ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 8ης Μαΐου 2014 ( *1 )
«Αίτηση αναιρέσεως — Κοινοτικό σήμα — Διαδικασία ανακοπής — Αίτηση καταχωρίσεως του λεκτικού σήματος BIMBO DOUGHNUTS — Προγενέστερο ισπανικό λεκτικό σήμα DOGHNUTS — Σχετικοί λόγοι απαραδέκτου — Κανονισμός (ΕΚ) 40/94 — Άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ — Σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως — Αυτοτελής διακριτική θέση στοιχείου σύνθετου λεκτικού σήματος»
Στην υπόθεση C‑591/12 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 10 Δεκεμβρίου 2012,
Bimbo SA, με έδρα τη Βαρκελώνη (Ισπανία), εκπροσωπούμενη από τους C. Prat, abogado, και R. Ciullo, barrister,
αναιρεσείουσα,
όπου οι λοιποί διάδικοι είναι οι:
Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ), εκπροσωπούμενο από τους A. Folliard-Monguiral και J. Crespo Carrillo,
καθού πρωτοδίκως,
Panrico SA, με έδρα το Esplugues de Llobregat (Ισπανία), εκπροσωπούμενη από τον D. Pellisé Urquiza, abogado,
παρεμβαίνουσα πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους R. Silva de Lapuerta, πρόεδρο τμήματος, J. L. da Cruz Vilaça, Γ. Αρέστη, J.-C. Bonichot και A. Arabadjiev (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Mengozzi
γραμματέας: L. Hewlett, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 7ης Νοεμβρίου 2013,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 23ης Ιανουαρίου 2014,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με την αίτησή της αναιρέσεως, η Bimbo SA (στο εξής: Bimbo) ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως την οποία εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης επί της υποθέσεως Bimbo κατά ΓΕΕΑ — Panrico (BIMBO DOUGHNUTS) (T‑569/10, EU:T:2012:535, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), και με την οποία απέρριψε την προσφυγή που είχε ασκήσει η νυν αναιρεσείουσα με αίτημα, κυρίως, τη μεταρρύθμιση ή, επικουρικώς, την ακύρωση της αποφάσεως του τετάρτου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ) της 7ης Οκτωβρίου 2010 (υπόθεση R 838/2009‑4), η οποία αφορούσε διαδικασία ανακοπής μεταξύ της Panrico SA (στο εξής: Panrico) και της Bimbo (στο εξής: επίμαχη απόφαση).
Το νομικό πλαίσιο
2
Ο κανονισμός (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (EE L 11, σ. 1), καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το κοινοτικό σήμα (EE L 78, σ. 1). Ο δεύτερος αυτός κανονισμός τέθηκε σε ισχύ στις 13 Απριλίου 2009.
3
Το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 40/94, το οποίο έφερε τον τίτλο «Σχετικοί λόγοι απαραδέκτου», όριζε τα εξής:
«Κατόπιν ανακοπής του δικαιούχου προγενέστερου σήματος, [απορρίπτεται το αίτημα καταχωρίσεως σήματος]:
[...]
β)
εάν, λόγω του [ότι αυτό είναι πανομοιότυπο ή παρόμοιο] με το προγενέστερο σήμα [και λόγω του ότι είναι πανομοιότυπα ή παρόμοια τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες] που προσδιορίζουν τα δύο σήματα, υπάρχει κίνδυνος συγχύσεως του κοινού της εδαφικής περιοχής στην οποία απολαύει προστασίας το προγενέστερο σήμα. Ο κίνδυνος συγχύσεως περιλαμβάνει και τον κίνδυνο συσχετίσεως με το προγενέστερο σήμα.»
Ιστορικό της διαφοράς
4
Το ιστορικό της διαφοράς συνοψίζεται στις σκέψεις 1 έως 14 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ως εξής:
«1
Στις 25 Μαΐου 2006 η [Bimbo] υπέβαλε ενώπιον του [ΓΕΕΑ] αίτηση καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος, δυνάμει του κανονισμού 40/94, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα [κανονισμός που αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό 207/2009].
2
Το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση ήταν το λεκτικό σήμα “BIMBO DOUGHNUTS”.
3
Τα προϊόντα για τα οποία ζητήθηκε η καταχώριση εμπίπτουν στην κλάση 30 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας, της 15ης Ιουνίου 1957, για τη διεθνή ταξινόμηση των προϊόντων και των υπηρεσιών με σκοπό την καταχώριση σημάτων, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί, και αντιστοιχούν στην ακόλουθη περιγραφή: “γλυκά και είδη αρτοποιίας, ειδικότερα λουκουμάδες (ντόνατ)”.
4
Η αίτηση καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος δημοσιεύθηκε στο Δελτίο κοινοτικών σημάτων αριθ. 42/2006 της 16ης Οκτωβρίου 2006.
5
Στις 16 Ιανουαρίου 2007 η [Panrico] άσκησε ανακοπή, βάσει του άρθρου 42 του κανονισμού 40/94 (νυν άρθρου 41 του κανονισμού 207/2009), κατά της καταχωρίσεως του σήματος που αποτελεί αντικείμενο της αιτήσεως για όλα τα προϊόντα τα οποία διαλαμβάνονται στη σκέψη 3 ανωτέρω.
6
Η ανακοπή στηριζόταν σε πλείονα προγενέστερα εθνικά και διεθνή σήματα, τόσο λεκτικά όσο και εικονιστικά. Στηριζόταν ιδίως στο ισπανικό λεκτικό σήμα DOGHNUTS, το οποίο είχε καταχωρισθεί στις 18 Ιουνίου 1994 με τον αριθμό 1288926 για προϊόντα που εμπίπτουν στην κλάση 30 και αντιστοιχούν στην ακόλουθη περιγραφή: “προϊόντα και παρασκευάσματα ζαχαροπλαστικής και προϊόντα και παρασκευάσματα για ζαχαρωτά και ζαχαρώδη παντός είδους· ζάχαρη, σοκολάτα, τσάι, κακάο, καφές και υποκατάστατά τους· βανίλια, εσάνς και προϊόντα και παρασκευάσματα για κρέμα καραμελέ και για γλυκά, φαγώσιμα προϊόντα με βάση τη σοκολάτα και τη ζάχαρη, παγωτά, ζάχαρη σε κρυστάλλους, σοκολάτες, λουκουμάδες στρογγυλού σχήματος, τσίχλες και μπισκότα”.
7
Προς στήριξη της ανακοπής προβλήθηκαν οι λόγοι που διαλαμβάνονται στο άρθρο 8, παράγραφοι 1, στοιχείο βʹ, και 5, του κανονισμού 207/2009.
8
Στις 25 Μαΐου 2009 το τμήμα ανακοπών δέχθηκε την ανακοπή.
9
Στις 24 Ιουλίου 2009 η αναιρεσείουσα άσκησε προσφυγή ενώπιον του ΓΕΕΑ, βάσει των άρθρων 58 έως 64 του κανονισμού 207/2009, στρεφόμενη κατά της αποφάσεως του τμήματος ανακοπών.
10
Με την [επίμαχη απόφαση] το τέταρτο τμήμα προσφυγών [(στο εξής: «τμήμα προσφυγών»)] απέρριψε την προσφυγή. Όπως και το τμήμα ανακοπών, το τμήμα προσφυγών περιορίσθηκε στη σύγκριση μεταξύ του σήματος του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση και του προγενέστερου ισπανικού λεκτικού σήματος DOGHNUTS (στο εξής: προγενέστερο σήμα) και, επί της βάσεως αυτής, έκρινε ότι υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009.
11
Το τμήμα προσφυγών επισήμανε ότι η λέξη “doughnut” είναι αγγλική και σημαίνει “[...] μαλακό μικρό γλυκό σε μορφή παχέος δακτυλιδιού από ζύμη”. Κατά το τμήμα προσφυγών, η λέξη αυτή δεν υπάρχει στην ισπανική γλώσσα, στην οποία οι αντίστοιχες λέξεις είναι “dónut” ή “rosquilla”. Το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι για τον μέσο Ισπανό καταναλωτή (εξαιρουμένων όσων ομιλούν την αγγλική) η λέξη “doughnut” δεν περιγράφει τα επίμαχα προϊόντα και τις ιδιότητές τους και δεν έχει κάποιο ειδικό σημασιολογικό περιεχόμενο όσον τα αφορά. Κατά το τμήμα προσφυγών, το προγενέστερο σημείο, όπως και εκείνο του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση, θα γίνει αντιληπτό από την πλειονότητα των καταναλωτών ως όρος αλλοδαπής προελεύσεως ή φανταστικού περιεχομένου.
12
Το τμήμα προσφυγών έκρινε επίσης ότι τα αντιπαρατιθέμενα σημεία ήταν παρόμοια, καθόσον το προγενέστερο σήμα ενσωματωνόταν, κατά τρόπο σχεδόν πανομοιότυπο, στο σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση. Τα επίμαχα σήματα εμφάνιζαν μέτριου βαθμού οπτική και φωνητική ομοιότητα. Η εννοιολογική μεταξύ τους σύγκριση ήταν αδύνατη.
13
Τα προϊόντα που προσδιορίζουν τα αντιπαρατιθέμενα σήματα είναι πανομοιότυπα. Ο διακριτικός χαρακτήρας του προγενέστερου σήματος είναι μέτριου βαθμού.
14
Το τμήμα προσφυγών αποφάνθηκε ότι, λαμβανομένου υπόψη του σε μέτριο βαθμό διακριτικού χαρακτήρα του προγενέστερου σήματος και κατόπιν σφαιρικής εκτιμήσεως του κινδύνου συγχύσεως, λόγω της μέτριου βαθμού οπτικής και φωνητικής ομοιότητας μεταξύ των σημείων, υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως των ενδιαφερόμενων καταναλωτών όσον αφορά τα επίμαχα προϊόντα, τα οποία κρίθηκαν πανομοιότυπα.»
Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
5
Η Bimbo άσκησε προσφυγή με αίτημα, κυρίως, τη μεταρρύθμιση της επίμαχης αποφάσεως ή, επικουρικώς, την ακύρωσή της.
6
Προς στήριξη του αιτήματός της περί ακυρώσεως της επίμαχης αποφάσεως, η Bimbo προέβαλε δύο λόγους ακυρώσεως εκ των οποίων ο μεν πρώτος αντλούνταν από παράβαση των άρθρων 75 και 76 του κανονισμού 207/2009, ο δε δεύτερος από παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του ιδίου αυτού κανονισμού.
7
Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε απαράδεκτο το αίτημα μεταρρυθμίσεως της επίμαχης αποφάσεως και απέρριψε τους λόγους που προβλήθηκαν σε στήριξη του αιτήματος ακυρώσεως της αποφάσεως αυτής.
Αιτήματα των διαδίκων
8
Η Bimbo ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να ακυρώσει την επίμαχη απόφαση και να καταδικάσει το ΓΕΕΑ στα δικαστικά έξοδα.
9
Το ΓΕΕΑ ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει την Bimbo στα δικαστικά έξοδα.
10
Η Panrico ζητεί από το Δικαστήριο να κρίνει παραδεκτό και βάσιμο το υπόμνημά της αντικρούσεως, να επικυρώσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να καταδικάσει την Bimbo στα δικαστικά έξοδα.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
11
Προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως, η Bimbo προβάλλει έναν μόνο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος περιλαμβάνει δύο σκέλη και αντλείται από παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009.
12
Δεδομένου, όμως, ότι εν προκειμένω η αίτηση καταχωρίσεως του επίμαχου κοινοτικού σήματος υποβλήθηκε στις 25 Μαΐου 2006 και ότι η ημερομηνία αυτή είναι καθοριστικής σημασίας για να προσδιορισθεί το εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο (βλ., σχετικώς, διατάξεις επί των υποθέσεων Shah κατά Three-N-Products Private, C‑14/12 P, EU:C:2013:349, σκέψη 2, και DMK κατά ΓΕΕΑ, C‑346/12 P, EU:C:2013:397, σκέψη 2), η υπό κρίση διαφορά διέπεται, αφενός, από τις δικονομικές διατάξεις του κανονισμού 207/2009 και, αφετέρου, από τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του κανονισμού 40/94.
Επί του πρώτου σκέλους του μόνου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
13
Η Bimbo υποστηρίζει, καταρχάς, ότι, υιοθετώντας τη συλλογιστική που εκτίθεται στη σκέψη 97 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε σύγχυση μεταξύ των εννοιών του «διακριτικού χαρακτήρα» και του «στερούμενου παντελώς σημασιολογικού περιεχομένου στοιχείου», αφενός, και της έννοιας της «αυτοτελούς διακριτικής θέσεως», αφετέρου. Ωστόσο, ούτε ο εγγενής διακριτικός χαρακτήρας ούτε ο βαθμός στον οποίο διαθέτει σημασιολογικό περιεχόμενο ένα στοιχείο σύνθετου σήματος πρέπει να συγχέονται με τη διακριτική θέση του στοιχείου αυτού εντός του σήματος. Ο όρος «θέση» υποδηλώνει ότι πρόκειται για έννοια που πρέπει να εκτιμάται λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων των λοιπών στοιχείων που αποτελούν το οικείο σημείο.
14
Εν συνεχεία, το σκεπτικό του Γενικού Δικαστηρίου συνεπάγεται, κατά την Bimbo, ότι κάθε σήμα που αποτελείται από δύο στοιχεία, εκ των οποίων το ένα είναι σήμα που χαίρει φήμης και το άλλο σήμα που διαθέτει μετρίου βαθμού διακριτικό χαρακτήρα, ενώ στερείται ιδιαίτερης σημασίας για το ενδιαφερόμενο κοινό, γίνεται δεκτό ότι αποτελείται από δύο στοιχεία με αυτοτελή διακριτική θέση. Το Δικαστήριο, όμως, έχει κρίνει ότι συνήθως ο μέσος καταναλωτής αντιλαμβάνεται ένα σήμα ως όλον, μόνο δε σε ειδικές περιπτώσεις έχει δεχθεί ότι δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο ένα στοιχείο σύνθετου σήματος να εξακολουθεί να έχει αυτοτελή διακριτική θέση εντός του οικείου σύνθετου σήματος.
15
Ομοίως, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε, κατά την αναιρεσείουσα, στη σκέψη 38 της αποφάσεως επί της υποθέσεως Becker κατά Harman International Industries (C‑51/09 P, EU:C:2010:368), ότι, σε σύνθετο σήμα, ένα επώνυμο δεν εξακολουθεί σε κάθε περίπτωση να έχει αυτοτελή διακριτική θέση απλώς και μόνον επειδή γίνεται αντιληπτό ως επώνυμο. Η αυτοτελής διακριτική θέση μπορεί να διαπιστωθεί μόνον κατόπιν εξετάσεως του συνόλου των κρίσιμων για την προκειμένη περίπτωση στοιχείων.
16
Τέλος, η Bimbo επισημαίνει ότι, κατ’ αυτήν, οι έννοιες του «ενιαίου συνόλου» και της «λογικής ενότητας», τις οποίες μνημονεύει το Γενικό Δικαστήριο, απουσιάζουν από τη νομολογία του Δικαστηρίου. Εάν γίνει δεκτό ότι με τις έννοιες αυτές το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει ότι το σύνθετο σήμα περιέχει διάφορα «αυτοτελή» στοιχεία, το γεγονός αυτό δεν συνεπάγεται και ότι τα εν λόγω στοιχεία διαθέτουν αυτοτελή διακριτική θέση.
17
Το ΓΕΕΑ και η Panrico αμφισβητούν ότι τα επιχειρήματα της Bimbo είναι βάσιμα. Ειδικότερα, το ΓΕΕΑ διατείνεται ότι το πρώτο σκέλος του προβαλλόμενου μόνου λόγου αναιρέσεως είναι απαράδεκτο, δεδομένου ότι από τη σκέψη 97 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε απλώς το συγκεκριμένο σημασιολογικό περιεχόμενο του σημείου του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση και ότι, επομένως, προέβη σε εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
18
Όσον αφορά το παραδεκτό του πρώτου σκέλους του προβαλλόμενου μόνου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να επισημανθεί ότι η Bimbo προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε σύγχυση μεταξύ ορισμένων νομικών εννοιών, ότι παρέβη τον κανόνα περί του ότι η αυτοτελής διακριτική θέση στοιχείου σύνθετου σήματος μπορεί να διαπιστωθεί μόνο κατ’ εξαίρεση και ότι χρησιμοποίησε ορολογία καινοφανή για τη σχετική με το ζήτημα νομολογία. Κατά συνέπεια, αντιθέτως προς ό,τι διατείνεται το ΓΕΕΑ, η Bimbo δεν ζητεί απλώς από το Δικαστήριο να προβεί σε εκ νέου εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, αλλά προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο. Ως εκ τούτου, το σκέλος αυτό είναι παραδεκτό.
19
Ως προς την ουσία της υποθέσεως, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, κίνδυνο συγχύσεως, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 40/94, συνιστά το ενδεχόμενο το κοινό να μπορεί να πιστεύει ότι τα επίμαχα προϊόντα ή υπηρεσίες προέρχονται από την ίδια επιχείρηση ή, ενδεχομένως, από οικονομικά συνδεόμενες επιχειρήσεις (βλ. αποφάσεις επί των υποθέσεων ΓΕΕΑ κατά Shaker, C‑334/05 P, EU:C:2007:333, σκέψη 33, και Nestlé κατά ΓΕΕΑ, C‑193/06 P, EU:C:2007:539, σκέψη 32).
20
Η ύπαρξη τέτοιου κινδύνου συγχύσεως για το κοινό πρέπει να εκτιμάται σφαιρικά, λαμβανομένων υπόψη όλων των παραγόντων που ασκούν επιρροή στη συγκεκριμένη περίπτωση (βλ., σχετικώς, αποφάσεις SABEL, C‑251/95, EU:C:1997:528, σκέψη 22, ΓΕΕΑ κατά Shaker, EU:C:2007:333, σκέψη 34, και Nestlé κατά ΓΕΕΑ, EU:C:2007:539, σκέψη 33).
21
Η σφαιρική εκτίμηση περί του αν υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως πρέπει να στηρίζεται, καθόσον αφορά την οπτική, φωνητική ή εννοιολογική ομοιότητα των επίμαχων σημάτων, στη συνολική εντύπωση που αυτά προκαλούν, λαμβανομένων υπόψη ιδίως των διακριτικών και κυρίαρχων στοιχείων τους. Ο τρόπος με τον οποίο ο μέσος καταναλωτής αντιλαμβάνεται τα οικεία προϊόντα ή υπηρεσίες παίζει καθοριστικό ρόλο για τη σφαιρική εκτίμηση του εν λόγω κινδύνου. Συναφώς, ο μέσος καταναλωτής αντιλαμβάνεται συνήθως ένα σήμα ως όλον και δεν εξετάζει τις διάφορες λεπτομέρειές του (βλ., σχετικώς, αποφάσεις SABEL, EU:C:1997:528, σκέψη 23, ΓΕΕΑ κατά Shaker, EU:C:2007:333, σκέψη 35, και Nestlé κατά ΓΕΕΑ, EU:C:2007:539, σκέψη 34).
22
Η εκτίμηση της ομοιότητας μεταξύ δύο σημάτων δεν σημαίνει ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ένα μόνον από τα στοιχεία που αποτελούν το σύνθετο σήμα και να συγκρίνεται με ένα άλλο σήμα. Αντιθέτως, η σύγκριση αυτή πρέπει να γίνεται με εξέταση των επίμαχων σημάτων, κατά την οποία έκαστο σήμα θεωρείται ως σύνολο (απόφαση ΓΕΕΑ κατά Shaker, EU:C:2007:333, σκέψη 41).
23
Στη συνολική εντύπωση που προκαλεί ένα σύνθετο σήμα στη μνήμη του ενδιαφερόμενου κοινού μπορεί, υπό ορισμένες συνθήκες, να κυριαρχούν ένα ή περισσότερα από τα στοιχεία που το αποτελούν. Εντούτοις το κυρίαρχο στοιχείο μπορεί να αποτελέσει το μοναδικό κριτήριο για την εκτίμηση της ομοιότητας μεταξύ δύο σημάτων μόνο στην περίπτωση κατά την οποία όλα τα άλλα συστατικά στοιχεία του σήματος είναι αμελητέα (αποφάσεις ΓΕΕΑ κατά Shaker, EU:C:2007:333, σκέψεις 41 και 42, και Nestlé κατά ΓΕΕΑ, EU:C:2007:539, σκέψεις 42 και 43 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
24
Το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει συναφώς ότι δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο ένα προγενέστερο σήμα που χρησιμοποιείται από τρίτον σε σύνθετο σημείο το οποίο περιλαμβάνει την επωνυμία της επιχειρήσεως του εν λόγω τρίτου να διατηρεί αυτοτελή διακριτική θέση εντός του σύνθετου αυτού σημείου. Ως εκ τούτου, για να γίνει δεκτό ότι υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως αρκεί, λόγω της αυτοτελούς διακριτικής θέσεως που εξακολουθεί να έχει το προγενέστερο σήμα, να μπορεί να δημιουργηθεί στο κοινό η εντύπωση ότι τα προσδιοριζόμενα από το σύνθετο σημείο προϊόντα ή υπηρεσίες προέρχονται και από τον δικαιούχο του εν λόγω προγενέστερου σήματος (απόφαση Medion, C‑120/04, EU:C:2005:594, σκέψεις 30 και 36, και διάταξη Perfetti Van Melle κατά ΓΕΕΑ, C‑353/09 P, EU:C:2011:73, σκέψη 36).
25
Εντούτοις, ένα στοιχείο σύνθετου σημείου δεν εξακολουθεί να έχει τέτοια αυτοτελή διακριτική θέση και στην περίπτωση κατά την οποία συναποτελεί, μαζί με το άλλο ή με τα άλλα στοιχεία του σημείου, θεωρούμενα ως σύνολο, ενότητα με σημασιολογικό περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που έχουν τα εν λόγω στοιχεία εξεταζόμενα το καθένα χωριστά (βλ., σχετικώς, διάταξη επί της υποθέσεως ecoblue κατά ΓΕΕΑ και Banco Bilbao Vizcaya Argentaria, C‑23/09 P, EU:C:2010:35, σκέψη 47, απόφαση Becker κατά Harman International Industries, EU:C:2010:368, σκέψεις 37 και 38, και διάταξη Perfetti Van Melle κατά ΓΕΕΑ, EU:C:2011:73, σκέψεις 36 και 37).
26
Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στις σκέψεις 79 και 81 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, ακόμη κι αν γινόταν δεκτό ότι το στοιχείο «bimbo» κατείχε κυρίαρχη θέση εντός του σήματος του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση, το στοιχείο «doughnuts» δεν θα είχε αμελητέα σημασία όσον αφορά τη συνολική εντύπωση που προκαλεί το σήμα αυτό και θα έπρεπε, ως εκ τούτου, να ληφθεί υπόψη κατά τη σύγκριση των αντιπαρατιθέμενων σημάτων.
27
Στη σκέψη 97 της αποφάσεως αυτής, το Γενικό Δικαστήριο διευκρίνισε ότι, καθόσον το στοιχείο «doughnuts» στερείται παντελώς σημασιολογικού περιεχομένου όσον αφορά το ενδιαφερόμενο κοινό, το στοιχείο αυτό δεν συναποτελούσε με το άλλο στοιχείο του σημείου, θεωρούμενα ως σύνολο, ενότητα με σημασιολογικό περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που έχουν τα εν λόγω στοιχεία εξεταζόμενα το καθένα χωριστά. Έκρινε επομένως ότι το στοιχείο «doughnuts» εξακολουθούσε να κατέχει αυτοτελή διακριτική θέση εντός του σήματος του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση και έπρεπε, ως εκ τούτου, να ληφθεί υπόψη κατά τη σφαιρική εκτίμηση περί υπάρξεως κινδύνου συγχύσεως.
28
Στη σκέψη 100 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, λαμβανομένων υπόψη όλων των ασκούντων επιρροή στην προκειμένη περίπτωση παραγόντων, η σφαιρική εκτίμηση επιβεβαίωνε την κρίση του τμήματος προσφυγών περί υπάρξεως κινδύνου συγχύσεως.
29
Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο δεν έκρινε ότι υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως αποκλειστικώς βάσει της διαπιστώσεως ότι το στοιχείο «doughnuts» κατέχει αυτοτελή διακριτική θέση εντός του σήματος του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση, αλλά συνήγαγε την κρίση αυτή κατόπιν σφαιρικής εκτιμήσεως η οποία περιλαμβάνει τα διάφορα στάδια εξετάσεως που προκύπτουν από τη νομολογία που υπομνήσθηκε στις σκέψεις 19 έως 25 της παρούσας αποφάσεως και στο πλαίσιο της οποίας έλαβε υπόψη όλους τους παράγοντες που ασκούν επιρροή στην προκειμένη περίπτωση. Ως εκ τούτου, εφήρμοσε επακριβώς το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 40/94.
30
Η διαπίστωση αυτή δεν αναιρείται από τα λοιπά επιχειρήματα που προέβαλε η Bimbo.
31
Καθόσον η Bimbo προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι, καταρχάς, μνημόνευσε, στη σκέψη 97 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τις έννοιες του «διακριτικού χαρακτήρα» και του «στερούμενου παντελώς σημασιολογικού περιεχομένου στοιχείου», αρκεί να επισημανθεί ότι, στη σκέψη αυτή, το Γενικό Δικαστήριο απλώς απέρριψε τα επιχειρήματα που προέβαλε η Bimbo προς απόδειξη του ότι το στοιχείο «doughnuts», καθόσον στερείται διακριτικού χαρακτήρα, δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη κατά την εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως.
32
Κατά τον τρόπο αυτό, το Γενικό Δικαστήριο συμπλήρωσε την εκτίμησή του, η οποία εκτίθεται στη σκέψη 81 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το εν λόγω στοιχείο δεν είχε αμελητέα σημασία όσον αφορά τη συνολική εντύπωση που προκαλεί το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση και θα έπρεπε, ως εκ τούτου, να ληφθεί υπόψη κατά τη σύγκριση των αντιπαρατιθέμενων σημάτων. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο ουδόλως υπέπεσε σε σύγχυση μεταξύ των επίμαχων εννοιών.
33
Εν συνεχεία, καθόσον η Bimbo διατείνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη τον κανόνα ότι η διαπίστωση περί της υπάρξεως αυτοτελούς διακριτικής θέσεως στοιχείου σύνθετου σήματος αποτελεί εξαίρεση, που πρέπει να δικαιολογείται δεόντως, από τον κανόνα ότι ο καταναλωτής αντιλαμβάνεται ένα σήμα ως όλον, επισημαίνεται ότι η εξέταση σχετικά με το αν κάποιο από τα στοιχεία σύνθετου σήματος κατέχει αυτοτελή διακριτική θέση ή όχι σκοπεί στον προσδιορισμό εκείνων των στοιχείων από τα εν λόγω τα οποία θα αντιληφθεί το οικείο κοινό.
34
Συγκεκριμένα, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 25 και 26 των προτάσεών του, πρέπει, σε κάθε περίπτωση ατομικώς, να προσδιορίζεται, βάσει ιδίως αναλύσεως των στοιχείων που συναποτελούν ένα σημείο και της σχετικής βαρύτητάς τους ως προς την αντίληψη του οικείου κοινού, η συνολική εντύπωση την οποία προκαλεί το σημείο του οποίου ζητείται η καταχώριση και η οποία μπορεί να απομνημονευθεί από το κοινό αυτό, εν συνεχεία δε, λαμβανομένων υπόψη της συνολικής αυτής εντυπώσεως και του συνόλου των παραγόντων που ασκούν επιρροή στην προκειμένη περίπτωση, να εκτιμάται ο κίνδυνος συγχύσεως.
35
Αφενός, όμως, τα στοιχεία σύνθετου σημείου που συμβάλλουν στη συνολική εντύπωση την οποία προκαλεί το σημείο αυτό και η οποία μπορεί να απομνημονευθεί από το κοινό προσδιορίζονται πριν τη σφαιρική εκτίμηση περί υπάρξεως κινδύνου συγχύσεως μεταξύ των οικείων σημείων. Η εκτίμηση αυτή πρέπει να στηρίζεται στη συνολική εντύπωση που προκαλούν τα αντιπαρατιθέμενα σήματα, δεδομένου ότι ο μέσος καταναλωτής αντιλαμβάνεται συνήθως ένα σήμα ως όλον και δεν εξετάζει τις διάφορες λεπτομέρειές του, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 21 της παρούσας αποφάσεως. Ως εκ τούτου, δεν πρέπει να γίνει δεκτό ότι πρόκειται για εξαίρεση που πρέπει να δικαιολογείται δεόντως σε σχέση με τον κανόνα αυτόν.
36
Αφετέρου, πρέπει να επισημανθεί ότι η εκτίμηση κάθε στοιχείου ατομικώς, όπως επιτάσσει πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, πρέπει να διενεργείται λαμβανομένων υπόψη των ειδικών περιστάσεων της κάθε περιπτώσεως και, επομένως, δεν πρέπει να υπόκειται σε γενικά τεκμήρια. Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 24 των προτάσεών του, από τη μεταγενέστερη της αποφάσεως Medion (EU:C:2005:594) νομολογία συνάγεται ότι, με την απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο δεν εισήγαγε παρέκκλιση από τις αρχές που διέπουν την εκτίμηση περί της υπάρξεως κινδύνου συγχύσεως.
37
Τέλος, όσον αφορά τα επιχειρήματα που συνοψίζονται στη σκέψη 16 της παρούσας αποφάσεως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι φράσεις «ενιαίο σύνολο» και «λογική ενότητα», τις οποίες χρησιμοποιεί το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 97 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, είναι αντίστοιχες της φράσεως «ενότητα με διαφορετικό σημασιολογικό περιεχόμενο», την οποία χρησιμοποιεί το Δικαστήριο στη νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 25 της παρούσας αποφάσεως.
38
Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι η εκτίμηση στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο δεν ενέχει τις περιπτώσεις πλάνης περί το δίκαιο τις οποίες προβάλλει η Bimbo και ότι, κατά συνέπεια, το πρώτο σκέλος του μόνου προβληθέντος λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
Επί του δευτέρου σκέλους του μόνου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
39
Η Bimbo φρονεί, καταρχάς, ότι το Γενικό Δικαστήριο στήριξε τη διαπίστωση ότι υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως στην παραδοχή ότι το στοιχείο «doughnuts» έχει αυτοτελή διακριτική θέση, χωρίς να λάβει υπόψη τα λοιπά ιδιαίτερα στοιχεία της προκειμένης υποθέσεως.
40
Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ότι το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση διακρίνεται από το πρώτο στοιχείο του, τη λέξη «bimbo», το οποίο αποτελεί σήμα που χαίρει φήμης στην Ισπανία όσον αφορά τα προϊόντα για τα οποία ζητήθηκε η καταχώριση του σήματος αυτού. Δεν επισήμανε επίσης ότι το προγενέστερο σήμα δεν διαθέτει διακριτικό χαρακτήρα σε μεγάλο ή ιδιαίτερο βαθμό και ότι ο όρος «doghnuts» δεν αναπαραγόταν κατά τρόπο πανομοιότυπο στο σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση.
41
Εν συνεχεία, η Bimbo διατείνεται ότι η φήμη της οποίας χαίρει ως σήμα το πρώτο στοιχείο του σύνθετου σήματος καθιστά συνήθως δυνατό να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο η συνολική εντύπωση που προκαλεί το σήμα αυτό να γίνει αντιληπτή από το ενδιαφερόμενο κοινό ως αποδίδουσα την προέλευση των οικείων προϊόντων στον δικαιούχο του προγενέστερου σήματος ή σε οικονομικά συνδεόμενες επιχειρήσεις.
42
Ως εκ τούτου, κατά την Bimbo, το Γενικό Δικαστήριο όφειλε, για να μπορέσει να διαπιστώσει την ύπαρξη κινδύνου συγχύσεως μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημάτων, να εκθέσει τους λόγους για τους οποίους, κατ’ εξαίρεση, εν προκειμένω, το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση, λαμβανομένης υπόψη της συνολικής εντυπώσεως που προκαλεί στο ενδιαφερόμενο κοινό, προκαλούσε κίνδυνο συγχύσεως.
43
Τέλος, η Bimbo φρονεί ότι, κατά την εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως, το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε δεόντως υπόψη το γεγονός ότι, αντιθέτως προς τα συναλλακτικά ήθη στον εμπορικό τομέα που αφορούσε η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Medion (EU:C:2005:594), στον τομέα της αρτοποιίας θα ήταν ασυνήθης η σύναψη εμπορικών συμφωνιών ή ο συνεταιρισμός για τη διάθεση προϊόντων.
44
Το ΓΕΕΑ και η Panrico αμφισβητούν τα επιχειρήματα της Bimbo.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
45
Καταρχάς, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 37 έως 42 των προτάσεών του, λαμβανομένου υπόψη του σκεπτικού που εκτίθεται στις σκέψεις 91 έως 100 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν μπορεί να προσαφθεί στο Γενικό Δικαστήριο ότι συνήγαγε άνευ άλλου τινός την ύπαρξη κινδύνου συγχύσεως μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημείων από τη διαπίστωση περί αυτοτελούς διακριτικής θέσεως του στοιχείου «doughnuts» στο προς καταχώριση σήμα.
46
Συγκεκριμένα, από τις σκέψεις αυτές προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως και ότι έλαβε προς τούτο υπόψη τις ιδιαίτερες περιστάσεις της προκειμένης περιπτώσεως. Επιπλέον, η εκτίμηση αυτή στηρίζεται σε ενδελεχή έλεγχο, στις σκέψεις 52 έως 89 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όλων των στοιχείων που προέβαλε η Bimbo και, ειδικότερα, στο ότι το σήμα αυτό χαίρει φήμης. Τα επιχειρήματα που προέβαλε συναφώς η εταιρία αυτή ενώπιον του Δικαστηρίου αντλούνται από πεπλανημένη ερμηνεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και πρέπει, ως εκ τούτου, να απορριφθούν.
47
Εν συνεχεία, λαμβανομένων υπόψη των διαπιστώσεων που παρατίθενται στις σκέψεις 33 και 34 της παρούσας αποφάσεως, τα επιχειρήματα που συνοψίσθηκαν στις σκέψεις της 41 και 42 αντλούνται από πεπλανημένη ερμηνεία της σχετικής νομολογίας και πρέπει, για τον λόγο αυτό, να απορριφθούν.
48
Τέλος, όσον αφορά τα επιχειρήματα της Bimbo που συνοψίσθηκαν στη σκέψη 43 της παρούσας αποφάσεως, αρκεί η διαπίστωση ότι, όπως ορθώς υποστήριξε το ΓΕΕΑ, προβλήθηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου και ότι, ως εκ τούτου, πρέπει, κατά πάγια νομολογία, να απορριφθούν ως απαράδεκτα.
49
Συνεπώς, το δεύτερος σκέλος του μόνου λόγου αναιρέσεως που προέβαλε η Bimbo πρέπει να απορριφθεί ως εν μέρει απαράδεκτο και εν μέρει αβάσιμο.
50
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί ο μόνος λόγος αναιρέσεως που προβλήθηκε προς στήριξη της αιτήσεως, καθώς και η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως.
Επί των δικαστικών εξόδων
51
Δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι αβάσιμη, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων. Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του ιδίου Κανονισμού, που εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου του 184, παράγραφος 1, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
52
Δεδομένου ότι η Bimbo ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του ΓΕΕΑ και της Panrico.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2)
Καταδικάζει την Bimbo SA στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy