8.9.2012
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 273/15
Προσφυγή της 4ης Ιουλίου 2012 — Γερμανία κατά Επιτροπής
(Υπόθεση T-295/12)
2012/C 273/26
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (εκπρόσωποι: T. Henze και J. Möller και οι δικηγόροι T. Lübbig και M. Klasse)
Καθής: Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα της προσφεύγουσας
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της 25ης Απριλίου 2012, σχετικά με το μέτρο SA.25051 (C-19/2010) (πρώην NN 23/2010), το οποίο έθεσε σε εφαρμογή η Γερμανία υπέρ της Zweckverband Tierkörperbeseitigung in Rheinland-Pfalz, im Saarland, im Rheingau-Taunus-Kreis und im Landkreis Limburg-Weilburg [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό C(2012) 2557 τελικό],
—
να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
Λόγοι ακυρώσεως και κύρια επιχειρήματα
Προς στήριξη της προσφυγής της, η προσφεύγουσα προβάλλει επτά λόγους.
1)
Ο πρώτος λόγος αντλείται από παράβαση του άρθρου 107, παράγραφος 1, και του άρθρου 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, καθόσον η Επιτροπή εσφαλμένα έκρινε ότι η εκ μέρους της Zweckverband πρόβλεψη πλεονάζοντος δυναμικού σε περίπτωση επιζωοτιών δεν μπορεί να θεωρηθεί ως υπηρεσία γενικού οικονομικού συμφέροντος, υπερβαίνοντας προδήλως τα όρια που θέτουν τα κριτήρια ελέγχου τα οποία το θεσμικό αυτό όργανο οφείλει να χρησιμοποιεί κατ’ εφαρμογή της νομολογίας των δικαστηρίων της Ένωσης. Ειδικότερα, η Επιτροπή παραβλέπει ότι, κατά πάγια νομολογία των δικαστηρίων της Ένωσης, οφείλει απλώς να ελέγχει κατά πόσον υπάρχει «πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως» κατά την άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως των κρατών μελών στο πλαίσιο του καθορισμού των υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος και όχι να υποκαθιστά με την εκτίμησή της εκείνη των αρμόδιων αρχών του οικείου κράτους μέλους.
2)
Ο δεύτερος λόγος αντλείται από παράβαση του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, καθόσον η Επιτροπή κακώς διαπίστωσε οικονομικό πλεονέκτημα, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τα κριτήρια που συνάγονται από την απόφαση Altmark και κατά τα οποία η χορήγηση οικονομικού αντισταθμίσματος για την εκπλήρωση υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας δεν μπορεί να συνεπάγεται πλεονέκτημα υπό την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1 ΣΛΕΕ. Η Επιτροπή υπέπεσε σε ουσιώδη πλάνη κατά την έλεγχο συνδρομής των προϋποθέσεων και των τεσσάρων κριτηρίων Altmark. Ειδικότερα όσον αφορά το τρίτο κριτήριο Altmark, η Επιτροπή δεν αρκέστηκε να εξετάσει υπό το πρίσμα του εν λόγω κριτηρίου, ως όφειλε, το ζήτημα μόνο αν το οικονομικό αντιστάθμισμα υπερβαίνει το μέτρο που είναι αναγκαίο για την κάλυψη των εξόδων που συνεπάγεται η εκπλήρωση υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας. Αντ’ αυτού, το θεσμικό αυτό όργανο εξέτασε, ως μη όφειλε, το ζήτημα αν το ύψος του πλεονάζοντος δυναμικού που προέβλεψε η Zweckverband Tierkörperbeseitigung είναι δυσανάλογο σε σχέση με τα θεωρούμενα ως πιθανά σενάρια επιζωοτιών, καταλήγοντας σε καταφατική απάντηση, παρά το γεγονός ότι υπήρχαν εκθέσεις εμπειρογνωμόνων που υποστήριζαν το αντίθετο.
3)
Ο τρίτος λόγος αντλείται από παράβαση του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, καθόσον η Επιτροπή κακώς διαπίστωσε ότι συντρέχει εν προκειμένω παρακώλυση του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών και νόθευση του ανταγωνισμού. Η Επιτροπή αναγνώρισε μεν ότι η Zweckverband Tierkörperbeseitigung διαθέτει νομίμως περιφερειακό νομικό μονοπώλιο, εκτεινόμενο στην περιοχή που ο φορέας αυτός εξυπηρετεί και στην οποία δεν αντιμετωπίζει νόμιμο ανταγωνισμό. Εντούτοις, το θεσμικό αυτό όργανο δεν κατέληξε στο συμπέρασμα, ως όφειλε, ότι δεν είναι νοητός έστω και ο δυνητικός επηρεασμός του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών ή η νόθευση του ανταγωνισμού, αφού η Zweckverband Tierkörperbeseitigung δεν βρίσκεται καν σε ανταγωνισμό με άλλες επιχειρήσεις, ιδίως με επιχειρήσεις από άλλα κράτη μέλη που ενδεχομένως θα ενδιαφέρονταν να εγκατασταθούν στην οικεία περιοχή.
4)
Ο τέταρτος λόγος αντλείται από παράβαση του άρθρου 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, λόγω εσφαλμένης εκτίμησης όσον αφορά τη συνδρομή των προϋποθέσεων χορήγησης άδειας που προβλέπει η εν λόγω διάταξη. Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή παραβλέπει το γεγονός ότι, κατά τη διάταξη αυτή, απαιτείται να εξακριβώνει αν η χορήγηση οικονομικού αντισταθμίσματος για την παροχή υπηρεσιών κοινής ωφέλειας συνεπάγεται ενδεχομένως υπεραντιστάθμιση. Ωστόσο, η Επιτροπή δεν έχει την εξουσία να θέτει υπό αμφισβήτηση το ύψος του κόστους παροχής των υπηρεσιών, τη σκοπιμότητα των πολιτικής φύσης αποφάσεων που έχουν λάβει στον τομέα αυτό οι εθνικές αρχές ή την οικονομική αποτελεσματικότητα του φορέα παροχής των υπηρεσιών, για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της διάταξης αυτής.
5)
Με τον πέμπτο λόγο προβάλλεται παρέμβαση στην κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ Ένωσης και κρατών μελών και παραβίαση της αρχής της επικουρικότητας που καθιερώνει το δίκαιο της Ένωσης, στο μέτρο που η Επιτροπή θίγει κατάφωρα την εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτουν τα κράτη μέλη και οι περιφερειακές διοικητικές τους αρχές κατά τον προσδιορισμό και την οριοθέτηση των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, καθόσον υποκαθιστά με τον έλεγχό της την απόφαση των αρμοδίων αρχών (παράβαση του άρθρου 14 ΣΛΕΕ και του άρθρου 5, παράγραφος 3, ΣΕΕ).
6)
Με τον έκτο λόγο προβάλλεται πλάνη εκτιμήσεως της Επιτροπής καθώς και παραβίαση της γενικής αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων που κατοχυρώνει το δίκαιο της Ένωσης, στο μέτρο που η Επιτροπή, κατά την εξακρίβωση συνδρομής των προϋποθέσεων της δημόσιας υπηρεσίας, δεν περιορίστηκε να διαπιστώσει απλώς και μόνον αν υπήρξε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως.
7)
Με τον έβδομο λόγο προβάλλεται έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης (παράβαση του άρθρου 296, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ). Συγκεκριμένα, η Επιτροπή δεν προβάλλει κανένα επιχείρημα προς στήριξη της άποψής της ότι οι αρμόδιες αρχές, ο νομοθέτης και το Bundesverwaltungsgericht (ομοσπονδιακό ανώτατο διοικητικό δικαστήριο), χαρακτηρίζοντας την πρόβλεψη πλεονάζοντος δυναμικού σε περίπτωση επιζωοτιών ως υπηρεσία γενικού οικονομικού συμφέροντος, υπέπεσαν σε «πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως» κατά την έννοια της νομολογίας των δικαστηρίων της Ένωσης.
Full & Egal Universal Law Academy