ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
PEDRO CRUZ VILLALÓN
της 6ης Φεβρουαρίου 2014 ( 1 )
Υποθέσεις C-516/12, C-517/12 και C-518/12
CTP - Compagnia Trasporti Pubblici SpA
κατά
Regione Campania
κατά
Provincia di Napoli
[αίτηση του Consiglio di Stato (Ιταλία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Μεταφορές — Κανονισμός 1191/69 — Δικαίωμα των επιχειρήσεων του ιδιωτικού τομέα σε αντισταθμιστική καταβολή για τα οικονομικά βάρη που απορρέουν από υποχρέωση δημόσιας υπηρεσίας — Υποχρέωση των επιχειρήσεων μεταφοράς να ζητήσουν την κατάργηση υποχρεώσεως δημόσιας υπηρεσίας που συνεπάγεται για αυτές οικονομικά μειονεκτήματα»
1.
Η υπό κρίση υπόθεση παρέχει στο Δικαστήριο την ευκαιρία να διευκρινίσει μια ειδική πτυχή του καθεστώτος αντισταθμίσεως προς εκπλήρωση των υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας στον τομέα των σιδηροδρομικών, οδικών και εσωτερικών πλωτών μεταφορών που προβλέπει ο κανονισμός (EOK) 1191/69 ( 2 ), η τροποποίηση του οποίου από τον κανονισμό 1893/91 ( 3 ) θέτει ζητήματα συναρμογής των δύο νομοθετικών κειμένων.
2.
Συγκεκριμένα, με το προδικαστικό ερώτημα ζητείται να καθοριστούν οι περιπτώσεις κατά τις οποίες, πριν την υποβολή αιτήσεως για αντισταθμιστική καταβολή για τα οικονομικά μειονεκτήματα που συνεπάγεται η υποχρέωση παροχής δημόσιας υπηρεσίας, πρέπει να υποβάλλεται αίτηση για τη μερική ή ολική κατάργηση της εν λόγω υποχρεώσεως. Το Δικαστήριο δεν είχε μέχρι σήμερα την ευκαιρία να αποφανθεί επί του ζητήματος αυτού.
I – Νομικό πλαίσιο
Α – Δίκαιο της Ένωσης
3.
Το άρθρο 1 του κανονισμού 1191/69, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1893/91, έχει ως εξής:
«1. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις μεταφορών των οποίων η δραστηριότητα αφορά την εκμετάλλευση των παρεχομένων υπηρεσιών στον τομέα των σιδηροδρομικών, οδικών και εσωτερικών πλωτών μεταφορών.
Τα κράτη μέλη μπορούν να εξαιρέσουν από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού τις επιχειρήσεις των οποίων η δραστηριότητα περιορίζεται αποκλειστικά στην εκμετάλλευση παρεχομένων αστικών, προαστικών ή περιφερειακών υπηρεσιών.
2. Κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού νοούνται ως:
—
“αστικές και προαστικές υπηρεσίες” οι υπηρεσίες μεταφορών με τις οποίες εξυπηρετούνται οι ανάγκες αστικού κέντρου ή ευρύτερης αστικής περιοχής, καθώς και οι ανάγκες μεταφορών μεταξύ του εν λόγω κέντρου και ευρύτερης αστικής περιοχής και των προαστίων του,
—
“περιφερειακές υπηρεσίες” οι υπηρεσίες μεταφορών που προορίζονται για την εξυπηρέτηση των αναγκών μιας περιοχής.
3. Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών καταργούν τις υπηρεσίες που είναι συνυφασμένες με την έννοια της δημόσιας υπηρεσίας, οι οποίες ορίζονται στα πλαίσια του παρόντος κανονισμού και οι οποίες επιβάλλονται στον τομέα των σιδηροδρομικών, οδικών και εσωτερικών πλωτών μεταφορών.
4. Προκειμένου να εξασφαλιστεί επαρκής παροχή υπηρεσιών μεταφορών, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τους κοινωνικούς, περιβαλλοντικούς και χωροταξιακούς παράγοντες, ή προκειμένου να διασφαλιστούν συγκεκριμένοι όροι ως προς τα κόμιστρα υπέρ ορισμένων κατηγοριών επιβατών, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών μπορούν να συνάψουν συμβάσεις δημόσιας υπηρεσίας με επιχείρηση μεταφορών. Οι προϋποθέσεις και οι λεπτομέρειες των εν λόγω συμβάσεων θεσπίζονται στο τμήμα V.
5. Ωστόσο, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών μπορούν να διατηρήσουν ή να επιβάλουν τις υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 2 για τις αστικές, προαστικές και περιφερειακές υπηρεσίες μεταφορών επιβατών. Οι προϋποθέσεις και οι λεπτομέρειες, καθώς και οι μέθοδοι αντιστάθμισης, ορίζονται στα τμήματα ΙΙ, ΙΙΙ και IV.
[…]»
4.
Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού, «[ω]ς “υποχρεώσεις δημοσίας υπηρεσίας” νοούνται οι υποχρεώσεις, τις οποίες οι επιχειρήσεις μεταφορών αν ελάμβανον αποκλειστικά υπόψη τα δικά τους συμφέροντα δεν θα ανελάμβαναν ή δεν θα ανελάμβαναν στην ίδια έκταση ή με τους αυτούς όρους».
5.
Το άρθρο 4 του κανονισμού έχει ως εξής:
«1. Οι επιχειρήσεις μεταφορών πρέπει να υποβάλλουν αιτήσεις στις αρμόδιες αρχές των Κρατών μελών, για την ολική ή μερική κατάργηση οποιασδήποτε υποχρεώσεως δημοσίας υπηρεσίας όταν αυτή η υποχρέωση συνεπάγεται οικονομικά μειονεκτήματα για τις επιχειρήσεις αυτές.
2. Στις αιτήσεις τους, οι επιχειρήσεις μεταφορών δύνανται να προτείνουν την αντικατάσταση του τρόπου μεταφοράς που χρησιμοποιείται, με άλλους τρόπους. Οι επιχειρήσεις κατ’ εφαρμογή του άρθρου 5 καθορίζουν το αποθεματικό που είναι δυνατό να βελτιώσει την οικονομική τους κατάσταση.»
6.
Το άρθρο 5 του κανονισμού ορίζει τα εξής:
«1. Κάθε υποχρέωση λειτουργίας ή μεταφοράς θεωρείται ότι συνεπάγεται οικονομικά μειονεκτήματα, όταν η μείωση των οικονομικών βαρών η οποία δύναται να προκύψει από την ολική ή μερική κατάργηση της υποχρεώσεως για μία επιχείρηση ή όμιλο επιχειρήσεων που αναλαμβάνουν αυτήν την υποχρέωση, υπερβαίνει τη μείωση των εσόδων που προκύπτουν από την κατάργηση αυτή.
[…]
Τα οικονομικά μειονεκτήματα καθορίζονται, αφού ληφθούν υπόψη οι επιπτώσεις της υποχρεώσεως στο σύνολο της δραστηριότητας της επιχειρήσεως.
2. Η υποχρεωτική τιμολόγηση θεωρείται ότι συνεπάγεται οικονομικές επιβαρύνσεις όταν η διαφορά μεταξύ των εσόδων από τη μεταφορά η οποία υπόκειται στην υποχρέωση αυτή και του οικονομικού βάρους που προκύπτει από αυτή τη μεταφορά, είναι μικρότερη από τη διαφορά μεταξύ των εξόδων που θα προέκυπταν από αυτή τη μεταφορά και των σχετικών οικονομικών επιβαρύνσεων αν η εκμετάλλευση εγένετο επί εμπορικής βάσεως, αφού ληφθούν υπόψη το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων που υπόκεινται στην υποχρέωση και οι συνθήκες της αγοράς».
7.
Το άρθρο 6 του κανονισμού ορίζει τα εξής:
«1. Εντός έτους από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, οι επιχειρήσεις μεταφορών πρέπει να υποβάλλουν στις αρμόδιες αρχές των Κρατών μελών τις αιτήσεις, που προβλέπονται στο άρθρο 4.
Οι επιχειρήσεις μεταφορών δύνανται να υποβάλλουν αιτήσεις μετά την πάροδο της ανωτέρω προθεσμίας, όταν διαπιστώνουν ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 4, παράγραφος 1.
2. Αποφάσεις περί διατηρήσεως ή καταργήσεως, εν όλω ή εν μέρει, μετά από ορισμένο χρόνο, υποχρεώσεως δημόσιας υπηρεσίας, πρέπει να προβλέπουν την αντιστάθμιση των οικονομικών βαρών που προκύπτουν από αυτές.
3. Οι αρμόδιες αρχές των Κρατών μελών πρέπει να λαμβάνουν αποφάσεις εντός έτους από την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως, όσον αφορά τις υποχρεώσεις λειτουργίας και μεταφοράς, και εντός έξι μηνών, όσον αφορά την υποχρεωτική τιμολόγηση.
Το δικαίωμα αντισταθμίσεως γεννάται κατά την ημερομηνία λήψεως της αποφάσεως από τις αρμόδιες αρχές, αλλά σε καμία περίπτωση προ της 1ης Ιανουαρίου 1971.
4. Αν πάντως οι αρμόδιες αρχές των Κρατών μελών το θεωρούν αναγκαίο λόγω του αριθμού και της σπουδαιότητος των αιτήσεων που υποβάλλονται από κάθε επιχείρηση, δύνανται να παρατείνουν την προθεσμία που προβλέπεται στην πρώτη υποπαράγραφο της παραγράφου 3, μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1972 το αργότερο. Στην περίπτωση αυτή το δικαίωμα αντισταθμίσεως γεννάται κατά την ανωτέρω ημερομηνία.
Όταν οι αρμόδιες αρχές των Κρατών μελών έχουν πρόθεση να κάμουν χρήση αυτού του δικαιώματος, ανακοινώνουν τούτο στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις, εντός έξι μηνών από την υποβολή των αιτήσεων.
Στην περίπτωση κατά την οποία Κράτος μέλος αντιμετωπίζει ειδικές δυσκολίες, το Συμβούλιο δύναται, μετά από αίτηση αυτού του Κράτους και προτάσει της Επιτροπής, να του επιτρέψει να παρατείνει μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1973 την προθεσμία που προβλέπεται στην πρώτη υποπαράγραφο αυτής της παραγράφου.
5. Αν οι αρμόδιες αρχές δεν λάβουν απόφαση εντός των καθορισμένων προθεσμιών, η υποχρέωση για την οποία υπεβλήθη αίτηση καταργήσεως κατ’ εφαρμογή του άρθρου 4 παράγραφος 1, θεωρείται σαν καταργηθείσα.
6. Το Συμβούλιο με βάση την έκθεση που υποβάλλεται από την Επιτροπή προ της 31ης Δεκεμβρίου 1972 εξετάζει την κατάσταση που υπάρχει σε κάθε Κράτος μέλος σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού».
8.
Κατά το άρθρο 9, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού:
«1. Το ποσό της αντισταθμιστικής καταβολής για τα οικονομικά βάρη που αναλαμβάνουν οι επιχειρήσεις λόγω της εφαρμογής στις μεταφορές επιβατών, κομίστρων και όρων μεταφοράς που επιβάλλονται προς το συμφέρον μιας ή περισσοτέρων ειδικών κατηγοριών προσώπων, ορίζεται σύμφωνα με τις κοινές μεθόδους που καθορίζονται στα άρθρα 11 έως 13.
2. Η αντισταθμιστική καταβολή χορηγείται από την 1η Ιανουαρίου 1971.
Αν Κράτος μέλος αντιμετωπίζει ειδικές δυσχέρειες, το Συμβούλιο δύναται, μετά από αίτηση αυτού του Κράτους και κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής να επιτρέψει στο ενδιαφερόμενο Κράτος να μεταθέσει την ανωτέρω ημερομηνία στην 1η Ιανουαρίου 1972».
9.
Το άρθρο 14 του κανονισμού, ως έχει σήμερα, ορίζει τα εξής:
«1. “Ως σύμβαση ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας” νοείται μια σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ των αρμόδιων αρχών ενός κράτους μέλους και μιας επιχείρησης μεταφορών με σκοπό να παρέχονται στο κοινό επαρκείς υπηρεσίες μεταφορών.
Η σύμβαση ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας μπορεί ιδιαίτερα να περιλαμβάνει:
—
υπηρεσίες μεταφορών που να ανταποκρίνονται σε καθορισμένα πρότυπα συνέχειας, τακτικής εξυπηρέτησης, μεταφορικής ικανότητας και ποιότητας,
—
συμπληρωματικές υπηρεσίες μεταφορών,
—
υπηρεσίες μεταφορών με καθορισμένα κόμιστρα και όρους, ιδίως για ορισμένες κατηγορίες επιβατών ή για ορισμένες συνδέσεις,
—
προσαρμογή των υπηρεσιών σε πραγματικές ανάγκες.
2. Η σύμβαση ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα σημεία:
α)
τα χαρακτηριστικά των παρεχόμενων υπηρεσιών, ιδίως τα πρότυπα συνέχειας, τακτικής εξυπηρέτησης, μεταφορικής ικανότητας και ποιότητας·
β)
το τίμημα των παροχών που αποτελούν αντικείμενο της σύμβασης, το οποίο είτε προστίθεται στις εισπράξεις από κόμιστρα είτε περιλαμβάνει τις εισπράξεις, καθώς και τις λεπτομέρειες των χρηματοοικονομικών σχέσεων μεταξύ των δύο μερών·
γ)
τους κανόνες που αφορούν τις εν γένει τροποποιήσεις της σύμβασης, ιδίως προκειμένου να αντιμετωπιστούν απρόβλεπτες μεταβολές·
δ)
τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης·
ε)
τις κυρώσεις σε περίπτωση μη τήρησης της σύμβασης.
3. Τα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία χρησιμοποιούνται για την παροχή υπηρεσιών μεταφορών οι οποίες αποτελούν αντικείμενο σύμβασης δημόσιας υπηρεσίας, μπορούν να ανήκουν στην επιχείρηση ή να έχουν τεθεί στη διάθεσή της.
4. Κάθε επιχείρηση η οποία προτίθεται να τερματίσει ή να επιφέρει ουσιαστικές τροποποιήσεις σε υπηρεσία μεταφορών την οποία παρέχει στο κοινό κατά τρόπο συνεχή και τακτικό, ενώ η υπηρεσία αυτή δεν καλύπτεται από τη σύμβαση ή την υποχρέωση δημόσιας υπηρεσίας, ενημερώνει σχετικά, τρεις τουλάχιστον μήνες νωρίτερα, τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους.
Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να αρνηθούν την ενημέρωση αυτή.
Η διάταξη αυτή δεν θίγει τις άλλες εθνικές διαδικασίες που εφαρμόζονται όσον αφορά το δικαίωμα τερματισμού ή τροποποίησης των υπηρεσιών μεταφορών.
5. Οι αρμόδιες αρχές, αφού τους γνωστοποιηθεί η πληροφορία που αναφέρεται στην παράγραφο 4, μπορούν να επιβάλουν τη διατήρηση της υπηρεσίας αυτής για ένα επιπλέον έτος, κατ’ ανώτατο όριο, από την ημερομηνία της προειδοποίησης, και κοινοποιούν την απόφαση αυτή στην επιχείρηση τουλάχιστον ένα μήνα πριν από την ημερομηνία κατά την οποία λήγει η ισχύς της προειδοποίησης.
Μπορούν επίσης να αναλάβουν την πρωτοβουλία για τη διαπραγμάτευση της έναρξης ή της τροποποίησης μιας τέτοιας υπηρεσίας μεταφορών.
6. Οι επιβαρύνσεις που απορρέουν, για τις επιχειρήσεις μεταφορών, από τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 5 αντισταθμίζονται σύμφωνα με τις κοινές μεθόδους που αναφέρονται στα τμήματα ΙΙ, ΙΙΙ και IV».
10.
Το άρθρο 14, ως είχε αρχικώς, όριζε τα εξής:
«1. Με εξαίρεση τις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 1 παράγραφος 3, μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, τα Κράτη μέλη δύνανται να επιβάλλουν υποχρεώσεις δημοσίας υπηρεσίας σε επιχειρήσεις μεταφορών μόνο κατά το μέτρο που οι υποχρεώσεις αυτές είναι απαραίτητες για την εξασφάλιση παροχής επαρκών υπηρεσιών μεταφοράς.
2. Όταν οι ανωτέρω υποχρεώσεις συνεπάγονται για τις επιχειρήσεις μεταφορών οικονομικά μειονεκτήματα κατά την έννοια του άρθρου 5 παράγραφοι 1 και 2 ή οικονομικές επιβαρύνσεις κατά την έννοια του άρθρου 9, οι αρμόδιες αρχές των Κρατών μελών πρέπει να προβλέπουν στις αποφάσεις περί επιβολής αυτών των υποχρεώσεων, τη χορήγηση αντισταθμίσεως για τα οικονομικά βάρη. Οι διατάξεις των άρθρων 10 έως 13 εφαρμόζονται ανάλογα».
Β – Εθνικό δίκαιο
11.
Το άρθρο 17 του νομοθετικού διατάγματος 422, της 19ης Νοεμβρίου 1997, σχετικά με τη μεταφορά στις περιφέρειες και τις τοπικές αρχές των καθηκόντων και των αρμοδιοτήτων στον τομέα της δημόσιας τοπικής μεταφοράς, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 4, του νόμου 59, της 15ης Μαρτίου ( 4 ), ορίζει τα εξής:
«Οι Περιφέρειες, οι Επαρχίες και οι Δήμοι, προς εξασφάλιση της κινητικότητας των χρηστών των υπηρεσιών μεταφοράς, καθορίζουν, κατά το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1191/69, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1893/91, υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας και προβλέπουν, στις κατά το άρθρο 19 συμβάσεις υπηρεσιών, τις αντισταθμιστικές καταβολές υπέρ των επιχειρήσεων που παρέχουν τις υπηρεσίες, λαμβάνοντας υπόψη, κατά την ως άνω διάταξη του κοινοτικού δικαίου, τα κέρδη από τις τιμολογήσεις, καθώς και τα κέρδη από την ενδεχόμενη διαχείριση υπηρεσιών συμπληρωματικών της μεταφοράς».
II – Ιστορικό της διαφοράς της κύριας δίκης
12.
Η Compagnia Trasporti Pubblici SpA (στο εξής: CTP) παρέχει δημόσια υπηρεσία τοπικών μεταφορών στην Επαρχία της Νάπολης και ζήτησε επανειλημμένως και ανεπιτυχώς από τις περιφερειακές και τοπικές αρχές αντισταθμιστική καταβολή για το οικονομικό μειονέκτημα που συνεπάγεται η παροχή της προαναφερθείσας υπηρεσίας.
13.
Η CTP άσκησε προσφυγή κατά των απορριπτικών διοικητικών πράξεων ενώπιον του Tribunal Administrativo Regional de Campania, το οποίο την απέρριψε με το σκεπτικό ότι, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 4 του κανονισμού 1191/69, μπορεί να ζητηθεί αντισταθμιστική καταβολή μόνο εφόσον προηγουμένως ζητηθεί η κατάργηση της υποχρεώσεως παροχής δημόσιας υπηρεσίας και η σχετική αίτηση απορριφθεί από την αρμόδια αρχή, πράγμα που δεν συνέβη εν προκειμένω.
14.
Επιληφθέν κατόπιν εφέσεως, το Consiglio di Stato υποβάλλει τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα στο πλαίσιο συνεκδικασθεισών υποθέσεων.
III – Προδικαστικά ερωτήματα
15.
Τα τρία προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Consiglio di Stato έχουν παρεμφερή διατύπωση:
«Κατά το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1191/69, το δικαίωμα αντισταθμίσεως γεννάται μόνον αν, κατόπιν σχετικής αιτήσεως εκ μέρους της ενδιαφερόμενης επιχειρήσεως μεταφορών, οι αρμόδιες αρχές δεν προβαίνουν στην κατάργηση της υποχρεώσεως δημόσιας υπηρεσίας η οποία συνεπάγεται οικονομικό μειονέκτημα για την αιτούσα επιχείρηση μεταφορών ή η διάταξη αυτή τυγχάνει εφαρμογής μόνον στις υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας ως προς τις οποίες ο κανονισμός προβλέπει την κατάργηση και δεν επιτρέπει τη διατήρηση;»
16.
Το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι τα άρθρα 1, 4 και 6 του κανονισμού 1191/69 επιδέχονται αποκλίνουσες ερμηνείες όσον αφορά τη γένεση του δικαιώματος αντισταθμίσεως.
17.
Βάσει ερμηνείας που χαρακτηρίζει ως «τελολογική» και την οποία προκρίνει το Tribunal Administrativo, το δικαίωμα αντισταθμίσεως γεννάται μόνον αν προηγουμένως απορριφθεί αίτηση για την κατάργηση της υποχρεώσεως δημόσιας υπηρεσίας.
18.
Βάσει ερμηνείας που αποκαλεί «συστηματική», το δικαίωμα αντισταθμίσεως γεννάται χωρίς να είναι αναγκαία η προηγούμενη υποβολή αιτήσεως για την κατάργηση της υποχρεώσεως δημόσιας υπηρεσίας, στον βαθμό που πρόκειται για υποχρέωση η διατήρηση της οποίας επιβάλλεται δυνάμει του άρθρου 1 του κανονισμού 1191/69.
IV – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
19.
Οι τρεις αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως του Consiglio di Stato ενώθηκαν με την από 29 Νοεμβρίου 2012 διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου.
20.
Στη διαδικασία έλαβαν μέρος, πέραν της CTP, η Περιφέρεια της Καμπάνιας, η Επαρχία της Νάπολης, η Ιταλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή.
21.
Στην από 20 Νοεμβρίου 2013 επ’ ακροατηρίου συζήτηση, παρέστησαν η CTP, η Περιφέρεια της Καμπάνιας, η Ιταλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή.
V – Επιχειρήματα
22.
Η CTP αρνείται τον αμφοτεροβαρή χαρακτήρα της συμβάσεως, την οποία χαρακτηρίζει ως «σύμβαση γέφυρα» και η οποία επαναλαμβάνει τους όρους της συμβάσεως παραχωρήσεως που προηγήθηκε αυτής. Τέτοιου είδους όροι επιβάλλονται από τις Περιφέρειες σε όλες τις εταιρίες μεταφορών, χωρίς η παροχή των επίμαχων υπηρεσιών να έχει ανατεθεί κατόπιν διαγωνισμού.
23.
Η Περιφέρεια της Καμπάνιας υποστηρίζει ότι οι υποχρεώσεις της CTP απορρέουν από αμφοτεροβαρή σύμβαση, η οποία αναπτύσσει αποτελέσματα από τον Φεβρουάριο του 2003.
24.
Η CTP συμφωνεί με την προαναφερθείσα επονομαζόμενη «συστηματική» ερμηνεία. Επιπλέον, επισημαίνει ότι το Ιταλικό Δημόσιο δεν έθεσε σε εφαρμογή τη διαδικασία που αφορά την εξέταση των αιτήσεων για την κατάργηση των υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας, παραβαίνοντας, κατά τον τρόπο αυτό, το άρθρο 18 του κανονισμού 1191/69.
25.
Τέλος, η CTP υποστηρίζει ότι η προβλεπόμενη στα άρθρα 4 και 6 του κανονισμού 1191/69 διαδικασία ήταν μεταβατική, καθότι προβλεπόταν προθεσμία για την υποβολή των αιτήσεων περί καταργήσεως των υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας η οποία θα παρερχόταν το αργότερο την 1η Ιανουαρίου 1973. Κατ’ αυτήν, θα ήταν παράλογο να εξαρτάται η αντισταθμιστική καταβολή από την υποβολή τέτοιου είδους αιτήσεως, καθότι τούτο θα σήμαινε ότι θα έχαναν το δικαίωμα αντισταθμίσεως οι εταιρίες στις οποίες επιβλήθηκε υποχρέωση δημόσιας υπηρεσίας μετά την 1η Ιανουαρίου 1973.
26.
Η Περιφέρεια της Καμπάνιας, η Επαρχία της Νάπολης και η Ιταλική Κυβέρνηση τάσσονται υπέρ της «τελολογικής» ερμηνείας, καθόσον θεωρούν ότι η μη υποβολή αιτήσεως για την κατάργηση της υποχρεώσεως δημόσιας υπηρεσίας αποδεικνύει την πρόθεση της εταιρίας να αναλάβει την υποχρέωση αυτή, πράγμα που συνεπάγεται την έλλειψη οικονομικού μειονεκτήματος και, κατά συνέπεια, ανυπαρξία δικαιώματος αντισταθμίσεως.
27.
Συγκεκριμένα, η Ιταλική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι, μολονότι αρχικώς ο κανονισμός 1191/69 απαιτούσε απλώς αίτηση για την κατάργηση της υποχρεώσεως δημόσιας υπηρεσίας στην περίπτωση υποχρεώσεων προγενέστερων της θέσεως σε ισχύ του εν λόγω κανονισμού, η κατάσταση μεταβλήθηκε ουσιαστικώς με τον κανονισμό 1893/91, ο οποίος τροποποίησε το άρθρο 1, διά της εισαγωγής της παραγράφου 5, με την οποία παρέχεται στα κράτη μέλη η δυνατότητα διατηρήσεως ή επιβολής υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις (συμπεριλαμβανομένων των μεθόδων αντισταθμίσεως) των τμημάτων II, III και IV του κανονισμού 1191/69, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται, ακριβώς, το άρθρο 4, ήτοι η διάταξη που απαιτεί την προηγούμενη υποβολή αιτήσεως για την κατάργηση της υποχρεώσεως δημόσιας υπηρεσίας.
28.
Τέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο κανονισμός 1191/69 επιβάλλει διακριτές υποχρεώσεις όσον αφορά τις υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας (άρθρο 1, παράγραφος 5, και τμήμα IV) και τις συμβάσεις αναθέσεως δημόσιας υπηρεσίας (άρθρο 1, παράγραφος 4, και τμήμα V). Αν οι υποχρεώσεις που ανέλαβε η CTP απέρρεαν από σύμβαση αναθέσεως δημόσιας υπηρεσίας, η εν λόγω σύμβαση θα όριζε το τίμημα για τις παροχές και δεν θα τύγχανε εφαρμογής η υποχρέωση υποβολής αιτήσεως για την κατάργηση που προβλέπει το άρθρο 4 του κανονισμού.
29.
Πάντως, κατά την Επιτροπή, από τη διάταξη περί παραπομπής δεν προκύπτει αν οι παρεχόμενες από τη CTP υπηρεσίες μεταφοράς απορρέουν από υποχρέωση δημόσιας υπηρεσίας επιβληθείσα μονομερώς από δημόσια αρχή ή από σύμβαση αναθέσεως δημόσιας υπηρεσίας.
30.
Αφετέρου, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η υποχρέωση υποβολής αιτήσεως για την κατάργηση της υποχρεώσεως δημόσιας υπηρεσίας ισχύει μόνο για τις υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας που υφίσταντο ήδη κατά τον χρόνο της θέσεως σε ισχύ του κανονισμού 1191/69, ήτοι, την 1η Ιουλίου 1969. Υπ’ αυτή την έννοια, υπενθυμίζει ότι το άρθρο 14 του κανονισμού, πριν την τροποποίησή του από τον κανονισμό 1893/91, επέτρεπε στα κράτη μέλη τη μονομερή επιβολή υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας μετά τη θέση σε ισχύ του κανονισμού 1191/69, χωρίς το δικαίωμα αντισταθμίσεως να εξαρτάται από την υποβολή αιτήσεως για την κατάργηση της υποχρεώσεως δημόσιας υπηρεσίας. Μετά τη θέση σε ισχύ του κανονισμού 1893/91, το άρθρο 14 του κανονισμού 1191/69 προβλέπει τη σύναψη συμβάσεων αναθέσεως δημόσιας υπηρεσίας, χωρίς να τροποποιεί το καθεστώς που εφαρμόζεται στις μονομερώς επιβληθείσες υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας μετά τη θέση σε ισχύ του κανονισμού.
31.
Τέλος, η Επιτροπή προσθέτει ότι οι έννοιες της «διατηρήσεως» και της «καταργήσεως» των υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας στην αιτιολογική σκέψη 5 του κανονισμού 1191/69 παραπέμπουν σε υφιστάμενες κατά τον χρόνο της θέσεώς του σε ισχύ καταστάσεις.
VI – Εκτίμηση
32.
Ανεξαρτήτως του τρόπου κατά τον οποίο διατυπώθηκε το προδικαστικό ερώτημα, με αυτό ζητείται να προσδιορισθούν, όπως προέκυψε και από τη συζήτηση μεταξύ των μερών, οι περιπτώσεις κατά τις οποίες, πριν την υποβολή αιτήσεως για αντισταθμιστική καταβολή για τα οικονομικά μειονεκτήματα που συνεπάγεται η υποχρέωση παροχής δημόσιας υπηρεσίας, πρέπει να υποβάλλεται αίτηση για τη μερική ή ολική κατάργηση της εν λόγω υποχρεώσεως.
Α – Η νομική φύση της επίμαχης σχέσεως
33.
Το πρώτο ζήτημα που πρέπει να διευκρινισθεί για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης είναι η φύση της επίμαχης σχέσεως που συνδέει τη CTP με την τοπική διοικητική αρχή.
34.
Ειδικότερα, αν πρόκειται περί «συμβάσεως αναθέσεως δημόσιας υπηρεσίας», τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 14, παράγραφος 2, του κανονισμού 1191/69, δυνάμει του οποίου η σύμβαση αυτού του είδους πρέπει να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, «γ) τους κανόνες που αφορούν τις εν γένει τροποποιήσεις της σύμβασης, ιδίως προκειμένου να αντιμετωπιστούν απρόβλεπτες μεταβολές». Τυχόν τροποποιήσεις της συμβάσεως, όπως ορίζουν οι παράγραφοι 4 έως 6 του ίδιου άρθρου 14, υπόκεινται στο εξής καθεστώς: 1) Προειδοποίηση (τριών μηνών) από την εταιρία προς τη διοίκηση σχετικά με την πρόθεσή της να καταγγείλει ή να τροποποιήσει τη σύμβαση· 2) Δυνατότητα της διοικήσεως, εντός προθεσμίας τριών μηνών, να επιβάλει στην εταιρία την υποχρέωση να διατηρήσει την υπηρεσία για ένα χρόνο, κατ’ ανώτατο όριο, με την επιφύλαξη της δυνατότητας των αρχών να αναλάβουν την πρωτοβουλία για τη διαπραγμάτευση· 3) Αντιστάθμιση των επιβαρύνσεων που προκύπτουν από την υποχρέωση διατηρήσεως της υπηρεσίας για ένα χρόνο.
35.
Αντιθέτως, αν πρόκειται περί «υποχρεώσεως δημόσιας υπηρεσίας», εφαρμόζεται, σύμφωνα με την προσέγγιση της υποθέσεως από τους μετέχοντες στη διαδικασία, το άρθρο 4 του κανονισμού 1191/69, το οποίο εξαρτά τη δυνατότητα χορηγήσεως αντισταθμιστικής καταβολής από την προηγούμενη υποβολή αιτήσεως για την ολική ή μερική κατάργηση υποχρεώσεως δημόσιας υπηρεσίας.
36.
Από τη δικογραφία δεν μπορεί να συναχθεί με σαφήνεια η απάντηση στο ερώτημα αυτό. Αφενός, υπάρχουν ενδείξεις ότι πρόκειται περί συμβάσεως, αλλά, αφετέρου, προβλήθηκε επίσης το επιχείρημα ότι πρόκειται περί παραχωρήσεως με στοιχεία υποχρεώσεως δημόσιας υπηρεσίας.
37.
Οι αμφιβολίες σχετικά με το ζήτημα αυτό δεν άρθηκαν ούτε κατά τη διάρκεια της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.
38.
Φρονώ ότι, αφενός, υπάρχουν σημαντικοί λόγοι προκειμένου να θεωρηθεί ότι η δραστηριότητα της CTP εμπίπτει στην έννοια της «υποχρεώσεως δημόσιας υπηρεσίας», κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1191/69, το οποίο ορίζει την ως άνω έννοια ως «υποχρεώσεις τις οποίες οι επιχειρήσεις μεταφορών αν ελάμβαναν αποκλειστικά υπόψη τα δικά τους συμφέροντα δεν θα αναλάμβαναν ή δεν θα αναλάμβαναν στην ίδια έκταση ή με τους ίδιους όρους». Εν πάση περιπτώσει, φρονώ ότι στο αιτούν δικαστήριο απόκειται σε τελική ανάλυση να χαρακτηρίσει νομικώς την επίμαχη σχέση.
39.
Αν το Consiglio di Stato καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η εξεταζόμενη σχέση συνιστά σύμβαση, δεν τυγχάνει εφαρμογής, σε καμία περίπτωση, βάσει των προεκτεθέντων στο σημείο 34, το άρθρο 4 του κανονισμού 1191/69, η ερμηνεία του οποίου ζητείται με το προδικαστικό ερώτημα που υποβλήθηκε στην παρούσα διαδικασία.
40.
Μόνο στην περίπτωση που το Consiglio di Stato κρίνει ότι ο εξεταζόμενος σύνδεσμος καλύπτεται από την έννοια της υποχρεώσεως δημόσιας υπηρεσίας, το Δικαστήριο πρέπει να δώσει απάντηση στο ερώτημα αν η προηγούμενη υποβολή αιτήσεως για την κατάργηση της υποχρεώσεως δημόσιας υπηρεσίας αποτελεί προαπαιτούμενο για την αίτηση χορηγήσεως αντισταθμιστικής καταβολής. Συναφώς, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι εκτιμήσεις που θα παρατεθούν εν συνεχεία.
Β – Η αντιστάθμιση προς εκπλήρωση υποχρεώσεως δημόσιας υπηρεσίας στο πλαίσιο του κανονισμού 1191/69
41.
Όπως προελέχθη, οι μετέχοντες στην παρούσα διαδικασία υποστήριξαν αντιφατικές ερμηνείες όσον αφορά το καθεστώς που διέπει την αντιστάθμιση προς εκπλήρωση υποχρεώσεως δημόσιας υπηρεσίας.
42.
Αφενός, η Περιφέρεια της Καμπάνιας, η Επαρχία της Νάπολης και η Ιταλική Κυβέρνηση προκρίνουν την επονομαζόμενη «τελολογική» ερμηνεία, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι δικαίωμα αντισταθμίσεως γεννάται μόνον εφόσον απορριφθεί προηγούμενη αίτηση καταργήσεως της υποχρεώσεως δημόσιας υπηρεσίας.
43.
Αφετέρου, η CTP τάσσεται υπέρ της «συστηματικής» ερμηνείας, σύμφωνα με την οποία, δεδομένου ότι πρόκειται περί μονομερώς επιβληθείσας υποχρεώσεως, το δικαίωμα αντισταθμίσεως γεννάται χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη υποβολή αιτήσεως για την κατάργηση της υποχρεώσεως δημόσιας υπηρεσίας.
44.
Τέλος, η Επιτροπή προκρίνει μια τρίτη ερμηνευτική γραμμή, κατά την οποία η προηγούμενη υποβολή αιτήσεως για κατάργηση ισχύει μόνο για τις υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας που υφίσταντο κατά τον χρόνο της θέσεως σε ισχύ του κανονισμού 1191/69, ήτοι, την 1η Ιουλίου 1969.
45.
Φρονώ ότι η προαναφερθείσα τρίτη ερμηνευτική οδός είναι αυτή που συνάδει περισσότερο με το κανονιστικό πλαίσιο του κανονισμού 1191/69.
46.
Δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 1191/69, ως είχε αρχικώς, τα κράτη μέλη έπρεπε να καταργήσουν τις υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας στους τομείς των σιδηροδρομικών, οδικών και εσωτερικών πλωτών μεταφορών. Εντούτοις, κατά την παράγραφο 2 της συγκεκριμένης διατάξεως, υποχρεώσεις αυτής της φύσεως ήταν δυνατό να διατηρηθούν κατά το μέτρο που ήταν απαραίτητες για την εξασφάλιση της παροχής επαρκών υπηρεσιών μεταφοράς.
47.
Το άρθρο 4 του κανονισμού —το οποίο δεν τροποποιήθηκε το 1991— όριζε, και ορίζει, ότι οι επιχειρήσεις μεταφοράς πρέπει να υποβάλλουν αιτήσεις για την ολική ή μερική κατάργηση οποιασδήποτε υποχρεώσεως δημόσιας υπηρεσίας όταν αυτή η υποχρέωση συνεπάγεται οικονομικά μειονεκτήματα γι’ αυτές. Όπως ορίζει το άρθρο 6, παράγραφος 1 —το οποίο επίσης δεν τροποποιήθηκε—, οι αιτήσεις αυτές, πρέπει να υποβάλλονται «εντός έτους από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού», ήτοι, από την 1η Ιουλίου 1969. Επομένως, είναι προφανές ότι το άρθρο 4 διαλάμβανε μόνον —και διαλαμβάνει— τις υποχρεώσεις που, παρότι προγενέστερες του 1969, διατηρούνται και μετά την ημερομηνία αυτή.
48.
Ασφαλώς, η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 6, παράγραφος 1, ορίζει ότι «οι [επιχειρήσεις] δύνανται να υποβάλλουν αιτήσεις μετά την πάροδο της ανωτέρω προθεσμίας, όταν διαπιστώνουν ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 4, παράγραφος 1», ήτοι αν η υποχρέωση συνεπάγεται οικονομικά μειονεκτήματα γι’ αυτές. Εντούτοις, τούτο δεν σημαίνει ότι μπορούν να υποβάλλουν αιτήσεις οι εταιρίες που ανέλαβαν υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας μετά την 1η Ιουλίου 1969, αλλά, απλώς, ότι οι εταιρίες που δεν είχαν ζητήσει εντός της προθεσμίας ενός έτους την κατάργηση ήδη υφιστάμενης υποχρεώσεως, κατά τη θέση σε ισχύ του κανονισμού 1191/69, μπορούσαν να το πράξουν μεταγενέστερα, σε περίπτωση, εννοείται, που οι περιστάσεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, συνέτρεξαν μόνον αργότερα. Τουτέστιν, το άρθρο 1 του κανονισμού 1191/69, ως είχε αρχικώς, και τα άρθρα 4 και 6 του ίδιου κανονισμού αφορούν μόνον τις υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας που υφίσταντο ήδη την 1η Ιουλίου 1969.
49.
Μολονότι σκοπός του κανονισμού 1191/69 ήταν να καταργηθούν οι υφιστάμενες την 1η Ιουλίου 1969 υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας στους τομείς των σιδηροδρομικών, οδικών και εσωτερικών πλωτών μεταφορών, ομολογουμένως, όπως ήδη ειπώθηκε, ο ίδιος ο κανονισμός επέτρεπε τη διατήρηση των εν λόγω υποχρεώσεων σε συγκεκριμένες περιστάσεις και, πράγμα που ενδιαφέρει περισσότερο στην υπό κρίση υπόθεση, επέτρεπε επίσης την επιβολή νέων υποχρεώσεων στο μέλλον.
50.
Πάντως, κατά το άρθρο 14, παράγραφος 1, ως είχε αρχικώς, τα κράτη μέλη μπορούσαν να επιβάλλουν υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας μετά τη θέση σε ισχύ του κανονισμού 1191/69, αλλά προβλέποντας πάντοτε, εφόσον συνέτρεχαν οι αναγκαίες προς τούτο προϋποθέσεις, τη «χορήγηση αντισταθμίσεως για τα οικονομικά βάρη». Για τη χορήγηση της εν λόγω αντισταθμίσεως δεν ήταν αναγκαία η προηγούμενη υποβολή αιτήσεως για την κατάργηση της υπηρεσίας, δεδομένου ότι η παράγραφος 2 του άρθρου 14 όριζε απλώς ότι τα κράτη μέλη έπρεπε να προβλέπουν «στις αποφάσεις περί επιβολής [υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας], τη χορήγηση αντισταθμίσεως»· ήτοι δεν τύγχανε εφαρμογής το καθεστώς των άρθρων 4 και 6. Και τούτο κατά τρόπο απολύτως συνεπή, καθότι, όπως προελέχθη, οι διατάξεις αυτές αφορούσαν την κατάργηση των προγενέστερων του κανονισμού 1191/69 υποχρεώσεων, και όχι τις επιβληθείσες δυνάμει ακριβώς του συγκεκριμένου κανονισμού υποχρεώσεις.
51.
Ούτως εχόντων των πραγμάτων, η αίτηση για την κατάργηση της υποχρεώσεως δημόσιας υπηρεσίας συνιστούσε απαραίτητη προϋπόθεση μόνο στην περίπτωση που ζητούνταν αντιστάθμιση για τα βάρη που συνεπάγονται υποχρεώσεις αναληφθείσες πριν την 1η Ιουλίου 1969. Η αντιστάθμιση για τα απορρέοντα από μεταγενέστερη υποχρέωση μειονεκτήματα έπρεπε να ορίζεται στην απόφαση με την οποία επιβαλλόταν η υποχρέωση και, ως εκ τούτου, οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση και ενδεχομένως την τροποποίηση του περιεχομένου της έπρεπε να ορίζονται επίσης στην απόφαση αυτή.
52.
Το προαναφερθέν συμπέρασμα δεν αναιρείται από το επιχείρημα της Ιταλικής Κυβερνήσεως ότι το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 14 τροποποιήθηκε μετά το 1991. Βάσει του συγκεκριμένου επιχειρήματος, αν προηγουμένως το άρθρο 14 ήταν αυτό που επέτρεπε στα κράτη μέλη να επιβάλλουν νέες υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας, η εξουσιοδότηση αυτή περιέχεται πλέον στο νέο άρθρο 1 του κανονισμού 1191/69, προϊόν των τροποποιήσεων που επέφερε ο κανονισμός 1893/91, η νέα παράγραφος 5 του οποίου ορίζει ότι οι αρμόδιες αρχές «μπορούν να διατηρήσουν ή να επιβάλουν [συγκεκριμένες] υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας», των οποίων «οι προϋποθέσεις και οι λεπτομέρειες, καθώς και οι μέθοδοι αντιστάθμισης, ορίζονται στα τμήματα ΙΙ, ΙΙΙ και IV». Το άρθρο 4, ήτοι η διάταξη που εξαρτά την αντιστάθμιση από προηγούμενη υποβολή αιτήσεως για την κατάργηση της υποχρεώσεως δημόσιας υπηρεσίας, ανήκει ακριβώς στο τμήμα II. Η συστηματική του ερμηνεία με το άρθρο 1 καθιστά δυνατή την αντίκρουση του εν λόγω επιχειρήματος.
53.
Όπως προελέχθη, το άρθρο 6 όριζε προθεσμία ενός έτους από τη θέση σε ισχύ του κανονισμού 1191/69, ώστε να μπορούν να υποβληθούν οι προβλεπόμενες από το άρθρο 4 αιτήσεις για την κατάργηση. Η διάταξη αυτή δεν τροποποιήθηκε και, ως εκ τούτου, κρίσιμος χρόνος εξακολουθεί να είναι η 1η Ιουλίου 1969. Κατά συνέπεια, δεν επήλθε ως προς το σημείο αυτό καμία τροποποίηση το 1991, υπό την έννοια ότι, επί του παρόντος όπως και στο παρελθόν, η αίτηση για την κατάργηση ισχύει μόνο για τις ήδη υφιστάμενες υποχρεώσεις κατά τον χρόνο της θέσεως σε ισχύ του κανονισμού 1191/69.
54.
Από τη διαπίστωση αυτή προκύπτει ότι κατά την παραπομπή στις προϋποθέσεις που τάσσουν τα τμήματα II, III και IV του κανονισμού 1191/69 πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η εμβέλεια των διαφόρων υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας τις οποίες διαλαμβάνει το νέο άρθρο 1, παράγραφος 5.
55.
Συγκεκριμένα, το γράμμα της εν λόγω νέας διατάξεως επιτρέπει στα κράτη μέλη να «διατηρήσουν» ή να «επιβάλουν» υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας. Η διατήρηση αφορά τις προγενέστερες της 1ης Ιουλίου 1969 υποχρεώσεις, οι οποίες διέπονται εξολοκλήρου από όλες τις διατάξεις των τμημάτων II, III και IV, συμπεριλαμβανομένων, ως εκ τούτου, και των άρθρων 4 και 6, τα οποία διέπουν ειδικώς αυτό το είδος υποχρεώσεων. Όσον αφορά την «επιβολή» νέων υποχρεώσεων, η παραπομπή στα τμήματα II, III και IV ισχύει μόνο για τις διατάξεις που είναι εκ φύσεως εφαρμοστέες· ήτοι, όλες τις διατάξεις, πλην, ακριβώς, των άρθρων 4 και 6, ο μόνος λόγος υπάρξεως των οποίων είναι οι υφιστάμενες πριν την 1η Ιανουαρίου 1969 υποχρεώσεις.
56.
Τέλος, φρονώ ότι η απάντηση στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα εξαρτάται, πρώτον, από το αν η επίμαχη έννομη σχέση πρέπει να χαρακτηρισθεί ως σύμβαση αναθέσεως δημόσιας υπηρεσίας ή ως υποχρέωση δημόσιας υπηρεσίας, χαρακτηρισμός που απόκειται στο αιτούν δικαστήριο. Στην περίπτωση που αυτό καταλήξει στο συμπέρασμα ότι πρόκειται περί συμβάσεως αναθέσεως δημόσιας υπηρεσίας, τούτο θα έπρεπε να ορίζεται ρητώς στους όρους της συγκεκριμένης συμβάσεως. Αντιθέτως, αν πρόκειται περί υποχρεώσεως δημόσιας υπηρεσίας είναι αναγκαίο να διευκρινισθεί αν είναι υποχρέωση προγενέστερη ή μεταγενέστερη της θέσεως σε ισχύ του κανονισμού 1191/69, οπότε στην πρώτη περίπτωση θα έπρεπε να ζητηθεί προηγουμένως η κατάργηση της υποχρεώσεως, προκειμένου να ληφθεί αντιστάθμιση για το σχετικό οικονομικό μειονέκτημα.
57.
Κατά συνέπεια, φρονώ ότι το άρθρο 4 του κανονισμού 1191/69 έχει την έννοια ότι η προϋπόθεση κατά την οποία το δικαίωμα αντισταθμίσεως γεννάται αποκλειστικώς αν, μετά την υποβολή της αντίστοιχης αιτήσεως, οι αρμόδιες αρχές δεν καταργήσουν την υποχρέωση δημόσιας υπηρεσίας που συνεπάγεται οικονομικά μειονεκτήματα για την αιτούσα επιχείρηση μεταφοράς ισχύει μόνο για τις προγενέστερες της θέσεως σε ισχύ του εν λόγω κανονισμού υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας.
VII – Πρόταση
58.
Βάσει των προεκτεθεισών εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα ως εξής:
«Το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1191/69 του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1969, περί των ενεργειών των κρατών μελών που αφορούν τις υποχρεώσεις που είναι συνυφασμένες με την έννοια της δημοσίας υπηρεσίας στον τομέα των σιδηροδρομικών, οδικών και εσωτερικών πλωτών μεταφορών, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1893/91 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 1991, έχει την έννοια ότι η προϋπόθεση κατά την οποία το δικαίωμα αντισταθμίσεως γεννάται αποκλειστικώς αν, μετά την υποβολή της αντίστοιχης αιτήσεως, οι αρμόδιες αρχές δεν καταργήσουν την υποχρέωση δημόσιας υπηρεσίας που συνεπάγεται οικονομικά μειονεκτήματα για την αιτούσα επιχείρηση μεταφοράς ισχύει μόνον για τις προγενέστερες της θέσεως σε ισχύ του εν λόγω κανονισμού υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας.»
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.
( 2 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1969, περί των ενεργειών των κρατών μελών που αφορούν τις υποχρεώσεις που είναι συνυφασμένες με την έννοια της δημόσιας υπηρεσίας στον τομέα των σιδηροδρομικών, οδικών και εσωτερικών πλωτών μεταφορών (ΕΕ ειδ. έκδ. 07/001, σ. 100).
( 3 ) Κανονισμός (ΕΟΚ) 1893/91 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 1991 (ΕΕ L 169, σ. 1).
( 4 ) GURI αριθ. 287, της 10ης Δεκεμβρίου 1997, σ. 4.
Full & Egal Universal Law Academy