31.3.2012
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 98/13
Αναίρεση που άσκησε στις 16 Ιανουαρίου 2012 η Abbott Laboratories κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (έκτο τμήμα) στις 15 Νοεμβρίου 2011 στην υπόθεση T-363/10, Abbott Laboratories κατά Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα)
(Υπόθεση C-21/12 P)
2012/C 98/21
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: Abbott Laboratories (εκπρόσωποι: R. Niebel και C. Steuer, δικηγόροι)
Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα)
Αιτήματα της αναιρεσείουσας
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση T-363/10,
—
να ακυρώσει την απόφαση του πρώτου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα), της 9ης Ιουνίου 2010, στην υπόθεση R 1560/2009-1, αναφορικά με την αίτηση καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος υπ’ αριθ. 008 448 251 RESTORE,
—
να καταδικάσει το Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) στα δικαστικά έξοδα.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Η αίτηση αναιρέσεως κατά της ανωτέρω αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου στηρίζεται, κατ’ ουσίαν, στα ακόλουθα:
1)
Πρώτον, η αναιρεσείουσα προβάλλει αλλοίωση εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών μέσων. Το τελευταίο εσφαλμένως κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, κατά γενική παραδοχή, η σημασία της λέξεως «restore» άπτεται άμεσα της ιατρικής. Κατά τη διαδικασία, δεν υπήρξε αμφισβήτηση ως προς το ότι ο όρος «restore» πρέπει να μεταφράζεται μόνον ως «αποκαθιστώ». Η μετάφραση όμως αυτή δεν παραπέμπει στην ιατρική. Το γεγονός ότι το Γενικό Δικαστήριο στήριξε την άποψή του στα υποβληθέντα λήμματα των λεξικών, συνιστά αλλοίωση των αποδεικτικών μέσων. Από τα λήμματα προκύπτει ότι ο όρος «restore», αυτός καθαυτός, ουδόλως αποτελεί έννοια της ιατρικής, αλλά πρόκειται περί πολυσήμαντου όρου, η σημασία του οποίου μεταβάλλεται σε συνάρτηση με τα συμφραζόμενα. Ο όρος αυτός δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ευρέως γνωστός και, επομένως, κατ’ εξαίρεση, ως γεγονός μη χρήζον αποδείξεως.
2)
Δεύτερον, η αναιρεσείουσα προβάλλει παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ', του κανονισμού 207/2009. Το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε νομική πλάνη καθόσον έκρινε το σήμα RESTORE ως αμιγώς περιγραφικό. Η εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφος l, στοιχείο γ', του κανονισμού 207/2009 προϋποθέτει ότι το αιτούμενο σημείο πρέπει να μπορεί να χρησιμεύσει στο εμπόριο «προς δήλωση» του είδους κτλ. του προϊόντος. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η περιγραφή πρέπει να προκύπτει «προδήλως» από το αιτούμενο σήμα, η δε λέξη πρέπει να έχει, αυτή καθαυτή, περιγραφικό χαρακτήρα.
Το ρήμα «restore» ουδόλως καθορίζει, αυτό καθεαυτό, το είδος, την ποιότητα ή τον προορισμό των προσδιοριζόμενων από το σήμα προϊόντων. Το ρήμα «restore» αποκτά περιγραφική λειτουργία μόνον σε συνδυασμό με ένα ή περισσότερα ουσιαστικά (π.χ. «restore one’s health»). Εάν από τις περιστάσεις προέκυπτε ένας σύνδεσμος με την ιατρική, τούτο δεν θα ήταν αρκετό κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, καθότι απαιτείται μια πράξη μεταφοράς του κοινού, υπό της έννοια μιας ερμηνευτικής προσπάθειας. Μια σχετική με την ιατρική σημασία θα μπορούσε να προκύψει μόνον μέσω της προσθήκης λέξεων, όπως «health», κάτι που όμως δεν συντρέχει εν προκειμένω. Αντί να εξετάσουν το σήμα RESTORE, του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση, τόσο το τμήμα προσφυγών όσο και το Γενικό Δικαστήριο εξέτασαν το σήμα RESTORE SOMEONE’S HEALTH.
3)
Τρίτον, η αναιρεσείουσα προβάλλει παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος l, στοιχείο β', του κανονισμού 207/2009. Το τμήμα προσφυγών, μη λαμβάνοντας υπόψη το κατάλληλο νομικό κριτήριο, έκρινε ότι το σήμα RESTORE συνιστά σημείο χωρίς διακριτικό χαρακτήρα και, επομένως, απέρριψε, εσφαλμένως, την καταχώριση του σήματος. Κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, το τμήμα προσφυγών και το Γενικό Δικαστήριο έκριναν ότι, εξαιτίας της υποτιθέμενης περιγραφικής του φύσεως, το σήμα RESTORE, του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση, στερείται επίσης παντελώς διακριτικού χαρακτήρα. Τούτο αμφισβητείται ήδη στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου αναιρέσεως.
Η απόφαση δεν μπορεί εξάλλου να βασίζεται σε μια «επικουρικώς επιχειρηθείσα αιτιολόγηση» της απουσίας οιουδήποτε διακριτικού χαρακτήρα (σκέψεις 52 έως 54 της αποφάσεως). Το σκεπτικό αυτό συνιστά ταυτολογική επανάληψη του επιχειρήματος, κατά το οποίο ένα περιγραφικό σήμα στερείται πάντα διακριτικού χαρακτήρα. Κατά του περιγραφικού χαρακτήρα συνηγορεί επίσης το γεγονός ότι το κοινό δεν προσδοκά περιγραφή της λειτουργίας σε ένα ιατρικό προϊόν, κατά μέγιστο δε λόγο υπό τη μορφή μιας και μόνον λέξεως.
4)
Τέταρτον, η αναιρεσείουσα προβάλλει παράβαση του άρθρου 75, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 207/2009. Το τμήμα προσφυγών στήριξε, κατ’ ουσίαν, την απόφασή του σε λήμματα λεξικών, στα οποία δεν είχε πρόσβαση η αναιρεσείουσα και επί των οποίων δεν μπόρεσε, συνεπώς, να λάβει θέση. Επομένως, συντρέχει προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως, καθότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, μια απόφαση δεν μπορεί να στηρίζεται παρά μόνον στους λόγους επί των οποίων οι διάδικοι είχαν τη δυνατότητα να λάβουν θέση. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το τμήμα προσφυγών υποχρεούται εντούτοις, για τους σκοπούς του σχηματισμού κρίσεως, να κοινοποιεί τα γεγονότα εκείνα που συνέλεξε αυτεπαγγέλτως και τα οποία προτίθεται να αναγάγει σε βάση της αποφάσεώς του. Ως προς τούτο, το τμήμα προσφυγών παρέλειψε, σε ένα καθοριστικό για τη διαδικασία σημείο, να υποβάλει τα λήμματα των λεξικών που είχε χρησιμοποιήσει, προσβάλλοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο το δικαίωμα ακροάσεως.
5)
Πέμπτον, η αναιρεσείουσα προβάλλει παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως. Κατά παράβαση της νομολογίας του Δικαστηρίου, το τμήμα προσφυγών δεν έλαβε υπόψη υφιστάμενες προγενέστερες καταχωρίσεις και επομένως, ούτε την πρακτική του ως προς την καταχώριση. Η αναιρεσείουσα δεν παραγνωρίζει εν προκειμένω το γεγονός ότι η αρχή αυτή εξαρτάται από την τήρηση της νομιμότητας. Η παραπομπή και μόνον στην εν λόγω αρχή δεν επαρκεί, εντούτοις, ώστε να τεθεί σε εφαρμογή η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Αντιθέτως, έπρεπε να έχει αναφερθεί επακριβώς για ποιο λόγο συνάχθηκε το συμπέρασμα ότι οι προγενέστερες καταχωρίσεις ήταν, αυτές καθαυτές, παράνομες.
Full & Egal Universal Law Academy