ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 10ης Οκτωβρίου 2013 ( *1 )
«Κοινωνική ασφάλιση — Κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 — Άρθρο 28, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ — Παροχές ασφαλίσεως ασθενείας — Δικαιούχοι συντάξεως λόγω γήρατος σε περισσότερα κράτη μέλη — Κατοικία σε άλλο κράτος μέλος — Χορήγηση παροχών εις είδος στο κράτος μέλος της κατοικίας — Βάρος των παροχών — Κράτος μέλος στη “νομοθεσία” του οποίου είχε υπαχθεί ο δικαιούχος επί περισσότερο χρόνο — Έννοια»
Στην υπόθεση C‑321/12,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Centrale Raad van Beroep (Κάτω Χώρες) με απόφαση της 27ης Ιουνίου 2012, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 2 Ιουλίου 2012, στο πλαίσιο της δίκης
F. van der Helder,
D. Farrington
κατά
College voor zorgverzekeringen,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Ilešič, πρόεδρο τμήματος, C. G. Fernlund, A. Ó Caoimh (εισηγητή), C. Toader και E. Jarašiūnas, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: N. Wahl,
γραμματέας: M. Ferreira, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 18ης Απριλίου 2013,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
—
o F. van der Helder, παριστάμενος αυτοπροσώπως και διά του W. Wehmeijer, advocaat,
—
ο D. Farrington, παριστάμενος αυτοπροσώπως,
—
το College voor zorgverzekeringen, εκπροσωπούμενο από τους M. Mulder και K. Siemeling, advocaat,
—
η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις K. Bulterman και C. Wissels,
—
η Εσθονική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τη M. Linntam,
—
η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον S. Hartikainen,
—
η Σουηδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις S. Johannesson και C. Meyer-Seitz,
—
η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τις H. Walker και C. Murrell, επικουρούμενες από τους R. Palmer και J. Coppel, barristers,
—
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους M. van Beek και V. Kreuschitz,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 19ης Ιουνίου 2013,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 28, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 118/97 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1996 (ΕΕ L 28, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1992/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006 (ΕΕ L 392, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 1408/71).
2
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, των F. van der Helder και D. Farrington και, αφετέρου, του College voor zorgverzekeringen (συμβούλιο ασφαλίσεως υγείας, στο εξής: CVZ) με αντικείμενο την καταβολή εισφορών δυνάμει του προβλεπόμενου από τον νόμο υποχρεωτικού συστήματος ασφαλίσεως ασθενείας των Κάτω Χωρών.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
3
Το άρθρο 1 του κανονισμού 1408/71, υπό τον τίτλο «Ορισμοί», προβλέπει τα εξής:
«Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού:
[…]
ι)
ο όρος “νομοθεσία” προσδιορίζει, για κάθε κράτος μέλος, τους υφιστάμενους ή μελλοντικούς νόμους, τις κανονιστικές πράξεις, κανονισμούς και κάθε άλλο μέτρο εφαρμογής, που αφορούν τους κλάδους και τα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, ή τις ειδικές παροχές χωρίς συνεισφορά που προβλέπονται στην παράγραφο 2α του άρθρου 4.
[…]
ιη)
ως “περίοδοι ασφαλίσεως” νοούνται οι περίοδοι εισφορών, απασχολήσεως ή μη μισθωτής δραστηριότητας, που καθορίζονται ή αναγνωρίζονται ως περίοδοι ασφαλίσεως από τη νομοθεσία, υπό την οποία πραγματοποιήθηκαν ή θεωρούνται ότι πραγματοποιήθηκαν, καθώς και κάθε εξομοιούμενη προς αυτές περίοδος, κατά το μέτρο που αναγνωρίζεται από τη νομοθεσία αυτή ως ισοδύναμη προς περίοδο ασφαλίσεως […]».
4
Το άρθρο 4 του κανονισμού αυτού, υπό τον τίτλο «Πεδίο εφαρμογής καθ’ ύλη», ορίζει στην παράγραφο 1:
«Ο παρών κανονισμός ισχύει για όλες τις νομοθεσίες που αφορούν τους ακόλουθους κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως:
α)
παροχές ασθενείας και μητρότητας·
β)
παροχές αναπηρίας, περιλαμβανομένων εκείνων που προορίζονται για τη βελτίωση ή διατήρηση της ικανότητος·
γ)
παροχές γήρατος·
δ)
παροχές επιζώντων·
ε)
παροχές εργατικών ατυχημάτων και επαγγελματικών ασθενειών·
στ)
επιδόματα λόγω θανάτου·
ζ)
παροχές ανεργίας·
η)
οικογενειακές παροχές.»
5
Ο τίτλος III του εν λόγω κανονισμού περιλαμβάνει τις ειδικές διατάξεις για τις διάφορες κατηγορίες παροχών. Το κεφάλαιο 1 του τίτλου III του ίδιου κανονισμού αφορά παροχές ασθένειας και μητρότητας. Το τμήμα 5 του κεφαλαίου αυτού, με τίτλο «Δικαιούχοι συντάξεων και μέλη της οικογενείας τους», περιλαμβάνει τα άρθρα 27 έως 34 του κανονισμού 1408/71.
6
Το άρθρο 27 του κανονισμού αυτού, με τίτλο «Συντάξεις που οφείλονται δυνάμει της νομοθεσίας περισσοτέρων κρατών μελών, εφόσον υπάρχει δικαίωμα παροχών στη χώρα κατοικίας», προβλέπει τα εξής:
«Ο δικαιούχος συντάξεων οφειλομένων κατά τη νομοθεσία δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί, και ο οποίος –λαμβανομένων υπόψη, κατά περίπτωση, των διατάξεων του άρθρου 18 και του παραρτήματος VΙ– δικαιούται παροχών δυνάμει της νομοθεσίας του τελευταίου αυτού κράτους μέλους, καθώς και τα μέλη της οικογένειάς του, λαμβάνουν τις παροχές αυτές από το φορέα του τόπου κατοικίας και εις βάρος αυτού, σαν να εδικαιούτο συντάξεως ο ενδιαφερόμενος δυνάμει μόνον της νομοθεσίας του τελευταίου αυτού κράτους μέλους.»
7
Το άρθρο 28 του εν λόγω κανονισμού, με τίτλο «Συντάξεις που οφείλονται δυνάμει της νομοθεσίας ενός ή περισσοτέρων κρατών, αν δεν υπάρχει δικαίωμα παροχών στη χώρα κατοικίας», προβλέπει ότι:
«1. Ο δικαιούχος συντάξεως οφειλομένης κατά τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους ή συντάξεων οφειλομένων κατά τη νομοθεσία δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών, ο οποίος δεν δικαιούται παροχών κατά τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί, λαμβάνει παρά ταύτα τις παροχές αυτές για τον ίδιο και για τα μέλη της οικογένειάς του, κατά το μέτρο που –λαμβανομένων υπόψη, κατά περίπτωση, των διατάξεων του άρθρου 18 και του παραρτήματος VΙ– θα εδικαιούτο των παροχών αυτών κατά τη νομοθεσία του κράτους μέλους ή τουλάχιστον ενός από τα κράτη μέλη που είναι αρμόδια στο θέμα της συντάξεως, αν κατοικούσε στο έδαφος του εν λόγω κράτους. Οι παροχές αυτές χορηγούνται υπό τους εξής όρους:
α)
οι παροχές εις είδος χορηγούνται για λογαριασμό του αναφερόμενου στην παράγραφο 2 φορέα από τον φορέα του τόπου κατοικίας, σαν να εδικαιούτο συντάξεως ο ενδιαφερόμενος δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους στο έδαφος του οποίου κατοικεί και να εδικαιούτο παροχών εις είδος·
[…]
2. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, ο φορέας που φέρει το βάρος των παροχών εις είδος, καθορίζεται βάσει των εξής κανόνων:
[…]
β)
αν ο δικαιούχος συντάξεως δικαιούται των παροχών αυτών δυνάμει της νομοθεσίας δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών, βαρύνεται ο αρμόδιος φορέας του κράτους μέλους στη νομοθεσία του οποίου είχε υπαχθεί ο δικαιούχος επί περισσότερο χρόνο· αν η εφαρμογή του κανόνα αυτού έχει ως αποτέλεσμα την επιβάρυνση περισσοτέρων φορέων με τις παροχές αυτές, τότε από τους φορείς αυτούς βαρύνεται εκείνος, για τον οποίον ισχύει η νομοθεσία, στην οποία είχε υπαχθεί τελευταία ο δικαιούχος.»
8
Το άρθρο 28α του ίδιου κανονισμού, με τίτλο «Συντάξεις που οφείλονται δυνάμει της νομοθεσίας ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών άλλων από τη χώρα κατοικίας, εφόσον υπάρχει δικαίωμα παροχών στην τελευταία αυτή χώρα», ορίζει τα εξής:
«Εφόσον ο δικαιούχος συντάξεως οφειλομένης δυνάμει της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους ή συντάξεων οφειλομένων δυνάμει της νομοθεσίας δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών κατοικεί στο έδαφος ενός κράτους μέλους, κατά τη νομοθεσία του οποίου το δικαίωμα των εις είδος παροχών δεν εξαρτάται από προϋποθέσεις ασφαλίσεως ή απασχολήσεως, και δυνάμει της νομοθεσίας του οποίου δεν οφείλεται σύνταξη, το βάρος των εις είδος παροχών που χορηγούνται στον δικαιούχο, καθώς και στα μέλη της οικογένειάς του, φέρει ο φορέας ενός από τα κράτη μέλη που είναι αρμόδια για τις συντάξεις, ο οποίος καθορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες του άρθρου 28, παράγραφος 2, εφόσον ο εν λόγω δικαιούχος και τα μέλη της οικογένειάς του θα είχαν δικαίωμα επί των παροχών αυτών δυνάμει της νομοθεσίας που εφαρμόζεται από τον εν λόγω φορέα, αν κατοικούσαν στο έδαφος του κράτους μέλους όπου ευρίσκεται ο φορέας αυτός.»
9
Το άρθρο 33 του κανονισμού 1408/71, με τίτλο «Εισφορές εις βάρος των δικαιούχων συντάξεων», ορίζει ότι:
«1. Ο φορέας κράτους μέλους που οφείλει την καταβολή συντάξεως, αν η ισχύουσα γι’ αυτόν νομοθεσία προβλέπει κρατήσεις εισφορών εις βάρος του δικαιούχου συντάξεως για την κάλυψη των παροχών ασθενείας και μητρότητος, εξουσιοδοτείται να προβαίνει στις κρατήσεις αυτές, υπολογιζόμενες σύμφωνα με την εν λόγω νομοθεσία επί του ποσού της οφειλομένης παρ’ αυτού συντάξεως, κατά το μέτρο που οι καταβαλλόμενες δυνάμει των άρθρων 27, 28, 28α, 29, 31 και 32 παροχές βαρύνουν φορέα του προαναφερθέντος κράτους μέλους.
2. Εφόσον, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 28α, ο δικαιούχος συντάξεως υπόκειται λόγω της κατοικίας του στην καταβολή εισφορών ή ισοδυνάμων παρακρατήσεων για την κάλυψη των παροχών ασθένειας και μητρότητας δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί, οι εισφορές αυτές δεν είναι απαιτητές.»
10
Κατά το άρθρο 36, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, οι παροχές εις είδος που χορηγούνται από τον φορέα κράτους μέλους για λογαριασμό φορέα άλλου κράτους μέλους, δυνάμει ιδίως των διατάξεων των άρθρων 28, 28α και 33 του εν λόγω κανονισμού, αποδίδονται πλήρως.
11
Το άρθρο 95 του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού 1408/71, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό 118/97, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1223/98 του Συμβουλίου, της 4ης Ιουνίου 1998 (ΕΕ L 168, σ. 1), προβλέπει ότι το ποσό των παροχών εις είδος που έχουν χορηγηθεί σύμφωνα με τα άρθρα 28 και 28α του κανονισμού 1408/71 αποδίδεται από τους αρμόδιους φορείς στους φορείς οι οποίοι χορήγησαν τις εν λόγω παροχές βάσει κατ’ αποκοπήν ποσού, όσο το δυνατόν πλησιέστερου προς τις πραγματικές δαπάνες, ο τρόπος υπολογισμού του οποίου ορίζεται στη διάταξη αυτή.
Το ολλανδικό δίκαιο
12
Πριν από την 1η Ιανουαρίου 2006, ο νόμος περί ταμείων υγείας (Ziekenfondswet, στο εξής: ZFW) προέβλεπε σύστημα υποχρεωτικής ασφαλίσεως ασθενείας μόνον ως προς μισθωτούς με εισόδημα κατώτερο ενός συγκεκριμένου ορίου. Όσοι δεν υπάγονταν στο σύστημα αυτό έπρεπε, αντιθέτως, να συνάψουν σύμβαση με ιδιωτική ασφαλιστική εταιρία, προκειμένου να έχουν κάλυψη για δαπάνες ασθενείας.
13
Αυτό το υποχρεωτικό εκ του νόμου σύστημα ασφαλίσεως για δαπάνες ασθενείας εφαρμοζόταν επίσης, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, σε κατοίκους αλλοδαπής οι οποίοι ήταν δικαιούχοι συντάξεως δυνάμει του νόμου περί ασφαλίσεως γήρατος (Algemene Ouderdomswet, στο εξής: AOW) ή προσόδου δυνάμει του νόμου περί ασφαλίσεως κατά της ανικανότητας προς εργασία (Wet op de arbeidsongeschiktheidsverzekering).
14
Από την 1η Ιανουαρίου 2006, ο νόμος περί ασφαλίσεως υγείας (Zorgverzekeringswet, στο εξής: ZVW, ως ίσχυε εν προκειμένω την 1η Αυγούστου 2008) εγκαθιδρύει ένα υποχρεωτικό εκ του νόμου σύστημα ασφαλίσεως ασθενείας για όλα τα πρόσωπα που κατοικούν ή εργάζονται στις Κάτω Χώρες.
15
Το άρθρο 69 του νόμου αυτού έχει ως εξής:
«1. Πρόσωπα κατοικούντα στην αλλοδαπή, τα οποία κατ’ εφαρμογήν κανονισμού του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή κατ’ εφαρμογήν κανονισμού που έχει εκδοθεί στο πλαίσιο της συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο ή συνθήκης για την κοινωνική ασφάλιση δικαιούνται, σε περίπτωση ανάγκης, ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως ή αποζημιώσεως για δαπάνες ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως, όπως προβλέπεται από τη νομοθεσία για την ασφάλιση υγείας της χώρας της κατοικίας τους, αναγγέλλονται στο [CVZ], εκτός αν βάσει του παρόντος νόμου είναι υποχρεωτικώς ασφαλισμένοι.
2. Τα κατά [την παράγραφο 1] πρόσωπα οφείλουν εισφορά καθοριζόμενη με υπουργική απόφαση. Κατά το καθοριζόμενο με την υπουργική απόφαση μέρος της, η εισφορά θεωρείται, για τους σκοπούς της εφαρμογής του νόμου περί της ασφαλίσεως υγείας [(Wet op de zorgtoeslag)], ως ασφάλιστρο υγείας.
[…]
4. Το [CVZ] είναι επιφορτισμένο με την εφαρμογή των διατάξεων της [παραγράφου 1] και των μνημονευόμενων σ’ αυτή διεθνών κανόνων, καθώς και των αποφάσεων για την επιβολή και την είσπραξη της προβλεπόμενης στην [παράγραφο 2] εισφοράς […]»
16
Εξάλλου, τόσο πριν όσο και μετά την 1η Ιανουαρίου 2006, ο γενικός νόμος περί ειδικών ιατρικών δαπανών (Algemene wet bijzondere ziektekosten) καλύπτει το σύνολο του πληθυσμού έναντι κινδύνων ειδικών ιατρικών δαπανών, όπως, ειδικότερα, έναντι κινδύνων μη καλυπτόμενων από τον ZFW και τον ZVW ή από ιδιωτική ασφάλιση.
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
17
Ο F. van der Helder είναι συνταξιούχος Ολλανδός υπήκοος ο οποίος από το 1991 κατοικεί στη Γαλλία. Κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής σταδιοδρομίας του έχει κατοικήσει και εργασθεί σε διάφορα κράτη μέλη. Από τον Αύγουστο του 1997 λαμβάνει, σύμφωνα με την ολλανδική νομοθεσία, σύνταξη δυνάμει του AOW. Το ποσό της συντάξεως αυτής υπολογίζεται βάσει 43 πλήρων ετών ασφαλίσεως στο κράτος μέλος αυτό. Τα εν λόγω έτη ασφαλίσεως κατοχυρώθηκαν, αφενός, βάσει κατοικίας και, αφετέρου, βάσει προαιρετικής ασφαλίσεως. Επίσης, ο F. van der Helder λαμβάνει σύνταξη γήρατος σύμφωνα με τη νομοθεσία της Δημοκρατίας της Φινλανδίας, όπου ήταν ασφαλισμένος μεταξύ 1980 και 1987. Λαμβάνει, επιπλέον, σύνταξη γήρατος σύμφωνα με τη νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας.
18
Ο D. Farrington είναι συνταξιούχος Βρετανός υπήκοος, ο οποίος κατοικεί στην Ισπανία από τον Μάιο του 2004. Έχει κατοικήσει και εργασθεί, κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής σταδιοδρομίας του, σε περισσότερα κράτη μέλη, καθόσον δε ενδιαφέρει εν προκειμένω, στο Ηνωμένο Βασίλειο και στις Κάτω Χώρες. Από τον Απρίλιο του 2006 λαμβάνει, σύμφωνα με την ολλανδική νομοθεσία, σύνταξη γήρατος δυνάμει του AOW. Το ποσό της συντάξεως αυτής υπολογίζεται βάσει 35 πλήρων ετών ασφαλίσεως στο εν λόγω κράτος μέλος. Επιπλέον, ο D. Farrington λαμβάνει σύνταξη γήρατος, σύμφωνα με τη νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου, όπου εργάσθηκε μεταξύ 1957 και 1972.
19
Έως την 1η Ιανουαρίου 2006, ούτε ο F. van der Helder ούτε ο D. Farrington ήταν υποχρεωμένοι να υπαχθούν στο ολλανδικό προβλεπόμενο εκ του νόμου σύστημα ασφαλίσεως ασθενείας. Καλύπτονταν από ιδιωτική ασφάλιση ασθενείας. Αντιθέτως, τόσο ο F. van der Helder όσο και ο D. Farrington ήταν ασφαλισμένοι δυνάμει του γενικού νόμου περί ειδικών ιατρικών δαπανών καθώς κατοικούσαν στις Κάτω Χώρες.
20
Μετά την έναρξη ισχύος του ZVW, την 1η Ιανουαρίου 2006, το CVZ έκρινε ότι, δεδομένου ότι οι F. van der Helder και D. Farrington θα ενέπιπταν, εάν κατοικούσαν στις Κάτω Χώρες, στο υποχρεωτικό εκ του νόμου σύστημα ασφαλίσεως ασθενείας που προβλέπει ο ZVW και καθώς δεν δικαιούνται συντάξεως γήρατος στο κράτος μέλος της κατοικίας τους και ήταν ασφαλισμένοι επί περισσότερο χρόνο, κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής σταδιοδρομίας τους, σύμφωνα με την ολλανδική νομοθεσία περί κοινωνικής ασφαλίσεως, δικαιούνται παροχές εις είδος στο κράτος μέλος της κατοικίας τους οι οποίες βαρύνουν τις Κάτω Χώρες, σύμφωνα με τα άρθρα 28 και 28α του κανονισμού 1408/71.
21
Επίσης, το CVZ αποφάσισε να παρακρατήσει από τις καταβαλλόμενες στους F. van der Helder και D. Farrington συντάξεις και προσόδους το ποσό της κατά το άρθρο 69 του ZVW εισφοράς στο υποχρεωτικό εκ του νόμου σύστημα ασφαλίσεως ασθενείας που θεσπίζει ο ίδιος νόμος.
22
Το Centrale Raad van Beroep, επιληφθέν της εφέσεως που άσκησαν οι F. van der Helder και D. Farrington κατά των πρωτοβάθμιων αποφάσεων του Rechtbank Amsterdam, παρατηρεί ότι, καθόσον οι εκκαλούντες της κύριας δίκης έχουν δικαίωμα για τη λήψη συντάξεων σε τουλάχιστον δύο κράτη μέλη, βαρύνεται με τις παροχές εις είδος, σύμφωνα με το άρθρο 28, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1408/71, ο αρμόδιος φορέας του κράτους μέλους στη «νομοθεσία» του οποίου είχαν, ως δικαιούχοι των συντάξεων αυτών, υπαχθεί επί περισσότερο χρόνο.
23
Το δικαστήριο αυτό εκτιμά ότι τουλάχιστον τρεις διαφορετικές ερμηνείες της κατά τα ανωτέρω έννοιας «νομοθεσία» είναι δυνατές.
24
Σύμφωνα με την πρώτη ερμηνεία, την οποία υποστηρίζουν οι F. van der Helder και D. Farrington, η εν λόγω έννοια καλύπτει τη νομοθεσία περί παροχών ασθενείας και μητρότητας. Μολονότι, όμως, οι F. van der Helder και D. Farrington δεν αμφισβητούν ότι είχαν εργασθεί επί περισσότερο χρόνο στις Κάτω Χώρες και ότι είχαν υπαχθεί επί περισσότερο χρόνο στην ολλανδική νομοθεσία περί κοινωνικής ασφαλίσεως, εντούτοις, ουδέποτε είχαν υπαχθεί στο προβλεπόμενο εκ του νόμου σύστημα ασφαλίσεως ασθενείας στις Κάτω χώρες ούτε, σε κάθε περίπτωση, είχαν υπαχθεί σ’ αυτό για διάστημα μικρότερο από το διάστημα κατά το οποίο καλύπτονταν δυνάμει της ασφαλίσεως ασθενείας σε άλλα κράτη μέλη. Εν προκειμένω, τα κράτη μέλη τα οποία βαρύνονται με τις παροχές εις είδος στο κράτος κατοικίας είναι, αντιστοίχως, η Φινλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Η ερμηνεία αυτή είχε γίνει δεκτή από το Regeringsrätten (ανώτατο διοικητικό δικαστήριο, Σουηδία) με την απόφαση αριθ. 4381-10 της 14ης Δεκεμβρίου 2011, Wehmeyer. Σε περίπτωση που γίνει δεκτό το σκεπτικό αυτό, πρέπει να εξετασθεί αν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, προκειμένου να προσδιοριστεί η «νομοθεσία» του κράτους μέλους στην οποία οι εκκαλούντες της κύριας δίκης είχαν υπαχθεί επί περισσότερο χρόνο, μόνον η υπαγωγή στην εκ του νόμου ασφάλιση ασθενείας ή συνολικά στην ασφάλιση ασθενείας και μητρότητας.
25
Σύμφωνα με τη δεύτερη ερμηνεία, την οποία υποστηρίζει το Rechtbank Amsterdam και με την οποία συντάσσεται και το αιτούν δικαστήριο, η έννοια «νομοθεσία» αναφέρεται στη συνταξιοδοτική ασφάλιση που αποτελεί τη βάση του σημερινού συνταξιοδοτικού εισοδήματος των ενδιαφερομένων. Η ερμηνεία αυτή απορρέει από την απόφαση της 10ης Μαΐου 2001, C-389/99, Rundgren (Συλλογή 2001, σ. I-3731, σκέψεις 44 έως 49). Είναι, επίσης, συνεπής με τον τρόπο χρηματοδοτήσεως των συστημάτων ασφαλίσεως ασθενείας μέσω εισφορών βάσει των εισοδημάτων των ενδιαφερομένων, οι οποίες, στην περίπτωση των δικαιούχων συντάξεως, λαμβάνουν τη μορφή παρακρατήσεως από τη σύνταξη. Εφόσον γίνει δεκτή η ερμηνεία αυτή, επιβάλλεται περαιτέρω να εξετασθεί αν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η συνολική περίοδος συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως, ανεξαρτήτως της βάσεως ασφαλίσεως και ανεξαρτήτως του αν πράγματι καταβλήθηκαν εισφορές. Επιπλέον, τίθεται το ζήτημα αν οι περίοδοι προαιρετικής ασφαλίσεως πρέπει να συνυπολογισθούν.
26
Τέλος, σύμφωνα με την τρίτη ερμηνεία, την οποία υποστηρίζει το CVZ, η έννοια «νομοθεσία» αφορά τη νομοθεσία περί κοινωνικής ασφαλίσεως στο σύνολό της. Κατά το CVZ, σκοπός του άρθρου 28, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 είναι να επιβαρυνθεί με τη δαπάνη της περιθάλψεως κατά τη συνταξιοδότηση εκείνο το κράτος μέλος στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του οποίου ένα πρόσωπο έχει καταβάλει εισφορές επί περισσότερο χρόνο. Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από το άρθρο 1, στοιχείο ιʹ, του κανονισμού αυτού, το οποίο ορίζει τη «νομοθεσία» παραπέμποντας στο άρθρο 4 αυτού. Εφόσον ακολουθηθεί το σκεπτικό αυτό, πρέπει να τεθεί το ζήτημα του συνυπολογισμού των περιόδων προαιρετικής ασφαλίσεως.
27
Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, το Centrale Raad van Beroep αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Νοούνται με την περιλαμβανόμενη στο άρθρο 28, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού […] 1408/71 έκφραση “νομοθεσία στην οποία είχε υπαχθεί ο δικαιούχος επί περισσότερο χρόνο” η νομοθεσία περί των παροχών ασθενείας και μητρότητας, η νομοθεσία περί των [συντάξεων] γήρατος ή όλες οι νομοθεσίες περί των κλάδων κοινωνικής ασφαλίσεως που απαριθμεί το άρθρο 4 του κανονισμού αυτού οι οποίες καθίστανται εφαρμοστέες βάσει του τίτλου ΙΙ του κανονισμού;»
28
Κατόπιν αιτήματος του αιτούντος δικαστηρίου, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου έκρινε ότι η υπόθεση αυτή έπρεπε να εκδικαστεί κατά προτεραιότητα δυνάμει του άρθρου 53, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
29
Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν το άρθρο 28, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1408/71 έχει την έννοια ότι η «νομοθεσία» στην οποία είχε υπαχθεί ο δικαιούχος επί περισσότερο χρόνο, στην οποία αναφέρεται η διάταξη αυτή, είναι η νομοθεσία περί παροχών ασθενείας και μητρότητας ή η νομοθεσία περί συντάξεων ή όλες οι νομοθεσίες περί των κλάδων κοινωνικής ασφαλίσεως που απαριθμεί το άρθρο 4 του κανονισμού αυτού οι οποίες είναι εφαρμοστέες.
30
Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι το ζήτημα αυτό τίθεται στο πλαίσιο διαφοράς αφορώσας τη νομιμότητα αποφάσεων των ολλανδικών αρχών για την παρακράτηση εισφορών από τις συντάξεις που χορηγούν σε έναν Ολλανδό υπήκοο και σε έναν Βρετανό υπήκοο, οι οποίοι είναι δικαιούχοι συντάξεων σύμφωνα με τη νομοθεσία περισσοτέρων κρατών μελών, άλλων από τη Γαλλική Δημοκρατία και το Βασίλειο της Ισπανίας όπου κατοικούν, για παροχές ασθενείας εις είδος οι οποίες χορηγούνται, σύμφωνα με το άρθρο 28 του κανονισμού 1408/71, στο κράτος μέλος της κατοικίας τους όπου δεν δικαιούνται τέτοιων παροχών. Οι αποφάσεις αυτές εκδόθηκαν κατόπιν της ενάρξεως ισχύος στις Κάτω Χώρες, την 1η Ιανουαρίου 2006, του νέου υποχρεωτικού συστήματος ασφαλίσεως ασθενείας που καθιέρωσε ο ZVW, ο οποίος, αφού αντικατέστησε το προβλεπόμενο πριν από την ημερομηνία αυτή από τον ZFW σύστημα μόνον ως προς μισθωτούς με εισόδημα κατώτερο από ένα συγκεκριμένο όριο, ισχύει πλέον ως προς το σύνολο όσων κατοικούν ή εργάζονται στο εν λόγω κράτος μέλος.
31
Υπενθυμίζεται συναφώς ότι το άρθρο 28 του κανονισμού 1408/71 περιέχει «κανόνα άρσεως της συγκρούσεως κανόνων δικαίου», ο οποίος καθιστά δυνατό να καθοριστούν, μεταξύ άλλων, για τους δικαιούχους συντάξεων οφειλομένων σύμφωνα με τις νομοθεσίες περισσοτέρων κρατών μελών οι οποίοι κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος όπου δεν έχουν δικαίωμα σε παροχές ασθενείας και μητρότητας, ο φορέας που πρέπει να χορηγεί τις σχετικές παροχές καθώς και η εφαρμοστέα νομοθεσία (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, αποφάσεις της 10ης Ιανουαρίου 1980, 69/79, Jordens-Vosters, Συλλογή 1980, σ. 75, σκέψη 12· Rundgren, προπαρατεθείσα, σκέψεις 43 και 44· της 3ης Ιουλίου 2003, C-156/01, van der Duin και ANOZ Zorgverzekeringen, Συλλογή 2003, σ. I-7045, σκέψη 39, καθώς και της 14ης Οκτωβρίου 2010, C-345/09, van Delft κ.λπ., Συλλογή 2010, σ. I-9879, σκέψη 38).
32
Κατά το άρθρο 28, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, οι εν λόγω δικαιούχοι συντάξεων λαμβάνουν τέτοιες παροχές ασθενείας και μητρότητας από τον αρμόδιο φορέα του κράτους μέλους της κατοικίας τους, στο μέτρο που θα εδικαιούντο των παροχών αυτών, σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους που θα όφειλε την καταβολή συντάξεως αν κατοικούσαν στο έδαφος του εν λόγω κράτους (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, προπαρατεθείσες αποφάσεις van der Duin και ANOZ Zorgverzekeringen, σκέψεις 40, 47 και 53, καθώς και van Delft κ.λπ., σκέψη 39).
33
Κατά το άρθρο 28, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1408/71, όταν περισσότερα κράτη μέλη είναι αρμόδια για τη χορήγηση συντάξεως, η δαπάνη των παροχών ασθενείας και μητρότητας εις είδος βαρύνει ένα εξ αυτών ανάλογα με τη διάρκεια κατά την οποία ο δικαιούχος είχε υπαχθεί στη νομοθεσία εκάστου αυτών των κρατών μελών, το δε βάρος αυτό το φέρει ο αρμόδιος φορέας του κράτους μέλους «στη νομοθεσία του οποίου είχε υπαχθεί ο δικαιούχος επί περισσότερο χρόνο».
34
Εν προκειμένω, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι το CVZ θεωρεί ότι είναι το ίδιο αρμόδιο να ζητήσει από τους εκκαλούντες της κύριας δίκης την καταβολή εισφορών για παροχές ασθενείας εις είδος οι οποίες χορηγούνται, σύμφωνα με το άρθρο 28 του κανονισμού 1408/71, στο κράτος μέλος της κατοικίας τους, διότι, σύμφωνα με την παράγραφο 2, στοιχείο βʹ, της διατάξεως αυτής, είχαν υπαχθεί επί περισσότερο χρόνο στο ολλανδικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως. Με την ερμηνεία αυτή συντάσσονται, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, η Ολλανδική και η Σουηδική Κυβέρνηση.
35
Αντιθέτως, οι εκκαλούντες της κύριας δίκης επαναλαμβάνουν στις παρατηρήσεις τους ότι η εν λόγω διάταξη αναφέρεται στη νομοθεσία περί των παροχών ασθενείας και μητρότητας. Η Εσθονική και η Φινλανδική και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, όπως και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, θεωρούν ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη η εθνική νομοθεσία περί συντάξεων.
36
Κατά πάγια νομολογία, για την ερμηνεία διατάξεως του δικαίου της Ένωσης πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και τα συμφραζόμενα και οι σκοποί της (βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσα απόφαση Rundgren, σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
37
Όσον αφορά το γράμμα του άρθρου 28, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1408/71, είναι ακριβές ότι, όπως υποστηρίζει ο F. van der Helder, η διάταξη αυτή, στο πρώτο μέρος της πρώτης περιόδου της, παραπέμπει στη νομοθεσία περί των παροχών ασθενείας και μητρότητας.
38
Το γεγονός, όμως, αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκην καθοριστικής σημασίας προκειμένου να δοθεί απάντηση στο εθνικό δικαστήριο. Πράγματι, το μέρος αυτό της πρώτης περιόδου σκοπό έχει αποκλειστικώς να υπενθυμίσει τη φύση των παροχών που συνιστούν το αντικείμενο του τίτλου III του κανονισμού 1408/71, ενώ ο όρος «νομοθεσία» στο δεύτερο μέρος της περιόδου αυτής, ο οποίος συνιστά το αντικείμενο του υπό εξέταση ερωτήματος, αναφέρεται στον προσδιορισμό του κράτους μέλους που φέρει το βάρος των παροχών αυτών στην ειδική περίπτωση των δικαιούχων συντάξεων οφειλόμενων σύμφωνα με τη «νομοθεσία» ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών.
39
Εξάλλου, καίτοι είναι αληθές ότι το άρθρο 1, στοιχείο ιʹ, του κανονισμού 1408/71 ορίζει τη «νομοθεσία», ως περιλαμβάνουσα, ουσιαστικώς, τις εθνικές κανονιστικές ρυθμίσεις οι οποίες αφορούν τους κλάδους και τα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού αυτού, όπως επίσης και τις ειδικές παροχές χωρίς συνεισφορά που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφος 2α, αυτού, εντούτοις δεν μπορεί να συναχθεί εξ αυτού ότι η χρησιμοποίηση του εν λόγω όρου σε άλλες διατάξεις του ιδίου κανονισμού παραπέμπει συστηματικώς στο σύνολο των κλάδων και συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως.
40
Πράγματι, όπως ορθώς υποστήριξε η Φινλανδική Κυβέρνηση, μοναδικός σκοπός των άρθρων 1, στοιχείο ιʹ, και 4, παράγραφοι 1 έως 2α, του κανονισμού 1408/71 είναι να προσδιορίσουν το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού, αποκλείοντας, μεταξύ άλλων, τις συμβατικές διατάξεις. Αντιθέτως, οι διατάξεις αυτές ουδόλως αποβλέπουν στον προσδιορισμό των ειδικών κανόνων οι οποίοι εφαρμόζονται στις διάφορες κατηγορίες παροχών που απαρτίζουν τον τίτλο III του ιδίου κανονισμού.
41
Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει, προκειμένου να προσδιορισθεί το περιεχόμενο της προβλεπόμενης στο άρθρο 28, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1408/71 έννοιας «νομοθεσία» στην οποία είχε υπαχθεί επί περισσότερο χρόνο, να ληφθούν υπόψη τα συμφραζόμενα και ο σκοπός της διατάξεως αυτής.
42
Παρατηρείται συναφώς ότι το άρθρο 28 του κανονισμού 1408/71 περιλαμβάνεται, όπως και τα άρθρα 27 και 28α, στον τίτλο III, κεφάλαιο 1, τμήμα 5, του εν λόγω κανονισμού, σχετικά με τα δικαιώματα των δικαιούχων συντάξεων σε παροχές ασθενείας και μητρότητας.
43
Το άρθρο 27 του κανονισμού 1408/71 αφορά την κατάσταση δικαιούχου συντάξεων οφειλομένων βάσει νομοθεσιών περισσοτέρων κρατών μελών, μεταξύ των οποίων και της νομοθεσίας του κράτους όπου κατοικεί, και ο οποίος δικαιούται παροχές εντός του τελευταίου αυτού κράτους. Το άρθρο 28 του κανονισμού αυτού, όπως ήδη προκύπτει από τις σκέψεις 31 και 32 της παρούσας αποφάσεως, αφορά την κατάσταση δικαιούχου συντάξεων οφειλομένων δυνάμει της νομοθεσίας ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών διαφορετικών από το κράτος κατοικίας, ο οποίος δεν δικαιούται παροχές εντός του τελευταίου αυτού κράτους. Το δε άρθρο 28α του εν λόγω κανονισμού διέπει κατάσταση παρόμοια με την καλυπτόμενη στο άρθρο 28, με τη διαφορά ότι υφίσταται δικαίωμα λήψεως παροχών εις είδος εντός του κράτους κατοικίας (προπαρατεθείσα απόφαση Rundgren, σκέψη 43).
44
Πάντως, στο σύστημα που καθιερώνουν με τον τρόπο αυτόν τα εν λόγω άρθρα 27, 28 και 28α, ο φορέας που βαρύνεται με τις δαπάνες για τις παροχές ασθενείας και μητρότητας εις είδος είναι πάντοτε φορέας ενός αρμόδιου για τη χορήγηση της συντάξεως κράτους μέλους, εφόσον ο δικαιούχος συντάξεως θα εδικαιούτο τις ως άνω παροχές δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους μέλους αυτού εάν κατοικούσε στο έδαφός του (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, προπαρατεθείσα απόφαση Rundgren, σκέψη 46).
45
Συναφώς, το άρθρο 28α του κανονισμού 1408/71, το οποίο αφορά την κατάσταση κατά την οποία το κράτος όπου κατοικεί ο δικαιούχος συντάξεως δεν εξαρτά το δικαίωμα λήψεως παροχών εις είδος από προϋποθέσεις ασφαλίσεως ή απασχολήσεως, προβλέπει εξάλλου ρητώς ότι «το βάρος των [παροχών αυτών] φέρει ο φορέας ενός από τα κράτη μέλη που είναι αρμόδια για τις συντάξεις», οπότε δεν βαρύνεται το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου κατοικεί ο ενδιαφερόμενος διότι απλώς και μόνον αυτός κατοικεί εκεί. Σκοπός της διατάξεως αυτής είναι να μην περιέρχονται σε δυσμενή θέση τα κράτη μέλη των οποίων η νομοθεσία προβλέπει δικαίωμα λήψεως παροχών εις είδος με βάση μόνον την κατοικία στο έδαφός τους, προσδιορίζοντας τον φορέα που βαρύνεται με τη δαπάνη για τις παροχές εις είδος οι οποίες χορηγούνται εντός των κρατών αυτών με βάση τους ίδιους κανόνες έναντι εκείνων που εφαρμόζονται, δυνάμει του άρθρου 28 του ως άνω κανονισμού, στις περιπτώσεις των κρατών μελών που δεν αναγνωρίζουν τέτοιο δικαίωμα (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, προπαρατεθείσα απόφαση Rundgren, σκέψη 45).
46
Συνεπώς, όπως έχει ήδη αποφανθεί το Δικαστήριο, δυνάμει των κανόνων αυτών, ο φορέας του τόπου κατοικίας χορηγεί τις παροχές εις είδος στους δικαιούχους συντάξεως για λογαριασμό και με δαπάνες του φορέα ενός από τα αρμόδια για τη χορήγηση της συντάξεως κράτη μέλη (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Rundgren, σκέψη 45, καθώς και van Delft κ.λπ., σκέψη 39).
47
Προκύπτει ότι το κατά τα άρθρα 27, 28 και 28α του κανονισμού 1408/71 σύστημα προβλέπει σύνδεσμο μεταξύ της αρμοδιότητας για τη χορήγηση συντάξεων και της υποχρεώσεως καλύψεως των δαπανών για τις παροχές ασθενείας και μητρότητας εις είδος, καθιστώντας την ως άνω υποχρέωση παρακολουθηματική έναντι της ουσιαστικής αρμοδιότητας σχετικά με την καταβολή της συντάξεως (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Rundgren, σκέψη 47).
48
Όπως κατ’ ουσίαν επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 48 έως 51 των προτάσεών του, αυτό το σύστημα δύναται να αποτρέψει, σύμφωνα με τον επιδιωκόμενο με το άρθρο 28α του κανονισμού 1408/71 σκοπό, όπως υπενθυμίζεται στη σκέψη 45 της παρούσας αποφάσεως, να περιέρχονται σε δυσμενή θέση τα κράτη μέλη των οποίων η νομοθεσία προβλέπει δικαίωμα λήψεως παροχών ασθενείας και μητρότητας με βάση μόνον την κατοικία στο έδαφός τους.
49
Επομένως, η «νομοθεσία» στην οποία ο δικαιούχος είχε υπαχθεί επί περισσότερο χρόνο, στην οποία αναφέρεται το άρθρο 28, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1408/71, είναι η νομοθεσία περί συντάξεων.
50
Κατά συνέπεια, οσάκις οι ενδιαφερόμενοι είναι, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης, δικαιούχοι συντάξεων οφειλομένων δυνάμει της νομοθεσίας περισσοτέρων κρατών μελών και κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος όπου δεν έχουν δικαίωμα σε παροχές ασθενείας και μητρότητας εις είδος, η δαπάνη των παροχών αυτών βαρύνει, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, το αρμόδιο για τη χορήγηση της συντάξεως κράτος μέλος στη νομοθεσία του οποίου οι ενδιαφερόμενοι αυτοί είχαν υπαχθεί για τον σκοπό αυτό επί περισσότερο χρόνο.
51
Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από το άρθρο 33 του κανονισμού 1408/71, καθώς η διάταξη αυτή επιτρέπει ακριβώς στο κράτος μέλος που οφείλει την καταβολή συντάξεως, το οποίο εφαρμόζει νομοθεσία προβλέπουσα κρατήσεις εισφορών για την κάλυψη των παροχών ασθενείας και μητρότητας, να προβαίνει στις κρατήσεις αυτές επί των οφειλόμενων από αυτό συντάξεων όταν οι παροχές καταβάλλονται με επιβάρυνσή του στο κράτος μέλος κατοικίας του εν λόγω δικαιούχου, δυνάμει των άρθρων 27, 28 και 28α του κανονισμού αυτού.
52
Ομοίως, επιβεβαιώνεται από το άρθρο 95 του κανονισμού 574/72, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό 118/97, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1223/98, από όπου προκύπτει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 36 του κανονισμού 1408/71, οι παροχές ασθενείας και μητρότητας εις είδος που έχουν χορηγηθεί στους δικαιούχους συντάξεως στο κράτος μέλος της κατοικίας σε κάθε περίπτωση αποδίδονται από το κράτος μέλος το οποίο οφείλει την καταβολή συντάξεως, το οποίο με τον τρόπο αυτό φέρει κατ’ ουσίαν τον κίνδυνο που σχετίζεται με τη χορήγηση των παροχών ασθενείας και μητρότητας εις είδος στο κράτος μέλος όπου κατοικεί ο δικαιούχος της συντάξεως (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, προπαρατεθείσες αποφάσεις van der Duin και ANOZ Zorgverzekeringen, σκέψη 44, καθώς και van Delft κ.λπ., σκέψη 79).
53
Στο σκεπτικό της αποφάσεώς του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, εξάλλου, να διευκρινιστεί αν μόνον οι περίοδοι υποχρεωτικής ασφαλίσεως και οι περίοδοι για τις οποίες καταβλήθηκαν εισφορές πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την εφαρμογή του άρθρου 28, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1408/71, εξαιρώντας, ως εκ τούτου, τις περιόδους προαιρετικής ασφαλίσεως κι εκείνες για τις οποίες δεν καταβλήθηκαν εισφορές.
54
Δεν προκύπτει, όμως, από τα στοιχεία που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό, όπως επιβεβαίωσαν τόσο ο F. van der Helder όσο και η Ολλανδική Κυβέρνηση και η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση απαντώντας σε ερώτηση του Δικαστηρίου, είναι ικανή, στο πλαίσιο της υποθέσεως της κύριας δίκης, να ασκήσει επιρροή στον προσδιορισμό του κράτους μέλους το οποίο βαρύνουν οι επίμαχες παροχές, καθώς η νομοθεσία περί συντάξεως στην οποία οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης είχαν υπαχθεί επί περισσότερο χρόνο είναι σε κάθε περίπτωση η ολλανδική.
55
Υπό τις συνθήκες αυτές, παρέλκει η απάντηση στο ως άνω ερώτημα δεδομένου ότι πρόκειται για ερώτημα υποθετικής φύσεως (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση της 22ας Ιουνίου 2010, C-188/10 και C-189/10, Melki και Abdeli, Συλλογή 2010, σ. I-5667, σκέψη 27).
56
Επομένως, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 28, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1408/71 έχει την έννοια ότι η «νομοθεσία» στην οποία είχε υπαχθεί ο δικαιούχος επί περισσότερο χρόνο, στην οποία αναφέρεται η διάταξη αυτή, είναι η νομοθεσία περί συντάξεων.
Επί των δικαστικών εξόδων
57
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 28, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 118/97 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1996, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1992/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, έχει την έννοια ότι η «νομοθεσία» στην οποία είχε υπαχθεί ο δικαιούχος επί περισσότερο χρόνο, στην οποία αναφέρεται η διάταξη αυτή, είναι η νομοθεσία περί συντάξεων.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy