ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ένατο τμήμα)
της 7ης Νοεμβρίου 2013 (*)
«Αίτηση αναιρέσεως — ΕΓΤΠΕ — Τμήμα Εγγυήσεων — Εκκαθάριση των λογαριασμών των οργανισμών πληρωμής ορισμένων κρατών μελών όσον αφορά τις δαπάνες που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο — Ποσά που η Ελληνική Δημοκρατία οφείλει να ανακτήσει δεδομένου ότι δεν τα ανέκτησε εντός της ταχθείσας προθεσμίας — Παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων»
Στην υπόθεση C‑547/12 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατατεθείσα στις 28 Νοεμβρίου 2012,
Ελληνική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον I. Χαλκιά και τη Σ. Παπαϊωάννου, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
αναιρεσείουσα,
όπου ο έτερος διάδικος είναι η:
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την Ε. Τσερέπα-Lacombe και τον Δ. Τριανταφύλλου, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Safjan, πρόεδρο τμήματος, J. Malenovský και A. Prechal (εισηγήτρια), δικαστές,
γενική εισαγγελέας: E. Sharpston
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς την ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την αίτησή της αναιρέσεως, η Ελληνική Δημοκρατία ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 10ης Οκτωβρίου 2012, T‑158/09, Ελλάδα κατά Επιτροπής (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία απορρίφθηκε εν μέρει η προσφυγή που είχε ασκήσει για την ακύρωση ή μεταρρύθμιση της αποφάσεως Ε(2009) 810 τελικό της Επιτροπής, της 13ης Φεβρουαρίου 2009, σχετικά με τη δημοσιονομική αντιμετώπιση στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των δαπανών που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, σε ορισμένες υποθέσεις παρατυπιών που διαπράττονται από επιχειρηματίες, κατά το μέρος που η απόφαση αυτή αποκλείει από την κοινοτική χρηματοδότηση και καταλογίζει στην Ελληνική Δημοκρατία ποσό 13 348 979,02 ευρώ (στο εξής: επίμαχη απόφαση).
Το νομικό πλαίσιο
2 Ο κανονισμός (ΕΚ) 1290/2005 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 2005, για τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ L 209, σ. 1), ορίζει στο άρθρο του 32, παράγραφος 8:
«[...] η Επιτροπή δύναται να αποφασίσει να αποκλείσει από την κοινοτική χρηματοδότηση τα ποσά που έχουν καταλογιστεί στον κοινοτικό προϋπολογισμό στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) […] εφόσον διαπιστώσει ότι οι παρατυπίες ή η απουσία ανάκτησης οφείλονται σε παρατυπίες ή αμέλεια που μπορούν να αποδοθούν στις διοικητικές ή άλλες υπηρεσίες ή σε οργανισμούς των κρατών μελών·
[...]».
Το ιστορικό της διαφοράς και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
3 Με την επίμαχη απόφαση, η Επιτροπή, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 32, παράγραφος 8, του κανονισμού 1290/2005, απέκλεισε από την κοινοτική χρηματοδότηση και καταλόγισε στην Ελληνική Δημοκρατία συνολικό ποσό 13 348 979,02 ευρώ. Το ποσό αυτό συνδεόταν με δεκατρείς υποθέσεις σχετικές με περιπτώσεις παρατυπιών που είχαν ανακοινωθεί από αυτό το κράτος μέλος στην Επιτροπή. Στις υποθέσεις αυτές περιλαμβανόταν η υπόθεση υπό τα στοιχεία αναφοράς EL/1995/017 (Μαγρίζος II, στο εξής: υπόθεση αριθ. 4), για ποσό 276 347,86 ευρώ.
4 Με εισαγωγικό δίκης έγγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου [νυν Γενικού Δικαστηρίου] στις 14 Απριλίου 2009, η Ελληνική Δημοκρατία άσκησε προσφυγή με αίτημα την ακύρωση ή μεταρρύθμιση της επίμαχης αποφάσεως.
5 Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε την προσφυγή όσον αφορά δύο από τις δεκατρείς υποθέσεις που αποτελούν αντικείμενο της επίμαχης αποφάσεως και απέρριψε την προσφυγή όσον αφορά τις ένδεκα λοιπές υποθέσεις, στις οποίες περιλαμβάνεται η υπόθεση αριθ. 4.
6 Όσον αφορά την υπόθεση αριθ. 4, το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ως ακολούθως στις σκέψεις 119 έως 127 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως:
«119 Στην υπόθεση αριθ. 4 […] η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η Ελληνική Δημοκρατία επέδειξε αμέλεια επειδή δεν κίνησε μια νομικώς έγκυρη διαδικασία ανακτήσεως εντός τεσσάρων ετών από την πρώτη ένδειξη παρατυπίας.
120 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η υπόθεση εκείνη αφορά ποσά που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως κατά την περίοδο 1992-1993 και ότι μια πρώτη απόφαση καταλογισμού εκδόθηκε κατά του οφειλέτη, της εκκοκκιστικής εταιρίας Μαγρίζος AE, από τον πρόεδρο του οργανισμού βάμβακος στις 5 Απριλίου 1995 [στο εξής: πρώτη απόφαση καταλογισμού].
121 Κατόπιν ενδίκων βοηθημάτων που άσκησε ο οφειλέτης, ο τελευταίος πέτυχε την ακύρωση της αποφάσεως καταλογισμού, λόγω, κατά τα συναγόμενα από τη δικογραφία και μη αντικρουόμενα από την Ελληνική Δημοκρατία, αναρμοδιότητας του εκδότη της προσβληθείσας αποφάσεως.
122 Εν τω μεταξύ, η Ελληνική Δημοκρατία επανεκκίνησε τη διαδικασία, με νέα απόφαση καταλογισμού η οποία εκδόθηκε από το Υπουργείο Γεωργίας στις 19 Ιουλίου 1999.
123 Κατόπιν ενδίκων βοηθημάτων που άσκησε ο οφειλέτης, ο τελευταίος πέτυχε εκ νέου τη δικαστική ακύρωση της αποφάσεως για λόγους που, όπως η Ελληνική Δημοκρατία εκθέτει στο δικόγραφο της προσφυγής, είναι τυπικοί.
124 Όπως στην υπόθεση αριθ. 3, διαπιστώνεται ότι το γεγονός ότι η πρώτη απόφαση καταλογισμού ακυρώθηκε λόγω αναρμοδιότητας του εκδότη της αποδεικνύει αμέλεια της Ελληνικής Δημοκρατίας, υπό την έννοια του άρθρου 32, παράγραφος 8, του κανονισμού 1290/2005.
125 Όσο για την ακύρωση της δεύτερης αποφάσεως καταλογισμού, επισημαίνεται ότι η ακύρωση αυτή πραγματοποιήθηκε για λόγους καταλογιστέους στην Ελληνική Δημοκρατία οι οποίοι, σε αντίθεση με την υπόθεση αριθ. 3, δεν επηρεάζουν τη βασιμότητα των αποτελεσμάτων του ελέγχου που οδήγησε στη διαπίστωση παρατυπίας.
126 Έτσι, το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας ότι “δεν υφίσταται παρατυπία” διαπραχθείσα από τη συγκεκριμένη επιχείρηση είναι εσφαλμένο. Συγκεκριμένα, η “έλλειψη παρατυπίας” την οποία επικαλείται η Ελληνική Δημοκρατία ουδόλως προκύπτει από το ότι η συγκεκριμένη επιχείρηση δεν διέπραξε παρατυπία, αλλά αποκλειστικά από το ότι, λόγω της αμέλειας της Ελληνικής Δημοκρατίας, δεν εκδόθηκε καμία νομικώς έγκυρη απόφαση καταλογισμού.
127 Από τις ανωτέρω κρίσεις προκύπτει ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν μπόρεσε, με τον υπό εξέταση λόγο, να κλονίσει τη βασιμότητα της εκτιμήσεως της Επιτροπής όσον αφορά την αμέλεια αυτού του κράτους μέλους στο πλαίσιο της υποθέσεως αριθ. 4 και την απόφαση του θεσμικού αυτού οργάνου να της καταλογίσει τις οικονομικές συνέπειες της μη ανακτήσεως.»
Τα αιτήματα των διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου
7 Με την αίτησή της αναιρέσεως, η Ελληνική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που, με αυτήν, το Γενικό Δικαστήριο δεν δέχθηκε την αιτίασή της σχετικά με την υπόθεση αριθ. 4 και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
8 Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη της Ελληνικής Δημοκρατίας στα δικαστικά έξοδα.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
9 Η Ελληνική Δημοκρατία διατυπώνει ένα και μοναδικό λόγο αναιρέσεως ο οποίος αφορά τις σκέψεις 119 έως 127 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως και με τον οποίο προβάλλεται παραμόρφωση, από το Γενικό Δικαστήριο, των αποδεικτικών στοιχείων που περιλαμβάνονταν στη δικογραφία που υποβλήθηκε στο τελευταίο.
10 Κατ’ αυτό το κράτος μέλος, από το κείμενο της αποφάσεως 1047/2001, της 31ης Μαΐου 2001, του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς (στο εξής: απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς) προκύπτει σαφώς ότι το δικαστήριο αυτό δέχθηκε την προσφυγή κατά της πρώτης αποφάσεως καταλογισμού όχι λόγω αναρμοδιότητας του εκδώσαντος αυτήν ελληνικού οργανισμού βάμβακος, όπως εσφαλμένως έκρινε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 121 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, αλλά επειδή το εθνικό αυτό δικαστήριο εκτίμησε ότι τα στοιχεία που απέρρεαν από την πρώτη απόφαση καταλογισμού και από τον φάκελο της υποθέσεως δεν απεδείκνυαν την ύπαρξη παρατυπίας που να είχε διαπραχθεί από την περί ης πρόκειται επιχείρηση.
11 Κατά το εν λόγω κράτος μέλος, εσφαλμένως το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε εντεύθεν, στη σκέψη 124 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι η πρώτη απόφαση καταλογισμού δεν συνιστά μια νομικώς έγκυρη διαδικασία ανακτήσεως για λόγους καταλογιστέους στις ελληνικές αρχές και, στη σκέψη 126 της ίδιας αποφάσεως, ότι από την απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς δεν προκύπτει ότι το τελευταίο έκρινε ότι δεν υπήρξε καμία παρατυπία.
12 Εν προκειμένω, πρέπει να υπομνησθεί ότι η παραμόρφωση αποδεικτικών στοιχείων πρέπει να προκύπτει προδήλως από τα έγγραφα της δικογραφίας, χωρίς να είναι αναγκαίο να πραγματοποιηθεί νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδείξεων (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 27ης Οκτωβρίου 2011, C‑47/10 P, Αυστρία κατά Scheucher-Fleisch κ.λπ., Συλλογή 2011, σ. I‑10707, σκέψη 59 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 19ης Δεκεμβρίου 2012, C‑445/11 P, Bavaria κατά Επιτροπής, σκέψη 28).
13 Περί αυτού πρόκειται στην υπό κρίση υπόθεση. Πράγματι, από απλή ανάγνωση της αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς προκύπτει ότι, αντιθέτως προς αυτό που το Γενικό Δικαστήριο έκρινε στη σκέψη 121 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, η πρώτη απόφαση καταλογισμού στην υπόθεση αριθ. 4 ακυρώθηκε από το εθνικό αυτό δικαστήριο όχι λόγω αναρμοδιότητας του οργάνου που την εξέδωσε, αλλά λόγω πλημμελούς αιτιολογίας της.
14 Πρέπει να εξακριβωθεί αν, παρά αυτή την παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων, το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως είναι βάσιμο για νομικούς λόγους άλλους από εκείνους που έγιναν δεκτοί από το Γενικό Δικαστήριο, στην περίπτωση δε αυτή είναι απορριπτέα η αίτηση αναιρέσεως (βλ., στο ίδιο πνεύμα, απόφαση της 18ης Ιουλίου 2013, C‑584/10 P, C‑593/10 P και C‑595/10 P, Επιτροπή κ.λπ. κατά Kadi, σκέψη 150).
15 Όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, από την απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς προκύπτει ότι η πρώτη απόφαση καταλογισμού ακυρώθηκε από το τελευταίο επειδή δεν έφερε επαρκή και νόμιμη αιτιολογία.
16 Εν προκειμένω, στην απόφασή του, το εθνικό αυτό δικαστήριο διαπίστωσε ότι ούτε από την εν λόγω απόφαση καταλογισμού ούτε από τα άλλα στοιχεία προέκυπταν τα συγκεκριμένα δεδομένα που ελήφθησαν υπόψη. Ειδικότερα, κατά το εν λόγω δικαστήριο, δεν είχε γίνει μνεία της μεθόδου που είχε εφαρμοστεί για τον υπολογισμό της ποσότητας μη εκκοκκισμένου βάμβακος έτσι ώστε να μπορέσει να αξιολογηθεί η ακρίβεια του ελέγχου και των αποτελεσμάτων του, δεν είχαν διευκρινιστεί τα αριθμητικά στοιχεία όσον αφορά τον μέσο όρο αποδόσεως σε ίνες και της πραγματικής αποδόσεως του εκκοκκιστηρίου και δεν είχε αναφερθεί η συνολική ποσότητα του εισαχθέντος βάμβακος, μολονότι τα πληροφοριακά αυτά στοιχεία ήσαν αναγκαία για την εξακρίβωση της συνδρομής των προϋποθέσεων του καταλογισμού.
17 Πάντως, λαμβανομένων υπόψη αυτών των κενών στην αιτιολογία της πρώτης αποφάσεως καταλογισμού, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, στη σκέψη 126 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι ακριβώς λόγω αμέλειας της Ελληνικής Δημοκρατίας ουδεμία νομικώς έγκυρη απόφαση καταλογισμού εκδόθηκε σχετικά με την εκκοκκιστική εταιρία Μαγρίζος ΑΕ.
18 Κατά συνέπεια, από το σύνολο των ανωτέρω κρίσεων προκύπτει ότι ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως που προέβαλε η Ελληνική Δημοκρατία δεν δύναται να γίνει δεκτός και, επομένως, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
19 Δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι αβάσιμη το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων. Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του ίδιου Κανονισμού, το οποίο έχει εφαρμογή στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει της παραγράφου 1 του εν λόγω άρθρου 184, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Ελληνικής Δημοκρατίας στα δικαστικά έξοδα και η τελευταία ηττήθηκε όσον αφορά τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως που προέβαλε, η Ελληνική Δημοκρατία πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (ένατο τμήμα) αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
Full & Egal Universal Law Academy