ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 30ής Ιανουαρίου 2014 ( *1 )
«Αίτηση αναιρέσεως — Άρθρο 181 του Κανονισμού Διαδικασίας — Κοινοτικό σήμα — Διαδικασία ανακοπής — Αίτηση καταχωρίσεως κοινοτικού λεκτικού σήματος CLORALEX — Προγενέστερο εθνικό λεκτικό σήμα CLOROX — Κίνδυνος συγχύσεως — Κανονισμός (EΚ) 207/2009 — Άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ — Ανταναίρεση — Άρθρο 176 του Κανονισμού Διαδικασίας — Απαίτηση ασκήσεως της ανταναιρέσεως με χωριστό δικόγραφο»
Στην υπόθεση C‑422/12 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 12 Σεπτεμβρίου 2012,
Industrias Alen SA de CV, με έδρα τη Santa Catarina (Μεξικό), εκπροσωπούμενη από την A. Padial Martinez, abogada,
αναιρεσείουσα,
όπου οι λοιποί διάδικοι είναι οι
The Clorox Company, με έδρα το Oakland (Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής), εκπροσωπούμενη από τον S. Malynicz, barrister,
προσφεύγουσα πρωτοδίκως,
Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια, και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ), εκπροσωπούμενο από τον J. Crespo Carrillo,
καθού πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Ilešič, πρόεδρο τμήματος, C. G. Fernlund (εισηγητή), A. Ó Caoimh, C. Toader και E. Jarašiūnas, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M.Szpunar
γραμματέας: A. Calot Escobar
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη, σύμφωνα με το άρθρο 181 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1
Με την αίτηση αναιρέσεως η Industrias Alen SA de CV (στο εξής: Alen) ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 10ης Ιουλίου 2012, T‑135/11, Clorox κατά ΓΕΕΑ — Industrias Alen (CLORALEX) (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία ακυρώθηκε η απόφαση του τετάρτου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (σήματα, σχέδια, υποδείγματα) (ΓΕΕΑ) της 16ής Δεκεμβρίου 2010 (υπόθεση R 521/2009‑4), σχετικά με διαδικασία ανακοπής μεταξύ των The Clorox Company (στο εξής: Clorox) και Alen (στο εξής: επίμαχη απόφαση).
Το νομικό πλαίσιο
2
Ο κανονισμός (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ L 11, σ. 1), καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ L 78, σ. 1), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 13 Απριλίου 2009.
3
Το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 207/2009, το οποίο επιγράφεται «Σχετικοί λόγοι απαραδέκτου», ορίζει τα εξής:
«Κατόπιν ανακοπής του δικαιούχου προγενέστερου σήματος, το αιτούμενο σήμα δεν γίνεται δεκτό για καταχώρηση:
[...]
β)
εάν, λόγω του ταυτοσήμου του ή της ομοιότητας με το προγενέστερο σήμα και του ταυτοσήμου ή της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που προσδιορίζουν τα δύο σήματα, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης του κοινού της εδαφικής περιοχής στην οποία απολαύει προστασίας το προγενέστερο σήμα· ο κίνδυνος σύγχυσης περιλαμβάνει και τον κίνδυνο συσχέτισης με το προγενέστερο σήμα.»
4
Η διατύπωση του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 40/94 ήταν πανομοιότυπη με αυτή της αντίστοιχης διατάξεως του κανονισμού 207/2009.
Ιστορικό της διαφοράς
5
Στις 24 Σεπτεμβρίου 2004 η Alen υπέβαλε στο ΓΕΕΑ αίτηση καταχωρίσεως του λεκτικού σημείου «CLORALEX» ως κοινοτικού σήματος.
6
Τα προϊόντα για τα οποία ζητήθηκε η καταχώριση υπάγονται στις κλάσεις 3, «Λευκαντικά παρασκευάσματα και άλλες ουσίες για πλύσιμο· παρασκευάσματα για καθαρισμό, στίλβωση, αφαίρεση λίπους και απόξεση (παρασκευάσματα απόξεσης)· σαπούνια», και 5, «Απολυμαντικά (όχι για ανθρώπινη χρήση)», κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας σχετικά με τη διεθνή ταξινόμηση προϊόντων και υπηρεσιών με σκοπό την καταχώριση σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί (στο εξής: Διακανονισμός της Νίκαιας).
7
Στις 22 Μαρτίου 2006 η Clorox άσκησε ανακοπή κατά της καταχωρίσεως αυτού του σημείου ως κοινοτικού σήματος. Η ανακοπή βασίσθηκε στην ύπαρξη προγενέστερων σημάτων τα οποία κάλυπταν προϊόντα των κλάσεων 3 και 5, κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας, πανομοιότυπα με τα παρατιθέμενα στην εν λόγω αίτηση.
8
Με απόφαση της 16ης Μαρτίου 2009 το τμήμα ανακοπών του ΓΕΕΑ έκανε δεκτή την ανακοπή, καθόσον έκρινε ότι υπήρχε κίνδυνος συγχύσεως, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 40/94, μεταξύ του σημείου «CLORALEX» και του ελληνικού σήματος CLOROX, το οποίο είχε καταχωρισθεί στις 19 Ιανουαρίου 2004 για προϊόντα των κλάσεων 3 και 5 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας.
9
Στις 7 Μαΐου 2009 η Alen άσκησε προσφυγή κατά της συγκεκριμένης αποφάσεως ενώπιον του ΓΕΕΑ. Με την επίμαχη απόφαση το τέταρτο τμήμα προσφυγών του ΓΕΕΑ (στο εξής: τμήμα προσφυγών) ακύρωσε την προαναφερθείσα απόφαση του τμήματος ανακοπών και απέρριψε την ανακοπή στο σύνολό της. Το τμήμα προσφυγών έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι τα σημεία «CLOROX» και «CLORALEX», δεν είναι αρκούντως ομοειδή από οπτικής, φωνητικής ή εννοιολογικής απόψεως ώστε να υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως.
Η προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
10
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 4 Μαρτίου 2011, η Clorox άσκησε προσφυγή ζητώντας την ακύρωση της επίμαχης αποφάσεως.
11
Προς στήριξη της προσφυγής της η Clorox επικαλέσθηκε έναν και μοναδικό λόγο ακυρώσεως και συγκεκριμένα παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009. Προσήψε στο τμήμα προσφυγών ότι έκρινε ότι το στοιχείο «clor» έχει ασθενή διακριτικό χαρακτήρα και ότι, κατά συνέπεια, παρέλειψε να τον λάβει υπόψη κατά το στάδιο της συγκρίσεως των συγκρουόμενων σημείων.
12
Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε την προσφυγή και ακύρωσε την επίμαχη απόφαση.
13
Το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε, προκαταρκτικώς, τις αρχές της νομολογίας του Δικαστηρίου σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009. Επισήμανε, μεταξύ άλλων, στη σκέψη 17 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, ο κίνδυνος συγχύσεως πρέπει να εκτιμάται συνολικώς, αναλόγως του τρόπου με τον οποίο το ενδιαφερόμενο κοινό αντιλαμβάνεται τόσο τα σχετικά σημεία όσο και τα οικεία προϊόντα ή υπηρεσίες και λαμβανομένων υπόψη όλων των χαρακτηριστικών στοιχείων της συγκεκριμένης περιπτώσεως, ιδίως δε της αμφίδρομης σχέσεως μεταξύ της ομοιότητας των σημείων και της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που αυτά προσδιορίζουν. Εν συνεχεία, διευκρίνισε, στη σκέψη 18 της εν λόγω αποφάσεως, ότι ο κίνδυνος συγχύσεως προϋποθέτει το πανομοιότυπο ή την ομοιότητα των συγκρουόμενων σημάτων και το πανομοιότυπο ή την ομοιότητα των προσδιοριζόμενων προϊόντων ή υπηρεσιών. Τέλος, στις σκέψεις 19 και 20 της εν λόγω αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε ότι, στο πλαίσιο της σφαιρικής εκτιμήσεως του κινδύνου συγχύσεως, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο μέσος, εν προκειμένω Έλληνας, καταναλωτής της οικείας κατηγορίας προϊόντων, ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος, διευκρινίζοντας ταυτοχρόνως ότι το επίπεδο προσοχής του μέσου καταναλωτή ποικίλλει αναλόγως της κατηγορίας των επίμαχων προϊόντων ή υπηρεσιών.
14
Κατόπιν της διαπιστώσεως ότι τα μοναδικά επίδικα ζητήματα ήταν η σύγκριση των σημείων και η σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως, το Γενικό Δικαστήριο προέβη στην εξέτασή τους.
15
Όσον αφορά τη σύγκριση των σημείων, το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε, στη σκέψη 22 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τη νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία ο μέσος καταναλωτής αντιλαμβάνεται συνήθως το σήμα ως σύνολο και δεν επιδίδεται στην εξέταση των διαφόρων λεπτομερειών του. Εντούτοις, υπογράμμισε επιπλέον, στη σκέψη 27 της εν λόγω αποφάσεως, ότι ο καταναλωτής, ευρισκόμενος ενώπιον ενός λεκτικού σημείου, θα το αναλύσει σε λεκτικά στοιχεία τα οποία, γι’ αυτόν, υποδηλώνουν μια συγκεκριμένη έννοια ή ομοιάζουν προς λέξεις τις οποίες γνωρίζει. Το Γενικό Δικαστήριο επικύρωσε, στις σκέψεις 29 έως 31 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τη διαπίστωση εκ μέρους του τμήματος προσφυγών του διακριτικού χαρακτήρα του στοιχείου «clor», το οποίο είναι περιγραφικό ενός εκ των συστατικών των προϊόντων που προσδιορίζονται από το σήμα του οποίου η καταχώριση ζητείται ή το οποίο ανήκει στην οικογένεια των προϊόντων καθαρισμού.
16
Το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε εν συνεχεία την αιτίαση της Clorox ότι το τμήμα προσφυγών έπρεπε να λάβει υπόψη τον ασθενή διακριτικό χαρακτήρα του στοιχείου «clor» αποκλειστικώς κατά το στάδιο της εκτιμήσεως του κινδύνου συγχύσεως. Επισήμανε, στη σκέψη 33 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Clorox εσφαλμένως επικαλέσθηκε τη σκέψη 42 της διατάξεως του Δικαστηρίου της 27ης Απριλίου 2006, C‑235/05 P, L’Oréal κατά ΓΕΕΑ, κατά την οποία ο διακριτικός χαρακτήρας του προγενέστερου σήματος στερείται λυσιτέλειας στο πλαίσιο συγκρίσεως των επίδικων σημείων, καθότι ο εν λόγω κανόνας αφορά τον διακριτικό χαρακτήρα του προγενέστερου σήματος στο σύνολό του, και όχι τον διακριτικό χαρακτήρα σημείου του προγενέστερου σήματος.
17
Εντούτοις, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στις σκέψεις 34 και 35 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως, δεν έπρεπε επίσης να αποκλεισθεί η συνεκτίμηση των περιγραφικών στοιχείων κατά την εξέταση της ομοιότητας των επίδικων σημείων, διότι ο ασθενής διακριτικός χαρακτήρας ενός στοιχείου σήματος δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη ότι το ενδιαφερόμενο κοινό δεν θα τον λάβει υπόψη. Το Γενικό Δικαστήριο απεφάνθη ότι τούτο ίσχυε εν προκειμένω, υπογραμμίζοντας, στη σκέψη 36 της εν λόγω αποφάσεως, ότι το κοινό στοιχείο «clor» είναι, σε μεγάλο βαθμό, καθοριστικής σημασίας όσον αφορά τη συνολική εντύπωση που προκαλούν τα δύο συγκρουόμενα σήματα. Κατά συνέπεια, συνήγαγε, στη σκέψη 37 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το τμήμα προσφυγών εσφαλμένως παρέβλεψε, υπό τις παρούσες περιστάσεις, το κοινό λεκτικό στοιχείο «clor», κατά τη σύγκριση των συγκρουόμενων σημείων.
18
Εν συνεχεία, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε αν το εν λόγω σφάλμα επηρέασε την εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως από το τμήμα προσφυγών.
19
Όσον αφορά την οπτική σύγκριση των συγκρουόμενων σημείων, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στη σκέψη 39 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, μεγάλη οπτική ομοιότητα την οποία, αντιθέτως προς ό,τι έκρινε το τμήμα προσφυγών, δεν μπορεί να αντισταθμίσει κατά τρόπο σημαντικό η υφιστάμενη μεταξύ των δύο σημάτων διαφορά. Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι αδίκως συνήγαγε το τμήμα προσφυγών το συμπέρασμα ότι υπήρχε ασθενής οπτική ομοιότητα.
20
Στη σκέψη 40 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε παρεμφερή διαπίστωση όσον αφορά τη φωνητική ομοιότητα.
21
Τέλος, στη σκέψη 41 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, αντιθέτως προς το τμήμα προσφυγών, ότι ο περιγραφικός χαρακτήρας της αναφοράς σε προϊόντα καθαρισμού περιέχοντα χλώριο δεν αποκλείει τη διαπίστωση της υπάρξεως εννοιολογικής ομοιότητας μεταξύ των συγκρουόμενων σημάτων.
22
Βάσει των ανωτέρω στοιχείων, το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε, στη σκέψη 42 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το συμπέρασμα ότι το τμήμα προσφυγών υπέπεσε σε σφάλματα κατά την εξέταση της οπτικής, ακουστικής και εννοιολογικής ομοιότητας των συγκρουόμενων σημάτων. Συνεπεία αυτών, εξέτασε την επίδραση των συγκεκριμένων σφαλμάτων στη σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως από το τμήμα προσφυγών, βασιζόμενο στη διαπίστωση ότι τα επίδικα σήματα εμφανίζουν μεσαίο βαθμό ομοιότητας από οπτικής και φωνητικής απόψεως και μεγάλη ομοιότητα από εννοιολογικής απόψεως.
23
Λαμβανομένης υπόψη της μεσαίου, ή ακόμη και μεγάλου, βαθμού ομοιότητας, το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε το συμπέρασμα, στη σκέψη 46 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι υπήρχε κίνδυνος συγχύσεως μεταξύ του σήματος η καταχώριση του οποίου ζητείται και του προγενέστερου σήματος, παρά το γεγονός ότι το προγενέστερο σήμα, εκτιμώμενο σφαιρικώς, δεν έχει ιδιαιτέρως διακριτικό χαρακτήρα. Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο έκανε δεκτό τον λόγο ακυρώσεως και ακύρωσε την επίμαχη απόφαση.
Αιτήματα των διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου
24
Με την αίτηση αναιρέσεως η Alen ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, να αναπέμψει τη διαφορά στο Γενικό Δικαστήριο και να καταδικάσει το ΓΕΕΑ στα δικαστικά έξοδα.
25
Το ΓΕΕΑ, με την ανταναίρεσή του, ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να απορρίψει την προσφυγή κατά της επίμαχης αποφάσεως ή να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο και να καταδικάσει την Clorox στα δικαστικά έξοδα.
26
Η Clorox ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει την Alen στα δικαστικά έξοδα.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
27
Κατά το άρθρο 181 του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι, εν όλω ή εν μέρει, προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη, το Δικαστήριο μπορεί, κατά πάσα στάση της δίκης, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως, εν όλω ή εν μέρει, με αιτιολογημένη διάταξη, τούτο δε χωρίς προφορική διαδικασία.
28
Στην υπό κρίση υπόθεση τυγχάνει εφαρμογής η συγκεκριμένη διάταξη.
29
Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως η Alen προβάλλει έναν και μόνο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος αφορά παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009.
30
Καταρχάς, η Alen υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη το περιγραφικό στοιχείο «clor» κατά τη σφαιρική σύγκριση των σημείων «CLOROX» και «CLORALEX», ενώ το κοινό αντιλαμβάνεται το στοιχείο αυτό ως αναφορά στο χλώριο και στο σήμα ως σύνολο.
31
H Alen υποστηρίζει ότι η ανάλυση του Γενικού Δικαστηρίου είναι παράλογη και εσφαλμένη. Διατείνεται ότι δεν μπορεί να υπάρξει κίνδυνος συγχύσεως μεταξύ δύο σημάτων τα μοναδικά ομοειδή στοιχεία των οποίων είναι περιγραφικά, εξαιρουμένου του τελευταίου γράμματός τους. Επιπλέον, η παρουσία περιγραφικών στοιχείων σε σήμα απαγορεύει την επίκληση από τον δικαιούχο του των στοιχείων αυτών κατά τρίτων σημάτων. Η Alen θεωρεί ότι η αντίστροφη λύση θα οδηγούσε στην παραχώρηση μονοπωλίου στον δικαιούχο του σήματος επί περιγραφικού σημείου. Πάντως, δεν μπορεί να παρακωλύσει τη χρήση ή την καταχώριση περιγραφικού στοιχείου ενός προϊόντος όπως το χλώριο [βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 6ης Ιουλίου 2004, T-117/02, Grupo El Prado Cervera κατά ΓΕΕΑ - Héritiers Debuschewitz (CHUFAFIT), Συλλογή 2004, σ. II-2073, σκέψεις 50 έως 53].
32
Δεύτερον, η Alen αμφισβητεί τις εκτιμήσεις του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με την οπτική, ηχητική και εννοιολογική σύγκριση των συγκρουόμενων σημείων.
33
Τρίτον, η Alen αμφισβητεί την εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως μεταξύ των συγκρουόμενων σημείων.
34
Η Alen εκτιμά καταρχάς ότι τέτοιου είδους κίνδυνος δεν υφίσταται, διότι:
—
η συνολική εντύπωση των δύο σημάτων είναι διαφορετική,
—
τα διακριτικά στοιχεία είναι διαφορετικά,
—
η «CLORALEX» είναι ένα διακριτικό σημείο που δεν πρέπει να συγχέεται με το «CLOROX» για τον λόγο ότι τα σημεία αυτά έχουν το ίδιο διακριτικό στοιχείο, και
—
το επίθεμα «alex» είναι κυρίαρχο σε σχέση με το επίθεμα «ox».
35
Περαιτέρω, η Alen υποστηρίζει ότι υπάρχουν πλείονα παραδείγματα άλλων σημάτων για τις κλάσεις 3 και 5 κατά την έννοια Διακανονισμού της Νίκαιας περιέχοντα το σημείο «clor».
36
Τέλος, η Alen υποστηρίζει ότι συνήψε δύο συμφωνίες συνυπάρξεως σημάτων με την Clorox, γεγονός που αποδεικνύει ότι η δεύτερη θεωρεί επίσης ότι δεν υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως μεταξύ των συγκρουόμενων σημάτων.
37
Εντούτοις, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, κατά το άρθρο 256, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται στα νομικά ζητήματα. Το Γενικό Δικαστήριο είναι αποκλειστικώς αρμόδιο να διαπιστώνει και να εκτιμά τα σχετικά πραγματικά περιστατικά, καθώς και να εκτιμά τα αποδεικτικά στοιχεία. Η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων δεν συνιστά συνεπώς, υπό την επιφύλαξη της ενδεχόμενης παραμορφώσεώς τους, νομικό ζήτημα υποκείμενο, αυτό καθεαυτό, στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 19ης Σεπτεμβρίου 2002, C-104/00 P, DKV κατά ΓΕΕΑ, Συλλογή 2002, σ. Ι-7561, σκέψη 22, και της 18ης Δεκεμβρίου 2008, C-16/06 P, Les Éditions Albert René κατά ΓΕΕΑ, Συλλογή 2008, σ. I-10053, σκέψη 68).
38
Συναφώς, σκόπιμο είναι να υπομνησθεί ότι στο πλαίσιο της εκτιμήσεως των ομοιοτήτων των συγκρουόμενων σημείων γίνεται μια ανάλυση πραγματικών περιστατικών, η οποία, υπό την επιφύλαξη της προαναφερθείσας περιπτώσεως παραμορφώσεως, δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου (απόφαση της 2ας Σεπτεμβρίου 2010, C-254/09 P, Calvin Klein Trademark Trust κατά ΓΕΕΑ, Συλλογή 2010, σ. I-7989, σκέψη 50). Πάντως, με τα επιχειρήματά του σχετικά με την έλλειψη ομοιότητας των συγκρουομένων σημείων από οπτικής, φωνητικής και εννοιολογικής απόψεως, η Alen αμφισβητεί απλώς την αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου, χωρίς να προβάλλει κάποια παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών ή του περιεχομένου των αποδεικτικών στοιχείων.
39
Πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι από τα άρθρα 256, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου καθώς και 112, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας, ως είχε κατά τον χρόνο ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να παραθέτει επακριβώς τα επικρινόμενα σημεία της διατάξεως ή της αποφάσεως της οποίας ζητείται η αναίρεση (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 4ης Ιουλίου 2000, C-352/98 P, Bergaderm και Goupil κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I-5291, σκέψη 34, καθώς και διάταξη της 23ης Οκτωβρίου 2009, C‑561/08 P και C‑4/09 P, Επιτροπή κατά Ποταμιανού και Ποταμιανός κατά Επιτροπής, σκέψη 58).
40
Τα επιχειρήματα της Alen σχετικά με τον παράλογο και εσφαλμένο χαρακτήρα της εκτιμήσεως του Γενικού Δικαστηρίου καθώς και την καταχώριση λεκτικών σημάτων περιλαμβανόντων το στοιχείο «clor» και την ύπαρξη συμβάσεων μεταξύ των Alen και Clorox δεν προσδιορίζουν επακριβώς τα επικρινόμενα σημεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ούτε την πλάνη περί το δίκαιο στην οποία φέρεται ότι υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο. Επομένως, πρέπει να απορριφθούν ως προδήλως απαράδεκτα.
41
Επομένως μόνον στον βαθμό που η αίτηση αναιρέσεως της Alen πληροί τις προϋποθέσεις που υπομνήσθηκαν στις σκέψεις 37 και 39 της παρούσας διατάξεως, πρέπει να ληφθεί απόφαση επί της ουσίας.
42
Συναφώς, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, κατά πάγια νομολογία, η σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως πρέπει, όσον αφορά την οπτική, φωνητική ή εννοιολογική ομοιότητα των επίμαχων σημάτων, να στηρίζεται στη συνολική εντύπωση που αυτά προκαλούν, λαμβανομένων υπόψη ιδίως των διακριτικών και κυρίαρχων στοιχείων τους (βλ. αποφάσεις της 11ης Νοεμβρίου 1997, C-251/95, SABEL, Συλλογή 1997, σ. I-6191, σκέψη 23, της 22ας Ιουνίου 1999, C-342/97, Lloyd Schuhfabrik Meyer, Συλλογή 1999, σ. I-3819, σκέψη 25, της 12ης Ιουνίου 2007, C-334/05 P, ΓΕΕΑ κατά Shaker, Συλλογή 2007, σ. I-4529, σκέψη 35, και της 3ης Σεπτεμβρίου 2009, C-498/07 P, Aceites del Sur-Coosur κατά Koipe, Συλλογή 2009, σ. I-7371, σκέψη 60).
43
Ειδικότερα, το Δικαστήριο έκρινε ότι η εκτίμηση της ομοιότητας μεταξύ δύο σημάτων δεν πρέπει να περιορίζεται στην εκτίμηση ενός μόνο από τα στοιχεία που συναποτελούν το σύνθετο σήμα και στη σύγκρισή του με το άλλο σήμα, αλλά κατά τη σύγκριση αυτή, τα επίμαχα σήματα πρέπει να εξετάζονται το καθένα ως ενιαίο σύνολο (βλ. απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2005, C-120/04, Medion, Συλλογή 2005, σ. I-8551, σκέψη 29, και προαναφερθείσες αποφάσεις ΓΕΕΑ κατά Shaker, σκέψη 41, και Aceites del Sur-Coosur κατά Koipe, σκέψη 61).
44
Ασφαλώς, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, στη συνολική εντύπωση που δημιουργεί ένα σύνθετο σήμα στη μνήμη του ενδιαφερόμενου κοινού ενδέχεται να κυριαρχούν ένα ή περισσότερα από τα στοιχεία που συναποτελούν το σήμα αυτό, με αποτέλεσμα το προέχον στοιχείο να αποτελεί το μοναδικό κριτήριο για την εκτίμηση της ομοιότητας μόνο στην περίπτωση που όλα τα άλλα συστατικά στοιχεία του σήματος είναι αμελητέα (βλ. προαναφερθείσα απόφαση ΓΕΕΑ κατά Shaker, σκέψεις 41 και 42, απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2007, C‑193/06 P, Nestlé κατά ΓΕΕΑ, σκέψεις 42 και 43, καθώς και προαναφερθείσα απόφαση Aceites del Sur-Coosur κατά Koipe, σκέψη 62). Εντούτοις, δεν μπορεί να συναχθεί από την εν λόγω νομολογία, η οποία αφορά εξαιρετικές καταστάσεις, το συμπέρασμα ότι μόνο το διακριτικό στοιχείο σήματος αποτελούμενου από ένα περιγραφικό στοιχείο και ένα διακριτικό στοιχείο είναι αποφασιστικής σημασίας για την εκτίμηση του κατά πόσον υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως (διάταξη της 15ης Ιανουαρίου 2010, C‑579/08 P, Messer Group κατά Air Products and Chemicals, σκέψη 72).
45
Πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι η διαπίστωση από το Γενικό Δικαστήριο της υπάρξεως κινδύνου συγχύσεως καταλήγει αποκλειστικώς στην προστασία συγκεκριμένου συνδυασμού στοιχείων, χωρίς, εντούτοις, να προστατεύει αυτοτελώς ένα περιγραφικό στοιχείο που αποτελεί μέρος του εν λόγω συνδυασμού (βλ., επ’ αυτού, προαναφερθείσα διάταξη Messer Group κατά Air Products and Chemicals, σκέψη 73).
46
Κατά συνέπεια, είναι προδήλως αβάσιμες οι αιτιάσεις της Alen όσον αφορά τη συνεκτίμηση περιγραφικού στοιχείου που περιλαμβάνεται στη σύνθεση του σημείου η καταχώριση του οποίου ζητείται.
47
Εκ των ανωτέρω, συνάγεται ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί εν μέρει ως προδήλως απαράδεκτη και εν μέρει ως προδήλως αβάσιμη.
Επί της ανταναιρέσεως
48
Επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, κατά το άρθρο 172 του Κανονισμού Διαδικασίας, που τέθηκε σε ισχύ την 1η Νοεμβρίου 2012, κάθε διάδικος της συγκεκριμένης ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου υποθέσεως που έχει συμφέρον να γίνει δεκτή ή να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως μπορεί να υποβάλει υπόμνημα επί της αιτήσεως αναιρέσεως εντός δύο μηνών από την επίδοσή της. Το άρθρο 176, παράγραφος 1, του εν λόγω Κανονισμού προβλέπει επιπλέον ότι οι διάδικοι που αναφέρονται στο άρθρο του 172 μπορούν να ασκήσουν ανταναίρεση εντός της ίδιας προθεσμίας με αυτή που προβλέπεται για την υποβολή του υπομνήματος επί της αιτήσεως αναιρέσεως. Τέλος, το άρθρο 176, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει ότι η ανταναίρεση ασκείται με χωριστό δικόγραφο, το οποίο διαφέρει από το υπόμνημα επί της αιτήσεως αναιρέσεως.
49
Εν προκειμένω, το ΓΕΕΑ κατέθεσε, στις 29 Νοεμβρίου 2012, στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, υπόμνημα τιτλοφορούμενο «Υπόμνημα επί της αιτήσεως αναιρέσεως» με το οποίο το ΓΕΕΑ δήλωσε ότι συμφωνούσε με τη συλλογιστική και τα αιτήματα της Alen.
50
Επιπλέον, στο ίδιο υπόμνημα, το ΓΕΕΑ προέβαλε τέσσερις επιπρόσθετους λόγους αναιρέσεως.
51
Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως αφορά πλάνη περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο αποφαινόμενο, στη σκέψη 35 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το στοιχείο «clor» καταλαμβάνει αυτοτελή θέση στη συνολική εντύπωση που προκαλούν τα συγκρουόμενα σήματα.
52
Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως αφορά την έλλειψη αιτιολογήσεως, καθόσον στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν επεξηγείται ο λόγος για τον οποίο το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το ενδιαφερόμενο κοινό δεν αντιλαμβάνεται τα επιθέματα «alex» και «ox» ως προσδίδοντα αυτά και μόνο διακριτικό χαρακτήρα στα συγκρουόμενα σημεία.
53
Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως αφορά παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών, καθόσον το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 37 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, επισήμανε ότι το τμήμα προσφυγών έσφαλε στον βαθμό που δεν έλαβε υπόψη την εκτίμηση του κοινού λεκτικού στοιχείου «clor» κατά τη σύγκριση των συγκρουόμενων σημείων. Η διαπίστωση αυτή του Γενικού Δικαστηρίου δεν συνάδει με τις σκέψεις 19 έως 22 της επίμαχης αποφάσεως, από τις οποίες προκύπτει ότι το τμήμα προσφυγών έλαβε όντως υπόψη το λεκτικό στοιχείο «clor» κατά τη σύγκριση των σημείων.
54
Ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως αφορά πλάνη περί το δίκαιο κατά την εξέταση της ομοιότητας των συγκρουόμενων σημείων. Το ΓΕΕΑ προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν προέβη σε σφαιρική εκτίμηση των συγκρουόμενων σημείων, προκειμένου να αξιολογήσει τον κίνδυνο συγχύσεως. Επιπλέον, το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως περιέχει αντιφάσεις, δεδομένου ότι, κατά τη σκέψη 39 της ως άνω αποφάσεως, υφίσταται μεγάλη οπτική ομοιότητα μεταξύ των συγκρουόμενων σημάτων και ότι, στη σκέψη 43 της εν λόγω αποφάσεως, τα συγκρουόμενα σήματα παρουσιάζουν απλώς «μεσαίου βαθμού ομοιότητα από οπτικής απόψεως». Σημεία με ασθενή διακριτικό χαρακτήρα θα μπορούσαν να προκαλέσουν αποκλειστικώς ασθενή κίνδυνο συγχύσεως. Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την καταχώριση του σήματος CLORALEX βασιζόμενο στο στοιχείο «clor», το οποίο είναι περιγραφικό, γεγονός που οδηγεί στην παραχώρηση μονοπωλίου στην Clorox επί του στοιχείου αυτού και απαγορεύει τη χρήση του από τρίτους για τον προσδιορισμό προϊόντων καθαριότητας.
55
Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι προαναφερθέντες τέσσερις λόγοι αποβλέπουν στην αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και διαφέρουν από τους προβληθέντες στην αίτηση αναιρέσεως, τους οποίους το ΓΕΕΑ συμμερίζεται, όπως δήλωσε στο υπόμνημα επί της αιτήσεως αναιρέσεως. Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ότι, με τους συγκεκριμένους λόγους αναιρέσεως, το ΓΕΕΑ άσκησε ανταναίρεση. Εν πάση περιπτώσει, η ανταναίρεση αυτή δεν ασκήθηκε με χωριστό δικόγραφο, διακριτό από το υπόμνημα επί της αιτήσεως αναιρέσεως. Επομένως, δεν πληροί την απαίτηση του άρθρου 176, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας. Κατά συνέπεια, η ανταναίρεση του ΓΕΕΑ πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως απαράδεκτη.
56
Από το σύνολο των προεκτεθέντων, προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως και η ανταναίρεση πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 181 του Κανονισμού Διαδικασίας.
Επί των δικαστικών εξόδων
57
Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, που εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, του ως άνω Κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Clorox είχε υποβάλει αίτημα για την καταδίκη της Alen στα δικαστικά έξοδα και η Alen ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά της έξοδα και στα δικαστικά έξοδα της Clorox.
58
Δεδομένου ότι και το ΓΕΕΑ ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά του έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) διατάσσει:
1)
Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως και την ανταναίρεση.
2)
Η Industrias Alen SA de CV φέρει τα δικαστικά της έξοδα και καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα της The Clorox Company.
3)
Το Γραφείο Εναρμόνισης στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ) φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική.
Full & Egal Universal Law Academy