2.3.2013
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 63/11
Αναίρεση που άσκησε στις 13 Δεκεμβρίου 2012 η Ιταλική Δημοκρατία κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) στις 27 Σεπτεμβρίου 2012 στην υπόθεση T-257/10, Ιταλία κατά Επιτροπής
(Υπόθεση C-587/12 P)
2013/C 63/18
Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: Ιταλική Δημοκρατία (εκπρόσωποι: G. Palmieri και P. Gentili, avvocati dello Stato)
Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα της αναιρεσείουσας
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να εξαφανίσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 27ης Σεπτεμβρίου 2012, T-257/2010, Ιταλική Δημοκρατία κατά Επιτροπής, η οποία κοινοποιήθηκε στις 3.10.2012, με αντικείμενο προσφυγή ακυρώσεως, δυνάμει του άρθρου 264 ΣΛΕΕ, της αποφάσεως της Επιτροπής της 24ης Μαρτίου 2010 C(2010) 1711 τελικό, σχετικά με την κρατική ενίσχυση αριθ. C 4/2003 (πρώην ΝΝ 102/2002), η οποία κοινοποιήθηκε με έγγραφο της 25ης Μαρτίου 2010 SG Greffe (2010) D/4224, καθώς και να ακυρώσει την απόφαση αυτή·
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Προς υποστήριξη των αιτημάτων της, η Ιταλική Δημοκρατία προβάλλει τέσσερις λόγους αναιρέσεως.
Πρώτον, η Ιταλική Δημοκρατία επικαλείται παράβαση του άρθρου 108, παράγραφοι 2 και 3, ΣΛΕΕ και των άρθρων 4, 6, 7, 10, 13, 20 του κανονισμού (ΕΚ) 659/99 (1). Το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως δέχθηκε ότι η Επιτροπή μπορούσε στην εν λόγω υπόθεση να εκδώσει νέα απόφαση χωρίς να κινήσει νέα διαδικασία έρευνας κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας και των λοιπών ενδιαφερομένων.
Δεύτερον, προβάλλει παράβαση του άρθρου 296, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ και προσβολή της αρχής του δεδικασμένου. Το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής διότι η απόφαση αυτή αναπαράγει την ίδια, εσφαλμένη, ανάλυση στην οποία βασίστηκε η πρώτη απόφαση.
Τρίτον, η αναιρεσείουσα επικαλείται παράβαση του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και των άρθρων 1, παράγραφος 1, στοιχείο δ' και 2 του κανονισμού (ΕΚ) 1998/2006 (2). Το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως έκρινε ότι τα επίμαχα μέτρα δεν ενέπιπταν στα μέτρα τα οποία, σύμφωνα με τον κανονισμό αυτό, δεν συνιστούν κρατικές ενισχύσεις.
Τέταρτον, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση συνιστά παράβαση του άρθρου 14 του κανονισμού (ΕΚ) 659/99 και προσβάλλει την αρχή της αναλογικότητας. Το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως δεν διαπίστωσε ότι η απόφαση της Επιτροπής διατάσσει την ανάκτηση πλεονεκτήματος το οποίο η επιχείρηση στην πραγματικότητα ουδέποτε έλαβε.
(1) Κανονισμός (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου της 22ας Μαρτίου 1999 για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της συνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 83, σ. 1).
(2) Κανονισμός (ΕΚ) 1998/2006 της Επιτροπής, της 15ης Δεκεμβρίου 2006, για την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας (ΕΕ L 379, σ. 5).
Full & Egal Universal Law Academy