ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 4ης Σεπτεμβρίου 2014 ( *1 )
«Αίτηση αναιρέσεως — Ενίσχυση λόγω αναδιαρθρώσεως — Περιθώριο εκτιμήσεως της Επιτροπής — Έκταση του δικαστικού ελέγχου του Γενικού Δικαστηρίου — Κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς — Υποχρέωση τομεακής και γεωγραφικής αναλύσεως — Αρκούντως εδραιωμένη πρακτική — Μακροπρόθεσμη οικονομική ορθολογικότητα — Καταβολή συμπληρωματικών αποζημιώσεων απολύσεως»
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑533/12 P και C‑536/12 P,
με αντικείμενο δύο αιτήσεις αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες ασκήθηκαν στις 22 Νοεμβρίου 2012,
Société nationale maritime Corse-Méditerranée (SNCM) SA, εκπροσωπούμενη από τους A. Winckler και F.-C. Laprévote, avocats,
αναιρεσείουσα,
όπου οι λοιποί διάδικοι είναι:
η Corsica Ferries France SAS, με έδρα τη Bastia (Γαλλία), εκπροσωπούμενη από τους S. Rodrigues και C. Bernard-Glanz, avocats,
προσφεύγουσα πρωτοδίκως,
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή,
καθής πρωτοδίκως,
η Γαλλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον G. de Bergues, την N. Rouam και τον J. Rossi,
παρεμβαίνουσα πρωτοδίκως (C‑533/12 P),
και
Γαλλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τους G. de Bergues, D. Colas, την N. Rouam και τον J. Rossi,
αναιρεσείουσα,
όπου οι λοιποί διάδικοι είναι:
η Corsica Ferries France SAS, με έδρα τη Bastia, εκπροσωπούμενη από τους S. Rodrigues και C. Bernard-Glanz, avocats,
προσφεύγουσα πρωτοδίκως,
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή,
καθής πρωτοδίκως,
η Société nationale maritime Corse-Méditerranée (SNCM) SA, εκπροσωπούμενη από τους A. Winckler και F.-C. Laprévote, avocats,
παρεμβαίνουσα πρωτοδίκως (C‑536/12 P),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους T. von Danwitz, πρόεδρο τμήματος, E. Juhász (εισηγητή), A. Rosas, D. Šváby και C. Vajda, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Wathelet
γραμματέας: V. Tourrès, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 6ης Νοεμβρίου 2013,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 15ης Ιανουαρίου 2014,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με τις αντίστοιχες αιτήσεις τους αναιρέσεως, η Société nationale maritime Corse‑Méditerranée (SNCM) SA (στο εξής: SNCM) και η Γαλλική Δημοκρατία ζητούν την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Corsica Ferries France κατά Επιτροπής (T‑565/08, EU:T:2012:415, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε το άρθρο 1, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, της αποφάσεως 2009/611/ΕΚ της Επιτροπής, της 8ης Ιουλίου 2008, που αφορά τα μέτρα C 58/02 (πρώην N 118/02), τα οποία έλαβε η Γαλλία υπέρ της Société nationale maritime Corse‑Méditerranée (SNCM) (ΕΕ L 225, σ. 180, στο εξής: επίμαχη απόφαση).
Το ιστορικό της διαφοράς και η επίμαχη απόφαση
2
Το Γενικό Δικαστήριο προέβη στις ακόλουθες διαπιστώσεις:
«Οι εμπλεκόμενες ναυτιλιακές εταιρίες
1
Η […] Corsica Ferries France SAS [στο εξής: Corsica Ferries] είναι ναυτιλιακή εταιρία που πραγματοποιεί τακτικές θαλάσσιες συνδέσεις από την ηπειρωτική Γαλλία (Μασσαλία, Τουλόν και Νίκαια) και από την Ιταλία προς την Κορσική.
2
Η [SNCM] είναι ναυτιλιακή εταιρία που πραγματοποιεί τακτικές συνδέσεις από την ηπειρωτική Γαλλία (Μασσαλία, Τουλόν και Νίκαια) προς την Κορσική και προς τη Βόρεια Αφρική (Αλγερία και Τυνησία), καθώς και συνδέσεις προς τη Σαρδηνία. Μία από τις κύριες θυγατρικές της SNCM, την οποία κατέχει σε ποσοστό 100 %, είναι η Compagnie méridionale de navigation […].
3
Το 2002, το κεφάλαιο της SNCM κατείχαν κατά ποσοστό 20 % η Société nationale des chemins de fer και σε ποσοστό 80 % η Compagnie générale maritime et financière (στο εξής: CGMF), ανήκουσες κατά ποσοστό 100 % στο Γαλλικό Δημόσιο. Κατά την προσφορά μετοχών το 2006, δύο ιδιώτες αγοραστές, η Butler Capital Partners […] και η Veolia Transport […], απέκτησαν, αντιστοίχως, το 38 % και το 28 % του κεφαλαίου, ενώ η CGMF παρέμεινε στην εταιρία έχοντας στην κατοχή της το 25 %, το δε 9 % του κεφαλαίου κατείχαν οι εργαζόμενοι. Η [Butler Capital Partners] μεταβίβασε στη συνέχεια το μερίδιό της στη [Veolia Transport].
Η διοικητική διαδικασία
4
Με την απόφαση 2002/149/ΕΚ, της 30ής Οκτωβρίου 2001, όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις οι οποίες καταβλήθηκαν από τη Γαλλία στην [Société nationale maritime Corse-Méditerranée (SNCM)] (ΕΕ 2002, L 50, σ. 66 […]), η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έκρινε ότι η ενίσχυση των 787 εκατομμυρίων ευρώ που χορηγήθηκε στην SNCM, για το διάστημα 1991 έως 2001, ως αποζημίωση για την παροχή δημόσιας υπηρεσίας, ήταν συμβατή με την κοινή αγορά, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ. Η απόφαση αυτή δεν προσεβλήθη με προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
5
Με έγγραφο της 18ης Φεβρουαρίου 2002, η Γαλλική Δημοκρατία κοινοποίησε στην Επιτροπή σχέδιο ενισχύσεως για αναδιάρθρωση υπέρ της SNCM, ύψους 76 εκατομμυρίων ευρώ (στο εξής: σχέδιο του 2002).
6
Με την απόφαση 2004/166/ΕΚ, της 9ης Ιουλίου 2003, όσον αφορά την ενίσχυση αναδιάρθρωσης την οποία η Γαλλία προτίθεται να χορηγήσει στην [Societé nationale maritime Corse-Méditerranée (SNCM)] (ΕΕ 2004, L 61, σ. 13, στο εξής: απόφαση του 2003), η Επιτροπή ενέκρινε, με ορισμένους όρους, τη χορήγηση ενισχύσεως για αναδιάρθρωση υπέρ της SNCM συνολικού ύψους 76 εκατομμυρίων ευρώ, καταβλητέας σε δύο δόσεις, η μία ύψους 66 εκατομμυρίων ευρώ, καταβλητέα αμέσως, και η άλλη ανώτατου ποσού 10 εκατομμυρίων ευρώ, καταβλητέα αναλόγως του καθαρού προϊόντος που θα προέκυπτε από την εκποίηση, μεταξύ άλλων, των πλοίων της SNCM.
7
Η [Corsica Ferries] άσκησε προσφυγή ακυρώσεως κατά της αποφάσεως του 2003 ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, στις 13 Οκτωβρίου 2003 [(απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου Corsica Ferries France κατά Επιτροπής, T‑349/03, EU:T:2005:221)].
8
Με την απόφαση 2005/36/ΕΚ, της 8ης Σεπτεμβρίου 2004, για την τροποποίηση της αποφάσεως [2004/166/ΕΚ σχετικά με την ενίσχυση αναδιάρθρωσης την οποία η Γαλλία προτίθεται να χορηγήσει στην Société Nationale Maritime Corse-Méditerranée (SNCM)] (ΕΕ [2005,] L 19, σ. 70 […]), η Επιτροπή τροποποίησε έναν από τους όρους του άρθρου 2 της αποφάσεως του 2003. Επρόκειτο για τον όρο σχετικά με τον ανώτατο αριθμό των ένδεκα πλοίων τα οποία επιτρεπόταν να εκποιήσει η SNCM. Με την απόφαση [2005/36], η Επιτροπή επέτρεψε την αντικατάσταση του πλοίου Aliso με το πλοίο Asco.
9
Με απόφαση της 16ης Μαρτίου 2005, η Επιτροπή ενέκρινε την καταβολή δεύτερης δόσης της ενισχύσεως για αναδιάρθρωση, ποσού 3327400 ευρώ, βάσει της αποφάσεως του 2003 (στο εξής: απόφαση του 2005).
10
Με [την απόφαση Corsica Ferries France κατά Επιτροπής (EU:T:2005:221)], το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση του 2003 λόγω εσφαλμένης εκτιμήσεως του ελάχιστου χαρακτήρα του ποσού της ενισχύσεως, οφειλόμενης κυρίως σε σφάλματα κατά τον υπολογισμό του καθαρού προϊόντος από τις εκποιήσεις, ενώ απέρριψε όλους τους άλλους λόγους ακυρώσεως που αφορούσαν ελλιπή αιτιολόγηση και παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΕΚ και των κοινοτικών κατευθυντηρίων γραμμών όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων (ΕΕ 1999, C 288, σ. 2, στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές).
11
Με επιστολή της 7ης Απριλίου 2006, οι γαλλικές αρχές ζήτησαν από την Επιτροπή να αποφανθεί ότι ένα μέρος της ενισχύσεως για αναδιάρθρωση που εγκρίθηκε στο πλαίσιο του σχεδίου του 2002, ύψους 53,48 εκατομμυρίων ευρώ, δεν έπρεπε, καθόσον επρόκειτο για αποζημίωση λόγω παροχής δημόσιας υπηρεσίας, να χαρακτηριστεί ως μέτρο που ελήφθη στο πλαίσιο ενός σχεδίου αναδιάρθρωσης, αλλά ως μέτρο που δεν συνιστούσε ενίσχυση κατά την έννοια της [αποφάσεως Altmark Trans και Regierungspräsidium Magdeburg (C‑280/00, EU:C:2003:415)], ή ως μέτρο ανεξάρτητο του σχεδίου του 2002 βάσει του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ.
12
Στις 21 Απριλίου 2006 κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή, βάσει του άρθρου 4 του κανονισμού (ΕΚ) 139/2004 του Συμβουλίου, της 20ής Ιανουαρίου 2004, για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων [(“ο κανονισμός ΕΚ για τις συγκεντρώσεις”)] (ΕΕ L 24, σ. 1), το σχέδιο συγκέντρωσης για την από κοινού απόκτηση του ελέγχου της SNCM από την [Butler Capital Partners] και την [Veolia Transport]. Η Επιτροπή ενέκρινε αυτήν την πράξη συγκέντρωσης στις 29 Μαΐου 2006 βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του ίδιου κανονισμού.
[...]
14
Στις 13 Σεπτεμβρίου 2006 η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει την προβλεπόμενη στο άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ διαδικασία όσον αφορά τα νέα μέτρα που τέθηκαν σε εφαρμογή υπέρ της SNCM, συμπεριλαμβάνοντας το σχέδιο του 2002 (ΕΕ 2006, C 303, σ. 53 […]).
15
Με την [επίμαχη] απόφαση, η Επιτροπή έκρινε ότι τα μέτρα του σχεδίου του 2002 συνιστούσαν παράνομες κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ, αλλά ήταν συμβατά με την κοινή αγορά βάσει του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ και του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΕΚ, και ότι τα μέτρα του σχεδίου ιδιωτικοποίησης του 2006 (στο εξής: σχέδιο του 2006) δεν συνιστούσαν κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ.
Τα επίμαχα μέτρα
16
Η [επίμαχη] απόφαση έχει ως αντικείμενο τα εξής μέτρα:
—
στο πλαίσιο του σχεδίου του 2002: την εισφορά κεφαλαίου της CGMF προς την SNCM ύψους 76 εκατομμυρίων ευρώ, από τα οποία 53,48 εκατομμύρια ευρώ για την εκπλήρωση υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας και το υπόλοιπο για ενισχύσεις αναδιάρθρωσης·
—
στο πλαίσιο του σχεδίου του 2006:
—
την αρνητική τιμή πωλήσεως της SNCM προς τη CGMF ποσού 158 εκατομμυρίων ευρώ·
—
την εισφορά κεφαλαίου της CGMF ύψους 8,75 εκατομμυρίων ευρώ·
—
την προκαταβολή σε τρεχούμενο λογαριασμό από τη CGMF ποσού 38,5 εκατομμυρίων ευρώ υπέρ του απολυθέντος προσωπικού της SNCM για την περίπτωση νέου κοινωνικού σχεδίου.
Η [επίμαχη] απόφαση
17
Με την [επίμαχη] απόφαση, ιδίως με τις αιτιολογικές σκέψεις 37 έως 54, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η εξυπηρέτηση της Κορσικής για τη μεταφορά επιβατών αποτελούσε αγορά με εποχιακό και συγκεντρωτικό χαρακτήρα. Η ανταγωνιστική δομή της αγοράς παρουσίασε σημαντική εξέλιξη μετά την είσοδο στην αγορά αυτή της [Corsica Ferries], το 1996. Από το 2000, η SNCM και η [Corsica Ferries] αποτελούσαν ένα εν τοις πράγμασι δυοπώλιο που κατείχε το 90 % και πλέον της αγοράς. Το 2007, η [Corsica Ferries] απέκτησε σαφές προβάδισμα έναντι της SNCM και μετέφερε ένα εκατομμύριο επιβάτες επιπλέον, σε μια αγορά που αυξάνεται κατά 4 % ετησίως. Η SNCM, από κοινού με την [Compagnie méridionale de navigation], κατείχαν αντιθέτως οιονεί μονοπώλιο εν τοις πράγμασι στις μεταφορές εμπορευμάτων.
18
Η Επιτροπή θεώρησε, στις αιτιολογικές σκέψεις 219 έως 225 της [επίμαχης] αποφάσεως, ότι το σύνολο των εισφορών που έλαβε η SNCM μέσω της CGMF προερχόταν από κρατικούς πόρους, ότι υπήρχε κίνδυνος νοθεύσεως του ανταγωνισμού και ότι επηρεαζόταν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Έτσι, θεώρησε ότι πληρούνται οι τρεις από τις τέσσερις προϋποθέσεις του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ. Εξέτασε, στη συνέχεια, για κάθε μέτρο την ύπαρξη επιλεκτικού ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος και την ενδεχόμενη συμβατότητά του με την κοινή αγορά.
19
Όσον αφορά τα 76 εκατομμύρια ευρώ που κοινοποιήθηκαν το 2002, η Επιτροπή έκρινε, στην αιτιολογική σκέψη 236 της [επίμαχης] αποφάσεως, ότι τα 53,48 εκατομμύρια μπορούσαν να θεωρηθούν ως αποζημίωση για την παροχή δημόσιας υπηρεσίας. Σύμφωνα με τη σκέψη 320 της αποφάσεως [Corsica Ferries France κατά Επιτροπής (EU:T:2005:221)], η Επιτροπή εκτίμησε την εισφορά αυτή βάσει της αποφάσεως Altmark [Trans και Regierungspräsidium Magdeburg (EU:C:2003:415)] και κατέληξε, στην αιτιολογική σκέψη 257 της [επίμαχης] αποφάσεως, ότι το ποσό αυτό συνιστούσε κρατική ενίσχυση, συμβατή όμως με την κοινή αγορά βάσει του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ. Τα υπόλοιπα 22,52 εκατομμύρια ευρώ έπρεπε επομένως να θεωρηθούν ως ενίσχυση για αναδιάρθρωση.
20
Όσον αφορά το σχέδιο του 2006, η Επιτροπή εφάρμοσε στη συνέχεια, στις [αιτιολογικές σκέψεις] 267 έως 352 της [επίμαχης] αποφάσεως, το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς (στο εξής: κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή) στην αρνητική τιμή πώλησης των 158 εκατομμυρίων ευρώ. Προς τούτο, εκτίμησε αν ένας υποθετικός ιδιώτης επενδυτής, ευρισκόμενος στη θέση της CGMF, θα προτιμούσε να ανακεφαλαιοποιήσει την [SNCM] για το ποσό αυτό ή να θέσει την εταιρία υπό εκκαθάριση και να επωμιστεί το κόστος. Ήταν επομένως απαραίτητο να εκτιμήσει το ελάχιστο κόστος της εκκαθάρισης.
21
Η Επιτροπή εκτίμησε, στις [αιτιολογικές σκέψεις] 267 έως 280 της [επίμαχης] αποφάσεως, ότι στο κόστος εκκαθάρισης έπρεπε να συμπεριληφθεί το κόστος ενός σχεδίου κοινωνικών μέτρων, δηλαδή το κόστος των συμπληρωματικών αποζημιώσεων απόλυσης πέραν των νόμιμων και συμβατικών υποχρεώσεων, προκειμένου να συμμορφωθεί με την τρέχουσα πρακτική των μεγάλων ομίλων επιχειρήσεων και προκειμένου να μην πληγεί η εικόνα της εταιρίας και του τελικού μετόχου της. Εκτίμησε επομένως, με ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα, το κόστος των συμπληρωματικών αποζημιώσεων συγκρίνοντας τα σχέδια κοινωνικών μέτρων που εφάρμοσαν πρόσφατα στη Γαλλία διάφοροι όμιλοι επιχειρήσεων, όπως οι Michelin ή Yves Saint-Laurent.
22
Η Επιτροπή θεώρησε, στην [αιτιολογική σκέψη] 350 της [επίμαχης] αποφάσεως, ότι η αρνητική τιμή πώλησης υπήρξε αποτέλεσμα διαδικασίας επιλογής ανοικτής, διαφανούς και χωρίς διακρίσεις και όρους και ότι, στο πλαίσιο αυτό, αντανακλούσε την αγοραία τιμή. Επομένως, δεχόμενη την υπόθεση ότι το κόστος εκκαθάρισης περιορίζεται μόνο στις αποζημιώσεις απόλυσης, η Επιτροπή κατέληξε, στην [αιτιολογική σκέψη] 352 της εν λόγω αποφάσεως, ότι το κόστος εκκαθάρισης ήταν υψηλότερο από την αρνητική τιμή πώλησης και ότι η εισφορά κεφαλαίου των 158 εκατομμυρίων ευρώ δεν συνιστούσε κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ.
23
Όσον αφορά την εισφορά κεφαλαίου των 8,75 εκατομμυρίων ευρώ της CGMF, η Επιτροπή εκτίμησε, στις [αιτιολογικές σκέψεις] 356 έως 358 της [επίμαχης] αποφάσεως, ότι, δεδομένου ότι η εισφορά των ιδιωτών αγοραστών ήταν σημαντική και ταυτόχρονη, μπορούσε εξαρχής να αποκλειστεί ότι επρόκειτο περί ενισχύσεως. Διαπίστωσε στη συνέχεια ότι το σταθερό ποσοστό αποδοτικότητας συνιστούσε δίκαιη ανταμοιβή για τα επενδυμένα κεφάλαια και ότι η ύπαρξη ρήτρας με δικαίωμα υπαναχώρησης από τη μεταβίβαση δεν υπονομεύει την ίση μεταχείριση. Κατέληξε, στην [αιτιολογική σκέψη] 365 της ίδιας αποφάσεως, ότι η εισφορά κεφαλαίου της CGMF, ύψους 8,75 εκατομμυρίων ευρώ, δεν συνιστούσε κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος, 1, ΕΚ.
24
Η Επιτροπή παρατήρησε στη συνέχεια, στις [αιτιολογικές σκέψεις] 372 έως 378 της [επίμαχης] αποφάσεως, ότι τα μέτρα ενισχύσεως σε πρόσωπα, ύψους 38,5 εκατομμυρίων ευρώ, που είχαν κατατεθεί σε δεσμευμένο λογαριασμό θα εφαρμόζονταν σε περίπτωση ενός νέου κοινωνικού σχεδίου εκτελεστέου από τους αγοραστές και δεν αφορούσαν την περικοπή προσωπικού που προβλεπόταν στο σχέδιο του 2002. Οι ενισχύσεις αυτές, κατά την Επιτροπή, μπορούσαν να καταβληθούν μόνο σε πρόσωπα των οποίων η σύμβαση εργασίας με την SNCM είχε ήδη λυθεί. Επομένως, τα εν λόγω μέτρα δεν αποτελούσαν επιβαρύνσεις που προκύπτουν από τη συνήθη εφαρμογή της εφαρμοστέας κοινωνικής νομοθεσίας στο πλαίσιο απολύσεων. Η Επιτροπή κατέληξε ότι οι ενισχύσεις αυτές σε πρόσωπα, που εγκρίθηκαν από το κράτος υπό την ιδιότητα του φορέα άσκησης δημόσιας εξουσίας και όχι από το κράτος υπό την ιδιότητα του μετόχου, εντάσσονταν στην κοινωνική πολιτική των κρατών μελών και δεν συνιστούσαν, ως εκ τούτου, ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ.
25
Όσον αφορά το υπόλοιπο των 22,52 εκατομμυρίων ευρώ που κοινοποιήθηκαν ως ενισχύσεις αναδιάρθρωσης, δηλαδή το υπόλοιπο των 76 εκατομμυρίων ευρώ που κοινοποιήθηκαν στο πλαίσιο του σχεδίου του 2002 και των 53,48 εκατομμυρίων ευρώ που κρίθηκαν συμβατά με την κοινή αγορά βάσει του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ [...], η Επιτροπή έκρινε, στην [αιτιολογική σκέψη] 381 της [επίμαχης] αποφάσεως, ότι η επιδότηση αυτή συνιστούσε κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ. Η Επιτροπή εκτίμησε στη συνέχεια τη συμβατότητα του μέτρου αυτού με τις κατευθυντήριες γραμμές.
26
Στα σημεία 387 έως 401 της [επίμαχης] αποφάσεως, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η SNCM αποτελούσε πράγματι, το 2002, προβληματική επιχείρηση κατά την έννοια του σημείου 5, στοιχείο αʹ, και του σημείου 6 των κατευθυντήριων γραμμών και ότι το σχέδιο του 2002 μπορούσε να εξασφαλίσει την αποκατάσταση της βιωσιμότητας της επιχείρησης, σύμφωνα με τα σημεία 31 έως 34 των κατευθυντήριων γραμμών.
27
Όσον αφορά την πρόληψη των αδικαιολόγητων στρεβλώσεων του ανταγωνισμού (σημεία 35 έως 39 των κατευθυντήριων γραμμών), η Επιτροπή εκτίμησε, στην [αιτιολογική σκέψη] 404 της [επίμαχης] αποφάσεως, ότι δεν υπήρχε πλεονάζουσα ικανότητα στην αγορά των θαλάσσιων μεταφορών προς την Κορσική και ότι, επομένως, δεν ετίθετο ζήτημα συμβολής στην εξυγίανσή της. Θεώρησε στη συνέχεια, στην [αιτιολογική σκέψη] 406 της εν λόγω αποφάσεως, ότι το σχέδιο αναδιάρθρωσης συνέβαλε σημαντικά στη μείωση της παρουσίας της επιχείρησης στην αγορά. Συνεπώς, πληρούνταν και το κριτήριο σχετικά με την πρόληψη των αδικαιολόγητων στρεβλώσεων του ανταγωνισμού.
28
Η Επιτροπή παρατήρησε, στις [αιτιολογικές] σκέψεις 410 έως 419 της [επίμαχης] αποφάσεως, ότι η ανάγκη ενισχύσεως, υπολογιζόμενη στο ελάχιστο απαιτούμενο βάσει των σκέψεων 40 και 41 των κατευθυντήριων γραμμών, είχε περιοριστεί στα 19,75 εκατομμύρια ευρώ στις 9 Ιουλίου 2003, υπό την επιφύλαξη του καθαρού προϊόντος των εκποιήσεων που προβλέπονταν με την απόφαση του 2003. Προς τούτο, η Επιτροπή υπολόγισε τις ανάγκες ρευστότητας της SNCM για το σχέδιο αναδιάρθρωσης. Το κόστος του σχεδίου αναδιάρθρωσης εκτιμήθηκε, κατ’ αυτήν, σε 46 εκατομμύρια ευρώ. Στη συνέχεια αφαίρεσε το σύνολο των εκποιήσεων που πραγματοποιήθηκαν το διάστημα μεταξύ 18ης Φεβρουαρίου 2002 (ημερομηνία κοινοποιήσεως του σχεδίου του 2002) και 9ης Ιουλίου 2003 (ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως του 2003), δηλαδή 26,25 εκατομμύρια ευρώ, και κατέληξε στο ποσό των 19,75 εκατομμυρίων ευρώ.
29
Όσον αφορά τα αντισταθμιστικά μέτρα, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι το σύνολο των όρων που προέβλεπε η απόφαση του 2003 όσον αφορά τις αγορές, τη χρήση του στόλου, τις εκποιήσεις στοιχείων του ενεργητικού, την απαγόρευση προσφοράς τιμών χαμηλότερων από τις τιμές των ανταγωνιστών της […] και τον περιορισμό των δρομολογίων με επιστροφή με αφετηρία την Κορσική, τηρήθηκαν σχεδόν στο σύνολό τους. Στον βαθμό που οι όροι αυτοί είχαν τηρηθεί και το κοινοποιηθέν ποσό της ενισχύσεως ήταν σημαντικά μικρότερο από το ποσό που εγκρίθηκε το 2003, η Επιτροπή δεν έκρινε απαραίτητο να επιβάλει συμπληρωματικές υποχρεώσεις. Έτσι, αφού έλαβε υπόψη το ποσό των πρόσθετων εκποιήσεων που προέβλεπε η απόφαση του 2003, η Επιτροπή θεώρησε, στην [αιτιολογική σκέψη] 434 της [επίμαχης] αποφάσεως, ότι το τελικό υπόλοιπο της αναδιάρθρωσης, υπολογισθέν σε 15,81 εκατομμύρια ευρώ, συνιστούσε κρατική ενίσχυση συμβατή με την κοινή αγορά βάσει του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΕΚ.
30
Το διατακτικό της [επίμαχης] αποφάσεως έχει ως εξής:
“Άρθρο 1
Η αποζημίωση που κατέβαλε το γαλλικό κράτος στην SNCM ύψους 53,48 εκατ. EUR για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας κατά την περίοδο 1991-2001 συνιστά κρατική ενίσχυση παράνομη κατά την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ, αλλά συμβατή με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 86 παράγραφος 2 της εν λόγω συνθήκης.
Η αρνητική τιμή πώλησης της SNCM των 158 εκατ. EUR, η ανάληψη από την CGMF του κόστους των κοινωνικών μέτρων έναντι των μισθωτών για ποσό 38,5 εκατ. EUR και η νέα κεφαλαιοποίηση της SNCM που πραγματοποίησε από κοινού και ταυτόχρονα η CGMF για ποσό 8,75 εκατ. EUR δεν συνιστούν κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ.
Η ενίσχυση αναδιάρθρωσης ποσού 15,81 εκατ. EUR την οποία η Γαλλία χορήγησε στην [SNCM] συνιστά κρατική ενίσχυση παράνομη κατά την έννοια του άρθρου 88 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ, αλλά συμβατή με την κοινή αγορά δυνάμει του άρθρου 86 παράγραφος 2 της ίδιας συνθήκης.
Άρθρο 2
Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στη Γαλλική Δημοκρατία.“»
Η προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
3
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 17 Δεκεμβρίου 2008, η Corsica Ferries ζήτησε την ακύρωση της επίμαχης αποφάσεως. Η προσφεύγουσα προέβαλε, κατ’ ουσίαν, έξι λόγους ακυρώσεως προς στήριξη της προσφυγής της.
4
Ο πρώτος λόγος αφορούσε φερόμενη ως υπερβολικά ευρεία ερμηνεία του άρθρου 287 ΕΚ, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την ελλιπή αιτιολόγηση της επίμαχης αποφάσεως, καθώς και προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και του δικαιώματος άσκησης αποτελεσματικής ένδικης προσφυγής. Ο δεύτερος μέχρι και τον έκτο λόγο αφορούσαν παράβαση των άρθρων 87 ΕΚ και 88 ΕΚ και των κατευθυντήριων γραμμών. Οι λόγοι αυτοί αφορούσαν αντιστοίχως την εισφορά κεφαλαίου ύψους 53,48 εκατομμυρίων ευρώ υπό μορφή αντιστάθμισης λόγω υποχρέωσης παροχής δημόσιας υπηρεσίας, την πώληση της SNCM στην αρνητική τιμή πώλησης των 158 εκατομμυρίων ευρώ, την εισφορά κεφαλαίου εκ μέρους της CGMF ύψους 8,75 εκατομμυρίων ευρώ, τα μέτρα ενισχύσεως σε πρόσωπα ύψους 38,5 εκατομμυρίων ευρώ και το υπόλοιπο των 22,52 εκατομμυρίων ευρώ που κοινοποιήθηκε ως ενίσχυση αναδιάρθρωσης.
5
Το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε τον τρίτο μέχρι και τον έκτο λόγο ακυρώσεως που προέβαλε η Corsica Ferries προς στήριξη της προσφυγής της ακυρώσεως και ακύρωσε το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο του άρθρου 1 της επίμαχης αποφάσεως.
Αιτήματα των διαδίκων και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
6
Με την αίτησή της αναιρέσεως, η SNCM ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει εν μέρει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, βάσει του άρθρου 265, παράγραφος l, ΣΛΕΕ και του άρθρου 61 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά το μέτρο που ακύρωσε το άρθρο 1, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, της επίμαχης αποφάσεως και
—
να καταδικάσει την Corsica Ferries στα δικαστικά έξοδα.
7
Η Corsica Ferries ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να κρίνει αβάσιμες και να απορρίψει τις αιτήσεις αναιρέσεως που ασκήθηκαν στις παρούσες συνεκδικαζόμενες υποθέσεις και
—
να καταδικάσει τις αναιρεσείουσες στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
8
Η Γαλλική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέτρο που ακύρωσε το άρθρο 1, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, της επίμαχης αποφάσεως·
—
να αποφανθεί το ίδιο οριστικά επί της διαφοράς ή να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο και
—
να καταδικάσει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα.
9
Με την από 24 Ιανουαρίου 2013 απόφαση του Προέδρου του Δικαστηρίου, αποφασίστηκε η συνεκδίκαση των υποθέσεων C‑533/12 P και C‑536/12 P προς διευκόλυνση της έγγραφης και της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως.
Επί των αιτήσεων αναιρέσεως
10
Η SNCM, στην υπόθεση C‑533/12 P, και η Γαλλική Δημοκρατία, στην υπόθεση C‑536/12 P, προβάλλουν αμφότερες κατά της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως τέσσερις λόγους αναιρέσεως οι οποίοι αλληλεπικαλύπτονται σε μεγάλο βαθμό. Κατά συνέπεια, επιβάλλεται να εξεταστούν από κοινού.
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως αντλούμενου από πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά την πώληση της SNCM σε αρνητική τιμή
Επιχειρήματα των διαδίκων
11
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, σχετικά με την πώληση της SNCM στην αρνητική τιμή των 158 εκατομμυρίων ευρώ, η SNCM προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο διότι δεν συνεκτίμησε το περιθώριο εκτιμήσεως της Επιτροπής και ότι, ερμηνεύοντας το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς κατά τρόπο αντίθετο με το άρθρο 345 ΣΛΕΕ, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της επίμαχης αποφάσεως και δεν τήρησε την υποχρέωση αιτιολογήσεως.
Ως προς το ότι δεν ελήφθη υπόψη το περιθώριο εκτιμήσεως της Επιτροπής και ως προς την έκταση του ελέγχου εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου
12
Κατά την SNCM, το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη το περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτει η Επιτροπή για την εφαρμογή του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς. Συγκεκριμένα, με την επίμαχη απόφαση, η Επιτροπή, για να τεκμηριώσει ότι η αρνητική τιμή δεν αποτελούσε ενίσχυση, προέβη σε σύγκριση της αρνητικής τιμής πωλήσεως με τις συμπληρωματικές αποζημιώσεις απολύσεως στις οποίες συναίνεσε το Δημόσιο σε περίπτωση εκκαθάρισης της SNCM. Ο υπολογισμός αυτός βασίστηκε σε στοιχεία που προσκόμισαν οι διάδικοι και ένας ανεξάρτητος πραγματογνώμονας. Το Γενικό Δικαστήριο, αμφισβητώντας τα συμπεράσματα της Επιτροπής, δεν έλαβε υπόψη το περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτει η Επιτροπή κατά την εκτίμηση περίπλοκων οικονομικών ζητημάτων και υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.
13
Η Corsica Ferries προβάλλει ότι, στον τομέα του χαρακτηρισμού ενός μέτρου ως κρατικής ενισχύσεως και στον τομέα του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, ο δικαστής της Ένωσης οφείλει, κατ’ αρχήν, να ασκήσει πλήρη έλεγχο.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
14
Όσον αφορά το περιθώριο εκτιμήσεως της Επιτροπής και τον δικαστικό έλεγχο, το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε, στη σκέψη 88 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, πάγια νομολογία σχετική με την έκταση και τη φύση του ελέγχου αυτού επί της έννοιας της «κρατικής ενισχύσεως».
15
Κατά τη νομολογία αυτή, η έννοια της «κρατικής ενισχύσεως», όπως καθορίζεται στη Συνθήκη, έχει νομικό χαρακτήρα και πρέπει να ερμηνεύεται βάσει αντικειμενικών στοιχείων. Για τον λόγο αυτό, ο δικαστής της Ένωσης οφείλει, κατ’ αρχήν, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα συγκεκριμένα στοιχεία της διαφοράς της οποίας επελήφθη όσο και τον τεχνικό ή περίπλοκο χαρακτήρα των εκτιμήσεων στις οποίες προέβη η Επιτροπή, να ασκεί πλήρη έλεγχο του κατά πόσον ένα μέτρο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Ο δικαστής της Ένωσης οφείλει, ειδικότερα, όχι μόνο να εξετάζει την ακρίβεια των αποδεικτικών στοιχείων των οποίων γίνεται επίκληση, την αξιοπιστία και τη συνοχή τους, αλλά και να ελέγχει αν τα στοιχεία αυτά αποτελούν το σύνολο των κρίσιμων δεδομένων που πρέπει να ληφθούν υπόψη για να εκτιμηθεί μια πολύπλοκη κατάσταση και αν τεκμηριώνουν τα συμπεράσματα που συνάγονται από αυτά (αποφάσεις Γαλλία κατά Ladbroke Racing και Επιτροπής, C‑83/98 P, EU:C:2000:248, σκέψη 25· Επιτροπή κατά Scott, C‑290/07 P, EU:C:2010:480, σκέψεις 64 και 65, καθώς και BNP Paribas και BNL κατά Επιτροπής, C‑452/10 P, EU:C:2012:366, σκέψη 100 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
16
Το Γενικό Δικαστήριο ορθώς προέβη, στις σκέψεις 90 έως 108 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, σε έλεγχο των αντικειμενικών στοιχείων, τα οποία έλαβε υπόψη η Επιτροπή με την επίμαχη απόφαση, για να εξασφαλίσει την ορθή εφαρμογή του άρθρου 107 ΣΛΕΕ, τούτο δε σύμφωνα με τη νομολογία που παρατίθεται στην προηγούμενη σκέψη.
17
Περαιτέρω, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 39 των προτάσεών του, επιβάλλεται η διαπίστωση, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η SNCM, ότι το Γενικό Δικαστήριο ουδόλως αμφισβήτησε τα πορίσματα του ανεξάρτητου πραγματογνώμονα επί των οποίων βασίστηκε η επίμαχη απόφαση.
18
Αφού εξέτασε την απόφαση αυτή, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή δεν είχε τεκμηριώσει επαρκώς τη δική της συλλογιστική και στηρίχθηκε σε στοιχεία τα οποία δεν ήταν αντικειμενικά ούτε επαληθεύσιμα. Πρέπει επομένως να απορριφθεί το επιχείρημα της SNCM ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη το περιθώριο εκτιμήσεως της Επιτροπής ή υποκατέστησε με το δικό του σκεπτικό εκείνο του πραγματογνώμονα που διόρισε η Επιτροπή.
19
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο ορθώς άσκησε τον πλήρη έλεγχο που είχε υποχρέωση να ασκήσει, κατά την έννοια της νομολογίας που παρατίθεται στη σκέψη 15 της παρούσας αποφάσεως.
Όσον αφορά το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς
– Επιχειρήματα των διαδίκων
20
Όσον αφορά την ερμηνεία του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς, η SNCM προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι επέβαλε στην Επιτροπή την υποχρέωση να προσδιορίσει τις οικονομικές δραστηριότητες του οικείου κράτους μέλους, «ιδίως σε γεωγραφικό και τομεακό επίπεδο», προκειμένου να τεκμηριώσει ότι η συμπεριφορά του κράτους αυτού αντιστοιχούσε σε εκείνη που θα υιοθετούσε ένας ιδιώτης επενδυτής υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς. Η εν λόγω αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το ενδεδειγμένο κριτήριο, όπως έχει γίνει δεκτό από τη νομολογία, για την εξέταση αυτή, είναι το κριτήριο του μεγέθους του επενδυτή και όχι το κριτήριο του τομέα στον οποίο δραστηριοποιείται ο επενδυτής. Έτσι, το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τη θεμελιώδη αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων σε συνάρτηση με το καθεστώς κυριότητας που θέτει το άρθρο 345 ΣΛΕΕ, το οποίο αποτελεί τη βάση του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή.
21
Η Corsica Ferries προβάλλει ότι δεν μπορεί να προσαφθεί στο Γενικό Δικαστήριο ότι απαίτησε τον τομεακό και γεωγραφικό προσδιορισμό των επίμαχων οικονομικών δραστηριοτήτων προκειμένου να μπορέσει να εξακριβώσει αν η Επιτροπή στήριξε πράγματι την εκτίμησή της για τα επίμαχα μέτρα στο «σύνολο των ληπτέων υπόψη συναφών στοιχείων».
22
Η Γαλλική Δημοκρατία προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε, κατ’ αρχήν, να λάβει υπόψη τον κίνδυνο αμαυρώσεως της καλής εικόνας του Δημοσίου ως παγκόσμιου οικονομικού παράγοντα στον ιδιωτικό τομέα στο πλαίσιο της εξετάσεως του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή. Εκτιμά, εξάλλου, ότι επιβάλλοντας την ύπαρξη αρκούντως εδραιωμένης, ή ακόμα και πάγιας, πρακτικής μεταξύ των επενδυτών του οικείου τομέα, επί τη βάσει αντικειμενικών και επαληθεύσιμων στοιχείων, το Γενικό Δικαστήριο δημιούργησε μία προϋπόθεση που υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο για την ορθή εφαρμογή του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή, όπως απαιτείται από τη νομολογία.
23
Η SNCM, συμφωνώντας επ’ αυτού με τη Γαλλική Δημοκρατία, θεωρεί ότι το Γενικό Δικαστήριο, επιλέγοντας στις σκέψεις 86, 87, 95 και 96 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, πλήρως νομολογιακά κριτήρια, όπως την εφαρμογή τομεακής και γεωγραφικής αναλύσεως, την απόδειξη αρκούντως εδραιωμένης πρακτικής και ένα υπέρμετρα υψηλό επίπεδο αποδείξεως για την τεκμηρίωση της υπάρξεως πιθανότητας έμμεσου υλικού οφέλους, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς.
24
Η SNCM προβάλλει, περαιτέρω, ότι το Γενικό Δικαστήριο, στις σκέψεις 101 έως 108 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, διαπιστώνοντας ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η συμπεριφορά του Γαλλικού Δημοσίου πήγαζε από την εύλογη πιθανότητα αποκομίσεως έμμεσου υλικού κέρδους, έστω και μακροπρόθεσμα, απαίτησε ένα υπέρμετρα υψηλό επίπεδο αποδείξεως. Για να καθοριστεί, όμως, αν η ιδιωτικοποίηση μιας δημόσιας επιχειρήσεως σε αρνητική τιμή πωλήσεως ενέχει στοιχεία κρατικής ενισχύσεως, θα έπρεπε να εκτιμηθεί αν, σε παρόμοιες συνθήκες, ένας ιδιώτης επενδυτής με οικονομική ισχύ ανάλογη προς αυτήν των οργανισμών του δημόσιου τομέα θα προχωρούσε σε εισφορές κεφαλαίων αυτού του μεγέθους ή αν, αντιθέτως, θα επέλεγε την εκκαθάρισή της.
25
Κατά την SNCM, το πιθανολογούμενο έμμεσο κέρδος που θα αποκόμιζε το Γαλλικό Δημόσιο από το επίμαχο μέτρο πρέπει να θεωρηθεί ότι αποδείχθηκε από τη σύγκριση του πιθανού κόστους της εκκαθάρισης με την αρνητική τιμή πώλησης.
26
Επιπλέον, σύμφωνα με την SNCM, το Γενικό Δικαστήριο απαίτησε ένα επίπεδο αποδείξεως που ήταν αδύνατο να επιτευχθεί στην πράξη. Η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι ήταν αδύνατο να προσδιορίσει ποσοτικώς με ακρίβεια τη βλάβη που θα υφίστατο σε περίπτωση υποβάθμισης της καλής εικόνας του Δημοσίου. Ένας τέτοιος ποσοτικός προσδιορισμός βασίζεται, ως εκ της φύσεώς του, σε δυσχερώς προβλέψιμα εκ των προτέρων στοιχεία, ιδίως λόγω του ότι θα έπρεπε να στηριχθεί στην αντίδραση των λοιπών οικονομικών φορέων, όπως οι πελάτες, οι χρήστες, οι προμηθευτές ή ακόμη και το προσωπικό της SNCM, αλλά επίσης και στην αντίδραση των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων.
27
Κατά την Corsica Ferries, το Γενικό Δικαστήριο εξάντλησε την πρακτική αποτελεσματικότητα του κριτηρίου του συνετού ιδιώτη επενδυτή, το οποίο θέτει ως προϋπόθεση να αποδειχθεί ότι η συμπεριφορά του κράτους μέλους στηρίζεται σε προοπτικές μακροπρόθεσμης αποδοτικότητας, δηλαδή να αποδειχθεί η μακροπρόθεσμη οικονομική ορθολογικότητα της συμπεριφοράς του αντίστοιχου κράτους. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο προσήψε στην Επιτροπή ότι δεν απέδειξε επαρκώς κατά νόμο, με την επίμαχη απόφαση, την εύλογη πιθανότητα να αποκομίσει το Γαλλικό Δημόσιο από την επίμαχη πράξη έμμεσο υλικό όφελος, έστω και μακροπρόθεσμο.
28
Όσον αφορά τον προσδιορισμό των οικονομικών δραστηριοτήτων του Γαλλικού Δημοσίου, η SNCM προβάλλει επίσης παραμόρφωση της αποφάσεως από το Γενικό Δικαστήριο, στο μέτρο που έκρινε ότι η Επιτροπή δεν προσδιόρισε επαρκώς κατά νόμο τις οικονομικές δραστηριότητες του Δημοσίου σε σχέση με τις οποίες έπρεπε να εξεταστεί η οικονομική ορθολογικότητα των επίμαχων μέτρων. Όσον αφορά τις έννοιες της «αρκούντως εδραιωμένης πρακτικής» και της «πάγιας πρακτικής», η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πάσχει, κατά την SNCM, από ελλιπή αιτιολόγηση, διότι το Γενικό Δικαστήριο δεν όρισε τις έννοιες αυτές.
– Εκτίμηση του Δικαστηρίου
29
Όπως προκύπτει από πάγια νομολογία, η συμμετοχή των δημοσίων αρχών στο κεφάλαιο μιας επιχειρήσεως, υπό οποιαδήποτε μορφή και αν γίνεται αυτό, μπορεί να συνιστά κρατική ενίσχυση, κατά την έννοια του άρθρου 87 ΕΚ, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου αυτού (αποφάσεις Ισπανία κατά Επιτροπής, C‑278/92 έως C‑280/92, EU:C:1994:325, σκέψη 20, καθώς και Ιταλία και SIM 2 Multimedia κατά Επιτροπής, C-328/99 και C‑399/00, EU:C:2003:252, σκέψη 36 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
30
Ωστόσο, κατά πάγια επίσης νομολογία, από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως δημόσιων και ιδιωτικών επιχειρήσεων προκύπτει ότι τα κεφάλαια που διατίθενται από το κράτος, άμεσα ή έμμεσα, σε μια επιχείρηση, υπό συνθήκες οι οποίες ανταποκρίνονται στους συνήθεις όρους της αγοράς, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως κρατικές ενισχύσεις (απόφαση Ιταλία και SIM 2 Multimedia κατά Επιτροπής, EU:C:2003:252, σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Έτσι, οι προϋποθέσεις για τον χαρακτηρισμό ενός μέτρου ως «ενισχύσεως», κατά την έννοια του άρθρου 107 ΣΛΕΕ, δεν πληρούνται όταν η επωφελούμενη δημόσια επιχείρηση θα μπορούσε, υπό συνθήκες που αντιστοιχούν στους συνήθεις όρους της αγοράς, να τύχει του ίδιου πλεονεκτήματος εκείνου του οποίου επωφελήθηκε μέσω της διαθέσεως κρατικών πόρων, της εκτιμήσεως αυτής πραγματοποιουμένης, όσον αφορά τις δημόσιες επιχειρήσεις με εφαρμογή, κατ’ αρχήν, του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή (βλ. απόφαση Επιτροπή κατά EDF, C‑124/10 P, EU:C:2012:318, σκέψη 78 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
31
Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ, αφενός, του ρόλου του Δημοσίου ως μετόχου επιχειρήσεως και, αφετέρου, του ρόλου του Δημοσίου όταν ενεργεί ως φορέας δημόσιας εξουσίας. Η δυνατότητα εφαρμογής του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή εξαρτάται, εν τέλει, από το αν το συγκεκριμένο κράτος μέλος χορηγεί οικονομικό πλεονέκτημα σε επιχείρηση που του ανήκει, με την ιδιότητά του ως μέτοχος και όχι με την ιδιότητά του ως φορέας δημόσιας εξουσίας (βλ. αποφάσεις Ισπανία κατά Επιτροπής, EU:C:1994:325, σκέψη 22, καθώς και Επιτροπή κατά EDF, EU:C:2012:318, σκέψεις 80 και 81).
32
Επομένως, πρέπει να εξακριβωθεί αν, υπό παρόμοιες περιστάσεις, ένας ιδιώτης επενδυτής οικονομικής ισχύος ανάλογης προς αυτήν των οργανισμών του δημόσιου τομέα θα μπορούσε να λάβει την απόφαση να προβεί σε εισφορές κεφαλαίων του ίδιου ύψους (απόφαση Ιταλία και SIM 2 Multimedia κατά Επιτροπής, EU:C:2003:252, σκέψη 38, και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
33
Για τους σκοπούς της παρούσας αναλύσεως, πρέπει να εκτιμηθεί αν ιδιώτης επενδυτής ευρισκόμενος σε κατάσταση όσο το δυνατόν παραπλήσια εκείνης του οικείου κράτους μέλους θα είχε λάβει το ίδιο μέτρο υπό τους συνήθεις όρους της αγοράς, δεδομένου ότι μόνο τα πλεονεκτήματα και οι υποχρεώσεις που συνδέονται με την ιδιότητα του Δημοσίου ως μετόχου, αποκλειομένων εκείνων που συνδέονται με την ιδιότητά του ως φορέα δημόσιας εξουσίας, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη (απόφαση Επιτροπή κατά EDF, EU:C:2012:318, σκέψη 79).
34
Εξάλλου, όταν δεν υπάρχει καμία δυνατότητα συγκρίσεως της καταστάσεως δημόσιας επιχειρήσεως με την κατάσταση ιδιωτικής επιχειρήσεως, οι «συνήθεις συνθήκες της αγοράς» πρέπει να εκτιμώνται σε σχέση με τα διαθέσιμα αντικειμενικά και επαληθεύσιμα στοιχεία (αποφάσεις Chronopost κ.λπ. κατά Ufex κ.λπ., C‑83/01 P, C‑93/01 P και C‑94/01 P, EU:C:2003:388, σκέψη 38, καθώς και Επιτροπή κατά EDF, EU:C:2012:318, σκέψεις 101 και 102).
35
Για τους σκοπούς της εκτιμήσεως του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 86 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι εναπόκειται στην Επιτροπή να προσδιορίσει τις οικονομικές δραστηριότητες του κράτους, ιδίως σε γεωγραφικό και τομεακό επίπεδο, σε σχέση με τις οποίες πρέπει να εκτιμηθεί η ορθότητα της μακροπρόθεσμης οικονομικής συμπεριφοράς του. Περαιτέρω, στις σκέψεις 95 έως 100 της αποφάσεως αυτής, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι για την εφαρμογή του κριτηρίου αυτού μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο μία «αρκούντως εδραιωμένη πρακτική» ή μία «πάγια πρακτική» των ιδιωτικών επιχειρήσεων.
36
Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι οι προϋποθέσεις αυτές δεν έχουν απόλυτη αξία, αλλά μπορούν, ενδεχομένως, να προσδιορίσουν τον ιδιώτη επενδυτή που θα ήταν συγκρίσιμος με τη δημόσια επιχείρηση για την οποία εφαρμόζεται το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή.
37
Με τη χρήση των όρων αυτών, το Γενικό Δικαστήριο δεν επέβαλε ειδικές προϋποθέσεις όσον αφορά τη φύση των αποδείξεων με τις οποίες μπορεί να αποδειχθεί ότι ένας λογικός ιδιώτης επενδυτής ευρισκόμενος σε κατάσταση όσο το δυνατόν παραπλήσια με εκείνη της δημόσιας επιχείρησης θα είχε καταβάλει την επίμαχη εισφορά κεφαλαίου, αλλά διαπίστωσε, στις σκέψεις 93 και 94 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή δεν είχε προσδιορίσει, επαρκώς κατά νόμο, τις οικονομικές δραστηριότητες του Γαλλικού Δημοσίου σε σχέση με τις οποίες έπρεπε να εκτιμήσει την οικονομική ορθολογικότητα των επίμαχων στη συγκεκριμένη περίπτωση μέτρων και ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν είχε τη δυνατότητα να ελέγξει τη μακροπρόθεσμη οικονομική ορθολογικότητα της αρνητικής τιμής πώλησης εν προκειμένω.
38
Το Γενικό Δικαστήριο προσδιόρισε ορθώς το κριτήριο της μακροπρόθεσμης οικονομικής ορθολογικότητας της αποφάσεως ενός κράτους μέλους να χορηγήσει οικονομικό πλεονέκτημα σε επιχείρηση, το οποίο πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να συντρέχει για να πληρούται το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή. Στο πλαίσιο αυτό, το Γενικό Δικαστήριο δεν παρέβη το άρθρο 345 ΣΛΕΕ.
39
Κατά τη νομολογία, όταν οι εισφορές κεφαλαίου πραγματοποιούνται από τον δημόσιο επενδυτή χωρίς να υπάρχει, ούτε καν μακροχρονίως, προοπτική αποδοτικότητας, πρέπει να θεωρούνται ως ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 107 ΣΛΕΕ, και η συμβατότητά τους με την κοινή αγορά πρέπει να εκτιμηθεί αποκλειστικά σε σχέση με τα κριτήρια που προβλέπει η διάταξη αυτή (βλ., συναφώς, απόφαση Ιταλία κατά Επιτροπής, C‑303/88, EU:C:1991:136, σκέψη 22).
40
Αντίθετα προς όσα υποστηρίζει η Γαλλική Δημοκρατία, το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 85 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, δεν απέκλεισε, κατ’ αρχήν, ότι η προστασία της εικόνας ενός κράτους μέλους που ενεργεί ως συνολικός επενδυτής στην οικονομία της αγοράς μπορεί να αποτελεί, αν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις και υφίσταται ιδιαίτερα πειστική αιτιολογία, στοιχείο προς απόδειξη της μακροπρόθεσμης οικονομικής ορθολογικότητας της αναλήψεως πρόσθετου κόστους, όπως οι συμπληρωματικές αποζημιώσεις απολύσεως.
41
Εντούτοις, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς διαπίστωσε, στη σκέψη 85 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι οι εν συντομία αναφορές στην εικόνα ενός κράτους μέλους, ως συνολικού παράγοντα, δεν επαρκούν για να στοιχειοθετηθεί η μη ύπαρξη ενισχύσεως, κατά την έννοια του δικαίου της Ένωσης.
42
Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως της SNCM δεν μπορεί επίσης να γίνει δεκτός, καθόσον προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι επέβαλε στην Επιτροπή, στις σκέψεις 101 έως 108 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ένα υπέρμετρα υψηλό επίπεδο αποδείξεως του ότι η συμπεριφορά του Γαλλικού Δημοσίου δικαιολογούνταν από την εύλογη πιθανότητα αποκομίσεως εμμέσου υλικού κέρδους, έστω και μακροπρόθεσμα. Συναφώς, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή περιορίστηκε στο επιχείρημα ότι η εικόνα του Γαλλικού Δημοσίου θα πλήττονταν λόγω των κοινωνικών αναταραχών. Όμως, λαμβανομένων υπόψη των διαπιστώσεων που προεκτέθηκαν ιδίως στη σκέψη 41 της παρούσας αποφάσεως, το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
43
Έτσι, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς διαπίστωσε, στη σκέψη 108 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι η μακροπρόθεσμη οικονομική ορθολογικότητα της συμπεριφοράς του Γαλλικού Δημοσίου δεν αποδείχθηκε επαρκώς κατά νόμο.
44
Όσον αφορά το επιχείρημα της SNCM περί παραμορφώσεως του περιεχομένου της αποφάσεως, η SNCM δεν απέδειξε ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της αποφάσεως της Επιτροπής, ότι δηλαδή την ερμήνευσε κατά τρόπο προδήλως εσφαλμένο.
45
Όσον αφορά τη μομφή της SNCM κατά την οποία το Γενικό Δικαστήριο δεν τήρησε την υποχρέωση αιτιολογήσεως, διότι δεν προσδιόρισε τις έννοιες της «αρκούντως εδραιωμένης πρακτικής» και της «πάγιας πρακτικής», επιβάλλεται η διαπίστωση, στην οποία προέβη και ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 62 των προτάσεών του, ότι αυτές οι εκφράσεις είναι αρκούντως σαφείς και αναφέρονται σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, και ότι γίνεται ευκόλως αντιληπτό ότι ένα μόνον ή ορισμένα παραδείγματα δεν δύνανται να συνιστούν «αρκούντως εδραιωμένη» ή «πάγια πρακτική».
46
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως αντλούμενου από πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά την εισφορά κεφαλαίου ύψους 8,75 εκατομμυρίων ευρώ
Επιχειρήματα των διαδίκων
47
Η SNCM υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της επίμαχης αποφάσεως διότι παρέλειψε να λάβει υπόψη, κατά την εκτίμηση της συγκρισιμότητας των όρων επενδύσεως των ταυτόχρονων εισφορών κεφαλαίου, το σύνολο των κρίσιμων στοιχείων, ιδίως τα ζητήματα της σταθερής αποδοτικότητας και των επιπτώσεων της ρήτρας υπαναχωρήσεως.
48
Κατά την SNCM, η Επιτροπή ανέλυσε ορθώς το ζήτημα της σταθερής αποδοτικότητας στις αιτιολογικές σκέψεις 361 έως 363 της επίμαχης αποφάσεως. Έτσι, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι μία σταθερή απόδοση ύψους 10 % της επενδύσεως σε κεφάλαιο του Δημοσίου στην SNCM συνιστούσε ικανοποιητική μακροπρόθεσμη απόδοση των επενδυμένων κεφαλαίων για έναν ιδιώτη επενδυτή.
49
Επιπλέον, σύμφωνα με την SNCM, η Επιτροπή ορθώς διευκρίνισε τον λόγο για τον οποίο έκρινε ότι η ρήτρα υπαναχώρησης δεν υπονομεύει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των επενδυτών. Συγκεκριμένα, αντιθέτως προς όσα έκρινε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 127 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, η Επιτροπή ορθώς επισήμανε ότι η ρήτρα αυτή δεν αφορούσε την ταυτόχρονη επένδυση των ιδιωτών αγοραστών και του Δημοσίου στην ιδιωτικοποιημένη SNCM, αλλά την ολοκληρωτική μεταβίβαση της SNCM στους ιδιώτες αγοραστές. Η ρήτρα υπαναχώρησης συνδέεται επομένως με τη μεταβίβαση της SNCM και έπρεπε να αναλυθεί στο πλαίσιο αυτό και, υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της αναλύσεως της ταυτόχρονης επένδυσης του Δημοσίου και των ιδιωτών αγοραστών που πραγματοποιήθηκε κατά το πέρας της εν λόγω μεταβιβάσεως.
50
Η SNCM εκτιμά ότι η ρήτρα υπαναχώρησης αποτιμήθηκε τη στιγμή της μεταβιβάσεως της SNCM στην αρνητική τιμή των 158 εκατομμυρίων ευρώ. Εφόσον η μεταβίβαση της SNCM έγινε στην αγοραία τιμή, η ρήτρα υπαναχώρησης αποτιμήθηκε στην εν λόγω τιμή μεταβίβασης και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι προσέδωσε πλεονέκτημα στους αγοραστές. Επομένως, δεν χρειάζεται να ληφθεί υπόψη κατά τον χρόνο της εκτιμήσεως αν η ταυτόχρονη επένδυση του Γαλλικού Δημοσίου τηρεί την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των επενδυτών, διότι έτσι θα αποτιμηθεί εις διπλούν η εν λόγω ρήτρα.
51
Όσον αφορά τη συνεκτίμηση του πλαισίου της ιδιωτικοποίησης της επιχείρησης στο οποίο εντάσσεται η εισφορά των 8,75 εκατομμυρίων ευρώ στο κεφάλαιο της SNCM, η SNCM εκτιμά ότι οι δεσμεύσεις που αντιστοιχούν στα μέτρα που έλαβε το Γαλλικό Δημόσιο στο πλαίσιο της ιδιωτικοποίησης της SNCM, δηλαδή η αρνητική τιμή των 158 εκατομμυρίων ευρώ και η προκαταβολή ύψους 38,5 εκατομμυρίων ευρώ σε τρεχούμενο λογαριασμό, δεν πρέπει να ληφθούν εκ νέου υπόψη στο πλαίσιο της εκτιμήσεως της εν λόγω εισφοράς κεφαλαίου. Η εκ νέου λήψη υπόψη της αρνητικής τιμής και της εισφοράς κεφαλαίου για την εκτίμηση της προκαταβολής σε τρεχούμενο λογαριασμό θα ισοδυναμούσε με διπλή λήψη υπόψη της εν λόγω τιμής και της εισφοράς.
52
Η Γαλλική Δημοκρατία προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο που αντλείται από παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, κρίνοντας ότι η Επιτροπή δεν είχε λάβει υπόψη το σύνολο των κρίσιμων στοιχείων στο πλαίσιο της αναλύσεώς της όσον αφορά τη συγκρισιμότητα της εισφοράς κεφαλαίου της CGMF, δημόσιου μετόχου της SNCM, ύψους 8,75 εκατομμυρίων ευρώ, και εκείνης των ιδιωτών αγοραστών, ύψους 26,25 εκατομμυρίων ευρώ, και ότι η Επιτροπή έπρεπε να λάβει υπόψη τη ρήτρα υπαναχώρησης από τη μεταβίβαση η οποία συμφωνήθηκε υπέρ των ιδιωτών αγοραστών στο πλαίσιο της ιδιωτικοποιήσεως της SNCM.
53
Η Corsica Ferries προβάλλει ότι η αποτίμηση της ρήτρας υπαναχώρησης, κατά τη στιγμή της μεταβιβάσεως, στην αρνητική τιμή των 158 εκατομμυρίων ευρώ δεν ασκεί επιρροή στη συλλογιστική του Γενικού Δικαστηρίου και στο γεγονός ότι η Επιτροπή δεν ανέλυσε σε βάθος, με την επίδικη απόφαση, τον οικονομικό αντίκτυπο της εν λόγω ρήτρας έτσι ώστε, εάν ο εν λόγω αντίκτυπος είχε ληφθεί υπόψη, πράγμα που δεν συνέβη, στην προεκτεθείσα αρνητική τιμή, η Επιτροπή θα έπρεπε να παράσχει εξηγήσεις με σαφήνεια και διαφάνεια.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
54
Παρατηρείται ότι το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 117 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ορθώς διαπίστωσε ότι το γεγονός απλώς ότι η εισφορά κεφαλαίου πραγματοποιήθηκε από κοινού και ταυτόχρονα με τους ιδιώτες επενδυτές δεν αποκλείει αυτομάτως τον χαρακτηρισμό της ως κρατικής ενισχύσεως. Προς τούτο πρέπει να ληφθούν υπόψη και άλλα στοιχεία, όπως η αρχή της ίσης μεταχείρισης των ιδιωτών μετόχων και των μετόχων του δημόσιου τομέα.
55
Στη σκέψη 130 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο συμπέρανε ότι η ρήτρα υπαναχώρησης από τη σύμβαση μεταβιβάσεως μπορεί, τουλάχιστον, να εξαλείψει κάθε κίνδυνο των ιδιωτών αγοραστών σε περίπτωση επελεύσεως ενός εκ των συμβάντων που ενεργοποιούν τον κίνδυνο και ότι η εν λόγω ρήτρα μπορεί, επομένως, να αποτιμηθεί οικονομικά. Κατά το Γενικό Δικαστήριο, η ρήτρα αυτή ενδέχεται, ως εκ τούτου, να μεταβάλει το είδος κινδύνου των εισφορών κεφαλαίου των ιδιωτών αγοραστών και της CGMF και να θέσει υπό αμφισβήτηση το συγκρίσιμο των όρων επενδύσεως.
56
Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι αναιρεσείουσες δεν απέδειξαν ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε συναφώς σε πλάνη περί το δίκαιο.
57
Το επιχείρημα ότι η ρήτρα υπαναχώρησης αποτιμήθηκε στην τιμή μεταβιβάσεως της SNCM και ότι η ρήτρα αυτή δεν μπορούσε πλέον να ληφθεί υπόψη κατά την εκτίμηση της συγκρισιμότητας των εισφορών κεφαλαίου από τους ιδιώτες μετόχους και από τους μετόχους του δημόσιου τομέα πρέπει να απορριφθεί.
58
Συγκεκριμένα, όπως αναφέρει το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 111 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, η εν λόγω κοινή και ταυτόχρονη εγγραφή προβλεπόταν στο πρωτόκολλο συμφωνίας της οικείας μεταβιβάσεως. Επομένως, είναι σαφές ότι η επίμαχη εισφορά κεφαλαίου είχε προβλεφθεί στο πλαίσιο της μερικής ιδιωτικοποιήσεως της SNCM.
59
Όπως αναγνωρίζει η Γαλλική Δημοκρατία, σε περίπτωση ενεργοποιήσεως της ρήτρας υπαναχωρήσεως, ο αρχικός μέτοχος που μεταβίβασε τη συμμετοχή του στον αγοραστή θα έπρεπε να του επιστρέψει την εισφορά κεφαλαίου και έτσι, αντίθετα προς τον αρχικό μέτοχο, ο αγοραστής θα είχε τη δυνατότητα να αναλάβει την εισφορά κεφαλαίου σε περίπτωση ενεργοποιήσεως της ρήτρας υπαναχώρησης και να απεμπλακεί από την εν λόγω δημόσια επιχείρηση.
60
Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι προφανές ότι η ρήτρα υπαναχώρησης μπορούσε να επηρεάσει στους όρους της ανακεφαλαιοποιήσεως αυτής και να επηρεάσει τους όρους συγκρισιμότητας.
61
Δεδομένου ότι το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε στοιχεία τέτοιου επηρεασμού, ορθώς συμπέρανε ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε, με την επίμαχη απόφαση, να μην προβεί σε εμπεριστατωμένη ανάλυση του οικονομικού αντικτύπου της ρήτρας υπαναχώρησης από τη σύμβαση μεταβιβάσεως. Όπως υπογράμμισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 115 των προτάσεών του, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς διαπίστωσε ότι η Επιτροπή δεν είχε καθόλου ή δεν είχε επαρκώς θεμελιώσει την απόφασή της στην ίση μεταχείριση των δημοσίων και ιδιωτικών επενδύσεων στην SNCM.
62
Επομένως, χωρίς να εξεταστεί το ζήτημα της εκτιμήσεως της αποδοτικότητας της εισφοράς κεφαλαίου της CGMF, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως, αντλούμενου από πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά την ενίσχυση σε πρόσωπα ύψους 38,5 εκατομμυρίων ευρώ
Επιχειρήματα των διαδίκων
63
Κατά την SNCM, το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της επίμαχης αποφάσεως κρίνοντας ότι η Επιτροπή είχε υποστηρίξει ότι το γεγονός ότι το επίμαχο μέτρο δεν απέρρεε από αυστηρά δεσμευτικές νόμιμες και συμβατικές υποχρεώσεις ήταν, εκ φύσεως, ικανό να αποκλείσει τον χαρακτήρα του ως κρατική ενίσχυση, κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ.
64
Το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, θίγοντας το περιθώριο εκτιμήσεως το οποίο διαθέτει η Επιτροπή κατά την εκτίμηση περίπλοκων οικονομικών καταστάσεων. Διαπιστώνοντας, στη σκέψη 144 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι «η ύπαρξη δεσμευμένου λογαριασμού μπορεί να λειτουργήσει ως κίνητρο για τους εργαζομένους της SNCM να αποχωρήσουν από την επιχείρηση ή, έστω, να αποχωρήσουν χωρίς να διαπραγματευτούν την αποχώρησή τους, ειδικότερα όσον αφορά την ενδεχόμενη χορήγηση συμπληρωματικών αποζημιώσεων απολύσεως [...], πράγμα που σε κάθε περίπτωση θα δημιουργούσε έμμεσο οικονομικό πλεονέκτημα υπέρ της SNCM», το Γενικό Δικαστήριο υπερέβη τα όρια του ελέγχου της πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως που απαιτείται κατά την εξέταση των περίπλοκων οικονομικών καταστάσεων.
65
Το Γενικό Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε επαρκώς την απόφασή του όσον αφορά το πλεονέκτημα που αποκόμισε η SNCM. Συγκεκριμένα, από την ανάλυσή του όσον αφορά τον δεσμευμένο λογαριασμό, στη σκέψη 144 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, δεν γίνονται κατανοητοί οι λόγοι για τους οποίους η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως μη χαρακτηρίζοντας τα μέτρα ενισχύσεως σε πρόσωπα ως «κρατική ενίσχυση».
66
Επιπλέον, η SNCM και η Γαλλική Δημοκρατία εκτιμούν ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πάσχει από ελλιπή αιτιολόγηση. Το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε τη διαπίστωση της Επιτροπής κατά την οποία, «ακόμη και αν προστεθεί το ποσό των 38,5 εκατομμυρίων ευρώ στην εισφορά κεφαλαίου του κράτους ύψους 142,5 εκατομμυρίων ευρώ, η αναπροσαρμοσμένη αρνητική τιμή πώλησης, ήτοι τα 196 εκατομμύρια ευρώ εξακολουθεί να είναι κατά πολύ χαμηλότερη από το κόστος ενδεχόμενης δικαστικής εκκαθάρισης της SNCM». Όμως, η Επιτροπή απέδειξε ότι το κόστος της εκκαθάρισης θα ήταν πολύ υψηλότερο για το Γαλλικό Δημόσιο από την αρνητική τιμή, ακόμη και αν προστίθετο το ποσό των ενισχύσεων σε πρόσωπα.
67
Συναφώς, χαρακτηρίζοντας τα μέτρα ενισχύσεως σε πρόσωπα ύψους 38,5 εκατομμυρίων ευρώ ως «κρατική ενίσχυση», κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, χωρίς να εξακριβώσει, επικουρικώς, αν τα μέτρα αυτά ανταποκρίνονταν ή όχι στο κριτήριο του συνετού ιδιώτη επενδυτή, το Γενικό Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε την απόφασή του επαρκώς κατά νόμο.
68
Η Corsica Ferries προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο επέκρινε την Επιτροπή ακριβώς επειδή αυτή δεν μπόρεσε να προσδιορίσει τη συνήθη εφαρμογή του συστήματος των συμπληρωματικών κοινωνικών αποζημιώσεων λόγω λύσεως της συμβάσεως εργασίας σε σχέση με τον μηχανισμό του δεσμευμένου λογαριασμού.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
69
Βάσει των εκτιθέμενων στις σκέψεις 14 έως 16 της παρούσας αποφάσεως, το Δικαστήριο κρίνει ότι η εξέταση που πραγματοποίησε το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 144 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, είναι σύμφωνη με το επίπεδο ελέγχου που υποχρεούται να τηρεί.
70
Όσον αφορά το επιχείρημα της SNCM και της Γαλλικής Δημοκρατίας ότι το Γενικό Δικαστήριο έπρεπε να εξακριβώσει, επικουρικώς, αν το ποσό των 38,5 εκατομμυρίων ευρώ μπορούσε να δικαιολογηθεί βάσει του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο δεν δέχθηκε τον πρώτο λόγο ακυρώσεως που αφορούσε τον χαρακτηρισμό των συμπληρωματικών αποζημιώσεων απολύσεως, ύψους 158 εκατομμυρίων ευρώ.
71
Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας, στο σημείο 132 των προτάσεών του, το ποσό των 38,5 εκατομμυρίων ευρώ στον δεσμευμένο λογαριασμό προοριζόταν επίσης για να καταβληθούν, ενδεχομένως, οι συμπληρωματικές αποζημιώσεις απολύσεως.
72
Οι αναιρεσείουσες πάντως δεν προβάλλουν κανένα επιχείρημα το οποίο να τεκμηριώνει ότι το ποσό αυτό των 38,5 εκατομμυρίων ευρώ είναι διαφορετικής φύσεως από το ποσό των 158 εκατομμυρίων ευρώ, το οποίο εκτιμήθηκε στο πλαίσιο της εξετάσεως του πρώτου λόγου αναιρέσεως, όσον αφορά την εφαρμογή του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή.
73
Όσον αφορά τους λόγους που παρέθεσε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 122 έως 137 των προτάσεών του, το Δικαστήριο κρίνει ότι το Γενικό Δικαστήριο, κατά την ανάλυση των διαπιστώσεων και των επιχειρημάτων που αφορούν τον λόγο αυτόν, δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο της επίμαχης αποφάσεως και αιτιολόγησε επαρκώς κατά νόμο την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
74
Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, αντλούμενου από πλάνη περί το δίκαιο σχετικά με το υπόλοιπο αναδιαρθρώσεως ύψους 15,81 εκατομμυρίων ευρώ
Επιχειρήματα των διαδίκων
75
Η SNCM και η Γαλλική Δημοκρατία θεωρούν ότι η συλλογιστική του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με το υπόλοιπο αναδιαρθρώσεως ύψους 15,81 εκατομμυρίων ευρώ είναι εσφαλμένη.
76
Οι αναιρεσείουσες προβάλλουν ότι η συλλογιστική του Γενικού Δικαστηρίου, στις σκέψεις 148 έως 153 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, βασίστηκε στην παραδοχή ότι η Επιτροπή θεώρησε ότι το σχέδιο του 2006 δεν περιείχε στοιχεία που συνιστούσαν κρατικές ενισχύσεις. Έτσι, με τις αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες επιχειρούν να αποδείξουν ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε, με την ανάλυσή του επί των μέτρων του σχεδίου του 2006, σε πλάνη περί το δίκαιο και δεν τήρησε την υποχρέωση αιτιολογήσεως.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
77
Όπως προκύπτει από τα δικόγραφα των αναιρεσειουσών, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως εξαρτάται από την απόφαση του Δικαστηρίου να δεχθεί τους προηγούμενους λόγους που προβάλλονται προς στήριξη των εν λόγω αιτήσεων αναιρέσεως.
78
Όμως, στις σκέψεις 39, 55 και 66 της παρούσας αποφάσεως, το Δικαστήριο απέρριψε τον πρώτο έως και τρίτο λόγο αναιρέσεως και επικύρωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
79
Υπό τις συνθήκες αυτές, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να εξεταστούν τα επιχειρήματα που προέβαλαν οι αναιρεσείουσες, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής.
80
Εφόσον δεν έγινε δεκτός κανείς από τους λόγους αναιρέσεως που προέβαλαν οι αναιρεσείουσες, οι αιτήσεις αναιρέσεως στις υποθέσεις C-533/12 P και C‑536/12 P πρέπει να απορριφθούν.
Επί των δικαστικών εξόδων
81
Δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι αβάσιμη, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων. Το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο έχει εφαρμογή στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, ορίζει ότι ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
82
Επειδή η Corsica Ferries ζήτησε να καταδικαστούν η SNCM και η Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα και αυτές ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει τις αιτήσεις αναιρέσεως.
2)
Η Société nationale maritime Corse-Méditerranée (SNCM) SA και η Γαλλική Δημοκρατία φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους, καθώς και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Corsica Ferries France SAS, ισομερώς.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy