ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 27ης Μαρτίου 2014 ( *1 )
«Αίτηση αναίρεσης — Κοινοτικό σήμα — Κανονισμός (ΕΚ) 40/94 — Άρθρο 52, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ — Αίτηση κήρυξης ακυρότητας στηριζόμενη σε προγενέστερο δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας δυνάμει εθνικού δικαίου — Εφαρμογή του εθνικού δικαίου από το ΓΕΕΑ — Εξουσίες του δικαστή της Ένωσης»
Στην υπόθεση C‑530/12 P,
με αντικείμενο αίτηση αναίρεσης δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ασκηθείσα στις 21 Νοεμβρίου 2012,
Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ), εκπροσωπούμενο από τους P. Bullock και F. Mattina,
αναιρεσείον,
όπου ο έτερος διάδικος είναι
η National Lottery Commission, με έδρα το Λονδίνο (Ηνωμένο Βασίλειο), εκπροσωπούμενη από τους R. Cardas, advocate, και B. Brandreth, barrister,
προσφεύγουσα πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. Tizzano, πρόεδρο τμήματος, Β. Σκουρή, Πρόεδρο του Δικαστηρίου ως δικαστή του πρώτου τμήματος, A. Borg Barthet, M. Berger (εισηγήτρια) και S. Rodin, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Y. Bot
γραμματέας: C. Strömholm, υπάλληλος διοίκησης,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζήτησης της 18ης Σεπτεμβρίου 2013,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 28ης Νοεμβρίου 2013,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με την αίτησή του αναίρεσης, το Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ) ζητεί την αναίρεση της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 13ης Σεπτεμβρίου 2012, T‑404/10, National Lottery Commission κατά ΓΕΕΑ (Απεικόνιση χεριού) (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία έγινε δεκτή η προσφυγή της National Lottery Commission (στο εξής: NLC), που είχε ως αίτημα την ακύρωση της απόφασης του πρώτου τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ της 9ης Ιουνίου 2010 (υπόθεση R 1028/2009‑1), σχετικά με διαδικασία για την κήρυξη ακυρότητας μεταξύ, αφενός, της Mediatek Italia Srl και του Giuseppe De Gregorio (στο εξής: αιτούντες) και, αφετέρου, της NLC (στο εξής: απόφαση του τμήματος προσφυγών).
Το νομικό πλαίσιο
Ο κανονισμός (ΕΚ) 40/94
2
Το άρθρο 52, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ L 11, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1891/2006 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006 (ΕΕ L 386, σ. 14, στο εξής: κανονισμός 40/94), ορίζει, υπό τον τίτλο «Σχετικοί λόγοι ακυρότητας», τα ακόλουθα:
«Το κοινοτικό σήμα κηρύσσεται επίσης άκυρο μετά από αίτηση που υποβάλλεται στο [ΓΕΕΑ] ή μετά από άσκηση ανταγωγής στα πλαίσια αγωγής για παραποίηση ή απομίμηση όταν η χρήση του μπορεί να απαγορευθεί, δυνάμει ενός άλλου προγενέστερου δικαιώματος και ιδίως:
[...]
γ)
δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας,
[…]
σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία ή με το εθνικό δίκαιο που διέπει την προστασία του.»
3
Το άρθρο 63, παράγραφοι 1 και 2, του ίδιου κανονισμού, το οποίο αφορά τις προσφυγές ενώπιον του δικαστή της Ένωσης, προβλέπει τα κάτωθι:
«1. Οι αποφάσεις που εκδίδουν επί προσφυγής τα τμήματα προσφυγών υπόκεινται σε προσφυγή ενώπιον του [Γενικού Δικαστηρίου].
2. Προσφυγή επιτρέπεται για λόγους αναρμοδιότητας, παράβασης ουσιώδους τύπου, παράβασης της Συνθήκης, του παρόντος κανονισμού ή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου σχετικά με την εφαρμογή τους ή για κατάχρηση εξουσίας.»
4
Το άρθρο 74, παράγραφος 1, του κανονισμού 40/94, το οποίο επιγράφεται «Αυτεπάγγελτη εξέταση των πραγματικών περιστατικών», έχει ως εξής:
«Κατά την ενώπιόν του διαδικασία, το [ΓΕΕΑ] εξετάζει τα πραγματικά περιστατικά· εντούτοις, σε διαδικασία που αφορά τους σχετικούς λόγους απαραδέκτου της καταχώρισης, η εξέταση περιορίζεται στα επιχειρήματα που προβάλλουν οι διάδικοι καθώς και στα υποβληθέντα από αυτούς αιτήματα.»
Ο κανονισμός (ΕΚ) 207/2009
5
Ο κανονισμός 40/94 καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ L 78, σ. 1), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 13 Απριλίου 2009.
6
Τα άρθρα 52, 63 και 74 του κανονισμού 40/94 επαναλαμβάνονται κατ’ ουσίαν αυτούσια στα άρθρα 53, 65 και 76 του κανονισμού 207/2009, αντιστοίχως.
Ο κανονισμός (ΕΚ) 2868/95
7
Ο κανονισμός (ΕΚ) 2868/95 της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 1995, περί της εφαρμογής του κανονισμού 40/94 (ΕΕ L 303, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (EΚ) 1041/2005 της Επιτροπής, της 29ης Ιουνίου 2005 (ΕΕ L 172, σ. 4, στο εξής: κανονισμός εφαρμογής), θεσπίζει, μεταξύ άλλων, τους κανόνες που διέπουν τις διαδικασίες οι οποίες διεξάγονται ενώπιον του ΓΕΕΑ για την κήρυξη έκπτωσης ή ακυρότητας.
8
Ο κανόνας 37 του κανονισμού εφαρμογής έχει ως εξής:
«Η προς το [ΓΕΕΑ] αίτηση για την κήρυξη έκπτωσης ή ακυρότητας [...] περιέχει:
[…]
β)
όσον αφορά τους λόγους επί των οποίων βασίζεται η αίτηση:
[…]
iii)
σε περίπτωση αίτησης δυνάμει του άρθρου 52, παράγραφος 2, του κανονισμού [40/94], στοιχεία από τα οποία να προκύπτει το δικαίωμα που προβάλλεται ως λόγος ακυρότητας καθώς και […] στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι ο αιτών είναι κάτοχος προγενέστερου δικαιώματος, σύμφωνα με το άρθρο 52, παράγραφος 2, του κανονισμού, ή ότι νομιμοποιείται, σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, να επικαλεστεί αυτό το δικαίωμα».
Το ιστορικό της διαφοράς και η απόφαση του τμήματος προσφυγών
9
Στις 2 Οκτωβρίου 2007 το ΓΕΕΑ καταχώρισε το ακόλουθο κοινοτικό εικονιστικό σήμα (στο εξής: επίδικο σήμα) κατόπιν υποβολής σχετικής αίτησης από την NLC:
10
Στις 20 Νοεμβρίου 2007 οι αιτούντες υπέβαλαν ενώπιον του ΓΕΕΑ, δυνάμει του άρθρου 52, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 40/94, αίτηση για να κηρυχθεί το επίδικο σήμα άκυρο λόγω της ύπαρξης προγενέστερου δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας του G. de Gregorio επί του κάτωθι εικονιστικού σήματος (στο εξής: mano portafortuna):
11
Με απόφαση της 16ης Ιουλίου 2009, το τμήμα ακυρώσεως του ΓΕΕΑ έκανε δεκτή την αίτηση με την αιτιολογία, κατ’ ουσίαν, ότι οι αιτούντες απέδειξαν τόσο ότι υπήρχε προστατευόμενο δυνάμει του ιταλικού δικαίου δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας επί έργου σχεδόν πανομοιότυπου με το επίδικο σήμα όσο και ότι το δικαίωμα αυτό ήταν προγενέστερο του εν λόγω σήματος.
12
Η NLC άσκησε προσφυγή κατά της ως άνω απόφασης.
13
Με την επίδικη απόφαση, το πρώτο τμήμα προσφυγών του ΓΕΕΑ απέρριψε την προσφυγή με την αιτιολογία ότι πληρούνταν όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 53, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009.
14
Ως προς την ύπαρξη προγενέστερου δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας προστατευόμενου κατά το ιταλικό δίκαιο, το τμήμα προσφυγών έκρινε, πρώτον, ότι οι αιτούντες προσκόμισαν αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τη δημιουργία του έργου, καθώς και με το δικαίωμά τους πνευματικής ιδιοκτησίας επί του έργου αυτού, καθόσον κατέθεσαν αντίγραφο ιδιωτικού συμφωνητικού της 16ης Σεπτεμβρίου 1986 (στο εξής: συμφωνητικό του 1986), με το οποίο τρίτος, φερόμενος ως δημιουργός του mano portafortuna, δήλωνε ότι μεταβιβάζει σε έναν από τους αιτούντες τα δικαιώματα αναπαραγωγής και χρήσης του συγκεκριμένου έργου, που είχε επισυναφθεί, μαζί με άλλα σχέδια, σε παράρτημα του προαναφερθέντος συμφωνητικού.
15
Δεύτερον, το τμήμα προσφυγών κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ανακολουθίες τις οποίες επισήμανε η NLC, ήτοι η μνεία των 70 ετών ως μέγιστης διάρκειας της προστασίας του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, ενώ η συγκεκριμένη διάρκεια καθιερώθηκε μόλις το 1996, η ημερομηνία της σφραγίδας του ταχυδρομείου, που συμπίπτει με Κυριακή, ημέρα κατά την οποία τα ταχυδρομεία παραμένουν κλειστά, καθώς και η ποιοτική και εννοιολογική διαφορά μεταξύ του σχεδίου του mano portafortuna και των λοιπών συνημμένων στο συμφωνητικό του 1986 σχεδίων δεν ήσαν ικανές να εγείρουν αμφιβολίες ως προς τη γνησιότητα του εν λόγω συμφωνητικού. Στο πλαίσιο αυτό, το τμήμα προσφυγών διευκρίνισε ότι, ναι μεν το συμφωνητικό ως ιδιωτικό έγγραφο αποτελούσε, βάσει του άρθρου 2702 του ιταλικού αστικού κώδικα, πλήρη απόδειξη της προέλευσης των δηλώσεων από τα πρόσωπα που το υπέγραφαν, μέχρι τυχόν προσβολής του ως πλαστού, πλην όμως από το γράμμα της ως άνω διατάξεως προέκυπτε ότι το ίδιο το τμήμα προσφυγών ήταν αρμόδιο να εκτιμήσει ελεύθερα το περιεχόμενό του.
16
Κατά το πέρας της εξέτασης του συμφωνητικού του 1986, το τμήμα προσφυγών επιβεβαίωσε ότι υπήρχε πράγματι δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας προστατευόμενο κατά το ιταλικό δίκαιο.
Η προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
17
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 8 Σεπτεμβρίου 2010, η NLC άσκησε προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της επίδικης απόφασης. Προς στήριξη του αιτήματός της, προέβαλε τρεις λόγους ακύρωσης σχετικούς, πρώτον, με παράβαση του άρθρου 53, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 207/2009, στο μέτρο που το τμήμα προσφυγών αποφάνθηκε ότι οι αιτούντες είχαν αποδείξει την ύπαρξη προγενέστερου δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, δεύτερον, με παράνομη απόρριψη, εκ μέρους του τμήματος προσφυγών, του αιτήματος της NLC να διεξαχθεί προφορική διαδικασία και να προσκομιστεί το πρωτότυπο του συμφωνητικού του 1986 και, τρίτον, με εσφαλμένη εκτίμηση του τμήματος προσφυγών επί του ζητήματος της αρμοδιότητάς του να εξετάσει τη γνησιότητα του συμφωνητικού αυτού.
18
Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο έκανε δεκτή την προσφυγή, κρίνοντας βάσιμους τον πρώτο και τον τρίτο λόγο ακύρωσης τους οποίους προέβαλε η NLC προς στήριξη του αιτήματός της.
19
Συγκεκριμένα, το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε κατ’ αρχάς, με τις σκέψεις 14 έως 21 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, τους κανόνες και τις αρχές που οφείλει να εφαρμόζει το τμήμα προσφυγών όταν ελέγχει αν έχει όντως αποδειχθεί η ύπαρξη προγενέστερου δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας προστατευόμενου από εθνική νομοθεσία. Παραπέμποντας στην απόφαση του Δικαστηρίου της 5ης Ιουλίου 2011, C-263/09 P, Edwin κατά ΓΕΕΑ (Συλλογή 2011, σ. I-5853, σκέψεις 50 έως 52), επισήμανε, με τη σκέψη 18 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι ο αιτών φέρει το βάρος προσκομίσεως στο ΓΕΕΑ, όχι μόνον των στοιχείων που αποδεικνύουν ότι πληροί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις κατά την εθνική νομοθεσία, την εφαρμογή της οποίας ζητεί, προκειμένου να μπορέσει να απαγορεύσει τη χρήση κοινοτικού σήματος δυνάμει προγενέστερου δικαιώματος, αλλά και των στοιχείων που τεκμηριώνουν το περιεχόμενο της εν λόγω νομοθεσίας.
20
Εν συνεχεία, το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε, με τη σκέψη 20 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι, όπως προκύπτει από τη δική του νομολογία, το ΓΕΕΑ υποχρεούται να αναζητεί αυτεπαγγέλτως, χρησιμοποιώντας τα μέσα που κρίνει απαραίτητα προς τούτο, πληροφορίες σχετικές με τη νομοθεσία του οικείου κράτους μέλους, εφόσον αυτές είναι αναγκαίες για την εκτίμηση των προϋποθέσεων οι οποίες πρέπει να πληρούνται για να γίνει δεκτός ένας λόγος κήρυξης ακυρότητας και, ιδίως, για να εκτιμηθεί το υποστατό των προβληθέντων πραγματικών περιστατικών και η αποδεικτική ισχύς των προσκομισθέντων στοιχείων. Το Γενικό Δικαστήριο διευκρίνισε περαιτέρω ότι ο περιορισμός του εύρους της πραγματικής βάσης της εξέτασης στην οποία προβαίνει το ΓΕΕΑ δεν αποκλείει τη δυνατότητα του τελευταίου να λάβει υπόψη, πέραν των πραγματικών περιστατικών που ρητώς επικαλέστηκαν οι διάδικοι της διαδικασίας ανακοπής ή κήρυξης ακυρότητας, και παγκοίνως γνωστά πραγματικά περιστατικά, ήτοι πραγματικά περιστατικά τα οποία είτε είναι πιθανό να γνωρίζει οποιοσδήποτε είτε μπορούν να γίνουν γνωστά από γενικώς προσβάσιμες πηγές.
21
Τέλος, υπό το πρίσμα των αρχών αυτών, το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε με τις σκέψεις 23 και 24 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ότι καλώς μεν το τμήμα προσφυγών στηρίχθηκε στους κανόνες του ιταλικού δικαίου κατά την εξέταση του ζητήματος της αποδεικτικής ισχύος του συμφωνητικού του 1986, αλλά εν πάση περιπτώσει όφειλε και το ίδιο το Γενικό Δικαστήριο να ελέγξει αν το τμήμα προσφυγών είχε ερμηνεύσει ορθώς τις κρίσιμες διατάξεις της ιταλικής νομοθεσίας στο μέτρο που συμπέρανε ότι, κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 2702 και 2703 του ιταλικού αστικού κώδικα, το συμφωνητικό του 1986 συνιστούσε πλήρη απόδειξη της προέλευσης των δηλώσεων από τα πρόσωπα τα οποία το υπέγραφαν, τουλάχιστον μέχρι να κινηθεί διαδικασία για προσβολή του λόγω πλαστότητας.
22
Στο πλαίσιο αυτό, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε με τις σκέψεις 25 έως 32 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τις σχετικές διατάξεις του ιταλικού δικαίου, ειδικότερα δε το άρθρο 2704 του ιταλικού αστικού κώδικα, όπως ερμηνεύθηκε από το Corte suprema di cassazione (ιταλικό Συμβούλιο της Επικρατείας) με την υπ’ αριθ. 13912 απόφαση της 14ης Ιουνίου 2007 (στο εξής: απόφαση της14ης Ιουνίου 2007). Αφού παρατήρησε, στη σκέψη 33 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι στην επίδικη απόφαση δεν γινόταν καν μνεία στο συγκεκριμένο άρθρο, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε με τη σκέψη 35 της απόφασής του ότι, κατ’ εφαρμογήν της νομολογίας του Corte suprema di cassazione, η NLC μπορούσε κάλλιστα να προσκομίσει στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι το συμφωνητικό του 1986 καταρτίστηκε, στην πραγματικότητα, σε άλλη ημερομηνία από την αναγραφόμενη επί της σφραγίδας ταχυδρομείου, χωρίς να χρειάζεται να κινήσει τη διαδικασία προσβολής του εγγράφου λόγω πλαστότητας. Το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε με τη σκέψη 36 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης το συμπέρασμα ότι το τμήμα προσφυγών ερμήνευσε εσφαλμένως το εθνικό δίκαιο που έπρεπε να εφαρμοστεί βάσει του άρθρου 53, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009 και, ως εκ τούτου, δεν εκτίμησε ορθώς την ακριβή έκταση των αρμοδιοτήτων του.
23
Διαπιστώνοντας στη σκέψη 40 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ότι αυτή η εσφαλμένη ερμηνεία των εθνικών διατάξεων είχε επιπτώσεις στο περιεχόμενο της επίδικης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε, με τη σκέψη 41 της απόφασής του, ότι έπρεπε να ακυρώσει την επίδικη απόφαση, χωρίς να προχωρήσει στην εξέταση του δεύτερου λόγου που είχε προβάλει η NLC προς στήριξη της προσφυγής της.
Αιτήματα των διαδίκων
24
Το ΓΕΕΑ ζητεί να αναιρεθεί η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου και να καταδικαστεί η NLC στα δικαστικά έξοδα.
25
Η NLC ζητεί την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Επί της αίτησης αναίρεσης
26
Προς στήριξη των αιτημάτων του, το ΓΕΕΑ προβάλλει τρεις λόγους αναίρεσης σχετικούς, πρώτον, με παράβαση του άρθρου 76, παράγραφος 1, του κανονισμού 207/2009, καθώς και του κανόνα 37 του κανονισμού εφαρμογής, δεύτερον, με προσβολή του δικαιώματός του να διατυπώσει παρατηρήσεις επί της απόφασης της 14ης Ιουνίου 2007 και, τρίτον, με πρόδηλες αντιφάσεις και παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών, που θίγουν τόσο τη συλλογιστική όσο και τα συμπεράσματα του Γενικού Δικαστηρίου.
Επί του πρώτου λόγου
Επιχειρήματα των διαδίκων
27
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο οποίος χωρίζεται σε δύο σκέλη, το ΓΕΕΑ ισχυρίζεται ότι δεν επιτρεπόταν το Γενικό Δικαστήριο να στηριχθεί ούτε στο άρθρο 2704 του ιταλικού αστικού κώδικα (πρώτο σκέλος) ούτε στην απόφαση της 14ης Ιουνίου 2007 (δεύτερο σκέλος), δεδομένου ότι οι διάδικοι ουδέποτε επικαλέστηκαν τα δύο αυτά στοιχεία, που, ως εκ τούτου, δεν ενέπιπταν στα όρια του αντικειμένου της διαφοράς ενώπιον του τμήματος προσφυγών.
28
Το ΓΕΕΑ, θεωρώντας ότι από τη συλλογιστική του Γενικού Δικαστηρίου δεν καθίσταται σαφές αν αυτό εξέτασε το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο ως νομικό ζήτημα ή ως παγκοίνως γνωστό γεγονός, αναπτύσσει διαφορετική επιχειρηματολογία για την κάθε περίπτωση. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι, αν μεν κρίθηκε ότι η εφαρμογή του εθνικού δικαίου συνιστά νομικό ζήτημα, το Γενικό Δικαστήριο παρέβη, αφενός, τον κανόνα 37, στοιχείο βʹ, περίπτωση iii, του κανονισμού εφαρμογής ως έκφραση της αρχής ότι απόκειται στον διάδικο που επικαλείται το εθνικό δίκαιο να προσκομίσει ενώπιον του ΓΕΕΑ στοιχεία από τα οποία να προκύπτουν τόσο το περιεχόμενο της σχετικής ρύθμισης όσο και οι λόγοι εφαρμογής της στην προκειμένη περίπτωση και, αφετέρου, την απορρέουσα από την προαναφερθείσα απόφαση Edwin κατά ΓΕΕΑ νομολογία, σύμφωνα με την οποία οι διάδικοι προβάλλουν και αποδεικνύουν οτιδήποτε σχετικό με το εθνικό δίκαιο, καθόσον πρόκειται για πραγματικό ζήτημα. Αν, από την άλλη, κρίθηκε ότι η εφαρμογή του εθνικού δικαίου συνιστά πραγματικό ζήτημα, τότε κακώς το Γενικό Δικαστήριο χαρακτήρισε την εθνική νομοθεσία ως «παγκοίνως γνωστό» γεγονός, όπερ σήμαινε ότι το ΓΕΕΑ μπορούσε αφ’ εαυτού να την ελέγξει και να την προβάλει ως αιτιολογία. Επίσης, πάντοτε κατά το ΓΕΕΑ, το Γενικό Δικαστήριο υποκατέστησε, ως μη όφειλε, το τμήμα προσφυγών στην εκτίμησή του και εξέτασε στοιχεία επί των οποίων το εν λόγω τμήμα δεν είχε λάβει θέση.
29
Σε απάντηση στην ως άνω επιχειρηματολογία, η NLC αντιτείνει, πρώτον, ότι τόσο ο κανόνας 37 του κανονισμού εφαρμογής όσο και η προαναφερθείσα απόφαση Edwin κατά ΓΕΕΑ αφορούν αποκλειστικώς το βάρος απόδειξης που φέρει ο αιτών την κήρυξη ακυρότητας, χωρίς να αναφέρονται στον καθού, ο οποίος βρίσκεται σε μειονεκτική θέση όταν προσβάλλεται απόφαση του ΓΕΕΑ βάσει ισχυρισμού στηριζόμενου σε εθνικό δίκαιο που του είναι, ενδεχομένως, παντελώς άγνωστο. Επιπλέον, κατά την NLC, το βάρος απόδειξης το οποίο, δυνάμει του ως άνω κανόνα 37 και της προαναφερθείσας απόφασης Edwin κατά ΓΕΕΑ, φέρει ο αιτών, δεν εκτείνεται σε ζητήματα του εθνικού δικονομικού δικαίου.
30
Δεύτερον, η NLC υποστηρίζει ότι το τμήμα προσφυγών δεν περιορίστηκε σε μια εκτίμηση περί τα πραγματικά περιστατικά, αλλά εξέδωσε απόφαση με νομική βάση. Τυχόν ερμηνεία του άρθρου 76, παράγραφος 1, του κανονισμού 207/2009 υπό την έννοια ότι το τμήμα προσφυγών οφείλει να εξετάζει αποκλειστικώς και μόνον τους λόγους που έχει προβάλει ο αιτών θα αντέβαινε στην εφαρμογή των θεμελιωδών αρχών του δικαίου τις οποίες το ΓΕΕΑ υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη, όπως υπενθυμίζεται με την αιτιολογική σκέψη 13 και με το άρθρο 83 του εν λόγω κανονισμού.
31
Τρίτον, η NLC επισημαίνει ότι το σφάλμα του τμήματος προσφυγών οφειλόταν σε παρανόηση των άρθρων 2702 και 2703 του ιταλικού αστικού κώδικα, στα οποία του είχαν επιστήσει την προσοχή, και ότι το ζήτημα της αποδεικτικής ισχύος του συμφωνητικού του 1986 είχε προβληθεί ενώπιον τόσο του τμήματος προσφυγών όσο και του Γενικού Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια, ακόμη και αν υποτεθεί ότι κακώς το τελευταίο έθεσε ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 2704 του ίδιου κώδικα και της σχετικής με αυτό νομολογίας των εθνικών δικαστηρίων, το αποτέλεσμα της ανάλυσης στην οποία προχώρησε επ’ ουδενί επηρεάστηκε από το εν λόγω σφάλμα, οπότε ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι, κατά την άποψη της NLC, απορριπτέος ως αλυσιτελής.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
32
Διαπιστώνεται ευθύς εξαρχής ότι, εφόσον το μεν επίδικο σήμα καταχωρίστηκε στις 2 Οκτωβρίου 2007, οι δε αιτούντες την κήρυξη της ακυρότητας υπέβαλαν την αίτησή τους ενώπιον του ΓΕΕΑ στις 20 Νοεμβρίου του ίδιου έτους, ο λόγος αναίρεσης πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα των διατάξεων του κανονισμού 40/94, δεδομένου ότι ο κανονισμός 207/2009 δεν είχε τεθεί σε ισχύ κατά τις προαναφερθείσες ημερομηνίες (βλ., ιδίως, απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2013, C‑122/12 P, Rintisch κατά ΓΕΕΑ, σκέψη 2).
33
Ο πρώτος αυτός λόγος που προβάλλεται προς στήριξη της αίτησης αναίρεσης αφορά κατ’ ουσίαν το ζήτημα τι ισχύει από διαδικαστικής άποψης ως προς την εφαρμογή του εθνικού δικαίου στο πλαίσιο, αφενός, αίτησης ενώπιον του ΓΕΕΑ για την κήρυξη της ακυρότητας κοινοτικού σήματος και, αφετέρου, προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου κατά της απόφασης που εκδόθηκε επί της ως άνω αίτησης, όταν η διαφορά στηρίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 52, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94, στην ύπαρξη προγενέστερου δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας προστατευόμενου δυνάμει κανόνα εθνικού δικαίου. Προκειμένου να κριθεί το βάσιμο του συγκεκριμένου λόγου αναίρεσης, πρέπει να υπενθυμιστεί εισαγωγικώς πώς κατανέμονται οι σχετικές υποχρεώσεις μεταξύ του αιτούντος την κήρυξη της ακυρότητας, των αρμόδιων τμημάτων του ΓΕΕΑ και του Γενικού Δικαστηρίου.
34
Όσον αφορά τις υποχρεώσεις του αιτούντος, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο κανόνας 37 του κανονισμού εφαρμογής επιρρίπτει στον αιτούντα το βάρος προσκομίσεως στο ΓΕΕΑ όχι μόνο των στοιχείων που αποδεικνύουν ότι πληροί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις κατά την εθνική νομοθεσία, την εφαρμογή της οποίας ζητεί, προκειμένου να μπορέσει να απαγορεύσει τη χρήση κοινοτικού σήματος δυνάμει προγενέστερου δικαιώματος, αλλά και των στοιχείων που τεκμηριώνουν το περιεχόμενο της εν λόγω νομοθεσίας (προαναφερθείσα απόφαση Edwin κατά ΓΕΕΑ, σκέψη 50).
35
Όσον αφορά τα αρμόδια τμήματα του ΓΕΕΑ, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι αυτά οφείλουν να εξετάζουν το κύρος και την αποδεικτική ισχύ των στοιχείων που προσκομίζει ο αιτών προκειμένου να τεκμηριώσει το περιεχόμενο του οικείου κανόνα του εθνικού δικαίου (προαναφερθείσα απόφαση Edwin κατά ΓΕΕΑ, σκέψη 51).
36
Όσον αφορά τις αρμοδιότητες του Γενικού Δικαστηρίου, το Δικαστήριο, παραπέμποντας στο άρθρο 63, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94, το οποίο ορίζει σε ποιες περιπτώσεις επιτρέπεται η άσκηση προσφυγής κατά των αποφάσεων των τμημάτων προσφυγών του ΓΕΕΑ, διευκρίνισε ότι το Γενικό Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ελέγχει πλήρως τη νομιμότητα της εκτιμήσεως του ΓΕΕΑ επί των στοιχείων που προσκομίζει ο αιτών προκειμένου να τεκμηριώσει το περιεχόμενο της εθνικής νομοθεσίας την προστασία της οποίας επικαλείται (προαναφερθείσα απόφαση Edwin κατά ΓΕΕΑ, σκέψη 52).
37
Αντιθέτως προς τα όσα υποστηρίζει το ΓΕΕΑ, επ’ ουδενί συνάγεται από τις σκέψεις 50 έως 52 της προαναφερθείσας απόφασης Edwin κατά ΓΕΕΑ ότι εθνική διάταξη που έχει καταστεί εφαρμοστέα μέσω παραπομπής στο εσωτερικό δίκαιο των κρατών μελών, όπως στην περίπτωση του άρθρου 52, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94, πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αμιγώς πραγματικό στοιχείο της διαφοράς, ως προς το οποίο τόσο το ΓΕΕΑ όσο και το Γενικό Δικαστήριο οφείλουν να διαπιστώνουν απλώς και μόνον την ύπαρξή του, βάσει των προσκομισθέντων ενώπιόν τους στοιχείων.
38
Από τις προαναφερθείσες σκέψεις συνάγεται, αντιθέτως, ότι το Δικαστήριο θέλησε να υπογραμμίσει την έκταση του ελέγχου στον οποίο πρέπει να υπόκειται, ενώπιον τόσο των αρμόδιων τμημάτων του ΓΕΕΑ όσο και του Γενικού Δικαστηρίου, η εφαρμογή του εθνικού δικαίου σε διαφορά που ανάγεται σε αίτηση για την κήρυξη της ακυρότητας κοινοτικού σήματος.
39
Υπ’ αυτό το πρίσμα πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα αν το ΓΕΕΑ και το Γενικό Δικαστήριο υποχρεούνται, εντός του συγκεκριμένου διαδικαστικού πλαισίου, να περιορίζονται στον έλεγχο αποκλειστικώς και μόνον των εγγράφων που προσκομίζει ο αιτών προκειμένου να τεκμηριώσει το περιεχόμενο της εφαρμοστέας εθνικής νομοθεσίας ή αν έχουν επίσης την εξουσία να ελέγξουν κατά πόσον οι διατάξεις τις οποίες επικαλέστηκε ο αιτών είναι πράγματι κρίσιμες, όπερ σημαίνει ενδεχομένως ότι θα πρέπει να αναζητήσουν αυτεπαγγέλτως πληροφορίες σχετικά με τις προϋποθέσεις και την έκταση της εφαρμογής των προβαλλόμενων κανόνων του εθνικού δικαίου.
40
Σημειωτέον ότι στο πλαίσιο του ελέγχου που ασκούν το ΓΕΕΑ και το Γενικό Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, όπως υπενθύμισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 91 των προτάσεών του, η απαίτηση της διασφάλισης της πρακτικής αποτελεσματικότητας του κανονισμού 40/94, ο οποίος εγγυάται την προστασία του κοινοτικού σήματος.
41
Υπ’ αυτή την οπτική, εφόσον η εφαρμογή του εθνικού δικαίου μπορεί να έχει ως συνέπεια να γίνει δεκτό ότι συντρέχει λόγος ακυρότητας ενός δεόντως καταχωρισμένου κοινοτικού σήματος, είναι αναγκαίο να αναγνωρίζεται στο ΓΕΕΑ και στο Γενικό Δικαστήριο η δυνατότητα να ελέγξουν, προτού δεχθούν την αίτηση κήρυξης της ακυρότητας τέτοιου σήματος, κατά πόσον είναι κρίσιμα τα στοιχεία που έχει προσκομίσει ο αιτών στο πλαίσιο της υποχρέωσής του να τεκμηριώσει το περιεχόμενο της οικείας εθνικής νομοθεσίας.
42
Επιπλέον, ο έλεγχος τον οποίο ασκούν τα αρμόδια τμήματα του ΓΕΕΑ και το Γενικό Δικαστήριο πρέπει να πληροί επίσης τις απαιτήσεις που συνδέονται με την αποστολή τους στον τομέα των σχετικών με το κοινοτικό σήμα ένδικων διαφορών.
43
Όταν τα αρμόδια τμήματα του ΓΕΕΑ καλούνται να αποφανθούν, σε μια πρώτη φάση, επί αίτησης για την κήρυξη της ακυρότητας σήματος, η οποία στηρίζεται σε προγενέστερο δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας προστατευόμενο δυνάμει κανόνα του εθνικού δικαίου, η σχετική απόφασή τους ενδέχεται να στερήσει από τον δικαιούχο του κοινοτικού σήματος το δικαίωμα που του έχει αναγνωριστεί επί του σήματός του. Οι συνέπειες της απόφασης αυτής είναι τέτοιες ώστε οι εξουσίες του οργάνου που την εκδίδει πρέπει οπωσδήποτε να βαίνουν πέραν της απλής επιβεβαίωσης των διατάξεων του εθνικού δικαίου όπως τις έχει επικαλεστεί ο αιτών την κήρυξη ακυρότητας.
44
Όσον αφορά τον δικαστικό έλεγχο τον οποίο ασκεί, σε μια δεύτερη φάση, το Γενικό Δικαστήριο, υπογραμμίζεται ότι, όπως επισήμανε και ο γενικός εισαγγελέας με το σημείο 92 των προτάσεών του, ο έλεγχος αυτός πρέπει να πληροί τις απαιτήσεις που απορρέουν από την αρχή της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας. Στον βαθμό που η εφαρμογή του εθνικού δικαίου, εντός του συγκεκριμένου διαδικαστικού πλαισίου, ενδέχεται να έχει ως συνέπεια να στερηθεί ο δικαιούχος κοινοτικού σήματος το δικαίωμά του επί του οικείου σήματος, είναι επιτακτική ανάγκη να μην παρακωλύεται, λόγω ενδεχόμενων κενών στα έγγραφα τα οποία έχουν προσκομιστεί προς απόδειξη του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου, η δυνατότητα του Γενικού Δικαστηρίου να ασκήσει στην πράξη έναν αποτελεσματικό έλεγχο. Προς τούτο, το Γενικό Δικαστήριο πρέπει να είναι σε θέση να εξετάσει, και πέραν των προσκομισθέντων εγγράφων, το περιεχόμενο, τις προϋποθέσεις και την έκταση της εφαρμογής των κανόνων δικαίου τους οποίους επικαλείται ο αιτών την κήρυξη ακυρότητας.
45
Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε με τη σκέψη 20 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ότι «το ΓΕΕΑ, στις περιπτώσεις που καλείται συγκεκριμένα να λάβει υπόψη το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους όπου προστατεύεται το προγενέστερο δικαίωμα στο οποίο στηρίζεται η αίτηση για την κήρυξη ακυρότητας, οφείλει να αναζητεί αυτεπαγγέλτως, χρησιμοποιώντας τα μέσα που εκτιμά ότι είναι απαραίτητα προς τούτο, πληροφορίες σχετικές με τη νομοθεσία του οικείου κράτους μέλους, εφόσον αυτές είναι αναγκαίες για την εκτίμηση των προϋποθέσεων οι οποίες πρέπει να πληρούνται για να γίνει δεκτός ένας λόγος κήρυξης ακυρότητας και, ιδίως, για να εκτιμηθεί το υποστατό των προβληθέντων πραγματικών περιστατικών και η αποδεικτική ισχύς των προσκομισθέντων στοιχείων».
46
Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο, αφού παρατήρησε στη σκέψη 24 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ότι το ΓΕΕΑ είχε εφαρμόσει τα άρθρα 2702 και 2703 του ιταλικού αστικού κώδικα στο πλαίσιο της εκτίμησης της αποδεικτικής ισχύος του συμφωνητικού του 1986, έλαβε επίσης υπόψη, με τις σκέψεις 27 έως 32 της απόφασής του, τόσο το άρθρο 2704 του ίδιου κώδικα, το οποίο αφορά τη βέβαιη χρονολογία ιδιωτικού εγγράφου, όσο και τη νομολογία των εθνικών δικαστηρίων σχετικά με την ερμηνεία και την εφαρμογή του τελευταίου αυτού άρθρου. Το Γενικό Δικαστήριο δεν υπερέβη κατ’ αυτόν τον τρόπο τα όρια της εξουσίας του να αναζητεί αυτεπαγγέλτως πληροφορίες ώστε να ελέγχει το περιεχόμενο, τις προϋποθέσεις και την έκταση της εφαρμογής των εθνικών κανόνων δικαίου που επικαλείται ο αιτών την κήρυξη ακυρότητας, προκειμένου να αποφανθεί εν προκειμένω επί της αποδεικτικής ισχύος της σύμβασης στην οποία στήριζε ο αιτών το προγενέστερο δικαίωμά του επί του επίδικου σήματος.
47
Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι απορριπτέα αμφότερα τα σκέλη του πρώτου λόγου που προβλήθηκε προς στήριξη της αίτησης αναίρεσης.
Επί του δεύτερου λόγου
Επιχειρήματα των διαδίκων
48
Επικαλούμενο τη γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης σύμφωνα με την οποία στους αποδέκτες των αποφάσεων των δημόσιων αρχών που θίγουν σοβαρά τα συμφέροντά τους πρέπει να παρέχεται η δυνατότητα να προβάλουν στην πράξη την άποψή τους, το ΓΕΕΑ υποστηρίζει ότι, στην προκειμένη περίπτωση, δεν του δόθηκε η δυνατότητα να διατυπώσει παρατηρήσεις επί της απόφασης της 14ης Ιουνίου 2007, η οποία, δεδομένου ότι οι διάδικοι δεν είχαν αναφερθεί σε αυτήν κατά τη διοικητική διαδικασία, δεν αποτελούσε μέρος του αντικειμένου της διαφοράς ενώπιον του τμήματος προσφυγών. Κατά το ΓΕΕΑ αν του είχε δοθεί τέτοια δυνατότητα, η συλλογιστική και το συμπέρασμα του Γενικού Δικαστηρίου θα ήσαν διαφορετικά.
49
Το ΓΕΕΑ συνάγει εξ αυτού ότι το Γενικό Δικαστήριο προσέβαλε το κατοχυρωμένο του δικαίωμα ακροάσεως.
50
Η NLC αντιτείνει ότι το νομικό ζήτημα στο πλαίσιο του οποίου έγινε αναφορά στη νομολογία του Corte suprema di cassazione είχε ήδη τεθεί πριν από την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, δεδομένου ότι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 64 του Κανονισμού Διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο κάλεσε, με έγγραφο της 7ης Φεβρουαρίου 2012, το ΓΕΕΑ να απαντήσει σε ερωτήσεις σχετικές με το άρθρο 2704 του ιταλικού αστικού κώδικα. Επομένως, κατά την άποψή της, το ΓΕΕΑ μπορούσε κάλλιστα να αναπτύξει τις παρατηρήσεις του επί του ζητήματος τόσο εγγράφως όσο και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οπότε δεν είναι δυνατό να υποστηριχθεί ότι, αν δεν υπάρξει προηγούμενη ενημέρωση ως προς κάθε σχετική ή πιθανώς σχετική νομολογία, μια απόφαση που παραπέμπει στη νομολογία αυτή προσβάλλει τα δικαιώματα άμυνας.
51
Η NLC προσθέτει ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον δεν παρέσχε στο ΓΕΕΑ τη δυνατότητα να υποβάλει παρατηρήσεις επί της εθνικής νομολογίας, η πλάνη αυτή, εν πάση περιπτώσει, ουδεμία συνέπεια είχε ως προς την ουσία της απόφασης που εκδόθηκε.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
52
Το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη συνιστά θεμελιώδη αρχή του δικαίου της Ένωσης, η οποία κατοχυρώνεται με το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
53
Ο σεβασμός του δικαιώματος αυτού προϋποθέτει ότι ο δικαστής της Ένωσης μεριμνά ώστε να τηρείται ενώπιόν του, αλλά και να τηρεί ο ίδιος, την αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως, που εφαρμόζεται σε κάθε διαδικασία η οποία ενδέχεται να καταλήξει στην έκδοση, εκ μέρους οργάνου της Ένωσης, μιας αποφάσεως που θίγει σοβαρά τα συμφέροντα κάποιου προσώπου (αποφάσεις της 2ας Δεκεμβρίου 2009, C-89/08 P, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας κ.λπ., Συλλογή 2009, σ. I-11245, σκέψεις 51 και 53, καθώς και της 17ης Δεκεμβρίου 2009, C-197/09 RX-II, Επανεξέταση M κατά EMEA, Συλλογή 2009, σ. I-12033, σκέψεις 41 και 42).
54
Η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως δεν παρέχει απλώς σε κάθε διάδικο το δικαίωμα να λαμβάνει γνώση και να εκφράζει την άποψή του επί των εγγράφων και των παρατηρήσεων που υποβάλλονται στην κρίση του δικαστή από τον αντίδικό του. Συνεπάγεται επίσης και το δικαίωμα των διαδίκων να λαμβάνουν γνώση και να εκφράζουν την άποψή τους επί των στοιχείων που ο δικαστής λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη, με σκοπό να στηρίξει την απόφασή του σε αυτά. Πράγματι, οι απαιτήσεις που απορρέουν από το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη πληρούνται μόνον αν οι διάδικοι γνωρίζουν και είναι σε θέση να συζητήσουν κατ’ αντιμωλία τόσο τα πραγματικά όσο και τα νομικά στοιχεία τα οποία είναι αποφασιστικής σημασίας για την έκβαση της διαδικασίας (προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ιρλανδίας κ.λπ., σκέψεις 55 και 56, και απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 2013, C‑472/11, Banif Plus Bank, σκέψη 30).
55
Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι ενώ ουδεμία μνεία είχε γίνει στην απόφαση της 14ης Ιουνίου 2007, ούτε κατά τη διαδικασία ενώπιον του ΓΕΕΑ ούτε στα υπομνήματα ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, το τελευταίο αναφέρθηκε σε αυτήν με δική του πρωτοβουλία μετά το πέρας της έγγραφης διαδικασίας.
56
Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν, εν προκειμένω, δόθηκε στους διαδίκους, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η δυνατότητα να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επί της συγκεκριμένης απόφασης.
57
Όπως προκύπτει από τα έγγραφα που τους απέστειλε το Γενικό Δικαστήριο στις 7 Φεβρουαρίου 2012 και από τις συνημμένες σε αυτά ερωτήσεις, οι διάδικοι κλήθηκαν μεν να διατυπώσουν την άποψή τους σχετικά με τις διατάξεις του άρθρου 2704 του ιταλικού αστικού κώδικα, δεν τους δόθηκε όμως η δυνατότητα να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επί της απόφασης της 14ης Ιουνίου 2007, στην οποία ουδεμία μνεία γινόταν με τα έγγραφα αυτά.
58
Εξάλλου, όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας με το σημείο 117 των προτάσεών του, από τις σκέψεις 32, 35, 36, 39 και 40 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης συνάγεται σαφώς ότι η απόφαση της 14ης Ιουνίου 2007 είχε αποφασιστική σημασία για τη συλλογιστική που ανέπτυξε το Γενικό Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, το Γενικό Δικαστήριο δεν θα είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το τμήμα προσφυγών θα μπορούσε να έχει αποδώσει μεγαλύτερη σημασία στις ανακολουθίες που επισήμανε η NLC και ότι, κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν ακυρωτέα, αν δεν είχε προηγουμένως διαπιστώσει ότι το τμήμα προσφυγών δεν έλαβε υπόψη του την εθνική αυτή νομολογία, σύμφωνα με την οποία η ανταπόδειξη, ως προς το ζήτημα αν η ημερομηνία της σφραγίδας ταχυδρομείου είναι αληθής, επιτρέπεται χωρίς να χρειάζεται να κινηθεί η διαδικασία προσβολής λόγω πλαστότητας
59
Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε την αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως, η οποία απορρέει από τις απαιτήσεις που συνδέονται με το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη.
60
Ως εκ τούτου, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης που προέβαλε το ΓΕΕΑ πρέπει να γίνει δεκτός.
Επί του τρίτου λόγου
61
Δεδομένης της δικονομικής πλημμέλειας κατά την εφαρμογή, από το Γενικό Δικαστήριο, της νομολογίας του Corte suprema di cassazione ως προς το άρθρο 2704 του ιταλικού αστικού κώδικα, παρέλκει στο παρόν στάδιο της διαδικασίας η εξέταση του τρίτου λόγου αναίρεσης, σχετικά με πρόδηλες αντιφάσεις και παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών, λόγω των οποίων πάσχει, κατά το ΓΕΕΑ, η συλλογιστική που ανέπτυξε το Γενικό Δικαστήριο στηριζόμενο στην εθνική αυτή νομολογία.
62
Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου πρέπει να αναιρεθεί.
Επί της προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου
63
Κατά το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε περίπτωση αναίρεσης της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου, το Δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί οριστικώς επί της διαφοράς, εφόσον αυτή είναι ώριμη προς εκδίκαση, ή να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο για να αποφανθεί επ’ αυτής.
64
Εν προκειμένω, το Δικαστήριο εκτιμά ότι η διαφορά δεν είναι ώριμη προς εκδίκαση, δεδομένου ότι πρέπει προηγουμένως να δοθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να διατυπώσουν κατ’ αντιμωλία την άποψή τους επί ορισμένων από τα στοιχεία του εθνικού δικαίου που ελήφθησαν αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Γενικό Δικαστήριο.
65
Ως εκ τούτου, η υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί της ουσίας.
Επί των δικαστικών εξόδων
66
Δεδομένης της αναπομπής της υπόθεσης ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, το Δικαστήριο επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα σε σχέση με την κατ’ αναίρεση δίκη.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφασίζει:
1)
Αναιρεί την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 13ης Σεπτεμβρίου 2012, T‑404/10, National Lottery Commission κατά ΓΕΕΑ – Mediatek Italia και De Gregorio (Απεικόνιση χεριού).
2)
Αναπέμπει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί της ουσίας της προσφυγής.
3)
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy