ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (έβδομο τμήμα)
της 12ης Δεκεμβρίου 2013 ( *1 )
«Προδικαστική παραπομπή — Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών — Κρατικές επιδοτήσεις συγχρηματοδοτούμενες από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο για φοιτητές εγγεγραμμένους σε πρόγραμμα εξειδικεύσεως μεταπτυχιακών σπουδών — Τοπική κανονιστική ρύθμιση σκοπούσα στη βελτίωση του τοπικού επιπέδου εκπαιδεύσεως, η οποία εξαρτά τη χορήγηση υποτροφιών από προϋποθέσεις που αφορούν τους φορείς που οργανώνουν τις μεταπτυχιακές σπουδές — Προϋπόθεση πείρας δέκα συναπτών ετών»
Στην υπόθεση C‑523/12,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Tribunale amministrativo regionale per la Puglia (Ιταλία) με απόφαση της 17ης Μαΐου 2012, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 19 Νοεμβρίου 2012, στο πλαίσιο της δίκης
Dirextra Alta Formazione srl
κατά
Regione Puglia,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έβδομο τμήμα),
συγκείμενο από τους Γ. Αρέστη, προεδρεύοντα του εβδόμου τμήματος, J‑C. Bonichot (εισηγητή) και A. Arabadjiev, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Wathelet
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
—
η Regione Puglia, εκπροσωπούμενη από τους S.O. Di Lecce, και V. Triggiani, avvocati,
—
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους E. Montaguti και Ε. Τσερέπα-Lacombe,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 56 ΣΛΕΕ, 101 ΣΛΕΕ και 107 ΣΛΕΕ, καθώς και των άρθρων 9 και 10 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που υπεγράφη στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ), του άρθρου 2 του πρόσθετου πρωτοκόλλου αυτής, καθώς και των άρθρων 11 και 14 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης).
2
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ των Dirextra Alta Formazione srl (στο εξής: Dirextra), οργανισμού παροχής εκπαιδευτικών υπηρεσιών μεταπτυχιακών σπουδών, και της Regione Puglia (Περιφέρειας της Απουλίας), σχετικά με τις αποφάσεις της τελευταίας περί εξαρτήσεως της χορηγήσεως πανεπιστημιακών υποτροφιών χρηματοδοτούμενων κυρίως από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο (ΕΚΤ) από ορισμένες προϋποθέσεις που αφορούσαν, ιδίως, την αρχαιότητα του εκπαιδευτικού οργανισμού στον οποίο σκοπεύουν να εγγραφούν οι φοιτητές που ζητούν τις εν λόγω υποτροφίες.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
3
Κατά την αιτιολογική σκέψη 22 του κανονισμού (EK) 1083/2006 του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2006, περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και το Ταμείο Συνοχής και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1260/1999 (ΕΕ L 210, σ. 25), οι δραστηριότητες των Ταμείων και οι δράσεις τις οποίες χρηματοδοτούν θα πρέπει να είναι συνεπείς με τις άλλες κοινοτικές πολιτικές και να συμμορφώνονται προς την κοινοτική νομοθεσία.
4
Κατά το άρθρο 9, παράγραφος 5, του κανονισμού 1083/2006:
«Οι πράξεις που χρηματοδοτούνται από τα Ταμεία συμμορφώνονται με τις διατάξεις της συνθήκης και τις νομικές πράξεις που απορρέουν από αυτήν.»
Η ρύθμιση της Regione Puglia
5
Τα μέτρα υποστηρίξεως των μεταπτυχιακών σπουδών, στο πλαίσιο των προβλέψεων του περιφερειακού επιχειρησιακού προγράμματος της Regione Puglia για το ΕΚΤ, καθορίστηκαν με τον περιφερειακό νόμο 12 περί χορηγήσεως υποτροφιών σπουδών για την ενίσχυση των πτυχιούχων φοιτητών της περιοχής αυτής στην απόκτηση νέων πανεπιστημιακών προσόντων (legge regionale no 12 — Misure in tema di borse di studio a sostegno della qualificazione delle laureate e dei laureati pugliesi), της 26ης Μαΐου 2009 (Bollettino Ufficiale della Regione Puglia no 78, της 29ης Μαΐου 2009, σ. 9856, στο εξής: περιφερειακός νόμος).
6
Το άρθρο 2 του περιφερειακού νόμου θεσπίζει διάφορες προϋποθέσεις τις οποίες πρέπει να πληρούν οι οργανισμοί που παρέχουν εκπαίδευση μεταπτυχιακού κύκλου, προκειμένου η παρακολούθηση των σχετικών μαθημάτων να μπορεί να χρηματοδοτηθεί με τις προτεινόμενες υποτροφίες.
7
Οι προϋποθέσεις αυτές διαφοροποιούνται ανάλογα με το αν αφορούν, αφενός, δημόσια ή ιδιωτικά πανεπιστήμια της Ιταλίας ή της αλλοδαπής αναγνωρισμένα από το εθνικό δίκαιο, αφετέρου, ιδιωτικούς ή δημόσιους οργανισμούς τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως που χορηγούν master με πιστοποίηση, και τέλος, άλλους οργανισμούς τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως που πληρούν ειδικές προϋποθέσεις αναγόμενες, ιδίως, στη διάρκεια της πείρας τους στη μεταπτυχιακή εκπαίδευση.
8
Όσον αφορά την τελευταία αυτή κατηγορία, το άρθρο 2, παράγραφος 3, του περιφερειακού νόμου προβλέπει τα εξής:
«Οι τίτλοι σπουδών master που θα επιλέξουν οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να χορηγούνται από ιδιωτικούς ή δημόσιους οργανισμούς τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως, οι οποίοι ασκούν συνεχώς, επί δέκα έτη πριν από τη δημοσίευση της δημόσιας προκηρύξεως για τη χορήγηση υποτροφιών σπουδών, αποδεδειγμένη δραστηριότητα μεταπτυχιακής καταρτίσεως. Ως «δραστηριότητα μεταπτυχιακής καταρτίσεως» νοούνται αποκλειστικά οι κύκλοι σπουδών οι οποίοι απευθύνονται μόνο σε ήδη πτυχιούχους και έχουν διάρκεια τουλάχιστον 800 ωρών. Η δραστηριότητα πρέπει να έχει ασκηθεί υπό την ιδιότητα του βασικού φορέα υλοποιήσεως και όχι υπό την ιδιότητα του απλού εταίρου. Ακόμα και στην περίπτωση αυτή, οι κύκλοι σπουδών master που επιλέγουν οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να έχουν συνολική διάρκεια όχι μικρότερη από 800 ώρες, εκ των οποίων τουλάχιστον 500 ώρες διδασκαλίας και πρακτική άσκηση ίση τουλάχιστον με το 30 % της συνολικής διάρκειας που προβλέπεται για τη χορήγηση του master.»
9
Με απόφαση της 2ας Δεκεμβρίου 2009 ο προϊστάμενος της υπηρεσίας επαγγελματικής καταρτίσεως της Regione Puglia ενέκρινε τη δημόσια προκήρυξη για την κίνηση της διαδικασίας χορηγήσεως των υποτροφιών σπουδών που προβλέπονται από τον περιφερειακό νόμο.
10
Με την ανακοίνωση αυτή ορίστηκε, ειδικότερα, ότι οι υποτροφίες μπορούσαν να χορηγηθούν για την παρακολούθηση master μεταπτυχιακού κύκλου σπουδών που παρέχονται από ιδιωτικούς ή δημόσιους οργανισμούς τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως οι οποίοι ασκούσαν αποδεδειγμένη δραστηριότητα μεταπτυχιακής καταρτίσεως αδιαλείπτως κατά την περίοδο μεταξύ 3 Δεκεμβρίου 1999 και 3 Δεκεμβρίου 2009 (στο εξής: προϋπόθεση δεκαετούς πείρας).
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
11
Η Dirextra είναι ιδιωτικός οργανισμός τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως που αποδεικνύει δραστηριότητα μεταπτυχιακής καταρτίσεως μεγαλύτερη των 8000 ωρών, η οποία όμως πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια των πέντε μόνον ετών που προηγήθηκαν της δημόσιας προκηρύξεως της διαδικασίας χορηγήσεως των υποτροφιών και όχι κατά τη διάρκεια των δέκα προηγούμενων ετών, όπως απαιτείται από τον περιφερειακό νόμο.
12
Η Dirextra αμφισβήτησε τη νομιμότητα της προϋποθέσεως δεκαετούς πείρας με την προσφυγή που άσκησε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, για την ακύρωση της αποφάσεως της 2ας Δεκεμβρίου 2009 και της δημόσιας προκηρύξεως κινήσεως της διαδικασίας.
13
Η προσφεύγουσα ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου εταιρία υποστήριξε, συγκεκριμένα, ότι η προϋπόθεση αυτή παραβίαζε το δίκαιο της Ένωσης, ιδίως τις αρχές του ελεύθερου ανταγωνισμού, της αναλογικότητας, της απαγορεύσεως των διακρίσεων και αντέβαινε στα άρθρα 56 επ. ΣΛΕΕ, 101 επ. ΣΛΕΕ, καθώς και στις διατάξεις της οδηγίας 2004/17/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών (ΕΕ L 134, σ. 1), της οδηγίας 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (ΕΕ L 134, σ. 114), και της οδηγίας 2006/123/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά (ΕΕ L 376, σ. 36).
14
Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι οι ανωτέρω οδηγίες δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην υπό κρίση υπόθεση, φρονεί όμως, κατ’ ουσίαν, ότι οι περιορισμοί στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών που απορρέουν από την προϋπόθεση δεκαετούς πείρας συνιστούν άνιση μεταχείριση ασύμβατη με τους σκοπούς των δράσεων του ΕΚΤ που επιδιώκουν τη βελτίωση της συνολικής ποιότητας του συστήματος καταρτίσεως. Η επιβολή της προϋποθέσεως αυτής για την επιλογή των αντίστοιχων οργανισμών είναι, κατά το αιτούν δικαστήριο, δυσανάλογη, απρόσφορη σε σχέση με τη συγκεκριμένη διάρκεια των μαθημάτων που μπορούν να χρηματοδοτηθούν, δηλαδή τουλάχιστον 800 ώρες ετησίως, αλλά και υπέρμετρη, λαμβανομένης υπόψη της οικονομίας της συγκεκριμένης δράσεως της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
15
Η επιλογή αυτή θα μπορούσε να γίνεται υπό όρους λιγότερο περιοριστικούς του ανταγωνισμού, ανάλογους με τη διάρκεια των προσφερόμενων από τους οργανισμούς κύκλων μεταπτυχιακών σπουδών αλλά, πάντως, διασφαλίζοντες υψηλό βαθμό επαγγελματισμού χωρίς να προκαλείται νόθευση του ανταγωνισμού και χωρίς να επηρεάζεται η ποιότητα της εκπαιδεύσεως, με σεβασμό της ελευθερίας της διδασκαλίας και του πλουραλισμού των ιδεών, όπως προστατεύονται με τα άρθρα 9 και 10 της ΕΣΔΑ, καθώς και με τα άρθρα 11 και 14 του Χάρτη.
16
Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Tribunale amministrativo regionale per la Puglia αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Συνάδει με τα άρθρα 56 [ΣΛΕΕ] επ., 101 [ΣΛΕΕ] επ. […], καθώς και με τα άρθρα 107 επ. [ΣΛΕΕ] και με τις αρχές του ανταγωνισμού, της αναλογικότητας, της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων και της ίσης μεταχειρίσεως που προκύπτουν από τους προαναφερθέντες κανόνες, σε συνδυασμό με τα άρθρα 9 και 10 της [ΕΣΔΑ], το άρθρο 2 του σχετικού πρόσθετου πρωτοκόλλου και τα άρθρα 11 και 14 του [Χάρτη] διάταξη ανάλογη με αυτή του άρθρου 2, παράγραφος 3, του [περιφερειακού νόμου] 12/2009 η οποία ρυθμίζει περιοριστικώς την πρόσβαση στην αγορά για την παροχή ορισμένων ειδικών υπηρεσιών με σκοπό τη βελτίωση του τοπικού επιπέδου εκπαιδεύσεως (χορήγηση μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών master), θέτοντας ως προϋπόθεση την πλήρωση μιας μόνο απαιτήσεως, η οποία επελέγη και διατυπώνεται αυθαιρέτως (αριθμός ωρών που κατανέμεται σε αδικαιολόγητα μεγάλο χρονικό διάστημα) σε σχέση με τη ratio του κοινοτικού μέτρου (βελτίωση της ποιότητας της καταρτίσεως και, κατά συνέπεια, επιλογή των επιχειρήσεων που διαθέτουν τα κατάλληλα προσόντα) και δεν συναρτάται με τη συγκεκριμένη διάρκεια της υπηρεσίας;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
17
Υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφαίνεται, στο πλαίσιο της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, επί του συμβατού διατάξεων του εθνικού δικαίου με τους κανόνες του δικαίου της Ένωσης. Εντούτοις, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να παράσχει στο αιτούν δικαστήριο όλα τα ερμηνευτικά στοιχεία που άπτονται του δικαίου της Ένωσης, ώστε να έχει τη δυνατότητα να εκτιμήσει τη συμβατότητα αυτή προκειμένου να αποφανθεί επί της ενώπιόν του υποθέσεως (βλ., συναφώς, απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2009, C-42/07, Liga Portuguesa de Futebol Profissional και Bwin International, Συλλογή 2009, σ. I-7633, σκέψη 37).
18
Το αιτούν δικαστήριο, στο μέτρο που διερωτάται αν είναι υπέρμετρη, υπό το πρίσμα το δικαίου της Ένωσης, η επιβολή μιας προϋποθέσεως η οποία έχει ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό ορισμένων οργανισμών τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως από τη δυνατότητα παροχής των υπηρεσιών τους σε φοιτητές που ζητούν τοπική υποτροφία χρηματοδοτούμενη, ιδίως, από το ΕΚΤ, ζητεί κατ’ ουσίαν από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του ζητήματος αν η προϋπόθεση αυτή είναι αντίθετη προς τις επιταγές της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών που κατοχυρώνεται στο άρθρο 56 ΣΛΕΕ. Κατά συνέπεια, η επιχειρηματολογία η οποία προβάλλεται σχετικά με τις αρχές της αναλογικότητας και της απαγορεύσεως των διακρίσεων πρέπει να θεωρηθεί ως συμπίπτουσα με αυτή που αφορά τις ανωτέρω επιταγές και δεν συντρέχει, επομένως, λόγος να δοθεί χωριστή απάντηση σε αυτή.
19
Εξάλλου, στο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου γίνεται αναφορά στα άρθρα 101 επ. ΣΛΕΕ για τον ανταγωνισμό και στα άρθρα 107 επ. ΣΛΕΕ για τις κρατικές ενισχύσεις, καθώς και στα άρθρα 11 και 14 του Χάρτη, η οποία όμως δεν αιτιολογείται επαρκώς στην απόφαση περί παραπομπής, ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να κρίνει εάν τα άρθρα αυτά είναι κρίσιμα ούτε, ακολούθως, να αποφανθεί επί του ερωτήματος του αιτούντος δικαστηρίου υπό το πρίσμα των εν λόγω διατάξεων.
20
Τέλος, υπενθυμίζεται ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ τις ΕΣΔΑ και των εννόμων τάξεων των κρατών μελών ούτε καθορίζει τις συνέπειες που πρέπει να συνάγουν τα εθνικά δικαστήρια σε περίπτωση συγκρούσεως ενός κανόνα του εθνικού δικαίου προς τα δικαιώματα που κατοχυρώνει η εν λόγω Σύμβαση (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 24ης Απριλίου 2012, C-571/10, Kamberaj, σκέψη 62, και της 26ης Φεβρουαρίου 2013, C-617/10, Åkerberg Fransson, σκέψη 44). Συνεπώς, δεν συντρέχει λόγος το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του προδικαστικού ερωτήματος, στον μέτρο που αυτό αφορά την ΕΣΔΑ και το συναφές πρόσθετο πρωτόκολλο.
Επί της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών
21
Αποτελεί πάγια νομολογία ότι η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών που κατοχυρώνεται στο άρθρο 56 ΕΚ επιτάσσει όχι μόνον την εξάλειψη κάθε δυσμενούς διακρίσεως λόγω της ιθαγένειάς του εις βάρος του εγκατεστημένου σε άλλο κράτος μέλος παρέχοντος υπηρεσίες, αλλά και την κατάργηση κάθε περιορισμού, έστω και αν αυτός τυγχάνει αδιακρίτως εφαρμογής τόσο επί των ημεδαπών παρεχόντων υπηρεσίες όσο και εκείνων των άλλων κρατών μελών, οσάκις μπορεί να παρεμποδίσει, να παρενοχλήσει ή να καταστήσει λιγότερο ελκυστικές τις δραστηριότητες του παρέχοντος υπηρεσίες ο οποίος είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος όπου νομίμως παρέχει ανάλογες υπηρεσίες (βλ., συναφώς, απόφαση της 18ης Ιουλίου 2013, C-265/12, Citroën Belux, σκέψη 35 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
22
Δεν μπορεί να αποκλειστεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η πιθανότητα εκπαιδευτικοί οργανισμοί που δεν είναι εγκατεστημένοι στην Ιταλική Δημοκρατία αλλά σε άλλα κράτη μέλη να στερούνται της δυνατότητας να παράσχουν τις υπηρεσίες τους σε φοιτητές που μπορούν να επωφεληθούν τοπικής υποτροφίας, για μόνο τον λόγο ότι δεν πληρούν την προϋπόθεση της δεκαετούς πείρας που επιβάλλει ο περιφερειακός νόμος.
23
Εξάλλου, διάταξη όπως η επίμαχη της κύριας δίκης, εξαρτώντας τη χορήγηση υποτροφίας σπουδών από την προϋπόθεση ότι ο εκπαιδευτικός οργανισμός στον οποίο σκοπεύει να εγγραφεί ο φοιτητής αποδεικνύει δραστηριότητα δέκα συναπτών ετών, ενδέχεται να αποτρέψει τον φοιτητή να εγγραφεί σε οργανισμούς που δεν πληρούν την προϋπόθεση αυτή και να καταστήσει, κατά συνέπεια, τις δραστηριότητες των τελευταίων λιγότερο ελκυστικές.
24
Τέτοιος περιορισμός της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών δύναται να γίνει δεκτός μόνον αν επιδιώκει θεμιτό σκοπό συμβατό με τη Συνθήκη και δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος, αρκεί, σε μια τέτοια περίπτωση, να είναι κατάλληλος για τη διασφάλιση της επιτεύξεως του επιδιωκόμενου σκοπού και να μη βαίνει πέραν του αναγκαίου προς τούτο ορίου (βλ., ιδίως, προαναφερθείσα απόφαση Citroën Belux, σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
25
Εν προκειμένω, από την ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία προκύπτει ότι ο διωκόμενος από τον επίμαχο περιφερειακό νόμο σκοπός είναι, προκειμένου να διευκολυνθεί η πρόσβαση στην αγορά εργασίας νέων πτυχιούχων οι οποίοι δεν έχουν εργαστεί στο παρελθόν ή απώλεσαν την εργασία τους, να διασφαλίσει το υψηλό επίπεδο της εκπαιδεύσεως μεταπτυχιακών σπουδών στην οποία διευκολύνεται η πρόσβασή τους με τη χορήγηση υποτροφίας. Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η επιβολή, κατά τα ανωτέρω, στη χρηματοδότηση μεταπτυχιακών σπουδών μιας προϋποθέσεως που σκοπεί στη διασφάλιση της ποιότητας των σπουδών αυτών ανταποκρίνεται σε επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος. Ο σκοπός της διασφαλίσεως υψηλού επιπέδου πανεπιστημιακής εκπαιδεύσεως είναι θεμιτός προκειμένου να δικαιολογηθούν περιορισμοί στις θεμελιώδεις ελευθερίες (βλ., συναφώς, απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2003, C-153/02, Neri, Συλλογή 2003, σ. I-13555, σκέψη 46).
26
Η απαίτηση ενός ελάχιστου επιπέδου πείρας των εκπαιδευτικών οργανισμών αποτελεί μέτρο κατάλληλο για την επίτευξη του κατά τα ανωτέρω διωκόμενου σκοπού.
27
Εξάλλου, από τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο, δεν προκύπτει ότι, καθορίζοντας σε δέκα συναπτά έτη τη διάρκεια της πείρας που απαιτείται για να περιληφθούν οι οργανισμοί σε αυτούς στους οποίους μπορούν να εγγραφούν οι φοιτητές, η προϋπόθεση αυτή βαίνει πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού.
28
Πράγματι, δεν αμφισβητείται ότι ο επίμαχος περιφερειακός νόμος, κατά το άρθρο 2 αυτού, παρέχει τη δυνατότητα στους φοιτητές να εγγραφούν όχι μόνο σε δημόσια ή ιδιωτικά πανεπιστήμια της Ιταλίας ή της αλλοδαπής αναγνωρισμένα από το εθνικό δίκαιο, αλλά και σε δημόσιους ή ιδιωτικούς οργανισμούς τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως που χορηγούν master με πιστοποίηση, καθώς επίσης και σε άλλους οργανισμούς των οποίων τα master δεν είναι πιστοποιημένα. Για αυτή την τελευταία, όμως, κατηγορία, η οποία είναι η μόνη στην οποία ισχύει η προϋπόθεση δεκαετούς πείρας, δεν κρίνεται δυσανάλογη η απαίτηση να αποδεικνύουν αρκούντως μακρά πείρα, η οποία επιτρέπει, ελλείψει οποιουδήποτε ελέγχου από δημόσια αρχή και οποιασδήποτε πιστοποιήσεως, να θεωρηθεί η εκπαίδευση που παρέχεται από αυτά της ίδιας ποιότητας με την παρεχόμενη από πανεπιστημιακά ιδρύματα αναγνωρισμένα από το εθνικό δίκαιο και από οργανισμούς των οποίων τα master διαθέτουν πιστοποίηση.
29
Δεν προκύπτει, συναφώς, ότι η απαιτούμενη διάρκεια των δέκα ετών είναι υπερβολική, λαμβανομένου υπόψη του χρόνου που απαιτείται για την αναγνώριση των πανεπιστημίων από το εθνικό δίκαιο και για την αναγνώριση των master που χορηγούν οι άλλοι οργανισμοί εκπαιδεύσεως μεταπτυχιακού κύκλου σπουδών.
30
Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, στο ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 56 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική διάταξη όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία απαιτεί οι οργανισμοί τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως στους οποίους σκοπεύουν να εγγραφούν οι φοιτητές που ζητούν τοπική υποτροφία, χρηματοδοτούμενη ιδίως από το ΕΚΤ, να αποδεικνύουν δεκαετή πείρα, όταν οι οργανισμοί αυτοί δεν είναι αναγνωρισμένα από το εθνικό δίκαιο πανεπιστήμια ούτε οργανισμοί που απονέμουν master με πιστοποίηση.
Επί των δικαστικών εξόδων
31
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έβδομο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 56 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική διάταξη όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία απαιτεί οι οργανισμοί τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως στους οποίους σκοπεύουν να εγγραφούν οι φοιτητές που ζητούν τοπική υποτροφία, χρηματοδοτούμενη ιδίως από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, να αποδεικνύουν δεκαετή πείρα, όταν οι οργανισμοί αυτοί δεν είναι αναγνωρισμένα από το εθνικό δίκαιο πανεπιστήμια ούτε οργανισμοί που απονέμουν master με πιστοποίηση.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy