ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 27ης Μαρτίου 2014 ( *1 )
«Αίτηση αναιρέσεως — Ανταγωνισμός — Ολλανδική αγορά της πίσσας οδοποιίας — Καθορισμός της μικτής τιμής πωλήσεως της πίσσας οδοποιίας — Καθορισμός εκπτώσεως για τους κατασκευαστές έργων οδοποιίας — Κανονισμός (ΕΚ) 1/2003 — Άρθρο 27 — Δικαιώματα άμυνας — Μείωση του προστίμου»
Στην υπόθεση C‑612/12 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 21 Δεκεμβρίου 2012,
Ballast Nedam NV, με έδρα το Nieuwegein (Κάτω Χώρες), εκπροσωπούμενη από τους A. Bosman και E. Oude Elferink, advocaten,
αναιρεσείουσα,
όπου ο έτερος διάδικος είναι η:
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους F. Ronkes Agerbeek και P. Van Nuffel, επικουρούμενους από τον F. Tuytschaever, avocat, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους T. von Danwitz, πρόεδρο τμήματος, E. Juhász, A. Rosas, D. Šváby (εισηγητή) και S. Rodin, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: J. Kokott
γραμματέας: M. Ferreira, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 13ης Νοεμβρίου 2013,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με την αίτησή της αναιρέσεως, η Ballast Nedam NV (στο εξής: Ballast Nedam) ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως Ballast Nedam κατά Επιτροπής (T‑361/06, EU:T:2012:491, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέρριψε την προσφυγή της με αίτημα την ακύρωση, ως προς αυτήν, της αποφάσεως C(2006) 4090 τελικό της Επιτροπής, της 13ης Σεπτεμβρίου 2006, σχετικά με διαδικασία βάσει του άρθρου [81 ΕΚ] [υπόθεση COMP/F/38.456 — Πίσσα (Κάτω Χώρες)] (στο εξής: επίδικη απόφαση), και, επικουρικώς, αφενός, τη μερική ακύρωση της αποφάσεως αυτής όσον αφορά τον προσδιορισμό της διάρκειας της παραβάσεως ως προς την αναιρεσείουσα και, αφετέρου, τη μείωση του επιβληθέντος σε αυτήν προστίμου.
Το νομικό πλαίσιο
2
Το άρθρο 27, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα [81 ΕΚ] και [82 ΕΚ] (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1), ορίζει:
«Πριν από τη λήψη των αποφάσεων που προβλέπονται στα άρθρα 7, 8 και 23 και στο άρθρο 24, παράγραφος 2, η Επιτροπή παρέχει στις επιχειρήσεις ή τις ενώσεις επιχειρήσεων τις οποίες αφορά η διαδικασία που έχει κινήσει η Επιτροπή τη δυνατότητα ακρόασης σχετικά με τις αιτιάσεις της Επιτροπής. Η Επιτροπή θεμελιώνει τις αποφάσεις της μόνο στις αιτιάσεις για τις οποίες δόθηκε στα μέρη η δυνατότητα να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους. Οι καταγγέλλοντες μετέχουν στενά στη διαδικασία.»
Ιστορικό της διαφοράς και η επίδικη απόφαση
3
Το ιστορικό της διαφοράς εκτίθεται στις σκέψεις 1 έως 7 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και έχει συνοπτικά ως εξής.
4
Η αναιρεσείουσα είναι επικεφαλής του ομίλου Ballast Nedam, ο οποίος δραστηριοποιείται στον κατασκευαστικό κλάδο στις Κάτω Χώρες. Μετά το 1995, οι σχετικές με την κατασκευή έργων οδοποιίας δραστηριότητες του ομίλου περιήλθαν, σε επίπεδο ομίλου, στην Ballast Nedam Grond en Wegen BV (στο εξής: BNGW), θυγατρική ανήκουσα εξ ολοκλήρου στην Ballast Nedam Infra BV (στο εξής: BN Infra), η οποία ανήκε επίσης εξ ολοκλήρου στην Ballast Nedam. Μετά την 1η Οκτωβρίου 2000 τις σχετικές με την κατασκευή έργων οδοποιίας δραστηριότητες έχει αναλάβει η BN Infra.
5
Κατόπιν αιτήματος της British Petroleum plc για απαλλαγή από το πρόστιμο, βάσει της ανακοινώσεως της Επιτροπής της 19ης Φεβρουαρίου 2002, σχετικά με τη μη επιβολή και τη μείωση των προστίμων σε περιπτώσεις συμπράξεων (ΕΕ C 45, σ. 3), όσον αφορά καταγγελλόμενη σύμπραξη στην αγορά της πίσσας οδοποιίας στις Κάτω Χώρες, η Επιτροπή διενήργησε στις 1 και 2 Οκτωβρίου 2002 αιφνίδιους ελέγχους στα γραφεία ορισμένων εταιριών και απέστειλε στις 4 Ιουλίου 2003 σε διάφορες εταιρίες, συμπεριλαμβανομένης της BN Infra, αιτήσεις παροχής πληροφοριών. Η BN Infra απάντησε στις 12 Σεπτεμβρίου 2003. Στις 10 Φεβρουαρίου 2004 η Επιτροπή απέστειλε αίτηση παροχής πληροφοριών στην Ballast Nedam, η οποία απάντησε στις 9 Μαρτίου 2004.
6
Στις 18 Οκτωβρίου 2004 η Επιτροπή κίνησε τη διοικητική διαδικασία και εξέδωσε ανακοίνωση αιτιάσεων, την οποία απηύθυνε την επομένη σε διάφορες εταιρίες, συμπεριλαμβανομένων των Ballast Nedam και BN Infra, και στην οποία η Ballast Nedam απάντησε στις 20 Μαΐου 2005.
7
Στις 13 Σεπτεμβρίου 2006 η Επιτροπή εξέδωσε την επίδικη απόφαση, με την οποία διαπίστωσε ότι οι εταιρίες προς τις οποίες αυτή απευθύνεται μετείχαν σε ενιαία και διαρκή παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ, η οποία συνίστατο στον από κοινού τακτικό καθορισμό, κατά τα επίμαχα χρονικά διαστήματα, όσον αφορά την πώληση και την αγορά πίσσας οδοποιίας στις Κάτω Χώρες, της μικτής τιμής πωλήσεως, ενιαίας εκπτώσεως επί της μικτής τιμής πωλήσεως για τους μετέχοντες στη σύμπραξη κατασκευαστές έργων οδοποιίας και μειωμένης ανώτατης εκπτώσεως για τους λοιπούς κατασκευαστές έργων οδοποιίας.
8
Στην Ballast Nedam, όπως και στη θυγατρική της BN Infra, καταλογίστηκε ευθύνη για συμμετοχή στην παράβαση αυτή από τις 21 Ιουνίου 1996 έως τις 15 Απριλίου 2002.
9
Επειδή, αφενός, η BN Infra μετείχε ευθέως στην παράβαση από την 1η Οκτωβρίου 2000 έως τις 15 Απριλίου 2002 και κατείχε το σύνολο του κεφαλαίου της BNGW από τις 21 Ιουνίου 1996 έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2000, και, αφετέρου, η Ballast Nedam κατείχε ευθέως ή εμμέσως το σύνολο του κεφαλαίου της BN Infra και της BNGW, στις Ballast Nedam και BN Infra επιβλήθηκε από κοινού και εις ολόκληρον πρόστιμο 4,65 εκατομμυρίων ευρώ.
Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
10
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 5 Δεκεμβρίου 2006, η Ballast Nedam ζήτησε την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως και, επικουρικώς, αφενός, τη μερική ακύρωση της αποφάσεως αυτής όσον αφορά τον προσδιορισμό της διάρκειας της παραβάσεως ως προς αυτήν και, αφετέρου, τη μείωση του επιβληθέντος σε αυτήν προστίμου.
11
Προς στήριξη της προσφυγής της η Ballast Nedam προέβαλε δύο λόγους ακυρώσεως.
12
Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, ο οποίος είναι ο μόνος που ενδιαφέρει στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, η Ballast Nedam προέβαλε ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003 και προσέβαλε τα δικαιώματά της άμυνας, διότι παρέλειψε να αναφέρει στην ανακοίνωση αιτιάσεων ότι η ευθύνη της αναιρεσείουσας τεκμαίρεται από το γεγονός ότι αυτή ασκούσε αποφασιστική επιρροή επί της θυγατρικής της BNGW κατά το διάστημα μεταξύ 21ης Ιουνίου 1996 και 1ης Οκτωβρίου 2000.
13
Με τη σκέψη 64 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε τη νομολογία σχετικά με τον βαθμό σαφήνειας που απαιτείται να έχει η ανακοίνωση αιτιάσεων, ούτως ώστε η επιχείρηση να έχει κατά τη διοικητική διαδικασία τη δυνατότητα να γνωστοποιήσει την άποψή της σχετικά με τα προσαπτόμενα πραγματικά περιστατικά. Κατά τη νομολογία αυτή, η ανακοίνωση αιτιάσεων πρέπει να αναφέρει, μεταξύ άλλων, υπό ποια ιδιότητα προσάπτονται σε μια επιχείρηση τα προβαλλόμενα πραγματικά περιστατικά (απόφαση Papierfabrik August Koehler κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑322/07 P, C‑327/07 P και C‑338/07 P, EU:C:2009:500, σκέψη 39).
14
Στις σκέψεις 68 έως 71 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι:
«68
Από την ανακοίνωση αιτιάσεων προκύπτει ότι η Επιτροπή προέβη στη γενική επισήμανση ότι κάθε όμιλος εταιριών αποτελεί ενιαία επιχείρηση και ότι η μητρική εταιρία του ομίλου είναι πράγματι σε θέση να ασκεί αποφασιστική επιρροή επί των θυγατρικών της (σημείο 324). Όσον αφορά, ειδικότερα, την προσφεύγουσα, η Επιτροπή ανέφερε, περαιτέρω, ότι αυτή μετείχε στη σύμπραξη διά του διευθυντή της BNGW (σημείο [235] της ανακοινώσεως αιτιάσεων), κατόπιν της BN Infra (σημείο 339 της ανακοινώσεως αιτιάσεων), και ότι, εφόσον η προσφεύγουσα έλεγχε το σύνολο του κεφαλαίου της BN Infra (πρώην Ballast Nedam Wegenbouw BV και BNGW) μέσω της Ballast Nedam Nederland, θεώρησε, κατά τεκμήριο, ότι η μητρική εταιρία ασκεί αποφασιστική επιρροή επί των δύο θυγατρικών της. Τέλος, η Επιτροπή προσκόμισε ορισμένα συμπληρωματικά στοιχεία όσον αφορά το ότι η προσφεύγουσα και η BN Infra συναποτελούν ενιαία επιχείρηση (σημείο 340 της ανακοινώσεως αιτιάσεων). Βάσει των στοιχείων αυτών, η Επιτροπή αποφάσισε ότι πρέπει να απευθύνει την ανακοίνωση αιτιάσεων στη μεν BN Infra λόγω της άμεσης συμμετοχής αυτής (και των προκατόχων της) στις συμφωνίες, στη δε προσφεύγουσα λόγω συμμετοχής διά της ασκήσεως αποφασιστικής επιρροής επί της BN Infra (σημείο 342 της ανακοινώσεως αιτιάσεων).
69
Από το σύνολο των στοιχείων αυτών προκύπτει ότι, αν και η ανακοίνωση αιτιάσεων θα μπορούσε να είναι σαφέστερα διατυπωμένη, ιδίως όσον αφορά τη σχέση μεταξύ BN Infra και BNGW, εντούτοις η Επιτροπή παρέσχε στην προσφεύγουσα επαρκή στοιχεία, ώστε να αντιληφθεί τα περιστατικά και τις περιστάσεις στα οποία στηρίζεται η διαπίστωση της παραβάσεως και προσδιόρισε κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση τα νομικά πρόσωπα στα οποία επρόκειτο ενδεχομένως να επιβληθούν πρόστιμα. Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν παρέθεσε στην ανακοίνωση αιτιάσεων κανένα συμπληρωματικό στοιχείο όσον αφορά το ότι η προσφεύγουσα και η BNWG συναποτελούν ενιαία επιχείρηση δεν αρκεί, από μόνο του, για να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή δεν ανέφερε, κατά τρόπο απολύτως σαφή, ότι σκόπευε να εφαρμόσει το τεκμήριο ασκήσεως αποφασιστικής επιρροής επί της εμπορικής πολιτικής της BN Infra και της BNGW. Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι, βάσει των στοιχείων που περιλαμβάνονται στην ανακοίνωση αιτιάσεων, δεν είναι δυνατόν η προσφεύγουσα να αγνοούσε ότι, ως μητρική εταιρία της BNGW, επρόκειτο να συμπεριληφθεί στους αποδέκτες της τελικής αποφάσεως της Επιτροπής.
70
Διαπιστώνεται, εξάλλου, ότι, απαντώντας στη θέση αυτή που διατυπώνεται με την ανακοίνωση αιτιάσεων, η προσφεύγουσα υποστήριξε […] ότι η BN Infra δεν διαδέχθηκε την BNGW, αλλά μητρική εταιρία κατέχουσα το σύνολο του κεφαλαίου της εν λόγω εταιρίας αυτής, και προέβαλε επιχειρήματα προς απόδειξη της αυτοτέλειας της BNGW έναντι αυτής.
71
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι δόθηκε στην προσφεύγουσα η δυνατότητα, κατά το στάδιο της ανακοινώσεως αιτιάσεων, να αντιληφθεί το περιεχόμενο της αιτιάσεως της Επιτροπής, όσον αφορά τη συμμετοχή της στην παράβαση ως μητρική εταιρία της BNGW, και να αμυνθεί έτσι λυσιτελώς.»
15
Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή στο σύνολό της.
Αιτήματα των διαδίκων
16
Η Ballast Nedam ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει εν όλω ή εν μέρει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου, όπως αυτή διατυπώνεται στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως,
—
εφόσον δεχθεί την αίτηση αναιρέσεως, να κάνει δεκτά εν όλω ή εν μέρει τα αιτήματα που είχε προβάλει η Ballast Nedam πρωτοδίκως, και
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
17
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και
—
να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
18
Προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως, η Ballast Nedam προβάλλει δύο λόγους, οι οποίοι αφορούν, αφενός, παράβαση του άρθρου 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003, καθώς και προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, και, αφετέρου, εσφαλμένη εφαρμογή από το Γενικό Δικαστήριο των θεμελιωδών αρχών που διέπουν τον καταλογισμό, στις μητρικές εταιρίες, παραβάσεων του δικαίου των συμπράξεων στις οποίες έχουν υποπέσει οι θυγατρικές τους.
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, σχετικά με πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003 και τα δικαιώματα άμυνας
Επιχειρήματα των διαδίκων
19
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος στρέφεται κατά των σκέψεων 68 έως 71 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η Ballast Nedam προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, διότι, με τη σκέψη 69 της αποφάσεώς του, αποφάνθηκε ότι, βάσει των στοιχείων που περιέχονται στην ανακοίνωση αιτιάσεων, δεν ήταν δυνατόν να αγνοεί η αναιρεσείουσα ότι, ως μητρική εταιρία της BNGW, επρόκειτο να συμπεριληφθεί στους αποδέκτες της τελικής αποφάσεως της Επιτροπής.
20
Με την αίτησή της αναιρέσεως, η Ballast Nedam υποστηρίζει ότι η Επιτροπή έπρεπε να προσδιορίσει, με την ανακοίνωση αιτιάσεων, την BNGW ως έχουσα υποπέσει σε παράβαση και να ενημερώσει ρητώς την Ballast Nedam ότι διέτρεχε τον κίνδυνο να της καταλογιστεί από κοινού και εις ολόκληρον ευθύνη για την καταβολή του επιβληθέντος στην BNGW προστίμου. Ωστόσο, στο σημείο 342 της ανακοινώσεως αιτιάσεων δεν υπάρχει αναφορά στην BNGW, η οποία δεν περιλαμβάνεται άλλωστε στα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται η ανακοίνωση αιτιάσεων.
21
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
22
Στη σκέψη 64 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε, χωρίς να υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο, τη νομολογία σχετικά με τον βαθμό σαφήνειας που απαιτείται να έχει η ανακοίνωση αιτιάσεων, ούτως ώστε η επιχείρηση να έχει κατά τη διοικητική διαδικασία τη δυνατότητα να γνωστοποιήσει την άποψή της σχετικά με τα προσαπτόμενα πραγματικά περιστατικά.
23
Όπως προκύπτει από τη σκέψη 68 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή τεκμηρίωσε, με την ανακοίνωση αιτιάσεων, τις σχέσεις μεταξύ της αναιρεσείουσας και της BN Infra και ότι, για τον λόγο αυτό, η Επιτροπή αποφάσισε, όπως προκύπτει από τη σκέψη 342 της εν λόγω ανακοινώσεως, να απευθύνει την ανακοίνωση αιτιάσεων στη μεν BN Infra λόγω της άμεσης συμμετοχής αυτής (και των προκατόχων της) στις συμφωνίες, στη δε αναιρεσείουσα λόγω συμμετοχής διά της ασκήσεως αποφασιστικής επιρροής επί της BN Infra.
24
Όσον αφορά τη συμμετοχή της BNGW, το Γενικό Δικαστήριο δέχεται, με τη σκέψη 69 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή δεν παρέθεσε στην ανακοίνωση αιτιάσεων κανένα συμπληρωματικό στοιχείο ως προς το ότι η αναιρεσείουσα και η BNGW συναποτελούν ενιαία επιχείρηση, καθώς και ότι η ανακοίνωση αιτιάσεων θα μπορούσε να είναι σαφέστερα διατυπωμένη. Ωστόσο, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι τούτο δεν αρκεί, αυτό και μόνο, προκειμένου να συναχθεί ότι η Επιτροπή δεν ανέφερε, κατά τρόπο απολύτως σαφή, ότι σκόπευε να εφαρμόσει το τεκμήριο ασκήσεως αποφασιστικής επιρροής από την αναιρεσείουσα επί της εμπορικής πολιτικής της BN Infra και της BNGW.
25
Το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε έτσι σε πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά την απαίτηση περί σαφήνειας της ανακοινώσεως αιτιάσεων, κατά την οποία η ανακοίνωση αιτιάσεων πρέπει να αναφέρει υπό ποια ιδιότητα προσάπτονται σε μια επιχείρηση τα προβαλλόμενα πραγματικά περιστατικά (απόφαση Papierfabrik August Koehler κ.λπ. κατά Επιτροπής, EU:C:2009:500, σκέψη 39).
26
Συγκεκριμένα, το Γενικό Δικαστήριο κακώς δέχθηκε, με τη σκέψη 69 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι δεν είναι δυνατόν η αναιρεσείουσα να αγνοούσε ότι, ως μητρική εταιρία της BNGW, επρόκειτο να συμπεριληφθεί στους αποδέκτες της τελικής αποφάσεως της Επιτροπής, δεδομένου ότι το Γενικό Δικαστήριο, αφενός, διαπίστωσε ότι η Επιτροπή δεν ανέφερε, στη σκέψη 342 της ανακοινώσεως αιτιάσεων, ότι η ανακοίνωση αυτή απευθύνεται στην αναιρεσείουσα λόγω της εκ μέρους της ασκήσεως αποφασιστικής επιρροής επί της εμπορικής πολιτικής της BNGW, και, αφετέρου, δέχθηκε ότι η ανακοίνωση αιτιάσεων δεν ήταν σαφής ως προς το ζήτημα αυτό.
27
Συγκεκριμένα, δεν ευσταθεί η κρίση του Γενικού Δικαστηρίου ότι η διαπίστωση που διατυπώνεται στη σκέψη 235 της ανακοινώσεως αιτιάσεων, περί συμμετοχής της αναιρεσείουσας στη σύμπραξη διά του διευθυντή της BNGW, αποτελούσε σαφή ένδειξη περί του ότι η Επιτροπή σκόπευε να καταλογίσει παρεπόμενη ευθύνη στην αναιρεσείουσα, ως μητρική εταιρία της BNGW, παρά το γεγονός ότι στην ανακοίνωση αιτιάσεων η εταιρία αυτή αναφέρεται μόνον υπό την ιδιότητα του προκατόχου της BN Infra.
28
Εξάλλου, η διαπίστωση περί ασάφειας της διατυπώσεως της ανακοινώσεως αιτιάσεων ενισχύεται από το γεγονός ότι η BNGW δεν υπήρξε αποδέκτρια καμίας ανακοινώσεως αιτιάσεων.
29
Όσον αφορά τη σχετική με την BNGW απάντηση της αναιρεσείουσας στην ανακοίνωση αιτιάσεων, για την οποία γίνεται λόγος στη σκέψη 70 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνάγεται από αυτήν ότι η αναιρεσείουσα είχε αντιληφθεί, από τη διατύπωση της ανακοινώσεως αιτιάσεων, ότι η Επιτροπή της καταλογίζει ευθύνη για τις ενέργειες της BNGW.
30
Βάσει των στοιχείων αυτών, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, κρίνοντας ότι η Επιτροπή δεν προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας της αναιρεσείουσας.
31
Δεδομένου ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κρίνεται βάσιμος, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή και, συνεπώς, να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που απορρίπτει τον λόγο ακυρώσεως που είχε προβάλει η αναιρεσείουσα σχετικά με παράβαση του άρθρου 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003 και προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας κατά τη διοικητική διαδικασία που κατέληξε στην έκδοση της επίδικης αποφάσεως.
Επί του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, σχετικά με πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά τον καταλογισμό της παραβάσεως στην Ballast Nedam
32
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος στρέφεται κατά των σκέψεων 72 έως 77 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι παρανόησε τα επιχειρήματα που είχε αναπτύξει κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 30ής Ιουνίου 2011 και ότι υπέπεσε, ως εκ τούτου, σε πλάνη περί το δίκαιο, κρίνοντας, με τη σκέψη 75 της αποφάσεως αυτής, ότι «δεν ευσταθεί η θέση της [Ballast Nedam] ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να της καταλογίσει την παράβαση στην οποία υπέπεσε η BNGW μεταξύ 21ης Ιουνίου 1996 και [30ής Σεπτεμβρίου 2000] ούτε να της επιβάλει εις ολόκληρον υποχρέωση καταβολής του προστίμου», καθώς ουδεμία παράβαση είχε καταλογιστεί σε βάρος της θυγατρικής της BNGW.
33
Ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος αποσκοπεί, για λόγους διαφορετικούς βεβαίως από αυτούς που προβλήθηκαν προς στήριξη του προηγούμενου, στην ανατροπή του καταλογισμού ευθύνης στην αναιρεσείουσα για τη συμπεριφορά της θυγατρικής της, της BNGW, ακόμη και αν αποδειχθεί βάσιμος, δεν μπορεί να οδηγήσει σε αναίρεση προσβαλλομένης αποφάσεως ευρύτερη από αυτή που αποτελεί συνέπεια της ευδοκιμήσεως του πρώτου λόγου αναιρέσεως.
34
Επομένως, παρέλκει η εξέτασή του.
Επί της προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου
35
Κατά το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εάν η αναίρεση κριθεί βάσιμη, το Δικαστήριο αναιρεί την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου. Στην περίπτωση αυτή, μπορεί να αποφανθεί το ίδιο οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον αυτή είναι ώριμη προς εκδίκαση.
36
Τούτο συμβαίνει εν προκειμένω.
37
Συναφώς, η αναιρεσείουσα παραπέμπει στις παρατηρήσεις που είχε εκθέσει πρωτοδίκως, ζητώντας τη μερική ακύρωση της επίδικης αποφάσεως καθόσον την αφορά και προβάλλοντας ότι πρέπει να μειωθεί το πρόστιμο που της επιβλήθηκε εις ολόκληρον με το άρθρο 2, στοιχείο αʹ, της εν λόγω αποφάσεως.
38
Εν προκειμένω, αφενός, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε τη δυνατότητα να αμυνθεί λυσιτελώς κατά τη διοικητική διαδικασία όσον αφορά τη συμμετοχή της στην επίδικη παράβαση υπό την ιδιότητά της ως μητρικής εταιρίας που κατέχει το σύνολο των μετοχών της BNGW, το άρθρο 1, στοιχείο αʹ, της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι ακυρωτέο όσον αφορά τον καταλογισμό της συμπεριφοράς της BNGW στην προσφεύγουσα για το διάστημα μεταξύ 21ης Ιουνίου 1996 και 30ής Σεπτεμβρίου 2000.
39
Αφετέρου, όσον αφορά τη συμπεριφορά της BN Infra, για την οποία η επίδικη απόφαση καταλογίζει ευθύνη και στην αναιρεσείουσα, το Γενικό Δικαστήριο μείωσε οριστικά το επιβληθέν πρόστιμο σε 3,45 εκατομμύρια ευρώ, διαπιστώνοντας ότι δεν μπορεί να καταλογιστεί στην BN Infra παρεπόμενη ευθύνη για τη συμπεριφορά της BNGW κατά το διάστημα μεταξύ 21ης Ιουνίου 1996 και 1ης Οκτωβρίου 2000 (απόφαση Ballast Nedam Infra κατά Επιτροπής, T‑362/06, EU:T:2012:492).
40
Υπό τις συνθήκες αυτές, το πρόστιμο που επιβλήθηκε εις ολόκληρον στην αναιρεσείουσα με το άρθρο 2, στοιχείο αʹ, της επίδικης αποφάσεως ορίζεται σε 3,45 εκατομμύρια ευρώ.
Επί των δικαστικών εξόδων
41
Κατά το άρθρο 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν το Δικαστήριο δέχεται την αίτηση αναιρέσεως και κρίνει το ίδιο οριστικά τη διαφορά, αποφαίνεται και επί των εξόδων.
42
Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του ίδιου Κανονισμού, που εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, αυτού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
43
Δεδομένου ότι η ασκηθείσα από την Ballast Nedam αίτηση αναιρέσεως έγινε δεκτή και το Δικαστήριο μείωσε το πρόστιμο που της επιβλήθηκε, η Επιτροπή πρέπει να καταδικαστεί στο σύνολο των εξόδων της αναιρετικής δίκης. Εξάλλου, δεδομένης της απορρίψεως ορισμένων από τους λόγους που προέβαλε η Ballast Nedam ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, πρέπει έκαστος διάδικος να φέρει τα δικά του έξοδα όσον αφορά την πρωτοβάθμια δίκη.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφασίζει:
1)
Αναιρεί την απόφαση Ballast Nedam κατά Επιτροπής (T‑361/06), κατά το μέρος που απορρίπτεται ο λόγος ακυρώσεως που είχε προβάλει η Ballast Nedam NV σχετικά με παράβαση του άρθρου 27, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα [81 ΕΚ] και [82 ΕΚ], και προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας κατά τη διοικητική διαδικασία, η οποία κατέληξε στην έκδοση της αποφάσεως C(2006) 4090 τελικό της Επιτροπής, της 13ης Σεπτεμβρίου 2006, σχετικά με διαδικασία βάσει του άρθρου [81 ΕΚ] [υπόθεση COMP/F/38.456 — Πίσσα (Κάτω Χώρες)].
2)
Ακυρώνει το άρθρο 1, στοιχείο αʹ, της αποφάσεως C(2006) 4090 τελικό όσον αφορά την παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ στην οποία υπέπεσε η Ballast Nedam NV κατά το διάστημα μεταξύ 21ης Ιουνίου 1996 και 30ής Σεπτεμβρίου 2000.
3)
Ακυρώνει το άρθρο 2, στοιχείο αʹ, της αποφάσεως C(2006) 4090 τελικό, κατά το μέρος που το οφειλόμενο από την Ballast Nedam NV πρόστιμο ορίζεται σε 4,65 εκατομμύρια ευρώ.
4)
Το πρόστιμο για την καταβολή του οποίου ευθύνεται εις ολόκληρον η Ballast Nedam NV, κατά το άρθρο 2, στοιχείο αʹ, της αποφάσεως C(2006) 4090 τελικό, ορίζεται σε 3,45 εκατομμύρια ευρώ.
5)
Η Επιτροπή φέρει το σύνολο των δικαστικών εξόδων της αναιρετικής δίκης.
6)
Έκαστος διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του όσον αφορά την πρωτοβάθμια δίκη.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy