ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 3ης Απριλίου 2014 ( *1 )
«Προδικαστική παραπομπή — Κανονισμός (EΚ) 1191/69 — Δημόσιες υπηρεσίες μεταφοράς επιβατών — Άρθρο 4 — Αίτηση καταργήσεως της υποχρεώσεως δημόσιας υπηρεσίας — Άρθρο 6 — Δικαίωμα σε αντισταθμιστική καταβολή για τα οικονομικά βάρη που απορρέουν από υποχρέωση δημόσιας υπηρεσίας»
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑516/12 έως C‑518/12,
με αντικείμενο αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ το Consiglio di Stato (Ιταλία) με αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2012, οι οποίες περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 15 Νοεμβρίου 2012, στο πλαίσιο των διαδικασιών
CTP — Compagnia Trasporti Pubblici SpA
κατά
Regione Campania (C‑516/12 έως C‑518/12),
Provincia di Napoli (C‑516/12 και C‑518/12),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους T. von Danwitz, πρόεδρο τμήματος, E. Juhász, A. Rosas, D. Šváby και C. Vajda (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Cruz Villalón
γραμματέας: A. Impellizzeri, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 20ής Νοεμβρίου 2013,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
—
η CTP — Compagnia Trasporti Pubblici SpA, εκπροσωπούμενη από τον M. Malena, avvocato,
—
η Regione Campania, εκπροσωπούμενη από τους L. Buondonno, M. Lacatena και M. d’Elia, avvocati,
—
η Provincia di Napoli, εκπροσωπούμενη από τους L. Scetta και A. Di Falco, avvocati,
—
η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την G. Palmieri, επικουρούμενη από τον P. Gentili, avvocato dello Stato,
—
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις E. Montaguti και N. Yerrell,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 6ης Φεβρουαρίου 2014,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως αφορούν την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 1191/69 του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1969, περί των ενεργειών των κρατών μελών που αφορούν τις υποχρεώσεις που είναι συνυφασμένες με την έννοια της δημόσιας υπηρεσίας στον τομέα των σιδηροδρομικών, οδικών και εσωτερικών πλωτών μεταφορών (ΕΕ ειδ. έκδ. 07/001, σ. 100), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1893/91 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 1991 (ΕΕ L 169, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 1191/69).
2
Οι εν λόγω αιτήσεις υποβλήθηκαν στο πλαίσιο των ένδικων διαφορών μεταξύ της CPT– Compagnia Trasporti Pubblici SpA (στο εξής: CTP) και των Regione Campania (Περιφέρεια της Καμπανίας) (υποθέσεις C‑516/12 έως C‑518/12) και Provincia di Napoli (Επαρχίας της Νάπολης) (υποθέσεις C‑516/12 και C‑518/12), με αντικείμενο την άρνηση των δεύτερων να χορηγήσουν στη CTP αντισταθμιστική καταβολή για τα οικονομικά βάρη που απορρέουν από υποχρέωση δημόσιας υπηρεσίας τοπικών μεταφορών.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
3
Το άρθρο 1, παράγραφοι 1 έως 5, του κανονισμού 1191/69, το οποίο περιέχεται στον τίτλο Ι που επιγράφεται «Γενικές διατάξεις», ορίζει τα εξής:
«1. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις μεταφορών των οποίων η δραστηριότητα αφορά την εκμετάλλευση των παρεχομένων υπηρεσιών στον τομέα των σιδηροδρομικών, οδικών και εσωτερικών πλωτών μεταφορών.
Τα κράτη μέλη μπορούν να εξαιρέσουν από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού τις επιχειρήσεις των οποίων η δραστηριότητα περιορίζεται αποκλειστικά στην εκμετάλλευση παρεχομένων αστικών, προαστικών ή περιφερειακών υπηρεσιών.
2. Κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού νοούνται ως:
—
“αστικές και προαστικές υπηρεσίες” οι υπηρεσίες μεταφορών με τις οποίες εξυπηρετούνται οι ανάγκες αστικού κέντρου ή ευρύτερης αστικής περιοχής, καθώς και οι ανάγκες μεταφορών μεταξύ του εν λόγω κέντρου και ευρύτερης αστικής περιοχής και των προαστίων του,
—
“περιφερειακές υπηρεσίες” οι υπηρεσίες μεταφορών που προορίζονται για την εξυπηρέτηση των αναγκών μιας περιοχής.
3. Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών καταργούν τις υπηρεσίες που είναι συνυφασμένες με την έννοια της δημόσιας υπηρεσίας, οι οποίες ορίζονται στα πλαίσια του παρόντος κανονισμού και οι οποίες επιβάλλονται στον τομέα των σιδηροδρομικών, οδικών και εσωτερικών πλωτών μεταφορών.
4. Προκειμένου να εξασφαλιστεί επαρκής παροχή υπηρεσιών μεταφορών, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τους κοινωνικούς, περιβαλλοντικούς και χωροταξιακούς παράγοντες, ή προκειμένου να διασφαλιστούν συγκεκριμένοι όροι ως προς τα κόμιστρα υπέρ ορισμένων κατηγοριών επιβατών, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών μπορούν να συνάψουν συμβάσεις δημόσιας υπηρεσίας με επιχείρηση μεταφορών. Οι προϋποθέσεις και οι λεπτομέρειες των εν λόγω συμβάσεων θεσπίζονται στο τμήμα V.
5. Ωστόσο, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών μπορούν να διατηρήσουν ή να επιβάλουν τις υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 2 για τις αστικές, προαστικές και περιφερειακές υπηρεσίες μεταφορών επιβατών. Οι προϋποθέσεις και οι λεπτομέρειες, καθώς και οι μέθοδοι αντιστάθμισης, ορίζονται στα τμήματα ΙΙ, ΙΙΙ και IV.
[...]»
4
Το άρθρο 1 του κανονισμού 1191/69, ως είχε αρχικώς, πριν τροποποιηθεί από τον κανονισμό 1893/91, είχε ως εξής:
«1. Τα Κράτη μέλη πρέπει να καταργήσουν όλες τις υποχρεώσεις τις συνυφασμένες με την έννοια της δημοσίας υπηρεσίας, όπως αυτές καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό, οι οποίες επιβάλλονται στις σιδηροδρομικές, οδικές και εσωτερικές πλωτές μεταφορές.
2. Πάντως, υποχρεώσεις αυτής της φύσεως είναι δυνατό να διατηρηθούν κατά το μέτρο που είναι απαραίτητες για την εξασφάλιση παροχής επαρκών υπηρεσιών μεταφοράς.
3. Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται στις μεταφορές επιβατών, όσον αφορά τις τιμές και τους όρους μεταφοράς που επιβάλλονται από οποιοδήποτε Κράτος μέλος, προς το συμφέρον μιας ή περισσοτέρων ειδικών κατηγοριών προσώπων.
4. Τα οικονομικά βάρη που αναλαμβάνουν οι επιχειρήσεις μεταφορών λόγω της διατηρήσεως των υποχρεώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2, ή της εφαρμογής των τιμών και όρων μεταφοράς που αναφέρονται στην παράγραφο 3, αντισταθμίζονται σύμφωνα με τις κοινές μεθόδους που καθορίζονται σ’ αυτό τον κανονισμό.»
5
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1191/69 προβλέπει τα εξής:
«Ως υποχρεώσεις δημοσίας υπηρεσίας νοούνται οι υποχρεώσεις τις οποίες οι επιχειρήσεις μεταφορών, αν ελάμβανον αποκλειστικά υπόψη τα δικά τους συμφέροντα, δεν θα ανελάμβαναν ή δεν θα ανελάμβαναν στην ίδια έκταση ή με τους αυτούς όρους.»
6
Το κεφάλαιο II του εν λόγω κανονισμού, υπό τον τίτλο «Κοινές αρχές για την κατάργηση ή τη διατήρηση υποχρεώσεων δημοσίας υπηρεσίας», περιλαμβάνει τα άρθρα 3 έως 8.
7
Το άρθρο 4 του ιδίου κανονισμού έχει ως εξής:
«1. Οι επιχειρήσεις μεταφορών πρέπει να υποβάλλουν αιτήσεις στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, για την ολική ή μερική κατάργηση οποιασδήποτε υποχρεώσεως δημοσίας υπηρεσίας όταν αυτή η υποχρέωση συνεπάγεται οικονομικά μειονεκτήματα για τις επιχειρήσεις αυτές.
2. Στις αιτήσεις τους, οι επιχειρήσεις μεταφορών δύνανται να προτείνουν την αντικατάσταση του τρόπου μεταφοράς που χρησιμοποιείται, με άλλους τρόπους. Οι επιχειρήσεις κατ’ εφαρμογή του άρθρου 5 καθορίζουν το αποθεματικό που είναι δυνατό να βελτιώσει την οικονομική τους κατάσταση.»
8
Το άρθρο 6 του κανονισμού 1191/69 ορίζει τα εξής:
«1. Εντός έτους από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, οι επιχειρήσεις μεταφορών πρέπει να υποβάλλουν στις αρμόδιες αρχές των Κρατών μελών τις αιτήσεις, που προβλέπονται στο άρθρο 4.
Οι επιχειρήσεις μεταφορών δύνανται να υποβάλλουν αιτήσεις μετά την πάροδο της ανωτέρω προθεσμίας, όταν διαπιστώνουν ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 4 παράγραφος 1.
2. Αποφάσεις περί διατηρήσεως ή καταργήσεως, εν όλω ή εν μέρει, μετά από ορισμένο χρόνο, υποχρεώσεως δημόσιας υπηρεσίας, πρέπει να προβλέπουν την αντιστάθμιση των οικονομικών βαρών που προκύπτουν από αυτές. Το ποσό αυτής της αντισταθμίσεως καθορίζεται σύμφωνα με τις κοινές μεθόδους που καθορίζονται στα άρθρα [10] έως 13.
3. Οι αρμόδιες αρχές των Κρατών μελών πρέπει να λαμβάνουν αποφάσεις εντός έτους από την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως, όσον αφορά τις υποχρεώσεις λειτουργίας και μεταφοράς, και εντός έξι μηνών, όσον αφορά την υποχρεωτική τιμολόγηση.
Το δικαίωμα αντισταθμίσεως γεννάται κατά την ημερομηνία λήψεως της αποφάσεως από τις αρμόδιες αρχές, αλλά σε καμία περίπτωση προ της 1ης Ιανουαρίου 1971.
4. Αν πάντως οι αρμόδιες αρχές των Κρατών μελών το θεωρούν αναγκαίο λόγω του αριθμού και της σπουδαιότητος των αιτήσεων που υποβάλλονται από κάθε επιχείρηση, δύνανται να παρατείνουν την προθεσμία που προβλέπεται στην πρώτη υποπαράγραφο της παραγράφου 3, μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1972 το αργότερο. Στην περίπτωση αυτή το δικαίωμα αντισταθμίσεως γεννάται κατά την ανωτέρω ημερομηνία. Στην περίπτωση αυτή το δικαίωμα αντισταθμίσεως γεννάται κατά την ανωτέρω ημερομηνία.
Όταν οι αρμόδιες αρχές των Κρατών μελών έχουν πρόθεση να κάμουν χρήση αυτού του δικαιώματος, ανακοινώνουν τούτο στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις, εντός έξι μηνών από την υποβολή των αιτήσεων.
Στην περίπτωση κατά την οποία Κράτος μέλος αντιμετωπίζει ειδικές δυσκολίες, το Συμβούλιο δύναται, μετά από αίτηση αυτού του Κράτους και προτάσει της Επιτροπής, να του επιτρέψει να παρατείνει μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1973 την προθεσμία που προβλέπεται στην πρώτη υποπαράγραφο αυτής της παραγράφου.
5. Αν οι αρμόδιες αρχές δεν λάβουν απόφαση εντός των καθορισμένων προθεσμιών, η υποχρέωση για την οποία υπεβλήθη αίτηση καταργήσεως κατ’ εφαρμογή του άρθρου 4 παράγραφος 1, θεωρείται σαν καταργηθείσα.
6. Το Συμβούλιο με βάση την έκθεση που υποβάλλεται από την Επιτροπή προ της 31ης Δεκεμβρίου 1972 εξετάζει την κατάσταση που υπάρχει σε κάθε Κράτος μέλος σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.»
9
Το κεφάλαιο V του κανονισμού 1191/69, υπό τον τίτλο «Συμβάσεις δημόσιας υπηρεσίας», αποτελείται από ένα μόνον άρθρο, ήτοι το άρθρο 14, το οποίο ορίζει τα εξής:
«1. Ως “σύμβαση δημόσιας υπηρεσίας” νοείται μια σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ των αρμόδιων αρχών ενός κράτους μέλους και μιας επιχείρησης μεταφορών με σκοπό να παρέχονται στο κοινό επαρκείς υπηρεσίες μεταφορών.
Η σύμβαση ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας μπορεί ιδιαίτερα να περιλαμβάνει:
—
υπηρεσίες μεταφορών που να ανταποκρίνονται σε καθορισμένα πρότυπα συνέχειας, τακτικής εξυπηρέτησης, μεταφορικής ικανότητας και ποιότητας,
—
συμπληρωματικές υπηρεσίες μεταφορών,
—
υπηρεσίες μεταφορών με καθορισμένα κόμιστρα και υποκείμενες σε ειδικούς όρους, ιδίως για ορισμένες κατηγορίες επιβατών ή για ορισμένες συνδέσεις,
—
προσαρμογές των υπηρεσιών σε πραγματικές ανάγκες.
2. Η σύμβαση δημόσιας υπηρεσίας περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα σημεία:
α)
τα χαρακτηριστικά των παρεχόμενων υπηρεσιών, ιδίως τα πρότυπα συνέχειας, τακτικής εξυπηρέτησης, μεταφορικής ικανότητας και ποιότητας·
β)
το τίμημα των παροχών που αποτελούν αντικείμενο της σύμβασης, το οποίο είτε προστίθεται στις εισπράξεις από κόμιστρα είτε περιλαμβάνει τις εισπράξεις, καθώς και τις λεπτομέρειες των χρηματοοικονομικών σχέσεων μεταξύ των δύο μερών·
γ)
τους κανόνες που αφορούν τις εν γένει τροποποιήσεις της σύμβασης, ιδίως προκειμένου να αντιμετωπιστούν απρόβλεπτες μεταβολές·
δ)
τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης·
ε)
κυρώσεις σε περίπτωση αθέτησης της σύμβασης.
3. Τα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία χρησιμοποιούνται για την παροχή υπηρεσιών μεταφορών οι οποίες αποτελούν αντικείμενο σύμβασης δημόσιας υπηρεσίας, μπορούν να ανήκουν στην επιχείρηση ή να έχουν τεθεί στη διάθεσή της.
4. Κάθε επιχείρηση η οποία προτίθεται να τερματίσει ή να επιφέρει ουσιαστικές τροποποιήσεις σε υπηρεσία μεταφορών την οποία παρέχει στο κοινό κατά τρόπο συνεχή και τακτικό, ενώ η υπηρεσία αυτή δεν καλύπτεται από τη σύμβαση ή την υποχρέωση δημόσιας υπηρεσίας, ενημερώνει σχετικά, τρεις τουλάχιστον μήνες νωρίτερα, τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους.
Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να αρνηθούν την ενημέρωση αυτή.
Η διάταξη αυτή δεν θίγει τις άλλες εθνικές διαδικασίες που εφαρμόζονται όσον αφορά το δικαίωμα τερματισμού ή τροποποίησης των υπηρεσιών μεταφορών.
5. Οι αρμόδιες αρχές, αφού τους γνωστοποιηθεί η πληροφορία που αναφέρεται στην παράγραφο 4, μπορούν να επιβάλουν τη διατήρηση της υπηρεσίας αυτής για ένα επιπλέον έτος, κατ’ ανώτατο όριο, από την ημερομηνία της προειδοποίησης, και κοινοποιούν την απόφαση αυτή στην επιχείρηση τουλάχιστον ένα μήνα πριν από την ημερομηνία κατά την οποία λήγει η ισχύς της προειδοποίησης.
Μπορούν επίσης να αναλάβουν την πρωτοβουλία για τη διαπραγμάτευση της έναρξης ή της τροποποίησης μιας τέτοιας υπηρεσίας μεταφορών.
6. Οι επιβαρύνσεις που απορρέουν, για τις επιχειρήσεις μεταφορών, από τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 5 αντισταθμίζονται σύμφωνα με τις κοινές μεθόδους που αναφέρονται στα τμήματα ΙΙ, ΙΙΙ και IV.»
10
Το άρθρο 14 του κανονισμού 1191/69, ως είχε πριν τροποποιηθεί από τον κανονισμό 1893/91, όριζε τα εξής:
«1. Με εξαίρεση τις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 1 παράγραφος 3, μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, τα Κράτη μέλη δύνανται να επιβάλλουν υποχρεώσεις δημοσίας υπηρεσίας σε επιχειρήσεις μεταφορών μόνο κατά το μέτρο που οι υποχρεώσεις αυτές είναι απαραίτητες για την εξασφάλιση παροχής επαρκών υπηρεσιών μεταφοράς.
2. Όταν οι ανωτέρω υποχρεώσεις συνεπάγονται για τις επιχειρήσεις μεταφορών οικονομικά μειονεκτήματα κατά την έννοια του άρθρου 5 παράγραφοι 1 και 2 ή οικονομικές επιβαρύνσεις κατά την έννοια του άρθρου 9, οι αρμόδιες αρχές των Κρατών μελών πρέπει να προβλέπουν στις αποφάσεις περί επιβολής αυτών των υποχρεώσεων, τη χορήγηση αντισταθμίσεως για τα οικονομικά βάρη. Οι διατάξεις των άρθρων 10 έως 13 εφαρμόζονται ανάλογα.»
Το ιταλικό δίκαιο
11
Το άρθρο 17 του νομοθετικού διατάγματος 422, σχετικά με τη μεταφορά στις περιφέρειες και τις τοπικές αρχές των καθηκόντων και των αρμοδιοτήτων στον τομέα των δημόσιων τοπικών μεταφορών, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 4, του νόμου 59 της 15ης Μαρτίου 1977 (decreto legislativo n. 422 – Conferimento alle regioni ed agli enti locali di funzioni e compiti in materia di trasporto pubblico locale, a norma dell’articolo 4, comma 4, della legge 15 marzo 1997, n. 59), της 19ης Νοεμβρίου 1997 (GURI αριθ. 287, της 10ης Δεκεμβρίου 1997, σ. 4), προβλέπει τα εξής:
«Οι περιφέρειες, οι επαρχίες και οι δήμοι, προς εξασφάλιση της κινητικότητας των χρηστών των υπηρεσιών μεταφοράς, καθορίζουν, κατά το άρθρο 2 του [κανονισμού 1191/69], υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας και προβλέπουν, στις διαλαμβανόμενες στο άρθρο 19 συμβάσεις υπηρεσιών, τις αντισταθμιστικές καταβολές υπέρ των επιχειρήσεων που παρέχουν τις εν λόγω υπηρεσίες, λαμβάνοντας υπόψη, κατά την ως άνω διάταξη του κοινοτικού δικαίου, τα κέρδη από τις τιμολογήσεις, καθώς και τα κέρδη από την ενδεχόμενη διαχείριση υπηρεσιών συμπληρωματικών της μεταφοράς.»
Οι διαφορές της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
12
Η CTP παρέχει δημόσια υπηρεσία τοπικών μεταφορών στην Provincia di Napoli. Υπό την ιδιότητα αυτή, υπέβαλε επανειλημμένως αιτήσεις για τη χορήγηση αντισταθμιστικής καταβολής για το οικονομικό μειονέκτημα που θεωρούσε ότι συνεπαγόταν γι’ αυτήν η παροχή της προαναφερθείσας υπηρεσίας στη Regione Campania και την Provincia di Napoli, οι οποίες τις απέρριψαν.
13
Η CTP ζήτησε την ακύρωση των εν λόγω απορριπτικών διοικητικών πράξεων ενώπιον του Tribunale amministrativo regionale per la Campania. Το εν λόγω δικαστήριο έκρινε ότι, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 4 του κανονισμού 1191/69, το δικαίωμα σε αντισταθμιστική καταβολή για τέτοιου είδους οικονομικό μειονέκτημα γεννάται μόνο εφόσον η επιχείρηση μεταφορών ζητήσει προηγουμένως την κατάργηση της υποχρεώσεως δημόσιας υπηρεσίας στην οποία υπόκειται και μόνο εφόσον οι αρμόδιες αρχές απορρίψουν τη σχετική αίτηση. Δεδομένου ότι διαπίστωσε ότι η CTP δεν είχε υποβάλει τέτοιου είδους αίτηση, το Tribunale amministrativo regionale per la Campania εξέδωσε τρεις αποφάσεις με τις οποίες απέρριψε τις αιτήσεις ακυρώσεως της CTP.
14
Η CTP άσκησε αιτήσεις αναιρέσεως ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου κατά των τριών αποφάσεων που εξέδωσε το Tribunale amministrativo regionale per la Campania. Κατά το αιτούν δικαστήριο, τα άρθρα 1, 4 και 6 του κανονισμού 1191/69 επιδέχονται δύο αποκλίνουσες ερμηνείες όσον αφορά τη γένεση του δικαιώματος αντισταθμίσεως της επιχειρήσεως μεταφοράς η οποία υπόκειται σε υποχρέωση δημόσιας υπηρεσίας.
15
Βάσει ερμηνείας που χαρακτηρίσθηκε ως «τελολογική» και την οποία προέκρινε το Tribunale amministrativo regionale per la Campania, το δικαίωμα αντισταθμίσεως γεννάται μόνον κατόπιν υποβολής αιτήσεως για την κατάργηση της υποχρεώσεως δημόσιας υπηρεσίας από την οικεία επιχείρηση στις αρμόδιες αρχές. Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο παραθέτει το άρθρο 17 του νομοθετικού διατάγματος 422 της 19ης Νοεμβρίου 1997, το οποίο ρυθμίζει τη σύναψη συμβάσεων δημόσιας υπηρεσίας, και διευκρινίζει, συναφώς, ότι, σε αντίθεση προς το προηγούμενο καθεστώς παραχωρήσεων, το ισχύον σύστημα προσομοιάζει με σύμβαση παροχής υπηρεσιών, καθόσον το ποσό που καταβάλλει η διοίκηση μπορεί να εξομοιωθεί με την αντιπαροχή για ενοχική υποχρέωση η οποία έχει αναληφθεί εκουσίως. Εντούτοις, προσθέτει ότι, μολονότι το εν λόγω δικαίωμα σε αντισταθμιστική καταβολή προβλέπεται από συμβατική ρήτρα, γεννάται μόνον κατόπιν υποβολής αιτήσεως για την κατάργηση της υποχρεώσεως δημόσιας υπηρεσίας.
16
Βάσει ερμηνείας που χαρακτηρίσθηκε ως «συστηματική», το δικαίωμα αντισταθμίσεως γεννάται αυτοδικαίως, χωρίς να είναι αναγκαίο η επιχείρηση μεταφορών να υποβάλει προηγουμένως αίτηση για την κατάργηση της υποχρεώσεως δημόσιας υπηρεσίας, στον βαθμό που το εν λόγω δικαίωμα αφορά υποχρέωση δημόσιας υπηρεσίας η διατήρηση της οποίας επιτρέπεται δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 5, του κανονισμού 1191/69, το οποίο αφορά αστικές, προαστικές και περιφερειακές υπηρεσίες μεταφοράς επιβατών.
17
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Consiglio di Stato αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το εξής προδικαστικό ερώτημα, το οποίο έχει πανομοιότυπη διατύπωση στις υποθέσεις C‑516/12 έως C‑518/12:
«Κατά το άρθρο 4 του [κανονισμού 1191/69], το δικαίωμα αντισταθμίσεως γεννάται μόνον αν, κατόπιν σχετικής αιτήσεως εκ μέρους της ενδιαφερόμενης επιχειρήσεως μεταφορών, οι αρμόδιες αρχές δεν προβαίνουν στην κατάργηση της υποχρεώσεως δημόσιας υπηρεσίας η οποία συνεπάγεται οικονομικό μειονέκτημα για την αιτούσα επιχείρηση μεταφορών ή η διάταξη αυτή τυγχάνει εφαρμογής μόνον στις υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας ως προς τις οποίες ο κανονισμός προβλέπει την κατάργηση και δεν επιτρέπει τη διατήρηση;»
18
Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 29ης Νοεμβρίου 2012, οι υποθέσεις C‑516/12 έως C‑518/12 ενώθηκαν προς διευκόλυνση της έγγραφης και της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως.
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
19
Προκαταρκτικώς, πρέπει να καθορισθεί το πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσονται οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως.
20
Αφενός, από κανένα στοιχείο της ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η Ιταλική Δημοκρατία έκανε χρήση της προβλεπόμενης από το άρθρο 1, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1191/69 δυνατότητας αποκλεισμού από το πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού των επιχειρήσεων των οποίων η δραστηριότητα περιορίζεται στην εκμετάλλευση αστικών, προαστικών ή περιφερειακών υπηρεσιών. Κατά συνέπεια, οι διατάξεις του εν λόγω κανονισμού έχουν πλήρη εφαρμογή στην υπόθεση της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα των εν λόγω διατάξεων (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση Antrop κ.λπ., C‑504/07, EU:C:2009:290, σκέψη 17).
21
Αφετέρου, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, απόκειται αποκλειστικώς στο αιτούν δικαστήριο να καθορίσει το αντικείμενο των ερωτημάτων που προτίθεται να υποβάλει στο Δικαστήριο. Πράγματι, εναπόκειται αποκλειστικώς στα εθνικά δικαστήρια που έχουν επιληφθεί της διαφοράς και φέρουν την ευθύνη της δικαστικής αποφάσεως που πρόκειται να εκδοθεί να εκτιμήσουν, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής τους αποφάσεως όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλουν στο Δικαστήριο (απόφαση Kersbergen‑Lap και Dams‑Schipper, C‑154/05, EU:C:2006:449, σκέψη 21 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
22
Σύμφωνα με τα όσα υποστήριξαν οι μετέχοντες στη διαδικασία κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οι επίμαχες δημόσιες υπηρεσίες τοπικών μεταφορών που παρέχει η CTP θα μπορούσαν να παρέχονται είτε δυνάμει υποχρεώσεως δημόσιας υπηρεσίας, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1191/69, είτε δυνάμει συμβάσεως αναθέσεως δημόσιας υπηρεσίας, κατά την έννοια του άρθρου 14, παράγραφος 1, του συγκεκριμένου κανονισμού.
23
Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 34 και 35 των προτάσεών του, το άρθρο 4 του κανονισμού 1191/69, το οποίο αφορά το προδικαστικό ερώτημα, καθώς και το άρθρο 6 του εν λόγω κανονισμού τυγχάνουν εφαρμογής μόνον αν οι δημόσιες υπηρεσίες τοπικών μεταφορών παρέχονται από τη CTP δυνάμει υποχρεώσεως παροχής δημόσιας υπηρεσίας, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού. Αντιθέτως, τα εν λόγω άρθρα δεν τυγχάνουν εφαρμογής αν οι δημόσιες υπηρεσίες τοπικών μεταφορών παρέχονται από τη CTP δυνάμει συμβάσεως αναθέσεως δημόσιας υπηρεσίας, κατά την έννοια του άρθρου 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 1191/69, ζήτημα η εξακρίβωση του οποίου απόκειται στο αιτούν δικαστήριο.
24
Εν προκειμένω, με το προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο, ζητείται η ερμηνεία του άρθρου 4 του κανονισμού 1191/69, χωρίς το εν λόγω δικαστήριο να αναφέρεται στο ενδεχόμενο η υπό κρίση υπόθεση να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 14, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού. Λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας που παρατέθηκε στη σκέψη 21 της παρούσας αποφάσεως, το προδικαστικό ερώτημα που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο πρέπει, ως εκ τούτου, να εξετασθεί λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι οι δημόσιες υπηρεσίες τοπικών μεταφορών παρέχονται από τη CTP δυνάμει υποχρεώσεως δημόσιας υπηρεσίας, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1191/69.
25
Με το προδικαστικό του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν τα άρθρα 4 και 6 του κανονισμού 1191/69 έχουν την έννοια ότι η γένεση δικαιώματος σε αντισταθμιστική καταβολή για τα οικονομικά βάρη που απορρέουν από την εκπλήρωση υποχρεώσεως δημόσιας υπηρεσίας, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, εξαρτάται, αφενός, από την υποβολή αιτήσεως από την ενδιαφερόμενη επιχείρηση για την κατάργηση της υποχρεώσεως αυτής και, αφετέρου, από απόφαση των αρμόδιων αρχών να διατηρήσουν ή να καταργήσουν τις εν λόγω υποχρεώσεις.
26
Συναφώς, επισημαίνεται ότι, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1191/69, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 1191/69, αντισταθμιστική καταβολή για τα οικονομικά βάρη που απορρέουν από υποχρέωση δημόσιας υπηρεσίας χορηγείται στις οικείες επιχειρήσεις μεταφοράς μόνο εφόσον αυτές ζητήσουν την εν όλω ή εν μέρει κατάργηση της υποχρεώσεως αυτής και εφόσον οι αρμόδιες αρχές αποφασίσουν, αντιθέτως προς την αίτηση, την εν όλω ή εν μέρει διατήρηση ή κατάργηση της εν λόγω υποχρεώσεως δημόσιας υπηρεσίας. Επομένως, οι συγκεκριμένες διατάξεις του εν λόγω κανονισμού 1191/69 επιτάσσουν να πληρούνται και οι δύο προϋποθέσεις που αναφέρθηκαν στη σκέψη 25 της παρούσας αποφάσεως.
27
Επιβάλλεται η υπόμνηση ότι το άρθρο 14 του κανονισμού 1191/69, όπως είχε αρχικώς πριν τις τροποποιήσεις που επέφερε ο κανονισμός 1893/91, επέτρεπε στα κράτη μέλη να επιβάλλουν νέες υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας αλλά επέβαλλε στις αρμόδιες αρχές την υποχρέωση να προβλέπουν, στην απόφαση περί επιβολής, τη χορήγηση αντισταθμιστικής καταβολής για τα βάρη που απέρρεαν από την εκπλήρωσή τους.
28
Επομένως, κατά τον κανονισμό 1191/69, ως είχε αρχικώς, η υποχρέωση να υποβληθεί αίτηση καταργήσεως της υποχρεώσεως δημόσιας υπηρεσίας προκειμένου να γεννηθεί δικαίωμα σε αντισταθμιστική καταβολή ίσχυε μόνο για τις υποχρεώσεις που είχαν προηγηθεί της θέσεως σε ισχύ του εν λόγω κανονισμού, δυνάμει των άρθρων του 4 και 6, ενώ για τις μεταγενέστερες αυτής υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας θεμελιωνόταν αυτοδικαίως δικαίωμα σε αντισταθμιστική καταβολή, δυνάμει του άρθρου 14 του ίδιου κανονισμού.
29
Είναι γεγονός ότι ο κανονισμός 1893/91 τροποποίησε το άρθρο 14 του κανονισμού 1191/69, το οποίο ρυθμίζει τη σύναψη συμβάσεων αναθέσεως δημόσιας υπηρεσίας. Επιπλέον, ο κανονισμός 1893/91 εισήγαγε το νέο άρθρο 1, παράγραφος 5, κατά το οποίο οι υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας διατηρούνται ή επιβάλλονται κατά τις προϋποθέσεις και τις λεπτομέρειες των κεφαλαίων II έως IV του κανονισμού 1191/69.
30
Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, ο κανονισμός 1893/91 μετέβαλε πράγματι το εφαρμοστέο στις υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας καθεστώς, καθόσον το δικαίωμα σε αντισταθμιστική καταβολή για τα βάρη που απορρέουν από τέτοιου είδους υποχρεώσεις εξαρτάται πλέον από την υποβολή αιτήσεως για την κατάργηση των υποχρεώσεων αυτών, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 4 και 6 του συγκεκριμένου κανονισμού. Προς στήριξη της ερμηνείας αυτής, η Ιταλική Κυβέρνηση αντλεί επιχείρημα από το γεγονός ότι, μετά τη θέση σε ισχύ του κανονισμού 1893/91, το νέο άρθρο 1, παράγραφος 5, του κανονισμού 1191/69, το οποίο επιτρέπει στα κράτη μέλη να επιβάλλουν νέες υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας, παραπέμπει ρητώς στο κεφάλαιο II του εν λόγω κανονισμού, που περιλαμβάνει τα προαναφερθέντα άρθρα 4 και 6.
31
Εντούτοις, όπως υπογράμμισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 53 των προτάσεών του, από κανένα στοιχείο δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο κανονισμός 1893/91 τροποποίησε το καθεστώς που εφαρμόζεται στις μεταγενέστερες του κανονισμού 1191/69 υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας, όπως αναφέρθηκε στη σκέψη 28 της παρούσας αποφάσεως. Αντιθέτως, από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 1893/91 προκύπτει ότι τα κράτη μέλη όχι μόνον μπορούν να ορίζουν, στο πλαίσιο συμβάσεως συναφθείσας μεταξύ των αρμόδιων εθνικών αρχών και επιχειρήσεως μεταφοράς, τους όρους παροχής δημόσιων υπηρεσιών στον τομέα των μεταφορών, αλλά εξακολουθούν να έχουν επίσης τη δυνατότητα να διατηρούν ή να επιβάλλουν ορισμένες υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας. Επομένως, το αρχικό καθεστώς συμπληρώθηκε με δεύτερο καθεστώς, το οποίο βασίζεται σε ένα νέο νομικό εργαλείο, ήτοι τη σύμβαση αναθέσεως δημόσιας υπηρεσίας, κατά την έννοια του νέου άρθρου 14 του κανονισμού 1191/69.
32
Επιπλέον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο κανονισμός 1893/91 ουδόλως τροποποίησε τα άρθρα 4 και 6 του κανονισμού 1191/69. Ειδικότερα, το άρθρο 6, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει ότι οι διαλαμβανόμενες στο άρθρο 4 αιτήσεις για την κατάργηση δημόσιας υπηρεσίας πρέπει να υποβληθούν εντός προθεσμίας ενός έτους από τη θέση σε ισχύ του εν λόγω κανονισμού, ήτοι από 1ης Ιανουαρίου 1969. Επιπλέον, οι προθεσμίες που τάσσουν οι παράγραφοι 3 έως 6 του εν λόγω άρθρου υπολογίζονται βάσει, μεταξύ άλλων, της 1ης Ιανουαρίου 1971, της 1ης Ιανουαρίου 1972, της 1ης Ιανουαρίου 1973 ή της 31ης Ιανουαρίου 1972. Εκ των προαναφερθέντων συνάγεται το συμπέρασμα ότι το άρθρο 6 του κανονισμού 1191/69 τυγχάνει εφαρμογής μόνο στις υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας που προηγήθηκαν της θέσεως σε ισχύ του εν λόγω κανονισμού, ήτοι της 1ης Ιανουαρίου 1969.
33
Εξάλλου, όπως υπογράμμισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 55 των προτάσεών του, από το γράμμα του άρθρου 1, παράγραφος 5, του κανονισμού 1191/69 δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι όλες οι διατάξεις των κεφαλαίων II έως IV αυτού τυγχάνουν εφαρμογής τόσο στη διατήρηση όσο και στην επιβολή υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας. Επομένως, ορισμένες από τις διατάξεις αυτές, όπως τα άρθρα 3 ή 7, παράγραφος 1, εφαρμόζονται αποκλειστικώς στη διατήρηση των υποχρεώσεων αυτών. Το ίδιο ισχύει και όσον αφορά τα άρθρα 4 και 6 του εν λόγω κανονισμού, από το γράμμα των οποίων προκύπτει ότι τυγχάνουν εφαρμογής αποκλειστικώς στις προγενέστερες της 1ης Ιανουαρίου 1969 υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας. Κατά συνέπεια, το επιχείρημα της Ιταλικής Κυβερνήσεως ότι το άρθρο 1, παράγραφος 5, του εν λόγω κανονισμού έχει την έννοια ότι τα άρθρα του 4 και 6 εφαρμόζονται επί της επιβολής νέων υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας δεν μπορεί να ευδοκιμήσει.
34
Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 4 και 6 του κανονισμού 1191/69 έχουν την έννοια ότι, όσον αφορά τις προγενέστερες της θέσεως σε ισχύ του εν λόγω κανονισμού υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας, η γένεση δικαιώματος σε αντισταθμιστική καταβολή για τα οικονομικά βάρη που συνεπάγεται η εκπλήρωση τέτοιου είδους υποχρεώσεων εξαρτάται, αφενός, από την υποβολή αιτήσεως από την ενδιαφερόμενη επιχείρηση για την κατάργηση των υποχρεώσεων αυτών και, αφετέρου, από απόφαση των αρμόδιων αρχών να διατηρήσουν ή να καταργήσουν τις εν λόγω υποχρεώσεις. Αντιθέτως, όσον αφορά τις μεταγενέστερες της ημερομηνίας αυτής υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας, η γένεση του δικαιώματος αυτού δεν εξαρτάται από τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις.
Επί των δικαστικών εξόδων
35
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφαίνεται:
Τα άρθρα 4 και 6 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1191/69 του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1969, περί των ενεργειών των κρατών μελών που αφορούν τις υποχρεώσεις που είναι συνυφασμένες με την έννοια της δημόσιας υπηρεσίας στον τομέα των σιδηροδρομικών, οδικών και εσωτερικών πλωτών μεταφορών, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1893/91 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 1991, έχουν την έννοια ότι, όσον αφορά τις προγενέστερες της θέσεως σε ισχύ του εν λόγω κανονισμού υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας, η γένεση δικαιώματος σε αντισταθμιστική καταβολή για τα οικονομικά βάρη που συνεπάγεται η εκπλήρωση τέτοιου είδους υποχρεώσεων εξαρτάται, αφενός, από την υποβολή αιτήσεως από την ενδιαφερόμενη επιχείρηση για την κατάργηση των υποχρεώσεων αυτών και, αφετέρου, από απόφαση των αρμόδιων αρχών να διατηρήσουν ή να καταργήσουν τις εν λόγω υποχρεώσεις. Αντιθέτως, όσον αφορά τις μεταγενέστερες της ημερομηνίας αυτής υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας, η γένεση του δικαιώματος αυτού δεν εξαρτάται από τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy