21.4.2012
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 118/11
Αναίρεση που άσκησε στις 3 Φεβρουαρίου 2012 η European Federation of Ink and Ink Cartridge Manufacturers (EFIM) κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) στις 24 Νοεμβρίου 2011 στην υπόθεση T-296/09, European Federation of Ink and Ink Cartridge Manufacturers (EFIM) κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής
(Υπόθεση C-56/12 P)
2012/C 118/18
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: European Federation of Ink and Ink Cartridge Manufacturers (EFIM) (εκπρόσωπος: D. Ehle, Rechtsanwalt)
Αντίδικοι κατ’ αναίρεση: Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Lexmark International Technology SA
Αιτήματα της αναιρεσείουσας
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να εξαφανίσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 24ης Νοεμβρίου 2012 στην υπόθεση T-296/09 και να αποφανθεί επί της διαφοράς την οποία αφορούσε η εν λόγω απόφαση,
—
να δεχτεί τα αιτήματα που υποβλήθηκαν πρωτοδίκως και να ακυρώσει συνεπώς την απόφαση C(2009) 4125 της Επιτροπής, της 20ής Μαΐου 2009, που αφορούσε διαδικασία κατά το άρθρο 82 ΕΚ (νυν 102 ΣΛΕΕ),
—
να καταδικάσει την Επιτροπή και τη Lexmark International Technology SA στα δικαστικά έξοδα αμφότερων των βαθμών δικαιοδοσίας.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Η αναιρεσείουσα προβάλλει πέντε λόγους αναίρεσης κατά της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου της 24ης Νοεμβρίου 2011. Οι λόγοι αυτοί αφορούν το εσφαλμένο συμπέρασμα της απόφασης της Επιτροπής της 20ής Μαΐου 2009 ότι δεν υπάρχει συμφέρον της Ένωσης και δεν πρέπει να δίδεται προτεραιότητα στη διαδικασία έρευνας με γνώμονα το δίκαιο των συμπράξεων.
Πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε κακώς να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής κατά το μέρος κατά το οποίο η Επιτροπή έκρινε απίθανο να αποδειχθεί η ύπαρξη συλλογικής και ατομικής δεσπόζουσας θέσης των παραγωγών εκτυπωτών με έγχυση μελάνης σε σχέση με τις παρεπόμενες αγορές φυσιγγίων μελάνης και μελάνης.
Δεύτερον, η αναιρεσείουσα βάλλει κατά του νομικά εσφαλμένου συμπεράσματος ότι ήταν απίθανο να αποδειχθεί η δεσπόζουσα θέση των παραγωγών εκτυπωτών στις αγορές τους φυσιγγίων μελάνης.
Τρίτον, η εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου αξιολόγηση της σημασίας του κριτηρίου της προτεραιότητας, από το οποίο εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό η απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας έρευνας, ήταν, κατά την αναιρεσείουσα, προδήλως νομικά εσφαλμένη. Κατόπιν της αξιολόγησης αυτής, το Γενικό Δικαστήριο κακώς δεν προέβη στη διαπίστωση ότι η Επιτροπή, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, παρέβη την υποχρέωση αιτιολόγησης σε σχέση με το κριτήριο στάθμισης της έκτασης, της βαρύτητας και της διάρκειας της παράβασης.
Τέταρτον, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου ενέχει νομικό σφάλμα όσον αφορά τη νομική εκτίμηση της στάθμισης στην οποία προέβη η Επιτροπή με την απόφασή της κάνοντας κακή χρήση της διακριτικής της ευχέρειας, καθόσον το Γενικό Δικαστήριο δεν ακύρωσε την προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής, μολονότι η Επιτροπή αρνήθηκε αναιτιολόγητα να κινήσει διαδικασία έρευνας, υπό το πρόσχημα ότι τα αναγκαία μέσα θα είχαν περίπλοκο χαρακτήρα και θα ήταν δυσανάλογα.
Τέλος, η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου αντιβαίνει στην ανακοίνωση της 27ης Απριλίου 2004 σχετικά με την εξέταση των καταγγελιών στον τομέα των συμπράξεων και στην αρχή της ουσιαστικής έννομης προστασίας, η οποία αποτελεί μέρος της αξιολόγησης του συμφέροντος της Ένωσης, καθώς και στην υποχρέωση αιτιολόγησης που υπέχει η Επιτροπή, με συνέπεια να μην ακυρωθεί η προσβληθείσα απόφαση της Επιτροπής, μολονότι η αξιολόγηση του συμφέροντος της Ένωσης από την Επιτροπή αντιφάσκει προς την ανακοίνωση που εξέδωσε η ίδια η Επιτροπή στις 27 Απριλίου 2004 και δεν αποδεικνύει την παροχή επαρκούς έννομης προστασίας από τα εθνικά δικαστήρια.
Full & Egal Universal Law Academy