9.3.2013
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 71/8
Αναίρεση που άσκησε στις 20 Δεκεμβρίου 2012 η Ningbo Yonghong Fasteners Co. Ltd κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (έβδομο τμήμα) στις 10 Οκτωβρίου 2012 στην υπόθεση T-150/09, Ningbo Yonghong Fasteners Co. Ltd κατά Συμβουλίου
(Υπόθεση C-601/12 P)
2013/C 71/14
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: Ningbo Yonghong Fasteners Co. Ltd (Zhouhan, Κίνα) (εκπρόσωποι: F. Graafsma και J. Cornelis, δικηγόροι)
Αντίδικοι κατ’ αναίρεση: Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, European Industrial Fasteners Institue AISBL (EIFI)
Αιτήματα της αναιρεσείουσας
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 10ης Οκτωβρίου 2012, T-150/09, Ningbo Yonghong Fasteners κατά Συμβουλίου, με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή ακυρώσεως κατά του κανονισμού (ΕΚ) 91/2009 (1) του Συμβουλίου, της 26ης Ιανουαρίου 2009, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων συνδετήρων από σίδηρο ή χάλυβα καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας,
—
να ακυρώσει, ως προς την προσφεύγουσα, τον κανονισμό (ΕΚ) 91/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Ιανουαρίου 2009, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων συνδετήρων από σίδηρο ή χάλυβα καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας,
—
να καταδικάσει το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης και της δίκης ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου στην υπόθεση T-150/09.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι η κρίση του Γενικού Δικαστηρίου επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως που προέβαλε ενώπιόν του πάσχει πολλαπλώς πλάνη περί το δίκαιο και συνιστά παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι, ως εκ τούτου, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί. Επιπλέον, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζεται ο πρώτος λόγος ακυρώσεως έχουν αρκούντως αποδειχθεί, οπότε το Δικαστήριο είναι σε θέση να αποφανθεί επί του λόγου αυτού. Η αναιρεσείουσα προσβάλλει μόνο την κρίση του Γενικού Δικαστηρίου επί του (αρχικού) πρώτου λόγου ακυρώσεως, προβάλλοντας τρεις λόγους.
Πρώτον, η χρήση, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, του κριτηρίου της «μόνης πιθανής παραδοχής», με συνέπεια να μην έχει εφαρμογή η τρίμηνη προθεσμία του άρθρου 7, παράγραφος 2, στοιχείο γ', του κανονισμού (ΕΚ) 384/96 (2) του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1995, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (στο εξής: βασικός κανονισμός), καθιστά άνευ αντικειμένου την εν λόγω τρίμηνη προθεσμία. Κατά συνέπεια, η ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 2, στοιχείο γ', του βασικού κανονισμού, η οποία γίνεται δεκτή με την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι νομικά αβάσιμη, δεδομένου ότι ο ερμηνευτής του δικαίου δεν μπορεί να δέχεται ερμηνείες διά των οποίων καθίστανται άνευ αντικειμένου διατάξεις ολόκληρες.
Δεύτερον, το κριτήριο που χρησιμοποιείται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά την εξέταση των εννόμων συνεπειών της μη τηρήσεως μιας προθεσμίας διαδικαστικής φύσεως είναι εσφαλμένο, με συνέπεια η αναιρεσείουσα να επωμίζεται υπέρμετρο βάρος αποδείξεως. Αν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είχε χρησιμοποιηθεί το ορθό κριτήριο, όπως αυτό έχει καθοριστεί με τη νομολογία του Δικαστηρίου, θα διαπιστωνόταν ότι η μη τήρηση της τρίμηνης προθεσμίας δικαιολογεί την ακύρωση του προσβαλλόμενου κανονισμού.
Τέλος, η κρίση του Γενικού Δικαστηρίου είναι απόρροια παραμορφώσεως των αποδεικτικών στοιχείων και των περιστατικών που τέθηκαν υπόψη του.
(1) ΕΕ L29, σ. 1
(2) ΕΕ L 56, σ. 1
Full & Egal Universal Law Academy