12.5.2012
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 138/6
Αναίρεση που άσκησε στις 5 Μαρτίου 2012 η Γαλλική Δημοκρατία κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (έβδομο τμήμα) στις 16 Δεκεμβρίου 2011 στην υπόθεση T-488/10, Γαλλία κατά Επιτροπής
(Υπόθεση C-115/12 P)
2012/C 138/10
Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: Γαλλική Δημοκρατία (εκπρόσωποι: E. Belliard, G. de Bergues και N. Rouam)
Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα της αναιρεσείουσας
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει, στο σύνολό της, την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 16ης Δεκεμβρίου 2011 στην υπόθεση T-488/10,
—
να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς, ακυρώνοντας την απόφαση C(2010) 5229 της Επιτροπής, της 28ης Ιουλίου 2010, περί μειώσεως της χρηματοδοτικής συνδρομής του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ) δυνάμει του ενιαίου εγγράφου προγραμματισμού του στόχου 1 σχετικά με κοινοτική διαρθρωτική παρέμβαση στην περιοχή της Μαρτινίκας στη Γαλλία, ή να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, η Γαλλική Κυβέρνηση προβάλλει τρεις λόγους.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η Επιτροπή δεν παρέβη το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων (1), χαρακτηρίζοντας τις φορολογικές ελαφρύνσεις που χορηγήθηκαν σε εταίρους, φυσικά πρόσωπα, των ομόρρυθμων εταιριών που συνήψαν συμβάσεις έργων για την ανακαίνιση και την επέκταση του χωριού διακοπών του Club Méditerranée-Les Boucaniers ως άμεσες επιδοτήσεις κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης.
Με το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι μέτρα φορολογικής ελαφρύνσεως μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως επιδοτήσεις, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ.
Με το δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει περαιτέρω ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι μία φορολογική ελάφρυνση είχε άμεσο χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ στο μέτρο που είχε χορηγηθεί ειδικά λόγω της επίμαχης συμβάσεως έργων, ακόμα και αν δεν είχε χορηγηθεί ούτε στον κύριο του έργου, ούτε στον εργολάβο ή στον φορέα εκμεταλλεύσεως ή στον ιδιοκτήτη της εν λόγω εγκαταστάσεως.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο παραμορφώνοντας το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και υποκαθιστώντας με την αιτιολογία του εκείνη της Επιτροπής. Πράγματι, κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κρίνοντας ότι η Επιτροπή στηρίχθηκε στη συνολική λειτουργία του χωριού διακοπών του Club Méditerranée-Les Boucaniers, και όχι στη φύση των πραγματοποιηθέντων έργων, για να αποφασίσει αν η σύμβαση έργων για την ανακαίνιση και την επέκταση του χωριού διακοπών εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η Επιτροπή δεν παρέβη το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ χαρακτηρίζοντας τη σύμβαση έργων για την ανακαίνιση και για την επέκταση του χωριού διακοπών του Club Méditerranée-Les Boucaniers ως σύμβαση έργων με αντικείμενο οικοδομικές εργασίες αφορώσες αθλητικούς εξοπλισμούς και εγκαταστάσεις αναψυχής και ψυχαγωγίας, κατά την έννοια της οικείας διάταξης.
Με το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει περαιτέρω ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η έννοια των αθλητικών εξοπλισμών και εγκαταστάσεων αναψυχής και ψυχαγωγίας του άρθρου 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ έχρηζε διασταλτικής ερμηνείας, υπό την έννοια ότι δεν περιοριζόταν στον εξοπλισμό προς κάλυψη των παραδοσιακών αναγκών των δημόσιων οργανισμών, δηλαδή τις ομαδικές ανάγκες των χρηστών.
Με το δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού, η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η έννοια των συμβάσεων έργων κατά το άρθρο 2 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ έπρεπε να ερμηνευθεί ανεξαρτήτως της έννοιας των συμβάσεων δημοσίων έργων, όπως προβλέπεται στο άρθρο 1, στοιχείο α', της οικείας οδηγίας, και ότι, συνεπώς, η Επιτροπή δεν παρέβη το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ κρίνοντας ότι η επίμαχη, εν προκειμένω, σύμβαση έργων ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής της οικείας διάταξης, ενώ, κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, αυτή η σύμβαση δεν παρουσίαζε άμεσο οικονομικό ενδιαφέρον για την αναθέτουσα αρχή.
(1) ΕΕ L 199, σ. 54.
Full & Egal Universal Law Academy