ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 19ης Ιουνίου 2014 ( *1 )
«Προδικαστική παραπομπή — Δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών — Οδηγία 2002/19/ΕΚ — Άρθρο 2, στοιχείο αʹ — Πρόσβαση ή χρήση ειδικών στοιχείων του δικτύου και συναφών ευκολιών — Άρθρα 5, 8, 12 και 13 — Αρμοδιότητα των εθνικών κανονιστικών αρχών — Υποχρέωση σχετικά με την πρόσβαση ή χρήση ειδικών στοιχείων του δικτύου και συναφών ευκολιών — Επιχείρηση με σημαντική ισχύ σε συγκεκριμένη αγορά — Σύνδεση μεταξύ του σημείου διανομής του δικτύου πρόσβασης και του τερματικού στον χώρο του τελικού χρήστη — Αναλογικότητα της υποχρεώσεως αποδοχής των εύλογων αιτήσεων για πρόσβαση ή χρήση ειδικών στοιχείων του δικτύου και συναφών ευκολιών — Οδηγία 2002/21/ΕΚ — Άρθρο 8 — Γενικοί στόχοι για την εκπλήρωση των καθηκόντων των εθνικών κανονιστικών αρχών»
Στην υπόθεση C‑556/12,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Østre Landsret (Δανία) με απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2012, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 3 Δεκεμβρίου 2012, στο πλαίσιο της δίκης
TDC A/S
κατά
Teleklagenævnet,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Ilešič, πρόεδρο τμήματος, C. G. Fernlund, A. Ó Caoimh, C. Toader και E. Jarašiūnas (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Cruz Villalón
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
—
η TDC A/S, εκπροσωπούμενη από τον R. Offersen, advokat,
—
η Δανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τη V. Pasternak Jørgensen, επικουρούμενη από τον J. Pinborg, advokat,
—
η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την M. Jacobs και τον T. Materne,
—
η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους J.‑S. Pilczer και D. Colas,
—
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την L. Nicolae καθώς και από τους G. Braun και H. Støvlbæk,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 16ης Ιανουαρίου 2014,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 2, 8 και 12 της οδηγίας 2002/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με την πρόσβαση σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφείς ευκολίες, καθώς και με τη διασύνδεσή τους (οδηγία για την πρόσβαση) (ΕΕ L 108, σ. 7), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/140/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009 (ΕΕ L 337, σ. 37, στο εξής: οδηγία για την πρόσβαση).
2
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της TDC A/S (στο εξής: TDC), φορέα τηλεπικοινωνιών, και της Teleklagenævnet (επιτροπή προσφυγών σε θέματα τηλεπικοινωνιών) όσον αφορά την υποχρέωση εγκαταστάσεως, σε περίπτωση υποβολής σχετικής αιτήσεως από άλλο φορέα ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συνδέσεων για την πρόσβαση των τελικών χρηστών στο δίκτυο οπτικών ινών.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
3
Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας για την πρόσβαση ορίζει:
«Εντός του πλαισίου που θεσπίζει η οδηγία 2002/21/ΕΚ [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία πλαίσιο) (ΕΕ L 108, σ. 33), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/140 (στο εξής: οδηγία‑πλαίσιο)], η παρούσα οδηγία εναρμονίζει τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη μέλη ρυθμίζουν την πρόσβαση σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και σε συναφείς ευκολίες, καθώς και τη διασύνδεσή τους. Σκοπός είναι η θέσπιση ενός κανονιστικού πλαισίου, σύμφωνα με τις αρχές της εσωτερικής αγοράς, για τη σχέση μεταξύ προμηθευτών δικτύων και υπηρεσιών που θα έχει ως αποτέλεσμα βιώσιμο ανταγωνισμό, διαλειτουργικότητα των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και οφέλη για τους καταναλωτές.»
4
Το άρθρο 2, στοιχεία αʹ και βʹ, της οδηγίας για την πρόσβαση ορίζει:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγία ισχύουν οι ορισμοί που προβλέπονται από το άρθρο 2 της [οδηγίας‑πλαισίου].
Επίσης, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
α)
“Πρόσβαση”: η διάθεση ευκολιών ή/και υπηρεσιών σε άλλη επιχείρηση, βάσει καθορισμένων όρων, σε αποκλειστική ή μη βάση, για τον σκοπό παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Καλύπτει, μεταξύ άλλων: την πρόσβαση σε στοιχεία του δικτύου και συναφείς ευκολίες, που μπορούν να αφορούν και τη σύνδεση εξοπλισμού διά σταθερών ή μη σταθερών μέσων (αυτό περιλαμβάνει συγκεκριμένα την πρόσβαση στον τοπικό βρόχο και σε ευκολίες και υπηρεσίες απαραίτητες για την παροχή υπηρεσιών μέσω τοπικού βρόχου), την πρόσβαση σε υλική υποδομή, που περιλαμβάνει κτίρια, σωλήνες και ιστούς, την πρόσβαση σε συναφή συστήματα λογισμικού, που περιλαμβάνουν συστήματα λειτουργικής υποστήριξης, την πρόσβαση σε μετάφραση αριθμών ή σε συστήματα που παρέχουν παρόμοιες λειτουργικές δυνατότητες, την πρόσβαση σε σταθερά και κινητά δίκτυα, ιδίως για περιαγωγή· την πρόσβαση σε συστήματα υπό όρους πρόσβασης για υπηρεσίες ψηφιακής τηλεόρασης, και την πρόσβαση σε υπηρεσίες εικονικού δικτύου.
β)
“διασύνδεση”: η […] ζεύξη [τόσο από πλευράς τεχνικής υποδομής όσο και από πλευράς λογισμικού] δημόσιων δικτύων επικοινωνιών που χρησιμοποιούνται από την ίδια ή διαφορετική επιχείρηση προκειμένου να παρέχεται στους χρήστες μιας επιχείρησης η δυνατότητα να επικοινωνούν με χρήστες της ίδιας ή άλλης επιχείρησης ή να έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες που παρέχονται από άλλη επιχείρηση. Οι υπηρεσίες μπορούν να παρέχονται από τα εμπλεκόμενα μέρη ή από άλλα μέρη που έχουν πρόσβαση στο δίκτυο. Η διασύνδεση είναι ειδικός τύπος πρόσβασης που εφαρμόζεται μεταξύ φορέων εκμετάλλευσης δημόσιων δικτύων.»
5
Το άρθρο 5 της οδηγίας για την πρόσβαση, με τίτλο «Εξουσίες και καθήκοντα των εθνικών κανονιστικών αρχών όσον αφορά την πρόσβαση και τη διασύνδεση», ορίζει τα ακόλουθα:
«1. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές [στο εξής: ΕΚΑ], ενεργώντας με γνώμονα την επίτευξη των στόχων του άρθρου 8 της [οδηγίας‑πλαισίου] ενθαρρύνουν και, κατά περίπτωση, εξασφαλίζουν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας, την κατάλληλη πρόσβαση και διασύνδεση, καθώς και τη διαλειτουργικότητα των υπηρεσιών, ασκώντας τις αρμοδιότητές τους κατά τρόπο ο οποίος εξασφαλίζει οικονομική απόδοση, βιώσιμο ανταγωνισμό και παρέχει το μέγιστο όφελος στους τελικούς χρήστες.
Ειδικότερα, και με την επιφύλαξη των μέτρων που μπορούν να ληφθούν για τις επιχειρήσεις με σημαντική ισχύ στην αγορά, κατά το άρθρο 8, οι εθνικές κανονιστικές αρχές πρέπει να μπορούν να επιβάλλουν:
α)
στον βαθμό που αυτό είναι απαραίτητο για να εξασφαλισθεί η δυνατότητα τελικής διασύνδεσης, υποχρεώσεις σε επιχειρήσεις που ελέγχουν την πρόσβαση στους τελικούς χρήστες, συμπεριλαμβανομένης, σε δικαιολογημένες περιπτώσεις, της υποχρέωσης να διασυνδέουν τα δίκτυά τους όταν αυτό δεν συμβαίνει ήδη·
[...]».
6
Κατά το άρθρο 8 της οδηγίας για την πρόσβαση, με τίτλο «Επιβολή, τροποποίηση ή άρση υποχρεώσεων»:
«1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι εθνικές κανονιστικές αρχές να έχουν εξουσία επιβολής των υποχρεώσεων, που προσδιορίζονται στα άρθρα 9 έως 13α.
2. Εφόσον, έπειτα από ανάλυση της αγοράς η οποία πραγματοποιείται κατά το άρθρο 16 της [οδηγίας‑πλαισίου], ο φορέας εκμετάλλευσης ορίζεται ως έχων σημαντική ισχύ στη συγκεκριμένη αγορά, οι εθνικές κανονιστικές αρχές επιβάλλουν, κατά περίπτωση, τις υποχρεώσεις οι οποίες αναφέρονται στα άρθρα 9 έως 13 της παρούσας οδηγίας.
[...]
4 Οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο έχουν ως βάση τη φύση του προβλήματος που εντοπίστηκε, είναι αναλογικές και δικαιολογημένες, υπό το πρίσμα των στόχων που ορίζει το άρθρο 8 της [οδηγίας‑πλαισίου] [...]
[...]».
7
Το άρθρο 12 της οδηγίας για την πρόσβαση, με τίτλο «Υποχρεώσεις πρόσβασης και χρήσης ειδικών ευκολιών δικτύου», προβλέπει:
«1. Η [ΕΚΑ] δύναται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8, να επιβάλλει, σε φορείς εκμετάλλευσης, υποχρεώσεις να ικανοποιούν εύλογες αιτήσεις για πρόσβαση ή χρήση ειδικών στοιχείων του δικτύου και συναφών ευκολιών, μεταξύ άλλων σε περιπτώσεις όπου, η [ΕΚΑ] κρίνει ότι η άρνηση πρόσβασης ή οι παράλογοι όροι και προϋποθέσεις με ανάλογο αποτέλεσμα θα δυσχέραιναν τη δημιουργία βιώσιμης ανταγωνιστικής αγοράς, σε επίπεδο λιανικού εμπορίου ή ότι δεν θα ήταν προς το συμφέρον των τελικών χρηστών.
[...]
2. Όταν […] εξετάζουν εάν θα επιβάλλουν τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, ιδίως όταν εκτιμούν κατά πόσο οι υποχρεώσεις αυτές είναι ανάλογες προς τους στόχους που ορίζει το άρθρο 8 της [οδηγίας‑πλαισίου], λαμβάνουν υπόψη τους εξής ιδίως παράγοντες:
α)
την τεχνική και οικονομική βιωσιμότητα της χρήσης ή της εγκατάστασης ανταγωνιστικών ευκολιών, ανάλογα με τον ρυθμό ανάπτυξης της αγοράς, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και τον τύπο της διασύνδεσης ή/και της πρόσβασης περί των οποίων πρόκειται, συμπεριλαμβανομένης της βιωσιμότητας άλλων προϊόντων ανάντη πρόσβασης όπως η πρόσβαση σε αγωγούς·
β)
τη σκοπιμότητα παροχής της προτεινόμενης πρόσβασης σε συνάρτηση με τις διαθέσιμες δυνατότητες·
γ)
την αρχική επένδυση του κατόχου της ευκολίας, λαμβάνοντας υπόψη οιεσδήποτε πραγματοποιηθείσες δημόσιες επενδύσεις και τους συναφείς με την υλοποίηση της επένδυσης κινδύνους·
δ)
την ανάγκη μακροπρόθεσμης διασφάλισης του ανταγωνισμού, με ιδιαίτερη έμφαση στον ανταγωνισμό που στηρίζεται σε οικονομικά αποδοτικές υποδομές·
[...]».
8
Το άρθρο 13 της οδηγίας για την πρόσβαση, με τίτλο «Υποχρεώσεις ελέγχου τιμών και κοστολόγησης», ορίζει:
«1. Η [ΕΚΑ] δύναται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8, να επιβάλλει υποχρεώσεις σχετικά με την ανάκτηση κόστους και ελέγχους τιμών, που περιλαμβάνουν υποχρέωση καθορισμού των τιμών με γνώμονα το κόστος και υποχρέωση όσον αφορά τα συστήματα κοστολόγησης, για την παροχή ειδικών τύπων διασύνδεσης ή/και πρόσβασης, σε περιπτώσεις όπου η ανάλυση της αγοράς καταδεικνύει ότι η έλλειψη πραγματικού ανταγωνισμού σημαίνει ότι ο ενδιαφερόμενος φορέας εκμετάλλευσης μπορεί να διατηρεί τις τιμές σε υπερβολικά υψηλά επίπεδα ή να συμπιέζει τις τιμές, εις βάρος των τελικών χρηστών. Για να ενθαρρύνουν τις επενδύσεις από τον φορέα εκμετάλλευσης μεταξύ άλλων στα δίκτυα νεώτερης γενεάς, οι [ΕΚΑ] λαμβάνουν υπόψη την επένδυση του φορέα εκμετάλλευσης και του επιτρέπουν έναν εύλογο συντελεστή απόδοσης επί του επαρκούς επενδυμένου κεφαλαίου, συνυπολογίζοντας οιουσδήποτε κινδύνους ενέχει ενδεχομένως ένα συγκεκριμένο επενδυτικό σχέδιο δικτύου.
[...]»
9
Το άρθρο 2, στοιχείο δαʹ, της οδηγίας‑πλαισίου ορίζει το “σημείο τερματισμού δικτύου” (ΣΤΔ) ως το «υλικό σημείο στο οποίο παρέχεται στο συνδρομητή πρόσβαση στο δημόσιο δίκτυο επικοινωνιών».
10
Το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας-πλαισίου ορίζει:
«Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, κατά την άσκηση των κανονιστικών καθηκόντων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία και τις ειδικές οδηγίες, οι [ΕΚΑ] λαμβάνουν κάθε εύλογο μέτρο που στοχεύει στην επίτευξη των στόχων των παραγράφων 2, 3 και 4. Τα εν λόγω μέτρα είναι ανάλογα προς τους στόχους αυτούς.
[...]»
11
Το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας‑πλαισίου ορίζει:
«Οι [ΕΚΑ] προάγουν τον ανταγωνισμό στην παροχή δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφών ευκολιών και υπηρεσιών, μεταξύ άλλων:
[...]
β)
μεριμνώντας ώστε να μην υφίσταται στρέβλωση ούτε περιορισμός του ανταγωνισμού στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ιδίως όσον αφορά τη διανομή περιεχομένου·
[...]».
12
Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 5, της οδηγίας‑πλαισίου:
«Οι [ΕΚΑ] εφαρμόζουν, προς επίτευξη των στόχων πολιτικής που αναφέρονται στις παραγράφους 2, 3 και 4, αντικειμενικές, διαφανείς, αμερόληπτες και αναλογικές ρυθμιστικές αρχές, ιδίως μέσω:
[...]
δ)
της προώθησης αποτελεσματικών επενδύσεων και καινοτομιών όσον αφορά νέες και ενισχυμένες υποδομές, συνυπολογίζοντας τη μέριμνα ότι οιαδήποτε υποχρέωση πρόσβασης λαμβάνει δεόντως υπόψη τους κινδύνους που αναλαμβάνουν οι επιχειρήσεις που πραγματοποιούν την επένδυση και επιτρέποντας διάφορες ρυθμίσεις συνεργασίας μεταξύ επενδυτών και φορέων που ζητούν πρόσβαση προκειμένου να επιμεριστεί ο επενδυτικός κίνδυνος με ταυτόχρονη διασφάλιση του ανταγωνισμού στην αγορά και της αρχής της μη εισαγωγής διακρίσεων·
[...]».
Το δανικό δίκαιο
13
Το άρθρο 40 του νόμου 780, της 28ης Ιουνίου 2007, σχετικά με θέματα ανταγωνισμού και καταναλωτών στην αγορά τηλεπικοινωνιών (Lov om konkurrence- og forbrugerforhold på telemarkedet), όπως ίσχυε στην υπόθεση της κύριας δίκης (στο εξής: νόμος του 2007), προβλέπει:
«Οι διατάξεις περί διασυνδέσεων αφορούν τους ακόλουθους τομείς:
1°)
την πρόσβαση σε ευκολίες ή υπηρεσίες ή τη δυνατότητα διαθέσεώς τους για άλλον φορέα προς τον σκοπό προσφοράς ηλεκτρονικών τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών
[...]
Η πρόσβαση σε ευκολίες ή υπηρεσίες ή η δυνατότητα διαθέσεώς τους κατά την έννοια του πρώτου εδαφίου, σημείο 1, ανωτέρω, περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την πρόσβαση:
1°)
σε στοιχεία του δικτύου, συμπεριλαμβανομένης της αδεσμοποίητης προσβάσεως στον τοπικό βρόχο και των συναφών ευκολιών, καθώς και τη σύνδεση εξοπλισμού,
[...]».
14
Το άρθρο 51 του νόμου του 2007 ορίζει:
«Ο IT- og Telestyrelsen [Διεύθυνση τεχνολογίας των πληροφοριών και των τηλεπικοινωνιών] επιβάλλει σε φορείς εκμεταλλεύσεως με σημαντική ισχύ στην αγορά, κατά την έννοια του άρθρου 84d, μία ή περισσότερες από τις μνημονευόμενες στο τρίτο εδάφιο, κατωτέρω, υποχρεώσεις, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 76a.
[...]
Οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται κατ’ εφαρμογή του πρώτου και δεύτερου εδαφίου ανωτέρω πρέπει να λαμβάνουν ως βάση το συγκεκριμένο πρόβλημα και να είναι αναλογικές και δικαιολογημένες, λαμβανομένων υπόψη των σκοπών του άρθρου 1. Ο IT- og Telestyrelsen καθορίζει για κάθε αγορά την έκταση των υποχρεώσεων και ενδεχομένως τους ποιοτικούς όρους των υπηρεσιών διασυνδέσεως, στις οποίες οι φορείς εκμεταλλεύσεως με σημαντική ισχύ στην αγορά υποχρεούνται να παρέχουν πρόσβαση, κατά το άρθρο 51, τρίτο εδάφιο, περίπτωση 1°, ανωτέρω. [...]
Στο πλαίσιο της αναλογικότητας, όπως εκτίθεται στο τέταρτο εδάφιο ανωτέρω, ο IT- og Telestyrelsen πρέπει, μεταξύ άλλων, να λαμβάνει υπόψη:
1°)
τη σκοπιμότητα παροχής της προτεινόμενης διασυνδέσεως σε συνάρτηση με τις διαθέσιμες δυνατότητες,
2°)
το μέγεθος της αρχικής επενδύσεως του κατόχου της ευκολίας υπό το πρίσμα των συναφών με την υλοποίηση της επενδύσεως κινδύνων,
3°)
ενδεχομένως, υφιστάμενα σχετικώς δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας.»
15
Ο νόμος του 2007 αντικαταστάθηκε από τον νόμο 169 για τις τηλεπικοινωνίες (lov nr. 169 om elektroniske kommunikationsnet og —tjenester), της 3ης Μαρτίου 2011 (στο εξής: νόμος 169/2011). Ο νόμος αυτός τέθηκε σε ισχύ στις 25 Μαΐου 2011.
16
Το άρθρο 41 του νόμου 169/2011 προβλέπει:
«Στο πλαίσιο των αποφάσεων που εκδίδει ο IT- og Telestyrelsen, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 40, πρώτο εδάφιο, επιβάλλει σε φορείς εκμεταλλεύσεως με σημαντική ισχύ στην αγορά μία ή περισσότερες υποχρεώσεις. Ο IT- og Telestyrelsen καθορίζει σε κάθε απόφαση την έκταση και το περιεχόμενο των υποχρεώσεων.
Οι κατά το εδάφιο 1 ανωτέρω υποχρεώσεις μπορούν να περιλαμβάνουν:
1°)
Πρόσβαση σε δίκτυο [...]
2°)
Απαγόρευση των διακρίσεων [...]
3°)
Διαφάνεια [...]
4°)
Λογιστικό διαχωρισμό [...]
5°)
Έλεγχο τιμών [...]
6°)
Λειτουργικό διαχωρισμό [...]
Ο IT- og Telestyrelsen μπορεί σε ειδικές περιπτώσεις και κατόπιν σύμφωνης γνώμης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να επιβάλει σε φορείς εκμεταλλεύσεως με σημαντική ισχύ στην αγορά άλλες υποχρεώσεις πλην των μνημονευομένων στο εδάφιο 2 ανωτέρω.
[...]»
17
Το άρθρο 42 του νόμου 169/2011 έχει ως εξής:
«Ως υποχρέωση προσβάσεως σε δίκτυα νοείται η υποχρέωση των φορέων εκμεταλλεύσεως με σημαντική ισχύ στην αγορά να παρέχουν πραγματικά ή δυνητικά πρόσβαση σε συγκεκριμένα στοιχεία του δικτύου τους, των υπηρεσιών τους και των συναφών ευκολιών.
Ο φορέας μπορεί εξάλλου να υποχρεωθεί να αποδέχεται κάθε εύλογη αίτηση για σύναψη ή τροποποίηση συμφωνιών προσβάσεως στο δίκτυο. Η υποχρέωση αυτή μπορεί, μεταξύ άλλων, να περιλαμβάνει:
1°)
Την παροχή προσβάσεως σε καθορισμένα στοιχεία και ευκολίες του δικτύου, συμπεριλαμβανομένης της προσβάσεως σε μη ενεργά στοιχεία του δικτύου, της αδεσμοποίητης προσβάσεως στον τοπικό βρόχο, προς τον σκοπό, μεταξύ άλλων, της παροχής των υπηρεσιών προεπιλογής ή επιλογής των φορέων εκμεταλλεύσεως και της δυνατότητας μεταπωλήσεως της συνδρομητικής γραμμής.
[...]
Κατά την επιβολή υποχρεώσεως προσβάσεως σε δίκτυο, ο IT- og Telestyrelsen πρέπει ιδίως να λαμβάνει υπόψη τα εξής στοιχεία:
1°)
την τεχνική και οικονομική βιωσιμότητα της χρήσης ή της εγκατάστασης ανταγωνιστικών ευκολιών, ανάλογα με τον ρυθμό ανάπτυξης της αγοράς, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και τον τύπο της διασύνδεσης και της πρόσβασης περί των οποίων πρόκειται,
2°)
τη σκοπιμότητα παροχής της προτεινόμενης πρόσβασης σε συνάρτηση με τις διαθέσιμες δυνατότητες,
3°)
την αρχική επένδυση του κατόχου της ευκολίας, λαμβάνοντας υπόψη οιεσδήποτε πραγματοποιηθείσες δημόσιες επενδύσεις και τους συναφείς με την υλοποίηση της επένδυσης κινδύνους,
4°)
την ανάγκη μακροπρόθεσμης διασφάλισης του ανταγωνισμού, με ιδιαίτερη έμφαση στον ανταγωνισμό που στηρίζεται σε οικονομικά αποδοτικές υποδομές.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
18
Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η TDC έχει σημαντική ισχύ στη χονδρική αγορά παροχής προσβάσεως σε ευρυζωνική σύνδεση μέσω δικτύων χάλκινου σύρματος, καλωδιακής τηλεοράσεως (ομοαξονικό καλώδιο) και οπτικών ινών.
19
Ο IT- og Telestyrelsen, διαπιστώνοντας τα προβλήματα ανταγωνισμού στην αγορά αυτή, επέβαλε στην TDC, με απόφαση της 3ης Νοεμβρίου 2010, βάσει του νόμου του 2007 που ίσχυε τότε, διάφορες υποχρεώσεις, μεταξύ των οποίων και την υποχρέωση αποδοχής όλων των εύλογων αιτήσεων προσβάσεως σε ευρυζωνικές συνδέσεις μέσω του δικτύου της οπτικών ινών. Η υποχρέωση αυτή περιελάμβανε μεταξύ άλλων την εγκατάσταση συνδέσεων σε απόσταση έως 30 μέτρων μεταξύ του τελικού χρήστη και του δικτύου οπτικών ινών που εξυπηρετεί την παροχή ευρυζωνικής πρόσβασης.
20
Η TDC προσέφυγε κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον της Teleklagenævnet η οποία, με απόφαση της 20ής Ιουνίου 2011, επικύρωσε κατ’ ουσίαν την προσβαλλόμενη απόφαση. Η Teleklagenævnet έκρινε ότι η υποχρέωση της TDC αποδοχής όλων των εύλογων αιτήσεων προσβάσεως ήταν σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας, υπό την έννοια ότι ήταν αναγκαία, κατάλληλη και επαρκής για την εξασφάλιση αποτελεσματικού ανταγωνισμού. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, η Teleklagenævnet υπογράμμισε ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας-πλαισίου, ο IT- og Telestyrelsen είχε κοινοποιήσει το προσχέδιο αποφάσεως της 3ης Νοεμβρίου 2010 στην Επιτροπή, η οποία, με την από 13 Οκτωβρίου 2008 γνώμη της, δεν αποφάνθηκε επί των αμφισβητούμενων πτυχών της υποχρεώσεως αυτής.
21
Στις 12 Αυγούστου 2011, η TDC άσκησε προσφυγή κατά της από 20 Ιουνίου 2011 αποφάσεως της Teleklagenævnet ενώπιον του Retten på Frederiksberg (πρωτοβάθμιο δικαστήριο του Frederiksberg), το οποίο ανέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του Østre Landsret (ανατολικό περιφερειακό δικαστήριο), δεδομένου ότι η υπόθεση κρίθηκε ως μείζονος ενδιαφέροντος.
22
Η TDC προέβαλε ενώπιον του δικαστηρίου αυτού ότι η επιβληθείσα από τον IT- og Telestyrelsen υποχρέωση εγκαταστάσεως ατομικών συνδέσεων με το δίκτυο οπτικών ινών συνιστά υποχρέωση δημιουργίας νέων υποδομών, ενώ, κατ’ αυτήν, η έννοια της «προσβάσεως», κατά την έννοια της οδηγίας για την πρόσβαση, δεν καλύπτει την εγκατάσταση των υποδομών αυτών. Προσθέτει ότι η υποχρέωση αυτή αποτελεί σημαντική οικονομική επιβάρυνση και επομένως αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 8, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας.
23
Η Teleklagenævnet εκθέτει ότι υπάρχουν προβλήματα ανταγωνισμού στη οικεία αγορά της Δανίας όπου, πρώτον, το δίκτυο οπτικών ινών βρίσκεται σε φάση εξέλιξης και όπου, δεύτερον, σε αντίθεση προς τα άλλα δίκτυα (χάλκινα και ομοαξονικά), το δίκτυο αυτό δεν συνδέεται αμέσως με τον τελικό χρήστη κατά τη στιγμή της αρχικής εγκαταστάσεώς του. Κατ’ αυτήν, η υποχρέωση εγκαταστάσεως ατομικών συνδέσεων δεν αποτελεί υποχρέωση δημιουργίας νέων υποδομών, αλλά τεχνική προσαρμογή του υφισταμένου δικτύου οπτικής ίνας. Εκτιμά ότι, βάσει των άρθρων 8 και 12 της οδηγίας για την πρόσβαση, ο IT- og Telestyrelsen έχει την εξουσία να επιβάλλει σε φορείς εκμεταλλεύσεως με σημαντική ισχύ σε συγκεκριμένη αγορά την υποχρέωση να αποδέχονται κάθε εύλογη αίτηση διασυνδέσεως προερχόμενη από άλλους φορείς, έστω και αν αυτό απαιτεί προσαρμογή του δικτύου υπό τη μορφή, μεταξύ άλλων, εργασιών διόρυξης. Παρατηρεί ότι, όταν επιβάλλεται μια τέτοια υποχρέωση, η εκτίμηση της αναλογικότητας των προτεινόμενων μέτρων πραγματοποιείται λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος της αρχικής επένδυσης του ιδιοκτήτη της εγκατάστασης.
24
Με την απόφαση περί παραπομπής, το Østre Landsret εκθέτει ότι αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης είναι η έκταση της υποχρεώσεως της TDC να αποδέχεται όλες τις εύλογες αιτήσεις προσβάσεως στο δίκτυο οπτικών ινών. Ειδικότερα, κατά το αιτούν δικαστήριο, το κύριο ερώτημα που τίθεται είναι το κατά πόσον η υποχρέωση αυτή μπορεί, κατ’ εφαρμογή του νόμου του 2007 και της οδηγίας για την πρόσβαση, να έχει ως επακόλουθο να υποχρεούται η TDC, κατόπιν αιτήσεως ανταγωνιστή φορέα τηλεπικοινωνιών, να εγκαταστήσει συνδέσεις μεταξύ του δικτύου της οπτικών ινών και του τελικού χρήστη, πράγμα που μπορεί να απαιτεί τη διόρυξη σε μήκος έως 30 μέτρων.
25
Υπό τις συνθήκες αυτές το Østre Landsret αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Περιλαμβάνει ο ορισμός της “πρόσβασης” του άρθρου 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας [για την πρόσβαση] την πρόσβαση υπό μορφή εγκαταστάσεως συνδέσεων μεταξύ του σημείου διανομής εντός δικτύου προσβάσεως και του τερματικού τμήματος στον χώρο του τελικού χρήστη; Επηρεάζεται η απάντηση από το γεγονός ότι το μήκος των συνδέσεων δεν υπερβαίνει τα 30 μέτρα;
2)
Περιλαμβάνεται η εγκατάσταση συνδέσεως έως 30 μέτρων μεταξύ του σημείου διανομής εντός δικτύου προσβάσεως και του τερματικού τμήματος στον χώρο του τελικού χρήστη στην έννοια «πρόσβαση ή χρήση ειδικών στοιχείων του δικτύου και συναφών ευκολιών», [που προβλέπεται] στο άρθρο 12 της εν λόγω οδηγίας, σε συνδυασμό με τα άρθρα [της] 2 και 8;
3)
Επηρεάζει την απάντηση [που θα δοθεί] στα δύο πρώτα ερωτήματα, [όσον αφορά] την υποχρέωση προσβάσεως υπό μορφή υποχρεώσεως εγκαταστάσεως π.χ. συνδέσεων μεταξύ του σημείου διανομής εντός δικτύου προσβάσεως και του τερματικού τμήματος στον χώρο του τελικού χρήστη, το αν ο κάτοχος ενός δικτύου ηλεκτρονικών επικοινωνιών πρέπει να προβεί σε επενδύσεις οι οποίες υπερβαίνουν σημαντικά το κόστος κτήσεως του δικτύου ηλεκτρονικών επικοινωνιών στο οποίο πρέπει να δοθεί πρόσβαση;
4)
Επηρεάζει την απάντηση στο τρίτο ερώτημα το ότι ο εν λόγω κάτοχος επιτυγχάνει κάλυψη των δαπανών εγκαταστάσεως των συνδέσεων μέσω μιας επιβληθείσας υποχρεώσεως ελέγχου τιμών;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου και του δεύτερου ερωτήματος
26
Με το πρώτο και το δεύτερο ερώτημα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί εάν τα άρθρα 2, στοιχείο αʹ, 8 και 12 της οδηγίας για την πρόσβαση έχουν την έννοια ότι η ΕΚΑ νομιμοποιείται να επιβάλει σε φορέα τηλεπικοινωνιών με σημαντική ισχύ σε συγκεκριμένη αγορά, στο πλαίσιο της υποχρεώσεως αποδοχής των εύλογων αιτήσεων για πρόσβαση ή χρήση ειδικών στοιχείων του δικτύου και συναφών ευκολιών των οποίων είναι ιδιοκτήτης, την υποχρέωση εγκαταστάσεως, κατόπιν αιτήματος των ανταγωνιστών φορέων, συνδέσεως μήκους έως 30 μέτρα μεταξύ του σημείου διανομής του δικτύου πρόσβασης και του τερματικού στον χώρο του τελικού χρήστη.
27
Για να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα αυτά, πρέπει να υπομνησθούν οι εξουσίες που παρέχει η οδηγία για την πρόσβαση στις ΕΚΑ περί επιβολής στους φορείς της υποχρεώσεως αποδοχής των εύλογων αιτήσεων για πρόσβαση ή χρήση ειδικών στοιχείων του δικτύου και συναφών ευκολιών, στη συνέχεια να ερμηνευθεί η έννοια της «πρόσβασης ή χρήσης ειδικών στοιχείων του δικτύου και συναφών ευκολιών» και ακολούθως να εξεταστούν οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να μπορούν να επιβληθούν οι υποχρεώσεις αυτές.
28
Όσον αφορά, πρώτον, την εξουσία των ΕΚΑ να επιβάλλουν την υποχρέωση αποδοχής των εύλογων αιτήσεων για πρόσβαση και χρήση ειδικών στοιχείων του δικτύου και συναφών ευκολιών, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας για την πρόσβαση, όταν ένας φορέας ορίζεται, κατόπιν αναλύσεως της αγοράς που πραγματοποιείται κατά το άρθρο 16 της οδηγίας-πλαισίου, ως διαθέτων σημαντική ισχύ σε συγκεκριμένη αγορά, οι ΕΚΑ έχουν την εξουσία να επιβάλλουν τις υποχρεώσεις που απαριθμούνται στα άρθρα 9 έως 13 της οδηγίας για την πρόσβαση.
29
Μεταξύ των εν λόγω υποχρεώσεων συγκαταλέγονται και εκείνες του άρθρου 12, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας για την πρόσβαση, κατά το οποίο οι εθνικές κανονιστικές αρχές μπορούν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8, να επιβάλουν, σε φορείς εκμετάλλευσης, την υποχρέωση αποδοχής των εύλογων αιτήσεων για πρόσβαση ή χρήση ειδικών στοιχείων του δικτύου και συναφών ευκολιών, μεταξύ άλλων στις περιπτώσεις στις οποίες η άρνηση πρόσβασης ή οι παράλογοι όροι και προϋποθέσεις με ανάλογο αποτέλεσμα θα δυσχέραιναν τη δημιουργία βιώσιμης ανταγωνιστικής αγοράς σε επίπεδο λιανικού εμπορίου ή δεν θα ήταν προς το συμφέρον του τελικού χρήστη.
30
Επομένως, το εν λόγω άρθρο 12, σε συνδυασμό με το άρθρο 8 της οδηγίας για την πρόσβαση, απονέμει στην ΕΚΑ την εξουσία να επιβάλει στους φορείς με σημαντική ισχύ σε συγκεκριμένη αγορά την υποχρέωση αποδοχής των εύλογων αιτήσεων για πρόσβαση ή χρήση ειδικών στοιχείων του δικτύου και συναφών ευκολιών.
31
Όσον αφορά, στη συνέχεια, την έννοια της «πρόσβασης σε ειδικά στοιχεία δικτύων και συναφείς ευκολίες», όπως ορίζεται στο άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας για την πρόσβαση, παρατηρείται ότι, κατά το άρθρο 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας αυτής, ως «πρόσβαση» νοείται η διάθεση ευκολιών ή/και υπηρεσιών σε άλλη επιχείρηση, βάσει καθορισμένων όρων, σε αποκλειστική ή μη βάση, για τον σκοπό παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, και οσάκις χρησιμοποιούνται για τη διανομή υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας ή υπηρεσιών περιεχομένου ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών. Η διάταξη αυτή διευκρινίζει ότι η «πρόσβαση» καλύπτει, μεταξύ άλλων, την πρόσβαση σε στοιχεία του δικτύου και συναφείς ευκολίες που μπορούν να αφορούν και τη σύνδεση εξοπλισμού διά σταθερών ή μη σταθερών μέσων, συμπεριλαμβανόμενης ειδικότερα της πρόσβασης στον τοπικό βρόχο και σε ευκολίες και υπηρεσίες απαραίτητες για την παροχή υπηρεσιών μέσω τοπικού βρόχου, την πρόσβαση σε υλική υποδομή, που περιλαμβάνει κτίρια, σωλήνες και ιστούς, και την πρόσβαση σε σταθερά και κινητά δίκτυα, ιδίως για περιαγωγή.
32
Έτσι, από το γράμμα της διατάξεως αυτής προκύπτει, αφενός, ότι η έννοια της «πρόσβασης» περιλαμβάνει την πραγματοποίηση διευθετήσεων προκειμένου να διατεθούν σε μια άλλη επιχείρηση ευκολίες ή/και υπηρεσίες για τον σκοπό της παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όπως το υπογραμμίζει και ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 17 και 18 των προτάσεών του, και, αφετέρου, ότι ο κατάλογος των απαριθμούμενων μορφών πρόσβασης δεν είναι εξαντλητικός.
33
Το άρθρο 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας για την πρόσβαση δεν διευκρινίζει, ωστόσο, εάν η πρόσβαση, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, μπορεί να περιλαμβάνει και τη σύνδεση μεταξύ του σημείου διανομής ενός δικτύου προσβάσεως και του τερματικού τμήματος στον χώρο του τελικού χρήστη, η οποία είναι απαραίτητη για την υλοποίηση της πρόσβασης στο υφιστάμενο δίκτυο.
34
Υπό τις συνθήκες αυτές, για την ερμηνεία της έννοιας της «πρόσβασης σε ειδικά στοιχεία δικτύων και συναφείς ευκολίες» όπως ορίζεται στο άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας για την πρόσβαση, πρέπει να εξεταστεί η έννοια της «πρόσβασης» του άρθρου 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας αυτής με βάση την οικονομία της και τους σκοπούς που επιδιώκει.
35
Όσον αφορά την οικονομία της οδηγίας για την πρόσβαση, αρκεί η παρατήρηση ότι ως διασύνδεση ορίζεται στο άρθρο 2, στοιχείο βʹ, της εν λόγω οδηγίας η φυσική και λογική ζεύξη δημόσιων δικτύων επικοινωνιών που χρησιμοποιούνται από την ίδια ή διαφορετική επιχείρηση προκειμένου να παρέχεται στους χρήστες μιας επιχείρησης η δυνατότητα να επικοινωνούν με χρήστες της ίδιας ή άλλης επιχείρησης ή να έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες που παρέχονται από άλλη επιχείρηση.
36
Στο άρθρο 5, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο αʹ, της οδηγίας για την πρόσβαση, που αφορά τις εξουσίες και τα καθήκοντα των ΕΚΑ όσον αφορά την πρόσβαση και τη διασύνδεση, προβλέπεται ότι οι ΕΚΑ μπορούν να επιβάλλουν, στον βαθμό που αυτό είναι απαραίτητο για να εξασφαλισθεί η δυνατότητα τελικής διασύνδεσης, υποχρεώσεις στις επιχειρήσεις που ελέγχουν την πρόσβαση στους τελικούς χρήστες, συμπεριλαμβανομένης, σε δικαιολογημένες περιπτώσεις, της υποχρέωσης να διασυνδέουν τα δίκτυά τους όταν αυτό δεν συμβαίνει ήδη.
37
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η έννοια της «πρόσβασης», όπως ορίζεται στην οδηγία αυτή, μπορεί να περιλαμβάνει τη διευθέτηση του υφιστάμενου δικτύου έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η σύνδεση μεταξύ του δικτύου και του τελικού χρήστη.
38
Όσον αφορά τους σκοπούς της οδηγίας για την πρόσβαση, το άρθρο της 1, παράγραφος 1, ορίζει ότι σκοπός της είναι η θέσπιση «ενός κανονιστικού πλαισίου που θα έχει ως αποτέλεσμα βιώσιμο ανταγωνισμό, διαλειτουργικότητα των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και οφέλη για τους καταναλωτές».
39
Έτσι, το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας-πλαισίου προβλέπει ότι οι ΕΚΑ, κατά την άσκηση των ρυθμιστικών καθηκόντων τους που ορίζονται στην οδηγία-πλαίσιο καθώς και στις ειδικές οδηγίες, και επομένως, ειδικότερα, στην οδηγία για την πρόσβαση, οφείλουν να λάβουν όλα τα εύλογα μέτρα για την επίτευξη των σκοπών που ορίζονται στο άρθρο αυτό, οι οποίοι συνίστανται στην προώθηση του ανταγωνισμού στην παροχή δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, στη συμβολή στην ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς και στην υποστήριξη των συμφερόντων των πολιτών της Ένωσης.
40
Για την επίτευξη των σκοπών που παρατίθενται στο άρθρο 8 της οδηγίας-πλαισίου, οι ΕΚΑ οφείλουν, στο πλαίσιο των εξουσιών και των καθηκόντων που τους ανατίθενται με το άρθρο 5, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας για την πρόσβαση, να εξασφαλίζουν, σύμφωνα με τις διατάξεις της, την κατάλληλη πρόσβαση και διασύνδεση, καθώς και τη διαλειτουργικότητα των υπηρεσιών, ασκώντας τις αρμοδιότητές τους κατά τρόπο ο οποίος εξασφαλίζει οικονομική απόδοση, βιώσιμο ανταγωνισμό, αποδοτική επένδυση και καινοτομία, και παρέχει το μέγιστο όφελος στους τελικούς χρήστες.
41
Όσον αφορά το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας για την πρόσβαση, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο αυτό, οι ΕΚΑ έχουν την αποστολή να εξασφαλίζουν την κατάλληλη πρόσβαση και διασύνδεση, καθώς και τη διαλειτουργικότητα των υπηρεσιών, με τρόπους που δεν προσδιορίζονται περιοριστικά (απόφαση C‑192/08, TeliaSonera Finland, EU:C:2009:696, σκέψη 58).
42
Ομοίως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι υποχρεώσεις αποδοχής των εύλογων αιτήσεων για πρόσβαση ή χρήση ειδικών στοιχείων του δικτύου και συναφών ευκολιών που μπορούν να επιβληθούν στους φορείς με σημαντική ισχύ στην αγορά δεν ορίζονται περιοριστικά, αλλά πρέπει να θεσπιστούν από τις ΕΚΑ κατά περίπτωση, σε συνάρτηση με τους σκοπούς που ορίζει το άρθρο 8 της οδηγίας-πλαισίου.
43
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η έννοια της «πρόσβασης σε ειδικά στοιχεία δικτύων και συναφείς ευκολίες», όπως ορίζεται στα άρθρα 2, στοιχείο αʹ, και 12, παράγραφος 1, της οδηγίας για την πρόσβαση, μπορεί να καλύπτει την εγκατάσταση των συνδέσεων μεταξύ του σημείου διανομής ενός δικτύου προσβάσεως και του τερματικού τμήματος στον χώρο του τελικού χρήστη.
44
Όσον αφορά, τέλος, τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να μπορεί η ΕΚΑ να επιβάλει σε φορέα με σημαντική ισχύ σε συγκεκριμένη αγορά την υποχρέωση αποδοχής των εύλογων αιτήσεων για πρόσβαση ή χρήση ειδικών στοιχείων του δικτύου και συναφών ευκολιών, παρατηρείται ότι το άρθρο 8, παράγραφος 4, της οδηγίας για την πρόσβαση προβλέπει ότι οι υποχρεώσεις που επιβάλλουν οι ΕΚΑ στους φορείς αυτού του είδους πρέπει να λαμβάνουν υπόψη το πρόβλημα που εντοπίστηκε, να είναι αναλογικές και δικαιολογημένες υπό το πρίσμα των σκοπών του άρθρου 8, παράγραφος 1, της οδηγίας‑πλαισίου, οι οποίοι υπενθυμίζονται στη σκέψη 39 της παρούσας αποφάσεως.
45
Κατά συνέπεια η ΕΚΑ μπορεί να επιβάλει σε φορέα με σημαντική ισχύ σε συγκεκριμένη αγορά, βάσει της υποχρεώσεως αποδοχής των εύλογων αιτήσεων για πρόσβαση ή χρήση ειδικών στοιχείων του δικτύου και συναφών ευκολιών, την υποχρέωση εγκαταστάσεως, κατόπιν αιτήματος των ανταγωνιστών φορέων, συνδέσεως μεταξύ του σημείου διανομής ενός δικτύου προσβάσεως και του τερματικού τμήματος στον χώρο του τελικού χρήστη, εφόσον η υποχρέωση αυτή λαμβάνει υπόψη το πρόβλημα που εντοπίστηκε και είναι αναλογική και δικαιολογημένη υπό το πρίσμα των σκοπών που ορίζει το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας-πλαισίου.
46
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής σύμφωνα με την Teleklagenævnet, η TDC, λόγω του ειδικού τρόπου ανάπτυξης του δικτύου της οπτικών ινών, ελέγχει το πότε μπορούν να συνδεθούν τα νοικοκυριά, γεγονός που της παρέχει βέβαιο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για να κερδίσει νέους πελάτες στη λιανική αγορά, εφόσον οι νέοι πελάτες συμβάλλονται με την TDC τουλάχιστον για ένα εξάμηνο. Η υποχρέωση της TDC να εγκαταστήσει συνδέσεις αποσκοπεί, επομένως, στο να εξασφαλιστεί ότι οι ανταγωνίστριες επιχειρήσεις μπορούν να ανταγωνιστούν επί ίσοις όροις την TDC και να χρησιμοποιήσουν το δίκτυό της στις περιοχές όπου έχει αναπτυχθεί, παρέχοντας πρόσβαση σε τελικούς πελάτες που δεν έχουν ακόμη συνδεθεί. Η εγκατάσταση των συνδέσεων αυτών αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορέσουν οι επιχειρήσεις που ανταγωνίζονται την TDC να προσελκύσουν πελάτες προτείνοντάς τους υπηρεσίες παρεχόμενες μέσω οπτικών ινών υπό ίσες συνθήκες ανταγωνισμού.
47
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω στοιχείων, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εκτιμήσει κατά πόσον η επιβληθείσα από την ΕΚΑ στην TDC υποχρέωση εγκαταστάσεως συνδέσεως, μήκους έως 30 μέτρων, μεταξύ του σημείου διανομής του δικτύου προσβάσεως και του τερματικού τμήματος στον χώρο του τελικού χρήστη λαμβάνει υπόψη το πρόβλημα που εντοπίστηκε και είναι αναλογική και δικαιολογημένη υπό το πρίσμα των σκοπών που ορίζει το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας-πλαισίου.
48
Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο πρώτο και στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 2, στοιχείο αʹ, 8 και 12 της οδηγίας για την πρόσβαση έχουν την έννοια ότι η ΕΚΑ μπορεί να επιβάλλει σε φορέα ηλεκτρονικών επικοινωνιών με σημαντική ισχύ σε συγκεκριμένη αγορά, στο πλαίσιο της υποχρεώσεως αποδοχής των εύλογων αιτήσεων για πρόσβαση ή χρήση ειδικών στοιχείων του δικτύου και συναφών ευκολιών των οποίων είναι ιδιοκτήτης, την υποχρέωση εγκαταστάσεως, κατόπιν αιτήματος των ανταγωνιστών φορέων, συνδέσεως μήκους έως 30 μέτρα μεταξύ του σημείου διανομής του δικτύου πρόσβασης και του τερματικού στον χώρο του τελικού χρήστη, εφόσον η υποχρέωση αυτή λαμβάνει υπόψη το πρόβλημα που εντοπίστηκε και είναι αναλογική και δικαιολογημένη, υπό το πρίσμα των στόχων που ορίζει το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας‑πλαισίου, πράγμα που εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.
Επί του τρίτου και του τέταρτου ερωτήματος
49
Με το τρίτο και το τέταρτο ερώτημα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν τα άρθρα 8 και 12 της οδηγίας για την πρόσβαση, σε συνδυασμό με το άρθρο της 13, έχουν την έννοια ότι στην περίπτωση που η ΕΚΑ προτίθεται να επιβάλει σε φορέα κάτοχο δικτύου ηλεκτρονικών επικοινωνιών υποχρέωση εγκαταστάσεως συνδέσεως προκειμένου να συνδεθεί ο τελικός χρήστης με το εν λόγω δίκτυο πρέπει να λαμβάνει υπόψη την αρχική επένδυση του οικείου φορέα και την ύπαρξη συστήματος τιμολογήσεως το οποίο του επιτρέπει να ανακτήσει την πραγματοποιηθείσα επένδυση.
50
Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι, δυνάμει του άρθρου 12, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ έως δʹ, της οδηγίας για την πρόσβαση, όταν οι ΕΚΑ εξετάζουν το ενδεχόμενο επιβολής των υποχρεώσεων που παρατίθενται στην παράγραφο 1 αυτού του άρθρου και, ειδικότερα, όταν αξιολογούν το κατά πόσον οι υποχρεώσεις αυτές είναι ανάλογες με τους σκοπούς που απαριθμούνται στο άρθρο 8 της οδηγίας-πλαισίου, πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την τεχνική και οικονομική βιωσιμότητα της χρήσης ή της εγκατάστασης ανταγωνιστικών ευκολιών, ανάλογα με τον ρυθμό ανάπτυξης της αγοράς και τη φύση και τον τύπο της οικείας διασύνδεσης ή/και της πρόσβασης, τη σκοπιμότητα της παροχής της προτεινόμενης πρόσβασης προκειμένου να εκτιμήσουν την αναλογικότητα των υποχρεώσεων που επιβάλλονται στους φορείς με σημαντική ισχύ στη συγκεκριμένη αγορά, την αρχική επένδυση του κατόχου της ευκολίας, λαμβάνοντας υπόψη οιεσδήποτε πραγματοποιηθείσες δημόσιες επενδύσεις και τους συναφείς με την υλοποίηση της επένδυσης κινδύνους, καθώς και την ανάγκη μακροπρόθεσμης διασφάλισης του ανταγωνισμού, με ιδιαίτερη έμφαση στον ανταγωνισμό που στηρίζεται σε οικονομικά αποδοτικές υποδομές.
51
Το άρθρο 13, παράγραφος 1, της οδηγίας για την πρόσβαση προβλέπει ότι οι εθνικές κανονιστικές αρχές μπορούν να επιβάλουν υποχρεώσεις σχετικά με την ανάκτηση του κόστους και τις τιμολογήσεις σε βάρος φορέων εκμετάλλευσης με σημαντική ισχύ σε συγκεκριμένη αγορά, για την παροχή ειδικών τύπων διασύνδεσης ή/και πρόσβασης, όταν από την ανάλυση της αγοράς προκύπτει ότι ο οικείος φορέας εκμετάλλευσης μπορεί, λόγω ελλείψεως πραγματικού ανταγωνισμού, να διατηρεί τις τιμές σε υπερβολικά υψηλά επίπεδα ή να συμπιέζει τις τιμές σε βάρος των τελικών χρηστών. Για να ενθαρρύνουν τις επενδύσεις από τον φορέα εκμετάλλευσης, μεταξύ άλλων, στα δίκτυα νεότερης γενιάς, οι ΕΚΑ πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την επένδυση του φορέα εκμετάλλευσης και να του επιτρέπουν έναν εύλογο συντελεστή απόδοσης επί του επαρκούς επενδυμένου κεφαλαίου, συνυπολογίζοντας τους κινδύνους που ενέχει, ενδεχομένως, ένα συγκεκριμένο επενδυτικό σχέδιο δικτύου.
52
Εξάλλου, το άρθρο 8, παράγραφος 5, της οδηγίας-πλαισίου διευκρινίζει επίσης ότι οι ΕΚΑ, προς επίτευξη των σκοπών που συνίστανται στην προώθηση του ανταγωνισμού, στη συμβολή στην ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς και στην υποστήριξη των συμφερόντων των πολιτών της Ένωσης, εφαρμόζουν αντικειμενικές, διαφανείς, αμερόληπτες και αναλογικές ρυθμιστικές αρχές. Στις αρχές αυτές συμπεριλαμβάνεται, στο στοιχείο δʹ, της διατάξεως αυτής, η αρχή της προώθησης αποτελεσματικών επενδύσεων και καινοτομιών όσον αφορά νέες και ενισχυμένες υποδομές, συνυπολογίζοντας τη μέριμνα ότι οιαδήποτε υποχρέωση πρόσβασης λαμβάνει δεόντως υπόψη τους κινδύνους που αναλαμβάνουν οι επιχειρήσεις που πραγματοποιούν την επένδυση και επιτρέποντας διάφορες ρυθμίσεις συνεργασίας μεταξύ επενδυτών και φορέων που ζητούν πρόσβαση, προκειμένου να επιμεριστεί ο επενδυτικός κίνδυνος με ταυτόχρονη διασφάλιση του ανταγωνισμού στην αγορά και της αρχής της μη εισαγωγής διακρίσεων.
53
Εκ των ανωτέρω στοιχείων συνάγεται, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 37 και 38 των προτάσεών του, ότι οι ΕΚΑ οφείλουν, στο πλαίσιο της εξετάσεως του αναλογικού χαρακτήρα της οικείας υποχρεώσεως σε σχέση με τους σκοπούς που παρατίθενται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας-πλαισίου, να λαμβάνουν υπόψη, μεταξύ άλλων παραγόντων, την αρχική επένδυση του κατόχου της ευκολίας και την ύπαρξη συστήματος τιμολογήσεως. Έτσι, όταν οι ΕΚΑ προτίθενται να επιβάλουν στον φορέα τηλεπικοινωνιών, στο πλαίσιο της υποχρεώσεως αποδοχής των εύλογων αιτήσεων για πρόσβαση ή χρήση ειδικών στοιχείων του δικτύου και συναφών ευκολιών, διευθέτηση του υφιστάμενου δικτύου έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η σύνδεση μεταξύ του δικτύου και του τελικού χρήστη, πρέπει να λάβουν υπόψη το κόστος της διευθέτησης αυτής.
54
Από το σύνολο των σκέψεων αυτών προκύπτει ότι στο τρίτο και στο τέταρτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 8 και 12 της οδηγίας για την πρόσβαση, σε συνδυασμό με το άρθρο της 13, έχουν την έννοια ότι όταν μία ΕΚΑ προτίθεται να επιβάλει σε φορέα ηλεκτρονικών τηλεπικοινωνιών με σημαντική ισχύ σε συγκεκριμένη αγορά την υλοποίηση συνδέσεων μεταξύ του τελικού χρήστη και του δικτύου, πρέπει να λάβει υπόψη την αρχική επένδυση στην οποία προέβη ο οικείος φορέας και την ύπαρξη ενός συστήματος τιμολογήσεως το οποίο επιτρέπει στον εν λόγω φορέα να ανακτήσει το κόστος εγκατάστασης.
Επί των δικαστικών εξόδων
55
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:
1)
Τα άρθρα 2, στοιχείο αʹ, 8 και 12 της οδηγίας 2002/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με την πρόσβαση σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφείς ευκολίες, καθώς και με τη διασύνδεσή τους (οδηγία για την πρόσβαση), όπως έχει τροποποιηθεί από την οδηγία 2009/140/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, έχουν την έννοια ότι η εθνική κανονιστική αρχή μπορεί να επιβάλλει σε φορέα ηλεκτρονικών επικοινωνιών με σημαντική ισχύ σε συγκεκριμένη αγορά, στο πλαίσιο της υποχρεώσεως αποδοχής των εύλογων αιτήσεων για πρόσβαση ή χρήση ειδικών στοιχείων του δικτύου και συναφών ευκολιών, την υποχρέωση εγκαταστάσεως, κατόπιν αιτήματος των ανταγωνιστών φορέων, συνδέσεως μήκους έως 30 μέτρα μεταξύ του σημείου διανομής του δικτύου πρόσβασης και του τερματικού στον χώρο του τελικού χρήστη, εφόσον η υποχρέωση αυτή λαμβάνει υπόψη το πρόβλημα που εντοπίστηκε και είναι αναλογική και δικαιολογημένη, υπό το πρίσμα των στόχων που ορίζει το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/21/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία‑πλαίσιο), όπως έχει τροποποιηθεί από την οδηγία 2009/140, πράγμα που εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.
2)
Τα άρθρα 8 και 12 της οδηγίας 2002/19, όπως έχει τροποποιηθεί από την οδηγία 2009/140, σε συνδυασμό με το άρθρο της 13, έχουν την έννοια ότι όταν μία εθνική κανονιστική αρχή προτίθεται να επιβάλει σε φορέα ηλεκτρονικών τηλεπικοινωνιών με σημαντική ισχύ σε συγκεκριμένη αγορά την υλοποίηση συνδέσεων μεταξύ του τελικού χρήστη και του δικτύου, πρέπει να λάβει υπόψη την αρχική επένδυση στην οποία προέβη ο οικείος φορέας και την ύπαρξη ενός συστήματος τιμολογήσεως το οποίο επιτρέπει στον εν λόγω φορέα να ανακτήσει το κόστος εγκατάστασης.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η δανική.
Full & Egal Universal Law Academy