπόθεση Aziz, στην υπό κρίση υπόθεση, το ζήτημα του συμβατού της επίμαχης διαδικασίας με την οδηγία 93/13 ανακύπτει στο πλαίσιο της αναγκαστικής εκτελέσεως απαιτήσεως κατά των καταναλωτών και όχι στο πλαίσιο της επί της ουσίας διαδικασίας. Επιπλέον, η κύρια δίκη, η οποία αφορά την εκτέλεση, κινήθηκε από τους καταναλωτές, ενώ η επί της ουσίας διαδικασία κινήθηκε από τον επαγγελματία.
54 – Βλ. προαναφερθείσα απόφαση Aziz (σκέψεις 54 και 55).
55 – Όσον αφορά το άρθρο 7, παράγραφος 2, του νόμου για τον εκούσιο πλειστηριασμό, η Σλοβακική Κυβέρνηση επιβεβαίωσε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι τα σλοβακικά δικαστήρια έχουν την αρμοδιότητα αυτή.
56 – Βλ., συναφώς, προαναφερθείσα απόφαση Jőrös (σκέψη 52).
57 – Συναφώς, η νομολογία δεν καθιστά σαφές το πώς πρέπει να είναι ο καλώς ενημερωμένος και δραστήριος καταναλωτής. Οι αποφάσεις Banco Español de Crédito και Aziz ευνοούν προφανώς το πιο ευάλωτο είδος καταναλωτή, ενώ η απόφαση Asturcom Telecomunicaciones απαιτεί από τον καταναλωτή να συμπεριφέρεται ως επιμελής οικογενειάρχης. Η εν λόγω έλλειψη σαφήνειας ενισχύεται από το γεγονός ότι, στην υπόθεση Asturcom Telecomunicaciones, η γενική εισαγγελέας V. Trstenjak πρότεινε στο Δικαστήριο να επιβάλει στο εθνικό δικαστήριο να σταματήσει την εκτέλεση διαιτητικής αποφάσεως εκδοθείσας βάσει συμβάσεως που περιελάμβανε καταχρηστική ρήτρα (βλ. σημείο 76 των προτάσεών της στην προαναφερθείσα υπόθεση Asturcom Telecomunicaciones) —όπερ δεν έπραξε το Δικαστήριο— κατόπιν, στην υπόθεση Banco Español de Crédito, επικαλούμενη ρητώς την απόφαση αυτή (επίσης όμως επί ματαίω), πρότεινε στο Δικαστήριο να υιοθετήσει ένα υπόδειγμα καταναλωτή ο οποίος «έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος» (βλ. σημεία 72 και 73 των προτάσεών της στην προαναφερθείσα υπόθεση Banco Español de Crédito).
58 – Σε αμφότερες τις ανωτέρω προαναφερθείσες αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ο οφειλέτης ήταν αναμφισβήτητα σε πιο ευάλωτη θέση απ’ ό,τι συνήθως. Στην απόφαση Rousk κατά Σουηδίας, πιστωτής ήταν το κράτος και στην απόφαση Zehentner κατά Αυστρίας, ο οφειλέτης στερούνταν ικανότητας δικαίου.
59 – Βλ., συναφώς, προαναφερθείσα απόφαση Jőrös (σκέψεις 50 έως 52).
60 – Βλ. απόφαση της 10ης Μαΐου 2012, C‑338/11 έως C-347/11, FIM Santander Top 25 Euro Fi (σκέψη 59 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Επιπλέον, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ο περιορισμός αυτός μπορεί να γίνει μόνο με την ίδια την απόφαση με την οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε επί της αιτηθείσας ερμηνείας. Βλ., π.χ., απόφαση της 6ης Μαρτίου 2007, C‑292/04, Meilicke κ.λπ. (Συλλογή 2007, σ. I‑1835, σκέψη 36 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
61 – Βλ., μεταξύ άλλων, προαναφερθείσα απόφαση FIM Santander Top 25 Euro Fi (σκέψη 60 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
Full & Egal Universal Law Academy