ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ειδικό τμήμα προβλεπόμενο
από το άρθρο 123β του Κανονισμού Διαδικασίας)
της 12ης Ιουλίου 2012
«Επανεξέταση»
Στην υπόθεση C‑334/12 RX,
που έχει ως αντικείμενο πρόταση επανεξέτασης υποβληθείσα από τον πρώτο γενικό εισαγγελέα, δυνάμει του άρθρου 62 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στις 6 Ιουλίου 2012,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ειδικό τμήμα προβλεπόμενο από το άρθρο 123β του Κανονισμού Διαδικασίας),
συγκείμενο από τους Β. Σκουρή, Πρόεδρο, A. Tizzano, J. N. Cunha Rodrigues, K. Lenaerts (εισηγητή) και J.-C. Bonichot, προέδρους τμημάτων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η πρόταση επανεξέτασης που υπέβαλε ο πρώτος γενικός εισαγγελέας αφορά την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (αναιρετικό τμήμα) της 19ης Ιουνίου 2012, T-234/11 P, Arango Jaramillo κ.λπ. κατά ΕΤΕπ (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως των Ο. Arango Jaramillo και 34 άλλων υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ) (στο εξής, από κοινού: αναιρεσείοντες) κατά της διάταξης του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρώτο τμήμα), της 4ης Φεβρουαρίου 2011, F-34/10, Arango Jaramillo κ.λπ. κατά ΕΤΕπ (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή), με την οποία απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη η προσφυγή των ανωτέρω με αίτημα, αφενός, να ακυρωθούν τα εκκαθαριστικά σημειώματά τους αποδοχών για τον μήνα Φεβρουάριο 2010, στο μέτρο που από αυτά προκύπτει η απόφαση της ΕΤΕπ να αυξήσει τις εισφορές τους στο συνταξιοδοτικό σύστημα, καθώς και, αφετέρου, να υποχρεωθεί η ΕΤΕπ να τους καταβάλει αποζημίωση.
Το ιστορικό της υπόθεσης
2 Από την προπαρατεθείσα απόφαση Arango Jaramillo κ.λπ. κατά ΕΤΕπ προκύπτει ότι, από 1ης Ιανουαρίου 2007, τα εκκαθαριστικά σημειώματα αποδοχών των υπαλλήλων της ΕΤΕπ έπαυσαν να εκτυπώνονται σε χαρτί υπό την παραδοσιακή τους μορφή και εκδίδονται πλέον ηλεκτρονικά. Από την ημερομηνία αυτή και εφεξής, τα εν λόγω σημειώματα αποθηκεύονται κάθε μήνα στο πληροφοριακό σύστημα «Peoplesoft» της ΕΤΕπ, ώστε κάθε ενδιαφερόμενος υπάλληλος να έχει τη δυνατότητα να τα συμβουλευθεί από τον υπηρεσιακό του υπολογιστή.
3 Το Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2010, εισήχθησαν στο πληροφοριακό σύστημα «Peoplesoft» τα εκκαθαριστικά σημειώματα αποδοχών του Φεβρουαρίου 2010. Από τα εν λόγω σημειώματα προέκυπτε, σε σχέση με τα αντίστοιχα του Ιανουαρίου 2010, αύξηση των εισφορών στο συνταξιοδοτικό σύστημα, κατόπιν σχετικών αποφάσεων που έλαβε η ΕΤΕπ στο πλαίσιο μεταρρύθμισης του συνταξιοδοτικού συστήματος των υπαλλήλων της.
4 Στις 26 Μαΐου 2010, οι αναιρεσείοντες άσκησαν προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης ζητώντας, αφενός, να ακυρωθούν τα εκκαθαριστικά σημειώματά τους αποδοχών για τον μήνα Φεβρουάριο 2010, καθώς και, αφετέρου, να υποχρεωθεί η ΕΤΕπ να τους καταβάλει το συμβολικό ποσό του ενός ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
5 Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, η ΕΤΕπ ζήτησε από το τελευταίο να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη, χωρίς να υπεισέλθει στην εξέταση επί της ουσίας.
6 Με την προπαρατεθείσα διάταξη Arango Jaramillo κ.λπ. κατά ΕΤΕπ, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη. Έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής αυτής, που είχε αρχίσει στις 15 Φεβρουαρίου 2010, έληξε, συνυπολογιζόμενης της παράτασης των κατ’ αποκοπή δέκα ημερών που χορηγείται λόγω απόστασης, τη Δευτέρα 25 Μαΐου 2010, με αποτέλεσμα η ασκηθείσα πρωτοδίκως προσφυγή των αναιρεσειόντων, η οποία περιήλθε σε ηλεκτρονική μορφή στη Γραμματεία του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης στις 26 Μαΐου στις 00.00, να πρέπει να θεωρηθεί εκπρόθεσμη και, ως εκ τούτου, απαράδεκτη.
7 Οι αναιρεσείοντες άσκησαν αναίρεση κατά της διάταξης αυτής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο την απέρριψε με την προπαρατεθείσα απόφαση Arango Jaramillo κ.λπ. κατά ΕΤΕπ.
8 Με τις σκέψεις 22 έως 25 της απόφασης αυτής, το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπενθύμισε, κατ’ ουσίαν, τη νομολογία, σύμφωνα με την οποία, ελλείψει οποιασδήποτε διάταξης σχετικά με τις προθεσμίες ασκήσεως προσφυγής που εφαρμόζονται στις διαφορές μεταξύ της ΕΠΕπ και των υπαλλήλων της, οι προσφυγές αυτές πρέπει να ασκούνται εντός εύλογης προθεσμίας. Το Γενικό Δικαστήριο, εκτιμώντας ότι η τρίμηνη προθεσμία που προβλέπει το άρθρο 91, παράγραφος 3, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις διαφορές μεταξύ των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των υπαλλήλων τους ή του λοιπού προσωπικού τους συνιστά «πρόσφορο σημείο συγκρίσεως», στο μέτρο που οι διάφορες αυτές ομοιάζουν, ως εκ της φύσεώς τους, με τις εσωτερικές διαφορές μεταξύ της ΕΤΕπ και των υπαλλήλων της σχετικά με τις βλαπτικές πράξεις της Τράπεζας των οποίων οι υπάλληλοι ζητούν την ακύρωση, έκρινε, με τη σκέψη 27 της απόφασης αυτής, στηριζόμενο σε ορισμένες προγενέστερες αποφάσεις του, ότι η τήρηση τέτοιας προθεσμίας πρέπει καταρχήν να θεωρείται εύλογη.
9 Με την εν λόγω σκέψη 27, το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «αντιθέτως, […] η προσφυγή που ασκεί υπάλληλος της ΕΤΕπ μετά τη λήξη τρίμηνης προθεσμίας, παραταθείσας κατ’ αποκοπή κατά δέκα ημέρες λόγω απόστασης, πρέπει, καταρχήν, να θεωρείται ότι ασκείται εντός μη εύλογης προθεσμίας». Το Γενικό Δικαστήριο προσέθεσε ότι η ερμηνεία αυτή πρέπει να γίνει δεκτή «δεδομένου ότι μόνον η αυστηρή εφαρμογή των δικονομικών κανόνων που τάσσουν αποκλειστικές προθεσμίες μπορεί να ανταποκρίνεται στην αρχή της ασφάλειας δικαίου και στην ανάγκη να αποφεύγεται κάθε αυθαίρετη διάκριση ή μεταχείριση κατά την απονομή της δικαιοσύνης».
10 Με τη σκέψη 30 της προπαρατεθείσας απόφασης Arango Jaramillo κ.λπ. κατά ΕΤΕπ, το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέρριψε την αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης αντικατέστησε την εφαρμογή της ευέλικτης ως εκ της φύσεώς της και πρόσφορης για την ad hoc στάθμιση των διακυβευόμενων συμφερόντων αρχής της τήρησης της εύλογης προθεσμίας με τη γενική και αυστηρή τήρηση άκαμπτης προθεσμίας τριών μηνών. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης αρκέστηκε απλώς στην εφαρμογή κανόνα δικαίου «εδραζόμενου σε γενικό τεκμήριο ότι η τρίμηνη προθεσμία αρκεί καταρχήν ώστε να καταστεί εφικτή για τους υπαλλήλους της ΕΤΕπ η αξιολόγηση της νομιμότητας των βλαπτικών πράξεων της τελευταίας και η προετοιμασία ενδεχόμενης προσφυγής», χωρίς ο κανόνας αυτός να «επιβάλει […] στον δικαστή της Ένωσης που είναι επιφορτισμένος με την εφαρμογή του την υποχρέωση να συνεκτιμά τα πραγματικά περιστατικά της κάθε υπόθεσης και, ειδικότερα, να προβαίνει σε ad hoc στάθμιση των διακυβευόμενων συμφερόντων».
11 Με τη σκέψη 39 της ίδιας απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπενθύμισε εκ νέου ότι «η αυστηρή εφαρμογή των δικονομικών κανόνων που τάσσουν αποκλειστικές προθεσμίες» ανταποκρίνεται, ειδικότερα, στην αρχή της ασφάλειας δικαίου.
Εκτίμηση
12 Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται ότι, μολονότι κρίθηκε ότι, ως προς την εκτίμηση της προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής στο πλαίσιο διαφορών μεταξύ της ΕΤΕπ και των υπαλλήλων της, πρέπει να χρησιμοποιείται ως σημείο συγκρίσεως, ελλείψει οποιουδήποτε ενδεικτικού στοιχείου στον κανονισμού προσωπικού της ΕΤΕπ, η έννοια της «εύλογης προθεσμίας» (βλ., συναφώς, απόφαση του Πρωτοδικείου της 6ης Μαρτίου 2001, T‑192/99, Dunnett κ.λπ. κατά ΕΤΕπ, Συλλογή 2001, σ. II‑813, σκέψεις 51 έως 58), εντούτοις, η ΕΤΕπ δεν έχει εκδώσει μέχρι σήμερα οποιαδήποτε σχετική διάταξη.
13 Κατόπιν της προκαταρκτικής αυτής διευκρίνισης, διαπιστώνεται η ύπαρξη σοβαρού κινδύνου να θιγεί η ενότητα ή η συνοχή του δικαίου της Ένωσης, καθόσον από την προπαρατεθείσα απόφαση Arango Jaramillo κ.λπ. κατά ΕΤΕπ μπορεί να συναχθεί ότι, εφόσον η προθεσμία των τριών μηνών και δέκα ημερών πρέπει να θεωρηθεί εύλογη για την εκ μέρους υπαλλήλου της ΕΤΕπ άσκηση προσφυγής ακυρώσεως κατά βλαπτικής πράξης της τελευταίας, η παρέλευση της προθεσμίας αυτής συνεπάγεται το εκπρόθεσμο και, ως εκ τούτου, το απαράδεκτο της προσφυγής, χωρίς ο δικαστής της Ένωσης να οφείλει να λάβει υπόψη τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης.
14 Ο σοβαρός αυτός κίνδυνος οφείλεται σε δύο λόγους που δικαιολογούν την επανεξέταση της προπαρατεθείσας απόφασης Arango Jaramillo κ.λπ. κατά ΕΤΕπ.
15 Πρώτον, πρέπει να καθοριστεί αν το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κρίνοντας ότι το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης, κατά την εκτίμηση του εύλογου χαρακτήρα της προθεσμίας εντός της οποίας υπάλληλοι της ΕΤΕπ ασκούν προσφυγή ακυρώσεως κατά βλαπτικής πράξης της τελευταίας, δεν οφείλει να λάβει υπόψη τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης, προέβη, στηριζόμενο σε συλλογισμό a contrario, σε ερμηνεία που συνάδει προς τη νομολογία, σύμφωνα με την οποία ο εύλογος χαρακτήρας προθεσμίας που δεν τάσσεται από το πρωτογενές ή το παράγωγο δίκαιο της Ένωσης πρέπει να εκτιμάται βάσει των ιδιαίτερων περιστάσεων κάθε μεμονωμένης περίπτωσης (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 15ης Οκτωβρίου 2002, C‑238/99 P, C‑244/99 P, C‑245/99 P, C‑247/99 P, C‑250/99 P έως C‑252/99 P και C‑254/99 P, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. I‑8375, σκέψεις 187 και 192, καθώς και της 7ης Απριλίου 2011, C‑321/09 P, Ελλάδα κατά Επιτροπής, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 33 και 34).
16 Δεύτερον, πρέπει να καθοριστεί αν το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κρίνοντας ότι η παρέλευση προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής που δεν τάσσεται από το πρωτογενές ή το παράγωγο δίκαιο της Ένωσης συνεπάγεται την απώλεια του συναφούς δικαιώματος, προέβη σε ερμηνεία μη θίγουσα το δικαίωμα για αποτελεσματική δικαστική προστασία, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
17 Στην περίπτωση που από τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου προκύψει ότι η προπαρατεθείσα απόφαση Arango Jaramillo κ.λπ. κατά ΕΤΕπ πάσχει πλάνη περί το δίκαιο, θα πρέπει να εξεταστεί αν η απόφαση αυτή θίγει την ενότητα ή τη συνοχή του δικαίου της Ένωσης και, αν ναι, σε ποιο βαθμό.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (ειδικό τμήμα προβλεπόμενο από το άρθρο 123β του Κανονισμού Διαδικασίας) αποφασίζει:
1) Η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (αναιρετικό τμήμα) της 19ης Ιουνίου 2010, T‑234/11 P, Arango Jaramillo κ.λπ. κατά ΕΤΕπ, πρέπει να επανεξεταστεί.
2) Η επανεξέταση αφορά τα ζητήματα αν η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 19ης Ιουνίου 2012, T‑234/11 P, Arango Jaramillo κ.λπ. κατά ΕΤΕπ, θίγει την ενότητα ή τη συνοχή του δικαίου της Ένωσης στο μέτρο που το Γενικό Δικαστήριο, δικάζοντας κατ’ αναίρεση, ερμήνευσε την έννοια «εύλογη προθεσμία», στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων κατά βλαπτικής πράξης της τελευταίας, ως προθεσμία, η παρέλευση της οποίας συνεπάγεται το εκπρόθεσμο και, ως εκ τούτου, το απαράδεκτο της προσφυγής, χωρίς ο δικαστής της Ένωσης να οφείλει να λάβει υπόψη τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης, και αν η ερμηνεία αυτή της έννοιας «εύλογη προθεσμία» δεν είναι ικανή να θίξει το δικαίωμα για αποτελεσματική δικαστική προστασία, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
3) Οι κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενδιαφερόμενοι και οι διάδικοι της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου δίκης καλούνται να καταθέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπομνήματα ή γραπτές παρατηρήσεις επί των ζητημάτων αυτών εντός προθεσμίας ενός μήνα από την επίδοση της παρούσας απόφασης.
(υπογραφές)
Full & Egal Universal Law Academy