ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 11ης Σεπτεμβρίου 2014 ( *1 )
«Παράβαση κράτους μέλους — Κρατικές ενισχύσεις ασύμβατες με την εσωτερική αγορά — Υποχρέωση ανακτήσεως — Άρθρο 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ — Κανονισμός (ΕΚ) 659/1999 — Άρθρο 14, παράγραφος 3 — Απόφαση της Επιτροπής — Μέτρα που πρέπει να ληφθούν από τα κράτη μέλη»
Στην υπόθεση C‑527/12,
με αντικείμενο προσφυγή λόγω παραβάσεως δυνάμει του άρθρου 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, η οποία ασκήθηκε στις 20 Νοεμβρίου 2012,
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους T. Maxian Rusche και F. Erlbacher, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενης από τους T. Henze και K. Petersen,
καθής,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους T. von Danwitz, πρόεδρο τμήματος, E. Juhász (εισηγητή), A. Rosas, D. Šváby και C. Vajda, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: N. Wahl
γραμματέας: A. Impellizzeri, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 4ης Δεκεμβρίου 2013,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 13ης Φεβρουαρίου 2014,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με την προσφυγή της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει των άρθρων 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ και 288 ΣΛΕΕ, της αρχής της αποτελεσματικότητας, του άρθρου 14, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου [108 ΣΛΕΕ] (ΕΕ L 83, σ. 1), καθώς και δυνάμει των άρθρων 1 έως 3 της αποφάσεως 2011/471/ΕΕ της Επιτροπής, της 14ης Δεκεμβρίου 2010, σχετικά με την κρατική ενίσχυση C 38/05 (πρώην NN 52/04) που χορηγήθηκε από τη Γερμανία υπέρ του ομίλου Biria (ΕΕ 2011, L 195, σ. 55), καθόσον δεν έλαβε όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε να διασφαλίσει την άμεση και πραγματική εκτέλεση της αποφάσεως αυτής διά της ανακτήσεως της χορηγηθείσας ενισχύσεως.
Το δίκαιο της Ένωσης
2
Η αιτιολογική σκέψη 13 του κανονισμού 659/1999 ορίζει τα εξής:
«[Εκτιμώντας:] ότι, στις περιπτώσεις παράνομων ενισχύσεων που δεν είναι συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά, θα πρέπει να αποκαθίσταται αποτελεσματικός ανταγωνισμός· ότι, για το σκοπό αυτό, είναι αναγκαίο να ανακτάται αμελλητί η ενίσχυση, περιλαμβανομένων και των τόκων· ότι είναι σκόπιμο η ανάκτηση να πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διαδικασίες της εθνικής νομοθεσίας· ότι η εφαρμογή των διαδικασιών αυτών δεν θα πρέπει να εμποδίζει την αποκατάσταση αποτελεσματικού ανταγωνισμού, εμποδίζοντας την άμεση και αποτελεσματική εκτέλεση της απόφασης της Επιτροπής· ότι, για την επίτευξη αυτού του αποτελέσματος, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα που να διασφαλίζουν την αποτελεσματικότητα της απόφασης της Επιτροπής».
3
Το άρθρο 14 του κανονισμού αυτού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ανάκτηση της ενίσχυσης», ορίζει:
«1. Σε περίπτωση αρνητικής απόφασης για υπόθεση παράνομων ενισχύσεων, η Επιτροπή αποφασίζει την εκ μέρους του οικείου κράτους μέλους λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων για την ανάκτηση της ενίσχυσης από τον δικαιούχο (εφεξής αποκαλούμενη “απόφαση ανάκτησης”). Η Επιτροπή δεν απαιτεί ανάκτηση της ενίσχυσης εάν αυτό αντίκειται σε κάποια γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου.
2. Το ποσό που πρέπει να ανακτηθεί δυνάμει απόφασης ανάκτησης περιλαμβάνει και τους σχετικούς τόκους, υπολογιζόμενους με το δέον επιτόκιο που ορίζει η Επιτροπή. Οι τόκοι πρέπει να καταβληθούν από την ημερομηνία κατά την οποία η παράνομη ενίσχυση ετέθη στη διάθεση του δικαιούχου μέχρι την ημερομηνία της ανάκτησής της.
3. Με την επιφύλαξη απόφασης του Δικαστηρίου [της Ευρωπαϊκής Ένωσης] κατ’ εφαρμογή του άρθρου [278 ΣΛΕΕ], η ανάκτηση πραγματοποιείται αμελλητί και σύμφωνα με τις διαδικασίες της εθνικής νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους, εφόσον αυτές επιτρέπουν την άμεση και πραγματική εκτέλεση της απόφασης της Επιτροπής. Για τον σκοπό αυτό και σε περίπτωση κινήσεως διαδικασίας ενώπιον εθνικών δικαστηρίων, τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα που διαθέτουν στα αντίστοιχα νομικά τους συστήματα, συμπεριλαμβανομένων των προσωρινών μέτρων, με την επιφύλαξη της κοινοτικής νομοθεσίας.»
4
Κατά το τιτλοφορούμενο «Μη συμμόρφωση με απόφαση» άρθρο 23, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού:
«Εφόσον το οικείο κράτος μέλος δεν συμμορφώνεται με μια υπό όρους ή αρνητική απόφαση, και ιδίως στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 14, η Επιτροπή μπορεί να προσφεύγει απευθείας στο Δικαστήριο […], σύμφωνα με το άρθρο [108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ].»
Ιστορικό της διαφοράς
5
Η MB System GmbH & Co. KG (στο εξής: MB System) ανήκει στον όμιλο Biria. Η MB System κατασκεύαζε ποδήλατα μέχρι το τέλος του 2005, οπότε έπαυσε την παραγωγή ποδηλάτων και μεταβίβασε τα υλικά περιουσιακά στοιχεία που χρησιμοποίησε για αυτόν τον σκοπό. Έκτοτε, ο εταιρικός σκοπός της MB System συνίσταται στη διαχείριση ακινήτων.
6
Η Technologie‑Beteiligungsgesellschaft mbH (στο εξής: TBG) είναι θυγατρική εταιρία, ανήκουσα κατά ποσοστό 100 % στον Kreditanstalt für Wiederaufbau, δημόσιο οργανισμό ελεγχόμενο από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Χρηματοδοτεί μικρομεσαίες επιχειρήσεις στον τομέα της τεχνολογίας μέσω επενδύσεων σε μετοχές. Κατόπιν διαφόρων αναδιαρθρώσεων, το 2003 η TBG απέκτησε όλα τα στοιχεία του ενεργητικού της gbb‑Beteiligungs AG, η οποία το 2001 είχε χρηματοδοτήσει την Bike Systems GmbH & Co. Thüringer Zweiradwerk KG, προκάτοχο της MB System, υπό τη μορφή αφανούς συμμετοχής στο κεφάλαιο της εταιρίας αυτής. Η εν λόγω συμμετοχή δεν κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή ως κρατική ενίσχυση. Οι διάδικοι συμφωνούν ως προς το ότι επρόκειτο περί κρατικής ενισχύσεως, καθότι το συμφωνηθέν επιτόκιο ήταν χαμηλότερο εκείνου της αγοράς.
7
Η προμνησθείσα συμμετοχή πραγματοποιήθηκε μέσω συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου.
8
Στις 20 Οκτωβρίου 2005, κατόπιν πολλών καταγγελιών εκ μέρους ανταγωνιστών, η Επιτροπή κίνησε επίσημη διαδικασία έρευνας σύμφωνα με το άρθρο 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.
9
Με την απόφαση 2007/492/EΚ, της 24ης Ιανουαρίου 2007, σχετικά με την κρατική ενίσχυση C 38/2005 (ex NN 52/2004) που χορήγησε η Γερμανία στον όμιλο Biria (ΕΕ L 183, σ. 27), η Επιτροπή έκρινε ότι η συγκεκριμένη κρατική ενίσχυση συνιστούσε ενίσχυση ασύμβατη με την εσωτερική αγορά και διέταξε την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να λάβει κάθε αναγκαίο μέτρο προκειμένου να προβεί στην ανάκτησή της (στο εξής: πρώτη απόφαση). Η απόφαση αυτή ακυρώθηκε στις 3 Μαρτίου 2010 με την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης Freistaat Sachsen κατά Επιτροπής, T‑102/07 και T‑120/07 (EU:T:2010:62).
10
Κατόπιν της αποφάσεως αυτής της Επιτροπής, η TBG απηύθυνε στην MB System, στις 16 Φεβρουαρίου 2007, αίτηση επιστροφής του ποσού της κρατικής ενισχύσεως, το οποίο αντιστοιχούσε στο πλεόνασμα που προέκυπτε από την εφαρμογή χαμηλότερου επιτοκίου εκείνου της αγοράς. Η MB System αρνήθηκε να πληρώσει.
11
Το τελικό προς ανάκτηση ποσό είχε συμφωνηθεί από κοινού από τα μέρη τον Οκτώβριο του 2007 και ανερχόταν σε 697456 ευρώ.
12
Στις 10 Απριλίου 2008, κατόπιν της αρνήσεως της MB System να συμμορφωθεί προς νέα αίτηση επιστροφής, η TBG άσκησε αγωγή ενώπιον του Landgericht Mühlhausen (Περιφερειακό Δικαστήριο του Mühlhausen) ζητώντας να της καταβληθεί το προαναφερθέν ποσό. Η αγωγή αυτή στηριζόταν στην πρώτη απόφαση, καθώς και σε παράβαση του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ και του άρθρου 134 του γερμανικού αστικού κώδικα (Bürgerliches Gesetzbuch) λόγω της μη κοινοποιήσεως της επίμαχης ενισχύσεως.
13
Κατά πάγια νομολογία των γερμανικών δικαστηρίων, η σύμβαση για χορήγηση κρατικής ενισχύσεως, η οποία καταρτίζεται κατά παράβαση του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, είναι άκυρη κατά το γερμανικό δίκαιο δυνάμει του άρθρου 134 του αστικού κώδικα. Για τον λόγο αυτό, η ακύρωση της πρώτης αποφάσεως δεν είχε ως συνέπεια να καταστήσει άνευ αντικειμένου την εκκρεμούσα ενώπιον του Landgericht Mühlhausen αγωγή.
14
Η επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Landgericht Mühlhausen διεξήχθη στις 26 Νοεμβρίου 2008 απουσία του πληρεξουσίου της MB System. Για τον λόγο αυτό, το ανωτέρω δικαστήριο εξέδωσε ερήμην απόφαση, προσωρινώς εκτελεστή (στο εξής: ερήμην απόφαση), η οποία επέτρεπε στην TBG να προβεί σε αναγκαστική ανάκτηση της απαιτήσεώς της από την περιουσία της MB System. Στις 19 Δεκεμβρίου 2008, η MB System άσκησε ανακοπή κατά της εν λόγω αποφάσεως.
15
Με διάταξη της 9ης Ιανουαρίου 2009, το ανωτέρω δικαστήριο ανέστειλε την αναγκαστική εκτέλεση της ερήμην αποφάσεως υπό τον όρο εγγυοδοσίας εκ μέρους της MB System ύψους 840000 ευρώ, υπό τη μορφή είτε καταθέσεως στο Landgericht Mühlhausen είτε εγγυήσεως.
16
Δεδομένης της κατά τον χρόνο εκείνο εκκρεμούσας διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, στις 17 Μαρτίου 2009 το Landgericht Mühlhausen διέταξε την αναστολή της ενώπιόν του εκκρεμούς δίκης.
17
Στις 7 Απριλίου 2009, η TBG άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής περί αναστολής ενώπιον του Thüringer Oberlandesgericht (Ανώτερό Περιφερειακό Δικαστήριο της Θουριγγίας). Η έφεση αυτή απορρίφθηκε στις 25 Ιανουαρίου 2010. Στις 25 Φεβρουαρίου 2010, η TBG άσκησε αναίρεση ενώπιον του Bundesgerichtshof (Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο). Με διάταξη της 16ης Σεπτεμβρίου 2010, το εν λόγω δικαστήριο έκρινε ότι η από 17 Μαρτίου 2009 διάταξη του Landgericht Mühlhausen, η οποία διέτασσε την αναστολή της δίκης, καθώς και εκείνη του Thüringer Oberlandesgericht της 25ης Ιανουαρίου 2010, η οποία επικύρωνε την τελευταία, είχαν καταστεί άνευ αντικειμένου κατόπιν της ακυρώσεως της πρώτης αποφάσεως από το Γενικό Δικαστήριο.
18
Κατόπιν της ακυρώσεως της πρώτης αποφάσεως από το Γενικό Δικαστήριο, η Επιτροπή εξέδωσε την επίμαχη εν προκειμένω απόφαση 2011/471 (στο εξής: επίμαχη απόφαση), η οποία ορίζει τα εξής:
«Άρθρο 1
Η κρατική ενίσχυση της Γερμανίας υπέρ των εταιριών Bike Systems GmbH & Co. Thüringer Zweiradwerk KG (νυν MB System [(στο εξής: η επίδικη ενίσχυση)] δεν είναι συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά. Η ενίσχυση περιλάμβανε τα ακόλουθα μέτρα:
α)
μέτρο 1: Αφανής συνεισφορά στην εταιρία Bike Systems GmbH & Co. Thüringer Zweiradwerk KG (νυν MB System) ύψους 2070732 [ευρώ]
[...]
Άρθρο 2
1. Η Γερμανία ανακτά από τον αποδέκτη την ενίσχυση που αναφέρεται στο άρθρο 1.
2. Η ανάκτηση της ενίσχυσης πραγματοποιείται αμέσως, σύμφωνα με τις διαδικασίες της εθνικής νομοθεσίας, εφόσον αυτές επιτρέπουν την άμεση και πραγματική εκτέλεση της απόφασης.
[...]
Άρθρο 3
1. Η ανάκτηση των ενισχύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 είναι άμεση και πραγματική.
2. Η Γερμανία διασφαλίζει την εκτέλεση της παρούσας απόφασης εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησής της στις γερμανικές αρχές.
[...]
Άρθρο 5
Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.»
19
Η προσφυγή που άσκησε η MB System κατά της επίμαχης αποφάσεως απορρίφθηκε στις 3 Ιουλίου 2013 με την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου MB System κατά Επιτροπής, T‑209/11 (EU:T:2013:338).
20
Στις 21 Μαρτίου 2011, η TBG προσέφυγε στο Amtsgericht Nordhausen (τοπικό δικαστήριο του Nordhausen) με αίτημα την εγγραφή υποθηκών κατόπιν δικαστικής αποφάσεως προς αναγκαστική εκτέλεση της ερήμην αποφάσεως. Την 1η Ιουνίου 2011, ενεγράφησαν οι ζητηθείσες υποθήκες. Στις 21 Ιουλίου 2011, επιληφθέν αιτήσεως της TBG για διενέργεια πλειστηριασμού των ακίνητων της MB System, το Amtsgericht Nordhausen διέταξε τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης σχετικά με την αγοραία αξία τους.
21
Στο πλαίσιο της διαδικασίας εκτελέσεως της επίμαχης αποφάσεως, το Landgericht Mühlhausen ανέστειλε εκ νέου τη διαδικασία με διάταξη της 30ής Μαρτίου 2011, κατόπιν αιτήσεως της MB System. Στις 14 Απριλίου 2011, η TBG άσκησε εκ νέου έφεση ενώπιον του Thüringer Oberlandesgericht, το οποίο την απέρριψε με διάταξη της 28ης Δεκεμβρίου 2011. Στις 26 Ιανουαρίου 2012, η TBG άσκησε αναίρεση ενώπιον του Bundesgerichtshof, το οποίο αναίρεσε τις αποφάσεις των κατωτέρων δικαστηρίων στις 13 Σεπτεμβρίου 2012. Συνεπώς, η εκκρεμούσα ενώπιον του Landgericht Mühlhausen διαδικασία συνεχίστηκε από τις 27 Μαρτίου 2013.
22
Στις 25 Ιουλίου 2012, το Amtsgericht Nordhausen, βάσει πραγματογνωμοσύνης της 22ας Μαΐου 2012, έκρινε ότι η αγοραία αξία των ακινήτων της MB System ανήρχετο στο ποσό των 1893700 ευρώ. Η ημερομηνία για τη διενέργεια του πλειστηριασμού των ακινήτων αυτών ορίστηκε στις 10 Απριλίου 2013. Κατά τον χρόνο της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως ενώπιον του Δικαστηρίου, στις 4 Δεκεμβρίου 2013, ο πλειστηριασμός αυτός δεν είχε τελεσφορήσει, με αποτέλεσμα να μην έχει καταστεί δυνατή η ανάκτηση της επίδικης ενισχύσεως.
23
Εκτιμώντας ότι, σχεδόν δύο έτη μετά την έκδοσή της, η επίμαχη απόφαση δεν είχε ακόμα εκτελεστεί, η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν αμφισβητεί το βάσιμο της αποφάσεως αυτής και την υποχρέωσή της να ανακτήσει την επίδικη ενίσχυση από την MB System. Οι διάδικοι συμφωνούν ως προς το ότι το συνολικό προς ανάκτηση ποσό ανήρχετο σε 816630 ευρώ κατά τον χρόνο καταθέσεως του δικογράφου της προσφυγής της Επιτροπής.
Επί της προσφυγής
Τα επιχειρήματα των διαδίκων
24
Η Επιτροπή εκτιμά ότι η καθής δεν έλαβε όλα τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεση της επίμαχης αποφάσεως μέσω της ανακτήσεως της επίδικης ενισχύσεως.
25
Καταρχάς, η Επιτροπή επισημαίνει ότι, κατά το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 659/1999, το οικείο κράτος μέλος είναι καταρχήν ελεύθερο να επιλέξει τον τρόπο με τον οποίο θα εξασφαλίσει, κατ’ εφαρμογή του εθνικού δικονομικού του δικαίου, την εκτέλεση της αποφάσεως της Επιτροπής, διατάσσοντας την ανάκτηση μιας ασύμβατης με την εσωτερική αγορά ενισχύσεως, υπό την επιφύλαξη ωστόσο της αρχής της αποτελεσματικότητας. Εντούτοις, κατά την Επιτροπή, το μέσο που εν προκειμένω επελέγη από την καθής για την ανάκτηση της ενισχύσεως, δηλαδή η αγωγή περί επιστροφής που ασκήθηκε ενώπιον των γερμανικών πολιτικών δικαστηρίων, δεν ήταν ικανό να εξασφαλίσει την άμεση και πραγματική εκτέλεση της επίμαχης αποφάσεως. Συγκεκριμένα, εξαιτίας της συνήθους μακράς διάρκειας των δικαστικών διαδικασιών, ήταν αδύνατον να ανακτήσει πράγματι η καθής την επίδικη ενίσχυση εντός της τετράμηνης προθεσμίας που ετάχθη με την επίμαχη απόφαση.
26
Επομένως, η Επιτροπή εκτιμά ότι, δεδομένου ότι η άμεση και πραγματική εκτέλεση της επίμαχης αποφάσεως δεν εξασφαλιζόταν με την προσφυγή στις διαδικασίες του γερμανικού αστικού δικαίου, το δίκαιο της Ένωσης έπρεπε, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 14, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 659/1999, να υπερισχύσει του εθνικού δικονομικού δικαίου και η ίδια η καθής έπρεπε να καταρτίσει έναν εκτελεστό τίτλο εκδίδοντας διοικητική πράξη η οποία θα διέτασσε την ανάκτηση της επίδικης ενισχύσεως, βασιζόμενη άμεσα στο δίκαιο της Ένωσης. Πράγματι, το εν λόγω δίκαιο παρέχει νομικές βάσεις οι οποίες εξουσιοδοτούν την καθής να εκδώσει τέτοια διοικητική πράξη. Η επίμαχη απόφαση αποτελεί συναφώς τέτοια βάση, παρά το γεγονός ότι δεν υποχρεώνει άμεσα την MB System να ανακτήσει την επίδικη ενίσχυση. Τέτοιες βάσεις συνιστούν, επίσης, το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 659/1999 και το άρθρο 108, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.
27
Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή υποστηρίζει εν γένει ότι, στην περίπτωση αποφάσεως διατάσσουσας την ανάκτηση μιας παράνομης και ασύμβατης με την εσωτερική αγορά ενισχύσεως, το οικείο κράτος μέλος υπέχει υποχρέωση ως προς το αποτέλεσμα, συνεπεία της οποίας οφείλει να ανακτήσει με αποτελεσματικό τρόπο την ενίσχυση αυτή εντός της προθεσμίας που τάσσει η Επιτροπή, και όχι υποχρέωση ως προς το μέσο, η οποία περιορίζεται στην κίνηση της διαδικασίας ανακτήσεως εντός της εν λόγω προθεσμίας. Εν προκειμένω, η ανάκτηση της επίδικης ενισχύσεως έπρεπε να έχει πραγματοποιηθεί εντός της προθεσμίας του άρθρου 3 της επίμαχης αποφάσεως. Ως εκ τούτου, η καθής υπέχει ευθύνη ως προς το αποτέλεσμα, υπό την έννοια ότι η ενίσχυση αυτή έπρεπε να έχει πράγματι αφαιρεθεί από την περιουσία του δικαιούχου πριν από την εκπνοή της ταχθείσας προθεσμίας.
28
Επικουρικώς, η Επιτροπή διατείνεται ότι, ακόμα και αν η προσωρινώς εκτελεστή ερήμην απόφαση μπορούσε να καταστήσει δυνατή την άμεση και πραγματική εκτέλεση της επίμαχης αποφάσεως, σε κάθε περίπτωση, η καθής δεν χρησιμοποίησε τον τίτλο αυτό προκειμένου να ανακτήσει άμεσα και πραγματικά την επίδικη ενίσχυση.
29
Η Επιτροπή σημειώνει ότι, παρά το γεγονός ότι η ταχθείσα στην επίμαχη απόφαση προθεσμία για την ανάκτηση της επίδικης ενισχύσεως ήταν τετράμηνη, η καθής κατέθεσε αίτηση περί αναγκαστικής εκτελέσεως βάσει της ερήμην αποφάσεως μόλις στις 12 Μαρτίου 2011, τουτέστιν τρεις και πλέον μήνες μετά την έκδοση της αποφάσεως αυτής.
30
Στο υπόμνημα απαντήσεως, η Επιτροπή υπογραμμίζει, επίσης, ότι, μεταξύ της ημερομηνίας της προμνησθείσας αιτήσεως περί αναγκαστικής εκτελέσεως και της 10ης Απριλίου 2013, ημερομηνίας που είχε οριστεί για τον πλειστηριασμό των ακινήτων του δικαιούχου της επίδικης ενισχύσεως, παρήλθαν δύο σχεδόν έτη, χαρακτηριστικό των οποίων ήταν η πρόδηλη αδράνεια της καθής.
31
Η Γερμανική Κυβέρνηση τονίζει ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη τη μορφή υπό την οποία οφείλουν να χορηγούν κρατικές ενισχύσεις. Σύμφωνα με το γερμανικό δίκαιο, το οποίο επιτρέπει τη χορήγηση κρατικών ενισχύσεων μέσω διοικητικών πράξεων, συμβάσεων δημοσίου δικαίου ή συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, η επιλογή της μορφής της πράξεως με την οποία χορηγείται η ενίσχυση καθορίζει τη μορφή υπό την οποία θα μπορεί να ανακτηθεί η εν λόγω ενίσχυση. Εν προκειμένω, η επίδικη ενίσχυση χορηγήθηκε στην MB System στο πλαίσιο συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου εκ μέρους της TBG, επενδυτικής εταιρίας ιδιωτικού δικαίου, ανήκουσας στο γερμανικό δημόσιο. Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι η MB System δεν έδωσε συνέχεια στην αίτηση περί επιστροφής της ενισχύσεως αυτής, οι δημόσιες αρχές δεν ήταν αρμόδιες να εκτελέσουν αυτές καθαυτές την επίμαχη απόφαση, αλλά έπρεπε να προβάλουν το δικαίωμά τους για επιστροφή της εν λόγω ενισχύσεως ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων.
32
Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, κατ’ εφαρμογή της αρχής της νομιμότητας των πράξεων των δημοσίων αρχών και της αρχής της διακρίσεως των πράξεων δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, από το γερμανικό δίκαιο και, ιδίως, από το άρθρο 20, παράγραφος 3, του θεμελιώδους νόμου της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (Grundgesetz für die Bundesrepublik Deutschland), προκύπτει ότι οι δημόσιες αρχές είναι αρμόδιες να δρουν μέσω διοικητικής πράξεως ενόψει της ανακτήσεως κρατικής ενισχύσεως μόνον οσάκις η ενίσχυση αυτή χορηγήθηκε υπό τη μορφή διοικητικής πράξεως δημοσίου δικαίου και οσάκις υφίσταται νομική βάση που να τις εξουσιοδοτεί να εκδώσουν τέτοια πράξη. Το γερμανικό δίκαιο δεν επιτρέπει σε δημόσια αρχή να επεμβαίνει και να καταγγέλλει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου μέσω πράξεως δημόσιας ισχύος. Επίσης, δεν προβλέπει γενική αρμοδιότητα που να επιτρέπει σε τέτοια αρχή να δρα σε όλους σχεδόν τους τομείς.
33
Η Γερμανική Κυβέρνηση προσθέτει ότι, σε κάθε περίπτωση, ακόμα και μια διοικητική πράξη που εκδόθηκε από γερμανική δημόσια αρχή μπορεί να προσβληθεί δικαστικώς από τον αποδέκτη της ενισχύσεως. Επομένως, τυχόν καθυστερήσεις είναι πάντα πιθανές. Η κατάσταση αυτή συνιστά συνέπεια και μόνον της αρχής της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Ως εκ τούτου, δεν αποδεικνύεται ότι η έκδοση διοικητικής πράξεως θα καθιστούσε πράγματι εφικτή την ταχύτερη ανάκτηση της επίδικης ενισχύσεως από ό,τι η άσκηση αγωγής.
34
Κατά την άποψη της Γερμανικής Κυβερνήσεως, ούτε οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης μπορούν να εκληφθούν ως νομικές βάσεις οι οποίες την εξουσιοδοτούν να εκδώσει διοικητική πράξη. Συγκεκριμένα, η επίμαχη απόφαση απευθύνεται στο οικείο κράτος μέλος χωρίς να διευκρινίζει τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να διεξαχθεί η εθνική διαδικασία ανακτήσεως της συγκεκριμένης ενισχύσεως. Επιπλέον, ούτε το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 659/1999 περιέχει στοιχεία σχετικά με τη διαδικασία ανακτήσεως ενισχύσεων. Τόσο η διάταξη αυτή όσο και οι αποφάσεις της Επιτροπής, όπως η επίμαχη, ρυθμίζουν απλώς και μόνον τις σχέσεις μεταξύ της Επιτροπής και του οικείου κράτους και παραπέμπουν, κατά τα λοιπά, στο εθνικό δικονομικό δίκαιο. Επιπροσθέτως, το άρθρο 108, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ δεν είναι αρκούντως εξαντλητικό ώστε να παράγει άμεσο αποτέλεσμα έναντι των ιδιωτών και προβλέπει ότι η Επιτροπή έπρεπε, προηγουμένως, να εκδώσει δεσμευτική απόφαση ενόψει της ανακτήσεως μιας ασύμβατης με την εσωτερική αγορά ενισχύσεως.
35
Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει, επίσης, ότι η προθεσμία που τάσσεται από την Επιτροπή με απόφαση όπως η επίμαχη πρέπει να εκλαμβάνεται ως προθεσμία για ανάληψη δράσεως και όχι ως προθεσμία εκτελέσεως. Εντός της προθεσμίας αυτής, το οικείο κράτος μέλος οφείλει να λάβει μόνον και να εφαρμόσει όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να καταστεί δυνατή η ανάκτηση της επίμαχης ενισχύσεως και να αποκατασταθούν οι κανονικές συνθήκες ανταγωνισμού. Η ερμηνεία αυτή συνάδει προς το γράμμα του άρθρου 14, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 659/1999, το οποίο παραπέμπει στις διαδικασίες που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο. Εν προκειμένω, η TBG έλαβε όλα τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή της επίμαχης αποφάσεως πριν από την εκπνοή της προθεσμίας που η ίδια τάσσει.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
36
Πρέπει να διευκρινιστεί ότι, παρότι οι διάδικοι αναφέρονται με τα επιχειρήματά τους σε καταστάσεις και σε πραγματικά περιστατικά προγενέστερα της εκδόσεως της επίμαχης αποφάσεως, η προσφυγή της Επιτροπής αφορά τη μη εκτέλεση της εν λόγω αποφάσεως, στην οποία θα εστιάσει επίσης η εκ μέρους του Δικαστηρίου εξέταση.
37
Κατά το άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999, σε περίπτωση αρνητικής αποφάσεως για παράνομη ενίσχυση, η Επιτροπή αποφασίζει ότι το οικείο κράτος μέλος λαμβάνει κάθε αναγκαίο μέτρο για την ανάκτηση της ενισχύσεως από τον δικαιούχο. Η Επιτροπή δεν απαιτεί την ανάκτηση της ενισχύσεως εάν τούτο αντίκειται σε γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης.
38
Η ανάκτηση πραγματοποιείται, σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 659/1999, αμελλητί και σύμφωνα με τις διαδικασίες της εθνικής νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους, εφόσον αυτές επιτρέπουν την άμεση και πραγματική εκτέλεση της αποφάσεως της Επιτροπής. Για τον σκοπό αυτό, τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη λαμβάνουν, σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 3, τελευταίο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού, όλα τα μέτρα που προβλέπουν τα αντίστοιχα νομικά τους συστήματα, συμπεριλαμβανομένων των προσωρινών μέτρων, με την επιφύλαξη του δικαίου της Ένωσης.
39
Μολονότι το γράμμα του άρθρου αυτού αντικατοπτρίζει τις επιταγές της αρχής της αποτελεσματικότητας (απόφαση Scott και Kimberly Clark, C‑210/09, EU:C:2010:294, σκέψη 20), από το ως άνω άρθρο προκύπτει, επίσης, ότι η εφαρμογή για τον σκοπό αυτό της νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους πραγματοποιείται τηρουμένης της αρχής της δικονομικής αυτονομίας του τελευταίου εφόσον δεν υφίστανται σχετικές διατάξεις του δικαίου της Ένωσης, καθώς και με σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων, κυρίως του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων άμυνας. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν απαιτεί να πραγματοποιείται η εκ μέρους της αρμόδιας εθνικής αρχής ανάκτηση από τον δικαιούχο μιας παράνομης ενισχύσεως βάσει μόνον της αποφάσεως περί ανακτήσεως της Επιτροπής
40
Το οικείο κράτος μέλος είναι ελεύθερο να επιλέξει τα μέσα με τα οποία θα εκπληρώσει την υποχρέωσή του να ανακτήσει μια ενίσχυση που κρίθηκε ασύμβατη με την εσωτερική αγορά, υπό την προϋπόθεση ότι τα επιλεγέντα μέτρα δεν θίγουν την ισχύ και την αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης (απόφαση Scott και Kimberly Clark, C‑210/09, EU:C:2010:294, σκέψη 21 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
41
Όσον αφορά την ελευθερία των κρατών μελών ως προς την επιλογή των μέσων ανακτήσεως μιας τέτοιας ενισχύσεως, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι η ελευθερία αυτή είναι περιορισμένη διότι τα μέσα αυτά δεν μπορούν εν τέλει να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη την ανάκτηση την οποία επιτάσσει το δίκαιο της Ένωσης (βλ., συναφώς, απόφαση Mediaset, C‑69/13, EU:C:2014:71, σκέψη 34 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Η εφαρμογή των εθνικών διαδικασιών υπόκειται στην προϋπόθεση να καθιστούν αυτές δυνατή την άμεση και πραγματική εκτέλεση της αποφάσεως της Επιτροπής, προϋπόθεση που απορρέει από τις επιταγές της αρχής της αποτελεσματικότητας την οποία έχει καθιερώσει η νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας, C‑243/10, EU:C:2012:182, σκέψη 36 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
42
Τα μέτρα που λαμβάνουν τα κράτη μέλη πρέπει να είναι ικανά να αποκαταστήσουν τις κανονικές συνθήκες ανταγωνισμού που νοθεύτηκαν με τη χορήγηση της παράνομης ενισχύσεως της οποίας η ανάκτηση διατάσσεται δυνάμει αποφάσεως της Επιτροπής (απόφαση Scott και Kimberly Clark, EU:C:2010:294, σκέψη 22 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
43
Κατά συνέπεια, το ζήτημα κατά πόσον, με την επιλογή των μέσων αυτών, το οικείο κράτος μέλος εκπλήρωσε, όσον αφορά την επιταγή περί αποτελεσματικότητας, την υποχρέωσή του ανακτήσεως μιας ενισχύσεως που κρίθηκε ασύμβατη με την εσωτερική αγορά πρέπει να εκτιμάται ανά περίπτωση, ανάλογα με τις συγκεκριμένες περιστάσεις κάθε μεμονωμένης υποθέσεως.
44
Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι δεν μπορεί να προσαφθεί στην καθής ότι επέλεξε το αστικό της δίκαιο και ότι προσέφυγε στα τακτικά δικαστήρια προκειμένου να ανακτήσει την επίδικη ενίσχυση. Δεν υπάρχει κανένα στοιχείο στη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο ικανό να αποκλείσει a priori την προσφυγή στο εν λόγω δίκαιο και στο εν λόγω δικαστήριο, υπό την επιφύλαξη, εντούτοις, των συγκεκριμένων περιστάσεων της εφαρμογής αυτής εκ μέρους της καθής και της επιμέλειας που αυτή επέδειξε για την πραγματική ανάκτηση της επίδικης ενισχύσεως.
45
Συναφώς, επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι ο εκ μέρους του εθνικού δικαστηρίου έλεγχος ενός εκτελεστού τίτλου εκδοθέντος προς ανάκτηση παράνομης κρατικής ενισχύσεως και η ενδεχόμενη ακύρωση του τίτλου αυτού πρέπει να θεωρούνται απλή συνέπεια της αρχής της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας η οποία συνιστά, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης (βλ., συναφώς, απόφαση Scott και Kimberly Clark, EU:C:2010:294, σκέψη 25 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
46
Διαπιστώνεται, επίσης, ότι η καθής ουδέποτε αμφισβήτησε την υποχρέωσή της να ανακτήσει την επίδικη ενίσχυση και ότι προέβη, εξάλλου, σε συγκεκριμένες ενέργειες ενόψει της ανακτήσεως αυτής.
47
Εντούτοις, δεν αμφισβητείται ότι, τόσο κατά τον χρόνο ασκήσεως της προσφυγής της Επιτροπής όσο και κατά τον χρόνο της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως ενώπιον του Δικαστηρίου, η επίδικη ενίσχυση εξακολουθούσε να μην έχει ανακτηθεί, στο μέτρο που δεν είχε ακόμα αφαιρεθεί από την περιουσία της δικαιούχου επιχειρήσεως.
48
Όσον αφορά την ενδεχόμενη δικαιολόγηση της σημαντικής αυτής καθυστερήσεως, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι ο μοναδικός αμυντικός ισχυρισμός που μπορεί να προβάλει κράτος μέλος κατά προσφυγής λόγω παραβάσεως ασκηθείσας από την Επιτροπή βάσει του άρθρου 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, είναι αυτός που βασίζεται σε απόλυτη αδυναμία εκτελέσεως της συγκεκριμένης αποφάσεως (αποφάσεις Επιτροπή κατά Γερμανίας, 94/87, EU:C:1989:46, σκέψη 8, και Επιτροπή κατά Γαλλίας, C‑441/06, EU:C:2007:616, σκέψη 27 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
49
Όπως παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 92 των προτάσεών του, η απόλυτη αυτή αδυναμία ενδέχεται, επίσης, να είναι νομικής φύσεως, οφειλόμενη σε αποφάσεις που έλαβαν τα εθνικά δικαστήρια, υπό τον όρο ότι αυτές συνάδουν προς το δίκαιο της Ένωσης.
50
Στο πλαίσιο αυτό, επιβάλλονται οι ακόλουθες σκέψεις αναφορικά με την υπό κρίση υπόθεση.
51
Κατά πρώτο λόγο, πρέπει να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, οσάκις κράτος μέλος αντιμετωπίζει δυσχέρειες κατά την εκτέλεση αποφάσεως της Επιτροπής διατάσσουσας την ανάκτηση ενισχύσεως, οφείλει να θέσει τα προβλήματα αυτά στην κρίση της Επιτροπής, ζητώντας με αιτιολογημένη αίτηση την παράταση της ταχθείσας προθεσμίας και προτείνοντας κατάλληλες τροποποιήσεις της αποφάσεως αυτής, ούτως ώστε να είναι σε θέση η Επιτροπή να αποφανθεί με αιτιολογημένη απόφαση. Στην περίπτωση αυτή, το κράτος μέλος και η Επιτροπή υπέχουν, υπό το πρίσμα του άρθρου 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, αμοιβαίο καθήκον ειλικρινούς συνεργασίας προκειμένου να υπερνικήσουν τις δυσκολίες αυτές (βλ., συναφώς, αποφάσεις Επιτροπή κατά Γερμανίας, 94/87, EU:C:1989:46, σκέψη 9· Επιτροπή κατά Ιταλίας, C‑243/10, EU:C:2012:182, σκέψεις 41 και 42, καθώς και Επιτροπή κατά Ελλάδας, C‑263/12, EU:C:2013:673, σκέψη 32).
52
Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι η καθής δεν προέβη στις αναγκαίες ενέργειες προς την κατεύθυνση που επισημαίνεται στην προπαρατεθείσα νομολογία του Δικαστηρίου, οι οποίες θα μπορούσαν να παρακινήσουν την Επιτροπή να συνεργαστεί μαζί της προκειμένου να υπερνικήσουν τις δυσχέρειες που ενδεχομένως ανέκυψαν κατά την εφαρμογή της επίμαχης αποφάσεως και να συμμετάσχει στην αναζήτηση κατάλληλης λύσεως. Μεταξύ άλλων, η καθής δεν έθεσε στην κρίση της Επιτροπής τα προβλήματα σχετικά με την ανάκτηση της επίδικης ενισχύσεως εντός της ταχθείσας προθεσμίας, ούτε ζήτησε από την Επιτροπή την παράταση της εν λόγω προθεσμίας.
53
Κατά δεύτερο λόγο, προς δικαιολόγηση της μη ανακτήσεως της επίδικης ενισχύσεως έως την άσκηση της προσφυγής από την Επιτροπή, ή ακόμα έως την διεξαχθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου επ’ ακροατηρίου διαδικασία, η καθής προβάλλει, αφενός, ότι απόκειτο στην ΤBG, ως δημόσιος φορέας που χορήγησε την ενίσχυση αυτή, να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για την ανάκτηση της προμνησθείσας ενισχύσεως και, αφετέρου, ότι, σύμφωνα με τη γερμανική έννομη τάξη, ενίσχυση χορηγηθείσα βάσει των κανόνων του αστικού δικαίου μπορεί να ανακτηθεί μόνον κατά τις διαδικασίες που προβλέπει το δίκαιο αυτό.
54
Πρέπει συναφώς να υπογραμμιστεί ότι ο υπόχρεος να ανακτήσει την επίδικη ενίσχυση δεν ήταν αποκλειστικώς η TBG, άλλα κάθε δημόσια αρχή του κράτους μέλους αυτού, καθεμία στον τομέα αρμοδιότητάς της.
55
Όσον αφορά το επιχείρημα της Επιτροπής σε σχέση με τη γερμανική έννομη τάξη, πρέπει να σημειωθεί ότι η καθής δεν προέβαλε ότι η επιχειρηθείσα ενέργεια ήταν η μόνη διαθέσιμη προκειμένου να ανακτηθεί η επίδικη ενίσχυση και ότι δεν υπήρχαν άλλα μέσα που να καθιστούν δυνατή την ανάκτηση της επίμαχης αποφάσεως εντός της προθεσμίας που ετάχθη με το άρθρο 3, παράγραφος 2. Στην περίπτωση που αποδεικνυόταν ότι οι κανόνες του αστικού δικαίου δεν καθιστούν δυνατή την πραγματική ανάκτηση της επίδικης ενισχύσεως, θα ήταν ενδεχομένως αναγκαίο, ανάλογα με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως, να παραμείνει ανεφάρμοστος ο κανόνας της εθνικής νομοθεσίας (βλ., συναφώς, απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας, C‑232/05, EU:C:2006:651, σκέψη 53) και να χρησιμοποιηθούν άλλα μέτρα, δεδομένου ότι τα τελευταία δεν μπορούν να αποκλεισθούν για λόγους που ανάγονται στην εθνική έννομη τάξη.
56
Πρέπει, τέλος, να τονιστεί ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων της Ένωσης σε υποθέσεις κρατικών ενισχύσεων, το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ καθιερώνει, επίσης, για τα εθνικά δικαστήρια υποχρέωση ειλικρινούς συνεργασίας με την Επιτροπή και με τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης, στο πλαίσιο της οποίας πρέπει να λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο ικανό να διασφαλίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το δίκαιο της Ένωσης και να απέχουν από την λήψη μέτρων που θα μπορούσαν να υπονομεύσουν την επίτευξη των σκοπών της Συνθήκης (βλ., συναφώς, απόφαση Mediaset, EU:C:2014:71, σκέψη 29 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
57
Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι, όπως παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 91 των προτάσεών του, οι επιταγές που έθεσε το Δικαστήριο στις αποφάσεις Zuckerfabrik Süderdithmarschen και Zuckerfabrik Soest (C‑143/88 και C‑92/89, EU:C:1991:65) και Atlanta Fruchthandelsgesellschaft κ.λπ. (I) (C‑465/93, EU:C:1995:369) εφαρμόζονται επίσης στα ένδικα βοηθήματα με τα οποία επιδιώκεται, σε εθνικό επίπεδο, η αναστολή διαδικασίας με σκοπό να ανακτηθεί ενίσχυση, της οποίας την ανάκτηση διέταξε η Επιτροπή.
58
Εν προκειμένω, οι επιταγές που απορρέουν από τη νομολογία αυτή δεν τηρήθηκαν, όπως αποδεικνύει το γεγονός ότι το Bundesgerichtshof ακύρωσε, στις 13 Σεπτεμβρίου 2012, τις τελευταίες αποφάσεις περί αναστολής της διαδικασίας ανακτήσεως που είχαν λάβει το Landgericht Mühlhausen και το Thüringer Oberlandesgericht, καθότι έκρινε ότι τα δικαστήρια αυτά δεν είχαν αξιολογήσει ορθώς τα κριτήρια που απορρέουν από τη νομολογία του Δικαστηρίου.
59
Υπό το πρίσμα των περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως και των σκέψεων που προηγήθηκαν, διαπιστώνεται ότι η καθυστέρηση αναφορικά με την εκτέλεση της επίμαχης αποφάσεως δεν δικαιολογείται. Η καθής δεν απέδειξε ότι, από νομικής απόψεως, τελούσε σε πλήρη αδυναμία να εφαρμόσει τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να υλοποιηθεί πλήρως η απόφαση αυτή.
60
Πρέπει να επισημανθεί ότι το άρθρο 288 ΣΛΕΕ, στο οποίο η Επιτροπή στηρίζει επίσης την προσφυγή της, συνιστά διάταξη γενικού χαρακτήρα, ενώ οι κρατικές ενισχύσεις ρυθμίζονται ειδικώς από το άρθρο 108 ΣΛΕΕ και από τον κανονισμό 659/1999 για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου αυτού. Ως εκ τούτου, παρέλκει η διαπίστωση παραβάσεως βάσει, επίσης, του άρθρου 288 ΣΛΕΕ. Τούτο ισχύει και όσον αφορά την προβλεπόμενη στο άρθρο 14 του κανονισμού αυτού αρχή της αποτελεσματικότητας.
61
Κατά συνέπεια, διαπιστώνεται ότι, παραλείποντας να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την ανάκτηση από τον δικαιούχο της επίδικης ενισχύσεως την οποία αφορά η επίμαχη απόφαση, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του άρθρου 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ και του άρθρου 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 659/1999, καθώς και δυνάμει των άρθρων 1 έως 3 της αποφάσεως αυτής.
Επί των δικαστικών εξόδων
62
Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή υπέβαλε σχετικό αίτημα και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφασίζει:
1)
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, παραλείποντας να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την ανάκτηση από τον δικαιούχο της κρατικής ενισχύσεως την οποία αφορά η απόφαση 2011/471/ΕΕ της Επιτροπής, της 14ης Δεκεμβρίου 2010, σχετικά με την κρατική ενίσχυση C 38/05 (πρώην NN 52/04) που χορηγήθηκε από τη Γερμανία υπέρ του ομίλου Biria, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του άρθρου 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ και του άρθρου 14, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου [108 ΣΛΕΕ], καθώς και δυνάμει των άρθρων 1 έως 3 της αποφάσεως αυτής.
2)
Καταδικάζει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy