6.4.2013
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 101/6
Αναίρεση που άσκησαν στις 20 Δεκεμβρίου 2012 οι Gem-Year Industrial Co. Ltd και Jinn-Well Auto-Parts (Zhejiang) Co. Ltd κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (έβδομο τμήμα) στις 10 Οκτωβρίου 2012 στην υπόθεση T-172/09: Gem-Year Industrial Co. Ltd και Jinn-Well Auto-Parts (Zhejiang) Co. Ltd κατά Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης
(Υπόθεση C-602/12 P)
2013/C 101/12
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσες: Gem-Year Industrial Co. Ltd και Jinn-Well Auto-Parts (Zhejiang) Co. Ltd (εκπρόσωποι: Y. Melin, Β. Ακριτίδης, δικηγόρου)
Αντίδικοι κατ’ αναίρεση: Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Ευρωπαϊκή Επιτροπή, European Industrial Fasteners Institute AISBL (EIFI)
Αιτήματα των αναιρεσειουσών
Οι αναιρεσείουσες ζητούν από το Δικαστήριο:
1)
να αναιρέσει στο σύνολό της την απόφαση του εβδόμου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου της 10ης Οκτωβρίου 2012 στην υπόθεση T-172/09, Gem-Year Industrial Co. Ltd και Jinn-Well Auto-Parts (Zhejiang) Co. Ltd κατά Συμβουλίου.
2)
να δεχθεί, εκδίδοντας αμετάκλητη απόφαση,
—
τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, ο οποίος αφορά την έλλειψη ζημίας εις βάρος της κοινοτικής βιομηχανίας, κατά παράβαση του άρθρου 3 του βασικού κανονισμού (1), και
—
τον έβδομο λόγο ακυρώσεως, ο οποίος αφορά την παράνομη αντιστάθμιση επιδοτήσεως, διά της απορρίψεως του αιτήματος αντιμετωπίσεως των αναιρεσειουσών σύμφωνα με τις αρχές της οικονομίας της αγοράς, κατά παράβαση του κανονισμού 2026/97 (2) και του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο γ', του βασικού κανονισμού,
ή, επικουρικώς, να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο.
3)
να υποχρεώσει το Συμβούλιο και τους παρεμβαίνοντες να φέρουν, πλέον των δικαστικών εξόδων τους, και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι αναιρεσείουσες στο πλαίσιο της παρούσας δίκης και της δίκης ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί για τους εξής λόγους:
Πρώτον, λαμβανομένων υπόψη των εκτεθέντων ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου πραγματικών περιστατικών, είναι σαφές ότι δεν υπάρχουν αποδείξεις περί του ότι η βιομηχανία συνδετήρων της Ένωσης υφίστατο ζημία προκληθείσα από αποτελούσες αντικείμενο ντάμπινγκ εισαγωγές από την Κίνα, υπό την έννοια του άρθρου 3, παράγραφοι 2, 5 και 6, του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ (3). Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως έχει τα ακόλουθα δύο σκέλη:
i)
Το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε το σαφές νόημα το προσκομισθέντων ενώπιόν του αποδεικτικών στοιχείων, κρίνοντας ότι το περιθώριο κέρδους που επετεύχθη από τους συνδετήρες της βιομηχανίας της Ένωσης κατά την υπό εξέταση περίοδο (από την 1η Ιανουαρίου 2003 μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 2007) επηρεάστηκε αρνητικά, κατά ουσιώδη τρόπο, από εισαγωγές από την Κίνα αποτελούσες αντικείμενο ντάμπινγκ· ενώ από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι τα κέρδη παρουσίασαν διακυμάνσεις κατά την περίοδο εκείνη και έφθασαν το δεύτερο υψηλότερο επίπεδό τους κατά το τελευταίο έτος (4,4 %), οπότε και οι εισαγωγές από την Κίνα αποτελούσες αντικείμενο ντάμπινγκ ανήλθαν στα υψηλότερά τους επίπεδα και κοντά στο υψηλότερο επίπεδό τους στην ιστορία, στο 4,7 % (το 2004), το οποίο βρίσκεται μόλις χαμηλότερα από το κέρδος που αποτελεί τον στόχο (5 %) που χρησιμοποίησε η Επιτροπή για τον υπολογισμό του περιθωρίου υποτιμολογήσεως.
ii)
Τα προσκομισθέντα ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου στοιχεία δίνουν την εικόνα μιας αναπτυσσόμενης και περισσότερο ευημερούσας βιομηχανίας της Ένωσης, ιδίως κατά την υπό εξέταση περίοδο. Δεν δίνουν την εικόνα μιας ουσιώδους ζημίας, αλλά μάλλον μιας υποθετικής απώλειας ευκαιρίας πλήρους αξιοποιήσεως της αναπτυσσόμενης εσωτερικής αγοράς της Ένωσης. Κρίνοντας επί της βάσεως αυτής ότι τα θεσμικά όργανα της Ένωσης ορθώς θεώρησαν ότι σημειώθηκε ουσιώδης ζημία προκληθείσα από τις εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, το Γενικό Δικαστήριο έσφαλε ως προς τη νομική κατηγοριοποίηση των πραγματικών περιστατικών που διαπίστωσε, οπότε δεν εφάρμοσε ορθώς το άρθρο 3, παράγραφοι 2, 5 και 6 του βασικού κανονισμού.
Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, κρίνοντας ότι ένα αίτημα περί αντιμετωπίσεως σύμφωνα με τις αρχές της οικονομίας της αγοράς, βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο γ', του βασικού κανονισμού, μπορούσε να απορριφθεί βάσει της διαπιστώσεως ότι μια βιομηχανία σε προγενέστερο στάδιο εμπορίας ετύγχανε επιδοτήσεως. Τούτο ισοδυναμεί με αντιστάθμιση των επιδοτήσεων αυτών με άλλον τρόπο και όχι κατόπιν έρευνας κινηθείσας βάσει του κανονισμού 2026/97 του Συμβουλίου (του τότε εφαρμοστέου κανονισμού κατά των επιδοτήσεων). Τούτο αποτελεί παράνομη ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο γ', του βασικού κανονισμού και παράβαση του κανονισμού 2026/97.
(1) Κανονισμός (ΕΚ) 384/96 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1995, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΕ L 56, σ. 1).
(2) Κανονισμός (ΕΚ) 2026/97 του Συμβουλίου, της 6ης Οκτωβρίου 1997, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΕ L 288, σ. 1).
(3) Κανονισμός (ΕΚ) 1225/2009 του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΕ L 343, σ. 51).
Full & Egal Universal Law Academy