ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (ένατο τμήμα)
της 13ης Ιουνίου 2013 ( *1 )
«Κοινωνική πολιτική — Οδηγία 2003/88/ΕΚ — Ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών — Συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία μερικής απασχόλησης — Εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης ο οποίος δεν κατέστη δυνατόν να κάνει χρήση της άδειας μετ’ αποδοχών κατά την περίοδο αναφοράς — Μετατροπή της σχέσεως εργασίας του εν λόγω εργαζομένου από πλήρους σε μερικής απασχόλησης — Διάταξη της εθνικής νομοθεσίας ή πρακτική που προβλέπει μείωση του αριθμού των συσσωρευμένων ημερών άδειας μετ’ αποδοχών κατ’ αναλογία προς τον αριθμό των ημερών εβδομαδιαίας εργασίας μερικής απασχόλησης»
Στην υπόθεση C-415/12,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Arbeitsgericht Nienburg (Γερμανία) με απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2012, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 13 Σεπτεμβρίου 2012, στο πλαίσιο της δίκης
Bianca Brandes
κατά
Land Niedersachsen,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. Malenovský, πρόεδρο τμήματος, M. Safjan και A. Prechal (εισηγήτρια), δικαστές,
γενική εισαγγελέας: E. Sharpston
γραμματέας: A. Calot Escobar
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη, σύμφωνα με το άρθρο 99 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία της ρήτρας 4 της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία μερικής απασχόλησης, η οποία συνήφθη στις 6 Ιουνίου 1997 (στο εξής: συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία μερικής απασχόλησης), η οποία έχει ενσωματωθεί στο παράρτημα της οδηγίας 97/81/ΕΚ του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1997, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία μερικής απασχόλησης που συνήφθη από την UNICE, το CEEP και την CES (ΕΕ 1998, L 14, σ. 9), όπως έχει τροποποιηθεί με την οδηγία 98/23/ΕΚ του Συμβουλίου, της 7ης Απριλίου 1998 (ΕΕ L 131, σ. 10), καθώς και οποιασδήποτε άλλης διατάξεως του δικαίου της Ένωσης, η οποία ενδεχομένως έχει εφαρμογή στην υπόθεση της κύριας δίκης.
2
Η αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της B. Brandes και του Land Niedersachsen σχετικά με την άδεια μετ’ αποδοχών την οποία δικαιούται η ενδιαφερόμενη για τα έτη 2010 και 2011 και δεν μπόρεσε να χρησιμοποιήσει κατά τα έτη αυτά, τα οποία αποτελούν την περίοδο αναφοράς.
Το νομικό πλαίσιο
Η νομοθεσία της Ένωσης
3
Τα σημεία 1 και 2 της ρήτρας 4 της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία μερικής απασχόλησης, με τίτλο «Αρχή της μη διάκρισης», έχουν ως εξής:
«1.
Όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι με μερική απασχόληση δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται με τρόπο λιγότερο ευνοϊκό απ’ ό,τι οι συγκρίσιμοι εργαζόμενοι με πλήρη απασχόληση για τον λόγο και μόνον ότι εργάζονται με μερική απασχόληση, εκτός και αν η διαφορετική τους μεταχείριση δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.
2.
Όπου κρίνεται αναγκαίο, εφαρμόζεται η αρχή pro rata temporis.»
4
Το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/88/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας (ΕΕ L 299, σ. 9), με τίτλο «Ετήσια άδεια», έχει ως εξής:
«1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να παρέχεται σε όλους τους εργαζομένους ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπουν οι εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές για την απόκτηση του σχετικού δικαιώματος και τη χορήγηση της άδειας.
2. Η ελάχιστη περίοδος ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών μπορεί να αντικαθίσταται από χρηματική αποζημίωση μόνον σε περίπτωση τερματισμού της εργασιακής σχέσης.»
Η γερμανική νομοθεσία
5
Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 3, του ομοσπονδιακού νόμου περί αδειών (Bundesurlaubsgesetz), της 8ης Ιανουαρίου 1963 (BGBl. 1963, σ. 2, στο εξής: BUrlG), «η διάρκεια της ετήσιας άδειας είναι τουλάχιστον 24 εργάσιμες ημέρες».
6
Κατά το άρθρο 11, παράγραφος 1, του εν λόγω ομοσπονδιακού νόμου:
«Το επίδομα αδείας υπολογίζεται βάσει της μέσης αμοιβής του εργαζομένου κατά τις δεκατρείς τελευταίες εβδομάδες πριν την έναρξη της άδειας, εξαιρουμένης της επιπλέον αμοιβής που καταβάλλεται για υπερωρίες. [...]»
7
Το άρθρο 26, παράγραφος 1, της συλλογικής συμβάσεως για τους δημοσίους υπαλλήλους των ομόσπονδων κρατών (Tarifvertrag für den öffentlichen Dienst der Länder), της 12ης Οκτωβρίου 2006, όπως έχει τροποποιηθεί με την τροποποιητική σύμβαση αριθ. 4, της 2ας Ιανουαρίου 2012, έχει ως εξής:
«Κάθε ημερολογιακό έτος, οι εργαζόμενοι δικαιούνται άδεια με’ αποδοχών (άρθρο 21). Εφόσον η εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας κατανέμεται σε πέντε ημερολογιακές ημέρες της εβδομάδας, το ετήσιο δικαίωμα αδείας ορίζεται σε 26 ημέρες έως τη συμπλήρωση του τριακοστού έτους της ηλικίας, σε 29 εργάσιμες ημέρες έως τη συμπλήρωση του τεσσαρακοστού έτους της ηλικίας και σε 30 εργάσιμες ημέρες μετά τη συμπλήρωση του τεσσαρακοστού έτους της ηλικίας.
Εργάσιμες ημέρες είναι όλες οι ημερολογιακές ημέρες κατά τις οποίες οι εργαζόμενοι έχουν ή είχαν την υποχρέωση να εργάζονται, σύμφωνα με το πρόγραμμα εργασίας του προσωπικού ή τη συνήθη πρακτική της επιχειρήσεως [...] Εφόσον η διάρκεια της εργασίας κατανέμεται διαφορετικά, και όχι σε πέντε ημέρες, η διάρκεια της άδειας αυξάνεται ή μειώνεται αναλόγως. Εάν από τον υπολογισμό των ημερών αδείας προκύπτει τουλάχιστον μισή ημέρα άδειας, η ημέρα αυτή θεωρείται πλήρης ημέρα άδειας. Δεν λαμβάνονται υπόψη κλάσματα μικρότερα της μισής ημέρας άδειας. [...]»
8
Η γερμανική νομοθεσία δεν ρυθμίζει ρητώς το ζήτημα των συνεπειών της μεταβολής του χρόνου εργασίας όσον αφορά τη μη ληφθείσα άδεια.
9
Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του νόμου περί μερικής απασχόλησης και συμβάσεων ορισμένου χρόνου, της 21ης Δεκεμβρίου 2000, ορίζει:
«Δεν επιτρέπεται η λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση του εργαζομένου μερικής απασχόλησης, σε σχέση με τον εργαζόμενου πλήρους όμοιας απασχόλησης, εκτός αν υπάρχουν αντικειμενικοί λόγοι που δικαιολογούν τη διαφορετική μεταχείριση. Ο εργαζόμενος μερικής απασχόλησης δικαιούται αμοιβή ή άλλη διαιρετή παροχή σε χρήμα αντίστοιχη προς την αναλογία της διάρκειας εργασίας του σε σχέση με τη διάρκεια εργασίας του εργαζομένου πλήρους όμοιας απασχόλησης.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
10
Η B. Brandes ήταν εργαζόμενη πλήρους απασχόλησης στο Land Niedersachsen δυνάμει συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία είχε συναφθεί το 2009.
11
Το 2010 απαγορεύθηκε λόγω εγκυμοσύνης στη B. Brandes να εργάζεται έως τον τοκετό, στις 22 Δεκεμβρίου 2010. Μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας, στις 17 Φεβρουαρίου 2011, έλαβε γονική άδεια, η οποία έληξε στις 21 Δεκεμβρίου 2011.
12
Από τις 22 Δεκεμβρίου 2011, η B. Brandes, βάσει συμβάσεως μεταξύ αυτής και του Land Niedersachsen, εργάζεται με μερική απασχόληση, τρεις εργάσιμες ημέρες ανά εβδομάδα.
13
Δεν αμφισβητείται ότι, λόγω της απαγορεύσεως να εργάζεται, εξαιτίας της εγκυμοσύνης της, της άδειας μητρότητας που ακολούθησε και, εν συνεχεία, της γονικής άδειας, η B. Brandes είχε το 2010 και το 2011 22 ημέρες και 7 ημέρες υπόλοιπο ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών αντιστοίχως, υπολογιζόμενο βάσει της εργασίας πλήρους απασχόλησης.
14
Στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης ενώπιον του Arbeitsgericht Nienburg, η B. Brandes ζητεί να αναγνωριστεί ότι δικαιούται τις προαναφερθείσες 29 ημέρες άδειας μετ’ αποδοχών, τις οποίες είχε συγκεντρώσει όταν εργαζόταν με πλήρη απασχόληση.
15
Το Land Niedersachsen αρνήθηκε το αίτημα αυτό, επικαλούμενο την απόφαση του Bundesarbeitsgericht της 28ης Απριλίου 1998, από την οποία προκύπτει ότι, σε περίπτωση μεταβολής του χρόνου εργασίας, το υπόλοιπο της μη ληφθείσας άδειας προσαρμόζεται αντίστοιχα προς την αναλογία του νέου προς τον παλαιό αριθμό ημερών εργασίας. Συνεπώς, κατά το Land, η B. Brandes έχει 17 ημέρες υπόλοιπο άδειας, ήτοι 29 ημέρες, διαιρούμενες διά του πέντε και πολλαπλασιαζόμενες επί 3, δηλαδή 17,4 συνολικά και 17 ημέρες κατόπιν στρογγυλοποίησης.
16
Το Land Niedersachsen προβάλλει, μεταξύ άλλων, ότι ο υπολογισμός αυτός των ημερών αδείας κατ’ αναλογία προς τον αριθμό των ημερών εργασίας έχει ουδέτερο αποτέλεσμα όσον αφορά τη διάρκεια της άδειας που δικαιούται η B. Brandes στον βαθμό που, εκφραζόμενη σε εβδομάδες άδειας, η διάρκεια της άδειας παραμένει αμετάβλητη. Συναφώς, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι, υπό το νέο καθεστώς εργασίας μερικής απασχόλησης, η ενδιαφερόμενη μπορεί να έχει μια εβδομάδα άδειας λαμβάνοντας λιγότερες ημέρες άδειας. Αντιθέτως, αν ο αριθμός των ημερών άδειας δεν υπολογιστεί κατ’ αναλογία προς τις ημέρες εργασίας, η B. Brandes θα μπορεί να λάβει περισσότερες εβδομάδες άδειας, από αυτές που θα δικαιούνταν, εάν συνέχιζε να εργάζεται με πλήρη απασχόληση, αποκτώντας έτσι αδικαιολόγητο πλεονέκτημα σε σχέση με έναν εργαζόμενο πλήρους απασχόλησης.
17
Κατά το Land Niedersachsen, η διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί το αιτούν δικαστήριο διαφέρει από την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 22ας Απριλίου 2010, C-486/08, Zentralbetriebsrat der Landeskrankenhäuser Tirols (Συλλογή 2010, σ. I-3527), στον βαθμό που η δεύτερη αφορούσε κανόνα βάσει του οποίου η άδεια εκφραζόταν σε ώρες. Ωστόσο, ενώ, λόγω του ότι η περίοδος αναφοράς εκφράζεται σε εβδομάδες, ο εργαζόμενος δεν υφίσταται εν προκειμένω απώλειες όσον αφορά την άδεια που δικαιούται, πράγμα που δεν συνέβαινε στην προαναφερθείσα υπόθεση, διότι, προκειμένου περί αδειών εκφραζόμενων σε ώρες, οποιαδήποτε μεταβολή του χρόνου εργασίας επηρεάζει άμεσα τη διάρκεια της άδειας.
18
Το Arbeitsgericht Nienburg είναι πεπεισμένο ότι από την προπαρατεθείσα απόφαση Zentralbetriebsrat der Landeskrankenhäuser Tirols προκύπτει ότι η prorata προσαρμογή της μη ληφθείσας ετήσιας άδειας που δικαιούται εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης, προσαρμογή όπως αυτή στην οποία προτίθεται να προβεί το Land Niedersachsen, παραβιάζει τη νομοθεσία της Ένωσης. Το εν λόγω δικαστήριο κρίνει, μεταξύ άλλων, ότι η προσαρμογή αυτή συνεπάγεται δυσμενή διάκριση μεταξύ των εργαζομένων πλήρους απασχόλησης και των εργαζομένων μερικής απασχόλησης, κατά παράβαση της ρήτρας 4 της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία μερικής απασχόλησης.
19
Όσον αφορά το επιχείρημα του Land Niedersachsen το οποίο παρατίθεται στη σκέψη 16 της παρούσας διατάξεως, το Arbeitsgericht Nienburg κρίνει ότι το επιχείρημα αυτό στηρίζεται σε σύγχυση της έννοιας «άδεια» με την έννοια «απουσία από την επιχείρηση». Το εν λόγω δικαστήριο επισημαίνει ακόμη ότι η απόρριψη της θέσεως περί μειώσεως της άδειας μετ’ αποδοχών που έχει συσσωρευτεί κατά το προγενέστερο διάστημα, κατ’ ορθή ερμηνεία, στηρίζεται σε δύο πτυχές, δηλαδή τη διάρκεια της άδειας και το επίδομα άδειας.
20
Έχοντας, ειδικότερα, υπόψη του τη νομολογία του Bundesarbeitsgericht, για την οποία γίνεται λόγος στη σκέψη 15 της παρούσας διατάξεως, το Arbeitsgericht Nienburg κρίνει, παρά ταύτα, ότι είναι απαραίτητο να ζητηθούν από το Δικαστήριο διευκρινίσεις ως προς τα ζητήματα αυτά.
21
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Amtsgericht Nienburg αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Προσκρούουν στο εφαρμοστέο δίκαιο της Ένωσης, και ειδικότερα στη ρήτρα 4, [σημεία] 1 και 2, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία μερικής απασχόλησης […], διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας ή συλλογικών συμβάσεων, ή πρακτικές κατά τις οποίες, σε περίπτωση μεταβολής του αριθμού των ημερών εβδομαδιαίας εργασίας ενός εργαζομένου, λόγω μεταβολής της σχέσεως εργασίας, το υπόλοιπο κανονικής άδειας που δικαιούται ο εργαζόμενος για την περίοδο αναφοράς πρέπει να προσαρμοστεί κατά τρόπον ώστε, ενώ δεν έχει μεταβληθεί η εκφραζόμενη σε εβδομάδες διάρκεια της κανονικής άδειας, η εκφραζόμενη σε ημέρες κανονική άδεια να αντιστοιχεί στον νέο αριθμό ημερών εβδομαδιαίας εργασίας;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
22
Κατά το άρθρο 99 του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν ερώτημα που υποβάλλεται με αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι ταυτόσημο με ερώτημα επί του οποίου το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί, όταν η απάντηση σε τέτοιο ερώτημα μπορεί να συναχθεί σαφώς από τη νομολογία ή όταν δεν υπάρχει καμία εύλογη αμφιβολία ως προς την απάντηση που προσήκει στο υποβληθέν με αίτηση προδικαστικής αποφάσεως ερώτημα, το Δικαστήριο, κατόπιν προτάσεως του εισηγητή δικαστή και αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, μπορεί οποτεδήποτε να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη.
23
Η δικονομική αυτή διάταξη πρέπει να εφαρμοσθεί στην υπό κρίση υπόθεση.
24
Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, εάν το εφαρμοστέο εν προκειμένω δίκαιο της Ένωσης, ιδίως η ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία μερικής απασχόλησης, απαγορεύει διατάξεις ή πρακτικές που ισχύουν σε εθνικό επίπεδο, όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης, κατά τις οποίες ο αριθμός των ημερών ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών που ο εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης δεν μπόρεσε να λάβει κατά την περίοδο αναφοράς πρέπει, λόγω της μεταβολής της σχέσεως εργασίας του εν λόγω εργαζομένου σε μερικής απασχόλησης, να μειωθεί κατ’ αναλογία προς τη διαφορά μεταξύ των ημερών εβδομαδιαίας εργασίας πριν και μετά τη μεταβολή της σχέσεως εργασίας σε μερικής απασχόλησης.
25
Μολονότι το αιτούν δικαστήριο περιόρισε τυπικά την αίτησή του για την έκδοση προδικαστικής απόφασης στην ερμηνεία της ρήτρας 4 της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία μερικής απασχόλησης, το γεγονός αυτό δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να παράσχει στο εν λόγω δικαστήριο όλα τα στοιχεία ερμηνείας του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ενδέχεται να είναι χρήσιμα για την έκδοση απόφασης στην υπόθεση της οποίας έχει επιληφθεί, ανεξαρτήτως του αν το αιτούν δικαστήριο έχει αναφερθεί σε αυτά με το ερώτημα που έχει διατυπώσει (βλ., συναφώς, προπαρατεθείσα απόφαση Zentralbetriebsrat der Landeskrankenhäuser Tirols, σκέψη 49 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Εξάλλου, το αιτούν δικαστήριο αναφέρθηκε, με το ερώτημά του, στο εφαρμοστέο δίκαιο της Ένωσης εν γένει.
26
Πάντως, επισημαίνεται εξαρχής ότι στις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης που είναι χρήσιμες για την απάντηση στο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου περιλαμβάνεται, ειδικότερα, όπως ορθώς ανέφεραν τόσο η B. Brandes όσο και η Γερμανική Κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/88 σχετικά με το δικαίωμα ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών.
27
Όπως προκύπτει από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, την οποία παραθέτει, άλλωστε, και το αιτούν δικαστήριο, το δικαίωμα του εργαζόμενου σε ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών αποτελεί αρχή του κοινωνικού δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και έχει ιδιαίτερη σημασία (βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσα απόφαση Zentralbetriebsrat der Landeskrankenhäuser Tirols, σκέψη 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
28
Ομοίως, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως τονίσει ότι το δικαίωμα του εργαζομένου σε ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών, ως αρχή του κοινωνικού δικαίου της Ένωσης, κατοχυρώνεται ρητώς στο άρθρο 31, παράγραφος 2, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος, δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 1, ΣΕΕ, έχει το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2012, C-229/11 και C-230/11, Heimann και Toltschin, σκέψη 22 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
29
Από την εν λόγω νομολογία προκύπτει εξάλλου ότι το δικαίωμα ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών δεν πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικώς (βλ., ιδίως, προπαρατεθείσες αποφάσεις Zentralbetriebsrat der Landeskrankenhäuser Tirols, σκέψη 29, καθώς και Heimann και Toltschin, σκέψη 23 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
30
Πάντως, όπως τονίζουν τόσο το αιτούν δικαστήριο όσο και η B. Brandes και η Επιτροπή, το Δικαστήριο έχει κρίνει, στο πλαίσιο αυτό, με τη σκέψη 32 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Zentralbetriebsrat der Landeskrankenhäuser Tirols, ότι η λήψη της ετήσιας άδειας σε χρόνο μεταγενέστερο της περιόδου αναφοράς δεν έχει καμία σχέση με τον χρόνο εργασίας που έχει συμπληρώσει ο εργαζόμενος κατά τη διάρκεια της μεταγενέστερης αυτής περιόδου και ότι, ως εκ τούτου, η μεταβολή, και συγκεκριμένα η μείωση, του χρόνου εργασίας λόγω μεταβολής της σχέσεως εργασίας από πλήρους απασχόλησης σε μερικής απασχόλησης δεν επιτρέπεται να οδηγεί σε μείωση των δικαιωμάτων ετήσιας άδειας τα οποία απέκτησε ο εργαζόμενος κατά τη διάρκεια της πλήρους απασχόλησής του.
31
Όσον αφορά τη ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία μερικής απασχόλησης, αρκεί, εν προκειμένω, να υπομνηστεί ότι, με τη σκέψη 33 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Zentralbetriebsrat der Landeskrankenhäuser Tirols, το Δικαστήριο τόνισε επίσης, σχετικά με την αρχή pro rata temporis που προβλέπεται στο σημείο 2 της ρήτρας αυτής, ότι η αρχή αυτή πρέπει βεβαίως να εφαρμόζεται στη χορήγηση ετήσιας άδειας στις περιόδους εργασίας μερικής απασχόλησης. Συγκεκριμένα, σε τέτοιες περιόδους, η μείωση των δικαιωμάτων ετήσιας άδειας σε σχέση με τα αντίστοιχα δικαιώματα που χορηγούνται για τις περιόδους εργασίας με πλήρη απασχόληση στηρίζεται σε αντικειμενικούς δικαιολογητικούς λόγους. Αντίθετα, η αρχή αυτή δεν επιτρέπεται να εφαρμόζεται εκ των υστέρων στο δικαίωμα ετήσιας άδειας που έχει αποκτηθεί κατά την περίοδο εργασίας πλήρους απασχόλησης.
32
Βάσει των προεκτεθέντων, το Δικαστήριο κατέληξε ότι ούτε από τις εφαρμοστέες διατάξεις της οδηγίας 2003/88 ούτε από τη ρήτρα 4, σημείο 2, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία μερικής απασχόλησης συνάγεται ότι η εθνική νομοθεσία μπορεί να προβλέπει, μεταξύ των προϋποθέσεων άσκησης του δικαιώματος ετήσιας άδειας, τη μερική απώλεια του δικαιώματος άδειας που έχει αποκτηθεί εκτός της περιόδου αναφοράς, με την υπόμνηση, ωστόσο, ότι τούτο ισχύει μόνον εάν ο εργαζόμενος δεν είχε πράγματι τη δυνατότητα να ασκήσει το δικαίωμα αυτό (προπαρατεθείσα απόφαση Zentralbetriebsrat der Landeskrankenhäuser Tirols, σκέψη 34).
33
Επί του προδικαστικού ερωτήματος που του υποβλήθηκε στο πλαίσιο της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση αυτή, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι αντιβαίνει στο εφαρμοστέο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και συγκεκριμένα στη ρήτρα 4, σημείο 2, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία μερικής απασχόλησης, διάταξη της εθνικής νομοθεσίας που προβλέπει ότι, σε περίπτωση μεταβολής του χρόνου εργασίας ενός εργαζόμενου, το υπόλοιπο της άδειάς του προσαρμόζεται κατά τρόπον ώστε ο εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης που καθίσταται εργαζόμενος μερικής απασχόλησης είτε να υφίσταται μείωση της ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών που έχει σωρεύσει, αλλά δεν μπόρεσε να λάβει κατά την περίοδο της πλήρους απασχόλησής του, είτε να μπορεί να κάνει χρήση της άδειας αυτής, αλλά με χαμηλότερο επίδομα άδειας (προπαρατεθείσα απόφαση Zentralbetriebsrat der Landeskrankenhäuser Tirols, σκέψη 35).
34
Όπως επισήμανε το ίδιο το αιτούν δικαστήριο και όπως επίσης προέβαλαν η B. Brandes και η Επιτροπή, από τα προεκτεθέντα στις σκέψεις 27 έως 33 της παρούσας διατάξεως συνάγεται προδήλως ότι ανάλογη απάντηση πρέπει να δοθεί στο ερώτημα που υποβλήθηκε στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως.
35
Συγκεκριμένα, δεν αμφισβητείται, εν προκειμένω, ότι η B. Brandes διαθέτει υπόλοιπο άδειας μετ’ αποδοχών, την οποία δεν μπόρεσε να χρησιμοποιήσει κατά τις κρίσιμες περιόδους αναφοράς, όταν εργαζόταν με πλήρη απασχόληση, λόγω της απαγορεύσεως εργασίας που της είχε επιβληθεί εξαιτίας της εγκυμοσύνης της και, εν συνεχεία, λόγω της άδειας μητρότητας και της γονικής άδειας που ακολούθησαν. Το αιτούν δικαστήριο, όπως και οι διάδικοι της κύριας δίκης, δέχονται εξάλλου ότι, εάν η B. Brandes εξακολουθούσε να εργάζεται με πλήρη απασχόληση μετά τη λήξη της γονικής άδειας, το υπόλοιπο της ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών που θα μπορούσε να μεταφέρει ήταν 29 ημέρες.
36
Υπό τις συνθήκες αυτές, όπως προκύπτει μεταξύ άλλων από την προπαρατεθείσα απόφαση Zentralbetriebsrat der Landeskrankenhäuser Tirols, της οποίας τα σημαντικότερα σημεία παρατίθενται στις σκέψεις 30 έως 33 της παρούσας διατάξεως, η μείωση του χρόνου εργασίας της B. Brandes, κατόπιν της μεταβολής της σχέσεως εργασίας της από πλήρους απασχόλησης σε μερικής απασχόλησης, δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια τη μερική μείωση εκ των υστέρων του υπολοίπου της ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών που δικαιούται, κατ’ εφαρμογήν του εθνικού κανόνα που αποτελεί αντικείμενο της υποθέσεως της κύριας δίκης, δεδομένου, ιδίως, ότι η μείωση αυτή δεν δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.
37
Όσον αφορά το επιχείρημα του Land Niedersachsen ότι η ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών που έχει σωρεύσει η B. Brandes δεν θα μειωθεί, δεδομένου ότι η διάρκεια της άδειας αυτής, εκφρασμένη σε εβδομάδες, θα είναι αμετάβλητη, ανεξαρτήτως του αν η σχέση εργασίας είναι πλήρους ή μερικής απασχόλησης, το επιχείρημα αυτό κρίνεται αβάσιμο, όπως επισήμαναν τόσο το αιτούν δικαστήριο όσο και η Επιτροπή.
38
Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι ένας εργαζόμενος μερικής απασχόλησης, ο οποίος εργάζεται συνήθως τρεις πλήρης ημέρες της εβδομάδας, απουσιάζει επί μια εβδομάδα από την επιχείρηση δεν σημαίνει, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει το Land Niedersachsen, ότι λαμβάνει το αντίστοιχο πέντε ημερών άδειας, διότι, δεδομένου ότι πρόκειται για άδεια σωρευθείσα κατά το διάστημα που εργαζόταν με πλήρη απασχόληση, οι ημέρες αυτές θεωρούνται πέντε πλήρεις ημέρες κατά τις οποίες ο ενδιαφερόμενος εργαζόμενος απαλλάσσεται από την υποχρέωση να εργαστεί, υποχρέωση την οποία θα υπείχε ελλείψει τέτοιας άδειας.
39
Πάντως, στο πλαίσιο πλέον της σχέσεως εργασίας μερικής απασχόλησης των τριών πλήρων ημερών εργασίας ανά εβδομάδα, είναι πρόδηλον ότι ο εργαζόμενος, για να λάβει μία «εβδομάδα» άδειας, χρειάζεται πλέον μόνον τρεις πλήρεις ημέρες απαλλαγής από την υποχρέωση να εργαστεί.
40
Απορριπτέο είναι και το ανάλογο επιχείρημα της Γερμανικής Κυβερνήσεως, το οποίο αυτή είχε επικαλεστεί και στο πλαίσιο της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Zentralbetriebsrat der Landeskrankenhäuser Tirols, ότι ο εθνικός κανόνας που αποτελεί αντικείμενο της κύριας δίκης δεν αντιβαίνει στο δίκαιο της Ένωσης, επειδή ο εργαζόμενος ο οποίος δεν είναι πλέον υποχρεωμένος να παρέχει εργασία όλες τις ημέρες της εβδομάδας δικαιούται λιγότερες ημέρες απαλλαγής από τις υποχρεώσεις του, ώστε να μην αυξηθεί ο χρόνος αναπαύσεώς του.
41
Το επιχείρημα είναι απόρροια συγχύσεως μεταξύ αναπαύσεως λόγω χρήσεως του δικαιώματος άδειας και αποχής από την εργασία κατά το διάστημα που ο εργαζόμενος δεν υποχρεούται να εργάζεται βάσει της σχέσεως εργασίας που τον συνδέει με τον εργοδότη του.
42
Βάσει των προεκτεθέντων, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το εφαρμοστέο εν προκειμένω δίκαιο της Ένωσης, ιδίως το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/88 και η ρήτρα 4, σημείο 2, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία μερικής απασχόλησης, απαγορεύει διατάξεις ή πρακτικές που ισχύουν σε εθνικό επίπεδο, όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης, κατά τις οποίες ο αριθμός των ημερών ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών που ο εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης δεν μπόρεσε λάβει κατά την περίοδο αναφοράς πρέπει, λόγω της μεταβολής της σχέσεως εργασίας του εν λόγω εργαζομένου σε μερικής απασχόλησης, να μειωθεί κατ’ αναλογία προς τη διαφορά μεταξύ των ημερών εβδομαδιαίας εργασίας πριν και μετά την εν λόγω μεταβολή.
Επί των δικαστικών εξόδων
43
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (ένατο τμήμα) αποφαίνεται:
Το εφαρμοστέο εν προκειμένω δίκαιο της Ένωσης, ιδίως το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/88/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας, και η ρήτρα 4, σημείο 2, της συμφωνίας-πλαισίου της 6ης Ιουνίου 1997 για την εργασία μερικής απασχόλησης, η οποία έχει ενσωματωθεί στο παράρτημα της οδηγίας 97/81/ΕΚ του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1997, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία μερικής απασχόλησης που συνήφθη από την UNICE, το CEEP και την CES, όπως έχει τροποποιηθεί με την οδηγία 98/23/ΕΚ του Συμβουλίου, της 7ης Απριλίου 1998, απαγορεύει διατάξεις ή πρακτικές που ισχύουν σε εθνικό επίπεδο, όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης, κατά τις οποίες ο αριθμός των ημερών ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών που ο εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης δεν μπόρεσε να λάβει κατά την περίοδο αναφοράς πρέπει, λόγω της μεταβολής της σχέσεως εργασίας του εν λόγω εργαζομένου σε μερικής απασχόλησης, να μειωθεί κατ’ αναλογία προς τη διαφορά μεταξύ των ημερών εβδομαδιαίας εργασίας πριν και μετά την εν λόγω μεταβολή.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy