26.5.2012
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 151/20
Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, την οποία υπέβαλε το Consiglio di Stato (Ιταλία) στις 13 Μαρτίου 2012 — Consiglio Nazionale dei Geologi κατά Autorità Garante della Concorrenza e del Mercato
(Υπόθεση C-136/12)
2012/C 151/36
Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική
Αιτούν δικαστήριο
Consiglio di Stato
Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης
Προσφεύγων: Consiglio Nazionale dei Geologi
Καθής: Autorità Garante della Concorrenza e del Mercato
Προδικαστικά ερωτήματα
I.
1)
αντιβαίνει προς την εφαρμογή του άρθρου 267, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με την υποχρέωση που υπέχει δικαστήριο οι αποφάσεις του οποίου δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα τεθέν από διάδικο για την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, εθνική δικονομική διάταξη η οποία προβλέπει σύστημα δικονομικών περιορισμών, όπως προθεσμίες για την άσκηση προσφυγής, συγκεκριμένος χαρακτήρας των προβαλλόμενων ισχυρισμών, απαγόρευση μεταβολής του αντικειμένου της δίκης κατά τη διάρκεια αυτής, απαγόρευση της εκ μέρους του δικαστή μεταβολής των αιτημάτων των διαδίκων;
2)
αντιβαίνει προς την εφαρμογή του άρθρου 267, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με την υποχρέωση που υπέχει δικαστήριο οι αποφάσεις του οποίου δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα τεθέν από διάδικο για την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, εξουσία του εθνικού δικαστή να εκτιμά τη λυσιτέλεια του ερωτήματος και να αξιολογεί τον βαθμό σαφήνειας του κοινοτικού κανόνα;
3)
αντίκειται προς το άρθρο 267, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, το οποίο έχει την έννοια ότι επιβάλλει σε εθνικό δικαστήριο οι αποφάσεις του οποίου δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα άνευ όρων υποχρέωση να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα τεθέν από διάδικο για την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, η αρχή της ευλόγου διάρκειας της δίκης, την οποία κατοχυρώνει το κοινοτικό δίκαιο;
4)
υπό αυτό το πραγματικό και νομικό πλαίσιο, συνιστά η από το εθνικό δικαστήριο μη εφαρμογή του άρθρου 267, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, «πρόδηλη παραβίαση του κοινοτικού δικαίου», μπορεί δε η έννοια αυτή να έχει διαφορετικό περιεχόμενο και εύρος όσον αφορά την ειδική αγωγή κατά του Δημοσίου δυνάμει του νόμου της 13ης Απριλίου 1988 αριθ. 117 για «την αποκατάσταση ζημίας προκληθείσας κατά την άσκηση της δικαστικής λειτουργίας και την αστική ευθύνη των δικαστών» και όσον αφορά τη γενική αγωγή κατά του Δημοσίου για παραβίαση του κοινοτικού δικαίου;
II.
Εφόσον το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνταχθεί με την άποψη του «ευρέος ελέγχου» (…), κατά την οποία απαγορεύεται η εφαρμογή των εθνικών δικονομικών κανόνων σχετικά με τον συγκεκριμένο χαρακτήρα των προβαλλόμενων ισχυρισμών, το προδικαστικό ερώτημα πρέπει να υποβληθεί στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπό την ακριβή διατύπωση του εκκαλούντος διαδίκου [στην κύρια δίκη] η οποία έχει ως εξής:
1)
«(…) υποβάλλεται στο Δικαστήριο [της Ευρωπαϊκής Ένωσης] αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως για την ερμηνεία του άρθρου 101 της Συνθήκης (νυν άρθρο 81) όσον αφορά τις διατάξεις του νόμου και τους κανόνες δεοντολογίας που διέπουν το επάγγελμα του γεωλόγου, καθώς και τις θεσμικές υποχρεώσεις και τους κανόνες λειτουργίας του Consiglio Nazionale dei Geologi, στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως εκτίθενται κατωτέρω, προκειμένου να διαπιστωθεί αν είναι σύμφωνες και δεν αντιτίθενται στο κοινοτικό δίκαιο (προαναφερθέν άρθρο 101) περί ανταγωνισμού. (…)
Το άρθρο 9, και δη το στοιχείο g, του νόμου 112/1963, το οποίο ορίζει ότι “το Consiglio Nazionale dell’Ordine ασκεί, εκτός από τις αρμοδιότητες που προβλέπουν άλλες διατάξεις, και τις ακόλουθες αρμοδιότητες: α) μεριμνά για την τήρηση της επαγγελματικής νομοθεσίας και κάθε άλλης διατάξεως σχετικής με το επάγγελμα· β) μεριμνά για την τήρηση του μητρώου και του ειδικού καταλόγου και τηρεί εγγραφές και διαγραφές· γ) μεριμνά για την προστασία του επαγγελματικού τίτλου και ενεργεί για την περιστολή της καταχρηστικής ασκήσεως του επαγγέλματος· δ) εκδίδει πειθαρχικές αποφάσεις· ε) προβαίνει, εφόσον ζητείται, σε εκκαθάριση αμοιβών· στ) ασκεί τη διαχείριση της περιουσίας του Ordine Nazionale και καταρτίζει ετησίως τον προϋπολογισμό και την έκθεση απολογισμού· ζ) καθορίζει, εντός των απολύτως αναγκαίων ορίων τα έξοδα λειτουργίας του Ordine Nazionale, με απόφαση εγκρινόμενη από τον Ministro della Giustizia, το ποσό της ετήσιας εισφοράς των εγγεγραμμένων στο μητρώο ή στον ειδικό κατάλογο, καθώς και το ποσό του τέλους εγγραφής στο μητρώο ή στον ειδικό κατάλογο, το τέλος για τη χορήγηση πιστοποιητικών και την έκδοση αποφάσεως σχετικά με την εκκαθάριση των αμοιβών”.
Το άρθρο 14, παράγραφος 1, του νόμου 616/1966, το οποίο ορίζει ότι: “επιβάλλεται στους εγγεγραμμένους στο μητρώο ή στον ειδικό κατάλογο, η συμπεριφορά των οποίων δεν συνάδει με την αξιοπρέπεια και το κύρος του επαγγέλματος, αναλόγως της σοβαρότητας της περιπτώσεως, μία από τις ακόλουθες πειθαρχικές ποινές: 1) επίπληξη· 2) αναστολή της ασκήσεως της επαγγελματικής δραστηριότητας έως ένα έτος· 3) διαγραφή”.
Το άρθρο 17 του νόμου 616/1966, το οποίο ορίζει ότι: “ο επαγγελματικός πίνακας αμοιβών και αποζημιώσεων, καθώς και τα κριτήρια για την επιστροφή των δαπανών, ορίζονται με απόφαση του Ministro per la Grazia e Giustizia (νυν Ministro della Giustizia) και του Ministro per l’Industria e per il Commercio (νυν Ministro per le Attività Produttive) έπειτα από πρόταση του Consiglio Nazionale dei Geologi”.
Το άρθρο 6 του Νέου Κώδικα Δεοντολογίας της 19ης Δεκεμβρίου 2006 (απόφαση αριθ. 143/2006) ως τροποποιήθηκε με την απόφαση αριθ. 65 της 24ης Μαρτίου 2010 σχετικά με την “παροχή επαγγελματικών υπηρεσιών”, το οποίο ορίζει ότι “η αποδοτική και αποτελεσματική παροχή υπηρεσιών εξαρτάται κυρίως από: τις εγγενείς τεχνικές δυσκολίες· την έκταση της αναλαμβανόμενης ευθύνης· την πρωτοτυπία του αιτήματος· την ύπαρξη προγενέστερων τεχνικών λύσεων σχετικών με τη συγκεκριμένη περίπτωση· τη σημασία των τεχνικών στοιχείων που αποτελούν το αντικείμενο της εκτιμήσεως· το σύνολο των προς συντονισμό τεχνικών στοιχείων· την πρωτοτυπία της λύσεως· τον χρόνο και τον βαθμό των εξαιρετικών δεσμεύσεων· την ικανότητα συνεργασίας με πελάτες και λοιπά πρόσωπα, καθώς και επιχειρήσεις, που εμπλέκονται στην παροχή της υπηρεσίας· την αξία του έργου”.
Το άρθρο 7 του Νέου Κώδικα Δεοντολογίας της 19ης Δεκεμβρίου 2006 (απόφαση αριθ. 143/2006) ως τροποποιήθηκε με την απόφαση αριθ. 65 της 24ης Μαρτίου 2010 περί “επαγγελματικού κύρους”, το οποίο ορίζει ότι “το κύρος του επαγγελματία χαρακτηρίζεται κυρίως από: τη σοβαρότητα και την πληρότητα της παροχής των επαγγελματικών υπηρεσιών· την ικανότητα αναλήψεως ευθύνης· τη δυνατότητα αποτελεσματικής, τεχνικής και επαγγελματικής, συνδρομής· τη δυνατότητα και ετοιμότητα χρησιμοποιήσεως σύγχρονων εργαλείων· την οργάνωση αποτελεσματικού γραφείου και αποτελεσματικής επαγγελματικής ομάδας· τη μέριμνα για διενέργεια παρεμβάσεων· τη διαθεσιμότητα μέσων και δομών για διαρκή ενημέρωσή του, συμπεριλαμβανομένων των συνεργατών και του εξαρτημένου προσωπικού· τη δυνατότητα άμεσης και αποτελεσματικής αποκρίσεως σε πελάτες, ιδιωτικούς και δημόσιους οργανισμούς και φορείς, καθώς και στο δημόσιο εν γένει”.
Το άρθρο 17 του Νέου Κώδικα Δεοντολογίας της 19ης Δεκεμβρίου 2006 (απόφαση αριθ. 143/2006) ως τροποποιήθηκε με την απόφαση αριθ. 65 της 24ης Μαρτίου 2010 περί “παραμέτρων για τον καθορισμό των αμοιβών” ορίζει ότι: “κατά τον καθορισμό των επαγγελματικών αποζημιώσεων ο γεωλόγος οφείλει να τηρεί τις διατάξεις του ν.δ. 223/2006, ως μετατράπηκε στον νόμο 248/2006· την αρχή της επάρκειας κατά το άρθρο 2233, παράγραφος 2, του Αστικού Κώδικα, καθώς και τις σχετικώς ισχύουσες νομοθετικές διατάξεις. Οι εγκριθείσες με την υπουργική απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 1971 επαγγελματικές αμοιβές ως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν και ο πίνακας αμοιβών για τα δημόσια έργα ο οποίος εγκρίθηκε με την υπουργική απόφαση της 4ης Απριλίου 2001 κατά το μέρος που αφορά τους γεωλόγους αποτελούν νόμιμο και αντικειμενικό τεχνικό και επαγγελματικό στοιχείο αναφοράς κατά την εκτίμηση, τον καθορισμό και τον ορισμό των αμοιβών μεταξύ των μερών”. Ειδικότερα, επί του θέματος αυτού, το Δικαστήριο [της Ευρωπαϊκής Ένωσης] καλείται να αποφανθεί αν είναι αντίθετη προς το άρθρο 101 της Συνθήκης η παραπομπή, υπό μορφή ισχύουσας και συνολικώς δεσμευτικής διατάξεως, στο νομοθετικό διάταγμα 223/2006, μέσω του αριθμητικού και χρονολογικού συστήματος, του μόνου υφιστάμενου από ιστορικής και νομικής απόψεως, τόσο σε εσωτερικό όσο και σε κοινοτικό επίπεδο και ουδόλως επηρεάζοντος τη σαφήνεια και τη δεσμευτικότητα του νομικού κανόνα.
Το άρθρο 18 του Νέου Κώδικα Δεοντολογίας της 19ης Δεκεμβρίου 2006 (απόφαση αριθ. 143/2006) ως τροποποιήθηκε με την απόφαση αριθ. 65 της 24ης Μαρτίου 2010 περί “καθορισμού του έργου”, το οποίο ορίζει ότι: “υπό το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, προκειμένου να διασφαλίζεται η ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, ο γεωλόγος ο οποίος ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα υπό διαφορετικές μορφές –ατομικώς, ως εταιρία ή ως συνεργάτης– οφείλει πάντοτε να καθορίζει το έργο του ανάλογα με τη σημασία και τη δυσκολία του ανατιθέμενου έργου, το επαγγελματικό κύρος, τις τεχνικές γνώσεις και τις προβλεπόμενες υποχρεώσεις. Ο Ordine, λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές του ανταγωνισμού στο πλαίσιο του επαγγέλματος, μεριμνά για την τήρηση [των σχετικών κανόνων]”.
Το άρθρο 19 του Νέου Κώδικα Δεοντολογίας της 19ης Δεκεμβρίου 2006 (απόφαση αριθ. 143/2006) ως τροποποιήθηκε με την απόφαση αριθ. 65 της 24ης Μαρτίου 2010 περί “δημόσιων διαγωνισμών”, το οποίο ορίζει ότι “όσον αφορά τις διαδικασίες δημόσιου διαγωνισμού, όταν η ΑΑ νομίμως δεν χρησιμοποιεί αυτές τις αντισταθμιστικές παραμέτρους για τις επαγγελματικές αμοιβές, ο γεωλόγος οφείλει, πάντως, να υπολογίσει την προσφορά του ανάλογα με τη σημασία και τη δυσκολία του ανατιθέμενου έργου, το επαγγελματικό κύρος, τις τεχνικές γνώσεις και τις προβλεπόμενες υποχρεώσεις”.
Σε σχέση με:
—
τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2137/85 του Συμβουλίου, σχετικά με την ίδρυση Ευρωπαϊκού Ομίλου Οικονομικού Σκοπού (ΕΟΟΣ), “με σκοπό να διευκολύνει ή να αναπτύξει την οικονομική δραστηριότητα των μελών του”, καθόσον ο κανονισμός αυτός προβλέπει, στην έκτη αιτιολογική σκέψη του, ότι οι διατάξεις –του κανονισμού αυτού– δεν θίγουν την εφαρμογή, σε εθνικό επίπεδο, των νομικών και/ή δεοντολογικών κανόνων σχετικά με τους όρους ασκήσεως μιας δραστηριότητας ή ενός επαγγέλματος·
—
την οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων, καθόσον στην τεσσαρακοστή τρίτη αιτιολογική σκέψη της προβλέπει ότι “εφόσον υπόκεινται σε νομοθετική ρύθμιση, η παρούσα οδηγία περιλαμβάνει επίσης τα ελεύθερα επαγγέλματα, τα οποία είναι, σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, τα επαγγέλματα που ασκούν με βάση σχετικά επαγγελματικά προσόντα σε προσωπική, υπεύθυνη και επαγγελματικά ανεξάρτητη βάση, όσοι παρέχουν διανοητικές υπηρεσίες και υπηρεσίες εννοιολογικού σχεδιασμού, προς το συμφέρον του πελάτη και του κοινού. Η άσκηση του επαγγέλματος ενδέχεται να υπόκειται στα κράτη μέλη, σύμφωνα με τη Συνθήκη, σε ειδικούς νομικούς περιορισμούς που βασίζονται στην εθνική νομοθεσία και στις διατάξεις που θεσπίζουν αυτόνομα, στο πλαίσιο αυτό, οι αντίστοιχοι επαγγελματικοί αντιπροσωπευτικοί φορείς, για τη διασφάλιση και ανάπτυξη του επαγγελματισμού και της ποιότητας των υπηρεσιών και για την εμπιστευτικότητα των σχέσεων με τους πελάτες”·
—
την οδηγία 2006/123/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά, καλούμενη ως “οδηγία περί υπηρεσιών”, καθόσον στην εκατοστή δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη της προβλέπει ότι “οι κώδικες δεοντολογίας που καταρτίζονται σε κοινοτικό επίπεδο προορίζονται για τον καθορισμό ελάχιστων δεοντολογικών προτύπων και συμπληρώνουν τις εκ του νόμου απαιτήσεις των κρατών μελών. Δεν εμποδίζουν τα κράτη μέλη, σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, να λαμβάνουν αυστηρότερα νομοθετικά μέτρα ούτε τους εθνικούς επαγγελματικούς συλλόγους να προβλέπουν ευρύτερη προστασία στους εθνικούς κώδικες δεοντολογίας”·
Καλείται, τέλος, να αποφανθεί το Δικαστήριο [της Ευρωπαϊκής Ένωσης] όσον αφορά τη συμμόρφωση προς το άρθρο 101 της Συνθήκης της διακρίσεως, από απόψεως δικαίου και οργανώσεως του δικαστικού συστήματος, μεταξύ της επαγγελματικής επιχειρήσεως και της εμπορικής επιχειρήσεως, καθώς και μεταξύ του ανταγωνισμού στο πλαίσιο του επαγγέλματος και του εμπορικού ανταγωνισμού».
2)
[Ζητείται να διευκρινιστεί:]
«α)
αν το άρθρο 101 ΣΛΕΕ ή άλλη ευρωπαϊκή διάταξη αποκλείει και/ή περιορίζει την αναφορά στην αξιοπρέπεια και στο κύρος του επαγγελματία — εν προκειμένω του γεωλόγου — κατά τον καθορισμό της επαγγελματικής αμοιβής·
β)
αν, κατά την έννοια του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, ή άλλης ευρωπαϊκής διατάξεως, η αναφορά στην αξιοπρέπεια και στο επαγγελματικό κύρος συνιστά συμπεριφορά περιοριστική του ανταγωνισμού στο πλαίσιο του επαγγέλματος·
γ)
αν, σύμφωνα το άρθρο 101 ΣΛΕΕ, ή άλλη ευρωπαϊκή διάταξη, οι απαιτήσεις περί αξιοπρέπειας και κύρους, οι οποίες αποτελούν συνιστώσες για τον υπολογισμό της αμοιβής του επαγγελματία, σε συνδυασμό με τα ρητώς οριζόμενα ως ελάχιστα όρια αμοιβών — δεδομένης της ρητής και τυπικής παραπομπής του άρθρου 17 του Νέου Κώδικα Δεοντολογίας των Γεωλόγων στην εκεί μνημονευόμενη νομοθετική διάταξη (ν.δ. αριθ. 223/2006, ως μετατράπηκε στον νόμο 248/2006), μπορούν να θεωρηθούν ως ενθάρρυνση συμπεριφορών περιοριστικών του ανταγωνισμού·
δ)
αν το άρθρο 101 ΣΛΕΕ, ή άλλη ευρωπαϊκή διάταξη, αποκλείει την αναφορά σε επαγγελματικές αμοιβές — οι οποίες ορίζονται, για τους γεωλόγους, με κρατική απόφαση, ήτοι απόφαση του Ministro della Giustizia di concerto και του Ministro delle Attività Produttive, και ως προς τις οποίες, όπως προαναφέρθηκε, είναι δυνατή η απόκλιση προς τα κάτω κατά τα ρητώς και τυπικώς οριζόμενα στο προαναφερθέν ν.δ. 223/2006 όπου παραπέμπει το άρθρο 17 του Νέου Κώδικα Δεοντολογίας — υπό την έννοια απλώς του τεχνικού και επαγγελματικού στοιχείου αναφοράς για τον καθορισμό των αμοιβών·
ε)
αν το άρθρο 101 ΣΛΕΕ, ή άλλη ευρωπαϊκή διάταξη, αποκλείει την αντιστοιχία μεταξύ της σημασίας των παρεχόμενων υπηρεσιών, καθώς και των απαιτήσεων περί αξιοπρέπειας και κύρους, όπως ορίζονται στα άρθρα 6 και 7 του Νέου Κώδικα Δεοντολογίας των Γεωλόγων, με την επαγγελματική αμοιβή, όπως προβλέπεται στο προαναφερθέν άρθρο 2233, παράγραφος 2, κατά το οποίο“εν πάση περιπτώσει, το ύψος της [επαγγελματικής] αμοιβής πρέπει να είναι ανάλογο της σημασίας του έργου και του κύρους του επαγγέλματος”·
στ)
αν, επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 101 ΣΛΕΕ, η αναφορά στο προαναφερθέν άρθρο 2233, παράγραφος 2, μπορεί να θεωρηθεί νόμιμη και μη προκαλούσα περιοριστικά του ανταγωνισμού αποτελέσματα·
ζ)
αν το άρθρο 101 ΣΛΕΕ, ή άλλη ευρωπαϊκή διάταξη, προβλέπει, στο πλαίσιο του δικαίου περί ανταγωνισμού, νομική εξομοίωση των Επαγγελματικών Συλλόγων, εν προκειμένω των γεωλόγων, όπως η λειτουργία τους ρυθμίζεται βάσει ειδικών κανόνων του Κράτους για την επιδίωξη θεσμικών σκοπών, και των συμφωνιών και συγκεντρώσεων εμπορικών επιχειρήσεων που έχουν αντίθετο προς τον ανταγωνισμό σκοπό·
η)
αν το άρθρο 101 ΣΛΕΕ, ή άλλη ευρωπαϊκή διάταξη, επιτρέπει ή όχι την πρόβλεψη εξομοιώσεως μεταξύ της υποχρεωτικής εκ του νόμου εισφοράς σε σύλλογο — προκειμένου για την επιδίωξη θεσμικών λειτουργιών και σκοπών — με τη δραστηριότητα πωλήσεως αγαθών και παροχής υπηρεσιών και με το οικονομικό κέρδος που επιτυγχάνεται μέσω αντίθετων προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορών εκ μέρους των συγκεντρώσεων εμπορικών επιχειρήσεων·
θ)
αν το άρθρο 101 ΣΛΕΕ, ή άλλη ευρωπαϊκή διάταξη, δικαιολογεί την επιβολή, εν προκειμένω, κυρώσεως·
ι)
αν το άρθρο 101 ΣΛΕΕ, ή άλλη ευρωπαϊκή διάταξη, καθιστά νόμιμη την υπαγωγή σε, εκ του νόμου, υποχρεωτική καταβολή εισφοράς σε σύλλογο, εξομοιώνοντας την εισφορά αυτή με το κέρδος και τα έσοδα που προέρχονται από οικονομικούς και εμπορικούς, αντίθετους προς τον ανταγωνισμό σκοπούς.
(…)».
III.
1)
Επικουρικώς, σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι το άρθρο 267, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι δεν επηρεάζει τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες και ότι υπάρχει υποχρέωση παρεμβάσεως του εθνικού δικαστή, καθώς και ότι το προδικαστικό ερώτημα ως τέθηκε από τον εκκαλούντα διάδικο είναι εξαιρετικά αόριστο, [ζητείται να διευκρινιστεί] αν το κοινοτικό δίκαιο περί ανταγωνισμού και περί επαγγελμάτων, και ειδικότερα οι κοινοτικές διατάξεις τις οποίες επικαλέσθηκε ο εκκαλών διάδικος με το αίτημά του, αποκλείουν την έκδοση επαγγελματικών κωδίκων δεοντολογίας σύμφωνα με τους οποίους υπολογίζεται η αμοιβή αναλόγως του κύρους και της αξιοπρέπειας του επαγγέλματος, της ποιότητας και του μεγέθους του εκτελούμενου έργου, με αποτέλεσμα οι χαμηλότερες των ελαχίστων ορίων αμοιβές (οι οποίες, ως εκ τούτου, είναι ανταγωνιστικές) να είναι δυνατό να τιμωρηθούν πειθαρχικώς για παράβαση των κανόνων δεοντολογίας·
2)
επικουρικώς, σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι το άρθρο 267, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι δεν επηρεάζει τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες και ότι υπάρχει υποχρέωση παρεμβάσεως του εθνικού δικαστή, καθώς και ότι το προδικαστικό ερώτημα ως τέθηκε από τον εκκαλούντα διάδικο είναι εξαιρετικά αόριστο, [ζητείται να διευκρινιστεί] αν το κοινοτικό δίκαιο περί ανταγωνισμού, και ειδικότερα η διάταξη η οποία απαγορεύει τις περιοριστικές [του ανταγωνισμού] συμφωνίες, έχει την έννοια ότι περιοριστική [του ανταγωνισμού] συμφωνία μπορεί να αποτελείται από τιθέμενους από επαγγελματικούς συλλόγους κανόνες δεοντολογίας, οι οποίοι ορίζοντας το κύρος και την αξιοπρέπεια του επαγγέλματος, καθώς και την ποιότητα και το μέγεθος του εκτελούμενου έργου ως συνιστώσες για τον υπολογισμό της αμοιβής του επαγγελματία, συνεπάγονται απαγόρευση αποκλίσεως από τα ελάχιστα όρια αμοιβών και, ως εκ τούτου, περιοριστικό του ανταγωνισμού αποτέλεσμα εξαιτίας της εν λόγω απαγορεύσεως αποκλίσεως·
3)
επικουρικώς, σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι το άρθρο 267, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι δεν επηρεάζει τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες και ότι υπάρχει υποχρέωση παρεμβάσεως του εθνικού δικαστή, καθώς και ότι το προδικαστικό ερώτημα ως τέθηκε από τον εκκαλούντα διάδικο είναι εξαιρετικά αόριστο, εφόσον οι εθνικοί κανόνες προστασίας του ανταγωνισμού είναι αυστηρότεροι των κοινοτικών, καθώς προβλέπουν ειδικότερα ότι είναι δυνατή η απόκλιση από τα ελάχιστα όρια των επαγγελματικών αμοιβών, ενώ αντιθέτως το κοινοτικό δίκαιο φαίνεται ότι ακόμη επιτρέπει την υπό προϋποθέσεις απαγόρευση αποκλίσεων από τα ελάχιστα αυτά όρια, με αποτέλεσμα η συμπεριφορά επαγγελματικού συλλόγου με την οποία επιβάλλεται απαγόρευση αποκλίσεως από τα ελάχιστα όρια αμοιβών να συνιστά περιοριστική του ανταγωνισμού συμφωνία από απόψεως εθνικού και ενδεχομένως όχι κοινοτικού δικαίου, [ζητείται να διευκρινιστεί αν] το κοινοτικό δίκαιο περί ανταγωνισμού, και δη η κοινοτική διάταξη σχετικά με τις περιοριστικές του ανταγωνισμού συμφωνίες, αποκλείει να θεωρηθεί ότι αυτή η τιμωρητέα συμπεριφορά αποτελεί περιοριστική του ανταγωνισμού συμφωνία σύμφωνα με το εθνικό και όχι σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, οσάκις οι εθνικοί κανόνες προστασίας του ανταγωνισμού είναι αυστηρότεροι από τους κοινοτικούς.
Full & Egal Universal Law Academy