4.8.2012
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 235/14
Προσφυγή της 7ης Ιουνίου 2012 — UTi Worldwide κ.λπ. κατά Επιτροπής
(Υπόθεση T-264/12)
2012/C 235/35
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Διάδικοι
Προσφεύγουσες: UTi Worldwide, Inc. (Tortola, Βρετανικές Παρθένες Νήσοι), UTi Nederland BV (Schiphol, Κάτω Χώρες) και UTI Worldwide (UK) Ltd (Reading, Ηνωμένο Βασίλειο) (εκπρόσωπος P. Kirch, δικηγόρος)
Καθής: Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα των προσφευγουσών
Οι προσφεύγουσες ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει τα άρθρα 1 και 2 της αποφάσεως C(2012) 1959 τελικό της Επιτροπής, της 28ης Μαρτίου 2012, επί της υποθέσεως COMP/39.462 — «Αποστολή Εμπορευμάτων» — καθόσον αφορά τις προσφεύγουσες·
—
επικουρικώς, να ακυρώσει το άρθρο 2 της αποφάσεως της 28ης Μαρτίου 2012, καθόσον αφορά τις προσφεύγουσες, ακυρώνοντας ή μειώνοντας συνακόλουθα το ποσό του προστίμου·
—
να διασφαλίσει ότι οι διαπιστώσεις και οι κρίσεις του περί των UTi Nederland και UTi UK θα έχουν πλήρως εφαρμογή και στην περίπτωση της UTi Worldwide Inc., μητρικής εταιρίας μη εμπλεκομένης στα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, πλην όμως φέρουσας ευθύνη για τις ενέργειες των θυγατρικών της σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση και
—
να καταδικάσει την καθής στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
Λόγοι ακυρώσεως και κύρια επιχειρήματα
Προς στήριξη της προσφυγής τους, οι προσφεύγουσες προβάλλουν δύο λόγους ακυρώσεως, έκαστος των οποίων αποτελείται από τρία σκέλη.
1)
Ο πρώτος λόγος, ο οποίος προβάλλεται προς στήριξη του πρώτου αιτήματος, αντλείται από το επιχείρημα ότι οι προσφεύγουσες δεν παρέβησαν το άρθρο 101 ΣΛΕΕ και το άρθρο 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ:
—
Η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη περιλαμβάνοντας τις προσφεύγουσες στη σύμπραξη περί Αυτοματοποιημένου Συστήματος Δηλώσεως (στο εξής: AMS) και παραλείποντας να διακριβώσει τα πραγματικά περιστατικά και να προβεί σε πλήρη και προσήκουσα ανάλυση των στοιχείων που είχε στην κατοχή της, καθόσον:
—
Η Επιτροπή δεν προέβη στην προσήκουσα ανάλυση των στοιχείων που είχε στην κατοχή της·
—
Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει παρανόηση του περιεχομένου των διαβουλεύσεων στο πλαίσιο της ενώσεως Freight Forward International (στο εξής: FFI)·
—
Τα μέλη της FFI δεν σύναψαν συμφωνία περί τιμών ή περί του εύρους αυτών·
—
Οι προσφεύγουσες και άλλοι μεταφορείς επέβαλαν επιλεκτικώς επιβάρυνση λόγω εξόδων για το AMS, προκειμένου να αποκτήσουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα·
—
Η Επιτροπή αγνόησε σαφή αποδεικτικά στοιχεία περί του ότι η συμμετοχή των προσφευγουσών στην FFI δεν αποδείκνυε και τη συμμετοχή τους στη σύμπραξη με αντικείμενο τις επιβαρύνσεις λόγω του AMS και
—
η Επιτροπή αγνόησε σαφή αποδεικτικά στοιχεία περί του ότι οι προσφεύγουσες καθόρισαν ανεξάρτητα την επιβάρυνση λόγω εξόδων για το AMS, βασιζόμενες στο ποσό που χρέωναν αντιστοίχως οι εταιρίες αεροπορικής μεταφοράς φορτίων και σε άλλους παράγοντες περί καθορισμού τιμών εντός της αγοράς.
—
Η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι οι προσφεύγουσες μετείχαν σε οποιαδήποτε συμφωνία σκοπούσα στη νόθευση του ανταγωνισμού, κατά την έννοια του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ, καθόσον:
—
Η παρουσία των προσφευγουσών σε έξι συναντήσεις και συσκέψεις της FFI δεν συνιστά νομικώς παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ·
—
Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει κανένα αποδεικτικό στοιχείο περί του ότι οι προσφεύγουσες μετείχαν σε διμερείς ή πολυμερείς διαβουλεύσεις εκτός της FFI, όσον αφορά την επιβάρυνση λόγω AMS.
—
Η επιβάρυνση λόγω AMS δεν είχε «ουσιαστική επίπτωση» στον ανταγωνισμό, καθόσον:
—
Η επιβάρυνση λόγω AMS αποτελούσε ελάχιστο ποσοστό της συνολικής τιμής αποστολής·
—
Η εποβολή της επιβαρύνσεως λόγω του AMS ήταν αναπόφευκτη, λόγω της αποφάσεως των εταιριών αεροπορικής μεταφοράς φορτίων να επιβάλουν επιβάρυνση και, ως εκ τούτου, δεν είχε ουσιαστικές επιπτώσεις στην αγορά.
2)
Ο δεύτερος λόγος, ο οποίος προβάλλεται προς στήριξη του δευτέρου αιτήματος της προσφυγής, αντλείται από το ότι η απόφαση της Επιτροπής περί επιβολής προστίμου αντιβαίνει στο άρθρο 23, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 (1) του Συμβουλίου και στις κατευθυντήριες γραμμές περί επιβολής προστίμων της ίδιας της Επιτροπής (2), ενώ επίσης συνιστά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και ενέχει σφάλμα ως προς τον υπολογισμό:
—
Η Επιτροπή παραλείπει να εφαρμόσει την έννοια της «σοβαρότητας» της παραβάσεως, κατά το άρθρο 23, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου και τα άρθρα 19 και 20 των κατευθυντήριων γραμμών περί επιβολής προστίμων, καθόσον:
—
Δεν υπήρχε καμία ουσιαστική ανάμειξη των προσφευγουσών στην προβαλλόμενη παράβαση·
—
Δεν υπήρχε καμία ουσιαστική ανάμειξη στην προβαλλόμενη παράβαση·
—
Οι ενέργειες των προσφευγουσών δεν ήταν δυνατό να εξατομικευθούν προς καταλογισμό, όσον αφορά τη συνολική συμπεριφορά όλων των εμπλεκομένων επιχειρήσεων.
—
Η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, καθόσον:
—
Η εφαρμογή ποσοστού 16 % είναι δυσανάλογη από νομικής απόψεως και από απόψεως των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως·
—
Οι υπολογισμοί που βασίσθηκαν σε ολόκληρη την αγορά μεταφοράς φορτίων αντέβαιναν στην αρχή της αναλογικότητας·
—
Η εφαρμογή του συντελεστή διάρκειας δεν ήταν αναλογική·
—
Ο συνυπολογισμός πρόσθετου ποσού επί του βασικού δεν έχει αναλογικό χαρακτήρα.
—
Το πρόστιμο που επέβαλε η Επιτροπή ατομικώς στη UTi Worldwide Inc., ως μητρική εταιρία, είναι αυξημένο κατά τρόπο αυθαίρετο και πεπλανημένο εξαιτίας του μαθηματικού τύπου υπολογισμού που προέκρινε η Επιτροπή.
(1) Κανονισμός (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης (ΕΕ 2003 L 1, σ. 1)
(2) Κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής για τη μέθοδο υπολογισμού των προστίμων που επιβάλλονται κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 23, παράγραφος 2, σημείο α', του κανονισμού 1/2003 (ΕΕ 2006 C 210, σ. 2)
Full & Egal Universal Law Academy