6.10.2012
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 303/14
Προσφυγή της 13ης Ιουλίου 2012 — Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Πορτογαλικής Δημοκρατίας
(Υπόθεση C-335/12)
2012/C 303/27
Γλώσσα διαδικασίας: η πορτογαλική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα: Ευρωπαϊκή Επιτροπή (εκπρόσωπος: A. Caeiros)
Καθής: Πορτογαλική Δημοκρατία
Αιτήματα της προσφεύγουσας
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναγνωρίσει ότι, επειδή οι πορτογαλικές αρχές αρνήθηκαν να θέσουν στη διάθεσή της ποσό 785 078,50 ευρώ για δικαιώματα αφορώντα μη εξαχθέντα πλεονάσματα ζάχαρης, κατόπιν της προσχωρήσεως της Πορτογαλίας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, η Πορτογαλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 10 της Συνθήκης ΕΚ, το άρθρο 254 της Πράξης Προσχώρησης (1), το άρθρο 7 της απόφασης 85/257/ΕΟΚ, Ευρατόμ (2), τα άρθρα 4, 7 και 8 του κανονισμού (ΕΟΚ) 579/86 (3), 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 (4) και τα άρθρα 2, 11 και 17 του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) 1552/89 (5)·
—
να καταδικάσει την Πορτογαλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα
Σύμφωνα με τις παρασχεθείσες από τις πορτογαλικές αρχές πληροφορίες, η επιχείρηση William Hinton & Sons δεν είχε προσκομίσει αποδείξεις για την εξαγωγή των πλεονασματικών αποθεμάτων ζάχαρης που είχε στην κατοχή της. Οι εν λόγω αρχές γνωστοποίησαν, στις 3 Δεκεμβρίου 1990, στην παραπάνω επιχείρηση ότι όφειλε πρόσθετο ποσό 785 078,50 ευρώ. Κατά της αποφάσεως αυτής η επιχείρηση άσκησε προσφυγή στο Supremo Tribunal Administrativo (STA), το οποίο υπέβαλε προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο. Το τελευταίο εξέδωσε, στις 11 Οκτωβρίου 2001, διάταξη στην υπόθεση C-30/00 (6), William Hinton & Sons, όπου αναφέρει ότι τα ερωτήματα αυτά «ανέκυψαν κατά την εκδίκαση διαφοράς μεταξύ της εταιρίας William Hinton & Sons Lda (…) και της Fazenda Pública, αντικείμενο της οποίας είναι η εκ των υστέρων είσπραξη εισφορών επί του πλεονασματικού αποθέματος ζάχαρης που κατείχε η William Hinton». Στις 8 Μαΐου 2002, το STA ακύρωσε την εκκαθαριστική πράξη του συμπληρωματικού ποσού, διότι η κοινοποίησή του είχε γίνει σε χρόνο κατά τον οποίο είχε ήδη παραγραφεί.
Η μεταγενέστερη νομολογία του Δικαστηρίου, ήτοι οι αποφάσεις της 7ης Δεκεμβρίου 2004 στην υπόθεση T-240/02, Koninklijke Coöperatie Cosun κατά Επιτροπής, και της 26ης Οκτωβρίου 2006 στην υπόθεση C-68/05 P, Koninklijke Coöperatie Cosun κατά Επιτροπής, φαίνεται να δικαιολογεί το συμπέρασμα ότι το προαναφερθέν ποσό των 785 078,50 ευρώ δεν μπορεί να εξακολουθήσει να χαρακτηρίζεται ως «εισφορά», όπως το είχε χαρακτηρίσει η διάταξη του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-30/00, μπορεί όμως να εξακολουθήσει να χαρακτηρίζεται ως «ίδιοι πόροι» των Κοινοτήτων.
Πράγματι, παρ’ όλον ότι η νομολογία αυτή αναφέρεται στην είσπραξη ποσού βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 2670/81 (7), διότι ορισμένη ποσότητα ζάχαρης Γ δεν είχε εξαχθεί εκτός Κοινότητας, γεγονός παραμένει ότι το γενεσιουργό αίτιο της είσπραξης εκείνου του ποσού είναι κατ’ ουσίαν το ίδιο με το γενεσιουργό αίτιο της εισπράξεως του ποσού που προβλέπεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α', του κανονισμού 579/86, που αφορά την παρούσα υπόθεση και που ορίζει ότι για τις ποσότητες ζάχαρης που υπερβαίνουν το απόθεμα μεταφοράς και οι οποίες δεν έχουν εξαχθεί εκτός Κοινότητας εισπράττεται ποσό, διότι, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού, οι ποσότητες αυτές θεωρούνται ως διατεθείσες εντός της εσωτερικής αγοράς της Κοινότητας.
Σύμφωνα με το άρθρο 2 της αποφάσεως 85/257, συνιστούν ιδίους πόρους τα έσοδα που προέρχονται από εισφορές και άλλα δικαιώματα που προβλέπονται στο πλαίσιο της κοινής οργάνωσης των αγορών (ΚΟΑ) στον τομέα της ζάχαρης.
Το άρθρο 254 της Πράξης Προσχώρησης δείχνει ότι το παραπάνω ποσό εντάσσεται στο πλαίσιο της ΚΟΑ της ζάχαρης. Η διάταξη αυτή ορίζει ότι τα αποθέματα προϊόντων που έπρεπε να εξαλειφθούν από την Πορτογαλική Δημοκρατία και με δαπάνη της είναι όσα υπερβαίνουν την ποσότητα που μπορεί να θεωρηθεί ότι αντιπροσωπεύει κανονικό απόθεμα μεταφοράς και ότι «η έννοια του κανονικού αποθέματος αναφοράς ορίζεται για κάθε προϊόν σε συνάρτηση με τα ιδιαίτερα κριτήρια και στόχους κάθε κοινής οργάνωσης αγοράς», δηλαδή, στην περίπτωση της ζάχαρης, η «έννοια του κανονικού αποθέματος αναφοράς» έπρεπε να ορίζεται βάσει κριτηρίων προσιδιαζόντων στην ΚΟΑ της ζάχαρης. Επομένως, η κοινοτική ρύθμιση σχετικά με την εξάλειψη των αποθεμάτων ζάχαρης εντάσσεται στο πλαίσιο της ΚΟΑ της ζάχαρης.
Βάσει του άρθρου 258, παράγραφος 3, της Πράξης Προσχώρησης, ο κανονισμός 3771/85 (8) θέσπισε, «τους γενικούς κανόνες για την εφαρμογή του άρθρου 254 της Πράξης προσχώρησης», όρισε την έννοια των «προϊόντων που βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία στο πορτογαλικό έδαφος», όρισε ότι «οι λεπτομέρειες εφαρμογής [του]» θα εθεσπίζοντο «σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται […] στα αντίστοιχα άρθρα των άλλων κανονισμών που αφορούν την κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών» και ότι «οι λεπτομέρειες εφαρμογής […] αφορούν κυρίως: […] τις λεπτομέρειες διάθεσης των πλεονασμάτων» και ότι οι εν λόγω λεπτομέρειες εφαρμογής «μπορούν να προβλέπουν: […] είσπραξη [επιβάρυνσης], στην περίπτωση κατά την οποία κάποιος ενδιαφερόμενος δεν τηρεί τις λεπτομέρειες διαθέσεων των πλεονασμάτων».
Ο κανονισμός 579/86 της Επιτροπής, ο οποίος θέσπισε τις διατάξεων σχετικά με τα αποθέματα προϊόντων του τομέα της ζάχαρης που ευρίσκοντο στην Πορτογαλία την 1η Μαρτίου 1986, εκδόθηκε από την Επιτροπή βάσει του κανονισμού 3771/85 και βάσει του κανονισμού 1785/81, που θεσπίζει την ΚΟΑ ζάχαρης. Το γεγονός ότι ο κανονισμός που θεσπίζει την ΚΟΑ στον τομέα της ζάχαρης αποτελεί μία από τις νομικές βάσεις του κανονισμού 579/86 δείχνει ότι διατάξεις αυτού του τελευταίου και, κατά συνέπεια, το προαναφερθέν ποσό εντάσσονται στο πλαίσιο της ΚΟΑ ζάχαρης.
Το προαναφερθέν ποσό των 785 078,50 ευρώ δύναται να χαρακτηρισθεί ως «ίδιοι πόροι» των Κοινοτήτων κατά την έννοια του άρθρου 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α', της απόφασης 85/257, διότι αποτελεί έσοδο προερχόμενο από «άλλα δικαιώματα που προβλέπονται στο πλαίσιο της κοινής οργάνωσης των αγορών στον τομέα της ζάχαρης» απορρέον από το ειδικό καθεστώς που θεσπίστηκε για την Πορτογαλική Δημοκρατία κατά την προσχώρηση του κράτους μέλους αυτού, ήτοι ποσό που θα έπρεπε να είχαν εισπράξει οι πορτογαλικές αρχές βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο α', του κανονισμού 579/86.
Ο κανονισμός 3771/85 αναφέρει, στο άρθρο 1, ότι «θεσπίζει τους γενικούς κανόνες για την εφαρμογή του άρθρου 254 της πράξης προσχώρησης» και, στη δεύτερη περίπτωση του εδαφίου β' της παραγράφου 1 του άρθρου 3, ορίζει ότι «θεωρούνται ως προϊόντα που βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία στο πορτογαλικό έδαφος: […] τα προϊόντα […] που εισάγονται στη Πορτογαλία, για τα οποία τηρήθηκαν οι τελωνειακές διατυπώσεις και εισπράχθηκαν οι απαιτητοί δασμοί και φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδύναμου αποτελέσματος στην Πορτογαλία και για τα οποία δεν έχει γίνει ολική ή μερική επιστροφή αυτών των δασμών και φορολογικών επιβαρύνσεων» Η δεύτερη περίπτωση του εδαφίου β' της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του κανονισμού 3771/85 αφορά όλα «τα προϊόντα που εισάγονται στη Πορτογαλία», περιλαμβάνοντας, επομένως, και τα προερχόμενα από τα λοιπά κράτη μέλη.
Επομένως, η ζάχαρη που προερχόταν από τη Δανία μπορούσε και έπρεπε να συμπεριληφθεί στον υπολογισμό των αποθεμάτων ζάχαρης που ευρίσκοντο σε ελεύθερη κυκλοφορία στο πορτογαλικό έδαφος στις 1.3.1986. Οι πορτογαλικές αρχές θεωρούν ότι, έστω και αν, υπό τις υπό κρίση περιστάσεις, η Δανία εθεωρείτο ως τρίτη χώρα, η ποσότητα ζάχαρης (796 821 kg) που εισήχθη με το «Δελτίο εισαγωγής αριθ. 246» δεν έπρεπε να συμπεριληφθεί στον υπολογισμό αυτών των αποθεμάτων, διότι, κατ’ αυτές, η επίδικη ζάχαρη δεν ευρισκόταν σε ελεύθερη κυκλοφορία την 1η Μαρτίου 1986.
Η Επιτροπή δεν συμφωνεί με την άποψη αυτή, διότι το Tribunal Tributário de Segunda Instância, με την απόφασή του της 26ης Μαρτίου 1996, έκρινε ότι από τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι αυτή η ποσότητα ζάχαρης εκτελωνίστηκε στις 27 Φεβρουαρίου 1986, οπότε και επετράπη η θέση της σε ελεύθερη κυκλοφορία και η θέση της σε κατανάλωση.
Η απόφαση 85/257 και οι αποφάσεις που ακολούθως την αντικατέστησαν, καθώς και ο κανονισμός 1552/89, που ορίζει πώς οι «ίδιοι πόροι» τίθενται στη διάθεση της Επιτροπής, δεν εξαρτούν τη θέση των ιδίων πόρων στη διάθεση της Επιτροπής από εγγραφή τους στον κοινοτικό προϋπολογισμό. Τα άρθρα 371 και 372 της Πράξεως Προσχωρήσεως προσαρμόζουν την εφαρμογή της απόφασης 85/257 στην ειδική κατάσταση που προκύπτει από την προσχώρηση της Πορτογαλίας και δεν εμποδίζουν να χαρακτηρίζονται ως ίδιοι πόροι τα έσοδα που προέρχονται από το ποσό που ορίζεται βάσει του εδαφίου α' της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του κανονισμού 579/86, ήτοι συγκεκριμένα 785 078,50 ευρώ.
Ο χαρακτηρισμός ενός ποσού ως ιδίων πόρων των Κοινοτήτων προκύπτει από την κοινοτική νομοθεσία και ειδικότερα από την απόφαση 85/257. Ο χαρακτηρισμός τον οποίο δίδουν τα κράτη μέλη δεν ασκεί επιρροή.
Σύμφωνα με τη νομολογία, δεν είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ότι η απώλεια ιδίων πόρων προήλθε εκ σφάλματος ή από τον α' ή β' κλάδο των εθνικών αρχών. Αρκεί το ότι, κατόπιν οριστικής αποφάσεως του STA, κρίθηκε ότι ο οφειλέτης δεν υπεχρεούτο να πληρώσει τα δικαιώματα και ότι το γεγονός αυτό συναρτάτο ευθέως προς το ότι στις αρχές του 1990 οι πορτογαλικές αρχές έδρασαν εκπροθέσμως. Το Δικαστήριο επικύρωσε τη θέση αυτή της Επιτροπής με την απόφασή του της 15ης Νοεμβρίου 2005, στην υπόθεση C-392/02, Επιτροπή κατά Δανίας.
Η απόφαση του STA της 8ης Μαΐου 2002 επιβεβαιώνει ότι η θέση της Επιτροπής είναι νομικώς ορθή, ότι δηλαδή το ύψος της οφειλής δεν κοινοποιήθηκε εμπροθέσμως στον οφειλέτη, ήτοι εντός τριετίας, ότι, για τον λόγο αυτόν, η είσπραξή της δεν κατέστη δυνατή και ότι, κατά συνέπεια, δεν μπόρεσαν να τεθούν οι ίδιοι πόροι στη διάθεση της Επιτροπής.
(1) Πράξη για τους όρους προσχώρησης του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και για τις προσαρμογές των Συνθηκών (ΕΕ 1985, L 302, σ. 23).
(2) Απόφαση 85/257/ΕΟΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 7ης Μαΐου 1985, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (ΕΕ 1985, L 128, σ. 15).
(3) Κανονισμός (ΕΟΚ) 579/86 της Επιτροπής, της 28ης Φεβρουαρίου 1986, για τη θέσπιση των διατάξεων σχετικά με τα αποθέματα προϊόντων του τομέα της ζάχαρης που βρίσκονται, την 1η Μαρτίου 1986, στην Ισπανία και την Πορτογαλία (ΕΕ 1986, L 57, σ. 21).
(4) Κανονισμός (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της εκ των υστέρων εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοί από τον φορολογούμενο, για εμπορεύματα που διασαφ[ή]θηκαν σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 254).
(5) Κανονισμός (ΕΟΚ, Ευρατόμ) 1552/89 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 1989, για την εφαρμογή της απόφασης 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων ( 1989, L 155, σ. 1).
(6) Συλλογή 2001, σ. I-7511.
(7) Κανονισμός (EOK) 2670/81 της Επιτροπής, της 14ης Σεπτεμβρίου 1981, για τη θέσπιση των λεπτομερειών εφαρμογής για την εκτός ποσοστώσεως παραγωγή στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ 1981, L 262, σ. 14).
(8) Κανονισμός (ΕΟΚ) 3771/85 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, για τα αποθέματα γεωργικών προϊόντων που βρίσκονται στην Πορτογαλία (ΕΕ 1985, L 362, σ. 21).
Full & Egal Universal Law Academy