10.11.2012
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 343/10
Αναίρεση που άσκησε στις 5 Σεπτεμβρίου 2012 η YKK Corp., YKK Holding Europe BV, YKK Stocko Fasteners GmbH κατά της απόφασης που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) στις 27 Ιουνίου 2012 στην υπόθεση T-448/07: YKK Corp., YKK Holding Europe BV, YKK Stocko Fasteners GmbH κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής
(Υπόθεση C-408/12 P)
2012/C 343/12
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσες: YKK Corp., YKK Holding Europe BV, YKK Stocko Fasteners GmbH (εκπρόσωποι: D. Arts, W. Devroe, advocaten, E. Winter, Rechtsanwältin, F. Miotto, Advocate)
Αντίδικοι κατ’ αναίρεση: Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα της αναιρεσείουσας
Οι αναιρεσείουσες ζητούν από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 27ης Ιουνίου 2012 στην υπόθεση T-448/07, YKK Cop., YKK Holding Europe BV και YKK Stocko Fasteners GmbH κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής,
—
να ακυρώσει το άρθρο 2, παράγραφος 1, και το άρθρο 2, παράγραφος 3, της προσβαλλόμενης αποφάσεως στο μέτρο που αφορά τις αναιρεσείουσες και/ή να μειώσει τα σχετικά πρόστιμα,
—
να καταδικάσει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες προβάλλουν ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο διότι δεν αιτιολόγησε επαρκώς την απόρριψη του επιχειρήματος σχετικά με το δυσανάλογο ύψος του αρχικού ποσού του προστίμου και ως εκ τούτου κατέστη αδύνατο για τις αναιρεσείουσες να αντιληφθούν εάν το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημά τους για τον λόγο ότι η Επιτροπή α) έλαβε επαρκώς υπόψη τον αντίκτυπο της παραβάσεως στην αγορά ή β) δεν έλαβε υπόψη τον αντίκτυπο της παραβάσεως στην αγορά διότι δεν όφειλε να το πράξει. Δεύτερον, εάν προκύψει ότι το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η Επιτροπή έλαβε επαρκώς υπόψη τον αντίκτυπο στην αγορά, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν ότι τότε το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένα την προσβαλλόμενη απόφαση και παρέβη τη νομοθεσία της ΕΕ, ειδικότερα το άρθρο 23, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 1/2003 (1) και απέκλινε από τη νομολογία του ΕΔΕ, βάσει της οποίας η Επιτροπή, όταν κρίνει σκόπιμο να λάβει υπόψη τον αντίκτυπο στην αγορά προκειμένου να αυξήσει το ύψος του αρχικού ποσού του προστίμου πάνω από το ελάχιστο ποσό των 20 εκατομμυρίων ευρώ που ορίζεται στις κατευθυντήριες γραμμές (2), πρέπει να παρέχει συγκεκριμένα, αξιόπιστα και επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ώστε να εκτιμηθεί ο πραγματικός αντίκτυπος της παραβάσεως επί του ανταγωνισμού στην εν λόγω αγορά. Τρίτον, εάν προκύψει ότι το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη τον αντίκτυπο στην αγορά διότι δεν όφειλε να το πράξει, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν ότι, έτσι, το Γενικό Δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένα τη νομοθεσία της ΕΕ, κατά την οποία οι κυρώσεις σύμφωνα με το εθνικό και κοινοτικό δίκαιο δεν πρέπει μόνο να είναι πραγματικές και αποτρεπτικές, αλλά και ανάλογες με τη διαπραχθείσα παράβαση.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε επαρκώς την απόρριψη του ισχυρισμού των αναιρεσειουσών σχετικά με την παράλειψη της Επιτροπής να εφαρμόσει την ανακοίνωση περί επιείκειας του 2002. Οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι, εν πάση περιπτώσει, το Γενικό Δικαστήριο της ΕΕ ερμήνευσε με την απόφασή του εσφαλμένα τη νομοθεσία, ιδίως την αρχή lex mitior, σύμφωνα με την οποία ο ηπιότερος νόμος πρέπει να εφαρμοστεί αναδρομικά.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό των αναιρεσειουσών σχετικά με την εσφαλμένη εφαρμογή από την Επιτροπή του ανώτατου ορίου του 10 % του προστίμου όσον αφορά τη συνεργασία με τη BWA για την περίοδο πριν από την απόκτηση της Stocko από την YKK, κατά την οποία η Stocko είναι μόνη και αποκλειστικά υπεύθυνη, το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003, συμπεριλαμβανομένης της εγγενούς στο άρθρο αυτό αρχής της αναλογικότητας, δηλαδή της αρχής του προσωποπαγούς των ποινών και κυρώσεων, δυνάμει της οποίας μπορούν να επιβληθούν κυρώσεις σε μια επιχείρηση μόνο για τις πράξεις που της προσάπτονται ατομικώς, και παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχείρισης
Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό τους σχετικά με την εσφαλμένη εφαρμογή από την Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση του πολλαπλασιαστή για την περίοδο πριν από την απόκτηση της Stocko, το Γενικό Δικαστήριο αιτιολόγησε ανεπαρκώς την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και, εν πάση περιπτώσει, παρέβη το άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003, το οποίο καθιερώνει την αρχή του προσωποπαγούς των ποινών και κυρώσεων και την αρχή της αναλογικότητας, καθώς και την αρχή της ίσης μεταχείρισης, δεχόμενο ότι η αύξηση για λόγους αποτροπής ήταν δικαιολογημένη για την περίοδο πριν από την απόκτηση της Stocko από την YKK, κατά την οποία η Stocko ήταν η μόνη και αποκλειστικά υπεύθυνη.
(1) Κανονισμός (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002 για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης
ΕΕ 2003, L 1, σ. 1.
(2) Κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και του άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑΧ
ΕΕ 1998 C 9, σ. 3.
Full & Egal Universal Law Academy