ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PEDRO CRUZ VILLALÓN
της 20ής Μαρτίου 2014 ( 1 )
Υπόθεση C‑611/12
Jean‑François Giordano
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής
«Αίτηση αναιρέσεως — Ποσοστώσεις αλιείας — Λήψη επειγόντων μέτρων από την Επιτροπή — Αγωγή αποζημιώσεως λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης της Ευρωπαϊκής Ένωσης — Ζημία που γεννά υποχρέωση αποζημιώσεως — Πραγματική και βέβαιη ζημία — Απώλεια ευκαιρίας ως συστατικό στοιχείο της ζημίας που γεννά υποχρέωση αποζημιώσεως»
1.
Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, την οποίαν άσκησε ο Jean‑François Giordano, εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται και οι αιτήσεις αναιρέσεως στις υποθέσεις C‑12/13 P και C‑13/13 P (Buono κ.λπ. κατά Επιτροπής), επί των οποίων οι προτάσεις μου δημοσιεύονται επίσης σήμερα. Όλες έχουν ως κοινό σημείο μια αξίωση αποζημιώσεως έναντι της Ένωσης, εξαιτίας του κανονισμού (ΕΚ) 530/2008 της Επιτροπής, για τη θέσπιση επειγόντων μέτρων όσον αφορά τα σκάφη γρι‑γρι που αλιεύουν τόννο στον Ατλαντικό Ωκεανό, ανατολικά του γεωγραφικού μήκους 45°Δ, και στη Μεσόγειο ( 2 ).
2.
Επειδή η κρινόμενη υπόθεση έχει ως αντικείμενο απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου διαφορετική από την αναιρεσιβληθείσα στις υποθέσεις C‑12/13 P και C‑13/13 P και επειδή οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως είναι επίσης διαφορετικοί, με τις παρούσες προτάσεις θα εξετάσω κυρίως το ζήτημα της ζημίας που γεννά υποχρέωση αποζημιώσεως σε σχέση με την απάντηση που θα δοθεί στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Ειδικότερα, θα εξετάσω λεπτομερώς το κατά πόσον μια «απώλεια ευκαιρίας» μπορεί να υπαχθεί στις ζημίες που γεννούν υποχρέωση αποζημιώσεως στο πλαίσιο αγωγής λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
3.
Η απώλεια ευκαιρίας έχει ήδη αναγνωριστεί σε διάφορες περιπτώσεις από τη νομολογία του Δικαστηρίου ως ζημία που δημιουργεί υποχρέωση αποζημιώσεως. Ωστόσο, η αναγνώριση αυτή εντασσόταν πάντοτε σε συγκεκριμένο πλαίσιο, όπως αυτό των υπαλληλικών υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή των συναπτόμενων από αυτήν δημόσιων συμβάσεων. Με την κρινόμενη υπόθεση παρέχεται στο Δικαστήριο η ευκαιρία να αποφανθεί επί του ζητήματος αυτού υπό ένα ευρύτερο πρίσμα.
I – Κανονιστικό πλαίσιο
4.
Το άρθρο 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ θεσπίζει το ουσιαστικό καθεστώς που εφαρμόζεται σε περίπτωση εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης ως εξής:
«Στο πεδίο της εξωσυμβατικής ευθύνης, η Κοινότητα υποχρεούται, σύμφωνα με τις γενικές αρχές του δικαίου που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών, να αποκαθιστά τη ζημία που προξενούν τα όργανα ή οι υπάλληλοί της κατά την άσκηση των καθηκόντων τους».
5.
Η αλιεία τόννου ρυθμίζεται τόσο σε διεθνές όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Το 1997 η Ένωση προσχώρησε στη Διεθνή Σύμβαση για τη διατήρηση των θυννοειδών του Ατλαντικού, της οποίας η Διεθνής Επιτροπή για τη διατήρηση των θυννοειδών του Ατλαντικού (στο εξής: ICCAT) υποβάλλει συστάσεις και προγράμματα με σκοπό να διασφαλιστεί η διατήρηση του πόρου αυτού. Η Ένωση, συμμορφούμενη προς τις αποφάσεις της ICCAT, έχει υιοθετήσει διάφορα νομοθετικά κείμενα, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει, κατά το μέτρο που ενδιαφέρει την παρούσα δίκη, ο κανονισμός (ΕΚ) 520/2007, που προβλέπει τεχνικά μέτρα διατηρήσεως για ορισμένα αποθέματα άκρως μεταναστευτικών ειδών και με τον οποίον καταργείται ο κανονισμός (ΕΚ) 973/2001 ( 3 ), και ο κανονισμός (ΕΚ) 1559/2007, για τη θέσπιση πολυετούς σχεδίου αποκατάστασης του τόννου στον Ανατολικό Ατλαντικό και στη Μεσόγειο και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 520/2007 ( 4 ).
6.
Τα ως άνω νομοθετικά κείμενα της Ένωσης εμπίπτουν επίσης στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 2371/2002, για τη διατήρηση και βιώσιμη εκμετάλλευση των αλιευτικών πόρων στο πλαίσιο της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής ( 5 ). Ο κανονισμός αυτός εισάγει ένα πλέγμα γενικών μέτρων με σκοπό τη διατήρηση, διαχείριση και εκμετάλλευση των έμβιων υδρόβιων πόρων στην επικράτεια των κρατών μελών ή σε κοινοτικά ύδατα ή από αλιευτικά σκάφη της Ένωσης.
7.
Μεταξύ των διαφόρων μέτρων που προβλέπει ο κανονισμός 2371/2002 ξεχωρίζει το προβλεπόμενο από το άρθρο 7, υπό τον τίτλο «Επείγοντα μέτρα της Επιτροπής», σύμφωνα με το οποίο:
«1. Εάν υπάρχει ένδειξη σοβαρής απειλής για τη διατήρηση των έμβιων υδρόβιων πόρων ή για το θαλάσσιο οικοσύστημα που προκαλείται από αλιευτικές δραστηριότητες, και απαιτεί άμεσες ενέργειες, η Επιτροπή, κατόπιν τεκμηριωμένης αίτησης ενός κράτους μέλους ή με δική της πρωτοβουλία, μπορεί να αποφασίζει τη λήψη επειγόντων μέτρων, η διάρκεια των οποίων δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη των 6 μηνών. Η Επιτροπή μπορεί να λάβει νέα απόφαση να επεκτείνει τα επείγοντα μέτρα για 6 μήνες το πολύ.
2. Το κράτος μέλος κοινοποιεί την αίτηση ταυτόχρονα στην Επιτροπή, στα άλλα κράτη μέλη και στα οικεία περιφερειακά γνωμοδοτικά συμβούλια. Τα συμβούλια αυτά μπορούν να υποβάλλουν τα γραπτά σχόλιά τους στην Επιτροπή εντός πέντε εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της αίτησης.
Η Επιτροπή λαμβάνει απόφαση εντός δεκαπέντε εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της αίτησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1.
3. Τα επείγοντα μέτρα έχουν άμεση ισχύ. Κοινοποιούνται στα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη και δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα.
4. Τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη μπορούν να παραπέμψουν την απόφαση της Επιτροπής στο Συμβούλιο εντός δέκα εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της κοινοποίησης.
5. Το Συμβούλιο, ενεργώντας με ειδική πλειοψηφία, μπορεί να λάβει διαφορετική απόφαση εντός ενός μηνός από την παραπομπή».
8.
Ο κανονισμός (ΕΚ) 40/2008 καθορίζει τις αλιευτικές δυνατότητες και τους συναφείς όρους για το 2008 για ορισμένα αποθέματα ιχθύων, μεταξύ των οποίων και ο τόννος ( 6 ). Εισάγει, δε, περιορισμούς της αλιείας και καθορίζει τις ποσότητες τόννου που μπορούν να αλιευθούν εντός του 2008 από τα κοινοτικά σκάφη στον Ατλαντικό ωκεανό ανατολικά του γεωγραφικού μήκους 45oΔ και στη Μεσόγειο. Οι περιορισμοί αυτοί τροποποιήθηκαν από τον κανονισμό (ΕΚ) 446/2008 της Επιτροπής ( 7 ).
9.
Αφού έλαβε υπόψη τα στοιχεία που της προσκόμισαν οι επιθεωρητές μετά από επισκέψεις στα ενδιαφερόμενα κράτη, η Επιτροπή έκρινε ότι οι αλιευτικές δυνατότητες τόνου στον Ατλαντικό ωκεανό ανατολικά του γεωγραφικού μήκους 45oΔ και στη Μεσόγειο, οι οποίες είχαν αναγνωριστεί στα θυνναλιευτικά με σημαίες Ελλάδας, Γαλλίας, Ιταλίας, Κύπρου και Μάλτας, θα θεωρούνταν ότι έχουν εξαντληθεί στις 16 Ιουνίου 2008. Αντιθέτως, οι αλιευτικές δυνατότητες για το ίδιο απόθεμα που είχαν αναγνωριστεί στα θυνναλιευτικά με σημαία Ισπανίας θα θεωρούνταν ότι έχουν εξαντληθεί στις 23 Ιουνίου 2008. Υπό το πρίσμα των στοιχείων αυτών, η Επιτροπή εξέδωσε, σύμφωνα με το άρθρο 7 του ως άνω κανονισμού 2371/2002, τον κανονισμό (ΕΚ) 530/2008 ( 8 ). Τα τρία άρθρα του κανονισμού 530/2008 ορίζουν τα εξής:
«Άρθρο 1
Απαγορεύεται η αλιεία τόνου με σκάφη γρι‑γρι τα οποία φέρουν τη σημαία της Ελλάδας, της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Κύπρου και της Μάλτας ή είναι νηολογημένα σε ένα τα κράτη αυτά, στον Ατλαντικό Ωκεανό, ανατολικά του γεωγραφικού μήκους 45°Δ, και στη Μεσόγειο, από τις 16 Ιουνίου 2008.
Απαγορεύεται επίσης η διατήρηση επί του σκάφους, η τοποθέτηση σε κλωβούς για πάχυνση ή εκτροφή, η μεταφόρτωση, η μεταβίβαση ή εκφόρτωση αυτών των αποθεμάτων, τα οποία έχουν αλιευθεί από τα προαναφερόμενα σκάφη από την ημερομηνία αυτή.
Άρθρο 2
Απαγορεύεται η αλιεία τόνου με σκάφη γρι‑γρι τα οποία φέρουν τη σημαία της Ισπανίας ή είναι νηολογημένα στο κράτος αυτό, στον Ατλαντικό Ωκεανό, ανατολικά του γεωγραφικού μήκους 45°Δ, και στη Μεσόγειο, από τις 23 Ιουνίου 2008.
Απαγορεύεται επίσης η διατήρηση επί του σκάφους, η τοποθέτηση σε κλωβούς για πάχυνση ή εκτροφή, η μεταφόρτωση, η μεταβίβαση ή εκφόρτωση αυτών των αποθεμάτων, τα οποία έχουν αλιευθεί από τα προαναφερόμενα σκάφη από την ημερομηνία αυτή.
Άρθρο 3
1. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, από τις 16 Ιουνίου 2008, οι επιχειρήσεις της Κοινότητας δεν δέχονται την εκφόρτωση, την τοποθέτηση σε κλωβούς για πάχυνση ή εκτροφή, ή τη μεταφόρτωση σε κοινοτικά ύδατα ή λιμένες, τόνου ο οποίος έχει αλιευθεί στον Ατλαντικό Ωκεανό, ανατολικά του γεωγραφικού μήκους 45°Δ, και στη Μεσόγειο, από σκάφη γρι‑γρι.
2. Επιτρέπεται η εκφόρτωση, η τοποθέτηση σε κλωβούς για πάχυνση ή εκτροφή και η μεταφόρτωση σε κοινοτικά ύδατα ή λιμένες, τόνου ο οποίος έχει αλιευθεί στον Ατλαντικό Ωκεανό, ανατολικά του γεωγραφικού μήκους 45°Δ, και στη Μεσόγειο, από σκάφη γρι‑γρι τα οποία φέρουν τη σημαία της Ισπανίας, ή είναι νηολογημένα στο κράτος αυτό, έως τις 23 Ιουνίου 2008.»
II – Ιστορικό της διαφοράς
10.
Ο J.‑F. Giordano είναι εφοπλιστής του πλοίου «Janvier Giordano», θυνναλιευτικού γρι‑γρι υπό γαλλική σημαία, το οποίο ασκεί την αλιευτική του δραστηριότητα στη Μεσόγειο.
11.
Βάσει της νομοθεσίας της Ένωσης, η Γαλλική Δημοκρατία είχε στη διάθεσή της για το έτος 2008 ποσοστώσεις ύψους 4164 τόνων αλιεύματος τόννου, από τις οποίες ποσοστό 90 % αντιστοιχεί στα θυνναλιευτικά γρι‑γρι υπό γαλλική σημαία που δραστηριοποιούνται στη Μεσόγειο.
12.
Με την απόφαση 2008PS008‑LR της 16ης Απριλίου 2008, ο Γάλλος Υπουργός Γεωργίας και Αλιείας χορήγησε ειδική άδεια αλιείας τόννου στο σκάφος «Janvier Giordano» για το 2008, για ποσόστωση που ανερχόταν στους 132,02 τόνους. Η άδεια επέτρεπε την αλιεία από την 1η Απριλίου έως τις 30 Ιουνίου 2008.
13.
Το σκάφος «Janvier Giordano» άρχισε τις αλιευτικές του δραστηριότητες στα ύδατα της Μεσογείου στις 2 Ιουνίου 2008, αλλά αναγκάστηκε να τις διακόψει στις 16 Ιουνίου 2008 λόγω της εκδόσεως και θέσεως σε ισχύ του κανονισμού 530/2008, η εφαρμογή του οποίου είχε ως συνέπεια την ανάκληση της προαναφερθείσας άδειας αλιείας, με απόφαση του νομάρχη του Langedoc‑Roussillon της 16ης Ιουνίου 2008.
14.
Ο J.‑F. Giordano προσέφυγε στα γαλλικά διοικητικά δικαστήρια κατά της ως άνω αποφάσεως του νομάρχη. Τόσο το διοικητικό δικαστήριο όσο και το διοικητικό εφετείο της Μασσαλίας απέρριψαν την προσφυγή του J.‑F. Giordano με το σκεπτικό ότι το μέτρο απαγορεύσεως στηριζόταν στον κανονισμό 530/2008 και όχι στην απόφαση του νομάρχη.
III – Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
15.
Στις 25 Φεβρουαρίου 2011 κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου αγωγή με την οποίαν ο J.‑F. Giordano ζητούσε αποζημίωση λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης λόγω της απαγορεύσεως αλιείας βάσει του κανονισμού 530/2008.
16.
Μερικές ημέρες αργότερα, στις 17 Μαρτίου 2011, με αφορμή προδικαστικό ερώτημα το οποίο υπέβαλε το Prim’Awla tal‑Qorti Ċivili (Μάλτα), το Δικαστήριο αποφάνθηκε επί της υποθέσεως AJD Tuna ( 9 ). Η υπόθεση αυτή αφορούσε διάφορα ζητήματα σχετικά με το κύρος του εν λόγω κανονισμού.
17.
Με την εν λόγω απόφαση το Δικαστήριο έκρινε ότι ο κανονισμός έθιγε τη γενική αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας.
18.
Κατόπιν τούτου, πριν την προφορική διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, ο J.‑F. Giordano και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ως εναγομένη, κλήθηκαν να τοποθετηθούν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση επί των συνεπειών της αποφάσεως AJD Tuna στην παρούσα δίκη.
19.
Με τα επιχειρήματα που ανέπτυξε τόσο γραπτώς όσο και προφορικώς, ο J.‑F. Giordano ζήτησε από το Γενικό Δικαστήριο να αναγνωρίσει τις ζημίες που προκάλεσε ο κανονισμός 530/2008 στη νομική του κατάσταση και να καταδικάσει την Επιτροπή στην καταβολή αποζημιώσεως ύψους 542594 ευρώ. Από την πλευρά της, η Επιτροπή ζήτησε από το Γενικό Δικαστήριο να απορρίψει την αγωγή στο σύνολό της.
20.
Με την απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2012, Giordano κατά Επιτροπής (T‑114/11), το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή του J.‑F. Giordano και τον καταδίκασε στα δικαστικά έξοδα. Το εν λόγω δικαστήριο, με ένα αιτιολογικό αποτελούμενο από ένδεκα σκέψεις, έκρινε ότι ο J.‑F. Giordano δεν απέδειξε ότι είχε πράγματι υποστεί την προβαλλόμενη ζημία.
21.
Κατά το Γενικό Δικαστήριο, το οποίο στηρίχθηκε στην απόφαση που είχε εκδώσει επί της υποθέσεως Cofradía de pescadores de «San Pedro» de Bermeo κ.λπ. κατά Συμβουλίου ( 10 ), η χορήγηση μιας ποσοστώσεως αλιείας παρέχει στους ιδιώτες δικαίωμα όχι σε συγκεκριμένο οικονομικό όφελος, αλλά σε ένα ανώτατο όριο αλιευμάτων, τα οποία δεν διασφαλίζονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο. Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η μη εξάντληση της ποσοστώσεως, έστω και αν οφείλεται σε απαγόρευση δημόσιας αρχής, δεν προκάλεσε πραγματική ούτε βέβαιη ζημία.
22.
Δεδομένου ότι δεν πληρούνταν μία από τις τρεις αναγκαίες προϋποθέσεις για την αναγνώριση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της και καταδίκασε τον ενάγοντα στα δικαστικά έξοδα.
IV – Η αίτηση αναιρέσεως και τα αιτήματα των διαδίκων
23.
Στις 8 Ιανουαρίου 2013 κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου η αίτηση αναιρέσεως του J.‑F. Giordano κατά της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της 7ης Νοεμβρίου 2012.
24.
Ο J.‑F. Giordano ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση·
—
να αναγνωρίσει ότι η έκδοση του κανονισμού 530/228 της Επιτροπής, της 12ης Ιουνίου 2008, προκάλεσε στον ενάγοντα ζημία η οποία γεννά υποχρέωση αποζημιώσεως·
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στην καταβολή αποζημιώσεως προς τον ενάγοντα, ύψους 542594 ευρώ·
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα έξοδα της κατ’ αναίρεση δίκης, καθώς και της δίκης στον πρώτο βαθμό.
25.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη·
—
επικουρικώς, να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη·
—
επικουρικότερον, να απορρίψει την αγωγή αποζημιώσεως λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης·
—
να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της κατ’ αναίρεση δίκης, καθώς και της δίκης στον πρώτο βαθμό.
V – Παραδεκτό
26.
Κατά την Επιτροπή, η αναίρεση ασκείται απαραδέκτως, καθόσον δύο λόγοι αναιρέσεως (ο δεύτερος και ο τρίτος) αναφέρονται σε προϋποθέσεις της εξωσυμβατικής ευθύνης οι οποίες δεν εξετάστηκαν από το Γενικό Δικαστήριο και ένας τρίτος λόγος αναιρέσεως (ο προβαλλόμενος ως πρώτος) έχει ως αντικείμενο εξέταση των πραγματικών περιστατικών στην οποία έχει ήδη προβεί το Γενικό Δικαστήριο.
27.
Και οι δύο λόγοι απαραδέκτου πρέπει να απορριφθούν.
28.
Ο πρώτος λόγος απαραδέκτου που προβάλλει η Επιτροπή δεν αφορά τυπικά το παραδεκτό της αγωγής, αλλά τον δεύτερο και τον τρίτο λόγο που προβάλλονται από τον αναιρεσείοντα. Πράγματι, η εκτίμηση των ως άνω λόγων θα είναι αναγκαία μόνο στην περίπτωση που το Δικαστήριο αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και αποφασίσει, κατ’ άρθρο 61 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, να επιλύσει το ίδιο την υπόθεση επί της ουσίας. Ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί η ένσταση απαραδέκτου που εγείρει η Επιτροπή ως προς τον δεύτερο και τον τρίτο λόγο αναιρέσεως.
29.
Η δεύτερη ένσταση απαραδέκτου εκ μέρους της Επιτροπής πρέπει επίσης να απορριφθεί. Η Επιτροπή θεωρεί ότι το Γενικό Δικαστήριο, για να κρίνει ότι η προβαλλόμενη από τον ενάγοντα στον πρώτο βαθμό ζημία δεν ήταν ούτε βέβαιη ούτε πραγματική, προέβη σε εξέταση των πραγματικών περιστατικών, της οποίας, κατά πάγια νομολογία, δεν επιτρέπεται κανένας επανέλεγχος στην κατ’ αναίρεση δίκη. Ωστόσο, η προσέγγιση της Επιτροπής δεν είναι σύμφωνη με την οριοθέτηση του αναιρετικού ελέγχου, στην οποία έχει αναφερθεί επανειλημμένα το Δικαστήριο, καθώς η απαγόρευση οιασδήποτε εξετάσεως των πραγματικών περιστατικών στο στάδιο της αναιρέσεως αφορά τις εκτιμήσεις σχετικά με τα αυστηρά εξωνομικά πραγματικά στοιχεία που προσκομίζονται από τους διαδίκους στη διαδικασία.
30.
Δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο στην επίδικη υπόθεση, καθώς ο αναιρεσείων δεν αμφισβητεί την ανάλυση των πραγματικών περιστατικών από το Γενικό Δικαστήριο, αλλά το γεγονός ότι, βάσει της αναλύσεως εκείνης, θεωρήθηκε ότι η χορήγηση ποσοστώσεων αλιεύματος δεν ασκούσε, από νομικής απόψεως, επιρροή στον προσδιορισμό της ζημίας. Το Γενικό Δικαστήριο, δηλαδή, δεν προέβη σε εξέταση των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών όπως τα προέβαλε ο νυν αναιρεσείων, αλλά σε νομική κρίση, σύμφωνα με την οποία οι ποσοστώσεις αλιευμάτων που δεν καλύφθηκαν για λόγους που προέκυψαν μεταγενέστερα δεν αποτελούν μέρος της προς αποκατάσταση ζημίας. Η κρίση αυτή, όπως διατυπώνεται στις σκέψεις 18 και 19 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν αφορά τα πραγματικά περιστατικά, αλλά είναι νομικής φύσεως και, επομένως, επιδέχεται αναθεώρηση στην κατ’ αναίρεση δίκη.
31.
Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος απαραδέκτου που προβάλλει η Επιτροπή.
VI – Η αίτηση αναιρέσεως
Α. Επί του λόγου που αντλείται από τον «βέβαιο » χαρακτήρα της προκληθείσας ζημίας
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
32.
Ο αναιρεσείων αρνείται τις κρίσεις του Γενικού Δικαστηρίου όσον αφορά τη μη ύπαρξη βέβαιης ζημίας. Σε αντίθεση με όσα έκρινε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων αμφισβητεί την αναγκαία σύνδεση από το Γενικό Δικαστήριο του δικαιώματός του ως ιδιώτη στην εξάντληση της ποσοστώσεως με την υποχρέωση αποζημιώσεως. Κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, το γεγονός ότι δεν είχε ως ιδιώτης δικαίωμα στην εξάντληση της ποσοστώσεως δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχε σοβαρή πιθανότητα να καλύψει όντως την ποσόστωση αυτή. Μάλιστα, σύμφωνα πάντοτε με τον αναιρεσείοντα, στην πράξη επιβεβαιώνεται ότι τα θυνναλιευτικά εξαντλούν συστηματικά τις ποσοστώσεις που τους αναλογούν, λόγω του περιοριστικού χαρακτήρα των χορηγούμενων αδειών αλιείας τόννου.
33.
Κατά τον αναιρεσείοντα, ένα θυνναλιευτικό γρι‑γρι μπορεί να καλύψει την ετήσια ποσόστωσή του αλιείας εντός 15 ημερών. Πράγματι, εντός των δεκατριών ημερών της αλιευτικής περιόδου του «Janvier Giordano» που προηγήθηκαν της απαγορεύσεως που επιβλήθηκε με τον κανονισμό 530/2008, το εν λόγω σκάφος αλίευσε συνολικά 71571 τόνους, δηλαδή το 54 % της ποσοστώσεώς του. Κατά τον αναιρεσείοντα, αν η αλιευτική περίοδος είχε συνεχιστεί αδιαλείπτως μέχρι την ημερομηνία λήξεώς της, δηλαδή την 30ή Ιουνίου 2008, η ποσόστωση θα είχε καλυφθεί. Επομένως, ο κανονισμός 530/2008 προκάλεσε πραγματική και βέβαιη ζημία, την οποίαν ο αναιρεσείων αποτιμά λεπτομερώς με βάση την τιμή κιλού του τόννου κατά την αλιευτική περίοδο 2008 και το συνολικό υπόλοιπο βάρος της μη εξαντληθείσας ποσοστώσεως. Ως εκ τούτου, η επελθούσα ζημία, συμπεριλαμβανομένων των τόκων, ανέρχεται, κατά τον αναιρεσείοντα, στο ποσό των 542594 ευρώ.
34.
Ο αναιρεσείων επισημαίνει επίσης ότι η ζημία την οποίαν υπέστη πρέπει να θεωρηθεί ως απώλεια ευκαιρίας και ότι το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει με τη νομολογία του αυτό το είδος ζημίας. Συναφώς, επικαλείται την απόφαση της 14ης Μαΐου 1975, 74/74, CNTA κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1975, σ. 157). Επίσης, ο αναιρεσείων εφιστά την προσοχή στο γεγονός ότι το δίκαιο της Ένωσης προβλέπει αντισταθμιστικά μέτρα για όσους υφίστανται διακοπή των αλιευτικών τους δραστηριοτήτων η οποία τους εμποδίζει να εξαντλήσουν την ποσόστωσή τους. Έτσι, επικαλείται, για παράδειγμα, το άρθρο 21, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2847/93 ( 11 ). Η διάταξη αυτή, η οποία αναφέρεται γενικά σε «μέτρα» με σκοπό «την κατάλληλη αποκατάσταση της ζημίας», επιβεβαιώνει, κατά τον αναιρεσείοντα, ότι, σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης, μια ποσόστωση η οποία ματαιώθηκε λόγω διαταγής διακοπής της αλιευτικής δραστηριότητας προκαλεί ζημία η οποία δημιουργεί υποχρέωση αποζημιώσεως.
35.
Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προβάλλοντας δύο κατηγορίες επιχειρημάτων.
36.
Κατ’ αρχάς, η Επιτροπή δεν δέχεται ότι μπορεί να προβληθεί απώλεια ευκαιρίας σε υπόθεση όπως η επίδικη. Κατά την άποψή της, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η απώλεια ευκαιρίας μπορεί να γίνει δεκτή για τους σκοπούς της αποζημιώσεως μόνον εάν αποδειχθεί η ύπαρξη δικαιώματος, ή τουλάχιστον δικαιολογημένης προσδοκίας, στην απόκτηση κέρδους. Κατά την Επιτροπή, ο J.‑F. Giordano δεν κατόρθωσε να αποδείξει ότι είχε δικαίωμα σε ορισμένη ποσότητα αλιευμάτων ούτε προσκόμισε στοιχεία που να αποδεικνύουν με μαθηματική ακρίβεια τις πραγματικές του πιθανότητες να επιτύχει τέτοιες ποσότητες αλιευμάτων.
37.
Δεύτερον, η Επιτροπή απορρίπτει το επιχείρημα ότι η ποσόστωση που αναγνωρίστηκε στον J.‑F. Giordano συνιστά δικαίωμα ή ότι η ευρωπαϊκή νομοθεσία για την αλιεία αναγνωρίζει δικαίωμα αποζημιώσεως σε περίπτωση που δεν καλυφθεί η ποσόστωση. Κατά την Επιτροπή, η ποσόστωση έχει ως μόνο σκοπό τον καθορισμό ενός ανώτατου ορίου αλιευμάτων και όχι την εγγύηση των προσδοκώμενων αλιευμάτων. Αυτή η λειτουργία της ως ορίου αλιευμάτων συνάδει προς τον βασικό σκοπό της κοινής αλιευτικής πολιτικής, την ισορροπία μεταξύ της οικονομικής δραστηριότητας και της διατηρήσεως των έμβιων θαλάσσιων πόρων. Επίσης, κατά την Επιτροπή πάντοτε, οι κανόνες της Ένωσης σκοπό έχουν να διατηρήσουν την αρχή της σχετικής σταθερότητας, σύμφωνα με την οποία «δικαίωμα» σε προκαθορισμένες αλιευτικές δυνατότητες έχουν τα κράτη μέλη. Το γεγονός ότι τα κράτη μέλη έχουν τέτοιο «δικαίωμα» δεν συνεπάγεται, ωστόσο, τη γένεση προσωπικού δικαιώματος για καθέναν από τους αλιείς στους οποίους χορηγείται ποσόστωση. Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να ερμηνευθούν οι κανόνες τους οποίους επικαλείται ο αναιρεσείων, καθόσον αναφέρονται μάλλον στο«δικαίωμα» των κρατών μελών να ζητήσουν αντισταθμιστικά οφέλη για τις μη καλυφθείσες ποσοστώσεις και όχι στο δικαίωμα αποζημιώσεως των ως άνω αλιέων σε περίπτωση διακοπής της δραστηριότητάς τους για λόγους που αφορούν το περιβάλλον και τη διατήρηση των έμβιων θαλάσσιων πόρων.
2. Ανάλυση
α) Προκαταρκτική παρατήρηση
38.
Ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως θέτει κυρίως το ζήτημα του «βέβαιου» χαρακτήρα της ζημίας που υπέστη ο αναιρεσείων. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι ο αναιρεσείων, δεδομένου ότι δεν έχει προσωπικό δικαίωμα στην εξάντληση της ποσοστώσεως, δεν υπέστη βέβαιη ζημία εκ μόνου του λόγου ότι διακόπηκε πρόωρα η περίοδος αλιείας τόννου. Ο αναιρεσείων αμφισβητεί την εκτίμηση αυτή.
39.
Τόσο από το δικόγραφο του αναιρεσείοντος όσο και από εκείνο της Επιτροπής προκύπτει ότι η κρινόμενη υπόθεση έχει τα στοιχεία της απώλειας ευκαιρίας. Διατάσσοντας τη διακοπή της αλιευτικής περιόδου δύο εβδομάδες πριν τη λήξη της, η Επιτροπή στέρησε από τον αναιρεσείοντα την ευκαιρία να εξαντλήσει την ποσόστωσή του για το έτος 2008. Το γεγονός αυτό, όχι, δηλαδή, η απώλεια ενός εγγυημένου κέρδους, αλλά η απώλεια ευκαιρίας για την απόκτηση κέρδους, είναι αυτό που απέρριψε το Γενικό Δικαστήριο, θεωρώντας ότι δεν αποτελούσε περίπτωση «βέβαιης» ζημίας, υπό την έννοια που χρησιμοποιεί η νομολογία του Δικαστηρίου για την εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης.
40.
Μέχρι σήμερα, το τοπίο εντός του οποίου αναπτύχθηκε η έννοια αυτή της «απώλειας ευκαιρίας» στη νομολογία του Δικαστηρίου ήταν μάλλον νεφελώδες. Αφενός, το Δικαστήριο την έχει αναγνωρίσει τυπικά στις ένδικες διαφορές των υπαλλήλων της Ένωσης, καθώς και στις υποθέσεις δημοσίων συμβάσεων της Ένωσης, στην τελευταία, όμως, περίπτωση με πολύ περιοριστικούς όρους ( 12 ). Αφετέρου, ο νομοθέτης της Ένωσης προέβλεψε ανά τομέα μέτρα εναρμονίσεως προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν αυτού του είδους τη ζημία στις αγωγές αποζημιώσεως που ασκούνται στο πλαίσιο της εθνικής έννομης τάξεως ( 13 ). Η δε νομολογία, προσθέτοντας επιπλέον στοιχεία στο ήδη περίπλοκο πλαίσιο, έχει διευρύνει κατά περίπτωση την κατηγορία του διαφυγόντος κέρδους, μέχρι του σημείου να την εξομοιώσει, σε ορισμένες υποθέσεις, με αυτό που θα έπρεπε μάλλον να χαρακτηριστεί ως «απώλεια ευκαιρίας».
41.
Αυτά είναι τα στοιχεία που καλείται να διαχειριστεί το Δικαστήριο κατά την επίλυση μιας υποθέσεως στην οποία ανακύπτει το ερώτημα κατά πόσον μπορεί να τεθεί, υπό ένα ευρύτερο πρίσμα, ζήτημα απώλειας ευκαιρίας σε υποθέσεις εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης και, ειδικότερα, βάσει του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ.
β) Η απώλεια ευκαιρίας και οι θεωρίες κινδύνου
42.
Η εμφάνιση της απώλειας ευκαιρίας στο δίκαιο της ευθύνης από αδικοπραξία είναι σχετικώς πρόσφατη. Όπως είναι γνωστό, αυτό το είδος ζημίας δεν αποτελούσε μέρος του δικαίου της ευθύνης από αδικοπραξία μέχρι τα τέλη του εικοστού αιώνα, οπότε και εμφανίστηκαν στις κοινωνικές επιστήμες οι λεγόμενες θεωρίες κινδύνου ( 14 ).
43.
Σε γενικές γραμμές, η απώλεια ευκαιρίας διαφοροποιείται από άλλα στοιχεία της υποχρεώσεως αποζημιώσεως λόγω του ότι αναφέρεται σε ένα μελλοντικό, αλλά πιθανό μόνον κέρδος. Η απώλεια ευκαιρίας δεν αναφέρεται σε βέβαια κέρδη, αλλά σε ευκαιρίες κέρδους πραγματικές καθεαυτές, ανεξαρτήτως της δυνατότητας αποτιμήσεώς τους. Όπως είναι λογικό, τέτοιες ευκαιρίες κέρδους δεν μπορούν να είναι καθαρά υποθετικές, αλλά πρέπει να αποτελούν πραγματικές ευκαιρίες που έχουν σοβαρές πιθανότητες να μεταβληθούν σε οικονομικό κέρδος. Ως εκ τούτου, αυτό που χαρακτηρίζει την απώλεια ευκαιρίας και τη διακρίνει κυρίως από το διαφυγόν κέρδος είναι ο πιθανολογικός παράγοντας, ο οποίος, όμως, δεν αναφέρεται σε μια οποιασδήποτε πιθανότητα, αλλά σε σοβαρή πιθανότητα εκπληρώσεως μιας προσδοκίας.
44.
Βεβαίως, η αναγνώριση δικαιώματος σε αποζημίωση λόγω ματαιώσεως μιας απλής πιθανότητας μελλοντικού κέρδους μπορεί να δημιουργήσει σοβαρή ανασφάλεια δικαίου. Δεν εκπλήσσει, επομένως, το γεγονός ότι η απώλεια ευκαιρίας δεν έβρισκε επί μακρόν τη θέση της στο δίκαιο της ευθύνης από αδικοπραξία των κρατών μελών, αλλά ούτε και στο δίκαιο τρίτων κρατών που ακολουθούν την παράδοση του common law ή που έχουν επιρροές από το δίκαιο της ηπειρωτικής Ευρώπης, όπως τα κράτη της Λατινικής Αμερικής ( 15 ). Ωστόσο, η δημιουργία των θεωριών κινδύνου, με τις οποίες καθίσταται δυνατή η ποσοτικοποίηση του βαθμού πιθανότητας μελλοντικών καταστάσεων σε προκαθορισμένα πλαίσια συνθηκών, επέτρεψε στα εθνικά δικαστήρια και στους νομοθέτες ορισμένων κρατών να αναγνωρίσουν τις πιθανότητες μελλοντικών κερδών ως στοιχείο της νυν περιουσίας ενός φυσικού ή νομικού προσώπου ( 16 ).
45.
Στην πραγματικότητα, μια σοβαρή και δεκτική ποσοτικοποιήσεως πιθανότητα μελλοντικού κέρδους πρέπει να μπορεί να μεταφραστεί σε συστατικό στοιχείο της ζημίας για την οποία δημιουργείται υποχρέωση αποζημιώσεως. Στον βαθμό που αυτή η πιθανότητα κέρδους μπορεί να αποδειχθεί και να αποδοθεί σε ποσοστιαίες μονάδες με ικανοποιητικά ακριβή μέθοδο, η εν λόγω ευκαιρία κέρδους μπορεί να συνυπολογιστεί στην περιουσία αυτού που την έχει. Ως εκ τούτου, η απώλειά της ως αποτέλεσμα παράνομης πράξεως πρέπει να θεωρηθεί συστατικό στοιχείο της ζημίας που δημιουργεί υποχρέωση αποζημιώσεως.
46.
Το πεδίο στο οποίο εμφανίστηκε για πρώτη φορά σαφέστερα η απώλεια ευκαιρίας στο δίκαιο της ευθύνης από αδικοπραξία είναι εκείνο της ιατρικής ευθύνης ( 17 ). Γιατρός που, λόγω αμέλειας, δεν διέγνωσε σοβαρή ασθένεια η οποία, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών και σύμφωνα με τις επίσημες στατιστικές, εμφάνιζε 80 % πιθανότητες επιβιώσεως, υπέχει υποχρέωση αποζημιώσεως, αν η εν λόγω αμέλεια οδήγησε στον θάνατο του ασθενούς. Αυτού του είδους οι καταστάσεις, οι οποίες συνδυάζουν το πιθανολογικό στοιχείο, έναν υψηλό βαθμό πιθανότητας διαπιστώσιμης με τεχνικά μέσα και ένα σαφώς επιζήμιο αποτέλεσμα, άνοιξαν τον δρόμο για την αναγνώριση της απώλειας ευκαιρίας στο δίκαιο της ευθύνης από αδικοπραξία.
47.
Ομοίως, η ανάπτυξη πολύ προηγμένων μεθόδων υπολογισμού των κινδύνων, ιδίως στο οικονομικό πεδίο, συντέλεσαν στην ενσωμάτωση των πιθανολογικών στοιχείων όχι στη μέλλουσα, αλλά στην παρούσα περιουσία ενός φυσικού ή νομικού προσώπου. Οι προοπτικές αναπτύξεως μιας επιχειρήσεως, τα σχέδια δημοσίων επενδύσεων σε τομέα στον οποίον δραστηριοποιείται μια επιχείρηση ή η πρόβλεψη μιας χρηματιστηριακής εξελίξεως, μεταξύ άλλων, έχουν πραγματικό αντίκτυπο στη σημερινή και όχι στη μελλοντική αξία των επιχειρήσεων αυτών. Το γεγονός ότι οι προοπτικές αυτές είναι εκτεθειμένες σε περιστατικά των οποίων η βεβαιότητα δεν είναι εξασφαλισμένη δεν επηρεάζει καθόλου τη συνεκτίμηση των σχετικών ευκαιριών (και της αντίστοιχης οικονομικής τους αξίας) στη σημερινή περιουσία του ενδιαφερομένου. Επομένως, η απώλεια ευκαιρίας ως αποτέλεσμα παράνομης συμπεριφοράς συνιστά ζημία που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση.
48.
Αυτό ισχύει σήμερα στα περισσότερα κράτη μέλη, τόσο στο πεδίο της αστικής εξωσυμβατικής ευθύνης όσο και της αστικής ευθύνης των κρατών μελών ( 18 ). Βεβαίως, η απώλεια ευκαιρίας εμφανίζεται ιδίως σε συγκεκριμένους τομείς, όπως είναι οι δημόσιες συμβάσεις, το υγειονομικό δίκαιο ή το εμπορικό δίκαιο. Αυτό, όμως, δεν αναιρεί το γεγονός ότι η εν λόγω κατηγορία έχει πλέον διευρυνθεί σημαντικά.
γ) Η νομολογία του Δικαστηρίου και του Γενικού Δικαστηρίου
49.
Η απόδειξη ότι η απώλεια ευκαιρίας αποτελεί μέρος των λεγόμενων «γενικών αρχών του δικαίου που είναι κοινές στα δίκαιο των κρατών μελών», κατά την έννοια του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ βρίσκεται στη νομολογία του Δικαστηρίου. Πράγματι, κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών παρατηρείται μια έκδηλη τάση αναγνωρίσεως της υποχρεώσεως προς αποζημίωση σε περιπτώσεις απώλειας ευκαιρίας. Πρόκειται για μια πρόοδο με μικρά βήματα η οποία σημειώνεται κυρίως σε συγκεκριμένους τομείς και της οποίας τις γενικές γραμμές θα παρουσιάσω στη συνέχεια.
50.
Το πεδίο στο οποίο η απώλεια ευκαιρίας βρήκε ρητή και επανειλημμένη αναγνώριση είναι αυτό των υποθέσεων των υπαλλήλων της Ένωσης. Πράγματι, το Δικαστήριο δέχεται κατά κανόνα, από την απόφαση Επιτροπή κατά Girardot ( 19 ) και εντεύθεν, ότι η απώλεια ευκαιρίας, στον συγκεκριμένο τομέα των υπαλληλικών υποθέσεων, βάσει, δηλαδή, του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, συνιστά «πραγματική και βέβαιη ζημία», καθώς και ότι η ζημία αυτή δεν είναι άυλη ή ηθική, αλλά υλική ( 20 ).
51.
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως Girardot είναι πολύ αντιπροσωπευτικά: η προσφεύγουσα ήταν εργαζόμενη η οποία είχε προσληφθεί ως έκτακτη υπάλληλος και αποκλείστηκε από εσωτερικό διαγωνισμό για την κατάρτιση πίνακα επιτυχόντων, επειδή δεν πληρούσε τις απαιτούμενες προϋποθέσεις. Στη συνέχεια, παρουσιάστηκε στις διαδικασίες επιλογής για διάφορες θέσεις του ίδιου κοινοτικού οργάνου, από τις οποίες αποκλείστηκε επειδή δεν ανήκε στο μόνιμο προσωπικό. Συνεπώς, αν η προσφεύγουσα είχε επιτύχει στον ως άνω διαγωνισμό για την κατάρτιση πίνακα επιτυχόντων, θα πληρούσε τις προϋποθέσεις για να συμμετάσχει στον δεύτερο διαγωνισμό.
52.
Με την απόφασή του της 31ης Μαρτίου 2004 ( 21 ), το Γενικό Δικαστήριο έκρινε παράνομο τον πρώτο αποκλεισμό της προσφεύγουσας και, στη συνέχεια, με παρεμπίπτουσα απόφαση, έκρινε ότι ο εν λόγω παράνομος αποκλεισμός είχε στερήσει από την προσφεύγουσα την ευκαιρία να παρουσιαστεί σε μεταγενέστερο διαγωνισμό ( 22 ). Μάλιστα, η προσφεύγουσα είχε υποβάλει υποψηφιότητα για εννέα από τις θέσεις που προσφέρονταν με τον δεύτερο διαγωνισμό. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η προσφεύγουσα είχε στερηθεί αδικαιολόγητα μια σοβαρή ευκαιρία να προσληφθεί σε μια από αυτές τις θέσεις εργασίας. Με την απόφασή του επί της αιτήσεως αναιρέσεως, το Δικαστήριο επικύρωσε το σκεπτικό του Γενικού Δικαστηρίου.
53.
Στη σκέψη 115 της αποφάσεως επί της υποθέσεως Girardot, το Γενικό Δικαστήριο αναφέρει ότι δεν πρέπει να θεωρηθεί αδιαμφισβήτητο ότι, κατά το πέρας του πρώτου σταδίου της διαδικασίας πληρώσεως κενών θέσεων που προβλέπεται από το άρθρο 29, παράγραφος 1, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως, η Επιτροπή θα είχε επιλέξει κάποια από τις υποψηφιότητες της M.‑C. Girardot ούτε, κατά συνέπεια, ότι η τελευταία θα σύναπτε κατά πάσα πιθανότητα σύμβαση έκτακτου υπαλλήλου. Έκρινε, ωστόσο, ότι μπορούσε να θεωρηθεί ότι η M.‑C. Girardot είχε, σε κάθε περίπτωση, συναφώς μια σοβαρή ευκαιρία, την οποία στερήθηκε λόγω της απορρίψεως των διαφόρων υποψηφιοτήτων της από την Επιτροπή, χωρίς το εν λόγω όργανο να αποδεικνύει ότι προέβη στην προσήκουσα εξέταση ( 23 ).
54.
Η παραδοχή αυτή αποτέλεσε τη βάση επί της οποίας στηρίχθηκε η διαπίστωση ότι η M.‑C. Girardot υπέστη ζημία που επιβάλλεται να αποκατασταθεί και που δεν αποτιμάται στο ύψος των εσόδων που θα είχε ως έκτακτη υπάλληλος, αλλά με την εφαρμογή, όπως έκρινε το Γενικό Δικαστήριο ex aequo et bono, ενός πολλαπλασιαστικού συντελεστή 0,5 επί του εν λόγω ποσού. Το Δικαστήριο επικύρωσε ρητώς το σύστημα υπολογισμού που επέλεξε και εφάρμοσε το Γενικό Δικαστήριο.
55.
Παρόμοια συλλογιστική, αλλά αυτή τη φορά στο πεδίο του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, παρατηρείται στη νομολογία που αφορά τις δημόσιες συμβάσεις της Ένωσης. Στις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες ένας διαγωνιζόμενος αποκλείεται παρανόμως από δημόσια σύμβαση που έχει προκηρυχθεί από όργανο της Ένωσης, είναι πιθανόν να καταστεί αδύνατη η εκ νέου κίνηση της διαδικασίας αναθέσεως. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το Γενικό Δικαστήριο αναγνώρισε σε διάφορες περιπτώσεις ότι ο αποκλεισθείς διαγωνιζόμενος δικαιούται να ζητήσει την αποζημίωση που αντιστοιχεί στην «απώλεια της ευκαιρίας διαγωνιζομένου να του ανατεθεί η σύμβαση» ( 24 ), καθώς και το διαφυγόν κέρδος, σε περίπτωση που μπορεί να αποδειχθεί με βεβαιότητα ότι ο διαγωνιζόμενος έπρεπε να είχε κηρυχθεί ανάδοχος. Το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε επανειλημμένως ότι «είναι δυνατή η αποτίμηση της απώλειας της ευκαιρίας διαγωνιζομένου να του ανατεθεί η σύμβαση» ( 25 ).
56.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι τόσο στο πεδίο των υπαλληλικών υποθέσεων όσο και σε εκείνο των δημοσίων συμβάσεων της Ένωσης η απώλεια σοβαρής ευκαιρίας εξαιτίας παράνομης πράξεως γεννά υποχρέωση υλικής αποζημιώσεως. Η παραδοχή αυτή δεν έχει ακόμη επεκταθεί γενικώς στο δίκαιο της Ένωσης περί ευθύνης από αδικοπραξία, αλλά σε ορισμένες αποφάσεις του Δικαστηρίου παρατηρείται ότι η εν λόγω έννοια δεν είναι καθόλου ξένη προς τη γενική νομολογιακή πρακτική του οργάνου αυτού.
57.
Το πρώτο που πρέπει να επισημανθεί είναι μια προηγούμενη νομολογιακή γραμμή του Δικαστηρίου, ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1970, η οποία δέχεται σαφώς ότι η προϋπόθεση της «βέβαιης» ζημίας δεν μπορεί να αναφέρεται σε απόλυτη βεβαιότητα ( 26 ). Η παραδοχή αυτή δεν είναι τυχαία, αλλά διατυπώθηκε με σκοπό να διακρίνει τις προϋποθέσεις της αγωγής αποζημιώσεως των άρθρων 34 και 40 της Συνθήκης ΕΚΑΕ από εκείνες της Συνθήκης ΕΟΚ, η οποία εμφανίζεται πιο γενναιόδωρη. Αναγνωρίζοντας ότι η ζημία πρέπει να είναι «βέβαιη», αλλά όχι σε απόλυτο βαθμό, το Δικαστήριο επιδίωξε τη συνέπεια προς το ευρύτερο περιεχόμενο του παλαιού άρθρου 215 της Συνθήκης ΕΟΚ. Βεβαίως, η εν λόγω διευκρίνιση δεν θα είχε άμεσες συνέπειες για τη συγκεκριμένη κατάσταση των εναγόντων, καθώς η σχετική κρίση περιλαμβανόταν στο κεφάλαιο που αφορούσε το παραδεκτό της αγωγής. Σε διάφορες υποθέσεις των δεκαετιών του 1970 και του 1980, το Δικαστήριο επέλεξε να ερμηνεύσει ευρέως την προϋπόθεση που αφορούσε τον «βέβαιο» χαρακτήρα της ζημίας, με σκοπό να διαπιστώσει το έννομο συμφέρον του ενάγοντος και, στη συνέχεια, κατά την εξέταση της ουσίας, απέρριπτε τις αγωγές λόγω απουσίας παράνομης πράξεως ( 27 ).
58.
Ομοίως, σε άλλες υποθέσεις, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να αποφανθεί επί του «βέβαιου» χαρακτήρα της ζημίας κατά την εξέταση της ουσίας, με σκεπτικό παρόμοιο με αυτό που εκτέθηκε στο προηγούμενο σημείο. Έτσι, στην υπόθεση Ireks‑Arkady κατά Συμβουλίου και Επιτροπής ( 28 ), το Δικαστήριο αναγνώρισε την ευθύνη της Κοινότητας λόγω καταργήσεως των επιστροφών στους παραγωγούς quellmehl. Η κατάργηση αυτή είχε προηγουμένως κριθεί παράνομη με την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Ruckdeschel κ.λπ. ( 29 ), ως αντίθετη προς την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, καθώς κρίθηκε ότι εισήγαγε αδικαιολόγητη άνιση μεταχείριση του quellmehl σε σχέση προς το διογκωμένο άμυλο. Το Συμβούλιο επανέφερε τις επιστροφές στην παραγωγή quellmehl αναδρομικά, αλλά μόνον από την ημερομηνία της ως άνω αποφάσεως Ruckdeschel κ.λπ.
59.
Έτσι, όταν κλήθηκε, στην υπόθεση Ireks‑Arkady κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, να αποφανθεί επί αγωγής αποζημιώσεως λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης, η οποία ασκήθηκε μετά την απόφαση Ruckdeschel κ.λπ. από τους παραγωγούς quellmehl, το Δικαστήριο έκρινε ότι το Συμβούλιο υπερέβη σε σημαντική έκταση και σαφώς τα όρια που πρέπει να τηρεί κατά την άσκηση των διακριτικών του εξουσιών. Κατά το Δικαστήριο, η αιτία της ζημίας την οποίαν επικαλέστηκε η ενάγουσα βρισκόταν στην κατάργηση από το Συμβούλιο των επιστροφών που έπρεπε να είχαν καταβληθεί στους παραγωγούς quellmehl μεταξύ της ημερομηνίας καταργήσεως των επιστροφών και της ημερομηνίας εκδόσεως της αποφάσεως Ruckdeschel κ.λπ. Και, μολονότι κάνει, με την απόφασή του, αναφορά στη δυσκολία που θα παρουσίαζε η ακριβής αποτίμηση της εν λόγω ζημίας, το γεγονός ότι αυτή δεν ήταν απολύτως βέβαιη δεν το εμπόδισε να αναγνωρίσει την ευθύνη της Κοινότητας.
60.
Το σκεπτικό της αποφάσεως Ireks‑Arkady κατά Συμβουλίου και Επιτροπής δεν αποτελεί μεμονωμένη περίπτωση στη νομολογία. Πιο πρόσφατα, στην υπόθεση Agraz κ.λπ. κατά Επιτροπής ( 30 ), το Δικαστήριο αντιμετώπισε μια περίπτωση στην οποία τέθηκε το ζήτημα αν, δεδομένης της διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει η Επιτροπή κατά τον καθορισμό της ελάχιστης τιμής και του ύψους της ενισχύσεως προς τα μεταποιημένα προϊόντα με βάση την τομάτα για την περίοδο 2000‑2001, μπορούσε να θεωρηθεί «βέβαιη» η ζημία που υπέστησαν οι παραγωγοί των προϊόντων αυτών σε διάφορα κράτη μέλη. Στην υπόθεση εκείνη, η Επιτροπή δεν είχε λάβει υπόψη την τιμή της κινέζικης τομάτας κατά τον καθορισμό του ποσού των ενισχύσεων, όπως απαιτεί η σχετική ευρωπαϊκή νομοθεσία. Το τότε Πρωτοδικείο έκρινε παράνομο τον κανονισμό με τον οποίον καθορίστηκε το ύψος των ενισχύσεων, καθώς έκρινε ότι έπασχε σοβαρό τυπικό ελάττωμα για τον ως άνω λόγο. Ωστόσο, επειδή η διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής κατά τον καθορισμό του ύψους των ενισχύσεων είναι ευρύτατη, το νυν Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι δεν επρόκειτο για «βέβαιη» ζημία.
61.
Με την απόφαση Agraz κ.λπ. κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο απέκλινε από τη λύση που έδωσε το νυν Γενικό Δικαστήριο και έκρινε ότι η ζημία που είχαν υποστεί οι παραγωγοί τομάτας ήταν όντως «βέβαιη». Κατά τη διατύπωση του ίδιου του Δικαστηρίου, «[π]όρρω απέχοντας του να είναι υποθετική ή απλώς ενδεχόμενη, η ύπαρξη της ζημίας που προβάλλουν οι αναιρεσείουσες είναι ως εκ τούτου αναμφισβήτητη. Παρά την υφιστάμενη αβεβαιότητα ως προς τον ακριβή ποσοτικό υπολογισμό της, η εν λόγω ζημία δύναται εξάλλου να αποτιμηθεί οικονομικώς» ( 31 ). Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν ασκούσαν επιρροή στην υπόθεση οι δυσχέρειες στη διάθεση της κοινοτικής παραγωγής κατά τη συγκεκριμένη περίοδο εμπορίας, ούτε το γεγονός ότι το σύστημα προγραμματισμένης διαχειρίσεως εξασφάλισε τη διάθεση της παραγωγής τομάτας κατά τη διάρκεια της επίδικης περιόδου εμπορίας. Ο παράνομος καθορισμός του ύψους των ενισχύσεων στέρησε από τους παραγωγούς τομάτας διαφόρων κρατών μελών τη δυνατότητα να τη διαθέσουν στο εμπόριο υπό ευνοϊκότερους όρους. Το γεγονός αυτό, ακόμη και αν η αποτίμηση της ζημίας δεν ήταν σε καμιά περίπτωση βέβαιη, επέτρεπε, κατά το Δικαστήριο, στις αναιρεσείουσες να ζητήσουν την αποκατάσταση μιας ζημίας που θεμελίωνε δικαίωμα υλικής αποζημιώσεως.
δ) Ανακεφαλαίωση και πρόταση
62.
Κατόπιν των ανωτέρω, θεωρώ ότι η κοινοτική νομολογία έχει κάνει σημαντικές προόδους, οι οποίες πρέπει να εξεταστούν υπό ένα γενικότερο πρίσμα. Από την προηγηθείσα ανάλυση προκύπτει ότι η απώλεια ευκαιρίας δεν θεμελιώνει δικαίωμα αποζημιώσεως μόνον για το προσωπικό των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, αλλά συνιστά ιδιαίτερη κατηγορία, η οποία απαντά σε διάφορους τομείς του δικαίου της Ένωσης. Αν σε αυτό προστεθεί το γεγονός ότι πρόκειται για μια κατηγορία που απαντά σε μεγάλο αριθμό κρατών μελών, συνάγεται αβίαστα το συμπέρασμα ότι η απώλεια ευκαιρίας, ως συστατικό στοιχείο της ζημίας που δημιουργεί υποχρέωση προς αποζημίωση, εμπίπτει στις «γενικές αρχές του δικαίου που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών», όπως απαιτεί το άρθρο 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ.
63.
Βεβαίως, η προμνημονευθείσα νομολογία δεν δέχεται την απώλεια ευκαιρίας άνευ ετέρου. Αντιθέτως, στις ως άνω αποφάσεις παρατηρείται σημαντική επιφυλακτικότητα κατά την αναγνώριση του είδους αυτού ζημίας, η οποία συνοδεύεται από διάφορες προϋποθέσεις που δεν είναι εύκολο να συντρέχουν.
64.
Κατ’ αρχάς, η απώλεια ευκαιρίας πρέπει, όπως επισημαίνει η απόφαση Girardot, να είναι «σοβαρή». Μολονότι υπάρχουν διάφορες τεχνικές για τη μέτρηση των πιθανοτήτων, το Δικαστήριο οφείλει να επιλέξει ένα εργαλείο που να στηρίζεται στη βέβαιη ύπαρξη ενός μελλοντικού μειονεκτήματος. Εν πάση περιπτώσει, η απώλεια ευκαιρίας πρέπει να είναι αρκούντως προβλέψιμη ώστε να μπορεί να αποδειχθεί με τα συμβατικά αποδεικτικά μέσα.
65.
Δεύτερον, η σοβαρή απώλεια ευκαιρίας δεν ισοδυναμεί με την πρόκληση μιας ζημίας που έχει απόλυτες πιθανότητες να επιβεβαιωθεί, διότι, σε αντίθετη περίπτωση, δεν θα επρόκειτο για απώλεια ευκαιρίας, αλλά για διαφυγόν κέρδος. Επιβάλλεται να σημειωθεί ότι τα δικαστήρια της Ένωσης, στις περισσότερες υποθέσεις που τα απασχόλησαν σχετικά, αποφάνθηκαν επί της αποτιμήσεως της απώλειας ευκαιρίας με παρεμπίπτουσα απόφαση ή, στην περίπτωση αναιρετικών αποφάσεων, με αναπομπή της υποθέσεως που οδήγησε σε νέα πρωτόδικη απόφαση. Έτσι εξηγείται γιατί μέχρι σήμερα το Δικαστήριο δεν είχε πολλές ευκαιρίες να αναπτύξει τη νομολογία ως προς το ζήτημα αυτό.
66.
Τρίτον, η απώλεια ευκαιρίας δεν παρέχει δικαίωμα αποζημιώσεως για ολόκληρη την απώλεια του κέρδους του οποίου η προσδοκία ματαιώθηκε. Η M.‑C. Girardot δεν μπορούσε να ζητήσει το συνολικό ποσό των μισθών που θα είχε εισπράξει σε περίπτωση προσλήψεώς της, όπως ο αποκλεισθείς διαγωνιζόμενος δεν μπορούσε να απαιτήσει το πλήρες τίμημα της συμβάσεως με τους όρους που είχε διατυπώσει στην προσφορά του. Το Δικαστήριο και το Γενικό Δικαστήριο ακολούθησαν την πρακτική των κρατών μελών αναγνωρίζοντας πάντοτε ζημία κατά το μάλλον ή ήττον κατώτερη του κέρδους του οποίου η πιθανή απόκτηση ματαιώθηκε. Έτσι, στην υπόθεση Girardot, το Γενικό Δικαστήριο επέλεξε μια μέθοδο την οποία ρητώς επικύρωσε το Δικαστήριο και με την οποία εφάρμοσε πολλαπλασιαστικό συντελεστή 0,5 επί της απώλειας των αποδοχών που υπέστη η M.‑C. Girardot. Ο συντελεστής αυτός αντιπροσωπεύει μια εκτίμηση του ποσοστού πιθανοτήτων που θα είχε η M.‑C. Girardot να καταλάβει μια από τις θέσεις εργασίας, εν προκειμένω ποσοστού 50 %.
67.
Τέταρτον, τέλος, το βάρος αποδείξεως της ευκαιρίας στη συγκεκριμένη περίπτωση φέρει, προφανώς, ο ενάγων, στον οποίον απόκειται να αποδείξει όχι μόνον τη σοβαρότητα της ματαιωθείσας ευκαιρίας, αλλά και τον βαθμό της πιθανότητας που πράγματι υπήρχε. Η εμφάνιση πολύ προηγμένων μεθόδων, ικανών να υπολογίσουν την πιθανότητα μελλοντικών κερδών, ακόμη και ματαιωθέντων μελλοντικών κερδών, διευκολύνει το έργο αυτό για τους διαδίκους κατά την ακριβή οικονομική αποτίμηση της απολεσθείσας ευκαιρίας, ειδικά στο πεδίο του οικονομικού δικαίου.
68.
Εν περιλήψει, δεν βρίσκω λόγους να αποκλείσω κατ’ αρχήν ότι η απώλεια ευκαιρίας αποτελεί συστατικό στοιχείο της ζημίας που δημιουργεί υποχρέωση προς αποζημίωση βάσει του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Η εξέλιξη του συγκριτικού δικαίου και της νομολογίας του Δικαστηρίου, καθώς και των αποδεικτικών μέσων που έχουν σήμερα στη διάθεσή τους οι διάδικοι επιτρέπουν στο Δικαστήριο να κρίνει ότι, σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης περί ευθύνης από αδικοπραξία, χωρεί αποζημίωση στις περιπτώσεις απώλειας σοβαρής ευκαιρίας εξαιτίας παράνομης πράξεως θεσμικού οργάνου της Ένωσης.
69.
Κατόπιν όσων μόλις εκτέθηκαν, θα εξετάσω τον λόγο που προβάλλει ο J.‑F. Giordano, όσον αφορά τον «βέβαιο» χαρακτήρα της ζημίας στην επίδικη υπόθεση.
ε) Εκτίμηση του εξεταζόμενου λόγου αναιρέσεως
70.
Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι ο προσφεύγων δεν είχε υποστεί βέβαιη ζημία επειδή ο νομοθέτης της Ένωσης δεν είχε χορηγήσει στους ιδιώτες δικαίωμα στην εξάντληση της ποσοστώσεως. Στηριζόμενο στην παραδοχή αυτή, με την οποία συνδέεται στενά η έννοια του προσωπικού δικαιώματος στην ποσόστωση και την εξάντλησή της με την τρίτη προϋπόθεση θεμελιώσεως εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης, δηλαδή, με την ύπαρξη ζημίας που δημιουργεί δικαίωμα αποζημιώσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η ζημία που είχε υποστεί ο J.‑F. Giordano δεν ήταν «βέβαιη» και, ως εκ τούτου, απέρριψε την αγωγή.
71.
Προς στήριξη του σκεπτικού του, το Γενικό Δικαστήριο παραθέτει «κατ’ αναλογίαν» την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου στην υπόθεση Cofradía de pescadores «San Pedro» de Bermeo κ.λπ. κατά Συμβουλίου ( 32 ), με την οποία καθιερώθηκε ότι ο καθορισμός μιας ποσοστώσεως με πράξη της Ένωσης δεν δημιουργεί δικαιώματα υπέρ των ιδιωτών, αλλ’ απλώς καθορίζει ένα ανώτατο όριο αλιευμάτων ( 33 ).
72.
Είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι κατά της αποφάσεως Cofradía de pescadores «San Pedro» de Bermeo κ.λπ. κατά Συμβουλίου ασκήθηκε αναίρεση ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο, σε γενικές γραμμές, επικύρωσε το σκεπτικό του Γενικού Δικαστηρίου ( 34 ). Ωστόσο, το Δικαστήριο αποφάνθηκε αποκλειστικά επί του αν η ποσόστωση παρέχει δικαιώματα όσον αφορά τον παράνομο χαρακτήρα και όχι τη ζημία. Το Δικαστήριο κατέληξε, όπως και το Γενικό Δικαστήριο, στο συμπέρασμα ότι τα μέτρα που κρίθηκαν παράνομα ήταν αντίθετα προς τους κανόνες δικαίου της Ένωσης και συγκεκριμένα προς την αρχή της σχετικής σταθερότητας και προς την Πράξη περί των όρων προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας, «οι οποίοι δεν έχουν ως σκοπό την απονομή δικαιωμάτων σε ιδιώτες» ( 35 ). Ως εκ τούτου, η παράβαση των εν λόγω κανόνων δεν παρείχε στους ενάγοντες δικαίωμα αποζημιώσεως σύμφωνα με το τότε άρθρο 288 ΕΚ (νυν άρθρο 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ).
73.
Πάντως, το Δικαστήριο, με την απόφασή του επί της υποθέσεως εκείνης, ουδόλως αποφάνθηκε επί του αν η παράβαση είχε προκαλέσει «βέβαιη» ζημία. Αντιθέτως, το Πρωτοδικείο το έπραξε με την τότε αναιρεσιβληθείσα απόφασή του, κρίνοντας ότι, καθόσον οι ιδιώτες δεν είχαν σχετικό δικαίωμα και δεν ήταν δυνατή η πρόβλεψη των μελλοντικών αλιευμάτων, η ζημία που ισχυρίζονταν ότι είχαν υποστεί οι ενάγοντες δεν ήταν «βέβαιη» και, ως εκ τούτου, δεν θεμελίωνε δικαίωμα αποζημιώσεως.
74.
Κατόπιν των ανωτέρω, φρονώ ότι το Γενικό Δικαστήριο, κρίνοντας με την αναιρεσιβαλλόμενη εν προκειμένω απόφασή του ότι η ζημία που υπέστη ο J.-F. Giordano δεν ήταν «βέβαιη», δεν ακολούθησε τη νομολογία του Δικαστηρίου, αλλά εφάρμοσε νομολογία η οποία αφορούσε τον παράνομο χαρακτήρα του μέτρου που προκάλεσε τη ζημία ( 36 ). Η νομολογία αυτή οδήγησε, κατά την άποψή μου, το Γενικό Δικαστήριο σε πλάνη περί το δίκαιο.
75.
Πράγματι, στην υπόθεση Cofradía de Pescadores «San Pedro» de Bermeo κ.λπ. κατά Συμβουλίου ζητήθηκε η αποκατάσταση ζημίας που είχε προκληθεί εξαιτίας παραβιάσεως της αρχής της σχετικής σταθερότητας και της Πράξεως περί των όρων προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας. Το Δικαστήριο ορθώς επιβεβαίωσε ότι οι διατάξεις αυτές δεν παρέχουν δικαίωμα στους ιδιώτες σε σχέση με τις ποσοστώσεις αλιευμάτων, αλλ’ εισάγουν απλώς ένα σύστημα κατανομής των έμβιων υδρόβιων πόρων μεταξύ των κρατών μελών, η μετέπειτα εξέλιξη του οποίου προϋποθέτει την εφαρμογή διαφόρων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης και του εθνικού δικαίου.
76.
Ωστόσο, όπως θα εκθέσω στη συνέχεια και όπως είχα την ευκαιρία να εξηγήσω λεπτομερώς με τις προτάσεις μου στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Buono κ.λπ. κατά Επιτροπής, στην κρινόμενη υπόθεση, η παράνομη αιτία της ζημίας δεν είναι άλλη από την παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας, η οποία, κατά πάγια νομολογία, όντως συνιστά παράβαση υπέρτερου κανόνα που παρέχει δικαιώματα στους ιδιώτες. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο έσφαλε με το να θεωρήσει ότι μια παράβαση όπως εκείνη της υποθέσεως Cofradía de Pescadores «San Pedro» de Bermeo κ.λπ. κατά Συμβουλίου μπορεί να εξομοιωθεί με αυτήν της επίδικης υποθέσεως, η οποία θίγει την ίδια την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας.
77.
Στηριζόμενη στη σύνδεση αυτή μεταξύ των δύο υποθέσεων, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ζημία που υπέστη ο J.‑F. Giordano δεν είναι «βέβαιη». Η συλλογιστική αυτή, όμως, δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
78.
Όπως προέκυψε από την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο J.‑F. Giordano διέθετε άδεια αλιείας, η οποία είχε εκδοθεί από τον νομάρχη και αφορούσε ποσόστωση αλιευμάτων που ανέρχονταν σε 132,02 τόνους. Η άδεια επέτρεπε την αλιεία από 1ης Απριλίου έως 30 Ιουνίου 2008. Εξαιτίας του κανονισμού η αλιεία τόννου στα ύδατα στα οποία δραστηριοποιείται ο J.‑F. Giordano διακόπηκε στις 16 Ιουνίου. Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, μέχρι εκείνο το χρονικό σημείο τα αλιεύματα του J.‑F. Giordano ανέρχονταν συνολικά σε 71571 τόνους. Ως εκ τούτου, εξαιτίας του κανονισμού 530/2008, ο J.‑F. Giordano στερήθηκε τη δυνατότητα να προβεί στην αλιεία των 60449 τόνων στους οποίους είχε δικαίωμα βάσει της άδειάς του.
79.
Σύμφωνα με τα κριτήρια που εκτέθηκαν ανωτέρω, στα σημεία 38 έως 69, είναι προφανές ότι ο J.‑F. Giordano στερήθηκε την ευκαιρία να επιτύχει μελλοντικό κέρδος, το κέρδος, δηλαδή, που θα αποκόμιζε αν είχε εξαντλήσει την ποσόστωση αλιευμάτων που του αναλογούσε. Η παραδοχή ότι η ποσόστωση δεν παρέχει δικαίωμα δεν σημαίνει ότι η ζημία είναι αβέβαιη, όπως και το γεγονός ότι ένα θεσμικό όργανο της Ένωσης διαθέτει διακριτική ευχέρεια δεν στερεί τη ζημία που αυτό μπορεί να προκαλέσει από τον βέβαιο χαρακτήρα της. Το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως συνδέει την προϋπόθεση της παροχής δικαιώματος, τη συνδρομή της οποίας απαιτεί η νομολογία του Δικαστηρίου για τη στοιχειοθέτηση του παράνομου χαρακτήρα, με την προϋπόθεση του απαιτούμενου βέβαιου χαρακτήρα της ζημίας. Πρόκειται για μια σύνδεση η οποία όχι μόνον είναι ξένη προς την παραδοσιακή έννοια της ζημίας κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, αλλά και δυσχεραίνει, και σε μερικές περιπτώσεις αποκλείει, κάθε πιθανότητα αποζημιώσεως, και τούτο παρά την πρόκληση σοβαρής οικονομικής ζημίας.
80.
Η απόφαση Agraz κ.λπ. κατά Συμβουλίου εμφανίζεται κατηγορηματική όσον αφορά τις περιπτώσεις στις οποίες υφίσταται μεν οικονομική ζημία, η οποία, όμως, είναι σε μεγάλο βαθμό πιθανολογικά αβέβαιη. Αφού διαπίστωσε ότι η Επιτροπή έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια, η οποία δεν επιτρέπει να προδικαστεί η μελλοντική έκδοση αποφάσεως ευνοϊκής για τα συμφέροντα του αναιρεσείοντος, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι «παρά την υφιστάμενη αβεβαιότητα ως προς τον ακριβή ποσοτικό υπολογισμό της, η εν λόγω ζημία δύναται […] να αποτιμηθεί οικονομικώς» ( 37 ). Εν πάση περιπτώσει, όπως εξέθεσα στο σημείο 64 των προτάσεων αυτών, το καθοριστικό στοιχείο είναι το πόσο σοβαρή είναι η πιθανότητα αποκτήσεως του κέρδους.
81.
Όπως εξέθεσα ανωτέρω, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιορίζεται να δηλώσει ότι η ζημία δεν είναι «βέβαιη» επειδή η ποσόστωση δεν παρέχει δικαιώματα στους ιδιώτες. Το σκεπτικό αυτό, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο J.‑F. Giordano στερήθηκε την ευκαιρία να αποκομίσει ένα κέρδος του οποίου η οικονομική αξία είναι αδιαμφισβήτητη, αρκεί ώστε να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο λόγος που επικαλείται ο J.‑F. Giordano είναι βάσιμος και, επομένως, ώστε να ακυρωθεί η πρωτόδικη απόφαση.
Β. Επί των λοιπών λόγων αναιρέσεως
82.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, οι λοιποί λόγοι προβάλλονται αλυσιτελώς· προτείνω, επομένως, στο Δικαστήριο να δεχθεί εν μέρει την αίτηση αναιρέσεως για τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος στηρίζεται στην εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, σε σχέση με τον «βέβαιο» χαρακτήρα της ζημίας που υπέστη ο αναιρεσείων.
VII – Οριστική επίλυση της διαφοράς
83.
Σύμφωνα με το άρθρο 61 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, «εάν η αναίρεση κριθεί βάσιμη, το Δικαστήριο αναιρεί την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου» και μπορεί «να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον είναι ώριμη προς εκδίκαση».
84.
Κατά την άποψή μου, το Δικαστήριο είναι σε θέση να επιλύσει εν μέρει τη διαφορά.
85.
Συναφώς, κατά πάγια νομολογία, σε υποθέσεις εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης λόγω παράνομης συμπεριφοράς των θεσμικών της οργάνων και υπηρεσιών, αναγνωρίζεται δικαίωμα αποζημιώσεως όταν πληρούνται τρεις προϋποθέσεις: όταν ο κανόνας δικαίου τον οποίον αφορά η παράβαση έχει ως αντικείμενο την παροχή δικαιωμάτων στους ιδιώτες και η παράβασή του είναι κατάφωρη, όταν έχει αποδειχθεί το πραγματικό της ζημίας και, τέλος, όταν υφίσταται άμεση αιτιώδης σχέση μεταξύ της αποδιδόμενης στην Ένωση παραβάσεως και της ζημίας που υπέστησαν οι ζημιωθέντες ( 38 ).
Α. Παράβαση κανόνα δικαίου που έχει ως αντικείμενο την παροχή δικαιωμάτων στους ιδιώτες και κατάφωρος χαρακτήρας της παραβάσεως αυτής
86.
Όπως προεκτέθηκε, η κρινόμενη υπόθεση χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι ο κανόνας δικαίου που παραβιάστηκε δεν είναι άλλος από την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας, όπως επιβεβαίωσε το Δικαστήριο με την απόφασή του AJD Tuna. Κατά την πλούσια σχετική νομολογία του Δικαστηρίου, η παραβίαση της βασικής αυτής για την Ένωση αρχής αρκεί για να στοιχειοθετηθεί ο κατάφωρος χαρακτήρας της παραβάσεως ( 39 ).
87.
Βεβαίως, ο μόνος κανόνας δικαίου που έχει παραβιαστεί εν προκειμένω είναι η εν λόγω αρχή και κανένας άλλος από όσους αναφέρει ο αναιρεσείων, καθώς το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να αναφερθεί στις πιθανές παραβιάσεις από τον κανονισμό 530/2008 των αρχών της αναλογικότητας, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ή της ιδιοκτησίας, μεταξύ άλλων. Το μόνο ελάττωμα που μπορεί να αποδοθεί στον ως άνω κανονισμό, μετά την εξαντλητική ανάλυση στην οποία προέβη το Δικαστήριο στην προπαρατεθείσα απόφαση AJD Tuna, είναι αυτό που αφορά την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας. Ο J.‑F. Giordano υποχρεώθηκε, κατά παραβίαση της ως άνω αρχής, να διεξαγάγει τις αλιευτικές του δραστηριότητες κατά μία εβδομάδα λιγότερο σε σχέση με τα θυνναλιευτικά γρι‑γρι υπό ισπανική σημαία.
88.
Πληρούται, επομένως, η προϋπόθεση που αφορά την ύπαρξη παραβάσεως κανόνα δικαίου ο οποίος έχει ως αντικείμενο την παροχή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, καθώς και τον κατάφωρο χαρακτήρα της παραβάσεως αυτής.
Β. Άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αποδιδόμενης στην Ένωση παραβάσεως και της προκληθείσας ζημίας
89.
Ομοίως, εκτιμώ ότι υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραβάσεως που αποδίδεται στην Ένωση και της ζημίας που υπέστη ο ζημιωθείς, καθώς είναι πρόδηλο ότι ο κανονισμός 530/2008 και μόνον προκάλεσε τη διακοπή των δραστηριοτήτων του J.‑F. Giordano.
90.
Εντούτοις, επιβάλλεται να ληφθεί υπόψη μια παράμετρος που επηρεάζει την έκταση της ευθύνης.
91.
Η παράνομη αιτία της ζημίας του J.‑F. Giordano είναι, όπως προαναφέρθηκε, η παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας, λόγω της αδικαιολόγητης άνισης μεταχειρίσεως των θυνναλιευτικών γρι‑γρι υπό ισπανική σημαία σε σχέση με τα λοιπά θυνναλιευτικά. Δεδομένου ότι τα ισπανικά θυνναλιευτικά γρι‑γρι είχαν στη διάθεσή τους μία επιπλέον εβδομάδα αλιευτικών δραστηριοτήτων, ο J.‑F. Giordano στερήθηκε μια πολύτιμη περίοδο δραστηριότητας, την οποίαν, όμως, εξακολούθησαν να έχουν στη διάθεσή τους άλλα σκάφη.
92.
Δεδομένου ότι η ευθύνη που επικαλείται ο αναιρεσείων στηρίζεται σε παράνομη πράξη, και αφού αποκλείστηκε στο προηγούμενο σημείο η ύπαρξη άλλων ελαττωμάτων του κανονισμού 530/2008, φρονώ ότι υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μόνο μεταξύ της πράξεως που συνιστά την άνιση μεταχείριση, της επιπλέον, δηλαδή, εβδομάδας αλιευτικής δραστηριότητας που είχαν στη διάθεσή τους τα θυνναλιευτικά γρι‑γρι υπό ισπανική σημαία, και της προκληθείσας ζημίας. Η άνιση μεταχείριση, η οποία έχει κριθεί παράνομη από το Δικαστήριο στην προπαρατεθείσα απόφαση AJD Tuna, έφερε σε μειονεκτική θέση τον αναιρεσείοντα για μία μόνον εβδομάδα και όχι και για την επόμενη, κατά την οποίαν απαγορεύτηκε η δραστηριότητα σε όλα τα θυνναλιευτικά, συμπεριλαμβανομένων των ισπανικών.
93.
Επομένως, το γεγονός ότι η εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης στηρίζεται κατ’ εξοχήν στον παράνομο χαρακτήρα της ζημίας, όπως τον επικαλέστηκε ο αναιρεσείων στην επίδικη υπόθεση, επιβάλλει τον περιορισμό της αιτιώδους συνάφειας στις παράνομες πράξεις και τις προκληθείσες ζημίες και όχι την επέκτασή της σε άλλες μη παράνομες πράξεις, όσο συνδεδεμένες και αν είναι με τις επίδικες περιστάσεις. Εφόσον το στοιχείο της παρανομίας αφορά την εβδομάδα κατά την οποίαν ο αναιρεσείων στερήθηκε αδικαιολόγητα την άσκηση μιας οικονομικής δραστηριότητας, αυτή είναι και η χρονική περίοδος που ενδιαφέρει όσον αφορά τη θεμελίωση εξωσυμβατικής ευθύνης λόγω παράνομης πράξεως.
94.
Ως εκ τούτου, προτείνω στο Δικαστήριο να περιοριστεί στην αιτιώδη συνάφεια που συνέτρεχε κατά την περίοδο μεταξύ 16 και 23 Ιουνίου 2008, κατά την οποίαν ο κανονισμός 530/2008 απαγόρευσε παρανόμως την αλιευτική δραστηριότητα του αναιρεσείοντος, αντιμετωπίζοντάς τον διαφορετικά από τα ισπανικά θυνναλιευτικά.
95.
Κατά συνέπεια, πληρούται η προϋπόθεση που αφορά την ύπαρξη άμεσης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αποδιδόμενης στην Ένωση παραβάσεως και της ζημίας που υπέστη ο ζημιωθείς, εφόσον η ζημία περιοριστεί στην περίοδο μεταξύ 16ης και 23ης Ιουνίου 2008.
Γ. Πραγματική και βέβαιη ζημία
96.
Τέλος, είναι αναγκαίο να διαπιστωθεί αν αποδείχθηκε ο πραγματικός χαρακτήρας της ζημίας, ώστε αυτή να είναι πραγματική και βέβαιη.
97.
Όπως εκτέθηκε ανωτέρω, στα σημεία 49 έως 61, η νομολογία του Δικαστηρίου έχει δεχθεί επανειλημμένως ότι ο βέβαιος χαρακτήρας μιας ζημίας δεν χρειάζεται να είναι απαραίτητα απόλυτος, καθώς μπορεί να συναχθεί στην περίπτωση μιας απώλειας σοβαρής ευκαιρίας, η οποία προκλήθηκε άμεσα από παράνομη πράξη της Ένωσης. Δεν θα επαναλάβω εδώ όσα εκτέθηκαν λεπτομερώς ανωτέρω, στα σημεία 38 έως 69, αλλά θα αρκεστώ να υπενθυμίσω ότι μια απώλεια σοβαρής ευκαιρίας συνιστά πραγματική και βέβαιη ζημία που θεμελιώνει υποχρέωση αποκαταστάσεως.
98.
Από τη δικογραφία προκύπτει ότι ο J.‑F. Giordano διέθετε άδεια αλιείας που του επέτρεπε την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας μέχρι τις 30 Ιουνίου 2008. Προκύπτει, επίσης, ότι πλοιοκτήτες όπως ο J.‑F. Giordano κατά τα προηγούμενα έτη εξαντλούσαν κατά κανόνα τις ποσοστώσεις αλιείας που τους αναλογούσαν, γεγονός που δεν αμφισβητεί η Επιτροπή.
99.
Επιπλέον, το γεγονός ότι υπήρχαν σοβαρές ενδείξεις ότι τα αποθέματα αλιείας επρόκειτο να εξαντληθούν πριν την ημερομηνία λήξεως της αλιευτικής περιόδου δεν φαίνεται να εμπόδισε τα ισπανικά θυνναλιευτικά να συνεχίσουν τις δραστηριότητές τους μεταξύ 16 και 23 Ιουνίου 2008, ακόμη και στα ύδατα στα οποία αλιεύουν συνήθως τα γαλλικά θυνναλιευτικά, όπως αυτό του J.‑F. Giordano.
100.
Ακριβώς επειδή η απώλεια ευκαιρίας δεν καλύπτει το συνολικό ποσό του ματαιωθέντος κέρδους, τα επιχειρήματα που προβάλλει η Επιτροπή απλώς επιβεβαιώνουν ότι η πιθανότητα να συνεχίσει ο J.‑F. Giordano να καλύπτει την ποσόστωση κατά την εβδομάδα μεταξύ 16 και 23 Ιουνίου 2008 δεν ήταν απόλυτη, χωρίς, όμως, αυτό να αναιρεί τον σοβαρό χαρακτήρα της απολεσθείσας ευκαιρίας.
101.
Βεβαίως, οι διάδικοι δεν είχαν στον πρώτο βαθμό την ευκαιρία να αναφερθούν λεπτομερώς στις ακριβείς πιθανότητες κέρδους του J.‑F. Giordano κατά τις ως άνω ημερομηνίες του 2008. Το ζήτημα αυτό, το οποίο συνδέεται στενά με την αποτίμηση της προκληθείσας ζημίας, δεν τέθηκε κατά τη διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου με τους όρους που εκτέθηκαν εν προκειμένω.
102.
Κατά συνέπεια, καλώ το Δικαστήριο να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο, προκειμένου να αποφανθεί εκείνο, υπό το πρίσμα των ανωτέρω εκτεθέντων, επί της ακριβούς αποτιμήσεως της ζημίας που υπέστη ο αναιρεσείων.
VIII – Δικαστικά έξοδα
103.
Μολονότι προτείνεται η μερική αναπομπή της υποθέσεως στο Γενικό Δικαστήριο, φρονώ ότι το κύριο ζήτημα της επίδικης αιτήσεως αναιρέσεως έχει επιλυθεί ως προς τα βασικά του σημεία. Ως εκ τούτου, και σύμφωνα με τα άρθρα 138, παράγραφος 1, και 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, προτείνω στο Δικαστήριο να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα της κατ’ αναίρεση δίκης.
IX – Πρόταση
104.
Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
Να δεχθεί εν μέρει την αίτηση αναιρέσεως για τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος στηρίζεται στην εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, σε σχέση με τον «βέβαιο» χαρακτήρα της ζημίας που υπέστη ο αναιρεσείων και, κατά συνέπεια:
1)
να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου, της 7ης Νοεμβρίου 2012, επί της υποθέσεως T‑114/08·
2)
να δεχθεί την αγωγή αποζημιώσεως λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης που άσκησε ο J.‑F. Giordano και να αναγνωρίσει την εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης λόγω της εκδόσεως του κανονισμού 530/2008 της Επιτροπής, της 12ης Ιουνίου 2008, καθόσον αποδείχθηκε η συνδρομή των προϋποθέσεων που απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση της εξωσυμβατικής ευθύνης του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης·
3)
να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο ώστε να αποφανθεί εκείνο επί της αποτιμήσεως της ζημίας που υπέστη ο J.‑F. Giordano·
4)
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα της εκδικάσεως σε πρώτο βαθμό της υποθέσεως T‑114/08, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2012, καθώς και στα έξοδα της κατ’ αναίρεση δίκης.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.
( 2 ) Κανονισμός της 12ης Ιουνίου 2008 (ΕΕ L 155, σ. 9).
( 3 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 7ης Μαΐου 2007 (ΕΕ L 123, σ. 3).
( 4 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2007 (ΕΕ L 340, σ. 8).
( 5 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2002 (ΕΕ L 358, σ. 59).
( 6 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 16ης Ιανουαρίου 2008, περί καθορισμού, για το 2008, για ορισμένα αποθέματα ιχθύων και ομάδες αποθεμάτων ιχθύων, των αλιευτικών δυνατοτήτων και των συναφών όρων στα κοινοτικά ύδατα και, για τα κοινοτικά σκάφη, σε άλλα ύδατα όπου απαιτούνται περιορισμοί αλιευμάτων (ΕΕ L 19, σ. 1).
( 7 ) Κανονισμός της 22ας Μαΐου 2008, για την προσαρμογή ορισμένων ποσοστώσεων τόνου για το 2008, σύμφωνα με το άρθρο 21 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2847/93 του Συμβουλίου για τη θέσπιση συστήματος ελέγχου που εφαρμόζεται στην κοινή αλιευτική πολιτική (ΕΕ L 134, σ. 11).
( 8 ) Όπ.π.
( 9 ) Απόφαση της 17ης Μαρτίου 2011, C-221/09 (Συλλογή 2011, σ. I-1655).
( 10 ) Απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 2005, Τ‑415/03 (Συλλογή 2005, σ. IΙ-4355).
( 11 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1993, για τη θέσπιση συστήματος ελέγχου της κοινής αλιευτικής πολιτικής (ΕΕ L 261, σ. 1).
( 12 ) Από γενική άποψη, βλ. Van Raepenbusch, S., «La convergence entre les régimes de responsabilité extracontractuelle de l’Union européenne et des États membres», ERA Forum (2012), και Giacobbo‑Peyronnel, V., «L’indemnisation de la perte de chance en droit de la fonction publique de l’Union européenne», σε Mahieu, S. (επιμέλεια) Contentieux de l’Union européenne – Questions choisies, εκδ. Larcier, 2014.
( 13 ) Βλ., για παράδειγμα, το άρθρο 2, παράγραφος 7, της οδηγίας 92/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1992 (ΕΕ L 76, σ. 14), σύμφωνα με το οποίο «[ό]ταν ένα πρόσωπο υποβάλλει αίτηση αποζημίωσης για δαπάνες στις οποίες προέβη για την προετοιμασία της προσφοράς ή τη συμμετοχή σε διαδικασία σύναψης συμβάσεως, το εν λόγω πρόσωπο υποχρεούται μόνον να αποδείξει την παράβαση της κοινοτικής νομοθεσίας της σχετικής με τη σύναψη συμβάσεων ή των εθνικών κανόνων εφαρμογής της εν λόγω νομοθεσίας και ότι είχε όντως πιθανότητα να αναλάβει τη σύμβαση, την οποία πιθανότητα όμως έχασε, λόγω της παράβασης αυτής».
( 14 ) Βλ., αντί άλλων, De Ferra, C., «De Finetti, la rivoluzione della probabilità», Assicurazioni, τεύχος 2, 2002, σ. 185 έως 195, και Majone, G., «Foundations of Risk Regulation: Science, Decision‑Making, Policy Learning and Institutional Reform», European Journal of Risk Regulation, τεύχος 1, 2010, σ. 5 επ.
( 15 ) Για την εξέλιξη από ιστορικής και συγκριτικής απόψεως, βλ. Medina Alcoz, L., La teoría de la pérdida de oportunidad. Estudio doctrinal y jurisprudencial de derecho de daños público y privado, Thomson‑Civitas, Μαδρίτη, 2007, σ. 127 επ.
( 16 ) Αντί άλλων, βλ. Loevinger, L., «Jurimetrics: Science and Prediction in the Field of Law», Minnesota Law Review, τεύχος 46, 1961‑1962, σ. 269 επ.
( 17 ) Βλ. Truckor, M.L., «The Loss of Chance Doctrine: Legal Recovery for Patients on the Edge of Survival», University of Dayton Law Review, τεύχος 24, 1999, και Fischer, D.A., «Tort Recovery for Loss of a Chance», Wake Forest Law Review, τεύχος 36, 2001, σ. 608 επ.
( 18 ) Βλ. τη συγκριτική ανάλυση του Fleischer, H., «Schadensersatz für verlorene Chancen im Vertrags‑ und Deliktsrecht», JZ 15/16 1999, VVAA· Les limites de la réparation du préjudice, Dalloz, Παρίσι, 2009· και Medina Alcoz, L., όπ.π., σ. 130 έως 167.
( 19 ) Απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 2008, C-348/06 P (Συλλογή 2008, σ. I-833).
( 20 ) Βλ. το σχόλιο του Giacobbo‑Peyronnel, V., όπ.π.
( 21 ) Απόφαση T-10/02, Girardot κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 2004, σ. I-A-109 και II-483).
( 22 ) Απόφαση της 6ης Ιουνίου 2006, T-10/02, Girardot κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 2006, σ. I-A-2-129 και II-A-2-609).
( 23 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 24 ) Απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2011, T-461/08, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά ΕΤΕπ (Συλλογή 2011, σ. II-6367).
( 25 ) Διατάξεις του Προέδρου του Γενικού Δικαστηρίου της 25ης Απριλίου 2008, T‑41/08, Vakakis κατά Επιτροπής (σκέψεις 66 και 67), της 20ής Ιανουαρίου 2010, T‑443/09, Agriconsulting Europe κατά Επιτροπής (σκέψη 32), και προπαρατεθείσα απόφαση Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά ΕΤΕπ (σκέψη 66).
( 26 ) Απόφαση της 2ας Ιουνίου 1976, 56/74 έως 60/74, Kampffmeyer κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1976, σ. 291, σκέψεις 7 και 8).
( 27 ) Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 2ας Μαρτίου 1977, 44/76, Eier-Kontor κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1976, σ. 325, σκέψη 8) και της 14ης Ιανουαρίου 1987, 281/84, Zuckerfabrik (Συλλογή 1987, σ. 49, σκέψη 14).
( 28 ) Απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1979, 238/78 (Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 451).
( 29 ) Απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 1997, 117/76 και 16/77 (Συλλογή τόμος 1977, σ. 531).
( 30 ) Απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2006, C-243/05 P (Συλλογή 2006, σ. I-10833).
( 31 ) Προπαρατεθείσα απόφαση Agraz κ.λπ. κατά Επιτροπής (σκέψη 42).
( 32 ) Όπ.π.
( 33 ) Προπαρατεθείσα απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου Cofradía de pescadores «San Pedro» de Bermeo κ.λπ. κατά Συμβουλίου (σκέψη 118).
( 34 ) Απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Νοεμβρίου 2007, C-6/06 P, Cofradia de pescadores «San Pedro» de Bermeo κ.λπ. κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2007, σ. I-164).
( 35 ) Προπαρατεθείσα απόφαση του Δικαστηρίου Cofradía de pescadores «San Pedro» de Bermeo κ.λπ. κατά Συμβουλίου (σκέψη 56).
( 36 ) Σημειώνεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραθέτει την απόφαση Cofradía de pescadores «San Pedro de Bermeo» κ.λπ. κατά Συμβουλίου «κατ’ αναλογίαν», αναγνωρίζοντας ότι δεν αφορούσε το ίδιο ζήτημα.
( 37 ) Προπαρατεθείσα απόφαση Agraz κ.λπ. κατά Συμβουλίου (σκέψη 42).
( 38 ) Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 4ης Ιουλίου 2000, C-352/98 P, Bergaderm και Goupil κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I-5291, σκέψη 42), της 10ης Δεκεμβρίου 2002, C-312/00 P, Επιτροπή κατά Camar και Tico (Συλλογή 2002, σ. I-11355, σκέψη 53), και της 10ης Ιουλίου 2003, C-472/00 P, Επιτροπή κατά Fresh Marine (Συλλογή 2003, σ. I-7541, σκέψη 25).
( 39 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 25ης Μαΐου 1978, 83/76 και 94/76, 4/77, 15/77 και 40/77, HNL κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1978, σ. 381, σκέψη 5), προπαρατεθείσα απόφαση Ireks‑Arkady κ.λπ. κατά Επιτροπής (σκέψη 11), καθώς και αποφάσεις της 15ης Σεπτεμβρίου 1982, 106/81, Kind κατά ΕΟΚ (Συλλογή 1982, σ. 2885, σκέψεις 22 έως 25), και της 18ης Απριλίου 1991, C-63/89, Assurances du crédit κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. I-1799, σκέψεις 14 έως 23).
Full & Egal Universal Law Academy