21.4.2012
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 118/14
Προσφυγή της 9ης Φεβρουαρίου 2012 — Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής
(Υπόθεση C-66/12)
2012/C 118/23
Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική
Διάδικοι
Προσφεύγον: Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (εκπρόσωποι: M. Bauer και J. Herrmann)
Καθού: Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα του προσφεύγοντος
Το προσφεύγον ζητεί από το Δικαστήριο:
—
Να ακυρώσει, δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, την ανακοίνωση της Επιτροπής COM (2011) 829 τελικό, της 24ης Νοεμβρίου 2011, στο μέτρο που αρνείται οριστικά να υποβάλει τις κατάλληλες προτάσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο βάσει του άρθρου 10 του παραρτήματος ΧΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και, επίσης, να ακυρώσει, δυνάμει του άρθρου 263 της ΣΛΕΕ, την πρόταση της Επιτροπής για κανονισμό του Συμβουλίου για την αναπροσαρμογή, από 1ης Ιουλίου 2011, των αποδοχών και των συντάξεων των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και των διορθωτικών συντελεστών που εφαρμόζονται στις εν λόγω αποδοχές και συντάξεις, και
—
επικουρικώς, να διαπιστώσει, βάσει του άρθρου 265 ΣΛΕΕ, παραβίαση των Συνθηκών διότι η καθής παρέλειψε να υποβάλει κατάλληλες προτάσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο βάσει του άρθρου 10 του παραρτήματος ΧΙ του ΚΥΚ·
—
να καταδικάσει το καθού στα δικαστικά έξοδα.
Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα
Προς στήριξη του πρώτου λόγου ακυρώσεως της ανακοινώσεως της Επιτροπής της 24ης Νοεμβρίου 2011, το Συμβούλιο προβάλλει έναν μόνο λόγο ο οποίος βασίζεται σε παράβαση του άρθρου 10 του παραρτήματος ΧΙ του ΚΥΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 13, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, της ΣΕΕ και το άρθρο 241 της ΣΛΕΕ. Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι το συμπέρασμα της Επιτροπής για το ότι δεν υπάρχει σοβαρή και αιφνίδια χειροτέρευση της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης στο εσωτερικό της Ένωσης είναι πολλαπλώς λανθασμένο: η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη όλα τα σχετικά και διαθέσιμα αντικειμενικά δεδομένα και χαρακτήρισε λανθασμένα ορισμένα στοιχεία στα οποία στήριξε την ανάλυσή της. Δεδομένου ότι, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της 24ης Νοεμβρίου 2010, στην υπόθεση C-40/10 (σκέψη 79), «η άσκηση της αρμοδιότητας [που το άρθρο 10 του παραρτήματος ΧΙ] αναθέτει στην Επιτροπή δεν συνιστά απλή δυνατότητα για το εν λόγω θεσμικό όργανο», τα εν λόγω σφάλματα κατά τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία μπορούν να χαρακτηριστούν ως πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, κατέστησαν παράνομη την άρνηση της Επιτροπής να υποβάλει κατάλληλες προτάσεις στο πλαίσιο αυτό. Με την εν λόγω άρνηση, η Επιτροπή παρέβη επίσης το καθήκον της καλόπιστης συνεργασίας (άρθρο 13, παράγραφος 2, ΣΕΕ).
Με το δεύτερο αίτημα της προσφυγής ζητείται η ακύρωση του σχεδίου κανονισμού για την αναπροσαρμογή των αποδοχών και των συντάξεων των υπαλλήλων με την «κανονική μέθοδο» που εγκρίθηκε με το άρθρο 3 του παραρτήματος ΧΙ του ΚΥΚ. Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι η πρόταση αυτή συνιστά πράξη και παράγει έννομα αποτελέσματα, διότι κατά τη σκέψη 71 της προπαρατεθείσας απόφασης στην υπόθεση C-40/10, «το Συμβούλιο αβασίμως διατείνεται, στο πλαίσιο του εν λόγω άρθρου 3, ότι διαθέτει περιθώριο εκτιμήσεως εκτεινόμενο πέραν των ορίων που διαμορφώνονται με τα προβλεπόμενα από το άρθρο αυτό κριτήρια». Επιλέγοντας να υποβάλει πρόταση εφαρμόζοντας την «κανονική μέθοδο» αντί της πρότασης βάσει της ρήτρας εξαίρεσης του άρθρου 10 του παραρτήματος ΧΙ, η Επιτροπή αφαίρεσε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο τη δυνατότητα να ασκήσουν τη διακριτική τους ευχέρεια ως προς τα κριτήρια της εν λόγω ρήτρας εξαίρεσης. Η επιλογή αυτή ενέχει τα ίδια σφάλματα που ενέχει και το συμπέρασμα της Επιτροπής στην ανακοίνωση της 24ης Νοεμβρίου 2011, κατά το οποίο δεν υπάρχει καμία σοβαρή και αιφνίδια επιδείνωση της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης στο εσωτερικό της Ένωσης. Περαιτέρω, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι η Επιτροπή, υποβάλλοντας την πρόταση για την αναπροσαρμογή των μισθών με την «κανονική μέθοδο», παρέβη επίσης το καθήκον της καλόπιστης συνεργασίας (άρθρο 13, παράγραφος 2, ΣΕΕ).
Τέλος, το Συμβούλιο υποστηρίζει, επικουρικώς, ότι στην περίπτωση που η ανακοίνωση της Επιτροπής, της 24ης Νοεμβρίου 2011, δεν θεωρηθεί από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ως λήψη θέσεως από την Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 265, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, η Επιτροπή παρέβη την υποχρέωσή της βάσει του άρθρου 241 ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 10 του παραρτήματος ΧΙ του ΚΥΚ, όπως ερμηνεύθηκε από το Δικαστήριο στην απόφασή του στην υπόθεση C-40/10 (σκέψη 79), να υποβάλει πρόταση επί της συγκεκριμένης βάσεως.
Full & Egal Universal Law Academy