ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ένατο τμήμα)
της 19ης Ιουνίου 2014 (*)
«Αίτηση αναιρέσεως — ΕΓΤΠΕ, ΕΓΤΕ και ΕΓΤΑΑ — Δαπάνες που αποκλείονται από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης — Δαπάνες που πραγματοποίησε η Ελληνική Δημοκρατία»
Στην υπόθεση C‑552/12 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 3 Δεκεμβρίου 2012,
Ελληνική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον Ι. Χαλκιά και την Ε. Λευθεριώτου, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
αναιρεσείουσα,
όπου ο έτερος διάδικος είναι η:
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις Ε. Τσερέπα-Lacombe και Α. Μαρκουλλή, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Safjan, πρόεδρο τμήματος, J. Malenovský και A. Prechal (εισηγήτρια), δικαστές,
γενική εισαγγελέας: E. Sharpston
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την απόφαση που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη, σύμφωνα με το άρθρο 181 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1 Με την αίτηση αναιρέσεως η Ελληνική Δημοκρατία ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης Ελλάδα κατά Επιτροπής (T‑215/10, EU:T:2012:521, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία αυτό απέρριψε την προσφυγή της με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως 2010/152/ΕΕ της Επιτροπής, της 11ης Μαρτίου 2010, περί εξαιρέσεως από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορισμένων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) και στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) (ΕΕ L 63, σ. 7, στο εξής: επίδικη απόφαση), καθόσον η απόφαση αυτή αποκλείει ορισμένες δαπάνες στις οποίες προέβη το ως άνω κράτος μέλος.
Το νομικό πλαίσιο
Η κανονιστική ρύθμιση περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών
2 Ο κανονισμός (EK) 1663/95 της Επιτροπής, της 7ης Ιουλίου 1995, για τη θέσπιση λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου όσον αφορά τη διαδικασία για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων (ΕΕ L 158, σ. 6), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (EK) 2245/1999 της Επιτροπής, της 22ας Οκτωβρίου 1999 (ΕΕ L 273, σ. 5), προβλέπει στο άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2, τα εξής:
«1. Σε περίπτωση που, μετά τη διεξαγωγή έρευνας, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι δαπάνες δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες, ανακοινώνει στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος τα αποτελέσματα των ελέγχων της και υποδεικνύει τα διορθωτικά μέτρα που θα πρέπει να ληφθούν προκειμένου να διασφαλιστεί στο μέλλον η τήρηση των προαναφερθέντων κανόνων.
[...]
2. Οι αποφάσεις που προβλέπονται στο άρθρο 5 παράγραφος 2 στοιχείο γ΄ του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 λαμβάνονται μετά την εξέταση οποιασδήποτε έκθεσης του οργάνου συμβιβασμού [...]».
Η ρύθμιση στον τομέα του βαμβακιού
3 Ο κανονισμός (EK) 1051/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για την ενίσχυση της βαμβακοπαραγωγής (ΕΕ L 148, σ. 3), προέβλεπε στο άρθρο 6 τα ακόλουθα:
«Θεσπίζεται εθνική εγγυημένη ποσότητα μη εκκοκκισμένου βαμβακιού, η οποία, για κάθε περίοδο εμπορίας, ισούται με:
– 782 000 τόνους για την Ελλάδα,
– 249 000 τόνους για την Ισπανία,
– 1 500 τόνους για καθένα από τα άλλα κράτη μέλη.»
4 Το άρθρο 7 του κανονισμού 1051/2001 προέβλεπε τους όρους υπό τους οποίους η τιμή στόχου, που καθοριζόταν στο άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού αυτού σε 106,30 ευρώ ανά 100 χιλιόγραμμα μη εκκοκκισμένου βαμβακιού, μειωνόταν σε περίπτωση υπερβάσεως των ποσοτήτων παραγωγής που ορίζονταν στο άρθρο 6 του ίδιου κανονισμού.
5 Κατά το άρθρο 17 του κανονισμού αυτού:
«1. Τα κράτη μέλη ορίζουν, για τον τομέα του βαμβακιού:
– τις δράσεις για βελτίωση του περιβάλλοντος, και ιδίως τις καλλιεργητικές τεχνικές που θα μπορούσαν να περιορίσουν τις αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον,
– τα ερευνητικά προγράμματα με στόχο την ανάπτυξη μεθόδων καλλιέργειας περισσότερο συμβατών με το περιβάλλον,
– τα μέσα για τη διάδοση μεταξύ των παραγωγών των πορισμάτων των ερευνών και των ευεργετικών συνεπειών των εν λόγω τεχνικών.
2. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα περιβαλλοντικά μέτρα, λαμβανομένης υπόψη της συγκεκριμένης κατάστασης των γεωργικών εκτάσεων βαμβακοπαραγωγής. Επιπλέον, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να υπενθυμίζουν στους παραγωγούς την ανάγκη τηρήσεως της περιβαλλοντικής νομοθεσίας.
3. Ακόμη, τα κράτη μέλη περιορίζουν, ενδεχομένως, τις εκτάσεις που είναι επιλέξιμες για ενίσχυση στην παραγωγή μη εκκοκκισμένου βαμβακιού, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων που καθορίζουν τα ίδια και τα οποία αναφέρονται:
– στη γεωργική οικονομία των περιφερειών για τις οποίες η παραγωγή βαμβακιού είναι σημαντική,
– στις εδαφοκλιματικές συνθήκες που επικρατούν στις εν λόγω εκτάσεις,
– στη διαχείριση των υδάτων άρδευσης,
– στις εναλλαγές καλλιεργειών και τις καλλιεργητικές τεχνικές που μπορούν να βελτιώσουν το περιβάλλον.
4. Πριν από την 31η Δεκεμβρίου 2004, η Ελληνική Δημοκρατία και το Βασίλειο της Ισπανίας διαβιβάζουν στην Επιτροπή έκθεση σχετικά με την περιβαλλοντική κατάσταση του τομέα του βάμβακα και τα αποτελέσματα των εθνικών μέτρων που ελήφθησαν σύμφωνα με τις παραγράφους 1, 2 και 3.»
6 Ο κανονισμός (EK) 1591/2001 της Επιτροπής, της 2ας Αυγούστου 2001, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος ενίσχυσης για το βαμβάκι (ΕΕ L 210, σ. 10), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (EK) 1486/2002 της Επιτροπής, της 19ης Αυγούστου 2002 (ΕΕ L 223, σ. 3, στο εξής: κανονισμός 1591/2001), περιλαμβάνει ένα άρθρο 4, με τίτλο «Υπολογισμός και καθορισμός της ενίσχυσης», του οποίου η παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ορίζει τα ακόλουθα:
«Η ποσότητα που είναι επιλέξιμη για το ποσό σε ευρώ ανά 100 χιλιόγραμμα που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο αντιστοιχεί στην ποσότητα μη εκκοκκισμένου βαμβακιού, υγιούς, ανόθευτης και σύμφωνης προς τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας, η οποία προέρχεται από τις εκτάσεις που δηλώθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 9 και δεν αποκλείονται από το καθεστώς ενίσχυσης δυνάμει του άρθρου 17, παράγραφος 3, του κανονισμού [...] 1051/2001, η οποία παραδόθηκε από τους παραγωγούς στις επιχειρήσεις εκκοκκισμού και για την οποία τηρούνται οι διατάξεις που προβλέπονται στα άρθρα 5, 6, 8, 10, 11 και 12.»
7 Κατά το άρθρο 10 του εν λόγω κανονισμού, με τίτλο «Συμβάσεις»:
«1. Το αργότερο κατά τη θέση υπό έλεγχο του μη εκκοκκισμένου βαμβακιού, το εκκοκκιστήριο καταθέτει, για κάθε παρτίδα, στον αρμόδιο οργανισμό μία ή περισσότερες συμβάσεις.
2. Η σύμβαση περιλαμβάνει τουλάχιστον:
[...]
γ) τη σχετική έκταση, εκφραζόμενη σε εκτάρια και εκατόμετρα [100 m²] με τον προσδιορισμό του ή των αγροτεμαχίου(-ων) σύμφωνα με το σύστημα αναγνώρισης των αγροτεμαχίων που προβλέπεται από το ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου [στο εξής: ΟΣΔΕ]·
[...]
ε) την ποσότητα που συγκομίζεται στην έκταση που αναφέρεται στο στοιχείο γ) η οποία αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης ή, αν η σύμβαση συνάπτεται πριν από τη συγκομιδή, τη δέσμευση του παραγωγού να παραδώσει και του αγοραστή να παραλάβει την ποσότητα που συγκομίζεται στην εν λόγω έκταση. Σε αυτήν την περίπτωση, η ποσότητα εκτιμάται από τα συμβαλλόμενα μέρη με βάση τις ιστορικές αποδόσεις που διαπιστώθηκαν στην εν λόγω περιοχή·
[...]».
8 Το άρθρο 13 του ίδιου του κανονισμού, με τίτλο «Έλεγχοι», προβλέπει στην παράγραφο 2 τα εξής:
«Σε περίπτωση παρατυπιών που αφορούν τη δήλωση εκτάσεων [...], με την επιφύλαξη της επιβολής των ποινών που προβλέπονται στο άρθρο 14, παράγραφος 3, η ενίσχυση χορηγείται για την ποσότητα βαμβακιού για την οποία πληρούνται όλοι οι άλλοι όροι.»
9 Το άρθρο 14 του κανονισμού 1591/2001, με τίτλο «Κυρώσεις», ορίζει στην παράγραφο 1 τα ακόλουθα:
«Τα κράτη μέλη καθορίζουν ποινές που εφαρμόζονται στις περιπτώσεις παράβασης των διατάξεων του παρόντος κανονισμού και λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν την εφαρμογή τους. Οι προβλεπόμενες ποινές πρέπει να είναι πραγματικές, [σύμφωνες με την αρχή της αναλογικότητας και να έχουν αποτρεπτικό χαρακτήρα]. [...]»
10 Το άρθρο 16 του κανονισμού 1591/2001, με τίτλο «Προσδιορισμός της εκτιμώμενης και πραγματικής παραγωγής», προβλέπει στην παράγραφο 3 τα εξής:
«Η πραγματική παραγωγή, η μείωση της τιμής στόχου που αναφέρεται στο άρθρο 7 του κανονισμού [...] 1051/2001, καθώς και, ενδεχομένως, η προσαύξηση της ενίσχυσης που προβλέπεται στο άρθρο 8 του εν λόγω κανονισμού θεσπίζονται πριν από τις 15 Ιουνίου της σχετικής περιόδου εμπορίας.
Η πραγματική παραγωγή που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο αντιστοιχεί στη συνολική παραγωγή μη εκκοκκισμένου βαμβακιού, υγιούς, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας, η οποία παράγεται στις εκτάσεις που δηλώθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 9 και δεν αποκλείονται από το καθεστώς ενίσχυσης δυνάμει του άρθρου 17, παράγραφος 3, του κανονισμού [...] 1051/2001, και η οποία παραδόθηκε από τους παραγωγούς στις επιχειρήσεις εκκοκκισμού.»
H ρύθμιση στον τομέα της βοήθειας στους απόρους
11 O κανονισμός (ΕΟΚ) 3149/92 της Επιτροπής, της 29ης Οκτωβρίου 1992, περί λεπτομερών κανόνων για τη χορήγηση τροφίμων προερχόμενων από τα αποθέματα παρέμβασης στους απόρους της Κοινότητας (ΕΕ L 313, σ. 50), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (EK) 1903/2004 της Επιτροπής, της 29ης Οκτωβρίου 2004 (ΕΕ L 328, σ. 77, στο εξής: κανονισμός 3149/92), προβλέπει στο άρθρο 3 τα ακόλουθα:
«1. Η περίοδος εκτέλεσης του σχεδίου διανομής αρχίζει την 1η Οκτωβρίου και λήγει στις 31 Δεκεμβρίου του επομένου έτους.
2. Οι εργασίες αφαίρεσης των προϊόντων από τα αποθέματα παρέμβασης, πραγματοποιούνται από την 1η Οκτωβρίου έως τις 31 Αυγούστου του επομένου έτους, με ρυθμό κανονικό και προσαρμοσμένο στις απαιτήσεις της εκτέλεσης του σχεδίου.
Το 70 % των ποσοτήτων [...] πρέπει να αφαιρούνται από τα αποθέματα πριν από την 1η Ιουλίου του έτους εκτέλεσης του σχεδίου. Η υποχρέωση αυτή ωστόσο δεν ισχύει για τις χορηγήσεις που αφορούν ποσότητες οι οποίες δεν υπερβαίνουν τους 500 τόνους. Οι ποσότητες που δεν έχουν αφαιρεθεί από τα αποθέματα παρέμβασης στις 30 Σεπτεμβρίου του έτους εκτέλεσης του σχεδίου δεν χορηγούνται πλέον στο προμηθευόμενο κράτος μέλος που έχει ορισθεί, στο πλαίσιο του εν λόγω σχεδίου.
[...]»
Το ιστορικό της διαφοράς και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
12 Με την επίδικη απόφαση η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απέκλεισε από τη χρηματοδότηση της Ένωσης, όσον αφορά την Ελληνική Δημοκρατία, το ποσό των 132 422 793,63 ευρώ για δαπάνες δηλωθείσες στους τομείς του βαμβακιού, της αγροτικής αναπτύξεως και της βοήθειας στους απόρους, για τα δημοσιονομικά έτη 2004 έως 2007.
13 Στον τομέα του βαμβακιού, στο πλαίσιο των οικονομικών ετών από το 2004 έως το 2006, επιβλήθηκε διόρθωση συνολικού ύψους 105 453 170,44 ευρώ, λόγω διαπιστωθεισών ελλείψεων του συστήματος ελέγχου, του ελέγχου των εκτάσεων και των γεωργοπεριβαλλοντικών μέτρων και λόγω της υπερβάσεως των ποσοτήτων που επέτρεπε η σχετική ρύθμιση.
14 Στον τομέα της αγροτικής αναπτύξεως, στο πλαίσιο των οικονομικών ετών 2005 και 2006, επιβλήθηκε διόρθωση συνολικού ποσού 18 523 716 ευρώ για τις δαπάνες που είχαν δηλωθεί για μέτρα αγροτικής αναπτύξεως σχετικά με τις επιφάνειες (μειονεκτικές ζώνες, γεωργοπεριβάλλον και αναδάσωση γεωργικής γης), λόγω συνεχιζόμενων ελλείψεων του ΟΣΔΕ, ελλείψεων στις εκθέσεις ελέγχου και καθυστερήσεων στη διενέργεια επιτοπίων ελέγχων.
15 Στον τομέα της βοήθειας στους απόρους, στο πλαίσιο των οικονομικών ετών 2005 έως 2007, επιβλήθηκε διόρθωση συνολικού ποσού 8 330 648,04 ευρώ, λόγω εκπρόθεσμης αποσύρσεως αποθεμάτων παρεμβάσεως και καθυστερημένης διανομής τροφίμων.
16 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 11 Μαΐου 2010 η Ελληνική Δημοκρατία άσκησε προσφυγή ακυρώσεως της επίδικης αποφάσεως καθόσον την αφορά και, προς στήριξη της προσφυγής αυτής, προέβαλε δέκα λόγους.
17 Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τους δέκα αυτούς λόγους και, κατά συνέπεια, την προσφυγή στο σύνολό της.
Τα αιτήματα των διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου
18 Με την αίτηση αναιρέσεως η Ελληνική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
19 Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη της Ελληνικής Δημοκρατίας στα δικαστικά έξοδα.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
20 Δυνάμει του άρθρου 181 του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι, εν όλω ή εν μέρει, προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη, το Δικαστήριο μπορεί κατά πάσα στάση της δίκης, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως με αιτιολογημένη διάταξη. Στην υπό κρίση υπόθεση πρέπει να γίνει χρήση της δυνατότητας αυτής.
21 Η Ελληνική Δημοκρατία προβάλλει επτά λόγους προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, οι οποίοι πρέπει να εξεταστούν διαδοχικά.
Επί του πρώτου λόγου
22 Με τον πρώτο λόγο η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το δίκαιο της Ένωσης, αφενός, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των άρθρων 6, 7 και 17 του κανονισμού 1051/2001 και 10, παράγραφοι 1 και 2, στοιχεία γ΄ και ε΄, του κανονισμού 1591/2001, καθώς και, αφετέρου, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογήσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και λόγω παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας.
23 Στο πλαίσιο του ως άνω λόγου, το κράτος μέλος αυτό αναφέρεται στις σκέψεις 40 έως 49 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με τις οποίες το Γενικό Δικαστήριο αιτιολόγησε τη διαπίστωσή του που περιλαμβάνεται στη σκέψη 39 της αποφάσεως αυτής. Κατά το Γενικό Δικαστήριο, αφενός, το ΟΣΔΕ παρουσίαζε ελλείψεις στην Ελλάδα όσον αφορά, ιδίως, την αναγνώριση των αγροτεμαχίων και την ποιότητα των επιτόπιων ελέγχων. Αφετέρου, απέρριψε τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας κατά τα οποία οι φερόμενες ως αμελητέες ελλείψεις που διαπιστώθηκαν δεν επηρέασαν την κανονικότητα των πληρωμών.
24 Πρώτον, η Ελληνική Δημοκρατία επικρίνει τη σκέψη 41 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όπου, κατ’ αυτήν, το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 6, 7 και 17 του κανονισμού 1051/2001 και 10, παράγραφοι 1 και 2, στοιχεία γ΄ και ε΄, του κανονισμού 1591/2001.
25 Στην ως άνω σκέψη 41 το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ως ακολούθως:
«Όσον αφορά το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας ότι οι έλεγχοι που πραγματοποιούνταν στην Ελλάδα, με τη μέθοδο της “ηρτημένης παραγωγής”, που καθοριζόταν ατομικά για κάθε παραγωγό, και η μέθοδος ελέγχου της αποδόσεως των καλλιεργουμένων εκτάσεων, που επιβαλλόταν σε όλους τους παραγωγούς, αφενός, απέτρεπαν το ενδεχόμενο να θεωρηθεί επιλέξιμο βαμβάκι άγνωστης προελεύσεως και, αφετέρου, παρείχαν τη δυνατότητα ελέγχου όλων των εκτάσεων, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, όταν κανονισμός προβλέπει ειδικά μέτρα ελέγχου, τα κράτη μέλη οφείλουν να τα εφαρμόζουν χωρίς να είναι αναγκαίο να κριθεί η βασιμότητα της απόψεώς τους ότι ένα διαφορετικό σύστημα ελέγχου θα ήταν αποτελεσματικότερο (βλ., επ’ αυτού, απόφαση του [Γενικού Δικαστηρίου, Ελλάδα κατά Επιτροπής, T‑33/07, EU:T:2009:195] και εκεί παρατιθέμενη νομολογία)».
26 Κατά την Ελληνική Δημοκρατία, η μέθοδος της «ηρτημένης παραγωγής», σύμφωνα με την οποία η παραγωγή προσδιορίζεται ατομικά για κάθε βαμβακοπαραγωγό βάσει ιστορικών, γεωπονικών και καλλιεργητικών στοιχείων, δεν είναι σύστημα ελέγχου διαφορετικό από εκείνο το οποίο προβλέπει η εφαρμοστέα ρύθμιση, στηριζόμενο αποκλειστικά στην εθνική πρωτοβουλία, όπως εσφαλμένως δέχεται το Γενικό Δικαστήριο, αλλά σύστημα ελέγχου που αποτελεί εφαρμογή των άρθρων 6, 7 και 17 του κανονισμού 1051/2001.
27 Εντούτοις, από απλή ανάγνωση των διατάξεων που επικαλείται η Ελληνική Δημοκρατία, ήτοι των άρθρων 6, 7 και 17 του κανονισμού 1051/2001 και 10, παράγραφοι 1 και 2, στοιχεία γ΄ και ε΄, του κανονισμού 1591/2001, προκύπτει ότι η μέθοδος της «ηρτημένης παραγωγής» δεν αποτελεί ειδικό μέτρο ελέγχου προβλεπόμενο από κάποια από τις διατάξεις αυτές. Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο δεν παρέβη τις εν λόγω διατάξεις προβαίνοντας στη διαπίστωση που περιλαμβάνεται στη σκέψη 41 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
28 Κατά τα λοιπά, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 32 και 33 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο, προβαίνοντας στις διαπιστώσεις στις οποίες αναφέρεται η Ελληνική Δημοκρατία στο πλαίσιο του πρώτου λόγου της, περιλαμβανομένης εκείνης που διαλαμβάνεται στη σκέψη 41 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, εφάρμοσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1201/89 της Επιτροπής, της 3ης Μαΐου 1989, περί λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος ενίσχυσης για το βαμβάκι (ΕΕ L 123, σ. 23), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (EK) 1740/97 της Επιτροπής, της 5ης Σεπτεμβρίου 1997 (ΕΕ L 244, σ. 1), καθώς και το άρθρο 9 του κανονισμού 1591/2001. Ωστόσο, η Ελληνική Δημοκρατία δεν διατείνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη τον κανονισμό αυτό ή το τελευταίο αυτό άρθρο.
29 Υπό τις συνθήκες αυτές, το επιχείρημα που στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 6, 7 και 17 του κανονισμού 1051/2001 καθώς και 10, παράγραφοι 1 και 2, στοιχεία γ΄ και ε΄, του κανονισμού 1591/2001 είναι προδήλως αβάσιμο.
30 Δεύτερον, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι οι εκτιμήσεις που περιλαμβάνονται στις σκέψεις 40 έως 49 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στερούνται επαρκούς αιτιολογίας, διότι το Γενικό Δικαστήριο δεν απάντησε ειδικά στα προβληθέντα ουσιώδη επιχειρήματα σχετικά με την αποτελεσματικότητα των διαφόρων ελέγχων που αυτή πραγματοποίησε.
31 Με το επιχείρημα αυτό, όμως, η Ελληνική Δημοκρατία καλεί, στην πραγματικότητα, το Δικαστήριο να προβεί σε νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων όσον αφορά την επάρκεια των ελέγχων που διενήργησε το κράτος μέλος αυτό.
32 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι από τα άρθρα 256, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ και 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο είναι μόνο αρμόδιο, αφενός, να διαπιστώσει τα πραγματικά περιστατικά, εκτός αν η ουσιαστική ανακρίβεια των διαπιστώσεών του απορρέει από τα έγγραφα της δικογραφίας που του υποβλήθηκαν, και, αφετέρου, να εκτιμήσει τα περιστατικά αυτά. Εφόσον το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ή εκτίμησε τα πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ασκήσει έλεγχο, δυνάμει του εν λόγω άρθρου 256 ΣΛΕΕ, επί του νομικού χαρακτηρισμού των περιστατικών αυτών και επί των νομικών συνεπειών τις οποίες συνήγαγε συναφώς το Γενικό Δικαστήριο (βλ., ιδίως, απόφαση Bavaria κατά Επιτροπής, C‑445/11 P, EU:C:2012:828, σκέψη 23 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
33 Επομένως, η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, με την επιφύλαξη της περιπτώσεως παραμορφώσεως των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, δεν αποτελεί νομικό ζήτημα υποκείμενο, ως τέτοιο, στον έλεγχο του Δικαστηρίου (βλ., ιδίως, απόφαση Bavaria κατά Επιτροπής, EU:C:2012:828, σκέψη 24 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
34 Δεδομένου ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν επικαλείται παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η επιχειρηματολογία της πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως απαράδεκτη.
35 Τρίτον, η Ελληνική Δημοκρατία αναφέρεται στις σκέψεις 43 έως 46 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, εκτιμώντας ότι, με αυτές, το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας. Κατ’ αυτήν, το Γενικό Δικαστήριο, ζητώντας να του προσκομιστούν έγγραφα στοιχεία όσον αφορά ένα σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των υπευθύνων για τους επιτόπιους ελέγχους υπηρεσιών, ενώ το σύστημα αυτό λειτουργεί ηλεκτρονικά, επέβαλε στο κράτος μέλος αυτό ένα υπερβολικό και αδικαιολόγητο βάρος.
36 Εντούτοις, η ως άνω επιχειρηματολογία στηρίζεται σε εσφαλμένη κατανόηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
37 Πράγματι, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 44 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι «η Επιτροπή ορθώς συνεπέρανε ότι οι ελληνικές αρχές, μολονότι ισχυρίστηκαν ότι υφίστατο επικοινωνία μεταξύ των [υπευθύνων για τους επιτόπιους ελέγχους] υπηρεσιών, ουδέποτε παρέσχον αντίγραφα σχετικών γραπτών εντολών ή εγγράφου σχετικού με τη διαβίβαση των αποτελεσμάτων των ελέγχων [...]», ενώ διαπίστωσε, στην προηγούμενη σκέψη της ίδιας αποφάσεως, ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν είχε παράσχει «καμία απόδειξη» όσον αφορά την ύπαρξη μιας τέτοιας επικοινωνίας.
38 Επομένως, για να απορρίψει την προαναφερθείσα επιχειρηματολογία, το Γενικό Δικαστήριο στηρίχθηκε στην έλλειψη κάθε αποδεικτικού στοιχείου, έγγραφης ή άλλης φύσεως, όσον αφορά την προβαλλόμενη από την Ελληνική Δημοκρατία ύπαρξη επικοινωνίας μεταξύ των εμπλεκομένων υπηρεσιών.
39 Κατά συνέπεια, το επιχείρημα που στηρίζεται σε παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας είναι προδήλως αβάσιμο.
40 Επομένως, ο πρώτος λόγος τον οποίο προβάλλει η Ελληνική Δημοκρατία προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
Επί του δευτέρου λόγου
41 Με τον δεύτερο λόγο η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το δίκαιο της Ένωσης, στηριζόμενο σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 17 του κανονισμού 1051/2001 και λόγω ανεπαρκούς ή/και αντιφατικής αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
42 Στο πλαίσιο του λόγου αυτού, το ως άνω κράτος μέλος αναφέρεται στις σκέψεις 63 και 68 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όπου το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα:
«63 Πράγματι, οι ελληνικές αρχές δεν προέβλεψαν κάποιον πρόσφορο μηχανισμό ελέγχου των περιβαλλοντικών μέτρων, αλλά περιορίστηκαν στον διοικητικό έλεγχο της μη υπερβάσεως της μέγιστης καθορισθείσας αποδόσεως για κάθε παραγωγό. Συναφώς, όπως ορθώς σημείωσε η Επιτροπή, σε περίπτωση μιας τέτοιας υπερβάσεως απλώς αποκλε[ίονταν] από το σχετικό καθεστώς ενισχύσεως οι υποβληθέντες σε αυτόματο έλεγχο παραγωγοί και η καθ’ υπέρβαση παραχθείσα ποσότητα, χωρίς την επιβολή προστίμου στους γεωργούς αυτούς.
[...]
68 Επομένως, και χωρίς τούτο να αποκλείει, όπως διατείνεται η Ελληνική Δημοκρατία, την αποτελεσματικότητα και τον ενδεχόμενο θετικό αντίκτυπο των μέτρων αυτών για το περιβάλλον, πράγμα το οποίο βεβαιώνεται, όπως αυτή προβάλλει, μεταξύ άλλων, με τη μείωση της καταναλώσεως λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων, γεγονός πάντως παραμένει ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν έθεσε σε εφαρμογή ένα σύστημα ελέγχου που να εξασφαλίζει την τήρηση των εν λόγω μέτρων εκ μέρους των παραγωγών.»
43 Πρώτον, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένως το άρθρο 17 του κανονισμού 1051/2001. Ισχυρίζεται ότι, καίτοι το άρθρο αυτό παρακινεί τα κράτη μέλη, στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας που τους απονέμει ο εν λόγω κανονισμός, να λαμβάνουν μέτρα που συμβάλλουν στη βελτίωση του περιβάλλοντος, ούτε η διάταξη αυτή ούτε κάποια άλλη διάταξη της εφαρμοστέας ρυθμίσεως επιβάλλει στα κράτη μέλη να θεσπίσουν καθεστώς άμεσων κυρώσεων.
44 Επ’ αυτού, πρέπει να σημειωθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε την ύπαρξη υποχρεώσεως των κρατών μελών να προβλέψουν σύστημα ελέγχου της τηρήσεως των περιβαλλοντικών μέτρων υπό την έννοια του άρθρου 17 του κανονισμού 1051/2001 και επιβολής κυρώσεων σε περίπτωση παραβάσεων των εν λόγω μέτρων όχι από το άρθρο αυτό, αλλά, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 65 και 66 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, από τα άρθρα 13, παράγραφος 2, και 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 1591/2001.
45 Η Ελληνική Δημοκρατία δεν εξηγεί, όμως, τον λόγο για τον οποίο, στηριζόμενο στις δύο τελευταίες διατάξεις, το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 17 του κανονισμού 1051/2001.
46 Υπό τις συνθήκες αυτές, το επιχείρημα που στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 17 του κανονισμού 1051/2001 είναι προδήλως αβάσιμο.
47 Δεύτερον, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε αντιφατική αιτιολογία, διότι υφίσταται αντίφαση μεταξύ της αναγνωρίσεως της αποτελεσματικότητας των μέτρων για το περιβάλλον, αφενός, και της αποδοχής ότι οι παραγωγοί δεν τα τηρούσαν, αφετέρου.
48 Συναφώς, αρκεί να σημειωθεί ότι το επιχείρημα αυτό είναι προδήλως αβάσιμο, διότι, χρησιμοποιώντας στη σκέψη 68 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως τη διατύπωση «χωρίς τούτο να αποκλείει [...] την αποτελεσματικότητα και τον ενδεχόμενο θετικό αντίκτυπο» των περιβαλλοντικών μέτρων που επικαλείτο η Ελληνική Δημοκρατία, το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε θέση επί του αν τα μέτρα αυτά ήταν όντως αποτελεσματικά.
49 Τρίτον, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το σύστημα ελέγχου και επιβολής κυρώσεων δεν ήταν κατάλληλο στηριζόμενο σε ανεπαρκή αιτιολογία. Ειδικότερα, το κράτος μέλος αυτό διατείνεται ότι δεν είναι ορθή η εκτίμηση ότι η μέθοδος της «ενδεικτικής ηρτημένης παραγωγής» δεν παρείχε τη δυνατότητα αποκλεισμού του ενδεχομένου χορηγήσεως ενισχύσεως και σε παραγωγούς που δεν συμμορφώνονταν με τα περιβαλλοντικά μέτρα.
50 Με το επιχείρημα αυτό, όμως, η Ελληνική Δημοκρατία καλεί, στην πραγματικότητα, το Δικαστήριο να προβεί σε νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων όσον αφορά την καταλληλότητα του συστήματος ελέγχου και επιβολής κυρώσεων σχετικά με τα περιβαλλοντικά μέτρα που θέσπισε το κράτος μέλος αυτό. Δεδομένου ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν επικαλείται παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, το επιχείρημα αυτό είναι προδήλως απαράδεκτο, όπως προκύπτει από την παρατιθέμενη στις σκέψεις 32 και 33 της παρούσας διατάξεως νομολογία.
51 Επομένως, ο δεύτερος λόγος τον οποίο προβάλλει η Ελληνική Δημοκρατία προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
Επί του τρίτου λόγου
52 Με τον τρίτο λόγο η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το δίκαιο της Ένωσης στηριζόμενο σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των κατευθυντήριων γραμμών περί των κατ’ αποκοπήν διορθώσεων και της αρχής της αναλογικότητας, καθώς και λόγω σχετικής ελλείψεως αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
53 Στο πλαίσιο του λόγου αυτού, η Ελληνική Δημοκρατία αναφέρεται, ειδικότερα, στη σκέψη 81 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όπου το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το ποσό που δεν αναγνώρισε η Επιτροπή, περιοριζόμενο στο 5 % των σχετικών δαπανών, δεν μπορούσε να λογίζεται ως υπερβολικό και δυσανάλογο.
54 Αμφισβητώντας όμως την εν λόγω σκέψη το κράτος μέλος αυτό απλώς διατείνεται ότι η ως άνω εκτίμηση πάσχει λόγω πλημμελούς αιτιολογίας «δεδομένων όλων όσων [είχε] αναπτύξει σχετικά με τους προηγουμένους λόγους ακυρώσεως».
55 Από τα άρθρα 256 ΣΛΕΕ, 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου και 112, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του Κανονισμού Διαδικασίας του προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να παραθέτει επακριβώς τα επικρινόμενα σημεία της αποφάσεως της οποίας ζητείται η αναίρεση, καθώς και τα νομικά επιχειρήματα που στηρίζουν κατά τρόπο συγκεκριμένο το αίτημα αυτό (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση British Aggregates κατά Επιτροπής, C‑487/06 P, EU:C:2008:757, σκέψη 121).
56 Ο τρίτος λόγος που προβάλλει η Ελληνική Δημοκρατία προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις αυτές. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως απαράδεκτος.
Επί του τετάρτου λόγου
57 Με τον τέταρτο λόγο η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το δίκαιο της Ένωσης, αφενός, στηριζόμενο σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 4, παράγραφος 2, και 16, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1591/2001, καθώς και των κανονισμών (EK) 1123/2004 της Επιτροπής, της 17ης Ιουνίου 2004, σχετικά με τον καθορισμό, για την περίοδο εμπορίας 2003/2004, της πραγματικής παραγωγής μη εκκοκκισμένου βαμβακιού καθώς και της μείωσης της τιμής στόχου που προκύπτει από αυτή (ΕΕ L 218, σ. 3), 905/2005 της Επιτροπής, της 16ης Ιουνίου 2005, για καθορισμό, για την περίοδο εμπορίας 2004/2005, της πραγματικής παραγωγής μη εκκοκκισμένου βαμβακιού, καθώς και της συνακόλουθης μείωσης της τιμής στόχου (ΕΕ L 154, σ. 3), και 871/2006 της Επιτροπής, της 15ης Ιουνίου 2006, σχετικά με τον καθορισμό, για την περίοδο εμπορίας 2005/2006, της πραγματικής παραγωγής μη εκκοκκισμένου βαμβακιού, καθώς και της συνακόλουθης μείωσης της τιμής στόχου (ΕΕ L 164, σ. 3), και, αφετέρου, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
58 Στο πλαίσιο του λόγου αυτού, η Ελληνική Δημοκρατία, που αναφέρεται, ειδικότερα, στις σκέψεις 86 έως 91, 94 και 97 έως 101 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν δέχθηκε την επιχειρηματολογία της, την οποία προέβαλε ενώπιον αυτού, ότι η επιλέξιμη ποσότητα μη εκκοκκισμένου βαμβακιού, για τις επίδικες περιόδους εμπορίας συμπίπτει με την πραγματική παραγωγή, όπως αυτή προσδιορίζεται στους εφαρμοστέους κανονισμούς, και ότι, επομένως, η συνολική πραγματική παραγωγή του μη εκκοκκισμένου βαμβακιού παρήχθη νομίμως και σύμφωνα με τους κανονισμούς 1051/2001 και 1591/2001, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι ήταν επιλέξιμη προς χορήγηση ενισχύσεως.
59 Κατά το κράτος μέλος αυτό, εφόσον το Γενικό Δικαστήριο, αναφερόμενο στους κανονισμούς 905/2005 και 871/2006, έκρινε ότι η αναγνωρισθείσα από την Ελληνική Δημοκρατία ως μη επιλέξιμη ποσότητα έπρεπε να προστεθεί στην αναγνωρισθείσα ως επιλέξιμη διότι ανταποκρινόταν στα κριτήρια του άρθρου 16, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1591/2001, αυτομάτως συνάγεται ότι ανταποκρινόταν και στα κριτήρια του άρθρου 4, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του τελευταίου αυτού κανονισμού, που προσδιορίζουν την επιλέξιμη ποσότητα.
60 Με την επιχειρηματολογία αυτή η Ελληνική Δημοκρατία αναφέρεται ειδικά στις σκέψεις 98 και 99 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στις οποίες το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε, όσον αφορά τους κανονισμούς 905/2005 και 871/2006, τα ακόλουθα:
«98 Όσον αφορά την περίοδο εμπορίας 2004/2005, από την τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 905/2005 προκύπτει ότι οι ελληνικές αρχές αναγνώρισαν ως επιλέξιμη για ενίσχυση ποσότητα 1 135 534 τόνων μη εκκοκκισμένου (σύσπορου) βαμβακιού, ενώ, κατά την έκτη αιτιολογική σκέψη και το άρθρο 1 του εν λόγω κανονισμού, η ελληνική πραγματική παραγωγή ανερχόταν σε 1 137 229 τόνους. Όπως σημείωσε η Επιτροπή με τα υπομνήματά της και όπως απορρέει από την τέταρτη και την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού, ποσότητα 34 142 τόνων μη εκκοκκισμένου βαμβακιού δεν είχε αναγνωριστεί από τις ίδιες τις ελληνικές αρχές ως επιλέξιμη για ενίσχυση και, επομένως, αφαιρέθηκε από την ενίσχυση, με εξαίρεση μια ποσότητα 1 644 τόνων της οποίας ο αποκλεισμός δεν κρίθηκε δικαιολογημένος, διότι πληρούσε τους όρους του άρθρου 16, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1591/2001. Συναφώς, κρίθηκε ότι η ποσότητα των 1 644 τόνων αποτελούσε μέρος της πραγματικής παραγωγής, αλλά ότι δεν ήταν επιλέξιμη, διότι είχε καταστραφεί από τις πλημμύρες και οι παραγωγοί είχαν αποζημιωθεί. Στη συνέχεια, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 15, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1051/2001 και λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων που παρέσχε η Ελληνική Δημοκρατία στην Επιτροπή, η ποσότητα μη εκκοκκισμένου βαμβακιού πολλαπλασιάστηκε με το 33 και διαιρέθηκε με το 32 προς προσδιορισμό της τελικής πραγματικής ποσότητας βαμβακιού, η οποία είναι επίσης εκείνη που ορίζει το άρθρο 1 του κανονισμού 905/2005, ήτοι 1 137 229 τόνοι.
99 Ομοίως, όσον αφορά την περίοδο εμπορίας 2005/2006, από την τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 871/2006 προκύπτει ότι η ποσότητα μη εκκοκκισμένου βαμβακιού που αναγνωρίστηκε προς χορήγηση ενισχύσεως από τις ελληνικές αρχές ήταν 1 122 445 τόνοι, ενώ, κατά την έκτη αιτιολογική σκέψη και το άρθρο 1 του εν λόγω κανονισμού, η πραγματική ποσότητα παραγωγής ήταν 1 124 714 τόνοι. Καθόσον η πραγματική ποσότητα παραγωγής που ορίζει ο κανονισμός 871/2006 και η ποσότητα για την οποία χορηγήθηκε ενίσχυση, κατά τη συνοπτική έκθεση, των 1 124 735 τόνων (μετά την επιδότηση), είναι μεγαλύτερες από την παραγωγή που κρίθηκε επιλέξιμη για την εν λόγω περίοδο εμπορίας, η Επιτροπή επέβαλε συναφώς εφάπαξ διόρθωση χωρίς να υποπέσει σε πλάνη.»
61 Όπως προκύπτει από τις διαπιστώσεις αυτές του Γενικού Δικαστηρίου, το οποίο στηρίχθηκε, συναφώς, στην αιτιολογική σκέψη 3 των κανονισμών 905/2005 και 871/2006, οι ίδιες οι ελληνικές αρχές αναγνώρισαν τις επιλέξιμες ενισχύσεως ποσότητες του μη εκκοκκισμένου βαμβακιού για τις περιόδους εμπορίας 2004/2005 (1 135 534 τόνοι) και 2005/2006 (1 122 445 τόνοι). Εντούτοις, το γεγονός ότι η πραγματική ποσότητα παραγωγής προσδιορίστηκε αργότερα, με τους κανονισμούς αυτούς, σε επίπεδο μεγαλύτερο από εκείνο της αναγνωρισθείσας από τις ελληνικές αρχές ως επιλέξιμης ποσότητας δεν μπορεί να έχει, καθαυτό, ως συνέπεια να μεταβάλει τη διαφορά μεταξύ των δύο αυτών ποσοτήτων σε επιλέξιμη για ενίσχυση ποσότητα, πράγμα το οποίο ουδέποτε είχε συμβεί προηγουμένως.
62 Πράγματι, αντιθέτως προς όσα διατείνεται η Ελληνική Δημοκρατία και όπως ορθώς υποστηρίζει η Επιτροπή, αφενός, από το άρθρο 4, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1591/2001, που καθορίζει την επιλέξιμη για ενίσχυση ποσότητα βαμβακιού, και, αφετέρου, από το άρθρο 16, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού αυτού, που καθορίζει την πραγματική ποσότητα παραγωγής, δεν μπορεί να συναχθεί ότι οι δύο προαναφερθείσες ποσότητες είναι όμοιες σε κάθε περίσταση. Πράγματι, όχι μόνον το γράμμα των διατάξεων αυτών δεν είναι το ίδιο, αλλά επίσης το ως άνω άρθρο 16, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, επιδιώκει, όπως προκύπτει, ιδίως, από το πρώτο εδάφιο της ίδιας παραγράφου 3, σκοπό διαφορετικό από τον καθορισμό της επιλέξιμης για ενίσχυση ποσότητας βαμβακιού. Επομένως, μια ποσότητα βαμβακιού δεν μπορεί να καθίσταται επιλέξιμη για ενίσχυση απλώς και μόνον επειδή αποτελεί μέρος της ποσότητας που προσδιορίζεται ως πραγματική παραγωγή και ανεξαρτήτως της πληρώσεως των προϋποθέσεων επιλεξιμότητας.
63 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο απορρίπτοντας το επιχείρημα της Ελληνικής Δημοκρατίας ότι η επιλέξιμη ποσότητα του μη εκκοκκισμένου βαμβακιού αντιστοιχεί, για τις επίμαχες περιόδους εμπορίας, στην πραγματική ποσότητα παραγωγής.
64 Επομένως, ο τέταρτος λόγος τον οποίο προβάλλει η Ελληνική Δημοκρατία προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμος.
Επί του πέμπτου λόγου
65 Με τον πέμπτο λόγο η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε τις δικονομικές εγγυήσεις άμυνας και ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πάσχει ανεπαρκή αιτιολογία. Αναφέρεται στις σκέψεις 105 έως 109 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στις οποίες το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι η διαφορά μεταξύ των ποσών των κατ’ αποκοπήν διορθώσεων που είχαν γνωστοποιηθεί στις ελληνικές αρχές κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εκκαθαρίσεως, αφενός, και εκείνων που περιλαμβάνονταν στη συνοπτική έκθεση και στην επίδικη απόφαση της Επιτροπής, αφετέρου, οφειλόταν σε απλό τυπογραφικό σφάλμα και ότι τα δικαιώματα άμυνας του κράτους μέλους αυτού δεν είχαν προσβληθεί.
66 Εντούτοις, προκειμένου να αμφισβητήσει τις ως άνω σκέψεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η Ελληνική Δημοκρατία περιορίζεται, στο σημείο 34 του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, σε επανάληψη της επιχειρηματολογίας την οποία προέβαλε με την προσφυγή της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
67 Δεν πληροί, όμως, την προϋπόθεση που υπενθυμίζεται στη σκέψη 55 της παρούσας διατάξεως αίτηση αναιρέσεως η οποία, χωρίς καν να περιλαμβάνει επιχειρηματολογία που να προσδιορίζει ειδικά την πλάνη περί το δίκαιο την οποία υποστηρίζεται ότι πάσχει η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, περιορίζεται σε επανάληψη των λόγων και των επιχειρημάτων που είχαν ήδη προβληθεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Πράγματι, μια τέτοια αίτηση αναιρέσεως συνιστά στην πραγματικότητα απλώς αίτημα επανεξετάσεως της προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, πράγμα το οποίο δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας (βλ., ιδίως, απόφαση Eurocoton κ.λπ. κατά Συμβουλίου, C‑76/01 P, EU:C:2003:511, σκέψη 47).
68 Επομένως, ο πέμπτος λόγος τον οποίο προβάλλει η Ελληνική Δημοκρατία προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως απαράδεκτος.
Επί του έκτου λόγου
69 Με τον έκτο λόγο η Ελληνική Δημοκρατία προβάλλει εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1663/1995 καθώς και ανεπαρκή ή/και αντιφατική αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
70 Πρώτον, η Ελληνική Δημοκρατία, που αναφέρεται, στο πλαίσιο του ως άνω λόγου, στις σκέψεις 119 και 131 έως 133 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο διότι, μολονότι δέχθηκε ότι προσβλήθηκαν τα διαδικαστικά δικαιώματα του κράτους μέλους αυτού, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το εν λόγω κράτος δεν είχε προσκομίσει κανένα συγκεκριμένο στοιχείο αποδεικνύον ότι η έκβαση της διαδικασίας θα μπορούσε να είναι διαφορετική αν δεν υφίστατο η ανωτέρω παρατυπία. Ειδικότερα, το Γενικό Δικαστήριο παρέβλεψε το γεγονός ότι η προσβολή των διαδικαστικών δικαιωμάτων αποτελεί, από μόνη της, παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας.
71 Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι ακολούθησε την πάγια νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 133 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, χωρίς ωστόσο να παρέχει την παραμικρή εξήγηση όσον αφορά τον λόγο για τον οποίο η νομολογία αυτή μπορεί να είναι εσφαλμένη.
72 Υπό τις συνθήκες αυτές, όπως προκύπτει από τη νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 55 της παρούσας διατάξεως, η επιχειρηματολογία του εν λόγω κράτους μέλους είναι προδήλως απαράδεκτη.
73 Δεύτερον, η Ελληνική Δημοκρατία αναφέρεται στις σκέψεις 169 και 172 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, που αποτελούν μέρος ενός αποσπάσματος αυτής όπου το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε την προβαλλόμενη από την Επιτροπή ύπαρξη ελλείψεων στις εκθέσεις ελέγχου και καθυστερήσεων στην πραγματοποίηση των επιτόπιων ελέγχων στον τομέα της αγροτικής αναπτύξεως.
74 Εντούτοις, προκειμένου να αμφισβητήσει τις εν λόγω σκέψεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η Ελληνική Δημοκρατία περιορίζεται, στα σημεία 40 έως 42 του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, σε επανάληψη των επιχειρημάτων που είχε προβάλει με την προσφυγή της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
75 Επομένως, όπως προκύπτει από τη νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 67 της παρούσας διατάξεως, η επιχειρηματολογία με την οποία η Ελληνική Δημοκρατία αμφισβητεί τις σκέψεις 169 και 172 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι προδήλως απαράδεκτη.
76 Κατά συνέπεια, ο έκτος λόγος που προβάλλει η Ελληνική Δημοκρατία προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
Επί του εβδόμου λόγου
77 Με τον έβδομο λόγο η Ελληνική Δημοκρατία προβάλλει εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 3149/92, ανεπαρκή ή/και αντιφατική αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων στον τομέα της δικονομικής ισότητας και της ίσης κατανομής του βάρους αποδείξεως, καθώς και πλημμέλεια της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, που έθιξε τα συμφέροντα του κράτους μέλους αυτού.
78 Πρώτον, η Ελληνική Δημοκρατία αναφέρεται στις σκέψεις 183 έως 186 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όπου το Γενικό Δικαστήριο, αφού εξέτασε την αλληλογραφία μεταξύ Επιτροπής και ελληνικών αρχών, διαπίστωσε ότι η Επιτροπή δεν είχε παράσχει συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις στο κράτος μέλος αυτό όσον αφορά το ότι δεν θα διενεργούνταν σε βάρος του δημοσιονομικές διορθώσεις λόγω καθυστερημένης αφαιρέσεως του ρυζιού από τα αποθέματα παρεμβάσεως και καθυστερημένης διανομής του ρυζιού αυτού.
79 Κατά το ως άνω κράτος μέλος, οι σκέψεις αυτές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως πάσχουν λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας, διότι το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ούτε το έγγραφο της Επιτροπής της 16ης Φεβρουαρίου 2005, με το οποίο, όσον αφορά το ρύζι, η τελευταία ενεθάρρυνε τις ελληνικές αρχές να συνεχίσουν το σχετικό σχέδιο, ούτε τη γνώμη του οργάνου συμβιβασμού.
80 Εντούτοις, αφενός, καθόσον αφορά τη γνώμη του οργάνου συμβιβασμού, η Ελληνική Δημοκρατία δεν εκθέτει τους λόγους για τους οποίους το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να λάβει υπόψη τη γνώμη αυτή στο πλαίσιο της εκτιμήσεώς του περί της υπάρξεως συγκεκριμένων διαβεβαιώσεων εκ μέρους της Επιτροπής προς τις εν λόγω αρχές.
81 Αφετέρου, όσον αφορά το εν λόγω έγγραφο της 16ης Φεβρουαρίου 2005, αρκεί να σημειωθεί ότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 182 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το έγγραφο αυτό ελήφθη όντως υπόψη από το Γενικό Δικαστήριο στο πλαίσιο της εξετάσεως της αλληλογραφίας μεταξύ Επιτροπής και ελληνικών αρχών.
82 Επομένως, το επιχείρημα που προβάλλει η Ελληνική Δημοκρατία, το οποίο στηρίζεται σε ανεπαρκή αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, είναι, εν πάση περιπτώσει, προδήλως αβάσιμο.
83 Δεύτερον, η Ελληνική Δημοκρατία, αναφερόμενη στις σκέψεις 197 έως 202 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, υποστηρίζει ότι οι εκτιμήσεις του Γενικού Δικαστηρίου που περιλαμβάνονται στις σκέψεις αυτές πάσχουν λόγω ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογίας. Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ερμήνευσε δε και εφάρμοσε εσφαλμένως τους κανόνες περί δικονομικής ισότητας και περί ίσης κατανομής του βάρους αποδείξεως. Επομένως, η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου πάσχει πλημμέλεια θίγουσα τα συμφέροντα του κράτους μέλους αυτού.
84 Συγκεκριμένα, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε επαρκώς τη διαπίστωσή του, που περιλαμβάνεται στη σκέψη 200 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι «[...] στο κράτος μέλος εναπόκειται να προσκομίσει τις πλέον ενδελεχείς και εμπεριστατωμένες αποδείξεις για το υποστατό των αριθμητικών στοιχείων και, ενδεχομένως, για την ανακρίβεια των ισχυρισμών της Επιτροπής». Ο πρωτοδίκως προβληθείς λόγος, που στηρίζεται σε εσφαλμένο υπολογισμό των μεταφορικών εξόδων, τον οποίο το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε στις εν λόγω σκέψεις 197 έως 202, αφορούσε όχι το υποστατό των σχετικών με τα μεταφορικά αριθμητικών στοιχείων, αλλά τη νομιμότητα του συνυπολογισμού ποσού 352 274,58 ευρώ για μεταφορικά έξοδα για το οικονομικό έτος 2004, ενώ αυτά αφορούσαν το οικονομικό έτος 2002.
85 Συναφώς, αρκεί να σημειωθεί ότι, στη σκέψη 201 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν είχε αποδείξει το επιχείρημά της ότι το ως άνω ποσό περιλαμβανόταν στα αφορώντα το έτος 2002 μεταφορικά έξοδα. Επομένως, αιτιολόγησε επαρκώς κατά νόμο την απόρριψη του επιχειρήματος της Ελληνικής Δημοκρατίας ότι το ποσό αυτό υπαγόταν στο οικονομικό έτος 2002 και όχι στο έτος 2004.
86 Επιπλέον, καθόσον η Ελληνική Δημοκρατία αμφισβητεί την ακρίβεια της διαπιστώσεως αυτής, καλεί, στην πραγματικότητα, το Δικαστήριο να προβεί σε νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδείξεων όσον αφορά το έτος στο οποίο έπρεπε να υπολογιστεί το ως άνω ποσό. Δεδομένου ότι το κράτος μέλος αυτό δεν επικαλείται παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, το εν λόγω επιχείρημα είναι προδήλως απαράδεκτο, όπως συνάγεται από τη νομολογία που παρατίθεται στις σκέψεις 32 και 33 της παρούσας διατάξεως.
87 Τρίτον, η Ελληνική Δημοκρατία, αναφερόμενη στις σκέψεις 211 έως 215 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένως το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 3149/92, ότι η εκτίμησή του πάσχει ανεπαρκή αιτιολογία και ότι παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας.
88 Πρώτον, κατά το κράτος μέλος αυτό, μολονότι η ως άνω διάταξη ορίζει ότι η προθεσμία για την αφαίρεση προϊόντων από τα αποθέματα λήγει στις 31 Αυγούστου, προβλέπει, σιωπηρώς πλην σαφώς, την 30ή Σεπτεμβρίου του έτους εκτελέσεως ως ύστατο χρονικό όριο για μια τέτοια αφαίρεση.
89 Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως σαφώς προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 3, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 3149/92, οι εργασίες αφαιρέσεως προϊόντων από τα αποθέματα παρεμβάσεως πραγματοποιούνται από την 1η Οκτωβρίου έως τις 31 Αυγούστου του επομένου έτους.
90 Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο δεν παρέβη την εν λόγω διάταξη κρίνοντας, στις σκέψεις 210 έως 212 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αφού διαπίστωσε στις σκέψεις 208 και 209 αυτής ότι το ρύζι είχε αφαιρεθεί από τα ελληνικά αποθέματα παρεμβάσεως στις 30 Σεπτεμβρίου 2005 και ότι η διανομή των σχετικών τροφίμων στις δικαιούχες φιλανθρωπικές οργανώσεις πραγματοποιήθηκε μόλις το πρώτο τρίμηνο του 2006, ότι οι εν λόγω εργασίες αφαιρέσεως διενεργήθηκαν, όσον αφορά το ετήσιο σχέδιο που έπρεπε να εκτελεστεί το 2005, εκτός των προθεσμιών που καθορίζονται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 3149/92, πράγμα το οποίο, κατά τα λοιπά, δεν αμφισβήτησε το κράτος μέλος αυτό ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, όπως προκύπτει από την ως άνω σκέψη 210.
91 Δεύτερον, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένως το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 3149/92 και ότι η εκτίμησή του πάσχει λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας καθόσον δεν έλαβε υπόψη το επιχείρημα που προέβαλε το κράτος μέλος αυτό, κατά το οποίο, ακόμα και αν υποτεθεί ότι έπρεπε να καταλογιστεί ποσό για μεταφορικά έξοδα εντός της χώρας, η Επιτροπή επιβάρυνε την αναιρεσείουσα με 131 922 ευρώ για μεταφορικά, ενώ το σχετικό ποσό δεν έπρεπε να υπερβεί τα 89 562,21 ευρώ, η δε διαφορά μεταξύ των δύο αυτών ποσών καλύφθηκε από τον εθνικό προϋπολογισμό.
92 Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί, αφενός, ότι το Γενικό Δικαστήριο αιτιολόγησε την απόρριψη του εν λόγω επιχειρήματος δεχόμενο, στη σκέψη 213 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα μεταφορικά έξοδα των τροφίμων που διανεμήθηκαν εκπροθέσμως ήταν μη επιλέξιμα για τον ίδιο λόγο όπως και η αξία των προϊόντων αυτών. Η αιτιολογία αυτή, όμως, είναι επαρκής, καθόσον συνεπάγεται οπωσδήποτε ότι το σύνολο των μεταφορικών εξόδων που δήλωσε η Ελληνική Δημοκρατία ως επιλέξιμη δαπάνη, περί των οποίων δεν προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι ανέρχονταν μόνο σε 89 562,21 ευρώ, ήταν μη επιλέξιμο και, κατά συνέπεια, μπορούσε να δώσει λαβή για σχετική διόρθωση.
93 Αφετέρου, για τους ίδιους λόγους με εκείνους που εκτίθενται στη σκέψη 90 της παρούσας διατάξεως, η διαπίστωση στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 213 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν είναι αντίθετη προς το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 3149/92.
94 Τρίτον, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, μη δεχόμενο ότι η μικρή χρονική παρέκκλιση σε σχέση με την ημερομηνία που καθόριζε ο κανονισμός 3149/92 δεν πρέπει να λογίζεται ως σπουδαίος λόγος για να ακυρωθεί ένα ετήσιο πρόγραμμα και να εξαιρεθεί η συνολική χρηματοδότησή του, λαμβανομένου υπόψη ότι ο τελικός σκοπός του προγράμματος, που είναι η παροχή οφέλους στους απόρους, επετεύχθη και ότι δεν υπήρξε καμία επίπτωση στον προϋπολογισμό της Ένωσης, διότι αυτός δεν επιβαρύνθηκε με αποθήκευτρα ή άλλες δαπάνες.
95 Εντούτοις, όπως ορθώς υπενθύμισε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 193 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στην οποία παρέπεμψε με τη σκέψη 214 της εν λόγω αποφάσεως, το γεγονός ότι ο σκοπός ενός προγράμματος έχει κοινωνικό χαρακτήρα και ότι ο σκοπός αυτός επιτυγχάνεται δεν μπορεί να καταστήσει επιλέξιμες τις σχετικές δαπάνες, καθόσον η αφαίρεση από τα αποθέματα πραγματοποιήθηκε εκπροθέσμως.
96 Υπό τις συνθήκες αυτές, η επιχειρηματολογία με την οποία η Ελληνική Δημοκρατία αμφισβητεί τις σκέψεις 211 έως 215 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι προδήλως αβάσιμη στο σύνολό της και, επομένως, ο έβδομος λόγος που προβάλλει η τελευταία προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
97 Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι, δεδομένου ότι δεν μπορεί να ευδοκιμήσει κανένας από τους επτά λόγους που προέβαλε η Ελληνική Δημοκρατία προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, η αίτηση αυτή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
98 Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, που εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, του Κανονισμού αυτού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Ελληνικής Δημοκρατίας στα δικαστικά έξοδα και η Ελληνική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (ένατο τμήμα) διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
Full & Egal Universal Law Academy