ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 13ης Ιουνίου 2013 ( *1 )
«Γεωργία — Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων — Έννοια του όρου “περίοδος ελέγχου” — Δυνατότητα παρατάσεως, από κράτος μέλος, της περιόδου ελέγχου σε περίπτωση που η εμπρόθεσμη διεξαγωγή του ελέγχου κατέστη πρακτικώς αδύνατη — Επιστροφή των εισπραχθεισών ενισχύσεων — Κυρώσεις»
Στην υπόθεση C-3/12,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Conseil d’État (Γαλλία) με απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 2011, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 2 Ιανουαρίου 2012, στο πλαίσιο της δίκης
Syndicat OP 84
κατά
Établissement national des produits de l’agriculture et de la mer (FranceAgriMer), όπως έχει υποκατασταθεί στα δικαιώματα του Office national interprofessionnel des fruits, des légumes, des vins et de l’horticulture (Viniflhor), όπως έχει υποκατασταθεί με τη σειρά του στα δικαιώματα του Office national interprofessionnel des fruits, des légumes et de l’horticulture (Oniflhor),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους L. Bay Larsen, πρόεδρο τμήματος, J. Malenovský, U. Lõhmus, M. Safjan (εισηγητή) και A. Prechal, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: N. Jääskinen
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
—
το Établissement national des produits de l’agriculture et de la mer (FranceAgriMer), εκπροσωπούμενο από τον J.-C. Balat, avocat,
—
η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον G. de Bergues και την N. Rouam,
—
η Πολωνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους M. Szpunar και B. Majczyna,
—
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους P. Rossi και D. Bianchi,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 14ης Μαρτίου 2013,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 2, παράγραφος 4, και 6 του κανονισμού (ΕΟΚ) 4045/89 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, περί των ελέγχων, εκ μέρους των κρατών μελών, των πράξεων που αποτελούν μέρος του συστήματος χρηματοδότησης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων, και για την κατάργηση της οδηγίας 77/435/ΕΟΚ (ΕΕ L 388, σ. 18), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 3094/94 του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1994 (ΕΕ L 328, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 4045/89).
2
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της γεωργικής οργανώσεως Syndicat OP 84 και του Établissement national des produits de l’agriculture et de la mer (FranceAgriMer), όπως έχει υποκατασταθεί στα δικαιώματα του Office national interprofessionnel des fruits, des légumes, des vins et de l’horticulture (Viniflhor), όπως έχει υποκατασταθεί με τη σειρά του στα δικαιώματα του Office national l’horticulture και de l’horticulture (Oniflhor), όσον αφορά τη νομιμότητα της εισπράξεως κοινοτικής ενισχύσεως χορηγούμενης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα «Εγγυήσεων».
Το νομικό πλαίσιο
3
Το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93), ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν, σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές τους διατάξεις, τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να:
—
εξασφαλίσουν την πραγματοποίηση και την κανονικότητα των χρηματοδοτουμένων από το [ΕΓΤΠΕ],
—
να προλαμβάνονται και να διώκονται οι παρατυπίες,
—
να ανακτούν τα απολεσθέντα λόγω παρατυπιών ή αμελειών ποσά.
[...]»
4
Οι αιτιολογικές σκέψεις 1 έως 4 και 10 του κανονισμού 4045/89 προβλέπουν τα εξής:
«[...] σύμφωνα με το άρθρο 8 του κανονισμού [...] 729/70 [...],τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της πραγματοποιήσεως και του νομότυπου χαρακτήρα των χρηματοδοτουμένων από το [ΕΓΤΠΕ] πράξεων, για την πρόληψη και την ποινική δίωξη των παρατυπιών και για την αναζήτηση των ποσών που διασπαθίστηκαν λόγω παρατυπιών ή αμελειών·
[...] ο παρών κανονισμός δεν θίγει τις εθνικές διατάξεις στον τομέα του ελέγχου οι οποίες είναι περισσότερο εκτεταμένες από τις προβλεπόμενες στον παρόντα κανονισμό·
[...] τα κράτη μέλη πρέπει να ενθαρρύνονται να ενισχύσουν τους ελέγχους των εμπορικών εγγράφων των δικαιούχων ή οφειλετριών επιχειρήσεων που πραγματοποιούνται κατ’ εφαρμογή της οδηγίας 77/435/ΕΟΚ [του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1977, περί των ελέγχων από τα κράτη μέλη των ενεργειών που αποτελούν μέρος του συστήματος χρηματοδοτήσεως από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα εγγυήσεων (EE ειδ. έκδ. 03/018, σ. 192)]·
[...] η εφαρμογή από τα κράτη μέλη της ρυθμίσεως που προκύπτει από την οδηγία 77/435[...] επέτρεψε να διαπιστωθεί η αναγκαιότητα τροποποιήσεως του υπάρχοντος συστήματος σε συνάρτηση με την αποκτηθείσα πείρα ότι πρέπει να περιληφθούν αυτές οι τροποποιήσεις σε κανονισμό λαμβάνοντας υπόψη τον χαρακτήρα των σχετικών διατάξεων·
[...]
[...] ανήκει μεν κατά πρώτο λόγο στα κράτη μέλη να καταρτίζουν τα προγράμματά τους ελέγχου, είναι όμως αναγκαίο τα προγράμματα αυτά να ανακοινώνονται στην Επιτροπή ώστε να μπορέσει να ασκήσει τα καθήκοντά της ελέγχου και συντονισμού, τα οποία της ανήκουν, και να καταρτίζονται βάσει καταλλήλων κριτηρίων ότι οι έλεγχοι μπορούν να εστιάζονται, κατά τον τρόπο αυτό, σε τομείς ή σε επιχειρήσεις με αυξημένο κίνδυνο δόλου».
5
Το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 4045/89 προβλέπει τα εξής:
«Κατά τη διάταξη αυτή, τα εμπορικά έγγραφα ορίζονται ως η το σύνολο των βιβλίων, καταλόγων, σημειώσεων και αιτιολογικών εγγράφων, η λογιστική, τα αρχεία παραγωγής και ποιότητας και η αλληλογραφία, που αφορούν την επαγγελματική δραστηριότητα της επιχείρησης, καθώς και τα εμπορικά στοιχεία, υπό οποιανδήποτε μορφή, συμπεριλαμβανομένων των ηλεκτρονικά αποθηκευμένων στοιχείων, εφόσον τα έγγραφα ή στοιχεία αυτά έχουν άμεση ή έμμεση σχέση με τις πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1.»
6
Το άρθρο 2 του εν λόγω κανονισμού έχει ως εξής:
«1. Τα κράτη μέλη προβαίνουν σε ελέγχους των εμπορικών εγγράφων των επιχειρήσεων, λαμβάνοντας υπόψη τον χαρακτήρα των ενεργειών που πρέπει να ελεγχθούν. Τα κράτη μέλη φροντίζουν ώστε η επιλογή των επιχειρήσεων που πρέπει να ελεγχθούν να επιτρέπει την καλύτερη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας των μέτρων προλήψεως και ανιχνεύσεως των ανωμαλιών στο πλαίσιο του συστήματος χρηματοδοτήσεως του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων. Η επιλογή λαμβάνει, ιδίως, υπόψη την οικονομική σημασία των επιχειρήσεων στον τομέα αυτόν καθώς και άλλους παράγοντες κινδύνου.
[...]
4. Η περίοδος ελέγχου εκτείνεται από την 1η Ιουλίου μέχρι τις 30 Ιουνίου του επομένου έτους.
Ο έλεγχος αφορά περίοδο τουλάχιστον 12 μηνών που λήγει κατά την προηγούμενη περίοδο ελέγχου 7 μπορεί να παραταθεί για περιόδους που θα καθοριστούν από το κράτος μέλος, πριν ή μετά την εν λόγω δωδεκάμηνη περίοδο.
[...]»
7
Κατά το άρθρο 4 του ίδιου κανονισμού:
«Οι επιχειρήσεις διατηρούν τα εμπορικά έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και στο άρθρο 3 για τρία τουλάχιστον έτη, που υπολογίζονται από τη λήξη του έτους της καταρτίσεώς τους.
Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν μακρύτερη περίοδο για τη διατήρηση των εγγράφων αυτών.»
8
Το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 4045/89 ορίζει τα εξής:
«Οι υπεύθυνοι των επιχειρήσεων ή ένα τρίτο πρόσωπο διασφαλίζουν ότι παρέχονται στους επιφορτισμένους με τον έλεγχο υπαλλήλους ή στα προς τούτο εξουσιοδοτημένα πρόσωπα όλα τα εμπορικά έγγραφα και οι συμπληρωματικές πληροφορίες. Τα ηλεκτρονικώς αποθηκευμένα στοιχεία πρέπει να παρέχονται σε κατάλληλο υπόθεμα.»
9
Κατά το άρθρο 6 του εν λόγω κανονισμού:
«1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι επί των ελέγχων υπάλληλοι έχουν δικαίωμα να κατάσχουν ή να διατάξουν την κατάσχεση εμπορικών εγγράφων. Το δικαίωμα αυτό ασκείται σύμφωνα με τις σχετικές εθνικές διατάξεις και δεν θίγει την εφαρμογή των κανόνων της ποινικής δικονομίας σχετικά με την κατάσχεση εγγράφων.
2. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για την επιβολή κυρώσεων κατά των φυσικών ή νομικών προσώπων που δεν τηρούν τις υποχρεώσεις κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος κανονισμού.»
10
Το άρθρο 9, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού ορίζει τα εξής:
«Πριν από την 1η Ιανουαρίου που ακολουθεί την περίοδο ελέγχου, τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή λεπτομερή έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.»
11
Το παράρτημα II, σημείο 4, στοιχείο ζʹ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1863/90 της Επιτροπής, της 29ης Ιουνίου 1990, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 4045/89 (ΕΕ L 170, σ. 23), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 2278/96 της Επιτροπής, της 28ης Νοεμβρίου 1996 (ΕΕ L 308, σ. 30, στο εξής: κανονισμός 1863/90), προβλέπει ότι στην ετήσια έκθεση που υποβάλλουν τα κράτη μέλη κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 4045/89 ανακοινώνονται τα «αποτελέσματα των ελέγχων αυτών που διεξήχθησαν στο πλαίσιο της περιόδου ελέγχου η οποία προηγείται της περιόδου που καλύπτεται από την παρούσα έκθεση, για την οποία δεν υπήρχαν διαθέσιμα αποτελέσματα κατά τη στιγμή της υποβολής της σχετικής έκθεσης».
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
12
Η Syndicat OP 84, γεωργική ένωση 48 παραγωγών οπωροκηπευτικών, εφάρμοσε ένα επιχειρησιακό πρόγραμμα κατά την περίοδο από 1ης Ιουλίου 1997 μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1998. Προς τούτο εισέπραξε κοινοτικές ενισχύσεις από το ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων.
13
Με έγγραφο της 30ής Μαΐου 2000, η Syndicat OP 84 ενημερώθηκε από τις αρμόδιες εθνικές αρχές για τη διενέργεια επιτόπιου ελέγχου, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του κανονισμού 4045/89. Ωστόσο, οι σχετικές με τον έλεγχο ενέργειες κατέστη δυνατόν να διεξαχθούν μόλις από τις 22 Ιανουαρίου 2001 και μέχρι τις 24 Ιανουαρίου 2001.
14
Επειδή από τον έλεγχο αυτόν προέκυψε ότι ορισμένες ενέργειες για τις οποίες η Syndicat OP 84 υποστήριζε ότι είχε δικαίωμα σε κοινοτική ενίσχυση δεν ήταν επιλέξιμες προς χρηματοδότηση, λόγω του αμιγώς ατομικού τους χαρακτήρα τους, καθώς και ότι ο τρόπος τροφοδοσίας του ΕΓΤΠΕ από τα μέλη της Syndicat OP 84 δεν ήταν σύμφωνος με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΚ) 2200/96 του Συμβουλίου, της 28ης Οκτωβρίου 1996, για την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα των οπωροκηπευτικών (ΕΕ L 297, σ. 1), η Oniflhor ζήτησε από τη Syndicat OP 84, με έγγραφο της 30ής Οκτωβρίου 2001, να επιστρέψει το σύνολο των ποσών που είχε εισπράξει για τα έτη 1997 και 1998 και, κατόπιν αυτού, εξέδωσε εκτελεστό τίτλο για τα προς επιστροφή ποσά.
15
Με απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2006, το tribunal administratif de Marseille ακύρωσε τον εκτελεστό τίτλο κατά της Syndicat OP 84. Η απόφαση αυτή ακυρώθηκε, εντούτοις, από το cour administrative d’appel de Marseille με απόφαση της 8ης Δεκεμβρίου 2008, με την οποία απορρίφθηκαν τα αιτήματα που είχε υποβάλει η Syndicat OP 84 ενώπιον του tribunal administratif de Marseille. Η Syndicat OP 84 άσκησε, ως εκ τούτου, αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Conseil d’État.
16
Προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως, η Syndicat OP 84 προβάλλει, μεταξύ άλλων, ένα λόγο αναιρέσεως αντλούμενο από πλάνη περί το δίκαιο στην οποία θεωρεί ότι υπέπεσε το cour administrative d’appel de Marseille όταν έκρινε ότι η διοίκηση μπορούσε, χωρίς αυτό να συνιστά παράβαση του άρθρου 2 του κανονισμού 4045/89, να διεξαγάγει έλεγχο κατά την περίοδο ελέγχου από 1ης Ιουλίου 1999 έως 30 Ιουνίου 2000 και να εξακολουθήσει τον έλεγχο αυτόν κατά την περίοδο ελέγχου από 1ης Ιουλίου 2000 έως 30 Ιουνίου 2001, με την αιτιολογία ότι η συμπεριφορά της Syndicat OP 84 είχε καταστήσει αδύνατη τη διεξαγωγή ουσιαστικού ελέγχου κατά τη διάρκεια της πρώτης περιόδου.
17
Το Conseil d’État, κρίνοντας ότι για να δοθεί απάντηση στον ως άνω λόγο αναιρέσεως είναι απαραίτητη η ερμηνεία των σχετικών διατάξεων του κανονισμού 4045/89, αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Νοείται η “περίοδος ελέγχου” που καλύπτει το διάστημα από 1ης Ιουλίου του οικείου έτους μέχρι 30 Ιουνίου του επόμενου έτους, όπως προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 4, του κανονισμού 4054/89 […], ως περίοδος κατά την οποία η αρμόδια για τον έλεγχο αρχή πρέπει να ενημερώνει την οργάνωση των παραγωγών σχετικά με τον επικείμενο έλεγχο, να διενεργεί και να περατώνει όλες τις σχετικές με τους επιτόπιους ελέγχους και τους ελέγχους εγγράφων εργασίες και να γνωστοποιεί τα πορίσματά τους, ή ως περίοδος κατά την οποία πρέπει να πραγματοποιούνται ορισμένες μόνον από τις εν λόγω διαδικαστικές πράξεις;
2)
Στην περίπτωση που η συμπεριφορά και οι παραλείψεις της οργανώσεως παραγωγών καθιστούν αδύνατη τη διενέργεια ουσιαστικού ελέγχου κατά την περίοδο ελέγχου, μπορεί η αρμόδια αρχή, παρά την έλλειψη ρητών προς τούτο διατάξεων στον προαναφερθέντα κανονισμό, να συνεχίσει τους ελέγχους της κατά την επόμενη περίοδο ελέγχου, χωρίς τούτο να συνεπάγεται πλημμέλεια της διαδικασίας την οποία να μπορεί να επικαλεστεί ο υποκείμενος στον έλεγχο προκειμένου να προσβάλει τη στηριζόμενη στα πορίσματα του ελέγχου αυτού απόφαση;
3)
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο ως άνω ερώτημα, μπορεί η αρμόδια αρχή, οσάκις η συμπεριφορά και οι παραλείψεις της οργανώσεως παραγωγών καθιστούν αδύνατη τη διενέργεια ουσιαστικού ελέγχου, να απαιτεί την επιστροφή των εισπραχθεισών ενισχύσεων; Αποτελεί το μέτρο αυτό δυνητική κύρωση κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρου 6 του κανονισμού;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου και του δεύτερου ερωτήματος
18
Με το πρώτο και το δεύτερο ερώτημά του, που πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 2, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 4045/89 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο έλεγχος της διοικήσεως που έχει προβλεφθεί για την περίοδο από 1ης Ιουλίου του οικείου έτους μέχρι 30 Ιουνίου του επόμενου έτους μπορεί να επεκταθεί πέραν της περιόδου αυτής, χωρίς τούτο να συνεπάγεται πλημμέλεια της διαδικασίας την οποία να μπορεί να επικαλεστεί ο υποκείμενος στον έλεγχο προκειμένου να προσβάλει τη στηριζόμενη στα πορίσματα του ελέγχου αυτού απόφαση.
19
Είναι βεβαίως αληθές ότι το άρθρο 2, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 4045/89, κατά το οποίο «[η] περίοδος ελέγχου εκτείνεται από την 1η Ιουλίου [του οικείου έτους] μέχρι τις 30 Ιουνίου του επομένου έτους», δεν προβλέπει ρητώς τη δυνατότητα επεκτάσεως του προβλεπόμενου για τη συγκεκριμένη περίοδο ελέγχου πέραν αυτής, ανεξαρτήτως του αν η δυνατότητα αυτή αιτιολογείται από λόγους ελλείψεως συνεργασίας εκ μέρους του υποκειμένου στον έλεγχο.
20
Συνεπώς, για να ερμηνευθεί η διάταξη αυτή πρέπει να ληφθούν υπόψη όχι μόνον το γράμμα και η γενική οικονομία της, αλλά και το πλαίσιο και οι σκοποί τους οποίους επιδιώκει ο κανονισμός 4045/89 στο σύνολό του.
21
Όσον αφορά τους εν λόγω σκοπούς, από τη συνδυασμένη ερμηνεία των αιτιολογικών σκέψεων 1, 3 και του κανονισμού 4045/89 προκύπτει ότι ο κανονισμός αυτός σκοπεί στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των ελέγχων με τους οποίους είναι επιφορτισμένα τα κράτη μέλη, προκειμένου να αποτραπούν και να εκλείψουν τυχόν πλημμέλειες στον τομέα του ΕΓΤΠΕ (βλ. απόφαση της 13ης Ιουνίου 2013, C-671/11 έως C-676/11, Unanimes κ.λπ., σκέψη 17).
22
Προς εξασφάλιση της πραγματοποιήσεως και της αποτελεσματικότητας των εθνικών ελέγχων και, κατ’ επέκταση, της επιδιωκόμενης προασπίσεως των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο κανονισμός 4045/89 προβλέπει ότι οι εν λόγω έλεγχοι εποπτεύονται και συντονίζονται με τη σειρά τους από την Επιτροπή, όπως ορίζει η αιτιολογική σκέψη 10 του κανονισμού. Συγκεκριμένα, το άρθρο 2 του κανονισμού αυτού σκοπεί στην οργάνωση ενιαίου συστήματος ελέγχου το οποίο θα λειτουργεί υπό την εποπτεία της Επιτροπής. Με την παράγραφό του 4, το άρθρο αυτό εξασφαλίζει, μεταξύ άλλων, ορισμένου βαθμού συστηματικότητα και περιοδικότητα του ελέγχου (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Unanimes κ.λπ., σκέψη 18).
23
Λαμβανομένου υπόψη ότι σκοπός του άρθρου 2 του κανονισμού 4045/89 είναι να καθορίσει το πλαίσιο της ελεγκτικής δραστηριότητας των κρατών μελών για την προάσπιση των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, η έννοια της περιόδου ελέγχου πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα του σκοπού αποτελεσματικότητας των ελέγχων που επιδιώκει το εν λόγω άρθρου.
24
Η εκπλήρωση του σκοπού αυτού πάντως προϋποθέτει τη δυνατότητα διεξαγωγής ελέγχου και πέραν της περιόδου ελέγχου που προσδιορίζει το άρθρο 2, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού, όταν καθίσταται πρακτικώς αδύνατη η πλήρης διενέργεια του ελέγχου εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
25
Το ίδιο μπορεί να ισχύει ακόμη και αν η ολοκλήρωση του ελέγχου εντός της ταχθείσας προθεσμίας κατέστη αδύνατη χωρίς υπαιτιότητα του υποκειμένου στον έλεγχο.
26
Πρέπει ωστόσο να διευκρινισθεί ότι, στην περίπτωση κατά την οποία η αδυναμία διεξαγωγής του ελέγχου και, κατ’ επέκταση, κοινοποιήσεως των αποτελεσμάτων στην Επιτροπή πριν την εκπνοή της ταχθείσας προθεσμίας διεξαγωγής του και κοινοποιήσεως των πορισμάτων, αντιστοίχως, οφείλεται σε συμπεριφορά των ελεγκτικών αρχών, το οικείο κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί, έναντι της Ένωσης, τον σκοπό αποτελεσματικότητας προκειμένου να δικαιολογήσει τη μη τήρηση της περιοδικότητας των ελέγχων που προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 4, του κανονισμού 4045/89.
27
Κατά τα λοιπά, η δυνατότητα διεξαγωγής ελέγχου σύμφωνα με τις ανάγκες ελήφθη ήδη υπόψη κατά την έκδοση του κανονισμού 1863/90. Όπως υπενθύμισε η Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις της, το παράρτημα II, σημείο 4, στοιχείο ζʹ, του εν λόγω κανονισμού καθιστά δυνατή τη συνεκτίμηση των πορισμάτων των ελέγχων που διενεργήθηκαν κατά την προηγούμενη περίοδο ελέγχου και τα οποία δεν ήταν διαθέσιμα κατά την κοινοποίηση της αντιστοιχούσας στην περίοδο αυτή εκθέσεως. Λαμβανομένου υπόψη ότι η εν λόγω έκθεση πρέπει, βάσει του άρθρου 9 του κανονισμού 4045/89, να κοινοποιηθεί στην Επιτροπή πριν από την 1η Ιανουαρίου του έτους που έπεται της περιόδου ελέγχου, ο κανονισμός 1863/90 αναγνωρίζει τουλάχιστον ότι ένας έλεγχος που άρχισε να διενεργείται κατά την προηγούμενη περίοδο ελέγχου μπορεί να ολοκληρωθεί μετά το πέρας της περιόδου αυτής.
28
Πρέπει πάντως να επισημανθεί ότι, όσον αφορά τους υποκειμένους στον έλεγχο, η νομιμότητα των διενεργηθέντων ελέγχων δεν μπορεί να εξαρτάται από το κατά πόσον η εφαρμογή των εν λόγω ελέγχων αντιστοιχεί στους κανόνες του άρθρου 2, παράγραφος 4, του κανονισμού 4045/89.
29
Συγκεκριμένα, η διάταξη αυτή περιορίζεται στη θέσπιση οργανωτικών κανόνων προς εξασφάλιση της αποτελεσματικότητας των ελέγχων και, όπως προκύπτει από τη σκέψη 22 της παρούσας αποφάσεως, απλώς διέπει τις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών και της Ένωσης με σκοπό την προάσπιση των οικονομικών συμφερόντων αυτής. Η εν λόγω διάταξη δεν αφορά, αντιθέτως, τις σχέσεις μεταξύ των ελεγκτικών αρχών και των υποκειμένων στον έλεγχο.
30
Ως εκ τούτου, το άρθρο 2, παράγραφος 4, του κανονισμού 4045/89 δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι παρέχει στους υποκειμένους στον έλεγχο δικαίωμα να αντιταχθούν σε άλλους ή σε εκτενέστερους ελέγχους από εκείνους τους οποίους αφορά η εν λόγω διάταξη. Ένα τέτοιο δικαίωμα εξάλλου, στο μέτρο που θα είχε ως δυνητική συνέπεια την παρακώλυση της ανακτήσεως ενισχύσεων που ελήφθησαν ή χρησιμοποιούνται παρανόμως, θα έθιγε την προάσπιση των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Unanimes κ.λπ., σκέψη 29).
31
Εν πάση περιπτώσει, οι έλεγχοι που επιτάσσει ο κανονισμός 4045/89 αφορούν επιχειρήσεις οι οποίες ηθελημένα προσχώρησαν στο καθεστώς ενισχύσεων που εισήγαγε το ΕΓΤΠΕ, τμήμα «Εγγυήσεων», και οι οποίες, προκειμένου να τύχουν ενισχύσεως, δέχθηκαν να διενεργηθούν έλεγχοι προς εξακρίβωση της νομιμότητας της χρήσεως των πόρων της Ένωσης. Οι επιχειρήσεις αυτές δεν μπορούν θεμιτώς να προσβάλουν τη νομιμότητα ενός τέτοιου ελέγχου για τον μοναδικό λόγο ότι κατά τη διενέργειά του δεν εφαρμόστηκαν οι οργανωτικοί κανόνες που άπτονται των σχέσεων μεταξύ κρατών μελών και Επιτροπής (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Unanimes κ.λπ., σκέψη 30).
32
Εντούτοις, η ασφάλεια δικαίου των υποκειμένων στον έλεγχο έναντι των δημοσίων αρχών που διενεργούν τους εν λόγω ελέγχους και αποφασίζουν, εφόσον παραστεί ανάγκη, επί των ενδεχόμενων διώξεων ενισχύεται από την προθεσμία παραγραφής των διώξεων που καθορίζεται από το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 2988/95 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1995, σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 312, σ. 1), σε τέσσερα καταρχήν έτη από την παράβαση διατάξεως του δικαίου της Ένωσης που προκύπτει από πράξη ή παράλειψη ενός οικονομικού φορέα, με πραγματικό ή ενδεχόμενο αποτέλεσμα να ζημιωθεί ο προϋπολογισμός της Ένωσης. Όπως άλλωστε έχει κρίνει το Δικαστήριο, οι προθεσμίες παραγραφής εκπληρώνουν, κατά κανόνα, τη λειτουργία της εξασφαλίσεως της ασφάλειας δικαίου (βλ. απόφαση της 24ης Ιουνίου 2004, C-278/02, Handlbauer, Συλλογή 2004, σ. I-6171, σκέψη 40 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
33
Συνεπώς, η δυνατότητα να ελεγχθεί ο δικαιούχος ενισχύσεως χορηγηθείσας στο πλαίσιο του καθεστώτος που καθιέρωσε το ΕΓΤΠΕ, τμήμα «Εγγυήσεων», και πέραν της περιόδου που καθορίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος 4, του κανονισμού 4045/89 δεν μπορεί να θεωρηθεί ικανή να παραβιάσει την αρχή της ασφάλειας δικαίου, εφόσον δεν έχει ακόμη παρέλθει η προθεσμία παραγραφής.
34
Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι στο πρώτο και στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 2, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 4045/89 έχει την έννοια ότι ο έλεγχος της διοικήσεως που έχει προβλεφθεί για την περίοδο από 1ης Ιουλίου του οικείου έτους μέχρι 30 Ιουνίου του επόμενου έτους μπορεί να επεκταθεί πέραν της περιόδου αυτής, χωρίς τούτο να συνεπάγεται πλημμέλεια της διαδικασίας την οποία να μπορεί να επικαλεστεί ο υποκείμενος στον έλεγχο προκειμένου να προσβάλει τη στηριζόμενη στα πορίσματα του ελέγχου αυτού απόφαση.
Επί του τρίτου ερωτήματος
35
Κατόπιν της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο και στο δεύτερο ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο τρίτο ερώτημα.
Επί των δικαστικών εξόδων
36
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 2, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 4045/89 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, περί των ελέγχων, εκ μέρους των κρατών μελών, των πράξεων που αποτελούν μέρος του συστήματος χρηματοδότησης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων, και για την κατάργηση της οδηγίας 77/435/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 3094/94 του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1994 έχει την έννοια ότι ο έλεγχος της διοικήσεως που έχει προβλεφθεί για την περίοδο από 1ης Ιουλίου του οικείου έτους μέχρι 30 Ιουνίου του επόμενου έτους μπορεί να επεκταθεί πέραν της περιόδου αυτής, χωρίς τούτο να συνεπάγεται πλημμέλεια της διαδικασίας την οποία να μπορεί να επικαλεστεί ο υποκείμενος στον έλεγχο προκειμένου να προσβάλει τη στηριζόμενη στα πορίσματα του ελέγχου αυτού απόφαση.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy