ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 5ης Δεκεμβρίου 2013 ( *1 )
«Προδικαστική παραπομπή — Άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων — Κανονισμοί (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) 259/68 και (ΕΚ, Ευρατόμ) 723/2004 — Υπάλληλοι της Ένωσης — Συνταξιοδοτικά δικαιώματα που έχουν αποκτηθεί στο εθνικό σύστημα — Μεταφορά στο συνταξιοδοτικό σύστημα της Ένωσης — Μέθοδος υπολογισμού — Έννοια του όρου “κεφάλαιο που αντιπροσωπεύει τα δικαιώματα σύνταξης”»
Στην υπόθεση C‑166/12,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Krajský soud v Praze (Τσεχική Δημοκρατία) με απόφαση της 27ης Μαρτίου 2012, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 3 Απριλίου 2012, στο πλαίσιο της δίκης
Radek Časta
κατά
Česká správa sociálního zabezpečení,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους T. von Danwitz, πρόεδρο τμήματος, E. Juhász (εισηγητή), A. Rosas, D. Šváby και C. Vajda, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Cruz Villalón
γραμματέας: M. Aleksejev, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 13ης Μαρτίου 2013,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
—
ο R. Časta, αυτοπροσώπως,
—
η Česká správa sociálního zabezpečení, εκπροσωπούμενη από την J. Laumannová, advokátka,
—
η Τσεχική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους M. Smolek και D. Hadroušek,
—
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον D. Martin και την P. Němečková,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 27ης Ιουνίου 2013,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) 259/68 του Συμβουλίου, της 29ης Φεβρουαρίου 1968, περί καθορισμού του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και περί θεσπίσεως ειδικών μέτρων προσωρινώς εφαρμοστέων στους υπαλλήλους της Επιτροπής (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/001, σ. 108), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) 723/2004 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 2004 (ΕΕ L 124, σ. 1, στο εξής: ΚΥΚ), καθώς και την ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ.
2
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του R. Časta και της Česká správa sociálního zabezpečení (υπηρεσίας κοινωνικής ασφαλίσεως της Τσεχικής Δημοκρατίας, στο εξής: ČSSZ) με αντικείμενο τον υπολογισμό του κεφαλαίου το οποίο αντιπροσωπεύει τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που απέκτησε στο εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα και το οποίο δύναται να μεταφερθεί, για λογαριασμό του, στο συνταξιοδοτικό σύστημα της Ένωσης.
Το νομικό πλαίσιο
Η νομοθεσία της Ένωσης
3
Το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, με τη μορφή που του προσέδωσε ο κανονισμός (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) 571/92 του Συμβουλίου, της 2ας Μαρτίου 1992, για την τροποποίηση του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 62, σ. 1), είχε ως εξής:
«Ο υπάλληλος που εισέρχεται στην υπηρεσία των Κοινοτήτων:
—
μετά τη λήξη των καθηκόντων του σε διοίκηση, σε εθνικό ή διεθνή οργανισμό
ή
—
μετά την άσκηση μισθωτής ή μη μισθωτής δραστηριότητας,
έχει την ευχέρεια, κατά τον χρόνο της μονιμοποίησής του, να ενεργήσει ώστε να καταβληθεί στις Κοινότητες είτε το ασφαλιστικό στατιστικό ισοδύναμο είτε το κατ’ αποκοπήν ποσό της εξαγοράς των δικαιωμάτων σύνταξης αρχαιότητας που έχει αποκτήσει βάσει των προαναφερομένων δραστηριοτήτων.
[…]»
4
Το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, με τη μορφή που του προσέδωσε ο κανονισμός 723/2004, έχει ως εξής:
«Ο υπάλληλος που εισέρχεται στην υπηρεσία των Κοινοτήτων:
—
μετά τη λήξη των καθηκόντων του σε διοίκηση, σε εθνικό ή διεθνή οργανισμό ή
—
μετά την άσκηση μισθωτής ή μη μισθωτής δραστηριότητας,
δικαιούται, από της μονιμοποιήσεώς του και μέχρι τη στιγμή που θεμελιώνει το δικαίωμα σύνταξης αρχαιότητας κατά την έννοια του άρθρου 77 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, να ενεργήσει ώστε να καταβληθεί στις Κοινότητες το κεφάλαιο, με αναγωγή του σχετικού ποσού στον χρόνο της πραγματικής μεταφοράς του, που αντιπροσωπεύει τα δικαιώματα σύνταξης τα οποία έχει αποκτήσει βάσει των προαναφερομένων υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων.
Σε παρόμοια περίπτωση το όργανο στο οποίο υπηρετεί ο υπάλληλος καθορίζει, μέσω γενικών εκτελεστικών διατάξεων, λαμβάνοντας υπόψη τον βασικό μισθό του υπαλλήλου, την ηλικία του και τη συναλλαγματική ισοτιμία κατά την ημερομηνία της αιτήσεως μεταφοράς, τον αριθμό των συντάξιμων ετών που συνυπολογίζει σύμφωνα με το κοινοτικό συνταξιοδοτικό καθεστώς δυνάμει του χρόνου προϋπηρεσίας, βάσει του μεταφερθέντος κεφαλαίου, αφαιρουμένου του ποσού που αντιπροσωπεύει την ανατίμηση του κεφαλαίου μεταξύ της ημερομηνίας της αιτήσεως μεταφοράς και της πραγματικής ημερομηνίας που διενεργήθηκε η μεταφορά.
Ο υπάλληλος μπορεί να κάνει χρήση της ευχέρειας αυτής μία μόνον φορά ανά κράτος μέλος και ανά ταμείο συντάξεων.»
5
Η απόφαση της Επιτροπής της 28ης Απριλίου 2004, περί των γενικών εκτελεστικών διατάξεων των άρθρων 11 και 12 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ (Διοικητικές πληροφορίες αριθ. 60-2004, της 9ης Ιουνίου 2004), ορίζει στο άρθρο 6 τα εξής:
«Όλα τα προς μεταφορά ποσά που οφείλονται από το συνταξιοδοτικό ταμείο στο οποίο υπαγόταν ο υπάλληλος πρέπει να πιστοποιούνται ως το τιμαριθμοποιημένο κεφάλαιο που αντιπροσωπεύει τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα, τα οποία έχει αποκτήσει προ της εισόδου του στην υπηρεσία των Κοινοτήτων ή, στην περίπτωση αιτήσεως βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 3, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, προ της επανεντάξεώς του.
Το προς μεταφορά ποσό πρέπει να αντιστοιχεί στο σύνολο του κεφαλαίου αυτού. Το ποσό αυτό μπορεί να αντιστοιχεί σε δικαιώματα απορρέοντα από περιόδους απασχολήσεως στην υπηρεσία άλλων διοικήσεων ή οργανισμών, ή βάσει περισσοτέρων μισθωτών ή μη δραστηριοτήτων.»
Η τσεχική νομοθεσία
6
Δυνάμει των άρθρων 3 έως 5 του νόμου 589/1992, περί εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως και εισφορών για την κρατική πολιτική στον τομέα της απασχολήσεως, όπως έχει τροποποιηθεί, ο μισθωτός και ο εργοδότης καταβάλλουν τις εισφορές κοινωνικής ασφαλίσεως στο τσεχικό σύστημα ασφαλίσεως γήρατος. Το ποσοστό των εργοδοτικών εισφορών ανερχόταν μεταξύ του 1996 και του 2003 σε ποσοστό 19,5 % της βάσεως υπολογισμού ενώ από το 2004 ανέρχεται σε ποσοστό 21,5 %, η δε βάση υπολογισμού των εν λόγω εργοδοτικών εισφορών ισούται με το σύνολο των βάσεων υπολογισμού όλων των μισθωτών του οικείου εργοδότη. Κατά την ίδια περίοδο, το ποσοστό των εισφορών των μισθωτών ανερχόταν σε ποσοστό 6,5 % της βάσεως υπολογισμού.
7
Από τα άρθρα 33 έως 36 του νόμου 155/1995 περί ασφαλίσεως γήρατος, όπως έχει τροποποιηθεί (στο εξής: νόμος 155/1995), προκύπτει ότι το ποσό της συντάξεως γήρατος ισούται με το άθροισμα ενός βασικού ποσού, το οποίο είναι το ίδιο για όλους τους αιτούντες σύνταξη, και ενός μεταβλητού ποσού που εξαρτάται από τη συνολική περίοδο ασφαλίσεως που έχει συμπληρώσει ο αιτών και την αντίστοιχη βάση υπολογισμού της συντάξεώς του.
8
Κατά το άρθρο 34, παράγραφος 1, του εν λόγω νόμου, το ύψος του μεταβλητού ποσού ανέρχεται, για κάθε πλήρες έτος ασφαλίσεως, σε 1,5 % της μηνιαίας βάσεως υπολογισμού. Στον χρόνο ασφαλίσεως περιλαμβάνονται, μόνον κατά ποσοστό 80 %, οι περίοδοι κατά τις οποίες ο ασφαλισμένος δεν απέκτησε τακτικά εισοδήματα δυνάμενα να ληφθούν υπόψη (οι λεγόμενες «πλασματικές περίοδοι ασφαλίσεως»), που καλύπτουν για παράδειγμα τις γονικές άδειες, τις περιόδους σπουδών, κ.λπ.
9
Κατά το άρθρο 15 του νόμου 155/1995, η βάση υπολογισμού καθορίζεται βάσει της προσωπικής βάσεως υπολογισμού του μισθωτού. Αυτή ισούται, κατά το άρθρο 16 του νόμου αυτού, με τον τιμαριθμοποιημένο κατά την ημερομηνία υπολογισμού μέσο όρο των μηνιαίων εισοδημάτων που υπόκεινται σε εισφορές ασφαλίσεως γήρατος καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου ασφαλίσεως, η οποία όμως δεν μπορεί να υπερβαίνει την τελευταία τριακονταετία. Εάν η προσωπική βάση υπολογισμού υπολείπεται ή ισούται με 10000 τσεχικές κορόνες (CZK), η βάση υπολογισμού αντιστοιχεί στην προσωπική βάση υπολογισμού. Τα ποσά που υπερβαίνουν το εν λόγω όριο και έως 24800 CZK συνυπολογίζονται στη βάση υπολογισμού σε ποσοστό 30 %, ενώ ποσά άνω του ανωτέρω δεύτερου ορίου συνυπολογίζονται στην εν λόγω βάση σε ποσοστό 10 %.
10
Οι πλασματικές περίοδοι ασφαλίσεως περιλαμβάνονται στον χρόνο ασφαλίσεως. Κατά τον καθορισμό της προσωπικής βάσεως υπολογισμού αφαιρούνται από τον μετρώμενο χρόνο οι λεγόμενες «εξαιρούμενες» περίοδοι, οι οποίες συμπίπτουν ως επί το πλείστον με τις πλασματικές περιόδους ασφαλίσεως.
11
Κατά το θεσπισθέν προς εφαρμογή των διατάξεων του ΚΥΚ άρθρο 105a, παράγραφοι 1 και 4, του νόμου 155/1995, οι ασφαλισμένοι που διορίζονται ως υπάλληλοι ή λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων και έχουν παύσει να ασκούν κερδοσκοπική δραστηριότητα στην Τσεχική Δημοκρατία δικαιούνται να μεταφέρουν στο κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που απέκτησαν στην Τσεχική Δημοκρατία, εφόσον δεν τους έχει χορηγηθεί σύνταξη βάσει του τσεχικού συστήματος ασφαλίσεως γήρατος, ενώ «ως συνταξιοδοτικά δικαιώματα […] νοούνται το χρηματικό ποσό που καθορίζεται ως ασφαλιστικό στατιστικό ισοδύναμο βάσει της διανυθείσας περιόδου ασφαλίσεως και των βάσεων υπολογισμού».
12
Το διάταγμα 587/2006 περί λεπτομερών ρυθμίσεων σχετικά με την αμοιβαία μεταφορά συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων στο συνταξιοδοτικό σύστημα των Κοινοτήτων (στο εξής: διάταγμα 587/2006) περιέχει επακριβείς διατάξεις σχετικά με τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων ενός Τσέχου υπαλλήλου που εισέρχεται στην υπηρεσία των Κοινοτήτων. Το άρθρο 2 του διατάγματος αυτού προβλέπει τους κανόνες υπολογισμού του προς μεταφορά ποσού των κεκτημένων στην Τσεχική Δημοκρατία συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων ως εξής:
«1) Η αξία των κτηθέντων στην Τσεχική Δημοκρατία συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, τα οποία αποτελούν αντικείμενο μεταφοράς, υπολογίζεται διά του πολλαπλασιασμού της μοναδιαίας αξίας της μελλοντικής συντάξεως με το άθροισμα του προβλεπόμενου μεταβλητού ποσού της συντάξεως γήρατος και ενός ποσού που αναλογεί σε ποσοστό επί του βασικού ποσού της συντάξεως γήρατος.
2) Το προβλεπόμενο μεταβλητό ποσό της συντάξεως γήρατος υπολογίζεται βάσει της μεθόδου του άρθρου 34, παράγραφος 1, του νόμου περί ασφαλίσεως γήρατος, υπό την έννοια ότι η περίοδος ασφαλίσεως και η βάση υπολογισμού καθορίζονται κατά την κρίσιμη ημερομηνία· ως κρίσιμη ημερομηνία νοείται η ημερομηνία υποβολής, στο αρμόδιο όργανο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της αιτήσεως για τη μεταφορά συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων […] Για τον καθορισμό της προσωπικής βάσεως υπολογισμού, η περίοδος συμμετοχής στο συνταξιοδοτικό σύστημα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων θεωρείται ως εξαιρούμενη περίοδος. […]
3) Το ποσό που αναλογεί σε ποσοστό επί του βασικού ποσού της συντάξεως γήρατος υπολογίζεται πολλαπλασιάζοντας το βασικό ποσό της ισχύουσας κατά την κρίσιμη ημερομηνία συντάξεως γήρατος με το πηλίκο που προκύπτει από τη διαίρεση της συμπληρωθείσας έως την κρίσιμη ημερομηνία περιόδου ασφαλίσεως στο τσεχικό συνταξιοδοτικό σύστημα με το άθροισμα των περιόδων ασφαλίσεως που έχουν συμπληρωθεί στο τσεχικό συνταξιοδοτικό σύστημα έως την κρίσιμη ημερομηνία και των περιόδων ασφαλίσεως που έχουν συμπληρωθεί από την κρίσιμη ημερομηνία έως την ημερομηνία κατά την οποία ο αιτών τη μεταφορά συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων (στο εξής: αιτών) συμπληρώνει την ηλικία συνταξιοδοτήσεως βάσει των ισχυουσών κατά την κρίσιμη ημερομηνία διατάξεων. […]
4) Η μοναδιαία αξία της μελλοντικής συντάξεως ορίζεται βάσει της ηλικίας του αιτούντος κατά την κρίσιμη ημερομηνία […] βάσει των πινάκων θνησιμότητας που ισχύουν κατά την κρίσιμη ημερομηνία και ποσοστού 70 % της αξίας του ανώτατου τεχνικού επιτοκίου που καθορίζεται από νομική διάταξη ειδικά για τους σκοπούς της ασφαλίσεως. […]
5) Για τον προσδιορισμό της μοναδιαίας αξίας της μελλοντικής συντάξεως χρησιμοποιούνται οι πίνακες θνησιμότητας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, οι οποίοι είναι ενιαίοι για τους άνδρες και τις γυναίκες και καταρτίζονται κάθε φορά για περίοδο πέντε συναπτών ημερολογιακών ετών.
6) Στο χρηματικό ποσό που υπολογίζεται κατά τις παραγράφους 1 έως 5 προστίθενται τόκοι επί του υπολογιζόμενου κατά τις παραγράφους 1 έως 5 χρηματικού ποσού για την περίοδο από την κρίσιμη ημερομηνία έως την προηγουμένη της μεταφοράς του κεφαλαίου […] στον λογαριασμό του συνταξιοδοτικού συστήματος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. […]»
13
Το παράρτημα του διατάγματος 587/2006 περιέχει τον μαθηματικό τύπο υπολογισμού της μοναδιαίας αξίας της μελλοντικής συντάξεως. Το ύψος του ανώτατου τεχνικού επιτοκίου καθορίζεται, βάσει του άρθρου 12, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του διατάγματος 434/2009, σε συνάρτηση με τη μέση απόδοση των κρατικών ομολόγων.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
14
Ο R. Časta, υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, υπαγόταν, πριν από την ανάληψη των καθηκόντων του στην Επιτροπή την 1η Δεκεμβρίου 2006, στο τσεχικό σύστημα ασφαλίσεως γήρατος. Οι αντίστοιχες εισφορές είχαν καταβληθεί στο εν λόγω σύστημα.
15
Στις 28 Νοεμβρίου 2008 o R. Časta υπέβαλε στην Επιτροπή, βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, αίτηση για τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που είχε αποκτήσει στην Τσεχική Δημοκρατία.
16
Η αίτηση αυτή διαβιβάστηκε στην ČSSZ, η οποία εξέδωσε, στις 8 Φεβρουαρίου 2011, απόφαση με την οποία πρότεινε τη μεταφορά 523584 CZK, ποσού το οποίο είχε υπολογιστεί κατ’ εφαρμογήν της εθνικής νομοθετικής ρυθμίσεως. Το ποσό αυτό ήταν κατώτερο από το ήμισυ του συνόλου των εισφορών που είχαν καταβληθεί έως την ημερομηνία αυτή στο τσεχικό συνταξιοδοτικό σύστημα για λογαριασμό του R. Časta.
17
Ο R. Časta υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά της εν λόγω αποφάσεως. Κατά την άποψή του, η προβλεπόμενη στην τσεχική ρύθμιση μέθοδος υπολογισμού αντιβαίνει στο άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ. Υποστήριξε ότι το προς μεταφορά ποσό θα έπρεπε να προσεγγίζει το συνολικό ποσό των καταβληθεισών εισφορών ή να υπερβαίνει το ποσό αυτό. Ο R. Časta προέβαλε, επίσης, παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως. Περαιτέρω, αμφισβήτησε το γεγονός ότι κατά τον υπολογισμό των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του δεν ελήφθη υπόψη η περίοδος κατά την οποία κατέβαλε εισφορές στο συνταξιοδοτικό σύστημα της Ένωσης.
18
Η ČSSZ απέρριψε την ανωτέρω διοικητική ένσταση με απόφαση της 10ης Μαΐου 2011. Στις 12 Μαΐου 2011 ο R. Časta άσκησε προσφυγή ακυρώσεως της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Krajský soud v Praze.
19
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Krajský soud v Praze αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Ποια είναι η έννοια του όρου “κεφάλαιο που αντιπροσωπεύει τα δικαιώματα σύνταξης”, ο οποίος περιέχεται στο άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του [ΚΥΚ]; Περιλαμβάνονται στην έννοια αυτή τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που καθορίζονται είτε ως ασφαλιστικό στατιστικό ισοδύναμο είτε ως κατ’ αποκοπήν ποσό της εξαγοράς, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, όπως ίσχυε πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού 723/2004 […], ή πρέπει στον όρο αυτό να αποδοθεί μόνο μία από τις ανωτέρω έννοιες και, σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, σε τι διαφέρει ο συγκεκριμένος όρος από τις ανωτέρω δύο έννοιες;
2)
Αποκλείει το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 3, [ΣΕΕ] την εφαρμογή της μεθόδου υπολογισμού των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που προβλέπει το άρθρο 105a, παράγραφος 1, του νόμου 155/1995 περί ασφαλίσεως γήρατος και το [διάταγμα 587/2006]; Έχει, συναφώς, σημασία το γεγονός ότι η εν λόγω μέθοδος υπολογισμού συνεπάγεται, στη συγκεκριμένη περίπτωση, τον καθορισμό των δυνάμενων να μεταφερθούν στο συνταξιοδοτικό σύστημα της [Ένωσης] συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων σε ποσό το οποίο υπολείπεται του ημίσεος των εισφορών που έχει καταβάλει ο υπάλληλος στο εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα;
3)
Έχει η απόφαση [της 16ης Δεκεμβρίου 2004, C-293/03, My, (Συλλογή 2004, σ. Ι-12013]), την έννοια ότι, κατά τον υπολογισμό της αξίας των μεταφερόμενων στο συνταξιοδοτικό σύστημα της [Ένωσης] συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, διά της μεθόδου του ασφαλιστικού στατιστικού ισοδυνάμου που εφαρμόζεται βάσει της περιόδου ασφαλίσεως, απαιτείται στην προσωπική βάση υπολογισμού να λαμβάνεται υπόψη και η περίοδος κατά την οποία ο υπάλληλος της [Ένωσης] υπαγόταν ήδη στο συνταξιοδοτικό σύστημα της [Ένωσης], πριν από την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως περί μεταφοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου ερωτήματος
20
Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί, εάν το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ έχει την έννοια ότι κράτος μέλος μπορεί να καθορίζει το ποσό του κεφαλαίου που αντιπροσωπεύει τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα ως ασφαλιστικό στατιστικό ισοδύναμο ή ως κατ’ αποκοπήν ποσό της εξαγοράς, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη αυτή του ΚΥΚ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με τον κανονισμό 723/2004, ή εάν πρέπει να εφαρμόζεται μόνο μία από τις μεθόδους αυτές.
21
Το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με τον κανονισμό 723/2004, με τη μορφή που είχε βάσει του κανονισμού 571/92, προέβλεπε ότι ο υπάλληλος που εισέρχεται στην υπηρεσία των Κοινοτήτων μετά τη λήξη των καθηκόντων του σε διοίκηση, σε εθνικό ή διεθνή οργανισμό ή μετά την άσκηση μισθωτής ή μη μισθωτής δραστηριότητας, είχε την ευχέρεια, κατά τον χρόνο της μονιμοποιήσεώς του, να ενεργήσει ώστε να καταβληθεί στις Κοινότητες είτε το ασφαλιστικό στατιστικό ισοδύναμο είτε το κατ’ αποκοπήν ποσό της εξαγοράς των δικαιωμάτων συντάξεως αρχαιότητας που είχε αποκτήσει βάσει των εν λόγω δραστηριοτήτων.
22
Η διάταξη αυτή παρείχε στα κράτη μέλη τη δυνατότητα εναλλακτικής επιλογής κατά την εκπλήρωση της υποχρεώσεώς τους να λάβουν τα αναγκαία εθνικά μέτρα για να διασφαλίσουν στους υπαλλήλους των κοινοτικών οργάνων τη δυνατότητα μεταφοράς των δικαιωμάτων τους συντάξεως αρχαιότητας στο κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα. Συνεπώς, τα κράτη μέλη ήταν ελεύθερα να κάνουν χρήση μιας εκ των ανωτέρω δύο μεθόδων υπολογισμού, χωρίς εντούτοις να οφείλουν να παρέχουν στους υπαλλήλους την ευχέρεια επιλογής μεταξύ της μεταφοράς του ασφαλιστικού στατιστικού ισοδυνάμου και της μεταφοράς του κατ’ αποκοπήν ποσού της εξαγοράς (βλ., συναφώς, απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1987, 315/85, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, Συλλογή 1987, σ. 5391, σκέψεις 20 έως 22).
23
Αυτή η ελευθερία επιλογής που είχαν τα κράτη μέλη διευρύνθηκε λόγω της τροποποιήσεως του ΚΥΚ με τον κανονισμό 723/2004, μετά την οποία το εν λόγω άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII προβλέπει ότι ο υπάλληλος που εισέρχεται στην υπηρεσία των Κοινοτήτων δικαιούται, από της μονιμοποιήσεώς του και μέχρι τη στιγμή που θεμελιώνει το δικαίωμα συντάξεως αρχαιότητας κατά την έννοια του άρθρου 77 του ΚΥΚ, να ενεργήσει ώστε να καταβληθεί στις Κοινότητες το κεφάλαιο, με αναγωγή του σχετικού ποσού στον χρόνο της πραγματικής μεταφοράς του, που αντιπροσωπεύει τα δικαιώματα συντάξεως τα οποία έχει αποκτήσει βάσει των προγενέστερων δραστηριοτήτων του.
24
Πράγματι, ο νομοθέτης της Ένωσης, χρησιμοποιώντας εφεξής μόνον τον όρο «κεφάλαιο που αντιπροσωπεύει τα [κεκτημένα] δικαιώματα σύνταξης», παρέσχε στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να εφαρμόζουν τη μέθοδο της επιλογής τους για τον καθορισμό του χρηματικού ποσού προς μεταφορά στο συνταξιοδοτικό σύστημα της Ένωσης, στο μέτρο που το ποσό αυτό αντιπροσωπεύει κατ’ ουσίαν τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που έχουν αποκτηθεί βάσει των προγενέστερων δραστηριοτήτων του οικείου υπαλλήλου.
25
Συνεπώς, τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν είτε τη λεγόμενη μέθοδο «του ασφαλιστικού στατιστικού ισοδυνάμου», η οποία συνίσταται στον υπολογισμό της πραγματικής αξίας μιας μέλλουσας και ενδεχόμενης παροχής συντάξεως, της οποίας το ύψος είναι κατά κανόνα μειωμένο ώστε να λαμβάνεται υπόψη ο πρόωρος χαρακτήρας της καταβολής και ο κίνδυνος θανάτου του δικαιούχου πριν από την ημερομηνία που η παροχή καθίσταται απαιτητή, είτε τη λεγόμενη μέθοδο «του κατ’ αποκοπήν ποσού εξαγοράς», κατά την οποία το ποσό αυτό προκύπτει από το άθροισμα των εισφορών που έχουν καταβληθεί από τον ασφαλισμένο και τον εργοδότη του, στις οποίες είναι δυνατό να προστεθούν τόκοι (βλ., όσον αφορά τις εν λόγω μεθόδους υπολογισμού, απόφαση της 18ης Μαρτίου 1982, 212/81, Bodson, Συλλογή 1982, σ. 1019, σκέψεις 7 και 8), ή ακόμη και άλλες μεθόδους.
26
Υπό τις συνθήκες αυτές, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ έχει την έννοια ότι κράτος μέλος μπορεί να καθορίζει το ποσό του κεφαλαίου που αντιπροσωπεύει τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα στηριζόμενο είτε στη μέθοδο του ασφαλιστικού στατιστικού ισοδυνάμου είτε στη μέθοδο του κατ’ αποκοπήν ποσού της εξαγοράς, ή ακόμη και σε άλλες μεθόδους, στο μέτρο που το προς μεταφορά ποσό αντιπροσωπεύει κατ’ ουσίαν τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που έχουν αποκτηθεί βάσει των προγενέστερων δραστηριοτήτων του οικείου υπαλλήλου.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
27
Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσία, να διευκρινιστεί, εάν τα άρθρα 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ και 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ έχουν την έννοια ότι αποκλείουν την εφαρμογή μεθόδου υπολογισμού του κεφαλαίου που αντιπροσωπεύει τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα, τα οποία έχουν αποκτηθεί στο εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα βάσει προγενέστερων δραστηριοτήτων, όπως η προβλεπόμενη στην τσεχική ρύθμιση, και εάν η απάντηση στο ερώτημα αυτό επηρεάζεται από το γεγονός ότι η εν λόγω μέθοδος συνεπάγεται τον καθορισμό του προς μεταφορά κεφαλαίου στο συνταξιοδοτικό σύστημα της Ένωσης σε ποσό υπολειπόμενο του ημίσεος των εισφορών που έχουν καταβάλει ο υπάλληλος και ο πρώην εργοδότης του στο εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα.
28
Για να διασφαλιστεί ο συντονισμός των εθνικών συνταξιοδοτικών συστημάτων και του συνταξιοδοτικού συστήματος της Ένωσης απαιτείται η εκτέλεση δύο διαδοχικών πράξεων, εκ των οποίων η δεύτερη συνίσταται στη μετατροπή του κεφαλαίου που αντιπροσωπεύει τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα, τα οποία έχουν αποκτηθεί στο εθνικό σύστημα, σε συντάξιμα έτη υπηρεσίας που λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο του συνταξιοδοτικού συστήματος της Ένωσης. Η μετατροπή αυτή πραγματοποιείται από τα όργανα της Ένωσης, σύμφωνα με τις γενικές εκτελεστικές διατάξεις του εν λόγω άρθρου 11 που θεσπίζουν τα όργανα αυτά. Η εν λόγω πράξη διέπεται από το δίκαιο της Ένωσης.
29
Αντιθέτως, η πρώτη πράξη εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της εθνικής αρχής που διαχειρίζεται το συνταξιοδοτικό σύστημα στο οποίο υπαγόταν ο ενδιαφερόμενος πριν από την ανάληψη υπηρεσίας στην Ένωση, καθόσον η εν λόγω πράξη καθορίζει το κεφάλαιο που αντιπροσωπεύει τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα τα οποία έχουν αποκτηθεί στο εθνικό σύστημα βάσει της σχετικής ρυθμίσεως του οικείου κράτους μέλους (βλ. απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1989, 75/88, 146/88 και 147/88, Bonazzi-Bertottilli κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1989, σ. 3599, σκέψη 17).
30
Πρέπει να επισημανθεί όσον αφορά τις διάφορες εθνικές ρυθμίσεις, ότι ο νομοθέτης της Ένωσης δεν απέβλεπε, με το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, στην εναρμόνιση των διαφόρων εθνικών διατάξεων στον τομέα των συντάξεων, οι οποίες είναι ιδιαίτερα πολύμορφες και πολύπλοκες (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, σκέψη 21). Εξάλλου, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 43 των προτάσεών του, από τα άρθρα 48 ΣΛΕΕ και 153, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ προκύπτει ότι το δίκαιο της Ένωσης αναγνωρίζει την ευχέρεια των κρατών μελών να καθορίζουν τις θεμελιώδεις αρχές του συστήματός τους κοινωνικής ασφαλίσεως.
31
Συνεπώς, τα κράτη μέλη διαθέτουν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως, κατά τη θέσπιση των εθνικών ρυθμίσεών τους για την εφαρμογή του άρθρου 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ.
32
Τούτο ισχύει, συνεπώς, ιδίως για τη μέθοδο καθορισμού από τα κράτη μέλη του ποσού του κεφαλαίου που αντιπροσωπεύει τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα, τα οποία έχουν αποκτηθεί στο εθνικό σύστημα και πρέπει να ληφθούν υπόψη από το συνταξιοδοτικό σύστημα της Ένωσης, η οποία μέθοδος πρέπει, εντούτοις, να ορίζεται σύμφωνα με τη φύση των αρχών και κανόνων που διέπουν το συνταξιοδοτικό σύστημά τους.
33
Κατά κανόνα, τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να θεσπίσουν, μεταξύ άλλων, ένα κεφαλαιοποιητικό συνταξιοδοτικό σύστημα που παρέχει συντάξεις γήρατος ανάλογες προς τις εισφορές ή, αντιθέτως, ένα σύστημα το οποίο στηρίζεται σε ορισμένο βαθμό αλληλεγγύης και προβλέπει ότι οι παρεχόμενες στο πλαίσιο του εν λόγω συστήματος συντάξεις δεν είναι κατ’ ανάγκη ανάλογες προς τις εισφορές.
34
Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι, στο επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα, το ύψος των συντάξεων που δικαιούνται οι συνταξιούχοι υπολογίζεται κατ’ εφαρμογήν ενός μαθηματικού τύπου που λαμβάνει υπόψη τη συνολική περίοδο καταβολής εισφορών ασφαλίσεως γήρατος και το ύψος των αποδοχών, το οποίο όμως συνεκτιμάται κατά εντόνως φθίνουσα πρόοδο. Στο σύστημα αυτό, οι υψηλότερες αποδοχές παρέχουν, βεβαίως, δικαίωμα σε υψηλότερη σύνταξη, αλλά τα ποσά που υπερβαίνουν συγκεκριμένα όρια αποδοχών λαμβάνονται υπόψη μόνο μέχρι ενός ορίου.
35
Σ’ ένα τέτοιο διανεμητικό σύστημα με άκρως αλληλέγγυο χαρακτήρα είναι προφανές ότι το κεφάλαιο που αντιπροσωπεύει τα κεκτημένα συνταξιοδοτικά δικαιώματα δεν αντιστοιχεί στο σύνολο των εισφορών που έχουν καταβληθεί από τον εργοδότη και τον εργαζόμενό του στο πλαίσιο της ασφαλίσεως γήρατος του δευτέρου.
36
Καίτοι ο υπολογισμός του κεφαλαίου που αντιπροσωπεύει τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα είναι λογική απόρροια της φύσεως, των αρχών και των κανόνων του ισχύοντος σε ορισμένο κράτος μέλος συνταξιοδοτικού συστήματος, δεν μπορεί, εντούτοις, να διακυβεύεται η συμβατότητα αυτής της μεθόδου υπολογισμού με το δίκαιο της Ένωσης. Η ρύθμιση του συγκεκριμένου κράτους μέλους ενδέχεται να αποτελεί εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, την οποία κατοχυρώνει το άρθρο 45 ΣΛΕΕ, ή να αντιβαίνει στις υποχρεώσεις που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, μόνο στην περίπτωση που ο τρόπος υπολογισμού του κεφαλαίου αυτού αποκλίνει σημαντικά, προς όφελος ή εις βάρος του υπαλλήλου, από τη φύση, τις αρχές και τους κανόνες του εθνικού συνταξιοδοτικού συστήματος.
37
Πρέπει να υπομνησθεί ότι, αφενός, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ο υπάλληλος της Ένωσης έχει την ιδιότητα του διακινούμενου εργαζομένου (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση My, σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και αποφάσεις της 16ης Φεβρουαρίου 2006, C-185/04, Öberg, Συλλογή 2006, σ. I-1453, σκέψη 12, και της 4ης Ιουλίου 2013, C‑233/12, Gardella, σκέψη 25) και ότι, αφετέρου, η υποχρέωση των κρατών μελών να παρέχουν στους υπαλλήλους της Ένωσης τη δυνατότητα μεταφοράς στο συνταξιοδοτικό σύστημα της Ένωσης των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που έχουν αποκτήσει βάσει των προγενέστερων καθηκόντων τους, και να καθορίζουν, συναφώς, ορισμένη μέθοδο υπολογισμού, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ (βλ., συναφώς, απόφαση της 17ης Ιουλίου 1997, C-52/96, Επιτροπή κατά Ισπανίας, Συλλογή 1997, σ. I-4637, σκέψη 9).
38
Η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνική ρύθμιση, η οποία εκτίθεται στις σκέψεις 11 και 12 της παρούσας αποφάσεως, δεν αποκλίνει προφανώς από τη φύση, τις αρχές και τους κανόνες του εθνικού συνταξιοδοτικού συστήματος. Εντούτοις, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να διακριβώσει, εάν συντρέχει όντως τέτοια περίπτωση, ιδίως εάν ο προσφεύγων παρέχει σοβαρές ενδείξεις περί του αντιθέτου, καθώς και να διακριβώσει, σε περίπτωση που οι εθνικές διατάξεις παρέχουν τη δυνατότητα μεταφοράς συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων σε άλλο εθνικό σύστημα ή σε σύστημα διεθνούς οργανισμού, εάν ο υπολογισμός του μεταφερόμενου στο σύστημα της Ένωσης ποσού γίνεται κατά δυσμενέστερο τρόπο σε σχέση με τον υπολογισμό του μεταφερόμενου σε άλλα συστήματα ποσού. Το γεγονός και μόνον ότι το ύψος του προς μεταφορά ποσού βάσει της εφαρμοζόμενης μεθόδου υπολογισμού υπολείπεται του ημίσεος των εισφορών που έχουν καταβάλει ο υπάλληλος και ο πρώην εργοδότης του στο εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα δεν συνιστά αυτό καθ’ εαυτό τέτοιου είδους ένδειξη. Επιπροσθέτως, από την ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία δεν προκύπτει ότι οι εθνικές διατάξεις παρέχουν τη δυνατότητα μεταφοράς συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων σε άλλο εθνικό ή διεθνές σύστημα.
39
Εξάλλου, ο υπάλληλος που ζητεί τη μεταφορά κεκτημένων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του από το συνταξιοδοτικό σύστημα κράτους μέλους στο συνταξιοδοτικό σύστημα της Ένωσης δεν μπορεί να προβάλει βασίμως ότι υφίσταται απαγορευμένη δυσμενή διάκριση έναντι των υπαλλήλων της Ένωσης που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη λόγω της εφαρμογής διαφορετικής μεθόδου υπολογισμού του προς μεταφορά κεφαλαίου. Πράγματι, στην περίπτωση αυτή, η διαφορετική μεταχείριση είναι συνέπεια της αρμοδιότητας των κρατών μελών να διαμορφώνουν το συνταξιοδοτικό σύστημά τους και της συναφούς εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτουν.
40
Υπό τις συνθήκες αυτές, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ και 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ έχουν την έννοια ότι δεν αποκλείουν την εφαρμογή μεθόδου υπολογισμού του κεφαλαίου που αντιπροσωπεύει τα κεκτημένα συνταξιοδοτικά δικαιώματα, όπως η προβλεπόμενη στην τσεχική ρύθμιση, ακόμη κι αν η μέθοδος αυτή συνεπάγεται τον καθορισμό του προς μεταφορά κεφαλαίου στο συνταξιοδοτικό σύστημα της Ένωσης σε ποσό υπολειπόμενο του ημίσεος των εισφορών που έχουν καταβάλει ο υπάλληλος και ο πρώην εργοδότης του στο εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα.
Επί του τρίτου ερωτήματος
41
Με το τρίτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί, εάν τα άρθρα 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ και 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ έχουν την έννοια ότι, για τον υπολογισμό του ποσού του κεφαλαίου που αντιπροσωπεύει τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα, τα οποία έχουν αποκτηθεί στο παρελθόν και πρόκειται να μεταφερθούν στο συνταξιοδοτικό σύστημα της Ένωσης, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η περίοδος κατά την οποία ο υπάλληλος υπαγόταν ήδη στο εν λόγω συνταξιοδοτικό σύστημα.
42
Αφενός, πρέπει να υπομνησθεί, όσον αφορά την προπαρατεθείσα απόφαση My, την οποία επικαλέστηκε το αιτούν δικαστήριο στο πλαίσιο του τρίτου ερωτήματός του, ότι το Δικαστήριο αποφάνθηκε, με τη σκέψη 49 της αποφάσεως αυτής, ότι το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, σε συνδυασμό με τον ΚΥΚ, αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία δεν επιτρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα συμπληρωθέντα από υπήκοο της Ένωσης έτη εργασίας στην υπηρεσία οργάνου της Ένωσης προς θεμελίωση δικαιώματος λήψεως συντάξεως γήρατος βάσει του εθνικού συνταξιοδοτικού συστήματός του.
43
Εντούτοις, ενώ η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση My είχε ως αντικείμενο τη συνεκτίμηση της συμπληρωθείσας συνολικής περιόδου απασχολήσεως στα όργανα της Ένωσης για τη θεμελίωση δικαιώματος λήψεως συντάξεως γήρατος βάσει του εθνικού συνταξιοδοτικού συστήματος, ο προσφεύγων στην υπόθεση της κύριας δίκης ζητεί, ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, να ληψθεί υπόψη στο οικείο κράτος μέλος η συμπληρωθείσα περίοδος απασχολήσεώς του ως υπαλλήλου της Επιτροπής για τον καθορισμό του προς μεταφορά ποσού από το εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα στο συνταξιοδοτικό σύστημα της Ένωσης.
44
Δεδομένου ότι η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση My διαφέρει από την υπόθεση της κύριας δίκης από την απόφαση αυτή δεν μπορούν να συναχθούν στοιχεία προς απάντηση στο τρίτο ερώτημα.
45
Αφετέρου, από το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ προκύπτει αναμφιβόλως ότι τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που ένας υπάλληλος έχει την ευχέρεια να μεταφέρει στο συνταξιοδοτικό σύστημα της Ένωσης από το ισχύον σε ορισμένο κράτος μέλος συνταξιοδοτικό σύστημα είναι τα δικαιώματα που έχει αποκτήσει βάσει μόνον των δραστηριοτήτων που ασκούσε πριν από την ανάληψη υπηρεσίας στην Ένωση.
46
Η διάταξη αυτή διευκρινίζεται, εξάλλου, με την απόφαση της Επιτροπής της 28ης Απριλίου 2004, περί των γενικών εκτελεστικών διατάξεων των άρθρων 11 και 12 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ , η οποία προβλέπει, στο άρθρο 6, πρώτο εδάφιο, ότι «[ό]λα τα προς μεταφορά ποσά που οφείλονται από το συνταξιοδοτικό ταμείο στο οποίο υπαγόταν ο υπάλληλος πρέπει να πιστοποιούνται ως το τιμαριθμοποιημένο κεφάλαιο που αντιπροσωπεύει τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα, τα οποία έχει αποκτήσει προ της εισόδου του στην υπηρεσία των Κοινοτήτων».
47
Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ και 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ έχουν την έννοια ότι, για τον υπολογισμό του ποσού του κεφαλαίου που αντιπροσωπεύει τα κεκτημένα στο εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα συνταξιοδοτικά δικαιώματα, τα οποία πρόκειται να μεταφερθούν στο συνταξιοδοτικό σύστημα της Ένωσης, δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η περίοδος κατά την οποία ο υπάλληλος υπαγόταν ήδη στο εν λόγω δεύτερο συνταξιοδοτικό σύστημα.
Επί των δικαστικών εξόδων
48
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφαίνεται:
1)
Το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) 259/68 του Συμβουλίου, της 29ης Φεβρουαρίου 1968, περί καθορισμού του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων και του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και περί θεσπίσεως ειδικών μέτρων προσωρινώς εφαρμοστέων στους υπαλλήλους της Επιτροπής, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) 723/2004 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 2004, έχει την έννοια ότι ένα κράτος μέλος μπορεί να καθορίζει το ποσό του κεφαλαίου που αντιπροσωπεύει τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα στηριζόμενο είτε στη μέθοδο του ασφαλιστικού στατιστικού ισοδυνάμου είτε στη μέθοδο του κατ’ αποκοπήν ποσού της εξαγοράς, ή ακόμη και σε άλλες μεθόδους, στο μέτρο που το προς μεταφορά ποσό αντιπροσωπεύει κατ’ ουσίαν τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που έχουν αποκτηθεί βάσει των προγενέστερων δραστηριοτήτων του οικείου υπαλλήλου.
2)
Τα άρθρα 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του κανονισμού 259/68, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 723/2004, και 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ έχουν την έννοια ότι δεν αποκλείουν την εφαρμογή μιας μεθόδου υπολογισμού του κεφαλαίου που αντιπροσωπεύει τα κεκτημένα συνταξιοδοτικά δικαιώματα, όπως η προβλεπόμενη στην τσεχική ρύθμιση, ακόμη κι αν η εν λόγω μέθοδος συνεπάγεται τον καθορισμό του προς μεταφορά κεφαλαίου στο συνταξιοδοτικό σύστημα της Ένωσης σε ποσό υπολειπόμενο του ημίσεος των εισφορών που έχουν καταβάλει ο υπάλληλος και ο πρώην εργοδότης του στο εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα.
3)
Τα άρθρα 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του κανονισμού 259/68, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 723/2004, και 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ έχουν την έννοια ότι, για τον υπολογισμό του ποσού του κεφαλαίου που αντιπροσωπεύει τα κεκτημένα στο εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα συνταξιοδοτικά δικαιώματα, τα οποία πρόκειται να μεταφερθούν στο συνταξιοδοτικό σύστημα της Ένωσης, δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η περίοδος κατά την οποία ο υπάλληλος υπαγόταν ήδη στο εν λόγω δεύτερο συνταξιοδοτικό σύστημα.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η τσεχική.
Full & Egal Universal Law Academy