ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (πρώτο πενταμελές τμήμα)
της 10ης Νοεμβρίου 2014 ( *1 )
«Ευεργέτημα πενίας — Αίτημα υποβληθέν προ της ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως — Περιοριστικά μέτρα εις βάρος ορισμένων αξιωματούχων της Λευκορωσίας»
Στην υπόθεση T‑228/12 AJ,
DD, κάτοικος Vitebsk (Λευκορωσία),
προσφεύγων,
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενου από τον F. Naert και την E. Finnegan,
καθού,
με αντικείμενο αίτημα παροχής ευεργετήματος πενίας δυνάμει των άρθρων 94 και 95 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, το οποίο υποβλήθηκε προ της ασκήσεως προσφυγής,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο πενταμελές τμήμα),
συγκείμενο από τους H. Kanninen (εισηγητή), πρόεδρο, I. Pelikánová, E. Buttigieg, S. Gervasoni και L. Madise, δικαστές,
γραμματέας: E. Coulon
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1
Με δικόγραφο το οποίο κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 31 Μαΐου 2012, ο αιτών, DD, υπέβαλε αίτημα παροχής ευεργετήματος πενίας δυνάμει των άρθρων 94 και 95 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου προκειμένου να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως κατά της εκτελεστικής αποφάσεως 2012/171/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 23ης Μαρτίου 2012, για την εφαρμογή της αποφάσεως 2010/639/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά της Λευκορωσίας (ΕΕ L 87, σ. 95), και του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 265/2012 του Συμβουλίου, της 23ης Μαρτίου 2012, για την εφαρμογή του άρθρου 8α παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) 765/2006 σχετικά με περιοριστικά μέτρα εις βάρος της Λευκορωσίας (ΕΕ L 87, σ. 37), καθόσον η ως άνω απόφαση και ο ως άνω κανονισμός την αφορούν.
2
Προς στήριξη του αιτήματος αυτού, ο αιτών υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, προσκομίζοντας ορισμένα δικαιολογητικά έγγραφα, ότι το μέσο μηνιαίο εισόδημά του ανέρχεται σε 264 ευρώ και ότι δεν διαθέτει ούτε κεφάλαια ούτε ακίνητη περιουσία.
3
Όσον αφορά την προϋπόθεση σχετικά με το ένδικο βοήθημα το οποίο προτίθεται να ασκήσει ο αιτών, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 94, παράγραφος 3 του Κανονισμού Διαδικασίας, ο αιτών υποστηρίζει ότι η εκτελεστική απόφαση 2012/171 και ο εκτελεστικός κανονισμός 265/2012, των οποίων την ακύρωση σκοπεύει να ζητήσει, εκδόθηκαν, καθόσον τον αφορούν, κατόπιν προσβολής, πρώτον, του δικαιώματός του σε δίκαιη δίκη, δεύτερον, του δικαιώματός του σε αποτελεσματική ένδικη προστασία και, τρίτον, κατά παραβίαση της αρχής της δικαστικής ανεξαρτησίας.
4
Με έγγραφο της 16ης Ιουλίου 2012, ο πρόεδρος του έκτου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου κάλεσε το Συμβούλιο να υποβάλει παρατηρήσεις επί του αιτήματος παροχής ευεργετήματος πενίας στον αιτούντα.
5
Στις παρατηρήσεις του, οι οποίες κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 30 Ιουλίου 2012, το Συμβούλιο δηλώνει ότι βασίζεται στην εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με το κατά πόσον οι πληροφορίες και τα δικαιολογητικά τα οποία προσκόμισε ο αιτών αποδεικνύουν ότι χρήζει παροχής ευεργετήματος πενίας. Το Συμβούλιο σημειώνει ότι ο αιτών δεν προσκόμισε εκτίμηση των μελλοντικών δαπανών και ότι η προσφυγή την οποία σκοπεύει να ασκήσει δεν εγείρει σημαντικά νέα ζητήματα. Εκτιμά δε ότι το ύψος του ευεργετήματος πενίας στην προκειμένη περίπτωση δεν θα έπρεπε να υπερβεί τα 7000 ευρώ.
6
Mε έγγραφο της 25ης Απριλίου 2013, ο A. Kolosovski ενημέρωσε το Γενικό Δικαστήριο ότι είχε λάβει εντολή από τον αιτούντα να τον εκπροσωπήσει.
7
Στις 18 Ιουλίου 2013, στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας τα οποία προβλέπονται στο άρθρο 64 του Κανονισμού Διαδικασίας, ο πρόεδρος του έκτου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου ζήτησε από τον αιτούντα την προσκόμιση, πριν τη 2α Σεπτεμβρίου 2013, της αποδείξεως ότι έτυχε εξαιρέσεως από μέρους της αρμόδιας αρχής η οποία αναφέρεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 765/2006 του Συμβουλίου, της 18ης Μαΐου 2006, σχετικά με περιοριστικά μέτρα εις βάρος της Λευκορωσίας (ΕΕ L 134, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε, ελλείψει της οποίας δεν μπορούσε να καταβληθεί κανένα ποσό, καταρχήν, στον δικηγόρο του.
8
Κατόπιν της ανασυνθέσεως των τμημάτων του Γενικού Δικαστηρίου, ο πρόεδρος του έκτου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου έγινε πρόεδρος του πρώτου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου.
9
Δεδομένου ότι ο αιτών δεν συμμορφώθηκε προς το αίτημα της 18ης Ιουλίου 2013 εντός της ταχθείσας προθεσμίας, ο πρόεδρος του πρώτου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου αποφάσισε, στις 7 Οκτωβρίου 2013, να ορίσει νέα προθεσμία σχετικώς, η οποία θα έληγε στις 21 Οκτωβρίου 2013.
10
Με έγγραφο της 20ής Οκτωβρίου 2013, ο αιτών ζήτησε από το Γενικό Δικαστήριο δίμηνη παράταση της εν λόγω προθεσμίας. Ο πρόεδρος του πρώτου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου έκανε δεκτό το αίτημα περί παρατάσεως της προθεσμίας μέχρι τις 21 Νοεμβρίου 2013. Εντούτοις, ο αιτών δεν προσκόμισε εντός της ταχθείσας προθεσμίας την απόδειξη ότι έτυχε της εξαιρέσεως η οποία προαναφέρθηκε στη σκέψη 7.
11
Στις 27 Μαρτίου 2014, ο πρόεδρος του πρώτου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου αποφάσισε να αναθέσει στο εν λόγω τμήμα να αποφανθεί επί του αιτήματος παροχής ευεργετήματος πενίας.
12
Στις 11 Ιουνίου 2014, κατόπιν αιτήματος του πρώτου τμήματος, η ολομέλεια παρέπεμψε την υπόθεση στο πενταμελές πρώτο τμήμα.
13
Πρώτον, προκύπτει από το άρθρο 94, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας ότι, προς εξασφάλιση αποτελεσματικής προσβάσεως στη δικαιοσύνη, το ευεργέτημα πενίας το οποίο παρέχεται για τη διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου καλύπτει το σύνολο ή μέρος των εξόδων νομικής αρωγής και δικαστικής εκπροσωπήσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Τα έξοδα αυτά (στο εξής: δικηγορικά έξοδα) βαρύνουν το ταμείο του Γενικού Δικαστηρίου.
14
Δυνάμει του άρθρου 94, παράγραφοι 2 και 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, το ευεργέτημα πενίας παρέχεται υπό τη διπλή προϋπόθεση ότι, αφενός, ο αιτών, λόγω της οικονομικής του καταστάσεως, τελεί σε πλήρη ή μερική αδυναμία να αντεπεξέλθει στα δικηγορικά έξοδα και, αφετέρου, ότι το ασκούμενο ένδικο βοήθημα δεν είναι προδήλως απαράδεκτο ή προδήλως αβάσιμο.
15
Δυνάμει του άρθρου 95, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, το αίτημα περί παροχής ευεργετήματος πενίας πρέπει να συνοδεύεται από κάθε στοιχείο και δικαιολογητικό έγγραφο βάσει του οποίου μπορεί να αξιολογηθεί η οικονομική κατάσταση του αιτούντος, όπως πιστοποιητικό αρμόδιας εθνικής αρχής το οποίο αποδεικνύει την εν λόγω οικονομική κατάσταση. Κατά την ίδια διάταξη, εάν το αίτημα υποβάλλεται προ της ασκήσεως της προσφυγής, ο αιτών πρέπει να εκθέτει συνοπτικώς το αντικείμενο της προσφυγής που προτίθεται να ασκήσει, τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως και τα επιχειρήματα προς στήριξη της προσφυγής. Η αίτηση πρέπει να συνοδεύεται από τα σχετικά δικαιολογητικά έγγραφα.
16
Στην υπό κρίση υπόθεση, προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας σχετικά με την οικονομική κατάσταση του αιτούντος όπως προεκτέθηκαν στη σκέψη 2 ότι το αίτημα περί παροχής ευεργετήματος πενίας πληροί την πρώτη προϋπόθεση η οποία προβλέπεται στο άρθρο 94, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας.
17
Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 94, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, πρέπει να επισημανθεί ότι η προσφυγή για την οποία ζητείται το ευεργέτημα πενίας δεν φαίνεται να είναι προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη.
18
Επομένως, διαπιστώνεται ότι ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις οι οποίες, κατά τον Κανονισμό Διαδικασίας, παρέχουν δικαίωμα προσβάσεως στο ευεργέτημα πενίας.
19
Δεύτερον, επισημαίνεται ότι το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 765/2006, στη μορφή υπό την οποία εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, προβλέπει ότι κανένα κεφάλαιο ή οικονομικός πόρος δεν διατίθεται, άμεσα ή έμμεσα, στα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, οντότητες ή φορείς που περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι ή προς όφελός τους.
20
Με τη σειρά του, το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 765/2006 ορίζει τα εξής:
«Κατά παρέκκλιση του άρθρου 2, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών που αναγράφονται στους διαδικτυακούς τόπους που παρατίθενται στο παράρτημα ΙΙ μπορούν να επιτρέψουν την αποδέσμευση ορισμένων δεσμευμένων κεφαλαίων ή οικονομικών πόρων ή τη διάθεση ορισμένων δεσμευμένων κεφαλαίων ή οικονομικών πόρων, υπό τους όρους που αυτές θεωρούν κατάλληλους, εάν κρίνουν ότι τα εν λόγω κεφάλαια ή οι εν λόγω οικονομικοί πόροι:
[…]
β)
προορίζονται αποκλειστικά για την καταβολή εύλογων επαγγελματικών αμοιβών και την εξόφληση δαπανών οι οποίες αφορούν την παροχή νομικών υπηρεσιών·
[...]».
21
Συνεπώς, ο συνδυασμός των διατάξεων του άρθρου 2, παράγραφος 2, και του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 765/2006 απαγορεύει καταρχήν τη χρήση πόρων προς όφελος του αιτούντος ελλείψει εξαιρέσεως χορηγούμενης από τις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους.
22
Εντούτοις, όταν, όπως στην υπό κρίση υπόθεση, χρήση πόρων προς όφελος προσώπου μνημονευόμενου στο παράρτημα Ι του κανονισμού 765/2006 είναι αδιαχώριστη από διαδικασία παροχής ευεργετήματος πενίας ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης, οι διατάξεις του κανονισμού αυτού δεν μπορούν να ερμηνευθούν χωρίς να ληφθούν υπόψη οι ειδικοί κανόνες οι οποίοι διέπουν την εν λόγω διαδικασία, οι οποίοι στην προκειμένη περίπτωση προβλέπονται στον Κανονισμό Διαδικασίας.
23
Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι ο κανονισμός 765/2006 και ο Κανονισμός Διαδικασίας δεν περιλαμβάνουν διάταξη προβλέπουσα ρητώς την υπεροχή του ενός έναντι του άλλου όσον αφορά την παροχή ευεργετήματος πενίας, πρέπει να διασφαλισθεί εφαρμογή εκάστου των ως άνω κανονισμών συμβατή προς την εφαρμογή του άλλου και επιτρέπουσα, ως εκ τούτου, συνεκτική εφαρμογή δυνάμενη να διασφαλίσει, μεταξύ άλλων, την εκπλήρωση του σκοπού που επιδιώκεται με έκαστον εξ αυτών των κανονισμών.
24
Όσον αφορά τον Κανονισμό Διαδικασίας, τούτος έχει ως σκοπό, όσον αφορά τους κανόνες σχετικά με την παροχή ευεργετήματος πενίας, τη διασφάλιση αποτελεσματικής προσβάσεως στη δικαιοσύνη, όπως προκύπτει από το άρθρο του 94, παράγραφος 1, του Κανονισμού αυτού και από το άρθρο 47, τρίτο εδάφιο, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο προβλέπει ρητώς ότι σε όσους δεν διαθέτουν επαρκείς πόρους παρέχεται δικαστική αρωγή, εφόσον η αρωγή αυτή είναι αναγκαία για να εξασφαλισθεί η αποτελεσματική πρόσβαση στη δικαιοσύνη.
25
Όσον αφορά τον κανονισμό 765/2006, προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 1 έως 4 ότι έχει ως σκοπό την εφαρμογή περιοριστικών μέτρων εις βάρος ορισμένων προσώπων. Μεταξύ των μέτρων αυτών συγκαταλέγεται, ιδίως, η απαγόρευση διαθέσεως κεφαλαίων και οικονομικών πόρων, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, του ως άνω κανονισμού.
26
Εντούτοις, τα εν λόγω περιοριστικά μέτρα πρέπει να εφαρμόζονται χωρίς να στερούν τα πρόσωπα των οποίων τα κεφάλαια δεσμεύθηκαν από αποτελεσματική πρόσβαση στη δικαιοσύνη (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 12ης Ιουνίου 2014, Peftiev, C‑314/13, EU:C:2014:1645, σκέψη 26), ιδίως όταν πρόκειται περί αμφισβητήσεως της νομιμότητας των πράξεων με τις οποίες επιβλήθηκαν τα επίμαχα περιοριστικά μέτρα.
27
Το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση Peftiev, προπαρατεθείσα στη σκέψη 26 (EU:C:2014:1645, σκέψη 25), ότι η αρμόδια εθνική αρχή δεν διαθέτει απόλυτη εξουσία εκτιμήσεως όταν κρίνει αίτημα εξαιρέσεως σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 765/2006, αλλά οφείλει να ασκεί τις αρμοδιότητές της σεβόμενη τα δικαιώματα τα οποία κατοχυρώνονται στο άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, όπου προβλέπεται ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να συμβουλεύεται δικηγόρο και να του αναθέτει την υπεράσπιση και εκπροσώπησή του. Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο 19, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κατά το άρθρο 43, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, η εκπροσώπηση από δικηγόρο είναι απολύτως αναγκαία για την άσκηση προσφυγής με αντικείμενο την αμφισβήτηση της νομιμότητας περιοριστικών μέτρων.
28
Όσον αφορά τα κριτήρια που οφείλει να λάβει υπόψη η αρμόδια εθνική αρχή όταν κρίνει αίτημα εξαιρέσεως δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 765/2006, πρέπει να επισημανθεί ότι η διάταξη αυτή προβλέπει περιορισμούς στη χρήση πόρων, δεδομένου ότι αυτοί πρέπει να προορίζονται αποκλειστικώς για την πληρωμή εύλογων επαγγελματικών αμοιβών και για την επιστροφή δαπανών σχετικών με την παροχή νομικών υπηρεσιών. Στο πλαίσιο αυτό, η αρμόδια εθνική αρχή μπορεί να ελέγξει τη χρήση των αποδεσμευμένων πόρων, καθορίζοντας τις προϋποθέσεις τις οποίες κρίνει κατάλληλες ώστε να διασφαλισθεί, μεταξύ άλλων, ότι δεν παραγνωρίζεται ο σκοπός της επιβληθείσας κυρώσεως και ότι η χορηγηθείσα εξαίρεση δεν καταστρατηγείται (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση Peftiev, σκέψη 26 ανωτέρω, EU:C:2014:1645, σκέψεις 32 και 33).
29
Εντούτοις, μολονότι στην απόφαση Peftiev, προπαρατεθείσα στη σκέψη 26 (EU:C:2014:1645), η υπόθεση της κύριας δίκης ενώπιον του εθνικού δικαστή αφορούσε αίτημα αποδεσμεύσεως των πόρων προσώπων τα οποία αφορούσαν τα περιοριστικά μέτρα, προκειμένου τα εν λόγω πρόσωπα να μπορέσουν να πληρώσουν τους δικηγόρους τους, στην υπό κρίση υπόθεση η παροχή του ευεργετήματος πενίας συνεπάγεται ότι τα δικηγορικά έξοδα του αιτούντος θα αναληφθούν από το ταμείο του Γενικού Δικαστηρίου.
30
Κατόπιν των προεκτεθέντων, πρέπει να κριθεί ότι η απόρριψη της παρούσας αιτήσεως παροχής ευεργετήματος πενίας αποκλειστικώς για τον λόγο ότι ο αιτών δεν προσκόμισε την άδεια εθνικής αρχής, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 765/2006, μολονότι η αίτηση παροχής ευεργετήματος πενίας πληροί τις προϋποθέσεις οι οποίες προβλέπονται στον Κανονισμό Διαδικασίας και οι οποίες υπομνήσθηκαν στη σκέψη 14 ανωτέρω, θα έθιγε το θεμελιώδες δικαίωμα αποτελεσματικής ένδικης προστασίας.
31
Εξάλλου, όσον αφορά τις εγγυήσεις οι οποίες έχουν προβλεφθεί για την επίτευξη των σκοπών του κανονισμού 765/2006, πρέπει να επισημανθεί ότι κανείς μηχανισμός του δικαίου της Ένωσης δεν επιτρέπει στις αρμόδιες εθνικές αρχές ούτε να εξετάσουν εάν η παροχή ευεργετήματος πενίας από το Γενικό Δικαστήριο είναι αναγκαία για τη διασφάλιση αποτελεσματικής προσβάσεως στη δικαιοσύνη, ζήτημα το οποίο εμπίπτει αποκλειστικώς στην εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου, ούτε να ελέγξουν τη χρήση, από το τελευταίο, των πόρων που είναι αναγκαίοι σχετικώς, ούτε, τέλος, να καθορίσουν, έναντι του Γενικού Δικαστηρίου, προϋποθέσεις διασφαλίζουσες ότι ο σκοπός της επιβληθείσας κυρώσεως δεν παραγνωρίζεται.
32
Επομένως, προκειμένου να καταστεί δυνατή συνεκτική ερμηνεία του Κανονισμού Διαδικασίας και του κανονισμού 765/2006, κρίνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο είναι ταυτοχρόνως υποχρεωμένο, αφενός, να παρέχει ευεργέτημα πενίας σε κάθε αιτούντα ο οποίος αναφέρεται στο παράρτημα Ι του εν λόγω κανονισμού και ο οποίος πληροί τις προβλεπόμενες στα άρθρα 94 επ. του Κανονισμού Διαδικασίας προϋποθέσεις, καθιστώντας δυνατή την επίτευξη του σκοπού του κανονισμού, και, αφετέρου, να βεβαιωθεί ότι το παρασχεθέν ευεργέτημα πενίας θα χρησιμοποιηθεί αποκλειστικώς για την κάλυψη των δικηγορικών εξόδων του αιτούντος και δεν θα θίξει τον σκοπό του επιβληθέντος περιοριστικού μέτρου, όπως ορίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 765/2006.
33
Συναφώς, πρέπει να προστεθεί ότι οι διατάξεις του Κανονισμού Διαδικασίας καθιστούν, εν προκειμένω, δυνατόν για το Γενικό Δικαστήριο να διασφαλίσει, χωρίς να είναι αναγκαίο να απαιτήσει από τον αιτούντα να παρουσιάσει άδεια εθνικής αρχής, ότι το ευεργέτημα πενίας θα χρησιμοποιηθεί αποκλειστικώς για την κάλυψη των δικηγορικών του εξόδων.
34
Αφενός, μόνον τα δικηγορικά έξοδα μνημονεύονται στο άρθρο 94, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας ως δαπάνες οι οποίες μπορούν να αναληφθούν από το ταμείο του Γενικού Δικαστηρίου.
35
Αφετέρου, σύμφωνα με το άρθρο 96, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί, με τη διάταξη περί παροχής ευεργετήματος πενίας, χωρίς να προκαθορίσει το ύψος του, να επισημάνει απλώς ένα ανώτατο ποσόν το οποίο δεν μπορούν, καταρχήν, να υπερβούν οι δαπάνες και η αμοιβή του δικηγόρου. Συνεπώς, το Γενικό Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα, σύμφωνα με το άρθρο 97, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, να υπολογίσει εκ των υστέρων το ποσόν το οποίο είναι απολύτως αναγκαίο για την κάλυψη των δικηγορικών εξόδων όταν, δυνάμει της αποφάσεως με την οποία περατώνεται η διαδικασία, ο δικαιούχος του ευεργετήματος πενίας οφείλει να φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα. Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη τον βαθμό δυσκολίας της παρασχεθείσας εργασίας του διορισμένου συνηγόρου και, βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που αυτός προσκόμισε, τις ώρες που χρειάστηκε όντως να αφιερώσει, καθώς και τα διάφορα έξοδα στα οποία χρειάστηκε να υποβληθεί.
36
Εξάλλου, αποτελεί συνήθη πρακτική το Γενικό Δικαστήριο να καταβάλλει το ποσόν το οποίο έχει υπολογισθεί με τον ως άνω τρόπο απευθείας στον διορισμένο συνήγορο, ώστε ο αιτών να μην έχει τη δυνατότητα να καταστρατηγήσει το ευεργέτημα πενίας χρησιμοποιώντας το για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους παρασχέθηκε (βλ., συναφώς, επίσης τη διάταξη της 2ας Σεπτεμβρίου 2009, Ayadi κατά Συμβουλίου, C‑403/06 P, EU:C:2009:496, σκέψη 21). Όσον αφορά τον δικηγόρο, υποχρεούται βάσει των διατάξεων του κανονισμού 765/2006 να μην εκχωρήσει στον αιτούντα μέρος ή το σύνολο της αμοιβής που του χορηγήθηκε, όπως εξάλλου απαγορεύεται, γενικότερα, να θέσει άμεσα ή έμμεσα στη διάθεση του αιτούντος κεφάλαια ή οικονομικούς πόρους.
37
Κατόπιν των προεκτεθέντων, στην προκειμένη περίπτωση επιβάλλεται η παροχή του ζητηθέντος ευεργετήματος πενίας, παρά την έλλειψη εξαιρέσεως χορηγηθείσας δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 765/2006, λαμβάνοντας ωστόσο υπόψη τις διατάξεις οι οποίες είναι αναγκαίες ώστε να διασφαλισθεί η μη καταστρατήγηση του ευεργετήματος πενίας.
38
Τέλος, λαμβανομένων υπόψη του αντικειμένου και της φύσεως της ένδικης διαφοράς, της σημασίας της από πλευράς δικαίου και των προβλέψιμων δυσκολιών της υποθέσεως καθώς και του προβλέψιμου φόρτου εργασίας που συνεπάγεται για τους διαδίκους η διαδικασία δικαστικής προσφυγής, ορίζεται από του παρόντος ότι, σύμφωνα με το άρθρο 96, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, τα έξοδα και η αμοιβή του διορισμένου συνηγόρου για την υπεράσπιση των συμφερόντων του αιτούντος κατά τη διάρκεια της διαδικασίας που σκοπεύει να κινήσει δεν δύνανται, καταρχήν, να υπερβαίνουν το ποσόν των 6000 ευρώ για το σύνολο της διαδικασίας.
39
Τα εν λόγω έξοδα και η αμοιβή θα καταβληθούν απευθείας στον Α. Kolosovski και θα καθορισθούν βάσει αναλυτικού λογαριασμού ο οποίος θα υποβληθεί στο Γενικό Δικαστήριο.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο πενταμελές τμήμα)
διατάσσει:
1)
Εγκρίνει την παροχή στον DD του ευεργετήματος πενίας.
2)
Ο A. Kolosovski διορίζεται ως συνήγορος για την εκπροσώπηση του DD στην υπόθεση T‑228/12.
3)
Τα έξοδα και η αμοιβή του Α. Kolosovski θα καταβληθούν απευθείας σε αυτόν και θα καθοριστούν βάσει αναλυτικού λογαριασμού ο οποίος θα υποβληθεί στο Γενικό Δικαστήριο κατά το πέρας της υποθέσεως, ωστόσο δεν δύνανται, καταρχήν, να υπερβαίνουν τα 6000 ευρώ.
Λουξεμβούργο, 10 Νοεμβρίου 2011.
Ο Γραμματέας
E. Coulon
Ο Πρόεδρος
H. Kanninen
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy