ΓΝΩΜΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
PEDRO CRUZ VILLALÓN
της 6ης Ιουνίου 2012 ( 1 )
Υπόθεση C-192/12 PPU
Melvin West
κατά
Virallinen syyttäjä
«Δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις — Ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως — Απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ — Διαδικασίες παραδόσεως μεταξύ κρατών μελών — Άρθρο 28, παράγραφος 2 — Μεταγενέστερη παράδοση — Συγκατάθεση του κράτους μέλους εκτελέσεως — Αλυσίδα ευρωπαϊκών ενταλμάτων συλλήψεως»
1.
Ενώ συχνά συμβαίνει η πραγματικότητα να αποτελεί πηγή εμπνεύσεως έργων που πλάθει η δημιουργική φαντασία του συγγραφέα, είναι λιγότερο σύνηθες να υπερβαίνει η πραγματικότητα ένα τέτοιο έργο. Ωστόσο, αυτό συμβαίνει στην υπό κρίση υπόθεση, που αφορά άτομο το οποίο κατηγορήθηκε και καταδικάστηκε σε πολλά κράτη μέλη για αξιόποινες πράξεις της ίδιας φύσεως, εν προκειμένω για κλοπές παλαιών και σπανίων χαρτών σε διάφορες δημόσιες βιβλιοθήκες ( 2 ).
2.
Η παρούσα υπόθεση παρέχει στο Δικαστήριο την ευκαιρία να ερμηνεύσει, για πρώτη φορά, τις διατάξεις του άρθρου 28 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών ( 3 ), άρθρο το οποίο ορίζει τις περιπτώσεις και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες το κράτος μέλος που έχει εκδώσει ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως μπορεί να παραδώσει με τη σειρά του το άτομο το οποίο αφορά το ένταλμα αυτό σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος εκτελέσεως του εν λόγω εντάλματος (μεταγενέστερη παράδοση).
3.
Ειδικότερα, η μεταγενέστερη παράδοση, από το κράτος μέλος εκδόσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, του ατόμου το οποίο αφορά το εν λόγω ένταλμα σε άλλο κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος εκτελέσεως δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, πλην ορισμένων εξαιρέσεων, παρά μόνο με «συγκατάθεση» του εν λόγω κράτους μέλους εκτελέσεως.
4.
Η διάταξη αυτή, που αναφέρεται στο «κράτος μέλος εκτέλεσης» στον ενικό, αφήνει ωστόσο ανοικτό το ζήτημα πώς πρέπει να ληφθεί η εν λόγω «συγκατάθεση», σε περιπτώσεις όπως αυτή της κύριας δίκης, η οποία αφορά ένα δεύτερο αίτημα μεταγενέστερης παραδόσεως και, γενικότερα, σε περίπτωση μιας «αλυσίδας» ευρωπαϊκών ενταλμάτων συλλήψεως και πολλαπλών διαδοχικών αιτημάτων μεταγενέστερης παραδόσεως. Πρέπει τότε να παρέχονται τόσες συγκαταθέσεις όσα και τα κράτη μέλη εκτελέσεως ενός εντάλματος; Ή, αντιθέτως, πρέπει να παρέχεται μόνον η συγκατάθεση ενός μόνον κράτους μέλους εκτελέσεως; Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ποιο είναι αυτό το κράτος μέλος εκτελέσεως;
5.
Με το υποβαλλόμενο στην ως άνω υπόθεση προδικαστικό ερώτημα, όπως αυτό περιγράφηκε, το Δικαστήριο καλείται να καλύψει ένα κενό στο πλαίσιο κανονιστικών κανόνων δικαίου, πράγμα το οποίο, κατά τη γνώμη μου, είναι δυνατό μόνον κατόπιν τελολογικής και συστηματικής ερμηνείας της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584.
I – Tο νομικό πλαίσιο
A– Το δίκαιο της Ένωσης
6.
Οι αιτιολογικές σκέψεις 5, 6, 8, 9 και 12 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 ορίζουν τα εξής:
«(5)
Ο στόχος που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, να αποτελέσει ένα χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, συνεπάγεται την κατάργηση της έκδοσης μεταξύ κρατών μελών και την αντικατάστασή της από σύστημα παράδοσης μεταξύ δικαστικών αρχών. Εξάλλου, η εισαγωγή ενός νέου απλουστευμένου συστήματος παράδοσης προσώπων που έχουν καταδικαστεί ή είναι ύποπτα, προς το σκοπό της εκτέλεσης καταδικαστικών ποινικών αποφάσεων ή ποινικής δίωξης επιτρέπει να αρθούν η πολυπλοκότητα και το ενδεχόμενο καθυστερήσεων που είναι εγγενή στις ισχύουσες διαδικασίες έκδοσης. Οι κλασικές σχέσεις συνεργασίας που ισχύουν μέχρι σήμερα μεταξύ κρατών μελών θα πρέπει να δώσουν τη θέση τους σε σύστημα ελεύθερης κυκλοφορίας τόσο των προδικαστικών όσο και των οριστικών ποινικών αποφάσεων, σε ένα χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης.
(6)
Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης το οποίο προβλέπει η παρούσα απόφαση-πλαίσιο αποτελεί την πρώτη περίπτωση συγκεκριμένης εφαρμογής, στον τομέα του ποινικού δικαίου, της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης που έχει χαρακτηρισθεί από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ως “ακρογωνιαίος λίθος” της δικαστικής συνεργασίας.
[…]
(8)
Οι αποφάσεις για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης πρέπει να υπόκεινται σε επαρκή έλεγχο, πράγμα που σημαίνει ότι η δικαστική αρχή του κράτους μέλους στο οποίο συνελήφθη το καταζητούμενο πρόσωπο θα πρέπει να αποφασίζει σχετικά με την παράδοσή του.
(9)
Ο ρόλος των κεντρικών αρχών κατά την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης πρέπει να περιορίζεται σε πρακτική και διοικητική στήριξη.
[…]
(12)
Η παρούσα απόφαση-πλαίσιο σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται από το άρθρο 6 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και εκφράζονται στο χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης […], ιδίως δε στο κεφάλαιο VI αυτού. Καμία από τις διατάξεις της παρούσας απόφασης-πλαίσιο δεν μπορεί να ερμηνευθεί κατά τρόπο ώστε να απαγορεύει την άρνηση παράδοσης προσώπου για το οποίο έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εφόσον αντικειμενικά στοιχεία δείχνουν ότι το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται προς το σκοπό της δίωξης ή τιμωρίας προσώπου λόγω του φύλου, της φυλής, της θρησκείας, της εθνοτικής καταγωγής, της ιθαγένειας, της γλώσσας, των πολιτικών φρονημάτων ή του γενετήσιου προσανατολισμού [του] ή ότι η θέση του προσώπου αυτού μπορεί να επιδεινωθεί για οποιονδήποτε από τους προαναφερόμενους λόγους.
Η παρούσα απόφαση-πλαίσιο δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν τους συνταγματικούς τους κανόνες σε σχέση με το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι, την ελευθερία του τύπου και την ελευθερία της έκφρασης σε άλλα μέσα.»
7.
Tο άρθρο 27 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 προβλέπει τα εξής:
«1. Έκαστο κράτος μέλος δύναται να κοινοποιεί στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου ότι, στις σχέσεις του με άλλα κράτη μέλη που έχουν προβεί στην ίδια κοινοποίηση, τεκμαίρεται η συγκατάθεση για τη δίωξη, καταδίκη ή κράτηση ενός προσώπου προς έκτιση ποινής ή μέτρου στερητικών της ελευθερίας, για οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη διαπραχθείσα πριν από την παράδοσή του, πέραν εκείνης για την οποία παραδόθηκε, εκτός εάν, σε συγκεκριμένη περίπτωση, η δικαστική αρχή εκτέλεσης ορίσει άλλως στην απόφασή της για την παράδοση.
2. Εξαιρέσει των περιπτώσεων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 3, πρόσωπο το οποίο παραδόθηκε δεν διώκεται, καταδικάζεται ή άλλως πως στερείται της ελευθερίας του για αξιόποινη πράξη διαπραχθείσα πριν από την παράδοσή του πλην εκείνης [η] οποία προκάλεσε [την παράδοσή του].
3. H παράγραφος 2 δεν εφαρμόζεται στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α)
όταν ο παραδοθείς, μολονότι είχε τη δυνατότητα να εγκαταλείψει το έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο παραδόθηκε, δεν το έπραξε εντός 45 ημερών από την οριστική απαλλαγή του ή επέστρεψε σε αυτό αφού το είχε εγκαταλείψει·
β)
η αξιόποινη πράξη δεν τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας·
γ)
η ποινική διαδικασία δεν συνεπάγεται την εφαρμογή μέτρου περιοριστικού της ελευθερίας του προσώπου·
δ)
όταν στον παραδοθέντα ενδέχεται να επιβληθεί ποινή ή μέτρο που δεν συνεπάγονται στέρηση της ελευθερίας, ιδίως χρηματική ποινή ή υποκατάστατο μέτρο, ακόμη και εάν αυτή η ποινή ή το μέτρο ενδέχεται να περιορίζει την ατομική του ελευθερία·
ε)
όταν ο συλληφθείς συγκατατέθηκε να παραδοθεί, ενδεχομένως συγχρόνως με την παραίτηση από το ευεργέτημα του κανόνα της ειδικότητας, σύμφωνα με το άρθρο 13·
στ)
όταν ο συλληφθείς μετά την παράδοσή του παραιτήθηκε ρητά από το ευεργέτημα του κανόνα της ειδικότητας όσον αφορά συγκεκριμένες αξιόποινες πράξεις προγενέστερες της παράδοσής του. Η παραίτηση γίνεται ενώπιον των αρμόδιων δικαστικών αρχών του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και καταχωρείται στα πρακτικά σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο του εν λόγω κράτους. Διατυπώνεται κατά τρόπο που να προκύπτει ότι το έπραξε εκουσίως και έχοντας πλήρη επίγνωση των σχετικών συνεπειών. Προς τούτο, έχει το δικαίωμα να επικουρείται από νομικό παραστάτη·
ζ)
οσάκις η δικαστική αρχή εκτέλεσης που παρέδωσε τον συλληφθέντα δίδει τη σχετική συγκατάθεσή της σύμφωνα με την παράγραφο 4.
4. Η αίτηση συγκατάθεσης υποβάλλεται στη δικαστική αρχή εκτέλεσης και συνοδεύεται από τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, και από τη μετάφραση που προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 2. Δίδεται συγκατάθεση όταν για την αξιόποινη πράξη για την οποία ζητείται χωρεί επίσης παράδοση σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας απόφασης-πλαίσιο. Η δικαστική αρχή εκτέλεσης αρνείται τη συγκατάθεσή της για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 3 και μπορεί πέραν αυτού να την αρνηθεί μόνο για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 4. Η απόφαση λαμβάνεται το αργότερο 30 ημέρες μετά την παραλαβή της αίτησης.
[…]»
8.
Το άρθρο 28 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 ορίζει τα ακόλουθα:
«1. Έκαστο κράτος μέλος δύναται να κοινοποιεί στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου ότι, στις σχέσεις του με άλλα κράτη μέλη που έχουν προβεί στην αυτή κοινοποίηση, η συγκατάθεση για την παράδοση ενός προσώπου σε κράτος μέλος, διάφορο του κράτους μέλους εκτέλεσης, βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης για αξιόποινη πράξη διαπραχθείσα προ της παραδόσεώς του, τεκμαίρεται ότι έχει δοθεί, εκτός αν η δικαστική αρχή εκτέλεσης, για συγκεκριμένη περίπτωση, ορίσει άλλως στην περί παραδόσεως απόφασή της.
2. Πάντως, πρόσωπο το οποίο παραδόθηκε στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος κατ’ εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης είναι δυνατόν, χωρίς τη συγκατάθεση του κράτους μέλους εκτέλεσης, να παραδοθεί σε άλλο κράτος μέλος εκτός του κράτους μέλους εκτέλεσης βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης εκδοθέντος για αξιόποινη πράξη προγενέστερη της παράδοσής του στις εξής περιπτώσεις:
α)
όταν ο παραδοθείς, μολονότι είχε τη δυνατότητα να εγκαταλείψει το έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο παραδόθηκε, δεν το έπραξε εντός 45 ημερών από την οριστική απαλλαγή του ή επέστρεψε σε αυτό αφού το είχε εγκαταλείψει·
β)
όταν ο καταζητούμενος συγκατατίθεται να παραδοθεί σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος εκτέλεσης βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Η συγκατάθεση παρέχεται ενώπιον των αρμόδιων δικαστικών αρχών του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και καταχωρείται στα πρακτικά σύμφωνα με το εσωτερικό εθνικό δίκαιο του εν λόγω κράτους. Διατυπώνεται κατά τρόπον που να προκύπτει ότι το έπραξε εκουσίως και έχοντας πλήρη επίγνωση των σχετικών συνεπειών. Προς τούτο, ο καταζητούμενος έχει το δικαίωμα να επικουρείται από νομικό παραστάτη·
γ)
όταν ο καταζητούμενος δεν απολαύει του ευεργετήματος του κανόνα της ειδικότητας, σύμφωνα με το άρθρο 27, παράγραφος 3, στοιχεία αʹ, εʹ, στʹ και ζʹ.
3. Η δικαστική αρχή εκτέλεσης συγκατατίθεται για την παράδοση σε άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με τους εξής κανόνες:
α)
Η αίτηση συγκατάθεσης υποβάλλεται στη δικαστική αρχή εκτέλεσης και συνοδεύεται από τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, και από τη μετάφραση που προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 2.
β)
Δίδεται συγκατάθεση όταν για την αξιόποινη πράξη για την οποία ζητείται χωρεί επίσης παράδοση σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας απόφασης-πλαίσιο.
γ)
Η απόφαση λαμβάνεται το αργότερο 30 ημέρες μετά την παραλαβή της αίτησης.
δ)
Η δικαστική αρχή εκτέλεσης αρνείται τη συγκατάθεσή της για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 3 και μπορεί πέραν αυτού να την αρνηθεί μόνο για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 4.
Για τις περιπτώσεις του άρθρου 5, το κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος πρέπει να παρέχει τις εγγυήσεις που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο.
4. Παρά την παράγραφο 1, πρόσωπο το οποίο έχει παραδοθεί βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης δεν εκδίδεται σε τρίτο κράτος χωρίς τη συγκατάθεση της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους που το παρέδωσε. Η συγκατάθεση δίδεται σύμφωνα με τις συμβάσεις που δεσμεύουν αυτό το κράτος μέλος, καθώς και σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο.»
9.
Από την ενημέρωση σχετικά με την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της Συνθήκης του Άμστερνταμ, η οποία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων την 1η Μαΐου 1999 ( 4 ), προκύπτει ότι η Δημοκρατία της Φινλανδίας προέβη σε δήλωση κατά το άρθρο 35, παράγραφος 2, ΕΕ, με την οποία αποδέχθηκε την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να αποφαίνεται προδικαστικώς σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 35, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, ΕΕ.
B – Το φινλανδικό δίκαιο
10.
Η απόφαση-πλαίσιο 2002/584 μεταφέρθηκε στο φινλανδικό δίκαιο με τον νόμο 1286/2003, περί παραδόσεως μεταξύ της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και των άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης [rikoksen johdosta tapahtuvasta luovuttamisesta Suomen ja muiden Euroopan unionin jäsenvaltioiden välillä annettu laki (1286/2003)], της 30ής Δεκεμβρίου 2003 ( 5 ).
11.
Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 61 του φινλανδικού νόμου περί παραδόσεως, άτομο που παραδόθηκε από κράτος μέλος στη Δημοκρατία της Φινλανδίας δεν μπορεί να παραδοθεί σε άλλο κράτος μέλος ή σε κράτος που δεν είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η παράγραφος 2 της ίδιας διατάξεως προβλέπει, εντούτοις, ότι η κατά την εν λόγω παράγραφο 1 απαγόρευση δεν έχει εφαρμογή όταν, ιδίως, το κράτος μέλος που προέβη στην παράδοση συγκατατίθεται σε παρέκκλιση από την απαγόρευση αυτή.
12.
Το άρθρο 62 του φινλανδικού νόμου περί παραδόσεως προβλέπει ότι, αν κράτος μέλος ζητεί από τη Δημοκρατία της Φινλανδίας την παράδοση ατόμου που έχει ήδη παραδοθεί στη χώρα αυτή από άλλο κράτος μέλος και αν αυτή η μεταγενέστερη παράδοση δεν είναι δυνατή δυνάμει του άρθρου 61, παράγραφος 2, σημεία 1 έως 3 ή 5, του ίδιου νόμου, η εισαγγελική αρχή ζητεί τη συγκατάθεση του τελευταίου αυτού κράτους μέλους.
II – Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία της κύριας δίκης
13.
Από την απόφαση περί παραπομπής, από τις γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις των μετασχόντων στη διαδικασία, καθώς και από τις απαντήσεις στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων στην υπόθεση της κύριας δίκης, Melvin West, βρετανικής ιθαγενείας, καταδικάστηκε από ποινικά δικαστήρια εντός διαφόρων κρατών μελών και ότι, για τον λόγο αυτό, αποτέλεσε το αντικείμενο πολλών ευρωπαϊκών ενταλμάτων συλλήψεως που οδήγησαν σε διαδοχικές παραδόσεις μεταξύ των εμπλεκομένων κρατών μελών κατ’ εφαρμογήν της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584. Δεδομένου ότι αιτία για τη διαφορά της κύριας δίκης αποτελούν το εν λόγω δικαστικό ιστορικό και οι διαδικασίες διαδοχικών παραδόσεων, θα εκθέσω κατωτέρω τα κύρια πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης σε συνάρτηση με το ως άνω ιστορικό και τις σχετικές διαδικασίες.
A – Το ιστορικό της διαφοράς
14.
Λαμβανομένης υπόψη της αλληλεξαρτήσεως των πραγματικών περιστατικών, θα εκθέσω το ιστορικό της διαφοράς χωριστά ανά κράτος μέλος.
1. Στη Γαλλία
15.
Στις 15 Μαρτίου 2001 η Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας υπέβαλε μήνυση κατά του M. West για κλοπές σπανίων και παλαιών γεωγραφικών χαρτών τις οποίες διέπραξε στις 26 Οκτωβρίου 1999 και στις 5 Σεπτεμβρίου 2000.
16.
Κατόπιν αυτού, στις 14 Μαρτίου 2005 οι γαλλικές δικαστικές αρχές εξέδωσαν κατά του M. West ένα πρώτο ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, που κυκλοφόρησε μέσω του συστήματος πληροφοριών Σένγκεν, ενώ αυτός βρισκόταν υπό κράτηση στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το εν λόγω ένταλμα διαβιβάστηκε στις αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου την 1η Απριλίου 2005.
17.
Στις 28 Απριλίου 2005 οι αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου πληροφόρησαν τις γαλλικές αρχές περί του ενδεχομένου απελευθερώσεως του M. West υπό όρους στις 27 Ιουλίου 2005 και ζήτησαν συμπληρωματικές πληροφορίες και διευκρινίσεις.
18.
Στις 23 Ιουνίου 2005 οι γαλλικές αρχές έδωσαν απάντηση στο αίτημα των αρχών του Ηνωμένου Βασιλείου, απάντηση την οποία οι τελευταίες αυτές αρχές έκριναν ελλιπή.
19.
Στις 27 Ιουλίου 2005 ο αρμόδιος για τις βρετανικές υποθέσεις δικαστής στη Γαλλία ζήτησε επειγόντως την έκδοση νέου ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως περιλαμβάνοντος τις ζητούμενες πληροφορίες. Επειδή δεν εκδόθηκε ένα τέτοιο νέο ένταλμα, το αίτημα παραδόσεως δεν ικανοποιήθηκε.
20.
Στις 15 Φεβρουαρίου 2007 ο M. West καταδικάστηκε σε φυλάκιση τριών ετών με ερήμην εκδοθείσα απόφαση του ποινικού τμήματος του γαλλικού δικαστηρίου tribunal de grande instance de Paris, για την κλοπή γεωγραφικών χαρτών την οποία είχε διαπράξει στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας.
21.
Στις 31 Αυγούστου 2007 οι γαλλικές δικαστικές αρχές εξέδωσαν κατά του M. West ένα δεύτερο ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως (αριθ. 0233123012), που κυκλοφόρησε μέσω του συστήματος πληροφοριών Σένγκεν στις 21 Σεπτεμβρίου 2007, με σκοπό την παράδοσή του προς εκτέλεση της καταδικαστικής αποφάσεως της 15ης Φεβρουαρίου 2007.
22.
Στις 9 Φεβρουαρίου 2012 ο δικηγόρος του M. West, ειδικώς εξουσιοδοτημένος, άσκησε ανακοπή κατά της αποφάσεως του ποινικού τμήματος του tribunal de grande instance de Paris, της 15ης Φεβρουαρίου 2007. Κατόπιν αυτού το tribunal de grande instance de Paris όρισε σχετική δικάσιμο στις 7 Ιουνίου 2012.
2. Στη Φινλανδία
23.
Τον Απρίλιο του 2001 ο M. West συνελήφθη στο Ηνωμένο Βασίλειο έχοντας στην κατοχή του 400 παλαιούς γεωγραφικούς χάρτες, στη συνέχεια εκδόθηκε στη Φινλανδία όπου καταδικάστηκε, στις 4 Σεπτεμβρίου 2001, σε 18 μήνες φυλάκιση για κλοπή χαρτών την οποία διέπραξε στο Πανεπιστήμιο του Ελσίνκι τον Φεβρουάριο του 2001.
24.
Στις 31 Μαΐου 2002 το Helsingin hovioikeus (εφετείο του Ελσίνκι) (Φινλανδία) επιβεβαίωσε την καταδίκη του M. West σε 18 μήνες φυλάκισης για κλοπή.
25.
Στις 9 Δεκεμβρίου 2009 οι φινλανδικές δικαστικές αρχές εξέδωσαν κατά του M. West το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως αριθ. R01/3078 με σκοπό την παράδοσή του προς εκτέλεση της καταδικαστικής αποφάσεως της 31ης Μαΐου 2002.
3. Στην Ουγγαρία
26.
Στις 16, στις 17 και στις 18 Αυγούστου 2000 ο M. West προξένησε ζημίες σε διάφορους άτλαντες μεγάλης αξίας του 17ου αιώνα οι οποίοι φυλάσσονταν στην Εθνική Βιβλιοθήκη Széchenyi, αφαιρώντας οκτώ τεμάχια.
27.
Την 1η Απριλίου 2010 το Budai Központi kerületi bíróság (δικαστήριο της Βούδας) (Ουγγαρία) εξέδωσε κατά του M. West ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως με σκοπό την παράδοσή του.
28.
Στις 5 Ιουλίου 2011 το Budai Központi kerületi bíróság καταδίκασε τον M. West σε στερητική της ελευθερίας ποινή ενός έτους και τεσσάρων μηνών για τις πράξεις που αυτός ετέλεσε στις 16, στις 17 και στις 18 Αυγούστου 2000.
B – Οι διαδικασίες παραδόσεως
29.
Για την ευκολότερη κατανόηση των κύριων συμβάντων, θα περιγράψω και τις διάφορες διαδικασίες παραδόσεως επίσης ανά κράτος μέλος.
1. Η διαδικασία παραδόσεως του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας στην Ουγγαρία
30.
Οι δικαστικές αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου, δυνάμει του εκδοθέντος την 1η Απριλίου 2010 από τις ουγγρικές δικαστικές αρχές εντάλματος συλλήψεως, παρέδωσαν τον M. West στην Ουγγαρία, σε ημερομηνία που δεν προκύπτει από τη δικογραφία. Η εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος συλλήψεως δεν εξαρτήθηκε από όρους.
2. Η διαδικασία μεταγενέστερης παραδόσεως από την Ουγγαρία στη Δημοκρατία της Φινλανδίας
31.
Στις 27 Ιανουαρίου 2011 η αρμόδια ουγγρική δικαστική αρχή, το Fővárosi Bíróság (δικαστήριο της Βουδαπέστης) (Ουγγαρία), εξέδωσε απόφαση διατάσσουσα την παράδοση του M. West στη Δημοκρατία της Φινλανδίας εντός δέκα ημερών από την οριστική απαλλαγή του, που προβλεπόταν για τις 29 Αυγούστου 2011 ( 6 ).
32.
Το Korkein oikeus (ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο) (Φινλανδία), ήτοι το αιτούν δικαστήριο, εκθέτει ότι, μολονότι η απόφαση αυτή ανέφερε ότι οι όροι για την παράδοση του M. West πληρούνταν τόσο δυνάμει του εντάλματος συλλήψεως της Δημοκρατίας της Φινλανδίας όσο και δυνάμει εκείνου της Γαλλικής Δημοκρατίας, το δικαστήριο αυτό, εντούτοις, δεν διευκρίνιζε αν ο M. West έπρεπε στη συνέχεια να παραδοθεί από τη Δημοκρατία της Φινλανδίας στη Γαλλική Δημοκρατία.
33.
Στις 5 Σεπτεμβρίου 2011 το Fővárosi Bíróság εξέδωσε νέα απόφαση αναφέρουσα ότι το δικαστήριο αυτό, με την απόφασή του της 27ης Ιανουαρίου 2011, δεν είχε λάβει υπόψη το γεγονός ότι η παράδοση του M. West στη Δημοκρατία της Φινλανδίας εξηρτάτο από τη συγκατάθεση του Ηνωμένου Βασιλείου.
34.
Στις 9 Σεπτεμβρίου 2011 η αρμόδια δικαστική αρχή του Ηνωμένου Βασιλείου έδωσε τη συγκατάθεσή της a posteriori για την παράδοση του M. West από την Ουγγαρία στη Δημοκρατία της Φινλανδίας. Η ως άνω συγκατάθεση δεν εξαρτήθηκε από όρους.
35.
Στις 15 Σεπτεμβρίου 2011 η Ουγγαρία παρέδωσε τον M. West στη Δημοκρατία της Φινλανδίας.
36.
Στις 24 Ιανουαρίου 2012 η φινλανδική εισαγγελική αρχή παρέλαβε έγγραφο από το ουγγρικό Υπουργείο Δημοσίας Διοικήσεως και Δικαιοσύνης με το οποίο το τελευταίο την πληροφόρησε περί της αποφάσεως της 27ης Ιανουαρίου 2011. Το έγγραφο αυτό ανέφερε ότι το Fővárosi Bíróság είχε αποφασίσει ότι, «μόλις περατωθεί η φινλανδική διαδικασία, ο ενδιαφερόμενος θα παραδοθεί στις γαλλικές αρχές».
3. Οι διαδικασίες μεταγενέστερης παραδόσεως στη Γαλλική Δημοκρατία
37.
Στις 28 Δεκεμβρίου 2010 οι ουγγρικές αρχές απέστειλαν στις γαλλικές αρχές μήνυμα ενημερώνοντάς τες ότι είχε διαταχθεί η προσωρινή κράτηση του M. West με σκοπό την παράδοσή του και ζητώντας τη διαβίβαση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως.
38.
Στις 30 Δεκεμβρίου 2010 οι γαλλικές δικαστικές αρχές διαβίβασαν επικυρωμένο αντίγραφο του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως στα γαλλικά στις ουγγρικές δικαστικές αρχές και, στη συνέχεια, στις 7 Ιανουαρίου 2011, το ουγγρικό κείμενο του εγγράφου αυτού.
39.
Στις 4 Μαρτίου 2011 οι ουγγρικές αρχές πληροφόρησαν τις γαλλικές δικαστικές αρχές περί της αποφάσεως της 27ης Ιανουαρίου 2011. Το σχετικό μήνυμα ανέφερε ότι είχε διαταχθεί η παράδοση του M. West στη Γαλλική Δημοκρατία και στη Δημοκρατία της Φινλανδίας, ότι ο M. West έπρεπε να παραδοθεί στη Γαλλική Δημοκρατία μετά το πέρας της διαδικασίας στη Φινλανδία και ότι η σχετική παράδοση αναβαλλόταν λόγω υπάρξεως εκκρεμούς διαδικασίας στην Ουγγαρία.
40.
Στις 28 Ιουνίου 2011 οι ουγγρικές αρχές απέστειλαν στις αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου αίτημα περί παροχής συγκαταθέσεως για την παράδοση του M. West στη Γαλλική Δημοκρατία, στο οποίο δεν δόθηκε απάντηση.
41.
Στις 7 Νοεμβρίου 2011 οι γαλλικές αρχές πληροφορήθηκαν από τη Δημοκρατία της Φινλανδίας ότι ο M. West κρατείτο στη Φινλανδία και ότι επρόκειτο να αφεθεί ελεύθερος στις 29 Απριλίου 2012.
42.
Στις 9 Φεβρουαρίου 2012 η φινλανδική εισαγγελική αρχή υπέβαλε στο Helsingin käräjäoikeus (πρωτοβάθμιο δικαστήριο του Ελσίνκι) (Φινλανδία) αίτημα περί παραδόσεως του M. West στη Γαλλική Δημοκρατία, διευκρινίζοντας ότι η Ουγγαρία είχε παράσχει τη συγκατάθεσή της για την παράδοση αυτή.
43.
Στις 17 Φεβρουαρίου 2012 το Helsingin käräjäoikeus εξέδωσε απόφαση δεχόμενο, παρά τη σχετική ανακοπή του M. West, το αίτημα παραδόσεως. Τότε ο M. West άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Korkein oikeus.
III – Το προδικαστικό ερώτημα και το αίτημα προδικαστικής αποφάσεως με την επείγουσα διασικασία
44.
Υπό τις συνθήκες αυτές το Korkein oikeus, με απόφαση της 24ης Απριλίου 2012, που περιήλθε στο Δικαστήριο την ίδια ημέρα, ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Νοείται για τους σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 28, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου […] [2002/584] ως κράτος μέλος εκτελέσεως το κράτος από το οποίο ο ενδιαφερόμενος παραδόθηκε αρχικώς δυνάμει ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως σε άλλο κράτος μέλος ή το δεύτερο αυτό κράτος μέλος από το οποίο ο ενδιαφερόμενος παραδόθηκε σε τρίτο κράτος μέλος από το οποίο ζητείται τώρα να παραδώσει το άτομο αυτό σε ένα τέταρτο κράτος; Ή απαιτείται ενδεχομένως η συγκατάθεση και των δύο αυτών κρατών μελών;»
45.
Με χωριστή απόφαση, που εκδόθηκε και περιήλθε στο Δικαστήριο επίσης στις 24 Απριλίου 2012, το Korkein oikeus ζήτησε ακόμη να εκδικαστεί η υπό κρίση υπόθεση με την επείγουσα προδικαστική διαδικασία την οποία προβλέπει το άρθρο 23α του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η οποία διέπεται από το άρθρο 104γ του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
46.
Το Korkein oikeus διευκρίνισε, συναφώς, ότι, δεδομένου ότι ο M. West έχει εκτίσει την ποινή ενός έτους και έξι μηνών φυλακίσεως στην οποία είχε καταδικαστεί από το Helsingin hovioikeus στις 31 Μαΐου 2002, έπρεπε να αφεθεί ελεύθερος στις 29 Απριλίου 2012. Ανέφερε, ωστόσο, ότι, με απόφαση της ίδιας ημέρας, είχε διατάξει τη συνέχιση της κρατήσεως του M. West. Δεδομένου ότι με τον τρόπο αυτόν ο τελευταίος στερείται της ελευθερίας του, υφίσταται επιτακτική ανάγκη να ακολουθηθεί η επείγουσα προδικαστική διαδικασία, λαμβανομένης υπόψη της αρχής της ασφαλείας δικαίου έναντι του ενδιαφερομένου.
47.
Με απόφαση της 3ης Μαΐου 2012 το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφάσισε να δεχθεί το αίτημα να ακολουθηθεί η επείγουσα προδικαστική διαδικασία. Επίσης, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 24 του Οργανισμού του Δικαστηρίου και του άρθρου 54α του Κανονισμού Διαδικασίας του, κάλεσε τη Γαλλική Δημοκρατία, την Ουγγαρία και το Ηνωμένο Βασίλειο να παράσχουν ορισμένα πληροφοριακά στοιχεία και να προσκομίσουν ορισμένα έγγραφα.
48.
Γραπτές παρατηρήσεις στην υπόθεση της κύριας δίκης κατέθεσαν ο αναιρεσείων της κύριας δίκης, η Δημοκρατία της Φινλανδίας και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η Γαλλική Δημοκρατία, η Ουγγαρία και το Ηνωμένο Βασίλειο απάντησαν εμπροθέσμως στις ερωτήσεις που τους έθεσε το Δικαστήριο.
49.
Ο αναιρεσείων και ο αναιρεσίβλητος εκπρόσωπος της εισαγγελικής αρχής στην υπόθεση της κύριας δίκης, όπως και η Δημοκρατία της Φινλανδίας, η Γαλλική Δημοκρατία και η Επιτροπή υπέβαλαν επίσης προφορικές παρατηρήσεις κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση που διεξήχθη στις 4 Ιουνίου 2012.
IV – Περίληψη των παρατηρήσεων
50.
Οι θέσεις που έλαβαν οι διάφοροι ενδιαφερόμενοι με τις γραπτές και/ή προφορικές παρατηρήσεις τους συνθέτουν ένα αρκετά πλήρες πανόραμα των απαντήσεων που μπορούν να δοθούν στο ανακύπτον στην υπόθεση της κύριας δίκης ζήτημα. Θα τις συνοψίσω εν συντομία κατωτέρω, διευκρινίζοντας παράλληλα ότι οι προτεινόμενες λύσεις τείνουν να προσδιορίσουν ποιο είναι το κράτος μέλος εκτελέσεως, ή ποια είναι τα κράτη μέλη εκτελέσεως (αυτό ακριβώς είναι το εριζόμενο ζήτημα), η συναίνεση του οποίου ή των οποίων απαιτείται για τη μεταγενέστερη παράδοση υπό την έννοια του άρθρου 28, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, σε καταστάσεις όπως αυτή της κύριας δίκης, που χαρακτηρίζεται από μια «αλυσίδα» ευρωπαϊκών ενταλμάτων συλλήψεως στην οποία εμπλέκονται άνω των τριών κρατών μελών, καθένα από τα οποία είναι, διαδοχικώς, κράτος μέλος εκδόσεως του εντάλματος και, στη συνέχεια, κράτος μέλος εκτελέσεως.
51.
Ο αναιρεσείων της κύριας δίκης φρονεί ότι καθένα από τα διαδοχικά κράτη μέλη εκτελέσεως πρέπει να παράσχει τη συγκατάθεσή του για μια μεταγενέστερη παράδοση σε άλλο κράτος μέλος, έτσι ώστε να απαιτείται η συγκατάθεση τόσο της Ουγγαρίας όσο και του Ηνωμένου Βασιλείου.
52.
Την εν λόγω άποψη συμμερίζεται γενικά και η Δημοκρατία της Φινλανδίας.
53.
Ο αναιρεσίβλητος της κύριας δίκης εκθέτει ότι ερμήνευε πάντοτε την απόφαση-πλαίσιο 2002/584 και το φινλανδικό δίκαιο που θεσπίστηκε για τη μεταφορά της στην εθνική έννομη τάξη υπό την έννοια ότι αρκεί η συγκατάθεση του κράτους μέλους εκτελέσεως το οποίο προέβη στην τελευταία παράδοση, διότι κάθε λύση που απαιτεί τη συγκατάθεση του συνόλου των κρατών μελών εκτελέσεως δεν μπορεί παρά να καταστήσει δυσχερέστερους τους σχετικούς ελέγχους και να θίξει την αποτελεσματικότητα και την ταχεία λειτουργία του μηχανισμού του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως.
54.
Η Γαλλική Δημοκρατία, επίσης, υποστήριξε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι κάθε κράτος μέλος εκτελέσεως πρέπει να παρέχει τη συγκατάθεσή του για μια μεταγενέστερη παράδοση, με τη διευκρίνιση, ωστόσο, ότι το ως άνω αίτημα περί συγκαταθέσεως πρέπει να διαβιβάζεται από κάθε κράτος μέλος εκδόσεως εντάλματος μόνο στο κράτος μέλος εκτελέσεως με το οποίο αυτό έχει άμεση σχέση μέσω του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως. Κατά συνέπεια, υπό τις περιστάσεις της κύριας δίκης, εναπόκειται στη Δημοκρατία της Φινλανδίας να ζητήσει τη συγκατάθεση της Ουγγαρίας, και η τελευταία να ζητήσει τη συγκατάθεση του Ηνωμένου Βασιλείου.
55.
Η Επιτροπή, τέλος, εκτιμά ότι ως κράτος μέλος εκτελέσεως πρέπει να νοείται το τελευταίο κράτος μέλος εκτελέσεως, καθόσον η ερμηνεία αυτή παρέχει τη δυνατότητα διασφαλίσεως της αρχής της αμοιβαίας αναγνωρίσεως και της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών, διευκολύνοντας παράλληλα και επιταχύνοντας τη δικαστική συνεργασία χωρίς να προσβάλλονται τα δικαιώματα του καταζητούμενου ατόμου.
V – Ανάλυση
A – Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
56.
Πριν από κάθε άλλο στοιχείο, έστω και με κίνδυνο να επαναλάβω τα ήδη λεχθέντα, πρέπει να εκθέσω πολύ συνοπτικά, πιο ολοκληρωμένα όμως αυτή τη φορά, το διαχρονικό ιστορικό των συμβάντων, κατά τρόπον ώστε να αποσαφηνιστούν τα κύρια πραγματικά στοιχεία στα οποία θα στηριχθεί η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο προδικαστικό ερώτημα.
57.
Κατά του M. West εκδόθηκε στις 14 Μαρτίου 2005 στη Γαλλία ένα πρώτο ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως με σκοπό την παράδοσή του προκειμένου να δικαστεί για αξιόποινες πράξεις που διέπραξε στις 26 Οκτωβρίου 1999 και στις 5 Σεπτεμβρίου 2000. Δεδομένου ότι το Ηνωμένο Βασίλειο αρνήθηκε να εκτελέσει το ως άνω ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, για λόγους που δεν προκύπτουν από τη δικογραφία, ο M. West καταδικάστηκε ερήμην στη Γαλλία στις 15 Φεβρουαρίου 2007. Κατόπιν τούτου, εκδόθηκε ένα δεύτερο ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως σε βάρος του στις 31 Αυγούστου 2007, με σκοπό την παράδοσή του προς έκτιση της ποινής αυτής. Το εν λόγω ένταλμα διαβιβάστηκε στην Ουγγαρία στις 30ής Δεκεμβρίου 2010.
58.
Συλληφθείς στο Ηνωμένο Βασίλειο στις 14 Απριλίου 2001 και, στη συνέχεια, εκδοθείς στη Φινλανδία, ο M. West καταδικάστηκε στη χώρα αυτή σε φυλάκιση 18 μηνών στις 4 Σεπτεμβρίου 2001. Η εν λόγω ποινή επιβεβαιώθηκε κατ’ έφεση στις 31 Μαΐου 2002, αλλά δεν έχει ακόμη εκτιθεί, διότι ο M. West είχε εγκαταλείψει στο μεταξύ τη Φινλανδία, σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρέσχε ο δικηγόρος του κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Μόλις στις 9 Δεκεμβρίου 2009, ήτοι επτά έτη αργότερα, η Δημοκρατία της Φινλανδίας εξέδωσε ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως κατά του M. West με σκοπό την παράδοσή του προς έκτιση της ποινής αυτής.
59.
Αργότερα, την 1η Απριλίου 2010, η Ουγγαρία εξέδωσε, με τη σειρά της, ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως με σκοπό την παράδοση του M. West προκειμένου να δικαστεί για κλοπες τις οποίες είχε διαπράξει στις 16, στις 17 και στις 18 Αυγούστου 2000. Παραδοθείς χωρίς όρους από το Ηνωμένο Βασίλειο στην Ουγγαρία, ο M. West δικάστηκε στη χώρα αυτή και καταδικάστηκε σε φυλάκιση 16 μηνών στις 5 Ιουλίου 2011. Αφού παραδόθηκε στη Δημοκρατία της Φινλανδίας από την Ουγγαρία στις 15 Σεπτεμβρίου 2011, ο M. West έπρεπε να αφεθεί ελεύθερος στις 29 Απριλίου 2012, το αιτούν δικαστήριο όμως διέταξε να συνεχιστεί η κράτησή του εν αναμονή της προδικαστικής αποφάσεως του Δικαστηρίου.
60.
Υπάρχουν πολλά στοιχεία προκύπτοντα από τα συνοψιζόμενα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που αξίζουν ειδικότερα την προσοχή μας.
61.
Καταρχάς, δεν αμφισβητείται ότι πληρούνται στην υπόθεση της κύριας δίκης οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 28, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, καθόσον το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως δυνάμει του οποίου ζητείται η παράδοση του M. West από τη Δημοκρατία της Φινλανδίας στη Γαλλική Δημοκρατία εκδόθηκε για αξιόποινη πράξη διαπραχθείσα πριν από την παράδοσή του στη Δημοκρατία της Φινλανδίας από την Ουγγαρία και μάλιστα πριν από την παράδοσή του στην Ουγγαρία από το Ηνωμένο Βασίλειο. Παράλληλα, η εν λόγω αλυσίδα ευρωπαϊκών ενταλμάτων συλλήψεως αφορά μόνον κράτη μέλη της Ένωσης.
62.
Επίσης δεν αμφισβητείται ότι το Ηνωμένο Βασίλειο παρέδωσε τον M. West στην Ουγγαρία χωρίς όρους, ότι έδωσε, στις 9 Σεπτεμβρίου 2011, τη συγκατάθεσή του για τη μεταγενέστερη παράδοσή του στη Δημοκρατία της Φινλανδίας, αλλά και ότι δεν έχει παράσχει τη συγκατάθεσή του για τη μεταγενέστερη παράδοσή του στη Γαλλική Δημοκρατία. Το Ηνωμένο Βασίλειο διευκρίνισε, συναφώς, ότι, ενώ η Δημοκρατία της Φινλανδίας είχε ζητήσει τη συγκατάθεσή του για τη μεταγενέστερη παράδοση στη Γαλλική Δημοκρατία, η Ουγγαρία δεν είχε ζητήσει κάτι τέτοιο. Από τη δικογραφία δεν προκύπτει ότι οι δικαστικές αρχές εκτελέσεως του Ηνωμένου Βασιλείου συναίνεσαν, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 27, παράγραφος 3, στοιχείο ζʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 και σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 27, παράγραφος 4, της αποφάσεως αυτής, να παραιτηθούν από τον κανόνα της ειδικότητας σε βάρος του M. West, ούτε κατά την παράδοση του τελευταίου στην Ουγγαρία ούτε κατά τη μεταγενέστερη παράδοσή του στη Δημοκρατία της Φινλανδίας. Η Ουγγαρία, αντιθέτως, έδωσε τη συγκατάθεσή της για την παράδοση του M. West από τη Δημοκρατία της Φινλανδίας στη Γαλλική Δημοκρατία. Ο M. West όμως αντιτάχθηκε στην παράδοση αυτή και προέβαλε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου ακριβώς ότι η εν λόγω παράδοση εξαρτάται από τη συγκατάθεση του Ηνωμένου Βασιλείου.
63.
Δεν αμφισβητείται, τέλος, ότι, δύο φορές, απεστάλησαν σε κράτος μέλος περισσότερα του ενός ευρωπαϊκά εντάλματα συλλήψεως υπό την έννοια του άρθρου 16 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584. Το Ηνωμένο Βασίλειο χρειάστηκε να επιλέξει μεταξύ της παραδόσεως του M. West στη Γαλλική Δημοκρατία (ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως της 31ης Αυγούστου 2007), στη Δημοκρατία της Φινλανδίας (ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως της 9ης Δεκεμβρίου 2009) και στην Ουγγαρία (της 1ης Απριλίου 2010). Όταν ο καταζητούμενος παραδόθηκε από το Ηνωμένο Βασίλειο στην Ουγγαρία τον Απρίλιο 2010, η Ουγγαρία χρειάστηκε με τη σειρά της να επιλέξει μεταξύ της μεταγενέστερης παραδόσεως του M. West στη Γαλλική Δημοκρατία ή στη Δημοκρατία της Φινλανδίας, βάσει των ίδιων ευρωπαϊκών ενταλμάτων συλλήψεως που εξέδωσαν τα δύο αυτά κράτη μέλη. Ωστόσο, το Δικαστήριο διαθέτει ελάχιστες πληροφορίες επί των λόγων που δικαιολόγησαν τις επιλογές στις οποίες προέβησαν τα δύο αυτά κράτη μέλη και, εν πάση περιπτώσει, στην υπό κρίση υπόθεση δεν ανακύπτει κανένα ζήτημα αφορών το άρθρο 16 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584.
B – Η απλή περίπτωση: μια συστηματική και τελολογική ερμηνεία του άρθρου 28 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584
64.
Για να μπορεί να γίνει δεόντως αντιληπτή η περίπλοκη υπόθεση των διαδοχικών παραδόσεων της οποίας έχει επιληφθεί το Δικαστήριο κατόπιν του προδικαστικού ερωτήματος του αιτούντος δικαστηρίου και για να δοθεί απάντηση στο τελευταίο, επιβάλλεται μια ουσιαστικά συστηματική και τελολογική ανάλυση του άρθρου 28 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 με εξέταση της απλής περιπτώσεως την οποία η διάταξη αυτή καλύπτει ρητώς. Συναφώς, η συστηματική ανάλυση θα πρέπει να αφορά δύο κανόνες τον κανόνα της ειδικότητας (άρθρο 27 της αποφάσεως-πλαισίου) και τον κανόνα της συγκαταθέσεως του κράτους μέλους εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως για κάθε μεταγενέστερη παράδοση (άρθρο 28 της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου). Στο πλαίσιο της τελολογικής ερμηνείας πρέπει να λαμβάνεται διαρκώς υπόψη ο ουσιώδης σκοπός τον οποίο επιδιώκει η απόφαση-πλαίσιο 2002/584, που είναι η αποτελεσματική και ταχεία λειτουργία του πρώτου τομέα στον οποίο «λαμβάνει συγκεκριμένη μορφή» ένας χώρος της Ένωσης που εγγυάται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες.
65.
Μολονότι στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως βρίσκουν εφαρμογή, στα άρθρα 27 και 28 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, δύο παραδοσιακά στοιχεία του δικαίου περί εκδόσεως, τα οποία είναι, αφενός, ο κανόνας της ειδικότητας και, αφετέρου, ο παράλληλος κανόνας της απαγορεύσεως κάθε μεταγενέστερης παραδόσεως ( 7 ), οι κανόνες που θέτουν τα άρθρα αυτά έχουν «προσαρμοστεί» στην ιδιαίτερη λογική του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, το οποίο αποτελεί μέσο για τη δικαστική συνεργασία στηριζόμενο στην αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως ( 8 ) και της αμοιβαίας εμπιστοσύνης ( 9 ) μεταξύ κρατών μελών, αρχή η οποία προορίζεται να αντικαταστήσει τις κλασικές αρχές του διεθνούς δικαίου επί των οποίων στηρίζονταν οι σχέσεις συνεργασίας ( 10 ) και η οποία με τη σειρά της έχει προσαρμοστεί στον επιδιωκόμενο από την Ευρωπαϊκή Ένωση ( 11 ) ειδικό σκοπό της δημιουργίας ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, εντός του οποίου διασφαλίζονται τα θεμελιώδη δικαιώματα των εμπλεκομένων ατόμων ( 12 ).
66.
Πρέπει να υπογραμμιστεί στο σημείο αυτό ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, βασικές αρχές ερμηνείας της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 πρέπει να συνιστούν η αμοιβαία αναγνώριση την οποία εισάγει το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, ως «ακρογωνιαίος λίθος» της δικαστικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών ( 13 ), και η προώθηση της αποτελεσματικής και ταχείας λειτουργίας του μηχανισμού παραδόσεως τον οποίο προβλέπει, αφενός, καθώς και η εξασφάλιση του αυστηρού σεβασμού των δικαιωμάτων και συμφερόντων των ενδιαφερομένων, εξασφάλιση που επαφίεται ιδίως στις δικαστικές αρχές των κρατών μελών που είναι επιφορτισμένες με τον έλεγχο της εκτελέσεως των ευρωπαϊκών ενταλμάτων συλλήψεως ( 14 ), αφετέρου.
67.
Το άρθρο 28 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 θέτει τον κανόνα της συγκαταθέσεως του κράτους μέλους εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως για κάθε μεταγενέστερη παράδοση, από το κράτος μέλος εκδόσεως του εντάλματος, του ατόμου το οποίο αφορά το εν λόγω ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως σε άλλο κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος εκτελέσεως, προβλέποντας παράλληλα με την αρχή αυτή ορισμένες εξαιρέσεις, περί των οποίων γίνεται λόγος αντιστοίχως στα σημεία αʹ, βʹ και γʹ του εν λόγω άρθρου 28, παράγραφος 2, ενώ το ως άνω σημείο γʹ παραπέμπει στις διατάξεις του άρθρου 27, παράγραφος 3, στοιχεία αʹ και εʹ έως ζʹ, της αποφάσεως-πλαισίου. Ο λόγος υπάρξεως της υποχρεώσεως συγκαταθέσεως πρέπει να αναζητηθεί καταρχάς σε αυτές τις διατάξεις, στο πλαίσιο της λειτουργίας του γενικού κανόνα και των εξαιρέσεών του, αφενός, και των παραπομπών από τη μια διάταξη στην άλλη, αφετέρου.
68.
Τα άρθρα 27 και 28 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, που δεν περιλαμβάνονταν στην αρχική πρόταση της Επιτροπής ( 15 ), βρίσκονται στο ίδιο κεφάλαιο που αφορά τα αποτελέσματα της παραδόσεως (ατόμου δυνάμει ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως), συνδέονται άμεσα ( 16 ) μεταξύ τους ( 17 ) και στηρίζονται στην ίδια γενική ιδέα. Προξενεί έκπληξη η διαπίστωση ότι ο κανόνας της ειδικότητας, που υποτίθεται ότι διέπει το σύνολο των διατάξεων του εν λόγω άρθρου 27, εμφανίζεται μόνο στην παράγραφο 2, ενώ η παράγραφος 1 προβλέπει μια ενδεχόμενη εξαίρεση από τον κανόνα. Ακόμα μεγαλύτερη έκπληξη προξενεί η δομή του άρθρου 28 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, καθόσον ο κανόνας που θεσπίζει «εξαφανίστηκε» κατά τη διάρκεια της νομοθετικής διαδικασίας, έτσι ώστε αυτός να δηλώνεται μόνο σιωπηρώς, a contrario sensu, σε σχέση με το σύνολο των διατάξεων ( 18 ).
69.
Πρέπει καταρχάς να τονιστεί το γεγονός ότι τα άρθρα 27, παράγραφος 1, και 28, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, λόγω της θέσεως και του περιεχομένου τους, έχουν ιδιαιτέρως μεγάλη σημασία και ότι σαφώς ασκούν επιρροή επί της σημασίας του κανόνα της ειδικότητας και του παράλληλου κανόνα της απαγορεύσεως κάθε μεταγενέστερης παραδόσεως στο σύστημα της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου.
70.
Οι ως άνω δύο παράγραφοι προβλέπουν ότι τα κράτη μέλη μπορούν να κοινοποιούν εκ των προτέρων τη συγκατάθεσή τους στο Συμβούλιο, είτε παραιτούμενα από τον κανόνα της ειδικότητας (άρθρο 27, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584) είτε συναινώντας σε μεταγενέστερη παράδοση σε άλλο κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος εκτελέσεως (άρθρο 28, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου), διευκρινιζομένου, αφενός, ότι η συγκατάθεση αυτή παράγει αποτελέσματα μόνο στις σχέσεις με εκείνα τα κράτη μέλη που έχουν προβεί στην ίδια κοινοποίηση και, αφετέρου, ότι η δικαστική αρχή εκτελέσεως μπορεί πάντοτε να αποφασίζει άλλως σε συγκεκριμένες περιπτώσεις.
71.
Μπορεί να υποτεθεί ότι, θεσπίζοντας με τον τρόπο αυτόν τον εν λόγω μηχανισμό κοινοποιήσεως στην αρχή των άρθρων 27 και 28 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, ο νομοθέτης της Ένωσης θέλησε να απευθύνει στα κράτη μέλη μιαν ιδιαίτερα έντονη πρόσκληση να δηλώσουν την αμοιβαία συγκατάθεσή τους στην παραίτηση από τον κανόνα της ειδικότητας και τον κανόνα της απαγορεύσεως κάθε μεταγενέστερης παραδόσεως, ακολουθώντας πιστά τη λογική της αρχής της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, με την επιφύλαξη της ρήτρας διασφαλίσεως που παρέχει τη δυνατότητα στη δικαστική αρχή εκτελέσεως να αποφαίνεται κατά περίπτωση, προς τον σκοπό της πλήρους εξασφαλίσεως του σεβασμού των δικαιωμάτων των ενδιαφερομένων.
72.
Κατά κάποιον τρόπο, θα μπορούσε να λεχθεί ότι οι παράγραφοι αυτές προορίζονταν να καταστούν ο κανόνας, σε πλήρη συμφωνία προς τις δύο βασικές αρχές που παρατίθενται ανωτέρω. Ωστόσο δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, διότι, όπως υπογράμμισε η Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις της, μόνον ένα κράτος μέλος έχει κάνει χρήση της δυνατότητας που προβλέπουν οι διατάξεις αυτές. Όμως, οι εν λόγω διατάξεις, παρά τη σημασία τους, παραμένουν ανεφάρμοστες, τουλάχιστον προς το παρόν, διότι αυτές δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή παρά μόνο μεταξύ των κρατών μελών που έχουν ομοίως κοινοποιήσει τη συγκατάθεση τους.
73.
Ο ρητώς τιθέμενος στο άρθρο 27, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 κανόνας της ειδικότητας και ο παράλληλος κανόνας της συγκαταθέσεως του κράτους μέλους εκτελέσεως για κάθε μεταγενέστερη παράδοση, που τίθεται σιωπηρώς στο άρθρο 28, παράγραφος 2, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, πέραν του γεγονότος ότι προέρχονται από το διεθνές δίκαιο, σημείο επί του οποίου προφανώς δεν απαιτείται να επεκταθώ εν προκειμένω ( 19 ), αποτελούν, στο σύστημα του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως και με γνώμονα τις βασικές ερμηνευτικές αρχές περί των οποίων γίνεται λόγος ανωτέρω, έκφραση μιας ιδιαίτερης ευθύνης του κράτους μέλους εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως όσον αφορά την προστασία των δικαιωμάτων και των συμφερόντων του ατόμου το οποίο παραδίδεται ( 20 ) και το οποίο περιέρχεται στη δικαιοδοσία του κατά τη στιγμή της παραδόσεώς του, πράγμα το οποίο συνεπάγεται ότι αποκτά την εξουσία να αποφασίζει για τη μεταχείριση του παραδιδόμενου ατόμου, σε συνδυασμό, εξάλλου, με την κοινωνική του επανένταξη ( 21 ).
74.
Συναφώς, δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι το κράτος μέλος εκδόσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως ζητεί από το κράτος μέλος εκτελέσεως δραστική παρέμβαση όσον αφορά την ελευθερία του εμπλεκομένου ατόμου. Το άτομο αυτό στερείται, τουλάχιστον, του δικαιώματος ελεύθερης κατοικίας εντός του κράτους μέλους εκτελέσεως ( 22 ). Με την επιφύλαξη της περιπτώσεως περί της οποίας γίνεται λόγος στο άρθρο 28, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, το άτομο το οποίο αφορά ένα ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως και το οποίο παραδίδεται σε κράτος μέλος ανακτά εξάλλου, κανονικά ( 23 ), μετά το πέρας της διαδικασίας, είτε το άτομο αυτό αθωώνεται είτε εκτίει την ποινή του, το «δικαίωμα επιστροφής» στο κράτος μέλος που προέβη στην παράδοσή του.
75.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ορίζεται ότι η νομοθεσία του κράτους μέλους εκτελέσεως είναι εκείνη η οποία διέπει, σύμφωνα με την απόφαση-πλαίσιο 2002/584, τις προϋποθέσεις παραδόσεως και τις συνέπειές της εντός του κράτους μέλους εκδόσεως του εντάλματος, μεταξύ των οποίων προϋποθέσεων περιλαμβάνονται αυτές της μεταγενέστερης παραδόσεως στον κατάλληλο χρόνο. Ο κανόνας της ειδικότητας περιορίζει τις εξουσίες του κράτους μέλους εκδόσεως του εντάλματος μόνο στις παραβάσεις εκείνες που αποτελούν τη βάση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, ενώ ο κανόνας της συγκαταθέσεως του κράτους μέλους εκτελέσεως για κάθε μεταγενέστερη παράδοση επιβεβαιώνει κατά κάποιον τρόπο τον περιορισμό αυτό σε μια ειδική περίπτωση, καθόσον αποτελεί προϋπόθεση για την παράδοση του καταζητουμένου από το κράτος μέλος εκδόσεως του εντάλματος σε τρίτο κράτος μέλος.
76.
Η σημασία αυτή υπογραμμίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 28, παράγραφος 3, στοιχεία βʹ και γʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, καθόσον το κράτος μέλος εκτελέσεως μπορεί να αρνείται την παράδοση για τους λόγους που απαριθμούνται στο άρθρο 3 ή στο άρθρο 4 της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, αφενός, ή πρέπει να παρέχει τη συγκατάθεση αυτή όταν η αξιόποινη πράξη για την οποία ζητείται η παράδοση συνεπάγεται υποχρέωση παραδόσεως σύμφωνα με την ίδια απόφαση-πλαίσιο.
77.
Επ’ αυτού, ιδιαίτερη προσοχή αξίζουν τα άρθρα 4, σημείο 6, και 5, σημείο 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, τα οποία παρέχουν ορισμένες εξουσίες στο κράτος μέλος εκτελέσεως έναντι των κατοίκων του, επιπλέον των αφορωσών τους υπηκόους του ( 24 ).
78.
Δυνάμει του εθνικού δικαίου και σύμφωνα με το άρθρο 4, σημείο 6, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, η αρμόδια δικαστική αρχή του κράτους μέλους εκτελέσεως μπορεί καταρχάς να αρνείται την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος εκδοθέντος προς εκτέλεση ποινής ή στερητικού της ελευθερίας μέτρου αν το κράτος μέλος αυτό αναλάβει την υποχρέωση να μεριμνήσει για την εκτέλεση αυτή. Δυνάμει του εθνικού δικαίου και σύμφωνα με το άρθρο 5, σημείο 3, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, η αρμόδια δικαστική αρχή του κράτους μέλους εκτελέσεως μπορεί επίσης να εξαρτήσει την παράδοση του καταζητουμένου δυνάμει ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως στο πλαίσιο ποινικής διώξεως από την προϋπόθεση ότι, μετά από ακρόασή του, το άτομο αυτό θα παραδοθεί εκ νέου στο κράτος μέλος εκτελέσεως προκειμένου να εκτίσει εκεί την ποινή του ή να υποστεί το στερητικό της ελευθερίας μέτρο που θα απαγγελθεί σε βάρος του εντός του κράτους μέλους εκδόσεως του εντάλματος.
79.
Ασφαλώς, ο κανόνας της ειδικότητας, όπως και ο κανόνας της συγκαταθέσεως του κράτους μέλους εκτελέσεως για κάθε μεταγενέστερη παράδοση, δεν εξαρτώνται ούτε από την ιθαγένεια ούτε από την κατοικία, αλλ’ ούτε καν από τη διαμονή του παραδιδόμενου δυνάμει ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως ατόμου.
80.
Εντούτοις, οι δύο αυτοί κανόνες αποτελούν στοιχεία του ελέγχου των όρων και των συνεπειών της παραδόσεως, έλεγχος ο οποίος πρέπει να λογίζεται ότι εξυπηρετεί, ευρύτερα, τον ρόλο που μπορεί να καλείται να διαδραματίσει το κράτος μέλος εκτελέσεως στο πλαίσιο της κοινωνικής επανεντάξεως του παραδιδόμενου δυνάμει ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως ατόμου μετά το πέρας της σχετικής διαδικασίας ( 25 ). Ο ρόλος αυτός, ωστόσο, επιβάλλεται, όπως θα δούμε ειδικότερα κατωτέρω, μόνον εφόσον το άτομο το οποίο αφορά ένα ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως έχει κάποιο βαθμό εντάξεως στην κοινωνία του εν λόγω κράτους μέλους ( 26 ).
81.
Αυτές οι εξαιρέσεις από τον σιωπηρό κανόνα της συγκαταθέσεως του κράτους μέλους εκτελέσεως για κάθε μεταγενέστερη παράδοση είναι τα στοιχεία εκείνα τα οποία παρέχουν τη δυνατότητα σαφούς διαγνώσεως της εννοίας και του περιεχομένου των διατάξεων του άρθρου 28, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584.
82.
Οι εν λόγω εξαιρέσεις, που προβλέπονται στο άρθρο 28, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ έως γʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 και, μέσω σχετικής παραπομπής, στο άρθρο 27, παράγραφος 3, στοιχεία αʹ και εʹ έως ζʹ, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, στηρίζονται όλες στην ύπαρξη άμεσης ή έμμεσης συγκαταθέσεως ( 27 ) μέσω παρεκκλίσεων από τον κανόνα της ειδικότητας ( 28 ), ρητής ή σιωπηρής, είτε του ατόμου το οποίο αφορά το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως είτε του κράτους μέλους εκτελέσεως.
83.
Καταρχάς, το άτομο το οποίο αφορά ένα ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως μπορεί να συναινέσει το ίδιο ρητώς για τη μεταγενέστερη παράδοσή του, είτε αμέσως ( 29 ) ενώπιον των αρμοδίων δικαστικών αρχών του κράτους μέλους εκδόσεως του εντάλματος και σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους αυτού είτε εμμέσως ( 30 ) όταν έχει προηγουμένως παραιτηθεί από τον κανόνα της ειδικότητας, στην περίπτωση αυτή κατά τον χρόνο της παραδόσεώς του στο κράτος μέλος εκδόσεως του εντάλματος, με ρητή δήλωση ενώπιον της δικαστικής αρχής του κράτους μέλους εκτελέσεως σύμφωνα με το άρθρο 13 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, ή μετά την παράδοση αυτή, επίσης με ρητή δήλωση αλλά ενώπιον της δικαστικής αρχής του κράτους μέλους εκδόσεως του εντάλματος και σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους αυτού δυνάμει του άρθρου 27, παράγραφος 3, στοιχείο στʹ, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου.
84.
Στις περιπτώσεις αυτές, το άτομο το οποίο αφορά το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως συναινεί να υπαχθεί στη δικαιοδοσία του κράτους μέλους εκδόσεως του εντάλματος αυτού, οπότε οι όροι μιας μεταγενέστερης παραδόσεώς του θα διέπονται από το δίκαιο του κράτους μέλους αυτού. Η αρχική ευθύνη του κράτους μέλους εκτελέσεως έναντι του ως άνω ατόμου μεταφέρεται, με τη βούληση του εν λόγω ατόμου, στο κράτος μέλος εκδόσεως του εντάλματος που «μπορεί», επομένως, να αποφασίζει, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 28, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, περί της μεταγενέστερης παραδόσεώς του σε ένα τρίτο κράτος μέλος, έχοντας παράλληλα τη δυνατότητα να αρνηθεί μια τέτοια παράδοση, ενδεχομένως, εφαρμόζοντας τις διατάξεις της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου.
85.
Αφετέρου, η δικαστική αρχή του κράτους μέλους εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως λογίζεται, επίσης, κατά λογική συνέπεια, ότι έχει συγκατατεθεί εμμέσως σε μια μεταγενέστερη παράδοση του εμπλεκομένου ατόμου σε άλλο κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος εκτελέσεως ( 31 ) όταν έχει συναινέσει στη μη εφαρμογή του κανόνα της ειδικότητας ( 32 ). Στην περίπτωση αυτή, πράγματι, το κράτος μέλος εκτελέσεως έχει μεταφέρει την ειδική ευθύνη που το βαρύνει έναντι του καταζητούμενου ατόμου στο κράτος μέλος εκδόσεως του εντάλματος. Το τελευταίο δεν δεσμεύεται πλέον από τον κανόνα της ειδικότητας και μπορεί, επομένως, δυνάμει του δικού του δικαίου και σύμφωνα με την απόφαση-πλαίσιο 2002/584, να παραδώσει ή να αρνηθεί να παραδώσει το άτομο αυτό σε τρίτο κράτος μέλος.
86.
Το γεγονός ότι το ενδιαφερόμενο άτομο βρίσκεται εκουσίως στο έδαφος του κράτους μέλους εκδόσεως του εντάλματος ( 33 ) αποτελεί, τέλος, την τελευταία εξαίρεση από τον κανόνα της συγκαταθέσεως του κράτους μέλους εκτελέσεως για κάθε μεταγενέστερη παράδοση. Βάσει της εξαιρέσεως αυτής, το κράτος μέλος εκδόσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως δεν δεσμεύεται από τον κανόνα της ειδικότητας ούτε υποχρεούται να ζητεί τη συγκατάθεση του κράτους μέλους εκτελέσεως για τη μεταγενέστερη παράδοση όταν το καταζητούμενο άτομο εξακολουθεί να βρίσκεται στο έδαφός του, για 45 ημέρες ( 34 ), ενώ το εν λόγω άτομο ήταν ελεύθερο και εδικαιούτο να εγκαταλείψει το ως άνω κράτος ή να επιστρέψει σε αυτό. Υπό τις συνθήκες αυτές μπορεί να γίνει δεκτό ότι το εν λόγω άτομο, ενεργώντας με τον τρόπο αυτόν, δέχθηκε σιωπηρώς να υπαχθεί ανεπιφύλακτα στη δικαιοδοσία του ως άνω κράτους μέλους ( 35 ).
87.
Συμπερασματικά, η προϋπόθεση της συγκαταθέσεως του κράτους μέλους εκτελέσεως για κάθε μεταγενέστερη παράδοση, στην απλή περίπτωση την οποία προβλέπει ρητώς το άρθρο 28, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, αποσκοπεί ουσιαστικά στο να παράσχει τη δυνατότητα στο κράτος μέλος αυτό να εξακολουθεί να επηρεάζει τους όρους παραδόσεως ατόμου σε άλλο κράτος μέλος, ειδικά υπό την ιδιότητα του κράτους μέλους που εγγυάται σε πρώτο βαθμό τα δικαιώματα και τις ελευθερίες του παραδιδόμενου ατόμου και τους περιορισμούς τους οποίους αυτή αναπόφευκτα συνεπάγεται.
88.
Για τον λόγο αυτόν το παραδιδόμενο άτομο μπορεί να ενεργεί με τέτοιο τρόπο, οποτεδήποτε και ανεξαρτήτως των περιπτώσεων υπό όρους παραδόσεως, ώστε να μην απαιτείται η συγκατάθεση του κράτους μέλους εκτελέσεως, είτε εκφράζοντας αμέσως ή εμμέσως τη βουλήσή του είτε μέσω της συμπεριφοράς του (όταν κατοικεί εκουσίως, έστω και για σύντομο χρονικό διάστημα, ή όταν επιστρέφει εκουσίως στο κράτος μέλος εκδόσεως του εντάλματος). Ενεργώντας με τον τρόπο αυτόν, το καταζητούμενο άτομο όχι μόνον «καθιστά μη απαιτητή» κάθε παρέμβαση του κράτους μέλους εκτελέσεως στη διαδικασία μεταγενέστερης παραδόσεως, αλλά ιδίως, και κατά κύριο λόγο, περιέρχεται στη δικαιοδοσία του κράτους μέλους εκδόσεως του εντάλματος, το οποίο έχει, όταν εκδηλωθεί η σχετική βούληση, την ευθύνη να εξασφαλίσει τον σεβασμό των δικαιωμάτων και των ελευθεριών του.
89.
Αν γίνει αποδεκτή η ως άνω ερμηνεία του άρθρου 28 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 προκειμένου περί μιας απλής καταστάσεως, η έννοια της εν λόγω διατάξεως όταν αυτή πρέπει να τύχει εφαρμογής σε μια περιπλοκότερη περίπτωση που δεν προβλέπεται ρητώς από αυτήν θα πρέπει να συνάγεται με σχετική ευκολία.
Γ – Η συγκατάθεση του κράτους μέλους εκτελέσεως σε περίπλοκες καταστάσεις
1. Η απόρριψη της απόψεως περί της ανάγκης να δίδεται συγκατάθεση του συνόλου των κρατών μελών εκτελέσεως μιας αλυσίδας ευρωπαϊκών ενταλμάτων συλλήψεως
90.
Η ερμηνεία του άρθρου 28, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 η οποία απαιτεί τη συγκατάθεση του συνόλου των κρατών μελών εκτελέσεως μιας αλυσίδας ευρωπαϊκών ενταλμάτων συλλήψεως για τη μεταγενέστερη παράδοση του καταζητούμενου ατόμου στο τελευταίο κράτος μέλος εκδόσεως σχετικού εντάλματος όταν υφίσταται αλυσίδα τέτοιων ενταλμάτων δύσκολα συμβιβάζεται με την απαίτηση αποτελεσματικότητας και ταχύτητας της λειτουργίας του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως.
91.
Η ως άνω εκτίμηση ισχύει όποιες και αν ενδέχεται να είναι οι λεπτομέρειες εφαρμογής οι οποίες αφορούν την υποβολή των αιτημάτων παροχής συγκαταθέσεως, είτε αυτά απευθύνονται ταυτόχρονα από το κράτος μέλος εκδόσεως του εντάλματος στο σύνολο των διαδοχικών κρατών μελών εκτελέσεως είτε υποβάλλονται το ένα μετά το άλλο, από το κράτος μέλος εκδόσεως του εντάλματος που καλείται να αποφασίσει για τη μεταγενέστερη παράδοση στο κράτος μέλος που του παρέδωσε το καταζητούμενο άτομο, καταρχάς, και, στη συνέχεια, από το τελευταίο αυτό κράτος μέλος σε εκείνο που του το είχε παραδώσει προηγουμένως και ούτω καθεξής μέχρι το αρχικό κράτος μέλος, όπως πρότεινε η Γαλλική Κυβέρνηση με τις προφορικές παρατηρήσεις της.
92.
Πράγματι, και στις δύο περιπτώσεις, όχι μόνο θα επιβραδυνόταν ο μηχανισμός παραδόσεως, παρά την προθεσμία των 30 ημερών περί της οποίας γίνεται λόγος στο άρθρο 28, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, αλλά, ιδίως, θα δημιουργείτο σοβαρός κίνδυνος να καταστεί ανενεργός, διότι κάθε κράτος μέλος εκτελέσεως θα μπορούσε να αντιταχθεί σε μια μεταγενέστερη παράδοση δυνάμει του άρθρου 28, παράγραφος 3, στοιχείο δʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, χωρίς κάτι τέτοιο να δικαιολογείται από κανένα νομικής ή κοινωνικής φύσεως λόγο.
93.
Πράγματι, αφενός, τα διάφορα κράτη μέλη εκτελέσεως δεσμεύονται εξ ορισμού από την αρχή της ειδικότητας, αλλιώς θα είχε εφαρμογή η εξαίρεση του άρθρου 28, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584. Πέραν των προβλεπομένων εξαιρέσεων, η ανάγκη παροχής της συγκαταθέσεως του κράτους μέλους εκτελέσεως δικαιολογείται μόνον όσον αφορά το κράτος εκείνο που πρέπει να ελέγχει πλήρως τους όρους παραδόσεως του καταζητούμενου ατόμου, όπως διευκρινίζεται ανωτέρω. Επιπλέον, το να παρέχεται σε κάθε κράτος μέλος εκτελέσεως μιας αλυσίδας ευρωπαϊκών ενταλμάτων συλλήψεως η εξουσία να δίδει τη συγκατάθεσή του για κάθε μεταγενέστερη παράδοση συνεπάγεται την ταυτόχρονη εφαρμογή τόσων εθνικών δικαίων όσων και εμπλεκομένων κρατών, έστω και τηρουμένης της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, και θα παρείχε ισάριθμες δυνατότητες παρεμποδίσεως της παραδόσεως αυτής, πράγμα το οποίο θα έθετε σοβαρά σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα του μηχανισμού.
94.
Αφετέρου, και εξαιρέσει των περιπτώσεων συνδρομής όλως εξαιρετικών περιστάσεων, τα διάφορα κράτη μέλη εκτελέσεως δεν μπορούν να αναλαμβάνουν ταυτόχρονα μιαν ιδιαίτερη ευθύνη, όσον αφορά την κοινωνική επανένταξη, έναντι του ίδιου ατόμου που δικαιολογεί την ανάγκη παροχής της συγκαταθέσεώς τους για μια μεταγενέστερη παράδοση.
95.
Συνοψίζοντας, εκτιμώ ότι το άρθρο 28 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 δεν μπορεί να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι επιτρέπει τον πολλαπλασιασμό των απαιτούμενων συγκαταθέσεων, έστω και αν τούτο αφορά δύο μόνο κράτη, που θα πρέπει να παρέχονται για μια μεταγενέστερη παράδοση ατόμου καταζητούμενου βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως.
2. Ο προσδιορισμός του κράτους μέλους εκτελέσεως που πρέπει να δώσει τη συγκατάθεσή του για κάθε μεταγενέστερη παράδοση σε περίπλοκες καταστάσεις
96.
Κατόπιν του ανωτέρω συμπεράσματος, συνάγεται ότι το κράτος μέλος εκτελέσεως που πρέπει να δώσει τη συγκατάθεσή του για κάθε μεταγενέστερη παράδοση υπό την έννοια του άρθρου 28, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 δεν μπορεί να είναι άλλο από αυτό που προκύπτει από τον λόγο για τον οποίο προβλέφθηκε η συγκατάθεση αυτή, όπως εξετέθη προηγουμένως.
97.
Το ως άνω κράτος είναι, καταρχήν, το πρώτο κράτος μέλος εκτελέσεως της αλυσίδας ευρωπαϊκών ενταλμάτων συλλήψεως, ήτοι το αρχικό κράτος μέλος εκτελέσεως, καθόσον αυτό είναι το μόνο το οποίο δεν είναι επίσης κράτος μέλος εκδόσεως εντάλματος στην ως άνω αλυσίδα και, επομένως, εξ ορισμού, δεσμεύεται από τον κανόνα της ειδικότητας. Το κράτος αυτό είναι, κατά κάποιο τρόπο, το κατά κύριο λόγο κράτος εκτελέσεως, το οποίο μπορεί να ασκήσει κάθε είδους εξουσία στο άτομο το οποίο αφορούν τα εν λόγω εντάλματα, ενώ η αντίστοιχη εξουσία των ακόλουθων κρατών μελών εκτελέσεως στην ως άνω αλυσίδα περιορίζεται στην ικανοποίηση του ius puniendi των κρατών αυτών.
98.
Υπό την προοπτική αυτή, μόνον το Ηνωμένο Βασίλειο είναι, καταρχήν, το κράτος το οποίο πρέπει να παράσχει τη συγκατάθεσή του, υπό τις συνθήκες της κύριας δίκης, για τη μεταγενέστερη παράδοση του M. West από τη Δημοκρατία της Φινλανδίας στη Γαλλική Δημοκρατία, λύση η οποία είναι προτιμητέα και λόγω του γεγονότος ότι κατά πάσα πιθανότητα ο καταζητούμενος έχει τις στενότερες σχέσεις με αυτό το πρώτο κράτος μέλος. Εξάλλου, δεδομένου ότι το Ηνωμένο Βασίλειο συναίνεσε, έστω και a posteriori, για τη μεταγενέστερη παράδοση του M. West από την Ουγγαρία στη Δημοκρατία της Φινλανδίας, δύσκολα θα μπορούσε να δικαιολογηθεί η απαίτηση παροχής συγκαταθέσεως από την Ουγγαρία για τη μεταγενέστερη παράδοσή του από τη Δημοκρατία της Φινλανδίας στη Γαλλική Δημοκρατία.
99.
Πρέπει ακόμη να προστεθεί ότι οι περιστάσεις της κύριας δίκης συνηγορούν υπέρ της απόψεως ότι δεν είναι σκόπιμη η μεταφορά του «δικαιώματος περί περοχής συγκαταθέσεως» του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ουγγαρία. Αποτελούν χαρακτηριστικό στοιχείο των εν λόγω περιστάσεων τα συνεχή άκαρπα διαβήματα της Γαλλικής Δημοκρατίας με σκοπό την παράδοση του M. West από το Ηνωμένο Βασίλειο.
100.
Η ως άνω λογική θα έχει προφανώς τα ίδια αποτελέσματα σε περίπτωση που εμπλέκονται περισσότερα από τέσσερα κράτη μέλη, καθόσον το κατά κύριο λόγο κράτος μέλος εκτελέσεως θα έπρεπε καταρχήν να δώσει τη συγκατάθεσή του, ενώ τα ενδιάμεσα κράτη μέλη δεν θα έπρεπε να έχουν λόγο για μια μεταγενέστερη παράδοση. Αντιθέτως, αν σε παρόμοια περίπτωση στην οποία δηλαδή εμπλέκονται περισσότερα από τέσσερα κράτη μέλη, το άτομο το οποίο αφορούν τα ευρωπαϊκά εντάλματα συλλήψεως παραιτηθεί, είτε με δήλωσή του είτε με τη συμπεριφορά του, από την ανάγκη παροχής συγκαταθέσεως του κατά κύριο λόγο κράτους μέλους εκτελέσεως, τούτο θα πρέπει να έχει λογικά ως συνέπεια το ότι το πρώτο κράτος μέλος εκδόσεως του εντάλματος θα πρέπει να δώσει, εν προκειμένω, τη συγκατάθεσή του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 28 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584.
101.
Η ως άνω συνέπεια μπορεί να δώσει λαβή για ένα γενικά διατυπωμένο κανόνα, που θα μπορούσε να έχει ως ακολούθως:
«Σε περίπτωση μιας αλυσίδας ευρωπαϊκών ενταλμάτων συλλήψεως που αφορούν το ίδιο άτομο, στην οποία εμπλέκονται περισσότερα από τρία κράτη μέλη, και διαδοχικών αιτημάτων παραδόσεως, η συγκατάθεση για τη μεταγενέστερη παράδοση την οποία απαιτεί a contrario sensu το άρθρο 28 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 πρέπει να ζητείται μόνον από το πρώτο κράτος μέλος, κατ’ αντίστροφη χρονολογική σειρά, το οποίο προέβη στην παράδοση του καταζητούμενου ατόμου χωρίς να έχει το ίδιο ζητήσει, κατ’ εφαρμογήν των εν λόγω διατάξεων, την ως άνω συγκατάθεση.»
102.
Εντούτοις, καθόσον, υπό τις περιστάσεις της κύριας δίκης, εμπλέκονται εν προκειμένω μόνον τέσσερα κράτη, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί, απλούστερα, ότι το άρθρο 28, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 έχει την έννοια ότι, σε κατάσταση όπως αυτή της κύριας δίκης, το πρώτο κράτος μέλος εκτελέσεως στην αλυσίδα των ενταλμάτων συλλήψεως είναι το μόνο κράτος το οποίο πρέπει να δίδει, ενδεχομένως, δηλαδή εφόσον οι οικείες περιστάσεις δεν εμπίπτουν σε κάποια από τις εξαιρέσεις που προβλέπει ακριβώς η διάταξη αυτή, τη συγκατάθεσή του για κάθε μεταγενέστερη παράδοση του καταζητούμενου ατόμου σε κάθε άλλο κράτος μέλος εκδόσεως σχετικού εντάλματος, αποκλειομένων των ακολούθων κρατών μελών εκτελέσεως.
103.
Πιο συγκεκριμένα, εκτιμώ ότι, υπό τις περιστάσεις της κύριας δίκης, και εφόσον δεν συντρέχει καμία από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 28, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να διαπιστώσει, απαιτείται μόνον η συγκατάθεση του Ηνωμένου Βασιλείου για την παράδοση του M. West από τη Δημοκρατία της Φινλανδίας στη Γαλλική Δημοκρατία, ενώ η συγκατάθεση της Ουγγαρίας δεν είναι εν προκειμένω ούτε αναγκαία ούτε καν επιθυμητή, με τη διευκρίνιση ότι εναπόκειται στη Δημοκρατία της Φινλανδίας να προβεί στα αναγκαία διαβήματα για να λάβει τη συγκατάθεση αυτή.
VI – Πρόταση
104.
Καταλήγοντας, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα του Korkein oikeus:
Το άρθρο 28, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, έχει την έννοια ότι, σε καταστάσεις όπως αυτή της κύριας δίκης, το πρώτο κράτος μέλος εκτελέσεως σε μια αλυσίδα ενταλμάτων συλλήψεως είναι το κράτος εκείνο το οποίο πρέπει να δίδει, ενδεχομένως, δηλαδή εφόσον οι οικείες περιστάσεις δεν εμπίπτουν σε κάποια από τις εξαιρέσεις που προβλέπει ακριβώς η διάταξη αυτή, τη συγκατάθεσή του για κάθε μεταγενέστερη παράδοση του καταζητούμενου ατόμου σε κάθε άλλο κράτος μέλος εκδόσεως σχετικού εντάλματος, αποκλειομένων των ακολούθων κρατών μελών εκτελέσεως.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) Harvey, M., The Island of Lost Maps: A True Story of Cartographic Crime, Broadway, 2001.
( 3 ) ΕΕ L 190, σ. 1, και διορθωτικό ΕΕ 2006, L 279, σ. 30. Απόφαση-πλαίσιο όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009 (ΕΕ L 81, σ. 24, στο εξής: απόφαση-πλαίσιο 2002/584).
( 4 ) ΕΕ L 114, σ. 56.
( 5 ) Στο εξής: φινλανδικός νόμος περί παραδόσεως.
( 6 ) Στο εξής: απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 2011.
( 7 ) Bouloc, B., «Le principe de la spécialité en droit pénal international», Mélanges dédiés à Dominique Holleaux, Litec, 1990, σ. 7 και 20· Semmelman, J., «The Doctrine of Specialty in Criminal Cases», New York Law Journal, 2008, τόμος 239, αριθ. 2.
( 8 ) Βλ., συναφώς, αιτιολογική σκέψη 6 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584.
( 9 ) Βλ., συναφώς, αιτιολογική σκέψη 10 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584.
( 10 ) Βλ., συναφώς, αιτιολογικές σκέψεις 5 και 11 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584.
( 11 ) Βλ., συναφώς, αιτιολογικές σκέψεις 5 και 6 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584.
( 12 ) Βλ., συναφώς, αιτιολογική σκέψη 12 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584.
( 13 ) Κατά την έκφραση που χρησιμοποιεί η αιτιολογική σκέψη 6 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584· βλ., επίσης, απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 2008, C-388/08 PPU, Leymann και Pustovarov (Συλλογή 2008, σ. I-8983, σκέψη 49).
( 14 ) Βλ., συναφώς, αιτιολογική σκέψη 8 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584.
( 15 ) Περί των προπαρασκευαστικών εργασιών, οι οποίες κατά τα λοιπά ελάχιστα βοηθούν, βλ., την πρόταση της Επιτροπής της 25ης Μαΐου 2001 [COM(2001) 522 τελικό/2]· πρβλ. τις προτάσεις των άρθρων 22 και 23 στο σημείωμα της Προεδρίας του Συμβουλίου προς την επιτροπή του άρθρου 36, της 31ης Οκτωβρίου 2001 (έγγραφο αριθ. 13425/01, COPEN 65 και CAT 33)· σημείωμα της Προεδρίας του Συμβουλίου προς την επιτροπή του άρθρου 36, της 19ης Νοεμβρίου 2001 (έγγραφο αριθ. 14207/01, COPEN 69 και CATS 37), καθώς και σημείωμα της Coreper προς το Συμβούλιο της 4ης Δεκεμβρίου 2001 (έγγραφο αριθ. 14867/01, COPEN 79 και CATS 50).
( 16 ) Η παραπομπή στην οποία προβαίνει το άρθρο 28, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 στο άρθρο 27, παράγραφος 3, στοιχεία αʹ και εʹ έως ζʹ, της αποφάσεως αυτής συνδέει στενά τους κανόνες, όπως θα δούμε στη συνέχεια.
( 17 ) Οι δύο διατάξεις περιλαμβάνουν μια πολύ σημαντική πρώτη παράγραφο με πολύ παρόμοια διατύπωση.
( 18 ) Πρέπει να σημειωθεί, συναφώς, ότι στην αρχική τους μορφή οι δύο διατάξεις περιελάμβαναν, στην παράγραφο 1, όμοιο κείμενο, όπως προκύπτει από τις προπαρασκευαστικές εργασίες. Ωστόσο, ενώ, στο τέλος, ο κανόνας της ειδικότητας, μολονότι μετακινήθηκε από την παράγραφο 1 στην παράγραφο 2 του άρθρου 27 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, διατηρήθηκε ρητώς, ο κανόνας που ρητώς απαιτεί τη συγκατάθεση του κράτους μέλους εκτελέσεως για κάθε μεταγενέστερη παράδοση εξαφανίστηκε από την παράγραφο 2 του άρθρου 28 της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου. Βλ. άρθρα 22, παράγραφος 1, και 23, παράγραφος 1, του σχεδίου αποφάσεως-πλαισίου που περιλαμβάνεται στο προαναφερθέν σημείωμα της Προεδρίας του Συμβουλίου προς την επιτροπή του άρθρου 36, της 19ης Νοεμβρίου 2001, το οποίο περιέχει εξάλλου μιαν υποσημείωση που διευκρινίζει ότι «[η] ίδια φιλοσοφία ακολουθείται για τα άρθρα 23 και 22 [που θέτουν τον κανόνα της ειδικότητας]. Γι’ αυτό οι αντιπροσωπείες που διέκειντο ευνοϊκώς ως προς τη διατήρηση της αρχής της ειδικότητας ήταν επίσης υπέρ της γνώμης ότι το πρώτο κράτος εκτελέσεως πρέπει καταρχήν να δίδει πάντοτε τη συγκατάθεσή του».
( 19 ) Βλ., ιδίως, άρθρο 14 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Εκδόσεως, της 13ης Δεκεμβρίου 1957. Βλ., συναφώς, τις ανωτέρω επιστημονικές εργασίες.
( 20 ) Το Δικαστήριο διευκρίνισε, επ’ αυτού, ότι ο κανόνας της ειδικότητας, που συνδέεται με την κυριαρχία του κράτους μέλους εκτελέσεως, παρέχει στο καταζητούμενο άτομο το δικαίωμα να μη διώκεται, να μην καταδικάζεται ή να μη στερείται της ελευθερίας του παρά μόνο για την αξιόποινη πράξη που προκάλεσε την παράδοσή του· βλ. απόφαση Leymann και Pustovarov, προαναφερθείσα (σκέψη 44).
( 21 ) Επί της πτυχής αυτής, βλ. σημείο 80 της παρούσας γνώμης.
( 22 ) Περιλαμβανομένης, εξάλλου, της περιπτώσεως όπου το άτομο αυτό στερήθηκε της ελευθερίας του εντός του κράτους μέλους εκτελέσεως κατά τον χρόνο της παραδόσεώς του, υπό την προϋπόθεση ότι η κατάστασή του παρουσιάζει συνδετικά στοιχεία με το τελευταίο αυτό κράτος.
( 23 ) Υπό την επιφύλαξη, ως προς το ζήτημα αυτό της περιπτώσεως, επί της οποίας θα έχω την ευκαιρία να επανέλθω, ατόμου παραδοθέντος από κράτος μέλος εντός του οποίου αυτό συνελήφθη σε εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως χωρίς ωστόσο να κατοικεί ή να διαμένει εκεί ή χωρίς να υφίσταται κάποιο συνδετικό στοιχείο με το κράτος αυτό, ήτοι, εν ολίγοις, την περίπτωση στην οποία το καταζητούμενο άτομο συλλαμβάνεται ενώ προσπαθεί να διαφύγει.
( 24 ) Καθώς και, όσον αφορά το άρθρο 4, σημείο 3, της αποφάσεως-πλαισίου, τα άτομα που κατοικούν στο έδαφός του.
( 25 ) Βλ., επ’ αυτού, αποφάσεις της 17ης Ιουλίου 2008, C-66/08, Kozłowski (Συλλογή 2008, σ. I-6041, σκέψη 45), και της 6ης Οκτωβρίου 2009, C-123/08, Wolzenburg (Συλλογή 2009, σ. I-9621, σκέψη 62).
( 26 ) Απόφαση Wolzenburg, προαναφερθείσα (σκέψη 67).
( 27 ) Βλ., επ’ αυτού, απόφαση Leymann και Pustovarov, προαναφερθείσα (σκέψη 68).
( 28 ) Οι ως άνω εξαιρέσεις αποτελούν παραδοσιακές εξαιρέσεις από την αρχή της ειδικότητας του διεθνούς δικαίου περί εκδόσεως· επ’ αυτού, βλ. Franchimont, M., κ.λπ., Manuel de procédure pénale, Larcier, 2η έκδοση, σ. 1297· Huet, A., και Koering-Joulin, R., Droit pénal international, PUF, 2005, 3η έκδοση, αριθ. 294, σ. 486.
( 29 ) Άρθρο 28, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της αποφάσεως-πλαισίου.
( 30 ) Άρθρα 13, 27, παράγραφος 3, στοιχεία εʹ και στʹ, και 28, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, της αποφάσεως-πλαισίου.
( 31 ) Εκτός, ασφαλώς, της περιπτώσεως εφαρμογής του κανόνα τον οποίο προβλέπει ακριβώς το άρθρο 28, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου.
( 32 ) Άρθρα 27, παράγραφος 3, στοιχείο ζʹ, και 28, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, της αποφάσεως-πλαισίου.
( 33 ) Η εν λόγω εξαίρεση συνδέεται τόσο αμέσως με το άρθρο 28, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 όσο και εμμέσως, ως εξαίρεση από τον κανόνα της ειδικότητας, δυνάμει του συνδυασμού των άρθρων 28, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, και 27, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου.
( 34 ) Η ως άνω προθεσμία 45 ημερών είναι συνήθης· βλ., για παράδειγμα, άρθρο 14, παράγραφος 3, του ψηφίσματος 45/116 της Γενικής Συνελεύσεως των Ηνωμένων Εθνών, της 14ης Δεκεμβρίου 1990, με τίτλο «Traité type d’extradition» [υπόδειγμα συμβάσεως περί εκδόσεως].
( 35 ) Επ’ αυτού, βλ. Bouloc, B., όπ.π.
Full & Egal Universal Law Academy