9.6.2012
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 165/8
Αναίρεση που άσκησαν στις 10 Φεβρουαρίου 2012 η Quinn Barlo Ltd, η Quinn Plastics NV και η Quinn Plastics GmbH κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) στις 30 Νοεμβρίου 2011 στην υπόθεση T-208/06, Quinn Barlo Ltd, Quinn Plastics NV και Quinn Plastics GmbH κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής
(Υπόθεση C-70/12 P)
2012/C 165/14
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσες: Quinn Barlo Ltd, Quinn Plastics NV και Quinn Plastics GmbH (εκπρόσωποι: F. Wijckmans και M. Visser, δικηγόροι)
Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα των αναιρεσειουσών
Οι αναιρεσείουσες ζητούν από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου καθόσον με αυτή διαπιστώνεται ότι οι προσφεύγουσες παρέβησαν το άρθρο 101 ΣΛΕΕ και, συνακόλουθα, δεν ακυρώνεται το άρθρο 1 της αποφάσεως της Επιτροπής όσον αφορά τις προσφεύγουσες,
—
επικουρικώς, να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου καθόσον, στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς του πλήρους δικαιοδοσίας, το Γενικό Δικαστήριο μείωσε μόνον κατά 10 % το αρχικό ποσό του προστίμου και δεν προέβη σε ακύρωση του τμήματος της αποφάσεως της Επιτροπής βάσει του οποίου συμπεριελήφθη στον υπολογισμό του προστίμου προσαύξηση λόγω της διάρκειας της παραβάσεως,
—
επικουρικώς, να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου, καθόσον δεν ακύρωσε το τμήμα της αποφάσεως της Επιτροπής με το οποίο, στο πλαίσιο της διαφοροποιημένης μεταχειρίσεως, μειώθηκε κατά 25 % το αρχικό ποσό του προστίμου και να καθορίσει, στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς του πλήρους δικαιοδοσίας, μεγαλύτερο ποσοστό το οποίο να αντικατοπτρίζει την έλλειψη ευθύνης των νυν αναιρεσειουσών όσον αφορά τις πτυχές της συμπράξεως που αφορούσαν τις ενώσεις για χύτευση από PMMA ή τα είδη υγιεινής από PMMA, διασφαλίζοντας με τον τρόπο αυτό ότι η μεγαλύτερη μείωση είναι σύμφωνη με τη γενική αρχή της αναλογικότητας,
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Η Quinn Barlo Ltd, η Quinn Plastics NV και η Quinn Plastics GmbH ζητούν την αναίρεση, στην έκταση που καθορίζεται με την αίτησή τους αναιρέσεως, της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο, στις 30 Νοεμβρίου 2011, στην υπόθεση T-208/06, Quinn Barlo Ltd, Quinn Plastics NV και Quinn Plastics GmbH κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου αφορά φερόμενη σύμπραξη συνιστάμενη σε ένα σύνολο αντίθετων προς τον ανταγωνισμό συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών στον τομέα των μεθακρυλικών ενώσεων [απόφαση C(2006) 2098 τελικό της Επιτροπής, της 31ης Μαΐου 2006, σχετικά με διαδικασία δυνάμει του άρθρου 81 ΕΚ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ (υπόθεση COMP/F/38.645 — Μεθακρυλικές ενώσεις)]. Με την απόφαση διαπιστώνεται ότι η Quinn Barlo Ltd, η Quinn Plastics NV και η Quinn Plastics GmbH παρέβησαν το άρθρο 81 ΕΚ και το άρθρο 53 της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ) μετέχοντας σε σύνολο συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών οι οποίες αφορούσαν τα στερεά φύλλα από πολυμεθακρυλικό μεθύλιο και κρίνεται ότι οι ως άνω εταιρίες ευθύνονται για συμμετοχή στη σύμπραξη κατά το διάστημα από τον Απρίλιο 1998 μέχρι το τέλος Οκτωβρίου 1998 και από την 24η Φεβρουαρίου 2000 μέχρι την 21η Αυγούστου 2000.
Προς στήριξη της αιτήσεώς τους αναιρέσεως, Η Quinn Barlo Ltd, η Quinn Plastics NV και η Quinn Plastics GmbH προβάλλουν τρεις λόγους.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Γενικό Δικαστήριο, καθόσον έκρινε ότι υφίστατο παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΛΕ, εφάρμοσε εσφαλμένα το δίκαιο της Ένωσης και/ή υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 2 του κανονισμού 1/2003 (1). Τόσο η Επιτροπή όσο και το Γενικό Δικαστήριο υιοθέτησαν τη νομική άποψη ότι η παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ αποδείχθηκε επαρκώς κατά νόμο με την εφαρμογή ενός νομικού κριτηρίου που συνίστατο στο ότι i) αποδείχθηκε ότι οι προσφεύγουσες ήταν παρούσες στις τέσσερις συναντήσεις και ii) δεν αποδείχθηκε η δημόσια αποστασιοποίηση των προσφευγουσών όσον αφορά το περιεχόμενο των εν λόγω συναντήσεων. Κατ’ αυτό τον τρόπο, τόσο η Επιτροπή όσο και το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβαν υπόψη αντικειμενικές και μη αμφισβητούμενες εκτιμήσεις από τις οποίες αποδεικνύεται ότι το νομικό αυτό κριτήριο ήταν ακατάλληλο και, εν πάση περιπτώσει, ανεπαρκές προκειμένου να διαπιστωθεί ότι οι προσφεύγουσες είχαν παραβεί το άρθρο 101 ΣΛΕΕ. Κατά συνέπεια, εφαρμόζοντας το κριτήριο αυτό, η Επιτροπή και το Γενικό Δικαστήριο δεν τήρησαν το άρθρο 2 του κανονισμού 1/2003 και δεν απέδειξαν επαρκώς κατά νόμο την ύπαρξη παραβάσεως του άρθρου 101 ΣΛΕΕ.
Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως περιλαμβάνει δύο σκέλη. Με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, που προβάλλεται επικουρικώς, προσάπτεται στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον δεν τήρησε τη γενική αρχή του τεκμηρίου αθωότητας κατά τη διόρθωση της εκτιμήσεως της Επιτροπής αναφορικά με τη διάρκεια της φερόμενης παραβάσεως. Λόγω του γενικού τεκμηρίου αθωότητας, το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορούσε να παρατείνει τη διάρκεια της πρώτης περιόδου της προβαλλόμενης συμμετοχής πέραν της ημερομηνίας της δεύτερης συναντήσεως. Το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, που προβάλλεται επικουρικώς, στηρίζεται στο ότι η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου να αυξήσει, στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς του πλήρους δικαιοδοσίας, κατά 10 % το αρχικό ποσό είναι νομικώς εσφαλμένη, δεδομένου ότι παραβιάζει τις γενικές αρχές της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ίσης μεταχειρίσεως. Σε σχέση με αμφότερα τα ανωτέρω σκέλη του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 23, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, που προβάλλεται επικουρικώς, προσάπτεται στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, καθό μέτρο επικύρωσε τη μείωση κατά 25 % σε σχέση με το βασικό ποσό και αρνήθηκε να χορηγήσει πρόσθετη μείωση. Ενεργώντας με τον τρόπο αυτό, το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 23, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003 και την αρχή της αναλογικότητας.
(1) Κανονισμός (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης (ΕΕ L 1, σ. 1).
Full & Egal Universal Law Academy