ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)
της 19ης Νοεμβρίου 2013 ( *1 )
«Ετήσια αναπροσαρμογή των αποδοχών και των συντάξεων των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης — Κανονισμός Υπηρεσιακής Κατάστασης των υπαλλήλων — Προσφυγή ακυρώσεως — Ανακοίνωση COM(2011) 829 τελικό — Πρόταση COM(2011) 820 τελικό — Προσφυγή κατά παραλείψεως — Υποβολή προτάσεων βάσει του άρθρου 10 του παραρτήματος XI του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης των υπαλλήλων — Παράλειψη της Επιτροπής — Προσφυγή η οποία κατέστη άνευ αντικειμένου — Κατάργηση της δίκης»
Στην υπόθεση C‑66/12,
με αντικείμενο προσφυγή ακυρώσεως βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ και, επικουρικώς, προσφυγή κατά παραλείψεως βάσει του άρθρου 265 ΣΛΕΕ, που ασκήθηκαν στις 9 Φεβρουαρίου 2012,
Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενο από τους M. Bauer και J. Herrmann,
προσφεύγον,
υποστηριζόμενο από
την Τσεχική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τους M. Smolek, D. Hadroušek και J. Vláčil,
το Βασίλειο της Δανίας, εκπροσωπούμενο από τη V. Pasternak Jørgensen και τον C. Thorning,
την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τους T. Henze και N. Graf Vitzthum,
την Ιρλανδία,, εκπροσωπούμενη από την E. Creedon, επικουρούμενη από τους C. Toland, BL, και A. Joyce, solicitor,
το Βασίλειο της Ισπανίας, εκπροσωπούμενο από τις N. Díaz Abad και S. Centeno Huerta,
τη Γαλλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τους G. de Bergues, D. Colas και J.-S. Pilczer,
τη Δημοκρατία της Λεττονίας, εκπροσωπούμενη από τον I. Kalniņš και την A. Nikolajeva,
το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενο από τις C. Wissels και M. Bulterman,
το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενο από τις E. Jenkinson και J. Beeko, επικουρούμενες από τον R. Palmer, barrister,
παρεμβαίνοντες,
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τους J. Currall, D. Martin και J.-P. Keppenne, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
υποστηριζόμενης από
το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενο από τον A. Neergaard και την S. Seyr,
παρεμβαίνον,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),
συγκείμενο από τους Β. Σκουρή, Πρόεδρο, K. Lenaerts, αντιπρόεδρο, A. Tizzano, R. Silva de Lapuerta, T. von Danwitz (εισηγητή), E. Juhász, M. Safjan, C. G. Fernlund και J. L. da Cruz Vilaça, προέδρους τμήματος, A. Rosas, Γ. Αρέστη, J.‑C. Bonichot, A. Arabadjiev, C. Toader και C. Vajda, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Y. Bot
γραμματέας: V. Tourrès, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 2ας Ιουλίου 2013,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2013,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με την προσφυγή του, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ζητεί:
—
να ακυρωθεί, βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ,
—
η ανακοίνωση της Επιτροπής της 24ης Νοεμβρίου 2011, για συμπληρωματικές πληροφορίες στην έκθεση της Επιτροπής περί ρήτρας εξαίρεσης της 13ης Ιουλίου 2011 [COM(2011) 829 τελικό, στο εξής: προσβαλλόμενη ανακοίνωση], στον βαθμό που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αρνείται οριστικά να υποβάλει κατάλληλες προτάσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο βάσει του άρθρου 10 του παραρτήματος XI του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) 259/68 του Συμβουλίου, της 29ης Φεβρουαρίου 1968, περί καθορισμού του κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης των υπαλλήλων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και περί θεσπίσεως ειδικών μέτρων προσωρινώς εφαρμοστέων στους υπαλλήλους της Επιτροπής (ΕΕ ειδ. έκδ. 001/01, σ. 108), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) 1080/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010 (ΕΕ L 311, σ. 1), ως έχει μετά το διορθωτικό που δημοσιεύθηκε στις 5 Ιουνίου 2012 (ΕΕ L 144, σ. 48, στο εξής: ΚΥΚ), και
—
η πρόταση της Επιτροπής για κανονισμό του Συμβουλίου για την αναπροσαρμογή, από 1ης Ιουλίου 2011, των αποδοχών και των συντάξεων των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και των διορθωτικών συντελεστών που εφαρμόζονται στις εν λόγω αποδοχές και συντάξεις, η οποία υποβλήθηκε στις 24 Νοεμβρίου 2011 [COM(2011) 820 τελικό, στο εξής: προσβαλλόμενη πρόταση],
—
επικουρικώς, να διαπιστωθεί, βάσει του άρθρου 265 ΣΛΕΕ, παραβίαση των Συνθηκών, λόγω του ότι η Επιτροπή παρέλειψε να υποβάλει κατάλληλες προτάσεις στο Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο βάσει του άρθρου 10 του παραρτήματος XI του ΚΥΚ.
Το νομικό πλαίσιο
2
Το άρθρο 65 του ΚΥΚ ορίζει τα εξής:
«1. Το Συμβούλιο προβαίνει κατ’ έτος σε εξέταση των αποδοχών των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού της Ένωσης. Η εξέταση αυτή πραγματοποιείται τον Σεπτέμβριο βάσει κοινής εκθέσεως που υποβάλλεται από την Επιτροπή, η οποία στηρίζεται σε ένα κοινό δείκτη που καθορίζεται από τη Στατιστική Υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε συμφωνία με τις εθνικές στατιστικές υπηρεσίες των κρατών μελών· για τον καθορισμό του δείκτη αυτού λαμβάνεται υπόψη η κατάσταση κάθε χώρας της Ένωσης κατά την 1η Ιουλίου.
Κατά την εξέταση αυτή, το Συμβούλιο μελετά αν, στο πλαίσιο της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής της Ένωσης, ενδείκνυται αναπροσαρμογή των αποδοχών. Λαμβάνονται ιδίως υπόψη η ενδεχόμενη αύξηση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων των κρατών μελών και οι ανάγκες προσλήψεων.
2. Σε περίπτωση ουσιώδους μεταβολής του κόστους ζωής, το Συμβούλιο αποφασίζει, εντός προθεσμίας 2 μηνών κατ’ ανώτατο όριο, μέτρα για την προσαρμογή των συντελεστών αναπροσαρμογής και κατά περίπτωση για τα αναδρομικά τους αποτελέσματα.
3. Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου το Συμβούλιο αποφασίζει προτάσει της Επιτροπής, με την ειδική πλειοψηφία που προβλέπεται στο άρθρο 16, παράγραφοι 4 και 5, [ΣΕΕ].»
3
Κατά το άρθρο 82, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, όταν το Συμβούλιο αποφασίζει αναπροσαρμογή των αποδοχών κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 65, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, η ίδια αναπροσαρμογή εφαρμόζεται και επί των συντάξεων.
4
Κατά το άρθρο 65α του ΚΥΚ, ο τρόπος εφαρμογής των άρθρων 64 και 65 αυτού καθορίζεται στο παράρτημα ΧΙ του ΚΥΚ.
5
Το άρθρο 1 του εν λόγω παραρτήματος, που περιλαμβάνεται στο τμήμα 1 του πρώτου κεφαλαίου του παραρτήματος αυτού, ορίζει ότι, για την εξέταση που προβλέπεται στο άρθρο 65, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, η Eurostat εκπονεί κάθε χρόνο, πριν από το τέλος Οκτωβρίου, έκθεση που αναφέρεται στην εξέλιξη του κόστους ζωής στις Βρυξέλλες (Βέλγιο) (διεθνής δείκτης Βρυξελλών), στην εξέλιξη του κόστους ζωής εκτός Βρυξελλών (οικονομικές ισοτιμίες και τεκμαρτοί δείκτες), καθώς και στην εξέλιξη της αγοραστικής δύναμης των αποδοχών των εθνικών δημοσίων υπαλλήλων των κεντρικών διοικήσεων οκτώ κρατών μελών (ειδικοί δείκτες).
6
Το άρθρο 3 του παραρτήματος XI του ΚΥΚ, που αποτελεί το τμήμα 2 του πρώτου κεφαλαίου του παραρτήματος αυτού, με τίτλο «Τρόπος της ετήσιας προσαρμογής των αποδοχών και συντάξεων», προβλέπει τα εξής:
«1. Σύμφωνα με το άρθρο 65, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, το Συμβούλιο αποφασίζει πριν από το τέλος κάθε έτους για την προσαρμογή των αποδοχών και συντάξεων, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, η οποία βασίζεται στα κριτήρια που προβλέπονται στο τμήμα 1 του παρόντος παραρτήματος, με ισχύ από την 1η Ιουλίου.
2. Το ύψος της προσαρμογής ισούται με το γινόμενο του ειδικού δείκτη επί τον διεθνή δείκτη Βρυξελλών. Η προσαρμογή καθορίζεται σε καθαρές τιμές ως ποσοστό ίσο για όλους.
[...]
5. Κανένας διορθωτικός συντελεστής δεν εφαρμόζεται στο Βέλγιο και στο Λουξεμβούργο. Οι διορθωτικοί συντελεστές που εφαρμόζονται:
α)
στις αποδοχές που καταβάλλονται στους υπαλλήλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που υπηρετούν στα άλλα κράτη μέλη και σε ορισμένους άλλους τόπους υπηρεσίας·
β)
[...] στις συντάξεις [των υπαλλήλων] της Ευρωπαϊκής Ένωσης που καταβάλλονται στα άλλα κράτη μέλη όσον αφορά το τμήμα που αντιστοιχεί στα δικαιώματα που αποκτήθηκαν πριν από την 1η Μαΐου 2004,
καθορίζονται από τις σχέσεις μεταξύ των οικονομικών ισοτιμιών που αναφέρονται στο άρθρο 1 του παρόντος Παραρτήματος και των τιμών συναλλάγματος που προβλέπονται στο άρθρο 63 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, για τις αντίστοιχες χώρες.
[...]»
7
Το κεφάλαιο 5 του παραρτήματος XI του ΚΥΚ φέρει τον τίτλο «Ρήτρα εξαίρεσης». Αποτελείται από το άρθρο 10 και μόνο, το οποίο ορίζει ότι:
«Σε περίπτωση σοβαρής και αιφνίδιας επιδείνωσης της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης στο εσωτερικό της Ένωσης, η οποία εκτιμάται βάσει αντικειμενικών στοιχείων που παρέχονται για τον σκοπό αυτό από την Επιτροπή, η Επιτροπή υποβάλλει κατάλληλες προτάσεις επί των οποίων το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο αποφασίζουν σύμφωνα με το άρθρο 336 [ΣΛΕΕ].»
8
Κατά το άρθρο 15, παράρτημα 1, του παραρτήματος αυτού, οι προβλεπόμενες στο εν λόγω παράρτημα διατάξεις εφαρμόζονται από την 1η Ιουλίου 2004 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2012.
Το ιστορικό της διαφοράς
9
Εκτιμώντας ότι η πρόσφατη οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση που εκδηλώθηκε στην Ένωση προκαλεί «σοβαρή και αιφνίδια επιδείνωση της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης στο εσωτερικό της Ένωσης» κατά την έννοια του άρθρου 10 του παραρτήματος XI του ΚΥΚ, το Συμβούλιο ζήτησε από την Επιτροπή, τον Δεκέμβριο του 2010, να υποβάλει εγκαίρως, βάσει του εν λόγω άρθρου 10, κατάλληλες προτάσεις προκειμένου να εξεταστούν και να εγκριθούν από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο πριν από τα τέλη του 2011.
10
Σε απάντηση στο αίτημα αυτό, η Επιτροπή υπέβαλε στο Συμβούλιο, στις 13 Ιουλίου 2011, την έκθεση σχετικά με τη ρήτρα εξαιρέσεως (άρθρο 10 του παραρτήματος ΧΙ του ΚΥΚ) [COM(2011) 440 τελικό], στην οποία κατέληγε στο συμπέρασμα, στηριζόμενη σε δεκαπέντε δείκτες και στις ευρωπαϊκές οικονομικές προβλέψεις που δημοσίευσε η Γενική Διεύθυνσή της «Οικονομικές και χρηματοδοτικές υποθέσεις» στις 13 Μαΐου 2011, ότι δεν συνέτρεχε λόγος να υποβάλει πρόταση δυνάμει του άρθρου 10 του παραρτήματος XI του ΚΥΚ.
11
Η εξέταση της εκθέσεως αυτής προκάλεσε συζητήσεις στο πλαίσιο του Συμβουλίου, οι οποίες κατέληξαν στην υποβολή νέου αιτήματος του Συμβουλίου προς την Επιτροπή με το οποίο ζητήθηκε η εφαρμογή του εν λόγω άρθρου 10 και η υποβολή κατάλληλης πρότασης αναπροσαρμογής των αποδοχών.
12
Σε απάντηση στο αίτημα αυτό, η Επιτροπή εξέδωσε την προσβαλλόμενη ανακοίνωση, η οποία στηριζόταν ιδίως στις οικονομικές προβλέψεις της Γενικής Διευθύνσεώς της «Οικονομικές και χρηματοδοτικές υποθέσεις» της 10ης Νοεμβρίου 2011. Η Επιτροπή κατέληξε εκ νέου στο συμπέρασμα ότι η Ένωση δεν αντιμετώπιζε έκτακτη κατάσταση υπό την έννοια του άρθρου 10 του παραρτήματος XI του ΚΥΚ και ότι συνεπώς δεν μπορούσε να εφαρμόσει τη ρήτρα εξαιρέσεως.
13
Την ίδια ημέρα, η Επιτροπή υπέβαλε την προσβαλλόμενη πρόταση, η οποία στηριζόταν στην «κανονική» μέθοδο αναπροσαρμογής των αποδοχών που προβλέπει το άρθρο 3 του παραρτήματος XI του ΚΥΚ και πρότεινε αναπροσαρμογή 1,7 %.
14
Με την απόφαση 2011/866/ΕΕ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με την πρόταση της Επιτροπής για κανονισμό του Συμβουλίου για την αναπροσαρμογή, από 1ης Ιουλίου 2011, των αποδοχών και των συντάξεων των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και των διορθωτικών συντελεστών που εφαρμόζονται στις εν λόγω αποδοχές και συντάξεις (ΕΕ L 341, σ. 54), το Συμβούλιο αποφάσισε «να μην εκδώσει την [προσβαλλόμενη] πρόταση», μεταξύ άλλων για τους παρακάτω λόγους:
«(8)
[...] Το Συμβούλιο είναι πεπεισμένο ότι η χρηματοπιστωτική και η οικονομική κρίση που υφίσταται σήμερα η ΕΕ η οποία οδηγεί τα περισσότερα κράτη μέλη σε σοβαρές δημοσιονομικές προσαρμογές, μεταξύ άλλων στους μισθούς των εθνικών δημοσίων υπαλλήλων σε πολλά κράτη μέλη, συνιστά σοβαρή και αιφνίδια επιδείνωση της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης στην ΕΕ.
[...]
(13)
Με βάση τα παραπάνω, το Συμβούλιο εκτιμά ότι η θέση της Επιτροπής όσον αφορά την ύπαρξη σοβαρής και αιφνίδιας επιδείνωσης της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης και την άρνησή της να υποβάλει πρόταση βάσει του άρθρου 10 του παραρτήματος XI του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, βασίζεται σε προφανώς ανεπαρκή και λανθασμένη αιτιολόγηση.
(14)
Δεδομένου ότι το Δικαστήριο στην υπόθεση [επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 2010, C-40/10, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2010, σ. I-12043)] έκρινε ότι, για την περίοδο εφαρμογής του παραρτήματος ΧΙ του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 10 του εν λόγω παραρτήματος αποτελεί το μόνο μέσο βάσει του οποίου μια οικονομική κρίση μπορεί να ληφθεί υπόψη στην προσαρμογή των αποδοχών, το Συμβούλιο εξαρτάται από πρόταση της Επιτροπής προκειμένου να εφαρμοσθεί αυτό το άρθρο σε περίοδο κρίσης.
(15)
Το Συμβούλιο είναι πεπεισμένο ότι, με βάση τη διατύπωση του άρθρου 10 του παραρτήματος ΧΙ του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, και την καλή τη πίστει συνεργασία μεταξύ των θεσμικών οργάνων που κατοχυρώνεται στο άρθρο 13, παράγραφος 2, [ΣΕΕ], η Επιτροπή θα όφειλε να υποβάλει ενδεδειγμένη πρόταση στο Συμβούλιο. Η Επιτροπή, διά των συμπερασμάτων της και διά της μη υποβολής τέτοιας πρότασης, παραβιάζει, συνεπώς, αυτή την υποχρέωση.
(16)
Δεδομένου ότι το Συμβούλιο δύναται να ενεργήσει μόνο προτάσει της Επιτροπής, το γεγονός ότι η τελευταία δεν συνήγε τα σωστά συμπεράσματα από τα αποδεικτικά στοιχεία και δεν υπέβαλε πρόταση κατά το άρθρο 10 του παραρτήματος ΧΙ του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, εμποδίζει το Συμβούλιο να αντιδράσει σωστά σε μια σοβαρή και αιφνίδια επιδείνωση της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης, εκδίδοντας μια πράξη κατά το άρθρο 10 του παραρτήματος ΧΙ του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης».
Τα αιτήματα των διαδίκων και η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
15
Το Συμβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει, βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, την προσβαλλόμενη ανακοίνωση, στον βαθμό που η Επιτροπή αρνείται οριστικά να υποβάλει κατάλληλες προτάσεις στο Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο βάσει του άρθρου 10 του παραρτήματος XI του ΚΥΚ, καθώς και την προσβαλλόμενη πρόταση,
—
επικουρικώς, να διαπιστώσει, βάσει του άρθρου 265 ΣΛΕΕ, παραβίαση των Συνθηκών, λόγω του ότι η Επιτροπή παρέλειψε να υποβάλει κατάλληλες προτάσεις στο Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο βάσει του άρθρου 10 του παραρτήματος XI του ΚΥΚ, και
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
16
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή και να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
17
Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 20ής Απριλίου 2012 επετράπη στο Κοινοβούλιο να παρέμβει υπέρ της Επιτροπής. Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 6ης Ιουλίου 2012 επετράπη στην Τσεχική Δημοκρατία, στο Βασίλειο της Δανίας, στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, στην Ιρλανδία, στο Βασίλειο της Ισπανίας, στη Γαλλική Δημοκρατία, στη Δημοκρατία της Λεττονίας, στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών καθώς και στο Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας να παρέμβουν υπέρ του Συμβουλίου.
Επί της προσφυγής
18
Με την προσφυγή του, το Συμβούλιο ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 10 του παραρτήματος XI του ΚΥΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 13, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, ΣΕΕ και 241 ΣΛΕΕ, υποβάλλοντας την προσβαλλόμενη πρόταση βάσει της «κανονικής» μεθόδου αναπροσαρμογής που προβλέπει το άρθρο 3 του παραρτήματος αυτού και συνεπώς αρνούμενη να υποβάλει κατάλληλες προτάσεις βάσει του εν λόγω άρθρου 10.
19
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη, στον βαθμό που το Συμβούλιο δεν αποφάσισε με την ειδική πλειοψηφία των μελών του για την άσκηση της προσφυγής αυτής. Επιπλέον, ούτε η προσβαλλόμενη ανακοίνωση ούτε η προσβαλλόμενη πρόταση συνιστούν πράξεις δεκτικές προσφυγής υπό την έννοια του άρθρου 263 ΣΛΕΕ. Τέλος, οι προϋποθέσεις του άρθρου 265 ΣΛΕΕ δεν πληρούνται, κυρίως λόγω του ότι η Επιτροπή έλαβε θέση επί του αιτήματος του Συμβουλίου ισχυριζόμενη ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την κίνηση της προβλεπόμενης στο άρθρο 10 του παραρτήματος XI του ΚΥΚ διαδικασίας. Εντούτοις, το Συμβούλιο δεν στερούνταν δικαστικής προστασίας, δεδομένου ότι μπορούσε να προβάλει την άποψή του στο πλαίσιο προσφυγής ασκηθείσας από την Επιτροπή κατά της αρνήσεως του Συμβουλίου να εγκρίνει την προσβαλλόμενη πρόταση που υποβλήθηκε βάσει του άρθρου 3 του παραρτήματος XI του ΚΥΚ. Επικουρικώς, η Επιτροπή αμφισβητεί το βάσιμο της προσφυγής ακυρώσεως και της προσφυγής κατά παραλείψεως, υποστηρίζοντας ότι το Συμβούλιο δεν απέδειξε ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη κατά την εκτίμηση της οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως στο εσωτερικό της Ένωσης.
20
Πρέπει να τονιστεί ότι, όπως και στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 2013, C-63/12, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, η υπό κρίση προσφυγή αφορά την αναπροσαρμογή των αποδοχών και των συντάξεων των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού της Ένωσης για το 2011 και προκύπτει από τη διαφωνία που ανέκυψε μεταξύ της Επιτροπής και του Συμβουλίου ως προς το αν έπρεπε, για το συγκεκριμένο έτος, να εφαρμοσθεί η «κανονική» και αυτόματη μέθοδος, που προβλέπει το άρθρο 3 του παραρτήματος XI του ΚΥΚ, ή η ρήτρα εξαιρέσεως, που προβλέπει το άρθρο 10 του παραρτήματος αυτού, η οποία εφαρμόζεται «σε περίπτωση σοβαρής και αιφνίδιας επιδείνωσης της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης στο εσωτερικό της Ένωσης». Η στενή συνάφεια μεταξύ των δύο αυτών υποθέσεων προκύπτει επίσης από το γεγονός ότι, σε εκάστη των υποθέσεων αυτών, οι διάδικοι παραπέμπουν στο περιεχόμενο των υπομνημάτων που κατέθεσαν στην άλλη υπόθεση και τα επισυνάπτουν σε παράρτημα.
21
Στις σκέψεις όμως 57 έως 77 της προπαρατεθείσας αποφάσεως της 19ης Νοεμβρίου 2013, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, το Δικαστήριο αποφάνθηκε επί της κατανομής των ρόλων μεταξύ των θεσμικών οργάνων στο πλαίσιο της ετήσιας αναπροσαρμογής των αποδοχών και των συντάξεων, ειδικότερα όσον αφορά τον καθορισμό της νομικής βάσεως για την αναπροσαρμογή αυτή και την ενεργοποίηση της ρήτρας εξαιρέσεως.
22
Υπό τις συνθήκες αυτές, διαπιστώνεται ότι η υπό κρίση προσφυγή κατέστη άνευ αντικειμένου και, επομένως, πρέπει να καταργηθεί η δίκη επ’ αυτής.
Επί των δικαστικών εξόδων
23
Κατά το άρθρο 142 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, σε περίπτωση καταργήσεως της δίκης, το Δικαστήριο κανονίζει τα έξοδα κατά την κρίση του.
24
Εν προκειμένω, η προσφυγή κατέστη άνευ αντικειμένου όχι λόγω της συμπεριφοράς ενός των διαδίκων, αλλά λόγω του ότι το Δικαστήριο αποφάνθηκε επί της προσφυγής ακυρώσεως που ασκήθηκε στο πλαίσιο της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 2013, Επιτροπή κατά Συμβουλίου.
25
Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να αποφασιστεί ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή καθώς και οι παρεμβαίνοντες θα φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφασίζει:
1)
Καταργεί τη δίκη επί της προσφυγής.
2)
Η Τσεχική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Δανίας, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η Ιρλανδία, το Βασίλειο της Ισπανίας, η Γαλλική Δημοκρατία, η Δημοκρατία της Λεττονίας, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy