ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 18ης Απριλίου 2013 ( *1 )
«Προστασία των μισθωτών εργαζομένων σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη — Οδηγία 80/987/ΕΟΚ — Οδηγία 2002/74/ΕΚ — Οδηγία 2008/94/ΕΚ — Άρθρα 2 και 3 — Υποχρέωση προβλέψεως εγγυήσεων για τις απαιτήσεις των μισθωτών εργαζομένων — Δυνατότητα περιορισμού της εγγυήσεως στις απαιτήσεις που υφίσταντο πριν από την καταχώριση στο εμπορικό μητρώο της δικαστικής αποφάσεως περί κινήσεως της διαδικασίας δικαστικής εξυγιάνσεως — Δικαστική απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας δικαστικής εξυγιάνσεως — Αποτελέσματα — Συνέχιση των δραστηριοτήτων του εργοδότη»
Στην υπόθεση C-247/12,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Varhoven administrativen sad (Βουλγαρία) με απόφαση της 9ης Μαΐου 2012, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 21 Μαΐου 2012, στο πλαίσιο της δίκης
Meliha Veli Mustafa
κατά
Direktor na fond «Garantirani vzemania na rabotnitsite i sluzhitelite» kam Natsionalnia osiguritelen institut,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους T. von Danwitz (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, A. Rosas, E. Juhász, D. Šváby και C. Vajda, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Y. Bot
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
—
ο Direktor na fond «Garantirani vzemania na rabotnitsite i sluzhitelite» kam Natsionalnia osiguritelen institut, εκπροσωπούμενος από τη V. Karaivanova-Nacheva,
—
η Βουλγαρική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την D. Drambozova,
—
η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την A. Wiedmann,
—
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους J. Enegren και D. Roussanov,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 80/987/EOK του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητος του εργοδότη (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/004, σ. 35), όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 2002/74/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Σεπτεμβρίου 2002 (ΕΕ L 270, σ.10, στο εξής: οδηγία 80/987).
2
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της M. V. Mustafa και του Direktor na fond «Garantirani vzemania na rabotnitsite i sluzhitelite» kam Natsionalnia osiguritelen institut (διευθυντή του Ταμείου «Εγγυημένων απαιτήσεων των εργαζομένων» του εθνικού ιδρύματος κοινωνικής ασφαλίσεως, στο εξής: Direktor), σχετικά με την άρνηση του τελευταίου αυτού να εγκρίνει την καταβολή χρηματικού ποσού στην προσφεύγουσα της κύριας δίκης προκειμένου να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις που αυτή είχε κατά του εργοδότη της κατά του οποίου είχε κινηθεί διαδικασία αφερεγγυότητας.
Το νομικό πλαίσιο
Η κανονιστική ρύθμιση της Ένωσης
3
Η οδηγία 80/987, ως είχε αρχικώς, δεδομένου ότι τροποποιήθηκε επανειλημμένως και ουσιωδώς, ειδικότερα από την οδηγία 2002/74, κωδικοποιήθηκε, για λόγους σαφήνειας και εξορθολογισμού, με την οδηγία 2008/94/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2008, περί προστασίας των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη (EE L 283, σ. 36).
4
Κατά την αιτιολογική σκέψη 4 της οδηγίας 2008/94, της οποίας το γράμμα είναι σχεδόν πανομοιότυπο με εκείνο της αιτιολογικής σκέψεως 5 της οδηγίας 2002/74:
«Για να εξασφαλισθεί δίκαιη προστασία στους οικείους μισθωτούς, ενδείκνυται να δοθεί ο ορισμός της κατάστασης αφερεγγυότητας υπό το φως των νομοθετικών τάσεων που παρατηρούνται στα κράτη μέλη στον τομέα αυτό και να περιληφθούν, στον ορισμό αυτό, και οι διαδικασίες αφερεγγυότητας εκτός της εκκαθάρισης. Στο πλαίσιο αυτό, τα κράτη μέλη πρέπει να διαθέτουν την ευχέρεια, προκειμένου περί του καθορισμού της υποχρέωσης πληρωμής του οργανισμού εγγύησης, να προβλέπουν ότι, όταν κατάσταση αφερεγγυότητας οδηγεί σε περισσότερες της μιας διαδικασίες αφερεγγυότητας, αυτή η κατάσταση αντιμετωπίζεται ως εάν επρόκειτο για μία και μόνη διαδικασία αφερεγγυότητας.»
5
Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/94:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ένας εργοδότης θεωρείται σε κατάσταση αφερεγγυότητας όταν έχει ζητηθεί η έναρξη συλλογικής διαδικασίας που βασίζεται στην αφερεγγυότητά του, προβλεπόμενη από τις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις ενός κράτους μέλους, η οποία επιφέρει τη μερική ή ολική πτωχευτική απαλλοτρίωση του εν λόγω εργοδότη, καθώς και τον διορισμό συνδίκου ή προσώπου που ασκεί παρεμφερή καθήκοντα, και η αρχή που είναι αρμόδια δυνάμει των σχετικών διατάξεων:
α)
είτε αποφάσισε την έναρξη της διαδικασίας,
β)
είτε διαπίστωσε ότι η επιχείρηση ή η εγκατάσταση του εργοδότη έκλεισε οριστικά και ότι η ανεπάρκεια των διαθεσίμων στοιχείων του ενεργητικού δεν δικαιολογεί την έναρξη της διαδικασίας.»
6
Το άρθρο 3 της εν λόγω οδηγίας προβλέπει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα, έτσι ώστε οι οργανισμοί εγγύησης να εξασφαλίζουν, με την επιφύλαξη του άρθρου 4, την πληρωμή των ανεξόφλητων απαιτήσεων των μισθωτών που απορρέουν από συμβάσεις εργασίας ή από σχέσεις εργασίας περιλαμβανομένης όποτε αυτό προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία της καταβολής αποζημιώσεων σε περίπτωση λύσεως της σχέσεως εργασίας.
Οι απαιτήσεις τις οποίες αναλαμβάνει ο οργανισμός εγγύησης είναι όσες αφορούν ανεξόφλητες αμοιβές εργασίας που αντιστοιχούν σε περίοδο που προηγείται ή/και, ενδεχομένως, έπεται μιας ημερομηνίας, την οποία προσδιορίζουν τα κράτη μέλη.»
7
Κατά το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2008/94:
«1. Τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να περιορίζουν την υποχρέωση πληρωμής των οργανισμών εγγύησης που προβλέπεται στο άρθρο 3.
2. Όταν τα κράτη μέλη κάνουν χρήση της ευχέρειας που αναφέρεται στην παράγραφο 1, καθορίζουν τη διάρκεια της περιόδου που θεμελιώνει την πληρωμή των ανεξόφλητων απαιτήσεων από τον οργανισμό εγγύησης. Η διάρκεια αυτή δεν μπορεί, ωστόσο, να είναι μικρότερη από την περίοδο που καλύπτει την αμοιβή των τελευταίων τριών μηνών της εργασιακής σχέσης που τοποθετείται πριν ή/και μετά την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 3, δεύτερο εδάφιο.
Τα κράτη μέλη μπορούν να εντάξουν αυτή την ελάχιστη περίοδο τριών μηνών σε μια περίοδο αναφοράς, η διάρκεια της οποίας δεν μπορεί να είναι κατώτερη των έξι μηνών.
Τα κράτη μέλη που προβλέπουν περίοδο αναφοράς τουλάχιστον δεκαοκτώ μηνών μπορούν να περιορίσουν την περίοδο που θεμελιώνει την πληρωμή των ανεξόφλητων απαιτήσεων από τον οργανισμό εγγύησης σε οκτώ εβδομάδες. Στην περίπτωση αυτή, για τον υπολογισμό της ελάχιστης περιόδου επιλέγονται οι χρονικές περίοδοι που είναι ευνοϊκότερες για τον μισθωτό.»
8
Το άρθρο 11, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας αυτής ορίζει τα εξής:
«Η παρούσα οδηγία δεν περιορίζει την ευχέρεια των κρατών μελών να εφαρμόζουν ή να θεσπίζουν ευνοϊκότερες νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις για τους μισθωτούς.»
Η βουλγαρική νομοθεσία
9
Το άρθρο 6 του νόμου περί της προστασίας των απαιτήσεων των μισθωτών εργαζομένων σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη (Zakon za garantiranite vzemania na rabotnitsite i sluzhitelite pri nesastoyatelnost na rabotodatelia), όπως ίσχυε στις 5 Μαρτίου 2011 (στο εξής: νόμος περί της προστασίας των απαιτήσεων των μισθωτών), προβλέπει τα εξής:
«Το δικαίωμα των εργαζομένων […] επί εγγυημένων απαιτήσεων γεννάται κατά την ημερομηνία καταχωρίσεως στο εμπορικό μητρώο της δικαστικής αποφάσεως με την οποία:
1.
κινείται η διαδικασία δικαστικής εξυγιάνσεως·
2.
κινείται η διαδικασία δικαστικής εξυγιάνσεως και ταυτοχρόνως διαπιστώνεται η παύση πληρωμών·
3.
κινείται η διαδικασία δικαστικής εξυγιάνσεως, παύουν οι δραστηριότητες της επιχειρήσεως, διαπιστώνεται η παύση πληρωμών εκ μέρους του οφειλέτη και αναστέλλεται η διαδικασία λόγω του ότι τα περιουσιακά στοιχεία δεν επαρκούν για την κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας.»
10
Σύμφωνα με το άρθρο 22, παράγραφος 1, σημείο 1, του νόμου περί της προστασίας των απαιτήσεων των μισθωτών, οι εγγυημένες απαιτήσεις ανέρχονται σε ποσό ισοδύναμο προς τους τρεις τελευταίους μισθούς που υπολογίστηκαν, αλλά δεν καταβλήθηκαν, και προς τις αποζημιώσεις για μη ληφθείσες άδειες όσον αφορά τους έξι τελευταίους ημερολογιακούς μήνες πριν από τον μήνα κατά τον οποίο καταχωρίστηκε η διαλαμβανόμενη στο άρθρο 6 του εν λόγω νόμου δικαστική απόφαση, ποσό το οποίο όμως δεν υπερβαίνει το ανώτατο ποσό εγγυημένων απαιτήσεων σε παρόμοιες περιπτώσεις, αν ο εργαζόμενος απασχολήθηκε με σχέση εργασίας από τον ίδιο εργοδότη επί τουλάχιστον τρεις μήνες.
11
Κατά το άρθρο 25 του νόμου περί της προστασίας των απαιτήσεων των μισθωτών, η προστασία των απαιτήσεων χορηγείται βάσει δηλώσεως αποστελλόμενης από τον μισθωτό εντός προθεσμίας 30 ημερών από της ημερομηνίας καταχωρίσεως της δικαστικής αποφάσεως που διαλαμβάνεται στο άρθρο 6 του νόμου αυτού.
12
Το άρθρο 607, παράγραφος 1, του νόμου περί εμπορίου (Targovski zakon), όπως ίσχυε στις 3 Μαΐου 2011 (στο εξής: TZ), προβλέπει ότι σκοπός της διαδικασίας δικαστικής εξυγιάνσεως είναι να διασφαλίσει τη δίκαιη ικανοποίηση των πιστωτών και τη δυνατότητα εξυγιάνσεως της επιχειρήσεως του οφειλέτη.
13
Το άρθρο 630, παράγραφος 1, του TZ ρυθμίζει το περιεχόμενο της δικαστικής αποφάσεως περί κινήσεως της διαδικασίας δικαστικής εξυγιάνσεως, η οποία, πρώτον, διαπιστώνει την αφερεγγυότητα και καθορίζει την ημερομηνία επελεύσεώς της, δεύτερον, κινεί τη διαδικασία δικαστικής εξυγιάνσεως, τρίτον, διορίζει ένα προσωρινό εκκαθαριστή, τέταρτον επιτρέπει συντηρητικές κατασχέσεις επί των κινητών, κατάσχεση ακινήτου ή άλλα συντηρητικά μέτρα και, πέμπτον, καθορίζει την ημερομηνία της πρώτης συνελεύσεως των πιστωτών.
14
Σύμφωνα με το άρθρο 710 του TZ, το δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο οφειλέτης τελεί σε κατάσταση παύσεως πληρωμών αν το σχέδιο που προβλέπει το άρθρο 696 του TZ δεν προτάθηκε εντός της νόμιμης προθεσμίας ή αν το προταθέν σχέδιο δεν έγινε δεκτό ή δεν επικυρώθηκε, καθώς και στις περιπτώσεις που διαλαμβάνονται στα άρθρα 630, παράγραφος 2, 632, παράγραφος 1, και 709, παράγραφος 1, του TZ.
15
Με την «απόφαση περί διαπιστώσεως της παύσεως πληρωμών», το περιεχόμενο της οποίας καθορίζεται στο άρθρο 711 του TZ, το δικαστήριο, πρώτον, διαπιστώνει ότι ο οφειλέτης τελεί σε κατάσταση παύσεως πληρωμών και διατάσσει την παύση των δραστηριοτήτων της επιχειρήσεως, δεύτερον, διατάσσει πλήρεις κατασχέσεις επί της περιουσίας του οφειλέτη, τρίτον, καταργεί τα προνόμια των εταιρικών οργάνων του οφειλέτη, εφόσον πρόκειται για νομικό πρόσωπο, τέταρτον, στερεί από τον οφειλέτη το δικαίωμα να διοικεί και να διαθέτει τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία και, πέμπτον, διατάσσει την εκκαθάριση και τη διανομή των περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
16
Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης εργάστηκε βάσει συμβάσεως εργασίας αδιαλείπτως μεταξύ της 19ης Ιουνίου 2006 και της 20ής Απριλίου 2011 για την Orfey – Kardzhali EOOD (στο εξής: Orfey).
17
Με απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2010, που εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 630, παράγραφος 1, του TZ, το Okrazhen sad Kardzhali διαπίστωσε ότι η Orfey ήταν αφερέγγυα από της 22ας Ιουλίου 2009, κίνησε διαδικασία δικαστικής εξυγιάνσεως, διέταξε τη συνέχιση των δραστηριοτήτων της Orfey, διόρισε προσωρινό εκκαθαριστή και καθόρισε την ημερομηνία της πρώτης συνελεύσεως των πιστωτών. Η απόφαση αυτή καταχωρίστηκε στο εμπορικό μητρώο στις 2 Μαρτίου 2010.
18
Με απόφαση της 13ης Μαΐου 2011, που εκδόθηκε βάσει των άρθρων 710 και 711 του TZ, το Okrazhen sad Kardzhali διαπίστωσε ότι η Orfey τελούσε σε κατάσταση παύσεως πληρωμών και διέταξε την παύση των δραστηριοτήτων, καθώς και την εκκαθάριση και διανομή των περιουσιακών στοιχείων που ανήκαν στην πτωχευτική περιουσία. Η απόφαση αυτή καταχωρίστηκε στο εμπορικό μητρώο στις 20 Μαΐου 2011.
19
Δεν αμφισβητείται, στην υπόθεση της κύριας δίκης, ότι η M. V. Mustafa έχει απαιτητές αλλά μη ικανοποιηθείσες αξιώσεις κατά της Orfey που αφορούν μια μεικτή αμοιβή για τον Απρίλιο 2011 και μια αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας, αξίωση η οποία γεννήθηκε επίσης μετά τις 2 Μαρτίου 2010. Με αίτηση της 16ης Ιουνίου 2011, ζήτησε από το Ταμείο Εγγυημένων Απαιτήσεων την ικανοποίηση των απαιτήσεων αυτών.
20
Ο Direktor απέρριψε την αίτηση αυτή με το αιτιολογικό, αφενός, ότι η αίτηση δεν υποβλήθηκε εντός της νόμιμης προθεσμίας των 30 ημερών από της ημερομηνίας καταχωρίσεως στο εμπορικό μητρώο της αποφάσεως περί κινήσεως της διαδικασίας δικαστικής εξυγιάνσεως και, αφετέρου, ότι η προβαλλόμενη απαίτηση γεννήθηκε μετά την εν λόγω καταχώριση. Το Ταμείο Εγγυημένων Απαιτήσεων όμως παρεμβαίνει μόνο για απαιτήσεις αφορώσες μισθούς και αποζημιώσεις μη ληφθείσας άδειας που γεννήθηκαν κατά τη διάρκεια των έξι τελευταίων ημερολογιακών μηνών πριν από τον μήνα κατά τον οποίο καταχωρίστηκε στο εμπορικό μητρώο η δικαστική απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας δικαστικής εξυγιάνσεως.
21
H προσφεύγουσα της κύριας δίκης άσκησε κατόπιν αυτού προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Administrativen sad Kardzhali, η οποία επίσης απορρίφθηκε με το σκεπτικό ότι οι απαιτήσεις είχαν γεννηθεί μετά την ημερομηνία καταχωρίσεως στο εμπορικό μητρώο της δικαστικής αποφάσεως περί κινήσεως της διαδικασίας δικαστικής εξυγιάνσεως. Εν συνεχεία, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης προσέβαλε την τελευταία αυτή απόφαση ενώπιον του Varhoven administrativen sad.
22
Το δικαστήριο αυτό τονίζει ότι η διαφορά της κύριας δίκης αφορά, μεταξύ άλλων, το ζήτημα αν η εγγύηση πρέπει να καλύπτει τις απαιτήσεις εργαζομένου κατά του εργοδότη του που γεννήθηκαν, αφενός, μετά την καταχώριση στο εμπορικό μητρώο της δικαστικής αποφάσεως περί κινήσεως της διαδικασίας δικαστικής εξυγιάνσεως του εργοδότη με την οποία διαπιστώθηκε η αφερεγγυότητα αυτού και, αφετέρου, πριν από την καταχώριση στο ίδιο μητρώο της δικαστικής αποφάσεως με την οποία διαπιστώνεται η παύση των πληρωμών και διατάσσεται η παύση των δραστηριοτήτων του εργοδότη καθώς και εκκαθάριση και διανομή των περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία.
23
Υπογραμμίζοντας ότι το βουλγαρικό δίκαιο προβλέπει αποκλειστικά εγγύηση των απαιτήσεων των εργαζομένων που έχουν γεννηθεί πριν από την καταχώριση στο εμπορικό μητρώο της πρώτης από τις δύο αυτές δικαστικές αποφάσεις, το αιτούν δικαστήριο εκφράζει αμφιβολίες ως προς το συμβατό μιας τέτοιας εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως προς την οδηγία 80/987, δεδομένου ότι η απόφαση αυτή δεν διαπιστώνει ακόμη την «παύση των πληρωμών» και δεν διατάσσει την παύση των δραστηριοτήτων του εργοδότη.
24
Το αιτούν δικαστήριο όμως διερωτάται ως προς το αν η έννοια της «αφερεγγυότητας» κατά το άρθρο 2 της οδηγίας 80/987 αντιστοιχεί στην έννοια της «παύσεως των πληρωμών», η οποία, κατά το βουλγαρικό δίκαιο, δεν διαπιστώνεται κατά την κίνηση της διαδικασίας δικαστικής εξυγιάνσεως που αποφασίζεται βάσει του άρθρου 630, παράγραφος 1, του TZ, αλλά μεταγενεστέρως, στο πλαίσιο της δικαστικής αποφάσεως που εκδίδεται βάσει του άρθρου 711 του TZ και με την οποία διατάσσεται ταυτοχρόνως η παύση των δραστηριοτήτων του οφειλέτη. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά συνεπώς αν η εν λόγω οδηγία έχει την έννοια ότι υποχρεώνει τα κράτη μέλη να προβλέπουν εγγύηση των μισθολογικών απαιτήσεων που έχουν γεννηθεί μέχρι την τελευταία αυτή απόφαση.
25
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Varhoven administrativen sad αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Πρέπει το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας [80/987] να ερμηνευθεί, υπό το φως της αιτιολογικής σκέψης [5] της οδηγίας 2002/74, υπό την έννοια ότι υποχρεώνει τα κράτη μέλη να προβλέπουν εγγυήσεις για τις απαιτήσεις των εργαζομένων κατά τη διαδικασία δικαστικής εξυγιάνσεως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας αυτής, και μέχρι της διαπιστώσεως της παύσεως των πληρωμών, και όχι μόνο κατά την κίνηση της εν λόγω διαδικασίας;
2)
Αντιβαίνει στο άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας [80/987] εθνική διάταξη η οποία προβλέπει τη δυνατότητα ικανοποιήσεως από τον οργανισμό εγγυήσεως των απαιτήσεων των μισθωτών εργαζομένων, οι οποίες πηγάζουν από σχέσεις εργασίας, μόνο στον βαθμό που οι εν λόγω απαιτήσεις έχουν γεννηθεί μέχρι της ημερομηνίας καταχωρίσεως της δικαστικής αποφάσεως περί κινήσεως της διαδικασίας δικαστικής εξυγιάνσεως, εφόσον με την εν λόγω απόφαση δεν παύει η δραστηριότητα της εργοδότριας εταιρίας και δεν διαπιστώνεται ότι αυτή τελεί σε κατάσταση παύσεως πληρωμών;
3)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στα δύο προηγούμενα ερωτήματα: σε περιπτώσεις όπως η υπό κρίση, παράγει το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας [80/987] άμεσο αποτέλεσμα και μπορεί να τύχει απευθείας εφαρμογής από το εθνικό δικαστήριο;
4)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στα τρία προηγούμενα ερωτήματα: μπορεί, σε περίπτωση που δεν υφίσταται συγκεκριμένη εθνική ρύθμιση ως προς την προθεσμία εντός της οποίας μπορεί να ζητηθεί από τον οργανισμό εγγυήσεως η ικανοποίηση των απαιτήσεων των εργαζομένων, οι οποίες γεννήθηκαν μέχρι της ημερομηνίας καταχωρίσεως της δικαστικής αποφάσεως με την οποία διαπιστώνεται ότι ο εργοδότης τελεί σε κατάσταση παύσεως πληρωμών (οπότε παύει η δραστηριότητά του), να εφαρμοστεί, βάσει της αρχής της αποτελεσματικότητας, η τριακονθήμερη προθεσμία, που προβλέπεται στο εθνικό δίκαιο για την άσκηση του δικαιώματος αυτού σε άλλες περιπτώσεις, λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι η προθεσμία αυτή αρχίζει να τρέχει από της ημερομηνίας καταχωρίσεως στο εμπορικό μητρώο της δικαστικής αποφάσεως με την οποία διαπιστώνεται η παύση των πληρωμών;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
26
Πρέπει, εκ προοιμίου, να παρατηρηθεί ότι, καίτοι τα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία της οδηγίας 80/987, τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης συνέβησαν εντούτοις μετά τη θέση σε ισχύ της οδηγίας 2008/94, η οποία καταργεί και επαναλαμβάνει, κατ’ ουσίαν, τις σχετικές διατάξεις της οδηγίας 80/987 και η οποία δεν προβλέπει προθεσμία μεταφοράς της στο εσωτερικό δίκαιο. Επομένως, αντικείμενο της παρούσας εξετάσεως πρέπει να αποτελέσουν οι διατάξεις της οδηγίας 2008/94.
Επί του πρώτου και του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος
27
Με το πρώτο και το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν η οδηγία 2008/94 έχει την έννοια ότι υποχρεώνει τα κράτη μέλη να προβλέπουν εγγυήσεις για τις απαιτήσεις των εργαζομένων σε κάθε στάδιο της διαδικασίας αφερεγγυότητας του εργοδότη τους και, ειδικότερα, ότι απαγορεύει στα κράτη μέλη να προβλέπουν εγγύηση αποκλειστικά για τις απαιτήσεις των εργαζομένων που έχουν γεννηθεί πριν από την καταχώριση στο εμπορικό μητρώο της δικαστικής αποφάσεως περί κινήσεως της διαδικασίας δικαστικής εξυγιάνσεως, μολονότι η απόφαση αυτή δεν διατάσσει την παύση των δραστηριοτήτων του εργοδότη.
28
Για να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα αυτά, πρέπει να εξακριβωθεί, αφενός, αν μια συλλογική διαδικασία στηριζόμενη στην «αφερεγγυότητα», κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/94, μπορεί να κινηθεί από μια δικαστική απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας δικαστικής εξυγιάνσεως όπως αυτή που προβλέπει το βουλγαρικό δίκαιο, καθώς και, αφετέρου, αν τα άρθρα 3 και 4 της οδηγίας αυτής επιτρέπουν τον καθορισμό της ημερομηνίας καταχωρίσεως στο εμπορικό μητρώο της δικαστικής αποφάσεως περί κινήσεως της διαδικασίας δικαστικής εξυγιάνσεως ως ημερομηνίας αναφοράς πριν από την οποία είναι εγγυημένες οι απαιτήσεις των εργαζομένων.
29
Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η διαδικασία δικαστικής εξυγιάνσεως περιελάμβανε δύο διαδοχικές αποφάσεις, με την πρώτη από τις οποίες κινήθηκε η διαδικασία δικαστικής εξυγιάνσεως και με τη δεύτερη διατάχθηκε η παύση των δραστηριοτήτων. Το βουλγαρικό δίκαιο όμως προβλέπει ότι η περίοδος αναφοράς κατά την οποία υφίσταται εγγύηση των απαιτήσεων τοποθετείται πριν από την καταχώριση στο εμπορικό μητρώο της αποφάσεως περί κινήσεως της διαδικασίας δικαστικής εξυγιάνσεως, οπότε μόνον οι απαιτήσεις των εργαζομένων που γεννήθηκαν πριν από την ημερομηνία αυτή καλύπτονται από την εν λόγω εγγύηση, ενώ δεν καλύπτονται εκείνες που γεννήθηκαν μετά την εν λόγω ημερομηνία.
30
Πρώτον, πρέπει να επισημανθεί ότι το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/94 ορίζει το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής και, ως εκ τούτου, θέτει τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή της εγγυήσεως που προβλέπει η εν λόγω οδηγία (βλ., κατά την έννοια αυτή, αποφάσεις της 10ης Ιουλίου 1997, C-94/95 και C-95/95, Bonifaci κ.λπ. και Berto κ.λπ., Συλλογή 1997, σ. I-3969, σκέψη 36, καθώς και C-373/95, Maso κ.λπ., Συλλογή 1997, σ. I-4051, σκέψη 46).
31
Συναφώς, από το γράμμα του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/94 προκύπτει ότι, για να θεωρηθεί ένας εργοδότης ότι τελεί σε κατάσταση αφερεγγυότητας, απαιτείται να έχει ζητηθεί η κίνηση συλλογικής διαδικασίας στηριζόμενης στην αφερεγγυότητα του εργοδότη, προβλεπόμενη από τις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις ενός κράτους μέλους, η οποία επιφέρει τη μερική ή ολική πτωχευτική απαλλοτρίωση του εν λόγω εργοδότη, καθώς και τον διορισμό συνδίκου ή προσώπου που ασκεί παρεμφερή καθήκοντα, και η αρχή που είναι αρμόδια δυνάμει των προαναφερθεισών εθνικών διατάξεων να έχει αποφασίσει την κίνηση της διαδικασίας αυτής ή να έχει διαπιστώσει ότι η επιχείρηση ή η εγκατάσταση του εργοδότη έκλεισε οριστικά και ότι η ανεπάρκεια των διαθεσίμων στοιχείων του ενεργητικού δεν δικαιολογεί την κίνηση της διαδικασίας.
32
Επομένως, εντεύθεν προκύπτει ότι, για να έχει εφαρμογή η εγγύηση που προβλέπει η οδηγία 2008/94, πρέπει να πληρούνται δύο προϋποθέσεις. Αφενός, πρέπει να έχει ζητηθεί η κίνηση συλλογικής διαδικασίας στηριζόμενης στην αφερεγγυότητα του εργοδότη και, αφετέρου, πρέπει να έχει μεσολαβήσει είτε μια απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας αυτής είτε, σε περίπτωση που η ανεπάρκεια των στοιχείων του ενεργητικού δεν δικαιολογεί την κίνηση της διαδικασίας, η διαπίστωση ότι η επιχείρηση έκλεισε οριστικά.
33
Αν όμως έχει εκδοθεί μια τέτοια απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας, το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/94 δεν επιβάλλει η εν λόγω συλλογική διαδικασία να πρέπει οπωσδήποτε να καταλήξει στην παύση της δραστηριότητας του εργοδότη.
34
Το συμπέρασμα αυτό επιρρωννύεται από την αιτιολογική σκέψη 4 της οδηγίας 2008/94, η οποία προβλέπει ότι ενδείκνυται να δοθεί ο ορισμός της κατάστασης αφερεγγυότητας υπό το φως των νομοθετικών τάσεων που παρατηρούνται στα κράτη μέλη και να περιληφθούν, στον ορισμό αυτό, και οι διαδικασίες αφερεγγυότητας εκτός της εκκαθάρισης.
35
Όσον αφορά το βουλγαρικό δίκαιο, πρέπει να τονιστεί ότι το γράμμα του άρθρου 630, παράγραφος 1, του TZ αναφέρει ρητώς ότι η δικαστική απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας δικαστικής εξυγιάνσεως διαπιστώνει την αφερεγγυότητα και καθορίζει την ημερομηνία της επελεύσεώς της. Η διάταξη αυτή όμως χρησιμοποιεί για να δηλώσει την αφερεγγυότητα τον ίδιο όρο με αυτόν που εμφανίζεται στη βουλγαρική απόδοση του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/94.
36
Επιπλέον, και όπως τονίζει και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 1346/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας (EE L 160, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1791/2006 του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2006 (EE L 363, σ. 1), το παράρτημα A του κανονισμού αυτού ορίζει ότι η βουλγαρική διαδικασία δικαστικής εξυγιάνσεως βάσει των άρθρων 607 επ. του TZ συνιστά «διαδικασία αφερεγγυότητας» κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού. Η τελευταία αυτή διάταξη όμως περιγράφει τις «συλλογικές διαδικασίες οι οποίες προϋποθέτουν την αφερεγγυότητα του οφειλέτη» κατά τον ίδιο τρόπο όπως και το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/94, καθόσον απαιτείται η εν λόγω διαδικασία να συνεπάγεται τη μερική ή ολική πτωχευτική απαλλοτρίωση του οφειλέτη και τον διορισμό συνδίκου.
37
Επομένως, το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/94 δεν επιβάλλει, για να έχει εφαρμογή η εγγύηση που προβλέπει η οδηγία αυτή, να έχει διαταχθεί η παύση των δραστηριοτήτων του εργοδότη.
38
Δεύτερον, πρέπει να εξετασθεί αν τα άρθρα 3 και 4 της εν λόγω οδηγίας επιτρέπουν τον καθορισμό της ημερομηνίας καταχωρίσεως στο εμπορικό μητρώο της δικαστικής αποφάσεως περί κινήσεως της διαδικασίας δικαστικής εξυγιάνσεως ως ημερομηνίας αναφοράς μετά την οποία δεν είναι πλέον εγγυημένες οι απαιτήσεις των εργαζομένων.
39
Συναφώς, το άρθρο 3, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2008/94 παρέχει στα κράτη μέλη την ευχέρεια να καθορίζουν την ημερομηνία πριν από και/ή, ενδεχομένως, μετά την ημερομηνία στην οποία τοποθετείται η περίοδος κατά την οποία οι απαιτήσεις που αντιστοιχούν σε μη καταβληθείσες αποδοχές αναλαμβάνονται από τον οργανισμό εγγυήσεως.
40
Όσον αφορά τον καθορισμό της ημερομηνίας αυτής από τα κράτη μέλη, πρέπει να τονιστεί ότι το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 80/987, ως είχε αρχικώς πριν την τροποποίησή της από την οδηγία 2002/74, προέβλεπε την επιλογή των κρατών μελών μόνο μεταξύ τριών ημερομηνιών αναφοράς τις οποίες απαριθμούσε.
41
Οι τροποποιήσεις όμως που επέφερε η οδηγία 2002/74 και διατήρησε η οδηγία 2008/94 κατήργησαν την αναφορά στις τρεις αυτές ημερομηνίες και το άρθρο 3, δεύτερο εδάφιο, της τελευταίας αυτής οδηγίας αφήνει επομένως στα κράτη μέλη την ελευθερία καθορισμού μιας προσήκουσας ημερομηνίας.
42
Τέλος, πρέπει να επισημανθεί ότι το άρθρο 11, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2008/94 δεν θίγει την ευχέρεια των κρατών μελών να εφαρμόζουν ή να εκδίδουν νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις περισσότερο ευνοϊκές για τους εργαζομένους και με τον τρόπο αυτό να παρατείνουν την περίοδο εγγυήσεως καταλλήλως εφόσον το κρίνουν σκόπιμο (βλ., κατά την έννοια αυτή, απόφαση της 15ης Μαΐου 2003, C-160/01, Mau, Συλλογή 2003, σ. I-4791, σκέψη 32).
43
Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο πρώτο και στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία 2008/94 έχει την έννοια ότι δεν υποχρεώνει τα κράτη μέλη να προβλέπουν εγγυήσεις για τις απαιτήσεις των εργαζομένων σε κάθε στάδιο της διαδικασίας αφερεγγυότητας του εργοδότη τους. Ειδικότερα, δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να προβλέπουν εγγύηση αποκλειστικά για τις απαιτήσεις των εργαζομένων που γεννήθηκαν πριν από την καταχώριση στο εμπορικό μητρώο της δικαστικής αποφάσεως περί κινήσεως της διαδικασίας δικαστικής εξυγιάνσεως, μολονότι η απόφαση αυτή δεν διατάσσει την παύση των δραστηριοτήτων του εργοδότη.
Επί του τρίτου και του τετάρτου ερωτήματος
44
Κατόπιν της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο και στο δεύτερο ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο τρίτο και στο τέταρτο ερώτημα.
Επί των δικαστικών εξόδων
45
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφαίνεται:
Η οδηγία 2008/94/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2008, περί της προστασίας των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, έχει την έννοια ότι δεν υποχρεώνει τα κράτη μέλη να προβλέπουν εγγυήσεις για τις απαιτήσεις των εργαζομένων σε κάθε στάδιο της διαδικασίας αφερεγγυότητας του εργοδότη τους. Ειδικότερα, δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να προβλέπουν εγγύηση αποκλειστικά για τις απαιτήσεις των εργαζομένων που γεννήθηκαν πριν από την καταχώριση στο εμπορικό μητρώο της δικαστικής αποφάσεως περί κινήσεως της διαδικασίας δικαστικής εξυγιάνσεως, μολονότι η απόφαση αυτή δεν διατάσσει την παύση των δραστηριοτήτων του εργοδότη.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η βουλγαρική.
Full & Egal Universal Law Academy