ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 28ης Φεβρουαρίου 2013 (*)
«Αίτηση αναίρεσης – Κρατικές ενισχύσεις – Ναυπηγεία – Απόφαση που κηρύσσει ορισμένα μέτρα ενισχύσεων ασυμβίβαστα με την κοινή αγορά – Προστασία των ουσιωδών συμφερόντων της εθνικής ασφάλειας – Συνθήκες ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά»
Στην υπόθεση C‑246/12 P,
με αντικείμενο αίτηση αναίρεσης δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 15 Μαΐου 2012,
Ελληνικά Ναυπηγεία AE, με έδρα τον Σκαραμαγκά (Ελλάδα), εκπροσωπούμενη από τους Ι. Δρόσο και Β. Καραγιάννη, δικηγόρους,
αναιρεσείουσα,
όπου ο έτερος διάδικος είναι η
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους C. Urraca Caviedes και M. Κωνσταντινίδη, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από την R. Silva de Lapuerta (εισηγήτρια), πρόεδρο τμήματος, και τους Γ. Αρέστη, J.-C. Bonichot, A. Arabadjiev και J. L. da Cruz Vilaça, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Cruz Villalón
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
κατόπιν της απόφασης που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την αίτηση αναίρεσης, η εταιρία Ελληνικά Ναυπηγεία AE (στο εξής: ΕΝΑΕ) ζητεί την εξαφάνιση της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 15ης Μαρτίου 2012, T‑391/08, Ελληνικά Ναυπηγεία κατά Επιτροπής (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της εταιρίας αυτής που είχε ως αίτημα την ακύρωση της απόφασης C(2008) 3118 τελικό της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 2008, με την οποία κηρύχθηκαν ασύμβατες με την κοινή αγορά οι ενισχύσεις C 16/04 (πρώην NN 29/04, CP 71/02 και CP 133/05) που χορήγησε η Ελληνική Δημοκρατία στην εταιρία αυτή (ΕΕ 2009, L 225, σ. 104, στο εξής: επίμαχη απόφαση της Επιτροπής).
Ιστορικό της διαφοράς
2 Στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο συνόψισε ως εξής το ιστορικό της διαφοράς λόγω της οποίας είχε ασκηθεί ενώπιόν του η προσφυγή:
«1 Η [ΕΝΑΕ] είναι ένα από τα σημαντικότερα ναυπηγεία της Μεσογείου. Το 1985 η ΕΝΑΕ έπαυσε τις δραστηριότητές της και τέθηκε υπό εκκαθάριση. Τον Σεπτέμβριο του 1985 η κρατικής ιδιοκτησίας Ελληνική Τράπεζα Βιομηχανικής Ανάπτυξης (ΕΤΒΑ) αγόρασε την ΕΝΑΕ. Στις 18 Σεπτεμβρίου 1995 υπογράφηκε σύμβαση για την πώληση του 49 % των μετοχών της ΕΝΑΕ στους εργαζομένους της.
2 Το 2001 το Ελληνικό Δημόσιο αποφάσισε να ιδιωτικοποιήσει πλήρως την ΕΝΑΕ. Στις 12 Σεπτεμβρίου 2001 εκδόθηκε ο νόμος 2941/2001, ο οποίος αφορούσε την “Απλοποίηση διαδικασιών ίδρυσης εταιρειών, αδειοδότησης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, ρύθμιση θεμάτων της [ΕΝΑΕ] και άλλες διατάξεις” και περιελάμβανε διάφορα μέτρα με σκοπό τη διευκόλυνση της πώλησης της ΕΝΑΕ. Στις 11 Οκτωβρίου 2001 υπογράφηκε η συμφωνία για την πώληση των μετοχών της ΕΝΑΕ μεταξύ αφενός της ΕΤΒΑ και των εργαζομένων της ΕΝΑΕ και αφετέρου μιας κοινοπραξίας που είχαν συστήσει η εταιρία Howaldtswerke-Deutsche Werft GmbH (στο εξής: HDW) και η εταιρία Ferrostaal AG (οι οποίες θα αναφέρονται στο εξής από κοινού ως: HDW/Ferrostaal). Η συμφωνία αυτή ολοκληρώθηκε με συμπληρωματική συμφωνία, που υπογράφηκε στις 31 Μαΐου 2002. Η HDW/Ferrostaal ίδρυσε την Ελληνική Ναυπηγοκατασκευαστική ΑΕ Χαρτοφυλακίου (Greek Naval Shipyard Holding, στο εξής: ΕΝΑΕΧ), οι μετοχές της οποίας ανήκαν κατ’ ίσα μέρη στην HDW και στη Ferrostaal, με σκοπό να διαχειρίζεται τη συμμετοχή τους στην ΕΝΑΕ.
3 Τον Ιανουάριο του 2005 η ThyssenKrupp AG εξαγόρασε την HDW. Τον Νοέμβριο του 2005 η ThyssenKrupp απέκτησε τις μετοχές της ΕΝΑΕΧ που κατείχε η Ferrostaal. Κατά συνέπεια, η ThyssenKrupp κατέχει έκτοτε όλες τις μετοχές της ΕΝΑΕ και ελέγχει πλήρως την εταιρία αυτή. Η ΕΝΑΕΧ και η ΕΝΑΕ έχουν ενταχθεί στην ThyssenKrupp Marine Systems AG […], δηλαδή στο τμήμα της ThyssenKrupp που ειδικεύεται στα συστήματα πολεμικών πλοίων και στα ειδικευμένα εμπορικά πλοία.
4 Στο πλαίσιο της ιδιωτικοποίησης της ΕΤΒΑ, η Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ, μια ιδιωτική τράπεζα, απέκτησε την πλειοψηφία των μετοχών της ΕΤΒΑ, και συγκεκριμένα το 57,7 %, κατόπιν συμφωνίας που υπέγραψε με το Ελληνικό Δημόσιο στις 18 Δεκεμβρίου 2001 και που τροποποιήθηκε στις 20 Μαρτίου 2002.
5 Η Ελληνική Δημοκρατία χορήγησε διάφορες ενισχύσεις στην ΕΝΑΕ, για τις οποίες έχει εκδοθεί σειρά αποφάσεων της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
6 Η οδηγία 90/684/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1990, σχετικά με τις ενισχύσεις στις ναυπηγικές εργασίες (ΕΕ L 380, σ. 27), περιελάμβανε διάφορες διατάξεις υπέρ της Ελληνικής Δημοκρατίας. Η οδηγία 90/684 επέτρεπε τη χορήγηση ενισχύσεων λειτουργίας σε ναυπηγεία, με σκοπό την αναδιάρθρωσή τους στο πλαίσιο της ιδιωτικοποίησής τους. Το άρθρο 10 της οδηγίας 90/684 πρόβλεπε τα εξής:
“1. Το άρθρο 5 της παρούσας οδηγίας θα ισχύσει για την [Ελληνική Δημοκρατία] μόνο από την 1η Ιανουαρίου 1992.
2. Κατά το 1991, οι ενισχύσεις για τη λειτουργία των ναυπηγείων κατασκευής, μετατροπής και επισκευής πλοίων οι οποίες δεν συνδέονται με νέες συμβάσεις μπορούν να θεωρούνται συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά αν χορηγούνται με σκοπό την οικονομική αναδιάρθρωση των ναυπηγείων στα πλαίσια συστηματικού και συγκεκριμένου προγράμματος αναδιάρθρωσης που συνδέεται με την εκποίηση των ναυπηγείων.
3. Παρά την προβλεπομένη στην παράγραφο 2 υποχρέωση εκποίησης των ναυπηγείων, η [Ελληνική Δημοκρατία] μπορεί να διατηρήσει την πλειοψηφία του 51 % σε κάποιο από τα ναυπηγεία, αν η απόφαση αυτή δικαιολογείται για λόγους εθνικής άμυνας.”
7 Η Επιτροπή, κατ’ εφαρμογή της οδηγίας αυτής και λαμβάνοντας υπόψη τη δέσμευση της Ελληνικής Δημοκρατίας να ιδιωτικοποιήσει την ΕΝΑΕ πριν από τις 31 Μαρτίου 1993, ενέκρινε, με απόφαση της 23ης Δεκεμβρίου 1992 (ΕΕ 1993, C 88, σ. 6), τη χορήγηση ενίσχυσης στην ΕΝΑΕ με τη μορφή της διαγραφής χρεών ύψους 44 δισεκατομμυρίων δραχμών.
8 Με απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 1994 (ΕΕ C 138, σ. 2), η Επιτροπή, εκτιμώντας ότι η Ελληνική Κυβέρνηση δεν είχε εκπληρώσει την υποχρέωση που υπείχε κατά το άρθρο 10 της οδηγίας 90/684 να ιδιωτικοποιήσει την ΕΝΑΕ πριν από τις 31 Μαρτίου 1993, κίνησε, με βάση το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ, τη διαδικασία στην υπόθεση C-10/94 σχετικά με την καταχρηστική εφαρμογή της ενίσχυσης που είχε εγκριθεί με την απόφαση της 23ης Δεκεμβρίου 1992. Στις 26 Ιουλίου 1995 η Επιτροπή εξέδωσε τελική αρνητική απόφαση όσον αφορά την ενίσχυση την οποία αφορούσε η υπόθεση C-10/94.
9 Με ανακοίνωση της 31ης Οκτωβρίου 1995, που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ (ΕΕ 1996, C 68, σ. 4) σχετικά με την υπόθεση C-10/94, η Επιτροπή εξέθεσε ότι η Ελληνική Δημοκρατία την είχε πληροφορήσει ότι η ΕΤΒΑ είχε υπογράψει συμφωνία για τη μεταβίβαση του 49 % του μετοχικού κεφαλαίου της ΕΝΑΕ στον σύλλογο εργαζομένων της εταιρίας αυτής και αποφάσισε να ανακαλέσει την τελική αρνητική απόφασή της για την ενίσχυση την οποία αφορούσε η υπόθεση C-10/94.
10 Στις 8 Ιανουαρίου 1997 η Επιτροπή πληροφόρησε την Ελληνική Δημοκρατία για την απόφασή της να επεκτείνει τη διαδικασία που είχε κινήσει στην υπόθεση C-10/94 (ΕΕ C 80, σ. 8). Ανέφερε ότι η αναγκαία ενίσχυση για τη διαγραφή των χρεών των ναυπηγείων δεν αντιστοιχούσε πλέον στο εγκριθέν ποσό των 44 δισεκατ. δραχμών, αλλά χρειαζόταν ένα συμπληρωματικό ποσό, ίσο με τους απαιτητούς στις 31 Δεκεμβρίου 1991 τόκους, όπως είχαν αυξηθεί μέχρι τις 31 Ιανουαρίου 1996. Η Επιτροπή αποφάσισε συνεπώς να επεκτείνει τη διαδικασία, για να καλύψει το νέο αυτό ποσό.
11 Στις 2 Ιουνίου 1997 το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) 1013/97, για την ενίσχυση ορισμένων ναυπηγείων που τελούν υπό αναδιάρθρωση (ΕΕ L 148, σ. 1). Το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού προβλέπει τα εξής:
“Δύναται να θεωρηθεί ως συμβατή με την κοινή αγορά η χορήγηση ενίσχυσης υπό τη μορφή διαγραφής χρεών των ‘Ελληνικών Ναυπηγείων’ μέχρι ανωτάτου ποσού 54 525 εκατομμυρίων δραχμών, το οποίο αντιστοιχεί σε χρέη από εργασίες του ναυπηγείου επί εμπορικών πλοίων, όπως αυτά είχαν διαμορφωθεί στις 31 Δεκεμβρίου 1991, επαυξημένα κατά τους τόκους και τις ποινές μέχρι τις 31 Ιανουαρίου 1996. Όλες οι υπόλοιπες διατάξεις της οδηγίας 90/684 […] τυγχάνουν εφαρμογής επί του εν λόγω ναυπηγείου.”
12 Στις 15 Ιουλίου 1997 η Επιτροπή εξέδωσε απόφαση σχετικά με την υπόθεση C-10/94 (ΕΕ C 306, σ. 5, στο εξής: απόφαση C‑10/94), με την οποία ενέκρινε, δυνάμει του κανονισμού 1013/97, τη διαγραφή χρεών ύψους 54,525 δισεκατ. δραχμών (160 εκατ. ευρώ).
13 Την ίδια ημέρα η Επιτροπή εξέδωσε επίσης απόφαση σχετικά με την υπόθεση N 401/97 (ΕΕ 1998, C 47, σ. 3, στο εξής: απόφαση N 401/97), με την οποία ενέκρινε ενίσχυση για επενδύσεις υπέρ της ΕΝΑΕ ύψους 7,8 δισεκατ. δραχμών (22,9 εκατ. ευρώ), ώστε να παρασχεθεί η δυνατότητα στην ΕΝΑΕ να ολοκληρώσει το επιχειρηματικό της σχέδιο στο πλαίσιο της ιδιωτικοποίησής της και να καταστεί κερδοφόρος.
14 Στις 5 Ιουνίου 2002 η Επιτροπή εξέδωσε απόφαση στην υπόθεση N 513/01 (ΕΕ C 186, σ. 5, στο εξής: απόφαση N 513/01) σχετικά με ορισμένα μέτρα που περιλαμβάνονται στον νόμο 2941/2001 και τα οποία η Ελληνική Δημοκρατία είχε κοινοποιήσει στην Επιτροπή. Με την απόφαση αυτή, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ενίσχυση των 29,5 εκατ. ευρώ, που προοριζόταν να χρησιμοποιηθεί ως κίνητρο για την εθελούσια αποχώρηση από την ΕΝΑΕ των μισθωτών που εργάζονταν στη ναυπήγηση εμπορικών πλοίων, πληρούσε τις προϋποθέσεις του άρθρου 4 του κανονισμού (ΕΚ) 1540/98 του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1998, περί των νέων κανόνων ενισχύσεως της ναυπηγικής βιομηχανίας (ΕΕ L 202, σ. 1), και ήταν επομένως συμβατή με την κοινή αγορά.
15 Με την ίδια αυτή απόφαση η Επιτροπή κίνησε την κατά το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ διαδικασία στην υπόθεση C-40/02, σχετικά με τα μέτρα απαλλαγής της ΕΝΑΕ από φόρους 11,2 εκατ. ευρώ σε σχέση με τα αποθεματικά της και σχετικά με τα μέτρα κατ’ εφαρμογή των οποίων το Ελληνικό Δημόσιο αναλαμβάνει εν μέρει τις μελλοντικές συνταξιοδοτικές δαπάνες (ύψους 1 εκατομμυρίου ευρώ) του προσωπικού της ΕΝΑΕ που απασχολείται στις δραστηριότητες ναυπήγησης εμπορικών πλοίων. Με απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 2004 (ΕΕ 2005, L 75, σ. 44), η Επιτροπή έκρινε ότι οι δύο αυτές ενισχύσεις δεν συμβιβάζονταν με την κοινή αγορά.
16 Με την απόφαση C(2004) 1359, της 20ής Απριλίου 2004 (ΕΕ C 202, σ. 3 […]), η Επιτροπή κίνησε την επίσημη διαδικασία έρευνας, που προβλέπεται στο άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ, στην υπόθεση C‑16/04 (πρώην NN 29/04) (στο εξής: επίσημη διαδικασία έρευνας), σχετικά με τις τροποποιήσεις που είχαν επέλθει στο επενδυτικό πρόγραμμα της ΕΝΑΕ στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσής της, το οποίο χρηματοδοτούνταν εν μέρει με την επενδυτική ενίσχυση που είχε εγκριθεί με την απόφαση N 401/97. Η απόφαση κίνησης της διαδικασίας αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι η ΕΤΒΑ, ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου, χορήγησε διάφορα δάνεια και εγγυήσεις προς την ΕΝΑΕ και ότι οι ελληνικές αρχές δεν είχαν υποβάλει ετήσιες εκθέσεις, όπως όφειλαν.
17 Με την απόφαση C(2006) 2983, της 4ης Ιουλίου 2006 (ΕΕ C 236, σ. 40), η Επιτροπή επεξέτεινε την επίσημη διαδικασία έρευνας, προκειμένου να συμπεριλάβει διάφορα πρόσθετα μέτρα που είχαν ληφθεί υπέρ της ΕΝΑΕ […].
18 Στις 2 Ιουλίου 2008 η Επιτροπή εξέδωσε την [επίμαχη] απόφαση.
19 Η [επίμαχη απόφαση της Επιτροπής] αφορά δεκαέξι μέτρα.
20 Το διατακτικό μέρος της [επίμαχης] απόφασης έχει ως εξής:
“Άρθρο 1
Οι ενισχύσεις για τις επενδυτικές δαπάνες που πραγματοποίησε η ΕΝΑΕ πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2001 στο πλαίσιο του επενδυτικού προγράμματος που περιγράφεται στην απόφαση [N 401/97] […] εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της απόφασης [N 401/97].
Κάθε ενίσχυση για άλλες επενδυτικές δαπάνες που πραγματοποίησε η ΕΝΑΕ –και ιδίως επενδυτικές δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2001– δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της απόφασης [N 401/97] και δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά.
Άρθρο 2
Η εγγύηση που χορήγησε η [Ελληνική Δημοκρατία] στην ΕΤΒΑ με απόφαση της 8ης Δεκεμβρίου 1999 και η οποία καλύπτει δάνειο ύψους 4,67 δισεκατ. δραχμών (13,72 εκατ. ευρώ) που χορήγησε η ΕΤΒΑ στην ΕΝΑΕ […] συνιστά ενίσχυση η οποία τέθηκε σε εφαρμογή κατά παράβαση του άρθρου 88, παράγραφος 3, [ΕΚ] και δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά.
Αν η εγγύηση εξακολουθεί να ισχύει κατά την ημερομηνία έκδοσης της παρούσας απόφασης, η κρατική εγγύηση πρέπει να διακοπεί αμέσως. Επιπλέον, πρέπει να ανακτηθούν οι ενισχύσεις για το χρονικό διάστημα από την ολοσχερή αποπληρωμή του εγγυημένου δανείου προς την ΕΝΑΕ μέχρι την [κατάργηση] της εγγύησης.
Το ύψος της προς ανάκτηση εγγύησης αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ του επιτοκίου αναφοράς που ισχύει για την [Ελληνική Δημοκρατία], προσαυξημένου κατά 600 μονάδες βάσης, και του συνολικού κόστους του εγγυημένου δανείου (επιτόκιο συν προμήθεια για την εγγύηση που κατέβαλε η ΕΝΑΕ).
Άρθρο 3
Το δάνειο ύψους 1,56 δισεκατ. δραχμών (4,58 εκατ. ευρώ) που χορηγήθηκε τον Ιούλιο του 1999 από την ΕΤΒΑ στην ΕΝΑΕ και εξοφλήθηκε το 2004 […] συνιστά ενίσχυση η οποία τέθηκε σε εφαρμογή κατά παράβαση του άρθρου 88, παράγραφος 3, […] ΕΚ και δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά.
Για το χρονικό διάστημα από την ολοσχερή καταβολή του δανείου στην ΕΝΑΕ μέχρι την εξόφλησή του, το ύψος της προς ανάκτηση εγγύησης αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ του επιτοκίου αναφοράς για την [Ελληνική Δημοκρατία], προσαυξημένου κατά 600 μονάδες βάσης, και του επιτοκίου του δανείου.
[…]
Άρθρο 5
Η ενίσχυση ύψους 54 δισεκατ. δραχμών (160 εκατ. ευρώ), η οποία εγκρίθηκε με [την] απόφαση […] C 10/1994 […], εφαρμόσθηκε καταχρηστικά και πρέπει να ανακτηθεί.
Άρθρο 6
Η ενίσχυση ύψους 29,5 εκατ. ευρώ, η οποία εγκρίθηκε με [την] απόφαση […] N 513/2001 […], εφαρμόσθηκε καταχρηστικά και πρέπει να ανακτηθεί.
[…]
Άρθρο 8
Η εισφορά κεφαλαίου ύψους 800 εκατ. δραχμών (2,3 εκατ. ευρώ) από την ΕΤΒΑ προς την ΕΝΑΕ στις 20 Μαΐου 1998 […] δεν συνιστά ενίσχυση.
Οι εισφορές κεφαλαίου ύψους 321 εκατ. δραχμών (0,9 εκατ. ευρώ) και 397 εκατ. δραχμών (1,2 εκατ. ευρώ) από την ΕΤΒΑ προς την ΕΝΑΕ στις 24 Ιουνίου 1999 και στις 22 Μαΐου 2000 αντίστοιχα συνιστούν ενίσχυση η οποία τέθηκε σε εφαρμογή κατά παράβαση του άρθρου 88, παράγραφος 3, [ΕΚ] και δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά. Η ενίσχυση αυτή πρέπει να ανακτηθεί.
Άρθρο 9
Οι αντεγγυήσεις που χορήγησε το Δημόσιο στην ΕΤΒΑ για να εγγυηθεί τις εγγυήσεις τις οποίες παρέσχε η ΕΤΒΑ στο πλαίσιο των συμβάσεων που συνήψε η ΕΝΑΕ με τον Οργανισμό Σιδηροδρόμων Ελλάδος (ΟΣΕ) και με τους Ηλεκτρικούς Σιδηροδρόμους Αθηνών-Πειραιώς (ΗΣΑΠ) […] συνιστούν ενίσχυση η οποία τέθηκε σε εφαρμογή κατά παράβαση του άρθρου 88, παράγραφος 3, […] ΕΚ και δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά.
Στην περίπτωση των αντεγγυήσεων που αφορούν τις συμβάσεις με τον ΗΣΑΠ, η ενίσχυση αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ μιας ετήσιας προμήθειας 480 μονάδων βάσης (δηλαδή 4,8 %) και των προμηθειών που κατέβαλε πράγματι η ΕΝΑΕ (δηλαδή της προμήθειας εγγύησης που κατέβαλε στην ΕΤΒΑ συν την προμήθεια εγγύησης που κατέβαλε στο Δημόσιο). Η ενίσχυση αυτή πρέπει να ανακτηθεί για το χρονικό διάστημα μέχρι την [κατάργηση] των αντεγγυήσεων του Δημοσίου.
Στην περίπτωση των αντεγγυήσεων που αφορούν τις συμβάσεις με τον ΟΣΕ, εφόσον εξακολουθούν να ισχύουν, πρέπει να διακοπούν αμέσως. Επιπλέον, πρέπει να ανακτηθούν οι ενισχύσεις για την περίοδο από την έναρξη ισχύος των αντεγγυήσεων. Οι προς ανάκτηση εγγυήσεις αντιστοιχούν στη διαφορά μεταξύ μιας ετήσιας προμήθειας 680 μονάδων βάσης (δηλαδή 6,8 %) και των προμηθειών που κατέβαλε πράγματι η ΕΝΑΕ (δηλαδή της προμήθειας εγγύησης που κατέβαλε στην ΕΤΒΑ συν την προμήθεια εγγύησης που κατέβαλε στο Δημόσιο).
[…]
Άρθρο 11
Το δάνειο ύψους 16,9 δισεκατ. δραχμών (49,7 εκατ. ευρώ) που χορηγήθηκε στις 29 Οκτωβρίου 1999 από την ΕΤΒΑ στην ΕΝΑΕ και εξοφλήθηκε το 2004 […] συνιστά ενίσχυση η οποία τέθηκε σε εφαρμογή κατά παράβαση του άρθρου 88, παράγραφος 3, [ΕΚ] και δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά.
Η προς ανάκτηση ενίσχυση για την περίοδο μέχρι τον Ιούνιο του 2001 αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ του επιτοκίου αναφοράς που ισχύει για την [Ελληνική Δημοκρατία], προσαυξημένου κατά 600 μονάδες βάσης, και του επιτοκίου που κατέβαλε πράγματι η ΕΝΑΕ στην ΕΤΒΑ.
Για το επόμενο χρονικό διάστημα μέχρι την εξόφληση του δανείου, η προς ανάκτηση ενίσχυση αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ του επιτοκίου αναφοράς για την [Ελληνική Δημοκρατία], προσαυξημένου κατά 400 μονάδες βάσης, και του επιτοκίου που κατέβαλε πράγματι η ΕΝΑΕ στην ΕΤΒΑ.
Άρθρο 12
Οι εγγυήσεις ύψους 3,26 εκατ. ευρώ και 3,38 εκατ. ευρώ που χορήγησε η ΕΤΒΑ στις 4 Μαρτίου 1999 και στις 17 Ιουνίου 1999 αντίστοιχα και οι οποίες ακυρώθηκαν το 2002 […] συνιστούν ενίσχυση η οποία τέθηκε σε εφαρμογή κατά παράβαση του άρθρου 88, παράγραφος 3, [ΕΚ] και δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά.
Η προς ανάκτηση ενίσχυση για το χρονικό διάστημα μέχρι την κατάργηση των εγγυήσεων αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ ετήσιας προμήθειας εγγυήσεων 480 μονάδων βάσης (4,8 %) και της προμήθειας εγγυήσεων που κατέβαλε πράγματι η ΕΝΑΕ.
Άρθρο 13
Το 75 % της εγγύησης του Δημοσίου που χορηγήθηκε στις 8 Δεκεμβρίου 1999 για την εξασφάλιση δανείου ύψους 10 δισεκατ. δραχμών (29,3 εκατ. ευρώ) που χορήγησε η ΕΤΒΑ στην ΕΝΑΕ […] εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 296 [ΕΚ].
Το υπόλοιπο 25 % της εγγύησης του Δημοσίου δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 296 [ΕΚ] και συνιστά ενίσχυση η οποία τέθηκε σε εφαρμογή κατά παράβαση του άρθρου 88, παράγραφος 3, [ΕΚ]. Ποσό ύψους 750 εκατ. δραχμών (2,20 εκατ. ευρώ) της ενίσχυσης αυτής συμβιβαζόταν με την κοινή αγορά μέχρι τις 31 Μαρτίου 2002. Μετά την ημερομηνία αυτή, μόνο ποσό 1,32 εκατ. ευρώ ήταν συμβιβάσιμο με την κοινή αγορά. Το υπόλοιπο της ενίσχυσης δεν είναι συμβιβάσιμο.
Αν η εγγύηση του Δημοσίου ισχύει ακόμη, το μέρος της εγγύησης αυτής που συνιστά μη συμβιβάσιμη ενίσχυση (δηλαδή το 25 % της τρέχουσας ακόμη εγγύησης, μείον 1,32 εκατ. ευρώ, που είναι συμβιβάσιμα) πρέπει να διακοπεί αμέσως.
Επιπλέον, για το χρονικό διάστημα από την καταβολή του εγγυημένου δανείου στην ΕΝΑΕ μέχρι τη λήξη της συμβιβάσιμης εγγύησης του Δημοσίου, πρέπει να ανακτηθεί ενίσχυση το ύψος της οποίας αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ του επιτοκίου αναφοράς για την [Ελληνική Δημοκρατία], προσαυξημένου κατά 600 μονάδες βάσης, και του συνολικού κόστους του εγγυημένου δανείου (επιτόκιο συν προμήθεια εγγύησης που κατέβαλε η ΕΝΑΕ).
Η ενίσχυση αυτή υπολογίζεται σε σχέση με το μέρος της κρατικής εγγύησης που συνιστούσε μη συμβιβάσιμη ενίσχυση.
Άρθρο 14
Το 75 % των δανείων ύψους 1,99 δισεκατ. δραχμών (5,9 εκατ. ευρώ), 10 εκατ. δολαρίων ΗΠΑ και 5 εκατ. δολαρίων ΗΠΑ που χορήγησε η ΕΤΒΑ στην ΕΝΑΕ στις 25 Ιουλίου 1997, στις 15 Οκτωβρίου 1997 και στις 27 Ιανουαρίου 1998 αντίστοιχα […] εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 296 [ΕΚ].
Το υπόλοιπο 25 % των εν λόγω δανείων συνιστά ενίσχυση.
Η ενίσχυση που περιλαμβάνεται στο πρώτο δάνειο, το οποίο εκφραζόταν σε δραχμές, αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ του επιτοκίου αναφοράς για την [Ελληνική Δημοκρατία], προσαυξημένου κατά 400 μονάδες βάσης, και του επιτοκίου που κατέβαλε πράγματι η ΕΝΑΕ. Η ενίσχυση που περιέχεται στο δεύτερο και το τρίτο δάνειο, που είχαν εκφρασθεί σε δολάρια ΗΠΑ, αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ του LIBOR για συναλλαγές δολαρίου ΗΠΑ, προσαυξημένου κατά 475 μονάδες βάσης, και του επιτοκίου που κατέβαλε η ΕΝΑΕ.
Και στις τρεις περιπτώσεις, η ενίσχυση τέθηκε σε εφαρμογή κατά παράβαση του άρθρου 88, παράγραφος 3, [ΕΚ] και δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά.
Οι ενισχύσεις αυτές πρέπει, επομένως, να ανακτηθούν.
Άρθρο 15
Το 25 % από τα 81,3 εκατ. ευρώ και τα 40 εκατ. ευρώ, που αποτελούν κατά προσέγγιση εκτιμήσεις των προκαταβολών που κατέβαλε το Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό κατά τα έτη 2000 και 2001 καθ’ υπέρβαση των δαπανών της ΕΝΑΕ για την εκτέλεση των αντίστοιχων συμβάσεων κατά την περίοδο εκείνη […], συνιστά ενίσχυση επί ένα έτος.
Η ενίσχυση αυτή τέθηκε σε εφαρμογή κατά παράβαση του άρθρου 88, παράγραφος 3, [ΕΚ] και δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά. Η ενίσχυση που πρέπει να ανακτηθεί αντιστοιχεί στο επιτόκιο αναφοράς για την [Ελληνική Δημοκρατία], προσαυξημένο κατά 600 μονάδες βάσης, το οποίο πρέπει να υπολογισθεί στη διάρκεια ενός έτους.
Άρθρο 16
Η εγγύηση αποζημίωσης που χορήγησε η ΕΤΒΑ στην HDW/Ferrostaal και προβλέπει ότι η ΕΤΒΑ θα αποζημιώσει την HDW/Ferrostaal για κάθε κρατική ενίσχυση που θα [υποχρεωθεί να αποδώσει] η ΕΝΑΕ […] συνιστά ενίσχυση η οποία τέθηκε σε εφαρμογή κατά παράβαση του άρθρου 88, παράγραφος 3, [ΕΚ] και δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά. Επιπλέον, η εγγύηση δεν συμβιβάζεται per se με την κοινή αγορά και πρέπει, επομένως, να διακοπεί αμέσως.
[…]
Άρθρο 18
1. Η [Ελληνική Δημοκρατία] θα ανακτήσει από την ΕΝΑΕ τις προς ανάκτηση ενισχύσεις, όπως ορίζονται στα άρθρα 2, 3, 5, 6, 8, 9 και 11 έως 15.
2. Τα προς ανάκτηση ποσά φέρουν τόκους από την ημερομηνία κατά την οποία τέθηκαν στη διάθεση της ΕΝΑΕ μέχρι την πραγματική ανάκτησή τους.
3. Ο τόκος υπολογίζεται με τη μέθοδο του ανατοκισμού σύμφωνα με το κεφάλαιο V του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 794/2004 της Επιτροπής.
4. Η ανάκτηση της ενίσχυσης είναι άμεση και πραγματική.
5. Η [Ελληνική Δημοκρατία] εξασφαλίζει την εκτέλεση της παρούσας απόφασης εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησής της.
Άρθρο 19
1. Εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης, η [Ελληνική Δημοκρατία] υποβάλλει τις ακόλουθες πληροφορίες στην Επιτροπή:
α) το ποσό (κεφάλαιο και τόκοι ανάκτησης) που θα ανακτηθεί από τον αποδέκτη,
β) λεπτομερή περιγραφή των ήδη ληφθέντων και των σχεδιαζόμενων μέτρων για τη συμμόρφωση με την παρούσα απόφαση,
γ) έγγραφα που αποδεικνύουν ότι ο αποδέκτης έχει διαταχθεί να επιστρέψει την ενίσχυση.
2. Η [Ελληνική Δημοκρατία] τηρεί την Επιτροπή ενήμερη σχετικά με την πρόοδο των εθνικών μέτρων που λαμβάνονται για την εκτέλεση της παρούσας απόφασης μέχρι την ολοκλήρωση της ανάκτησης της ενίσχυσης. Υποβάλλει αμέσως, μετά από απλή αίτηση της Επιτροπής, πληροφορίες σχετικά με τα ήδη ληφθέντα και τα σχεδιαζόμενα μέτρα για τη συμμόρφωση με την παρούσα απόφαση. Υποβάλλει επίσης λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τα ποσά της ενίσχυσης και τους τόκους ανάκτησης που [έχει] ήδη [επιστρέψει ο] αποδέκτης.
[…]”»
Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
3 Η ΕΝΑΕ, με την προσφυγή που άσκησε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, πρόβαλε εννέα λόγους ακύρωσης της επίμαχης απόφασης της Επιτροπής. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε όλους τους λόγους ακύρωσης που είχε προβάλει η προσφεύγουσα και νυν αναιρεσείουσα.
Αιτήματα των διαδίκων
4 Η ΕΝΑΕ ζητεί από το Δικαστήριο:
– κυρίως, να εξαφανίσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να ακυρώσει την επίμαχη απόφαση της Επιτροπής,
– επικουρικώς, να εξαφανίσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά το τμήμα της που αντιστοιχεί σε ορισμένα μέτρα της επίμαχης απόφασης της Επιτροπής,
– όλως επικουρικώς, να εξαφανίσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά το τμήμα της που αντιστοιχεί στην ενίσχυση των 54 δισεκατ. δραχμών (160 εκατομμυρίων ευρώ), η οποία εγκρίθηκε με την απόφαση C 10/94 και την οποία αφορά το άρθρο 5 της επίμαχης απόφασης της Επιτροπής, και
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα της ΕΝΑΕ αμφότερων των βαθμών δικαιοδοσίας.
5 Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη κατά τα μέρη κατά τα οποία προβάλλονται νέοι ισχυρισμοί και κατά το μέρος κατά το οποίο καλείται το Δικαστήριο να εκτιμήσει εκ νέου πραγματικά περιστατικά που έχουν κριθεί από το Γενικό Δικαστήριο,
– να απορρίψει ως αβάσιμο το υπόλοιπο μέρος της αίτησης αναίρεσης ή, επικουρικώς, να απορρίψει την αναίρεση στο σύνολό της ως αβάσιμη και
– να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
Επί της αίτησης αναίρεσης
6 Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 346 ΣΛΕΕ. Ο δεύτερος λόγος που προβάλλει η ΕΝΑΕ αντλείται από παράβαση του άρθρου 348 ΣΛΕΕ. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε τις αιτιάσεις της περί προσβολής των διαδικαστικών δικαιωμάτων της.
Επί του πρώτου λόγου αναίρεσης: παράβαση του άρθρου 346 ΣΛΕΕ
Επιχειρήματα των διαδίκων
7 Η ΕΝΑΕ θεωρεί ότι αποτελεί νομικό σφάλμα η εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου ότι τα επίδικα μέτρα ενισχύσεων απέβησαν υπέρ της δραστηριότητας της παραγωγής μη στρατιωτικού υλικού, εκτίμηση στην οποία κατέληξε χωρίς να εξετάσει σε κάθε περίπτωση αν το συγκεκριμένο μέτρο υπερέβαινε (και κατά τι ποσό) αυτό που ήταν αναγκαίο για την ομαλή διεξαγωγή της στρατιωτικής δραστηριότητας του ναυπηγείου.
8 Η ΕΝΑΕ υποστηρίζει ότι το ναυπηγείο είναι επιχείρηση μικτής φύσης και ότι οι μη στρατιωτικές δραστηριότητες αποτελούν απλώς το αναγκαίο οικονομικό παρακολούθημα βιωσιμότητας της δραστηριότητας παραγωγής στρατιωτικού υλικού, η οποία είναι η προεξάρχουσα δραστηριότητα.
9 Η ΕΝΑΕ διευκρινίζει ότι η πλήρης αποστράγγιση της μη στρατιωτικής δραστηριότητας του ναυπηγείου θέτει σε κίνδυνο τη συνέχιση της δραστηριότητάς του για την παραγωγή στρατιωτικού υλικού και ότι η χρηματοδότηση της στρατιωτικής δραστηριότητας από τη μη στρατιωτική δεν παραβιάζει τους κανόνες του δικαίου της Ένωσης στον τομέα του ανταγωνισμού.
10 Η ΕΝΑΕ ισχυρίζεται ότι κακώς το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι τα «ενιαία» μέτρα που απευθύνονταν στην ΕΝΑΕ ως ενιαία νομική οντότητα ωφέλησαν κατά 75 % τις στρατιωτικές δραστηριότητές της και κατά 25 % τις μη στρατιωτικές. Τέτοια «ενιαία» μέτρα ενισχύσεων είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι ωφελούν τη δραστηριότητα της παραγωγής μη στρατιωτικού υλικού μόνο κατά το ποσό που υπερβαίνει αυτό που είναι αναγκαίο για τη βιώσιμη διεκπεραίωση της στρατιωτικής δραστηριότητας.
11 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η ΕΝΑΕ δεν προβάλλει καμία αιτίαση που να αφορά νομικό σφάλμα του Γενικού Δικαστηρίου ως προς την εφαρμογή του άρθρου 346 ΣΛΕΕ στην υπόθεση που είχε υποβληθεί στην κρίση του.
12 Κατά την Επιτροπή, προαπαιτούμενο για την εφαρμογή του άρθρου 346 ΣΛΕΕ είναι η λήψη μέτρων που ένα κράτος μέλος θεωρεί αναγκαία για την προστασία ουσιωδών συμφερόντων της ασφάλειάς του και τα οποία αφορούν, μεταξύ άλλων, την παραγωγή πολεμικού υλικού. Το συμπέρασμα της ΕΝΑΕ ότι ένα μέτρο «μικτού» χαρακτήρα που έχει συνέπειες για τον ανταγωνισμό εντός της εσωτερικής αγοράς θα έπρεπε να εμπίπτει συνολικά στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 346 ΣΛΕΕ και 348 ΣΛΕΕ δεν προκύπτει ούτε από το γράμμα ούτε από το πνεύμα του εν λόγω άρθρου 346 ΣΛΕΕ.
13 Το εν λόγω θεσμικό όργανο παρατηρεί ότι η αιτίαση περί νομικού σφάλματος του Γενικού Δικαστηρίου λόγω της αυθαίρετης εφαρμογής της αναλογίας 75 % και 25 % μεταξύ αφενός των στρατιωτικών και αφετέρου των μη στρατιωτικών δραστηριοτήτων προβάλλεται για πρώτη φορά και είναι συνεπώς απαράδεκτη.
14 Η Επιτροπή διευκρινίζει, εξάλλου, ότι ο αναλογικός αυτός επιμερισμός έχει γίνει δεκτός από την Ελληνική Δημοκρατία, η οποία ήταν εν προκειμένω η μόνη που μπορούσε να επικαλεστεί το άρθρο 346 ΣΛΕΕ, και ότι η αναλογία αυτή καθορίστηκε με βάση τα στοιχεία που είχε παράσχει το εν λόγω κράτος μέλος.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
15 Ο πρώτος λόγος αναίρεσης που προβάλλει η ΕΝΑΕ έχει δύο σκέλη. Με το πρώτο σκέλος η αναιρεσείουσα βάλλει κατά των σκέψεων του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 346, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ΣΛΕΕ. Το δεύτερο σκέλος αφορά την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης στην υπό κρίση υπόθεση.
16 Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του υπό εξέταση λόγου αναίρεσης, υπενθυμίζεται ότι, κατά το εν λόγω άρθρο 346, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ΣΛΕΕ, κάθε κράτος μέλος μπορεί να λαμβάνει τα μέτρα που θεωρεί αναγκαία για την προστασία ουσιωδών συμφερόντων της ασφάλειάς του, που αφορούν την παραγωγή ή εμπορία όπλων, πυρομαχικών και πολεμικού υλικού· τα μέτρα αυτά δεν πρέπει να αλλοιώνουν τους όρους του ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς σχετικά με τα προϊόντα που δεν προορίζονται για στρατιωτικούς ειδικά σκοπούς.
17 Όσον αφορά το περιεχόμενο του άρθρου 346, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο έχει τονίσει ότι, όπως γίνεται δεκτό κατά πάγια νομολογία για τις εξαιρέσεις από τις θεμελιώδεις ελευθερίες, η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνεύεται στενά (βλ. συναφώς απόφαση της 7ης Ιουνίου 2012, C‑615/10, Insinööritoimisto InsTiimi, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 35 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
18 Το Δικαστήριο έχει επίσης δεχτεί ότι, μολονότι η παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του άρθρου 346 ΣΛΕΕ παραθέτει τα μέτρα που το κράτος μέλος μπορεί να κρίνει αναγκαία για την προστασία των ουσιωδών συμφερόντων της ασφάλειάς του, η παράγραφος αυτή δεν μπορεί, ωστόσο, να ερμηνεύεται με τρόπο που να παρέχεται στα κράτη μέλη η εξουσία να παρεκκλίνουν από τις διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ επικαλούμενα απλώς και μόνο τα εν λόγω συμφέροντα (βλ. απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 2009, C‑284/05, Επιτροπή κατά Φινλανδίας, Συλλογή 2009, σ. I‑11705, σκέψη 47).
19 Συναφώς επιβάλλεται η παρατήρηση ότι σκοπός του άρθρου 346, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ΣΛΕΕ είναι να γίνεται, όσον αφορά τη δυνατότητα εφαρμογής των κανόνων της Ένωσης για τις κρατικές ενισχύσεις, αυστηρή διάκριση μεταξύ παραγωγής ή εμπορίας όπλων, πυρομαχικών και πολεμικού υλικού αφενός και κάθε άλλης οικονομικής δραστηριότητας αφετέρου. Η διάκριση αυτή είναι υποχρεωτική ακόμη και στην περίπτωση που η ίδια επιχείρηση ασκεί τόσο στρατιωτικές όσο και μη στρατιωτικές δραστηριότητες, όπως συμβαίνει εν προκειμένω.
20 Επιπλέον, όπως συνάγεται άλλωστε από τη δεύτερη ημιπερίοδο της εν λόγω διάταξης, τα μέτρα που αφορούν την παραγωγή ή εμπορία όπλων, πυρομαχικών και πολεμικού υλικού δεν πρέπει να αλλοιώνουν τους όρους του ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς σχετικά με άλλα προϊόντα, δηλαδή τα προϊόντα που δεν προορίζονται για στρατιωτικούς ειδικά σκοπούς.
21 Κατά συνέπεια, η ΕΝΑΕ δεν μπορεί να χρησιμοποιεί το άρθρο 346, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ΣΛΕΕ ως έρεισμα για την εξαίρεση της δραστηριότητας μιας επιχείρησης που παράγει τόσο στρατιωτικό όσο και μη στρατιωτικό υλικό από την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού της Ένωσης σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις, προβάλλοντας ως αιτιολογία ότι η στήριξη των μη στρατιωτικών δραστηριοτήτων είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της συνέχισης των δραστηριοτήτων παραγωγής στρατιωτικού υλικού και άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτή.
22 Υπό τις συνθήκες αυτές, καλώς το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε, με τη σκέψη 44 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, την επιχειρηματολογία που είχε αναπτύξει η ΕΝΑΕ αποπειρώμενη να αποδείξει ότι, όταν οι μη στρατιωτικές δραστηριότητες είναι «αναγκαίο παρακολούθημα» της δραστηριότητας παραγωγής στρατιωτικού υλικού, κάθε μέτρο ενίσχυσης εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 346, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ΣΛΕΕ.
23 Ο πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει συνεπώς να απορριφθεί ως προς το πρώτο σκέλος του ως αβάσιμος.
24 Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης η ΕΝΑΕ ισχυρίζεται ότι η επίδικη ενίσχυση είναι ενιαία και αδιάσπαστη και ότι επομένως είναι αδύνατο να υπαχθεί συγκεκριμένο ποσοστό της εν λόγω ενίσχυσης στον τομέα των μη στρατιωτικών δραστηριοτήτων. Η ΕΝΑΕ βάλλει επίσης κατά του ότι το Γενικό Δικαστήριο δέχτηκε ως ορθό τον επιμερισμό των δραστηριοτήτων του ναυπηγείου της σε 75 % για τις στρατιωτικές δραστηριότητες και σε 25 % για τις μη στρατιωτικές δραστηριότητες.
25 Όσον αφορά το επιχείρημα για τον ενιαίο και αδιάσπαστο χαρακτήρα της ενίσχυσης, αρκεί να υπενθυμιστεί ότι, κατά το άρθρο 346, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ΣΛΕΕ, στη διάταξη αυτή εμπίπτουν μόνο τα μέτρα που ένα κράτος μέλος θεωρεί αναγκαία για την προστασία ουσιωδών συμφερόντων της ασφάλειάς του και που αφορούν, μεταξύ άλλων, την παραγωγή πολεμικού υλικού.
26 Όσον αφορά τον ποσοστιαίο επιμερισμό των δραστηριοτήτων του ναυπηγείου σε στρατιωτικές και μη στρατιωτικές, προκύπτει ιδίως από τις σκέψεις 50 και 51 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και από την αιτιολογική σκέψη 73 της επίμαχης απόφασης της Επιτροπής ότι οι ελληνικές αρχές είχαν δεχτεί ως ορθό τον επιμερισμό σε 75 % και 25 %, στον οποίο είχε καταλήξει η Επιτροπή.
27 Με βάση αυτήν ακριβώς την αναλογία η Επιτροπή προσδιόρισε κατά πόσον οι επίμαχες ενισχύσεις μπορούσαν να εμπίπτουν στις εξαιρέσεις που προβλέπει το άρθρο 346 ΣΛΕΕ, πράγμα που άλλωστε προκύπτει επίσης από τις αιτιολογικές σκέψεις 74 και 75 της επίμαχης απόφασης της Επιτροπής.
28 Στο σημείο αυτό επιβάλλεται η παρατήρηση ότι οι σχετικές εκτιμήσεις του Γενικού Δικαστηρίου αφορούν τα πραγματικά περιστατικά και, επομένως, δεν υπόκεινται στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου.
29 Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έχει τονίσει ότι η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών δεν αποτελεί νομικό ζήτημα υποκείμενο στον έλεγχο του Δικαστηρίου, εκτός αν συντρέχει παραμόρφωση του περιεχομένου των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου (βλ. απόφαση της 18ης Μαΐου 2006, C‑397/03 P, Archer Daniels Midland και Archer Daniels Midland Ingredients κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. I‑4429, σκέψη 85). Η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίζεται πάντως εν προκειμένω ότι υπήρξε τέτοια παραμόρφωση.
30 Ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι συνεπώς απαράδεκτος ως προς το δεύτερο σκέλος του.
31 Υπό τις συνθήκες αυτές, ο πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί καθ’ ολοκληρίαν.
Επί του δεύτερου λόγου αναίρεσης: παράβαση του άρθρου 348 ΣΛΕΕ
Επιχειρήματα των διαδίκων
32 Η ΕΝΑΕ ισχυρίζεται ότι, επειδή το Γενικό Δικαστήριο δεν δέχτηκε ότι η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να εφαρμόσει τη διαδικασία του άρθρου 348 ΣΛΕΕ, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ενέχει νομικό σφάλμα. Συγκεκριμένα, αφού η ΕΝΑΕ συνιστά επιχείρηση που ασκεί προεχόντως δραστηριότητα παραγωγής στρατιωτικού υλικού, οι διαδικαστικές διατάξεις περί κρατικών ενισχύσεων δεν έχουν καταρχήν εφαρμογή στην περίπτωσή της.
33 Η ΕΝΑΕ τονίζει ότι η κρατική ενίσχυση που χορηγείται σε μια επιχείρηση με «μικτή» δραστηριότητα δεν δημιουργεί εξ αυτού του λόγου αυτόματα νόθευση του ανταγωνισμού, παρά μόνο στην έκταση που το ποσό της ενίσχυσης υπερβαίνει το αναγκαίο για τη βιώσιμη διεκπεραίωση της στρατιωτικής λειτουργίας μέτρο.
34 Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι το άρθρο 348 ΣΛΕΕ, ως διάταξη που προβλέπει παρέκκλιση από τους γενικούς κανόνες της Συνθήκης, πρέπει να ερμηνεύεται στενά και να εφαρμόζεται μόνο σε εξαιρετικές και σαφώς καθορισμένες περιπτώσεις.
35 Η Επιτροπή εκτιμά ότι η επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας είναι αλυσιτελής, διότι η αναιρεσείουσα δεν είναι κράτος μέλος, αλλά ιδιωτική επιχείρηση, οπότε δεν αντλεί κανένα δικαίωμα από τις διατάξεις των άρθρων 346 ΣΛΕΕ και 348 ΣΛΕΕ. Εξάλλου, η Επιτροπή και η Ελληνική Δημοκρατία συμφωνούν ότι τα μέτρα στήριξης της παραγωγής πολεμικού υλικού δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της επίμαχης απόφασης της Επιτροπής.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
36 Υπενθυμίζεται ευθύς εξαρχής ότι, κατά το πρώτο εδάφιο του άρθρου 348 ΣΛΕΕ, αν τα εθνικά μέτρα που λαμβάνονται στις περιπτώσεις των άρθρων 346 ΣΛΕΕ και 347 ΣΛΕΕ έχουν ως αποτέλεσμα τη νόθευση των όρων του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά, η Επιτροπή εξετάζει μαζί με το ενδιαφερόμενο κράτος τους όρους υπό τους οποίους τα μέτρα αυτά μπορούν να προσαρμοστούν στους κανόνες που θεσπίζουν οι Συνθήκες.
37 Επισημαίνεται επίσης ότι, όπως εξέθεσε το Δικαστήριο ανωτέρω στις σκέψεις 17 έως 20, το άρθρο 346 ΣΛΕΕ πρέπει να ερμηνεύεται στενά.
38 Όπως διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο με τις σκέψεις 33 και 34 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή εξέτασε πράγματι αν ορισμένα μέτρα ενίσχυσης της παραγωγής στρατιωτικού υλικού, τα οποία αφορούσε η επίσημη διαδικασία έρευνας, εμπίπτουν εν όλω ή εν μέρει στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω άρθρου 346 ΣΛΕΕ.
39 Το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε επίσης, με τις σκέψεις 35 έως 37 της ίδιας απόφασης, ότι η Επιτροπή, κατόπιν της έρευνας αυτής, εξαίρεσε από τη διαδικασία ορισμένα μέτρα που αποσκοπούσαν στη στήριξη αποκλειστικά και μόνο της δραστηριότητας του ναυπηγείου για την παραγωγή στρατιωτικού υλικού και ενέπιπταν συνεπώς στο πεδίο του άρθρου 346 ΣΛΕΕ, οπότε δεν υπέκειντο στην εφαρμογή των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων και, κατά συνέπεια, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της επίμαχης απόφασης της Επιτροπής.
40 Επομένως, καλώς το Γενικό Δικαστήριο επιβεβαίωσε, με τη σκέψη 40 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, την ορθότητα του συλλογισμού της Επιτροπής ότι το άρθρο 348 ΣΛΕΕ δεν είχε εφαρμογή, αφού το θεσμικό αυτό όργανο δεν είχε εξετάσει, με την επίμαχη απόφασή του και με γνώμονα τους κανόνες της Ένωσης για τις κρατικές ενισχύσεις, παρά μόνο τα στοιχεία των ενισχύσεων που δεν ενέπιπταν στο άρθρο 346 ΣΛΕΕ.
41 Το Γενικό Δικαστήριο διευκρίνισε επίσης ορθώς, με τη σκέψη 43 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η δυνατότητα του κράτους μέλους να επικαλεστεί την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 348 ΣΛΕΕ, μετά την έκδοση απόφασης για την ανάκτηση ενισχύσεων που έχουν χορηγηθεί για τις δραστηριότητες παραγωγής μη στρατιωτικού υλικού, η οποία απειλεί τη βιωσιμότητα ολόκληρης της επιχείρησης, αφορά τον καθορισμό των προϋποθέσεων της ανάκτησης και δεν μπορεί να θέτει ζήτημα νομιμότητας της ίδιας της απόφασης ανάκτησης.
42 Επομένως, δεν ενέχει νομικό σφάλμα το συμπέρασμα του Γενικού Δικαστηρίου, το οποίο εκτίθεται στη σκέψη 44 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι με γνώμονα το άρθρο 348 ΣΛΕΕ μπορούν να εξετάζονται μόνο τα μέτρα ενισχύσεων που ανάγονται στη στρατιωτικής φύσης δραστηριότητα και τα οποία αφορά το άρθρο 346 ΣΛΕΕ.
43 Υπό τις συνθήκες αυτές, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ευδοκιμήσει.
Επί του τρίτου λόγου αναίρεσης: εσφαλμένη απόρριψη από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση των ισχυρισμών της ΕΝΑΕ περί προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας και παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
44 Η ΕΝΑΕ εκτιμά ότι το γεγονός ότι η Επιτροπή, στην απόφαση επέκτασης της διαδικασίας σχετικά με έναν μηχανισμό διαγραφής χρεών, δεν περιέλαβε το ζήτημα της μη καταβολής του τιμήματος των μετοχών από τους εργαζόμενους της επιχείρησης συνιστά ουσιώδες ελάττωμα της διαδικασίας, διότι δεν δόθηκε στην αναιρεσείουσα η δυνατότητα να εκφράσει την άποψή της επ’ αυτού.
45 Η ΕΝΑΕ υποστηρίζει ότι κακώς το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την αιτίασή της αυτή με το αιτιολογικό ότι η εν λόγω επιχείρηση δεν είναι διάδικος, αλλ’ αποτελεί απλώς ενδιαφερόμενο μέρος ως ωφελούμενη από την ενίσχυση επιχείρηση.
46 Η ΕΝΑΕ καταλήγει ότι για τον λόγο αυτό το Γενικό Δικαστήριο προσέβαλε τα διαδικαστικά δικαιώματά της. Αυτά τα δικαιώματα πρέπει να τηρούνται άνευ ετέρου, χωρίς να είναι ανάγκη να αποδεικνύεται καμία ουσιαστική βλάβη. Το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει αν το συγκεκριμένο διαδικαστικό ελάττωμα επηρέασε την ικανότητα της αναιρεσείουσας να προβάλει αποτελεσματικά τις απόψεις της κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας.
47 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι με αυτόν προβάλλεται ένας ισχυρισμός που δεν προβλήθηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Μολονότι δηλαδή η ΕΝΑΕ είχε θέσει πρωτοδίκως το ζήτημα της προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας, η προβολή της αιτίασης αυτής οφειλόταν εντούτοις στο ότι η Επιτροπή δεν είχε εκδώσει νέα απόφαση επέκτασης της διαδικασίας, ώστε να δώσει στην αναιρεσείουσα τη δυνατότητα να διατυπώσει την άποψή της σχετικά με το ζήτημα της μη καταβολής του τιμήματος των μετοχών από τους εργαζόμενους της επιχείρησης.
48 Αντίθετα, με την αίτηση αναίρεσης η αναιρεσείουσα διατυπώνει για πρώτη φορά, κατά την Επιτροπή, μια διαφορετική επιχειρηματολογία, διότι δεν κάνει πλέον λόγο για προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, αλλά για το δικαίωμα ενός ενδιαφερόμενου μέρους να διατυπώσει την άποψή του κατά τη διοικητική διαδικασία.
49 Η Επιτροπή παρατηρεί επίσης ότι ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι παντελώς αβάσιμος. Όπως επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο με τη σκέψη 194 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, στην ΕΝΑΕ δόθηκε η δυνατότητα να μετάσχει στη διοικητική διαδικασία με πολυάριθμες γραπτές και προφορικές παρεμβάσεις.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
50 Η αναιρεσείουσα, με την επιχειρηματολογία στην οποία στηρίζει τον τρίτο λόγο αναίρεσης, επιχειρεί να αποδείξει ότι συνιστά διαδικαστικό ελάττωμα το γεγονός ότι το Γενικό Δικαστήριο κακώς απέρριψε την αιτίασή της σχετικά με το δικαίωμά της να διατυπώσει την άποψή της ως προς ορισμένη ειδική κατηγορία των επίμαχων εν προκειμένω μέτρων ενίσχυσης.
51 Όσον αφορά το παραδεκτό αυτού του λόγου αναίρεσης, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 190 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η νυν αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε, με την έκτη αιτίαση που διατύπωσε στο πλαίσιο του τέταρτου λόγου ακύρωσης ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, ότι η Επιτροπή προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνάς της, διότι δεν εξέδωσε νέα απόφαση επέκτασης της διαδικασίας έρευνας σχετικά με το ζήτημα της ενδεχόμενης καταχρηστικής εφαρμογής ενός μέτρου ενίσχυσης και σχετικά με το ζήτημα της ανάκτησης του σχετικού ποσού, δηλαδή του ποσού που αντιστοιχούσε στην εν λόγω διαγραφή χρεών.
52 Όσον αφορά την επιχειρηματολογία που διατυπώνει η αναιρεσείουσα για να θεμελιώσει τον υπό εξέταση λόγο αναίρεσης, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι, αν και η επιχειρηματολογία αυτή δεν είναι τελείως σαφής, είναι πάντως προφανές ότι η αναιρεσείουσα αιτιάται κατ’ ουσία το Γενικό Δικαστήριο ότι προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνάς της, διότι η μη έκδοση απόφασης επέκτασης της διαδικασίας είχε ως αποτέλεσμα να της στερήσει τη δυνατότητα προβολής όλων των αμυντικών ισχυρισμών της.
53 Υπό τις συνθήκες αυτές, ο υπό εξέταση λόγος αναίρεσης πρέπει να θεωρηθεί παραδεκτός.
54 Όσον αφορά το βάσιμο του τρίτου λόγου αναίρεσης, πρέπει να τονιστεί ότι καλώς το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε, με τη σκέψη 192 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, τη νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία η διοικητική διαδικασία στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων κινείται μόνον κατά του οικείου κράτους μέλους, οπότε οι επιχειρήσεις που έχουν λάβει τις ενισχύσεις είναι απλώς «ενδιαφερόμενα μέρη» στη διαδικασία αυτή και δεν μπορούν να απαιτήσουν τη διεξαγωγή κατ’ αντιπαράθεση συζήτησης με την Επιτροπή.
55 Επομένως, καλώς το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, με τις σκέψεις 193 και 194 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η νυν αναιρεσείουσα δεν είχε, κατά τη διοικητική διαδικασία της υπό κρίση υπόθεσης, δικαιώματα άμυνας, όπως έχουν τα κράτη μέλη, αλλά είχε μόνο το δικαίωμα να μετάσχει στη διοικητική διαδικασία.
56 Όσον αφορά τον ισχυρισμό της ΕΝΑΕ ότι το Γενικό Δικαστήριο, με τη διαπίστωση αυτή, προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνάς της, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε επίσης, με τη σκέψη 194 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι στην νυν αναιρεσείουσα δόθηκε η δυνατότητα να μετάσχει στη διαδικασία αυτή.
57 Συγκεκριμένα, καλώς το Γενικό Δικαστήριο δέχτηκε ότι από τις αιτιολογικές σκέψεις 7 έως 21 της επίμαχης απόφασης της Επιτροπής προκύπτει ότι η ΕΝΑΕ είχε ήδη εξαρχής ενεργό συμμετοχή στη διοικητική διαδικασία που διεξήγαγε η Επιτροπή. Η αναιρεσείουσα δηλαδή είχε την ευκαιρία όχι μόνο να διατυπώσει επανειλημμένα εγγράφως τις παρατηρήσεις της και να απαντήσει σε ερωτήσεις της Επιτροπής, αλλά και να μετάσχει σε πολλές συναντήσεις με την Επιτροπή και τις ελληνικές αρχές ευθύς μόλις κινήθηκε η διαδικασία.
58 Συναφώς, προκύπτει, πρώτον, από τις αιτιολογικές σκέψεις 9 και 10 της επίμαχης απόφασης της Επιτροπής ότι η Επιτροπή ζήτησε από όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με τα σχεδιαζόμενα μέτρα και ότι η ΕΝΑΕ, αφού ζήτησε και επέτυχε διάφορες παρατάσεις της προθεσμίας κατάθεσης των παρατηρήσεων αυτών, υπέβαλε τα σχόλιά της με έγγραφο της 18ης Οκτωβρίου 2004.
59 Η Επιτροπή, με την απόφαση της 4ης Ιουλίου 2006, με την οποία επεξέτεινε τη διαδικασία έρευνας, προκειμένου να συμπεριλάβει διάφορα πρόσθετα μέτρα που είχαν ληφθεί υπέρ της εν λόγω επιχείρησης, ζήτησε και πάλι από τους ενδιαφερόμενους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με τα μέτρα αυτά.
60 Από την αιτιολογική σκέψη 19 της επίμαχης απόφασης της Επιτροπής προκύπτει ότι τα ενδιαφερόμενα μέρη, μεταξύ των οποίων η αναιρεσείουσα, υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους στις 30 Οκτωβρίου 2006.
61 Με έγγραφο της 23ης Αυγούστου 2007, η Επιτροπή υπέβαλε ορισμένα άλλα ερωτήματα στην ΕΝΑΕ, η οποία απάντησε με έγγραφο της 9ης Οκτωβρίου 2007. Επιπλέον, στις 8 Μαΐου 2007 πραγματοποιήθηκε συνάντηση στην οποία μετέσχον, μεταξύ άλλων, η Επιτροπή και ο δικηγόρος της αναιρεσείουσας. Στις 9 Ιανουαρίου 2008 πραγματοποιήθηκε δεύτερη συνάντηση μεταξύ της Επιτροπής και των ίδιων προσώπων.
62 Το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε ότι από όλα τα στοιχεία αυτά συνάγεται ότι η ΕΝΑΕ μετέσχε στη διοικητική διαδικασία στον βαθμό που επέτρεπαν οι περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης.
63 Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί.
64 Κατά συνέπεια, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί καθ’ ολοκληρίαν.
Επί των δικαστικών εξόδων
65 Δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν η αίτηση αναίρεσης είναι αβάσιμη, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων. Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού, που εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, αν υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα ηττήθηκε και η Επιτροπή έχει ζητήσει την καταδίκη της στα δικαστικά έξοδα, η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικαστεί στα έξοδα αυτά.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.
2) Καταδικάζει την Ελληνικά Ναυπηγεία AE στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
Full & Egal Universal Law Academy