8.12.2012
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 379/18
Προσφυγή της 12ης Οκτωβρίου 2012 — Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Ουγγαρίας
(Υπόθεση C-462/12)
2012/C 379/30
Γλώσσα διαδικασίας: η ουγγρική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα: Ευρωπαϊκή Επιτροπή (εκπρόσωποι: G. Braun και K. Talabér-Ritz)
Καθής: Ουγγαρία
Αιτήματα της προσφεύγουσας
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
1)
να αναγνωρίσει ότι η Ουγγαρία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 12 και 14 της οδηγίας 2002/20/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την αδειοδότηση δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την αδειοδότηση)
—
επιβάλλοντας ειδικό φόρο, με τον νόμο υπ’ αρ. XCIV του 2010, περί ειδικού φόρου επί συγκεκριμένων τομέων δραστηριοτήτων (az egyes ágazatokat terhelő különadóról szóló 2010. évi XCIV. törvény), στις επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, βάσει γενικής αδειοδοτήσεως και
—
παραλείποντας να κοινοποιήσει προσηκόντως στους ενδιαφερομένους την πρόθεση να τροποποιήσει τις γενικές αδειοδοτήσεις, τα δικαιώματα και τις προϋποθέσεις [χρήσεως και εγκαταστάσεως], και παραλείποντας να τάξει στους ενδιαφερόμενους επαρκή προθεσμία, ώστε να μπορέσουν να εκφράσουν τις θέσεις τους σχετικά με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις.
2)
να καταδικάσει Ουγγαρία στα δικαστικά έξοδα.
Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα
Ο νόμος no XCIV του 2010, περί ειδικού φόρου επί συγκεκριμένων τομέων δραστηριοτήτων (az egyes ágazatokat terhelő különadóról szóló 2010. évi XCIV. törvény), επέβαλε ειδικό τέλος, που αποκαλείται ειδικός φόρος, σε τρεις βασικούς τομείς της ουγγρικής οικονομίας –τις δραστηριότητες του λιανικού εμπορίου, τις δραστηριότητες των ηλεκτρονικών επικοινωνιών και το σύνολο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων παροχής ενέργειας–, που πρέπει να καταβάλλουν οι ενδιαφερόμενοι επί τρία συναπτά έτη αναλόγως του κύκλου εργασιών τους πριν τους φόρους.
Προς στήριξη του αιτήματός της να αναγνωρισθεί η ύπαρξη παραβάσεως η Επιτροπή διατύπωσε τους εξής ισχυρισμούς και επιχειρήματα:
Η οδηγία 2002/20/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου ορίζει ότι αποβλέπει στην υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, μέσω της εναρμόνισης και της απλούστευσης των κανόνων και όρων αδειοδότησης. Προς τον σκοπό αυτό η οδηγία επιβάλλει επιτακτικά τη νομοθετική κατοχύρωση καθεστώτων γενικών αδειοδοτήσεων που δεν νοθεύουν τον ανταγωνισμό ούτε παρακωλύουν την πρόσβαση στις αγορές.
Η οδηγία θεσπίζει κανόνες σχετικούς με τις διαδικασίες αδειοδοτήσεως και το περιεχόμενο των αδειών καθώς και τη φύση και την έκταση των οικονομικών επιβαρύνσεων που είναι δυνατό να απαιτηθούν όσον αφορά τις προαναφερθείσες διαδικασίες. Κατά το άρθρο 12, κάθε διοικητική επιβάρυνση που επιβάλλεται στις επιχειρήσεις οι οποίες παρέχουν δίκτυο ή υπηρεσία βάσει γενικής άδειας ή στις οποίες έχει χορηγηθεί δικαίωμα χρήσεως καλύπτει μόνον τις διοικητικές δαπάνες που θα προκύψουν από τη διαχείριση, τον έλεγχο και την επιβολή του συστήματος γενικών αδειών και των δικαιωμάτων χρήσης και των ειδικών υποχρεώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 6 παράγραφος 2, οι οποίες μπορούν να περιλαμβάνουν δαπάνες για διεθνή συνεργασία, εναρμόνιση και τυποποίηση, ανάλυση αγοράς, παρακολούθηση της συμμόρφωσης και άλλους ελέγχους της αγοράς, καθώς και κανονιστικές εργασίες που περιλαμβάνουν την εκπόνηση και την επιβολή παράγωγου δικαίου και διοικητικών αποφάσεων.
Όσον αφορά τον ειδικό φόρο, οι υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών βαρύνονται, πέραν των διοικητικών τελών και των τελών ελέγχου, και με άλλη οικονομική επιβάρυνση, η οποία, εντούτοις, και αντιθέτως προς τα προβλεπόμενα στο άρθρο 12 της οδηγίας, δεν αποσκοπεί στην κάλυψη των διοικητικών δαπανών που σχετίζονται με το καθεστώς γενικής αδειοδοτήσεως, αλλά στην κάλυψη δαπανών του γενικού προϋπολογισμού του ουγγρικού κράτους.
Η Επιτροπή φρονεί ότι ο ειδικός όρος που εισπράττεται κατά τον τρόπο αυτό έχει τον χαρακτήρα επιβαρύνσεως που βαρύνει τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών στο πλαίσιο της γενικής αδειοδοτήσεως, αυξάνει σημαντικά την οικονομική επιβάρυνση των παρόχων της εν λόγω υπηρεσίας, παρεμποδίζει την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και αποβλέπει σε μη επιτρεπόμενη από την οδηγία κάλυψη των δαπανών, η οποία, ως εκ τούτου, είναι ασύμβατη προς το άρθρο της 12.
Τέλος, η Επιτροπή θεωρεί ότι η Ουγγαρία δεν κατέστησε κατά τρόπο αρκούντως σαφή στους ενδιαφερόμενους την πρόθεσή της να τροποποιήσει τις γενικές αδειοδοτήσεις και τα δικαιώματα και προϋποθέσεις [χρήσεως ή εγκαταστάσεως] ούτε έταξε επαρκή προθεσμία, ώστε οι ενδιαφερόμενοι να μπορούν να εκφράσουν τις θέσεις τους σχετικά με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις. Ενεργώντας κατά τον τρόπο αυτό, η Ουγγαρία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 14 της οδηγίας.
Full & Egal Universal Law Academy