ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΈΔΡΟΥ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 11ης Μαρτίου 2013 ( *1 )
«Ασφαλιστικά μέτρα — Ανταγωνισμός — Δημοσίευση αποφάσεως που διαπιστώνει παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ — Απόρριψη της αιτήσεως εμπιστευτικής μεταχειρίσεως στοιχείων που υποτίθεται ότι καλύπτονται από το επιχειρηματικό απόρρητο — Αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων — Επείγον — Fumus boni juris — Στάθμιση συμφερόντων»
Στην υπόθεση T-462/12 R,
Pilkington Group Ltd, με έδρα τη St Helens, Merseyside (Ηνωμένο Βασίλειο), εκπροσωπούμενη από τους J. Scott, S. Wisking και K. Φουντουκάκο-Κυριακάκο, solicitors,
αιτούσα,
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τους M. Kellerbauer, P. Van Nuffel και G. Meeßen,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως C(2012) 5718 τελικό της Επιτροπής, της 6ης Αυγούστου 2012, περί απορρίψεως της αιτήσεως εμπιστευτικής μεταχειρίσεως την οποία υπέβαλε η Pilkington Group Ltd, δυνάμει του άρθρου 8 της αποφάσεως 2011/695/ΕΕ του Προέδρου της Επιτροπής, της 13ης Οκτωβρίου 2011, σχετικά με τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα του συμβούλου ακροάσεων σε ορισμένες διαδικασίες ανταγωνισμού (Υπόθεση COMP/39.125 – Κρύσταλλα αυτοκινήτων), και αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων με την οποία ζητείται να διαταχθεί η διατήρηση της εμπιστευτικής μεταχειρίσεως που χορηγήθηκε για ορισμένα στοιχεία που αφορούν την προσφεύγουσα όσον αφορά την απόφαση C(2008) 6815 τελικό της Επιτροπής, της 12ης Νοεμβρίου 2008, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 81 [ΕΚ] και του άρθρου 53 της συμφωνίας ΕΟΧ (Υπόθεση COMP/39.125 – Κρύσταλλα αυτοκινήτων),
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Ιστορικό της διαφοράς, διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
1
Η παρούσα διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων αφορά την απόφαση C(2012) 5718 τελικό της Επιτροπής, της 6ης Αυγούστου 2012, περί απορρίψεως της αιτήσεως εμπιστευτικής μεταχειρίσεως την οποία υπέβαλε η Pilkington Group Ltd, δυνάμει του άρθρου 8 της αποφάσεως 2011/695/ΕΕ του Προέδρου της Επιτροπής, της 13ης Οκτωβρίου 2011, σχετικά με τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα του συμβούλου ακροάσεων σε ορισμένες διαδικασίες ανταγωνισμού (Υπόθεση COMP/39.125 – Κρύσταλλα αυτοκινήτων) (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).
2
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απέρριψε την αίτηση περί διατηρήσεως του μη εμπιστευτικού κειμένου της αποφάσεώς της C(2008) 6815 τελικό, της 12ης Νοεμβρίου 2008, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 81 [ΕΚ] και του άρθρου 53 της συμφωνίας ΕΟΧ (Υπόθεση COMP/39.125 – Κρύσταλλα αυτοκινήτων (στο εξής: απόφαση του 2008), όπως αυτή δημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο 2010 στην ιστοσελίδα της Γενικής Διευθύνσεως «Ανταγωνισμός».
3
Με την απόφαση του 2008, η Επιτροπή διαπίστωσε παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ την οποία διέπραξε το διάστημα μεταξύ 1998 και 2003 στο έδαφος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ) η αιτούσα, Pilkington Group Ltd, και άλλες εταιρίες του ομίλου της, διάφορες εταιρίες του γαλλικού ομίλου Saint-Gobain και του ιαπωνικού ομίλου Asahi –μέλος του οποίου είναι η εταιρία AGC Glass Europe– καθώς και η βελγική εταιρία Soliver, όσον αφορά τις πωλήσεις κρυστάλλων για καινούργια αυτοκίνητα και γνήσιων ανταλλακτικών αυτοκινήτων (στο εξής: σύμπραξη κρυστάλλων αυτοκινήτων). Κατόπιν αυτού, η Επιτροπή επέβαλε στα μέλη της σύμπραξης αυτής πρόστιμα συνολικού ύψους άνω του 1,3 δισεκατ. ευρώ και το πρόστιμο που επιβλήθηκε στον όμιλο της προσφεύγουσας ανήλθε σε 370 εκατομμύρια ευρώ.
4
Η Επιτροπή, αφού έλαβε υπόψη της τις αιτήσεις εμπιστευτικής μεταχειρίσεως που υπέβαλαν οι αποδέκτες της αποφάσεως του 2008, δημοσίευσε, τον Φεβρουάριο του 2010, ένα πλήρες μη εμπιστευτικό κείμενο της αποφάσεως αυτής στην ιστοσελίδα της. Η αιτούσα δεν έβαλε κατά της δημοσιεύσεως αυτής.
5
Με έγγραφο της 28ης Απριλίου 2011, η Επιτροπή ενημέρωσε την αιτούσα ότι θα δημοσιεύσει, για λόγους διαφάνειας, ένα λεπτομερέστερο μη εμπιστευτικό κείμενο της αποφάσεως του 2008 και ότι θα απορρίψει, προς τούτο, τις αιτήσεις εμπιστευτικής μεταχειρίσεως που είχαν υποβληθεί όσον αφορά, πρώτον, τα ονόματα των πελατών, τις ονομασίες και τις περιγραφές των προϊόντων, καθώς και άλλες πληροφορίες από τις οποίες μπορούσαν, ενδεχομένως, να ταυτοποιηθούν ορισμένοι πελάτες (στο εξής: πληροφορίες της κατηγορίας I), δεύτερον, τον αριθμό των ανταλλακτικών που παρέδωσε η προσφεύγουσα, το μερίδιο συγκεκριμένου κατασκευαστή αυτοκινήτων, τους υπολογισμούς των τιμών, τις μεταβολές των τιμών κ.λπ. (στο εξής: πληροφορίες της κατηγορίας II) και, τρίτον, πληροφορίες από τις οποίες, κατά την αιτούσα, θα μπορούσαν να ταυτοποιηθούν ορισμένα μέλη του προσωπικού της τα οποία φέρονταν ως εμπλεκόμενοι στη λειτουργία της σύμπραξης (στο εξής: πληροφορίες της κατηγορίας III). Η Επιτροπή κάλεσε την αιτούσα να προσφύγει, σε περίπτωση διαφωνίας, στον σύμβουλο ακροάσεων δυνάμει της αποφάσεως 2011/695/ΕΕ του Προέδρου της Επιτροπής, της 13ης Οκτωβρίου 2011, σχετικά με τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα του συμβούλου ακροάσεων σε ορισμένες διαδικασίες ανταγωνισμού (ΕΕ L 275, σ. 29).
6
Η αιτούσα, διαπιστώνοντας ότι το προτεινόμενο λεπτομερέστερο κείμενο περιείχε πολλές πληροφορίες που δεν είχαν δημοσιευθεί τον Φεβρουάριο του 2010 για λόγους εμπιστευτικής μεταχειρίσεως, πληροφόρησε, με έγγραφο της 30ής Ιουνίου 2011, τον σύμβουλο ακροάσεων ότι δεν συμφωνούσε με τη δημοσίευση ενός κειμένου της αποφάσεως του 2008 περισσότερο λεπτομερούς από το κείμενο που είχε δημοσιευθεί τον Φεβρουάριο του 2010, προβάλλοντας ότι έπρεπε να προστατευθούν οι πληροφορίες των κατηγοριών I και II, διότι αποτελούσαν επιχειρηματικό απόρρητο, ενώ η δημοσιοποίηση των πληροφοριών της κατηγορίας III θα καθιστούσε δυνατή την ταυτοποίηση των φυσικών προσώπων, δηλαδή των υπαλλήλων της αιτούσας που φέρονταν ως εμπλεκόμενοι στη λειτουργία της σύμπραξης. Η αιτούσα ζήτησε, επομένως, την εμπιστευτική μεταχείριση του συνόλου των πληροφοριών αυτών.
7
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία φέρει υπογραφή «[γ]ια την Επιτροπή», ο σύμβουλος ακροάσεων, μολονότι δέχθηκε τον εμπιστευτικό χαρακτήρα ορισμένων από τα στοιχεία που επικαλέσθηκε η αιτούσα, απέρριψε σχεδόν όλες τις αιτήσεις της περί εμπιστευτικής μεταχειρίσεως.
8
Η προσβαλλόμενη απόφαση κοινοποιήθηκε στην αιτούσα στις 9 Αυγούστου 2012.
9
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 19 Οκτωβρίου 2012, η αιτούσα άσκησε προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Προς στήριξη της προσφυγής της, υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η επίδικη δημοσίευση, αφενός, συνιστά παράβαση της υποχρεώσεως εμπιστευτικής μεταχειρίσεως την οποία υπέχει η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 339 ΣΛΕΕ και του άρθρου 28 του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα [101 ΣΛΕΕ] και [102 ΣΛΕΕ] (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1) και, αφετέρου, συνιστά παράβαση της υποχρεώσεως προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα την οποία υπέχει η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2010, C 83, σ. 389, στο εξής: Χάρτης), καθόσον το λεπτομερέστερο κείμενο της αποφάσεως του 2008 περιέχει επιχειρηματικά απόρρητα, τα οποία καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο, και πληροφορίες που παρέχουν τη δυνατότητα ταυτοποίησης των υπαλλήλων της αιτούσας.
10
Με χωριστό έγγραφο, που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου την ίδια μέρα, η αιτούσα υπέβαλε την υπό κρίση αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζητεί, κατ’ ουσίαν, από τον Πρόεδρο του Γενικού Δικαστηρίου:
—
να αναστείλει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, έως ότου το Γενικό Δικαστήριο αποφασίσει επί της προσφυγής·
—
να απαγορεύσει στην Επιτροπή να δημοσιεύσει κείμενο της αποφάσεως του 2008 περισσότερο λεπτομερές, κατά το μέρος που αφορά την αιτούσα, από το κείμενο που δημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο του 2010 στην ιστοσελίδα της Επιτροπής·
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
11
Με τις παρατηρήσεις της επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, τις οποίες κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 11 Ιανουαρίου 2013, η Επιτροπή ζητεί από τον Πρόεδρο του Γενικού Δικαστηρίου:
—
να απορρίψει την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων·
—
να καταδικάσει την αιτούσα στα δικαστικά έξοδα.
12
Μετά την κατάθεση των παρατηρήσεων της Επιτροπής, δόθηκε στην αιτούσα η δυνατότητα απαντήσεως επί των παρατηρήσεων αυτών και αυτή απάντησε με υπόμνημα της 18ης Φεβρουαρίου 2013. Η Επιτροπή απάντησε με υπόμνημα της 6ης Μαρτίου 2013.
13
Με έγγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 17 και στις 22 Ιανουαρίου 2013, οι γερμανικές ασφαλιστικές εταιρίες HUK-Coburg, LVM, VHV και Württembergische Gemeinde-Versicherung ζήτησαν να παρέμβουν στην παρούσα δίκη ασφαλιστικών μέτρων υπέρ της Επιτροπής. Η Επιτροπή δεν προέβαλε αντιρρήσεις κατά της αιτήσεως αυτής, ενώ η αιτούσα, με υπόμνημα της 12ης Φεβρουαρίου 2013, ζήτησε να μην επιτραπεί η παρέμβαση των εν λόγω εταιριών.
Σκεπτικό
Επί των αιτήσεων παρεμβάσεως
14
Κατά το άρθρο 40, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που εφαρμόζεται στο Γενικό Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 53, πρώτο εδάφιο, του ιδίου Οργανισμού, το δικαίωμα ενός ιδιώτη να ασκεί παρέμβαση σε διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί το Γενικό Δικαστήριο εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι αυτός αποδεικνύει ότι έχει συμφέρον στην επίλυση της διαφοράς.
15
Επ’ αυτού, αποτελεί πάγια νομολογία ότι η έννοια του συμφέροντος στην επίλυση της διαφοράς πρέπει να νοείται ως το άμεσο και ενεστώς συμφέρον για την ευδοκίμηση αυτών καθαυτά των αιτημάτων και όχι το απλό συμφέρον σε σχέση με τους προβληθέντες ισχυρισμούς. Συγκεκριμένα, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των αιτούντων την παρέμβαση που αποδεικνύουν άμεσο συμφέρον όσον αφορά την τύχη που επιφυλάσσεται στην ειδική πράξη της οποίας ζητείται η ακύρωση και των αιτούντων την παρέμβαση που δεν αποδεικνύουν παρά μόνον έμμεσο συμφέρον στην επίλυση της διαφοράς λόγω των ομοιοτήτων μεταξύ της καταστάσεώς τους και της καταστάσεως ενός των διαδίκων (βλ. διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 15ης Ιανουαρίου 2013, C-133/12 P, Stichting Woonlinie κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 7 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία· βλ. επίσης διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 26ης Ιουλίου 2004, T-20l/04 R, Microsoft κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. II-2977, σκέψη 32).
16
Όταν η αίτηση παρεμβάσεως υποβάλλεται στο πλαίσιο διαδικασίας λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, το συμφέρον προς επίλυση της διαφοράς πρέπει να νοείται ως συμφέρον προς επίλυση της υποθέσεως των ασφαλιστικών μέτρων. Συγκεκριμένα, όπως ακριβώς η επίλυση της υποθέσεως της κύριας δίκης, και η επίλυση της υποθέσεως των ασφαλιστικών μέτρων μπορεί να βλάπτει τα συμφέροντα τρίτων ή να τους ευνοεί. Έπεται ότι, στο πλαίσιο διαδικασίας λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, το συμφέρον του αιτούντος την παρέμβαση πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα τις συνέπειες από τη χορήγηση του αιτηθέντος προσωρινού μέτρου ή την απόρριψη της αιτήσεώς του επί της οικονομικής ή νομικής καταστάσεώς του (προπαρατεθείσα διάταξη Microsoft κατά Επιτροπής, σκέψη 33).
17
Εν πάση περιπτώσει, η εκτίμηση του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων για την ύπαρξη συμφέροντος στην επίλυση της ενώπιόν του υποθέσεως δεν προδικάζει την εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου, όταν αυτό επιλαμβάνεται αιτήσεως παρεμβάσεως στην επί της ουσίας δίκη (προπαρατεθείσα διάταξη Microsoft κατά Επιτροπής, σκέψη 35).
18
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω εκτιμήσεων πρέπει να αναλυθεί εάν οι τέσσερις αιτούσες την παρέμβαση έχουν συμφέρον στην επίλυση της υπό κρίση διαφοράς.
19
Οι τέσσερις αιτούσες την παρέμβαση, οι οποίες δραστηριοποιούνται στον τομέα της ασφάλισης των κρυστάλλων αυτοκινήτων, προβάλλουν ότι άσκησαν, τον Δεκέμβριο του 2010, τον Σεπτέμβριο και τον Δεκέμβριο του 2011, ενώπιον του Landesgericht Düsseldorf [(δικαστηρίου του Ντύσελντορφ (Γερμανία)], αγωγές αποζημιώσεως κατά των AGC Glass Europe κ.λπ. Με τις αγωγές αυτές, οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, ζητούν την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν λόγω των τεχνητά αυξημένων τιμών, κατά παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, τις οποίες χρέωναν τα μέλη της σύμπραξης κρυστάλλων αυτοκινήτων το διάστημα 1998 έως 2003, και οι οποίες ελήφθησαν ως βάση για την επιστροφή στο πλαίσιο της ασφάλισης των κρυστάλλων αυτοκινήτων. Οι αιτούσες διευκρινίζουν ότι είναι πολύ δύσκολο για αυτές να ποσοτικοποιήσουν τη ζημία που υπέστησαν χωρίς να έχουν στη διάθεσή τους τις λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τη σύμπραξη των κρυστάλλων αυτοκινήτων τις οποίες προτίθεται τώρα να δημοσιοποιήσει η Επιτροπή. Πάντως, είναι πολύ σημαντικό γι’ αυτές να δημοσιεύσει η Επιτροπή ένα κείμενο της αποφάσεως του 2008 περισσότερο λεπτομερές από εκείνο που δημοσίευσε τον Φεβρουάριο του 2010 και να μη μπορέσει η προσφεύγουσα να την εμποδίσει να το πράξει.
20
Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, αφενός, η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά απόρριψη αιτήσεως εμπιστευτικής μεταχειρίσεως την οποία υπέβαλε μόνον η αιτούσα τα ασφαλιστικά μέτρα και, αφετέρου, ότι οι αγωγές αποζημιώσεως τις οποίες επικαλούνται οι αιτούσες την παρέμβαση ασκήθηκαν σε εθνικό επίπεδο κατά των «AGC Glass Europe και λοιπών», και οι εν λόγω αιτούσες δεν διευκρινίζουν αν μεταξύ των «λοιπών» περιλαμβάνεται και η αιτούσα τα ασφαλιστικά μέτρα. Ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων το μόνο που μπορεί να υποθέσει επομένως είναι ότι οι «AGC Glass Europe και λοιποί» είναι οι εταιρίες που ανήκουν στον ιαπωνικό όμιλο Asahi (βλ. σκέψη 3 ανωτέρω). Εξάλλου, η αιτούσα επιβεβαίωσε, με τις παρατηρήσεις της της 12ης Φεβρουαρίου 2013, ότι δεν ήταν εναγόμενη στις εν λόγω εθνικές διαδικασίες, αλλά ότι παρενέβη μόνον υπέρ της AGC Glass Europe. Κατά συνέπεια, σε περίπτωση απορρίψεως της προσφυγής με αίτημα την ακύρωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οι πληροφορίες τις οποίες θα είχε επιτραπεί στην Επιτροπή να δημοσιεύσει θα ήταν τελείως άχρηστες για τις αιτούσες την παρέμβαση στο πλαίσιο των αγωγών τους αποζημιώσεως, εφόσον οι πληροφορίες αυτές αφορούν μόνο την AGC Glass Europe. Οι αιτούσες την παρέμβαση δεν επικαλούνται επομένως κανένα άμεσο και ενεστώς συμφέρον στην επίλυση της διαφοράς, κατά την έννοια του άρθρου 40 του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Το συμφέρον αυτό δεν μπορεί επίσης να τους αναγνωριστεί απλώς και μόνον επειδή θα μπορούσαν δυνητικά να ασκήσουν επίσης αγωγή αποζημιώσεως κατά της αιτούσας ενώπιον του εθνικού δικαστή, δεδομένου ότι η αναγνώριση αυτή θα είχε ως αποτέλεσμα μία τόσο σημαντική διεύρυνση του κύκλου των δυνητικών παρεμβαινόντων ώστε να τίθεται σοβαρά σε κίνδυνο η αποτελεσματικότητα της διαδικασίας ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης [βλ., συναφώς, διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 8ης Ιουνίου 2012, C-589/11 P(I), Schenker κατά Air France και Επιτροπής, σκέψη 24].
21
Εν πάση περιπτώσει, οι αιτούσες την παρέμβαση δεν απέδειξαν ότι έχουν συγκεκριμένο συμφέρον στην επίλυση της διαφοράς των ασφαλιστικών μέτρων, υπό την έννοια ότι δεν θα μπορούσαν να αναμείνουν μέχρι το πέρας της διαφοράς της κύριας δίκης. Δεν απέδειξαν επίσης ότι στην περίπτωση της μη απορρίψεως της υπό κρίση αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων θα θιγεί η οικονομική και νομική τους κατάσταση. Εξάλλου, το γεγονός ότι η αγωγή αποζημιώσεως που άσκησε η HUK-Coburg εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστή από τον Δεκέμβριο του 2010, χωρίς η εν λόγω αιτούσα την παρέμβαση να έχει επικαλεστεί άμεσο κίνδυνο μη ευνοϊκής γι’ αυτήν εκβάσεως της δίκης, αποτελεί ένδειξη για το ότι ο εθνικός δικαστής μπορεί, ενδεχομένως με αιτήσεις αναστολής της διαδικασίας, να αναμείνει μέχρι την έκδοση αποφάσεως επί της ουσίας πριν συνεχίσει, υπό το φως της αποφάσεως αυτής, τις δίκες αποζημιώσεως.
22
Κατά συνέπεια, οι αιτήσεις παρεμβάσεως πρέπει να απορριφθούν.
Επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων
23
Από τη συνδυασμένη ερμηνεία, αφενός, των άρθρων 278 ΣΛΕΕ και 279 ΣΛΕΕ και, αφετέρου, του άρθρου 256, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ προκύπτει ότι ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων μπορεί, εφόσον εκτιμά ότι τούτο επιβάλλεται από τις περιστάσεις, να διατάξει την αναστολή της εκτελέσεως πράξεως προσβαλλόμενης ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ή να διατάξει τα αναγκαία προσωρινά μέτρα.
24
Το άρθρο 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου ορίζει ότι οι αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να προσδιορίζουν το αντικείμενο της διαφοράς, τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως, καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται. Συνεπώς, η αναστολή εκτελέσεως και τα άλλα προσωρινά μέτρα μπορούν να διαταχθούν από τον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων εφόσον αποδεικνύεται ότι η λήψη τους δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως (fumus boni juris) βάσει των προβαλλομένων πραγματικών και νομικών ισχυρισμών και ότι τα μέτρα αυτά είναι επείγοντα, υπό την έννοια ότι είναι αναγκαίο, προκειμένου να αποφευχθεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία των συμφερόντων του αιτούντος, να διαταχθούν και να παραγάγουν τα αποτελέσματά τους πριν από την έκδοση της αποφάσεως επί της ουσίας. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι σωρευτικές, πράγμα που σημαίνει ότι τα προσωρινά μέτρα πρέπει να απορρίπτονται αν μία απ’ αυτές ελλείπει. Ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων προβαίνει επίσης, κατά περίπτωση, στη στάθμιση των εμπλεκομένων συμφερόντων [διατάξεις του Προέδρου του Δικαστηρίου της 14ης Οκτωβρίου 1996, C-268/96 P(R), SCK και FNK κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. I-4971, σκέψη 30, και της 23ης Φεβρουαρίου 2001, C-445/00 R, Αυστρία κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2001, σ. I-1461, σκέψη 73].
25
Στο πλαίσιο αυτής της συνολικής εξετάσεως, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως και παραμένει ελεύθερος να καθορίσει, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων της υποθέσεως, τον τρόπο κατά τον οποίο πρέπει να εξακριβωθεί η συνδρομή των διαφόρων αυτών προϋποθέσεων καθώς και τη σειρά με την οποία θα διεξαχθεί η εξέταση αυτή, δεδομένου ότι κανένας κανόνας δικαίου δεν του επιβάλλει προκαθορισμένο σχέδιο αναλύσεως για την εκτίμηση της αναγκαιότητας εκδόσεως προσωρινής αποφάσεως [διατάξεις του Προέδρου του Δικαστηρίου της 19ης Ιουλίου 1995, C-149/95 P(R), Επιτροπή κατά Atlantic Container Line κ.λπ., Συλλογή 1995, σ. Ι-2165, σκέψη 23, και της 3ης Απριλίου 2007, C-459/06 P(R), Vischim κατά Επιτροπής, που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 25].
26
Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων της δικογραφίας, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων εκτιμά ότι διαθέτει όλα τα αναγκαία στοιχεία προκειμένου να αποφανθεί επί της υπό κρίση αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, χωρίς να χρειάζεται να ακούσει προηγουμένως τις προφορικές εξηγήσεις των διαδίκων.
27
Υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, πρέπει καταρχάς να γίνει στάθμιση των συμφερόντων και να εξεταστεί κατά πόσον πληρούται η προϋπόθεση του επείγοντος.
Όσον αφορά τη στάθμιση των συμφερόντων και την προϋπόθεση του επείγοντος
28
Κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της σταθμίσεως των διαφόρων εμπλεκομένων συμφερόντων ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων οφείλει να καθορίσει κατά πόσον το συμφέρον του αιτούντος τα προσωρινά μέτρα διαδίκου για τη χορήγηση των μέτρων αυτών υπερισχύει του συμφέροντος που αντιπροσωπεύει η άμεση εφαρμογή της επίμαχης πράξεως εξετάζοντας, ειδικότερα, αν η τυχόν ακύρωση της πράξεως αυτής από τον δικαστή που θα κρίνει την ουσία της διαφοράς θα καθιστούσε δυνατή την αναστροφή της καταστάσεως που θα προέκυπτε από την άμεση εκτέλεσή της και, αντιστρόφως, αν η αναστολή της εκτελέσεως της εν λόγω πράξεως θα ήταν ικανή να εμποδίσει την πράξη να αναπτύξει πλήρως το αποτέλεσμά της σε περίπτωση απορρίψεως της κύριας προσφυγής (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, διατάξεις του Προέδρου του Δικαστηρίου της 11ης Μαΐου 1989, 76/89 R, 77/89 R και 91/89 R, RTE κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1989, σ. 1141, σκέψη 15, και της 26ης Ιουνίου 2003, C-182/03 R και C-217/03 R, Βέλγιο και Forum 187 κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. I-6887, σκέψη 142).
29
Όσον αφορά, ειδικότερα, την προϋπόθεση του αναστρέψιμου της νομικής καταστάσεως που δημιουργείται με τη διάταξη ασφαλιστικών μέτρων, πρέπει να σημειωθεί ότι ο σκοπός της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων περιορίζεται στην εξασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της μέλλουσας να εκδοθεί αποφάσεως επί της ουσίας [βλ., υπό το πνεύμα αυτό, διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 27ης Σεπτεμβρίου 2004, C-7/04 P(R), Επιτροπή κατά Akzo και Akcros, Συλλογή 2004, σ. I-8739, σκέψη 36]. Κατά συνέπεια, η διαδικασία αυτή έχει καθαρώς παρεπόμενο χαρακτήρα σε σχέση με τη δίκη προς την οποία συναρτάται (διάταξη του Προέδρου του Γενικού Δικαστηρίου της 12ης Φεβρουαρίου 1996, T-228/95 R, Lehrfreund κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. II-111, σκέψη 61), οπότε η απόφαση την οποία λαμβάνει ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να έχει προσωρινό χαρακτήρα, υπό την έννοια ότι δεν πρέπει να προδικάζει τη μέλλουσα να εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας ούτε να την καθιστά μάταιη ως στερούμενη πρακτικής αποτελεσματικότητας (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, διατάξεις του Προέδρου του Δικαστηρίου της17ης Μαΐου 1991, C-313/90 R, CIRFS κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. I-2557, σκέψη 24, και του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 12ης Δεκεμβρίου 1995, T-203/95 R, Connolly κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. II-2919, σκέψη 16).
30
Έπεται, κατά λογική συνέπεια, ότι το συμφέρον που επικαλείται ένας διάδικος στη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων δεν είναι άξιο προστασίας όταν ο διάδικος αυτός ζητεί από τον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων να εκδώσει απόφαση η οποία, αντί να έχει καθαρώς προσωρινό χαρακτήρα, προδικάζει τη μέλλουσα να εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας την οποία καθιστά μάταιη ως στερούμενη πρακτικής αποτελεσματικότητας. Για τον ίδιο αυτόν λόγο άλλωστε, η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων με την οποία ζητήθηκε από τον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων να διατάξει την «προσωρινή» δημοσιοποίηση πληροφοριών καθ’ υπόθεση εμπιστευτικών τις οποίες είχε στη διάθεσή της η Επιτροπή κρίθηκε απαράδεκτη στο μέτρο που η διάταξη με την οποία θα γινόταν δεκτή η αίτηση αυτή θα ήταν ικανή να εξουδετερώσει εκ των προτέρων τις συνέπειες της επί της ουσίας αποφάσεως που επρόκειτο να εκδοθεί (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, διάταξη του Προέδρου του Γενικού Δικαστηρίου της 23ης Ιανουαρίου 2012, T-607/11 R, Henkel και Henkel France κατά Επιτροπής, σκέψεις 23 έως 25).
31
Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο θα κληθεί να αποφανθεί, επί της ουσίας, επί του κατά πόσον η προσβαλλόμενη απόφαση –με την οποία η Επιτροπή απέρριψε την αίτηση της αιτούσας να μη προβεί στη δημοσίευση των επίμαχων πληροφοριών– πρέπει να ακυρωθεί, μεταξύ άλλων, λόγω μη τηρήσεως του απορρήτου των πληροφοριών αυτών, η δημοσιοποίηση των οποίων συνιστά παράβαση του άρθρου 339 ΣΛΕΕ και του άρθρου 8 του Χάρτη. Συναφώς, είναι πρόδηλο ότι, προς εξασφάλιση της πρακτικής αποτελεσματικότητας μιας αποφάσεως ακυρώνουσας την προσβαλλόμενη απόφαση, η αιτούσα πρέπει να είναι σε θέση να εμποδίσει την Επιτροπή να προβεί σε παράνομη δημοσίευση των επίμαχων πληροφοριών. Μια ακυρωτική απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου θα ήταν μάταιη και άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας εάν η υπό κρίση αίτηση ασφαλιστικών μέτρων απορριφθεί, καθόσον σε περίπτωση απορρίψεως η Επιτροπή θα μπορούσε να προβεί στην άμεση δημοσίευση των εν λόγω πληροφοριών και, ως εκ τούτου, να προδικάσει de facto το περιεχόμενο της μέλλουσας να εκδοθεί αποφάσεως επί της ουσίας, δηλαδή την απόρριψη της προσφυγής ακυρώσεως.
32
Οι σκέψεις αυτές δεν επηρεάζονται από το γεγονός ότι ακόμα και η πραγματική δημοσίευση των επίμαχων πληροφοριών δεν θα είχε πιθανώς ως αποτέλεσμα να στερήσει από την προσφεύγουσα το έννομο συμφέρον προς ακύρωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Πράγματι, ο λόγος είναι, μεταξύ άλλων, ότι κάθε άλλη ερμηνεία θα εξαρτούσε το παραδεκτό της προσφυγής από την εκ μέρους της Επιτροπής δημοσιοποίηση ή μη δημοσιοποίηση των εν λόγω πληροφοριών και θα της παρείχε τη δυνατότητα να αποφεύγει, με τη δημιουργία τετελεσμένου, τον δικαστικό έλεγχο προβαίνοντας σε μια τέτοια δημοσιοποίηση έστω και αν αυτή ήταν παράνομη (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση του Πρωτοδικείου της 12ης Οκτωβρίου 2007, T-474/04, Pergan Hilfsstoffe für industrielle Prozesse κατά Επιτροπής, Συλλογή 2007, σ. II-4225, σκέψεις 39 έως 41). Το γεγονός, όμως, ότι εξακολουθεί τυπικώς να υφίσταται έννομο συμφέρον για την επί της ουσίας δίκη δεν αποκλείει να καταστεί ακυρωτική δικαστική απόφαση άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας για τις αιτούσες αν εκδοθεί μετά τη δημοσίευση των εν λόγω πληροφοριών.
33
Κατά συνέπεια, το συμφέρον της Επιτροπής στην απόρριψη της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να υποχωρήσει έναντι του συμφέροντος που επικαλείται η αιτούσα, ιδίως καθόσον η χορήγηση των ζητουμένων προσωρινών μέτρων θα συνεπαγόταν απλώς τη διατήρηση, για περιορισμένο χρονικό διάστημα, του status quo που υπήρχε από τον Φεβρουάριο του 2010 (βλ., συναφώς, προπαρατεθείσα διάταξη RTE κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 15).
34
Στο μέτρο που η Επιτροπή αντιτείνει ότι έχει ήδη παρέλθει διάστημα πλέον των τεσσάρων ετών κατά το οποίο το κοινό αναμένει να δημοσιευθεί το πλήρες κείμενο της αποφάσεως του 2008 και ότι θα ήταν απαράδεκτο να μπορεί η αιτούσα να καθυστερήσει ακόμη περισσότερο τη δημοσίευση υποστηρίζοντας απλώς ότι οι δημοσιευόμενες πληροφορίες είναι εμπιστευτικές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το καθού θεσμικό όργανο ναι μεν ισχυρίστηκε ότι οι υπηρεσίες του αντιμετωπίζουν μια χρονοβόρα διαδικασία, και είναι υποχρεωμένες να διεκπεραιώνουν πολυάριθμες αιτήσεις εμπιστευτικής μεταχειρίσεως, δεν στοιχειοθέτησε όμως τον ισχυρισμό αυτό με αποδεικτικά στοιχεία. Επομένως, η Επιτροπή δεν απέδειξε επαρκώς κατά νόμο ότι αναγκάστηκε να καθυστερήσει τη δημοσίευση του πλήρους κειμένου της αποφάσεως του 2008 μέχρι τις 28 Απριλίου 2011. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να φέρει, σε μεγάλο βαθμό, η ίδια η Επιτροπή την ευθύνη για την προσαπτόμενη καθυστέρηση. Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή δεν εξηγεί τους λόγους για τους οποίους δεν ζήτησε –έστω και μόνο προληπτικά– μαζί με το υπόμνημά της αντικρούσεως, που κατέθεσε στις 8 Ιανουαρίου 2013 στην επί της ουσίας δίκη, την εφαρμογή ταχείας διαδικασίας βάσει του άρθρου 76α του Κανονισμού Διαδικασίας, προκειμένου να καταστεί δυνατό να καλυφθεί μέρος του χαμένου χρόνου. Εφόσον η Επιτροπή δεν άσκησε το δικαίωμά της να ζητήσει την εφαρμογή ταχείας διαδικασίας στην επί της ουσίας δίκη, δεν έχει νόημα να κατηγορεί την αιτούσα ότι έκανε χρήση του δικονομικού της δικαιώματος να ζητήσει αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
35
Η Επιτροπή επικαλείται επίσης το συμφέρον των δυνητικών θυμάτων της σύμπραξης κρυστάλλων αυτοκινήτων τα οποία πρέπει να έχουν στη διάθεσή τους τις πληροφορίες των κατηγοριών Ι και ΙΙ για να αποδείξουν τη βασιμότητα των αγωγών τους αποζημιώσεως, όσον αφορά την αιτιώδη συνάφεια και την ποσοτικοποίηση της ζημίας, τις οποίες άσκησαν κατά της αιτούσας ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Κατά την Επιτροπή, εάν καθυστερήσει η δημοσίευση των πληροφοριών αυτών μέχρι την έκδοση της επί της ουσίας αποφάσεως, οι αγωγές αποζημιώσεως ορισμένων από τα θύματα της σύμπραξης θα παραγραφούν, ιδίως στα κράτη μέλη στα οποία ισχύουν βραχείες προθεσμίες παραγραφής.
36
Ωστόσο, μολονότι τα συμφέροντα των τρίτων που θίγονται άμεσα από την ενδεχόμενη αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως μπορούν να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο της στάθμισης των συμφερόντων (βλ., συναφώς, διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 17ης Ιανουαρίου 2001, T-342/00 R, Petrolessence και SG2R κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. II-67, σκέψη 51), τα επιχειρήματα αυτά της Επιτροπής δεν είναι ικανά να αποδυναμώσουν το συμφέρον της αιτούσας. Συγκεκριμένα, αφενός, όσον αφορά τους προβαλλόμενους εθνικούς κανόνες παραγραφής, ο ισχυρισμός της Επιτροπής είναι παντελώς αόριστος, καθόσον δεν προσδιορίζει, ιδίως, ποιο γεγονός εμπόδισε τα εν λόγω θύματα να ασκήσουν τις αγωγές αποζημιώσεως εμπροθέσμως, ζητώντας συγχρόνως την αναστολή των εθνικών διαδικασιών μέχρι την έκδοση της επί της ουσίας αποφάσεως. Περαιτέρω, τα μόνα συγκεκριμένα παραδείγματα που αναφέρθηκαν στο πλαίσιο αυτό αφορούν τις αγωγές αποζημιώσεως που άσκησαν οι τέσσερις αιτούσες την παρέμβαση το 2010 και το 2011 ενώπιον του εθνικού δικαστή, προφανώς χωρίς να υπάρξουν εμπόδια λόγω παραγραφής (βλ. σκέψεις 19 και 21 ανωτέρω). Αφετέρου, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 34 ανωτέρω, τόσο οι καθυστερήσεις στη δημοσίευση του πλήρους κειμένου της αποφάσεως του 2008 όσο και η ενδεχόμενη βραδύτητα της διαδικασίας δεν πρέπει, σε μεγάλο βαθμό, να καταλογιστούν στην αιτούσα, αλλά στην Επιτροπή.
37
Τέλος, μολονότι τα θύματα της σύμπραξης κρυστάλλων αυτοκινήτων μπορούν και αυτά να επικαλεστούν το δικαίωμα αποτελεσματικής ένδικης προσφυγής όσον αφορά τις αγωγές αποζημιώσεως που άσκησαν κατά των μελών της εν λόγω σύμπραξης, στα οποία συμπεριλαμβάνεται η αιτούσα, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η χορήγηση των ασφαλιστικών μέτρων που ζήτησε η αιτούσα απλώς θα καθυστερούσε την άσκηση του δικαιώματος αυτού, γεγονός που θα είχε ως αποτέλεσμα προσωρινό περιορισμό στην άσκηση του εν λόγω δικαιώματος, ενώ το αντίστοιχο δικαίωμα της αιτούσας θα έπαυε να υφίσταται σε περίπτωση απορρίψεως της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων. Επομένως, το συμφέρον της αιτούσας υπερισχύει του συμφέροντος των θυμάτων της σύμπραξης.
38
Επομένως, εφόσον από τη στάθμιση των συμφερόντων προκύπτει ότι το συμφέρον της αιτούσας υπερισχύει, συντρέχει προφανώς επείγουσα ανάγκη να προστατευθεί το συμφέρον που αυτή επικαλείται, υπό την προϋπόθεση ότι κινδυνεύει να υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία σε περίπτωση απορρίψεως της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων. Στο πλαίσιο αυτό, η αιτούσα υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η κατάσταση που θα προέκυπτε από τη δημοσίευση του λεπτομερέστερου κειμένου της αποφάσεως του 2008 δεν θα ήταν πλέον αναστρέψιμη.
39
Όσον αφορά τις πληροφορίες της κατηγορίας III, η αιτούσα υπογραμμίζει ότι η δημοσίευσή τους θα προσέβαλε σοβαρά και ανεπανόρθωτα το δικαίωμα προστασίας των προσωπικών δεδομένων, το οποίο παρέχει το άρθρο 8 του Χάρτη στους υπαλλήλους της που φέρονται να εμπλέκονται στη λειτουργία της σύμπραξης.
40
Συναφώς, πρέπει, εισαγωγικά, να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η αιτούσα πρέπει να αποδείξει ότι η αναστολή εκτελέσεως που ζητεί είναι απαραίτητη για την προστασία των συμφερόντων της, ενώ δεν μπορεί να επικαλεστεί, για να αποδείξει το επείγον, ότι προσβάλλεται μη προσωπικό συμφέρον της, όπως, π.χ., δικαιώματα τρίτων. Επομένως, η αιτούσα δεν μπορεί να επικαλεστεί λυσιτελώς τη ζημία που θα υποστούν οι υπάλληλοί της προκειμένου να δικαιολογήσει το επείγον της αναστολής εκτελέσεως που ζητεί [βλ., συναφώς, διατάξεις του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 19ης Ιουλίου 2007, T-31/07 R, Du Pont de Nemours (France) κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2007, σ. II-2767, σκέψη 147 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 25ης Ιανουαρίου 2012, T-637/11 R, Euris Consult κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 26], αλλά πρέπει να αποδείξει ότι η προσβολή αυτή μπορεί να έχει ως συνέπεια προσωπική και ανεπανόρθωτη ζημία για την ίδια (βλ., συναφώς, διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 20ής Δεκεμβρίου 2001, T-213/01 R, Österreichische Postsparkasse κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. II-3963, σκέψη 71).
41
Τούτο όμως δεν συμβαίνει εν προκειμένω, εφόσον η αιτούσα περιορίζεται στο να ισχυριστεί ότι η δημοσιοποίηση των πληροφοριών της κατηγορίας III [εμπιστευτικά στοιχεία] ( 1 ). Επομένως, η αιτούσα περιορίζεται στο να προβάλει έναν ισχυρισμό αόριστο και υποθετικό, χωρίς να παράσχει συναφώς διευκρινίσεις, και δεν στηρίζει τον ισχυρισμό της αυτό με κάποιο αποδεικτικό στοιχείο. Το ίδιο ισχύει για την παρατήρηση ότι οι υπάλληλοί της θα μπορούσαν να ασκήσουν αγωγές εναντίον της, προσάπτοντάς της ότι δεν τους προστάτευσε. Ιδίως, δεν ισχυρίστηκε, ούτε άλλωστε απέδειξε, ότι θα λειτουργούσε προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης το να εξασφαλίσει τη συλλογική προστασία των συμφερόντων των εμπλεκόμενων υπαλλήλων εφόσον δεν μπορεί να απαιτηθεί από αυτούς, λόγω του πολύ μεγάλου αριθμού τους, να ασκήσουν ατομικές αγωγές για την προστασία των προσωπικών τους δεδομένων. Επομένως, η αιτούσα δεν κατόρθωσε να αποδείξει ότι η φερόμενη προσβολή των συμφερόντων των υπαλλήλων της θα είχε ως συνέπεια σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία της ίδιας της επιχείρησης.
42
Κατά συνέπεια, η προϋπόθεση του επείγοντος δεν πληρούται όσον αφορά τη δημοσίευση των πληροφοριών της κατηγορίας III. Λαμβανομένου υπόψη του σωρευτικού χαρακτήρα της προϋποθέσεως αυτής όπως και της προϋποθέσεως του fumus boni juris (βλ. σκέψη 24 ανωτέρω), η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να απορριφθεί όσον αφορά τις πληροφορίες αυτές.
43
Όσον αφορά τις πληροφορίες των κατηγοριών I και II, η αιτούσα προβάλλει ότι, μετά τη δημοσίευση των εμπιστευτικών πληροφοριών, μεταγενέστερη ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως λόγω του άρθρου 339 ΣΛΕΕ δεν θα αναστρέψει τα αποτελέσματα της δημοσίευσης. Συγκεκριμένα, οι πελάτες, οι ανταγωνιστές και οι προμηθευτές της αιτούσας, οι οικονομικοί αναλυτές καθώς και το ευρύ κοινό θα μπορούν να έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές και να τις αξιοποιούν ελεύθερα, γεγονός που θα προκαλέσει σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία στην αιτούσα. Συνεπώς, αν οι επίμαχες πληροφορίες δημοσιοποιηθούν πριν από την επίλυση της επί της ουσίας διαφοράς η αιτούσα θα στερηθεί την ουσιαστική δικαστική προστασία.
44
Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, σε περίπτωση που αποδειχθεί στο πλαίσιο της επί της ουσίας δίκης ότι η δημοσίευση στην οποία προτίθεται να προβεί η Επιτροπή αφορά πληροφορίες εμπιστευτικής φύσεως των οποίων η δημοσιοποίηση δεν συνάδει με την προστασία του επαγγελματικού απορρήτου, δυνάμει του άρθρου 339 ΣΛΕΕ, η αιτούσα μπορεί να επικαλεστεί τη διάταξη αυτή, η οποία της απονέμει θεμελιώδες δικαίωμα, προκειμένου να εναντιωθεί στη δημοσίευση αυτή. Όπως αναγνώρισε το Δικαστήριο με την απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 2008, C-450/06, Varec (Συλλογή 2008, σ. I-581, σκέψεις 47 και 48), παραπέμποντας στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: ΕΔΔΑ), μπορεί να είναι αναγκαίο να απαγορευθεί η δημοσιοποίηση ορισμένων πληροφοριών που χαρακτηρίζονται ως εμπιστευτικές, προκειμένου να προστατευθεί το θεμελιώδες δικαίωμα μιας επιχειρήσεως στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 8 της Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ), και από το άρθρο 7 του Χάρτη, με τη διευκρίνιση ότι η έννοια της «ιδιωτικής ζωής» δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως αποκλείουσα την εμπορική δραστηριότητα των νομικών προσώπων. Εξάλλου, το Δικαστήριο πρόσθεσε, αφενός, ότι είχε ήδη αναγνωρίσει την προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου ως γενικής αρχής και, αφετέρου, ότι η συγκεκριμένη επιχείρηση ήταν δυνατόν να υποστεί «εξαιρετικά σοβαρή ζημία» σε περίπτωση αντικανονικής ανακοινώσεως ορισμένων πληροφοριών (βλ., συναφώς, προπαρατεθείσα απόφαση Varec, σκέψεις 49 και 54).
45
Δεδομένου ότι η Επιτροπή, σε περίπτωση απορρίψεως της παρούσας αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, θα μπορούσε να προβεί σε άμεση δημοσίευση των πληροφοριών των κατηγοριών I και II, υπάρχει κίνδυνος το θεμελιώδες δικαίωμα της αιτούσας στην προστασία των επαγγελματικών της απορρήτων, το οποίο καθιερώνεται από το άρθρο 339 ΣΛΕΕ, το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 7 του Χάρτη, να καταστεί, κατά τρόπο μη αναστρέψιμο, κενό περιεχομένου όσον αφορά τις εν λόγω πληροφορίες. Συγχρόνως, η αιτούσα θα κινδύνευε να απολέσει το θεμελιώδες δικαίωμά της στην άσκηση αποτελεσματικής προσφυγής, το οποίο καθιερώνεται από το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 47 του Χάρτη, αν επιτρεπόταν στην Επιτροπή να δημοσιεύσει τις εν λόγω πληροφορίες πριν το Γενικό Δικαστήριο αποφανθεί επί της ουσίας. Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα της αιτούσας κινδυνεύουν να βλαβούν σοβαρά και ανεπανόρθωτα, υπό την επιφύλαξη της εξετάσεως της προϋποθέσεως του fumus boni juris (βλ., σχετικά με τη στενή σχέση μεταξύ της τελευταίας αυτής προϋποθέσεως και της προϋποθέσεως του επείγοντος, διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 8ης Απριλίου 2008, T-54/08 R, T-87/08 R, T-88/08 R και T-91/08 R έως T-93/08 R, Κύπρος κατά Επιτροπής, που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψεις 56 και 57), φαίνεται ότι συντρέχει επείγουσα ανάγκη να χορηγηθούν τα ζητούμενα προσωρινά μέτρα όσον αφορά τις πληροφορίες των κατηγοριών Ι και ΙΙ.
46
Κανένα από τα επιχειρήματα που προβάλλει προς αντίκρουση η Επιτροπή δεν μπορεί να ανατρέψει τις εκτιμήσεις αυτές.
47
Έτσι, η παρατήρηση της Επιτροπής ότι η αιτούσα δεν επικαλέσθηκε καμία προσβολή θεμελιώδους δικαιώματος στερείται πραγματικής βάσεως. Συγκεκριμένα, η αιτούσα, υποστηρίζοντας ότι θα στερηθεί την αποτελεσματική ένδικη προστασία εάν οι επίμαχες πληροφορίες δημοσιευθούν πριν από το πέρας της επί της ουσίας δίκης, επικαλέσθηκε, εμμέσως πλην σαφώς, το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 47 του Χάρτη, τα οποία, αμφότερα, καθιερώνουν το θεμελιώδες δικαίωμα αποτελεσματικής ένδικης προστασίας. Περαιτέρω, μολονότι η αιτούσα περιορίστηκε στο να καταγγείλει μόνον παράβαση του άρθρου 339 ΣΛΕΕ, υπενθυμίζεται ότι η προστασία του επαγγελματικού απορρήτου, την οποία εγγυάται η διάταξη αυτή, έχει αποκτήσει ισχύ θεμελιώδους δικαιώματος κατά την έννοια του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 7 του Χάρτη (βλ. σκέψη 44 ανωτέρω), οπότε η επίκληση του άρθρου 339 ΣΛΕΕ συνεπάγεται κατ’ ανάγκη την επίκληση και των δύο άλλων διατάξεων.
48
Η Επιτροπή αναφέρεται στη συνέχεια στη νομολογία του ΕΔΔΑ (βλ. ΕΔΔΑ, απόφαση Gillberg κατά Σουηδίας της 3ης Απριλίου 2012, §§ 67 και 72), για να υπογραμμίσει ότι το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω, εφόσον δεν μπορεί να γίνει επίκληση της εν λόγω διατάξεως για να προβάλει κάποιος προσβολή των δικαιωμάτων του, ενώ η προσβολή αυτή προκύπτει κατά τρόπο προβλέψιμο από δικές του πράξεις, όπως από ένα ποινικό αδίκημα. Η Επιτροπή καταλήγει ότι, εφόσον οι επίμαχες πληροφορίες δεν εξυπηρετούν, εν προκειμένω, παρά μόνον την περιγραφή της παραβατικής συμπεριφοράς της αιτούσας, η αιτούσα δεν μπορεί να εμποδίσει τη δημοσίευσή τους επικαλούμενη το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή.
49
Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το ΕΔΔΑ, χωρίς καθόλου να εξετάσει αν το αμφισβητούμενο μέτρο της Σουηδίας είχε «προσβάλει το δικαίωμα της μη κοινοποιήσεως εμπιστευτικών πληροφοριών που απέρρεε από το άρθρο 8 [της ΕΣΔΑ]», περιορίστηκε στο να αναζητήσει αν η ποινική καταδίκη του C. Gillberg συνιστούσε, καθεαυτή, προσβολή του δικαιώματός του σεβασμού της ιδιωτικής του ζωής (προπαρατεθείσα απόφαση Gillberg κατά Σουηδίας, §§ 56, 64, 65 και 68). Το εν λόγω Δικαστήριο απάντησε αρνητικά στο ζήτημα αυτό, καθόσον οι δυσμενείς επιπτώσεις της καταδίκης σε προσωπικό, κοινωνικό, ψυχολογικό και οικονομικό επίπεδο, ήταν «προβλέψιμες συνέπειες της διάπραξης ενός ποινικού αδικήματος [...] τις οποίες, επομένως, δεν μπορεί [...] να επικαλεστεί κανείς για να υποστηρίξει ότι η ποινική καταδίκη του μπορεί να θεωρηθεί, καθεαυτή, ως προσβολή του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής του ζωής κατά την έννοια του άρθρου 8 [της ΕΣΔΑ]» (προπαρατεθείσα απόφαση Gillberg κατά Σουηδίας, § 68).
50
Όμως, στην παρούσα δίκη, δεν πρόκειται για το αν η αιτούσα μπορεί να αντιταχθεί, δυνάμει του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, στην επιβολή προστίμου από την Επιτροπή για παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, στον δημόσιο χαρακτηρισμό της ως μέλους της σύμπραξης κρυστάλλων αυτοκινήτων ή σε άλλα «προβλέψιμα» αρνητικά αποτελέσματα της κυρώσεως αυτής στο εμπόριο. Εν προκειμένω, ο δικαστής της Ένωσης οφείλει να καθορίσει αν οι πληροφορίες των κατηγοριών I και II πρέπει να τύχουν εμπιστευτικής μεταχειρίσεως, κατ’ εφαρμογήν του εν λόγω άρθρου 8, ή αν μπορούν, αντιθέτως, να χρησιμοποιηθούν από την Επιτροπή για να δημοσιοποιηθεί λεπτομερέστερη περιγραφή της παραβατικής συμπεριφοράς της αιτούσας. Δεδομένου ότι το ζήτημα αυτό της εμπιστευτικής ή μη μεταχειρίσεως ορισμένων πληροφοριών δεν αποτέλεσε αντικείμενο της προπαρατεθείσας αποφάσεως Gillberg κατά Σουηδίας, το επιχείρημα της Επιτροπής που αντλείται από την εν λόγω απόφαση του ΕΔΔΑ δεν μπορεί να ευδοκιμήσει.
51
Η Επιτροπή, παραπέμποντας σε πολλές διατάξεις των Προέδρων του Δικαστηρίου και του Γενικού Δικαστηρίου, προσθέτει ότι δεν αρκεί, εν πάση περιπτώσει, να καταγγείλει η αιτούσα προσβολή ενός θεμελιώδους δικαιώματος προστασίας του επαγγελματικού απορρήτου ή των επιχειρηματικών απορρήτων, αλλά πρέπει επιπλέον να αποδείξει ότι η προσβολή αυτή απειλεί να προκαλέσει στην ίδια σοβαρή και ανεπανόρθωτη υλική ζημία ή ηθική βλάβη. Όμως, εν προκειμένω, δεν αποδείχθηκε η επέλευση ζημίας τέτοιας φύσεως.
52
Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή παραπέμπει, πρώτον, στις διατάξεις του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 7ης Νοεμβρίου 2003, T-198/03 R, Bank Austria Creditanstalt κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. II-4879), και της 22ας Δεκεμβρίου 2004, T-201/04 R, Microsoft κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. II-4463), στις οποίες ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων, εξετάζοντας το επιχείρημα που αντλείται από τον μη αναστρέψιμο χαρακτήρα της κοινοποιήσεως ευαίσθητων πληροφοριών, οι οποίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε αγωγές αποζημιώσεως κατά του ενδιαφερόμενου, χαρακτήρισε ως καθαρά οικονομική τη ζημία που θα μπορούσε να προκύψει για τον ενδιαφερόμενο από μια τέτοια χρήση των εν λόγω πληροφοριών, και μια οικονομική ζημία δεν μπορεί κατά κανόνα να θεωρηθεί ως ανεπανόρθωτη (βλ. προπαρατεθείσα διάταξη Bank Austria Creditanstalt κατά Επιτροπής, σκέψεις 45, 47, 52 και 53), διευκρινίζοντας ότι η δημοσιοποίηση μιας πληροφορίας που είχε χαρακτηριστεί μέχρι τότε ως απόρρητη –είτε λόγω της υπάρξεως δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας είτε ως επιχειρηματικό απόρρητο– δεν συνεπάγεται οπωσδήποτε την επέλευση σοβαρής ζημίας, τούτο δε παρά το γεγονός ότι η γνώση της πληροφορίας αυτής δεν μπορεί να διαγραφεί από τα υπομνήματα (βλ. προπαρατεθείσα διάταξη Microsoft κατά Επιτροπής, σκέψεις 253 και 254).
53
Συναφώς, πρέπει, ωστόσο, να υπογραμμιστεί ότι η προσέγγιση που ακολούθησε ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων στις προπαρατεθείσες διατάξεις Bank Austria Creditanstalt κατά Επιτροπής και Microsoft κατά Επιτροπής, στα θέματα προστασίας πληροφοριών που φέρονται ως εμπιστευτικές, πρέπει να εγκαταλειφθεί, στον βαθμό που η προσέγγιση αυτή δεν λαμβάνει υπόψη τα θεμελιώδη δικαιώματα που επικαλείται ο αιτών την προσωρινή προστασία των εν λόγω πληροφοριών. Συγκεκριμένα, το αργότερο μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας, την 1η Δεκεμβρίου 2009, η οποία προσέδωσε στον Χάρτη την τυπική ισχύ του πρωτογενούς δικαίου της Ένωσης και όρισε ότι ο Χάρτης και οι Συνθήκες έχουν την ίδια νομική ισχύ (άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, ΣΕΕ), ο άμεσος κίνδυνος από τη σοβαρή και ανεπανόρθωτη προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνουν τα άρθρα 7 και 47 του Χάρτη (καθώς και οι αντίστοιχες διατάξεις της ΕΣΔΑ) στον τομέα αυτόν πρέπει να χαρακτηριστεί ως ζημία που δικαιολογεί τη χορήγηση των ζητούμενων προσωρινών μέτρων προστασίας.
54
Η Επιτροπή αναφέρεται, στη συνέχεια, στη διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 15ης Απριλίου 1998, C-43/98 P(R), Camar κατά Επιτροπής και Συμβουλίου [Συλλογή 1998, σ. I-1815, σκέψεις 46 και 47], με την οποία απορρίφθηκε το επιχείρημα που προβλήθηκε για τον ανεπανόρθωτο χαρακτήρα της ζημίας με την αιτιολογία ότι «δεν αρκ[ούσε] ο αφηρημένος ισχυρισμός ότι θίγονται θεμελιώδη δικαιώματα, εν προκειμένω το δικαίωμα ιδιοκτησίας και το δικαίωμα της ελευθερίας ασκήσεως επαγγέλματος, για να αποδειχθεί ότι η ζημία που θα μπορούσε να προκύψει θα είναι κατ’ ανάγκη ανεπανόρθωτη». Εντούτοις, δεν μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός ότι η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η διάταξη εκείνη αφορούσε την περίπτωση εισαγωγέα ο οποίος θεωρούσε ανεπαρκή τον αριθμό των αδειών εισαγωγής που χορηγήθηκαν και ζητούσε τη χορήγηση ενός πρόσθετου αριθμού αδειών. Επομένως, μολονότι ο εν λόγω εισαγωγέας επικαλέσθηκε το δικαίωμα ιδιοκτησίας και το δικαίωμα της ελευθερίας ασκήσεως επαγγέλματος, η φερόμενη χορήγηση ανεπαρκούς ποσότητας αδειών εισαγωγής περιόριζε απλώς τη χρήση των επίμαχων θεμελιωδών δικαιωμάτων. Δεδομένου ότι ο ενδιαφερόμενος δεν έπαυσε να έχει τα δικαιώματα αυτά, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων ζήτησε να αποδειχθεί ο σοβαρός και ανεπανόρθωτος χαρακτήρας του περιορισμού τους. Εν προκειμένω, αντιθέτως, σε περίπτωση απορρίψεως της αιτήσεώς της ασφαλιστικών μέτρων, η αιτούσα θα στερηθεί πλήρως των θεμελιωδών δικαιωμάτων που επικαλείται, γεγονός που συνεπάγεται πλήρη απώλεια των δικαιωμάτων της αυτών, και επομένως θα υποστεί σοβαρότατη και ανεπανόρθωτη ζημία. Κατά συνέπεια η προπαρατεθείσα διάταξη Camar κατά Επιτροπής και Συμβουλίου είναι αλυσιτελής για την εξέταση της συνδρομής των προϋποθέσεων του επείγοντος στην παρούσα διαδικασία.
55
Το ίδιο ισχύει, για τους ίδιους λόγους, για τη διάταξη του Προέδρου του Γενικού Δικαστηρίου της 18ης Μαρτίου 2011, T-457/09 R, Westfälisch-Lippischer Sparkassen- und Giroverband κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 48), κατά την οποία δεν αρκεί η επίκληση κατάφωρης προσβολής ενός θεμελιώδους δικαιώματος για να στοιχειοθετηθεί ο σοβαρός και ανεπανόρθωτος χαρακτήρας της ζημίας που ενδέχεται να προκληθεί. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση που αφορούσε η διάταξη εκείνη, ο μειοψηφών μέτοχος μιας τράπεζας αντιτάχθηκε στις οικονομικές συνέπειες της εκπλήρωσης μιας προϋπόθεσης από την οποία η Επιτροπή είχε εξαρτήσει την έγκριση κρατικής ενίσχυσης προς την εν λόγω τράπεζα, προϋπόθεση την οποία ο εν λόγω μέτοχος είχε, ο ίδιος, κατ’ αρχήν δεχθεί (προπαρατεθείσα διάταξη Westfälisch-Lippischer Sparkassen- und Giroverband κατά Επιτροπής, σκέψη 47). Επομένως, αντιθέτως προς την παρούσα υπόθεση, στην υπόθεση εκείνη επρόκειτο για απλό περιορισμό της άσκησης των δικαιωμάτων κυριότητας και ίσης μεταχείρισης τα οποία επικαλέσθηκε ο ενδιαφερόμενος.
56
Όσον αφορά τη διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 27ης Σεπτεμβρίου 2004, C-7/04 P(R), Επιτροπή κατά Akzo και Akcros (Συλλογή 2004, σ. I-8739), η οποία αφορούσε τον εμπιστευτικό ή μη χαρακτήρα εγγράφων τα οποία κατέσχεσε η Επιτροπή κατά τη διάρκεια ελέγχου, δεν επρόκειτο στην υπόθεση εκείνη για την πρόσβαση του κοινού στα εν λόγω έγγραφα, αλλά για το εάν επιτρεπόταν στην Επιτροπή να λάβει γνώση των εγγράφων αυτών. Σ’ αυτό επομένως το πολύ συγκεκριμένο πλαίσιο, το οποίο δεν μπορεί να συγκριθεί με το πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως, κρίθηκε ότι, αν η Επιτροπή λάβει απλώς γνώση των επίμαχων εγγράφων, χωρίς τα έγγραφα αυτά να χρησιμοποιηθούν στο πλαίσιο διαδικασίας παραβάσεως των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού, το γεγονός αυτό μπορούσε ενδεχομένως να προσβάλει το επαγγελματικό απόρρητο, όμως αυτό μόνο δεν αρκούσε για να αποδειχθεί ότι πληρούται η προϋπόθεση του επείγοντος (προπαρατεθείσα διάταξη Επιτροπή κατά Akzo και Akcros, σκέψη 41). Συγκεκριμένα, σε περίπτωση ακυρώσεως αποφάσεως με την οποία η Επιτροπή διέταξε έλεγχο, η Επιτροπή θα βρισκόταν σε αδυναμία, ως εκ τούτου, να χρησιμοποιήσει, στο πλαίσιο της διαδικασίας παραβάσεως των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού, όλα τα έγγραφα και αποδεικτικά στοιχεία που θα είχε ενδεχομένως συγκεντρώσει στο πλαίσιο αυτού του ελέγχου, με κίνδυνο να ακυρώσει ο δικαστής της Ένωσης την απόφασή της περί παραβάσεως, κατά το μέτρο που θα στηριζόταν σε τέτοια αποδεικτικά μέσα (προπαρατεθείσα διάταξη Επιτροπή κατά Akzo και Akcros, σκέψη 37). Υπό τις περιστάσεις αυτές, το γεγονός απλώς της γνωστοποιήσεως των εμπιστευτικών πληροφοριών στην Επιτροπή, η οποία ως δημόσια αρχή υποχρεούται και η ίδια να σέβεται το επαγγελματικό απόρρητο, δεν μπορούσε προφανώς να συνιστά σοβαρή και ανεπανόρθωτη προσβολή του επικαλούμενου θεμελιώδους δικαιώματος.
57
Συνεπώς, εφόσον πληρούται η προϋπόθεση του επείγοντος όσον αφορά τις πληροφορίες των κατηγοριών I και II, πρέπει να εξεταστεί εάν συντρέχει η προϋπόθεση του fumus boni juris.
Όσον αφορά το fumus boni juris
58
Κατά πάγια νομολογία, η σχετική με το fumus boni juris προϋπόθεση πληρούται όταν ένας τουλάχιστον από τους λόγους που έχει προβάλει ο διάδικος που ζητεί τα προσωρινά μέτρα στο πλαίσιο της επί της ουσίας δίκης κρίνεται, εκ πρώτης όψεως, εύλογος και, εν πάση περιπτώσει, μη στερούμενος βάσεως, καθόσον καταδεικνύει την ύπαρξη δυσχερών νομικών ζητημάτων η επίλυση των οποίων δεν είναι προφανής και, κατά συνέπεια, απαιτεί επισταμένη εξέταση, η οποία δεν μπορεί να γίνει από τον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων, αλλά στο πλαίσιο της επί της ουσίας δίκης, ή όταν η μεταξύ των διαδίκων συζήτηση αποκαλύπτει την ύπαρξη σοβαρής νομικής διαφωνίας, η λύση της οποίας δεν είναι προφανής (διάταξη του Προέδρου του Γενικού Δικαστηρίου της 19ης Σεπτεμβρίου 2012, T-52/12 R, Ελλάδα κατά Επιτροπής, σκέψη 13 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία· βλ., επίσης, υπό το πνεύμα αυτό, διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 8ης Μαΐου 2003, C-39/03 P-R, Επιτροπή κατά Artegodan κ.λπ., Συλλογή 2003, σ. I-4485, σκέψη 40).
59
Όσον αφορά ειδικότερα τη διαφωνία σχετικά με την προσωρινή προστασία των φερόμενων ως εμπιστευτικών πληροφοριών, πρέπει να προστεθεί ότι ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων μπορεί, κατ’ αρχήν, να συμπεράνει ότι δεν συντρέχει fumus boni juris μόνο στην περίπτωση που ελλείπει προδήλως ο εμπιστευτικός χαρακτήρας των επίμαχων πληροφοριών, διότι, διαφορετικά, θα έχει παραβλέψει τον εγγενώς παρεπόμενο και προσωρινό χαρακτήρα της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων (βλ. σκέψεις 29 έως 31 ανωτέρω), καθώς και τον άμεσο κίνδυνο άρσης των θεμελιωδών δικαιωμάτων που επικαλείται ο διάδικος και των οποίων ζητεί την προσωρινή προστασία (βλ. σκέψεις 44 και 45 ανωτέρω). Τούτο θα συνέβαινε, για παράδειγμα, αν η πληροφορία που χρήζει προστασίας περιλαμβανόταν στον ετήσιο δημόσιο ισολογισμό της αιτούσας ή σε πράξη που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
60
Εν προκειμένω, η αιτούσα, στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου που προβάλλει στο πλαίσιο της επί της ουσίας δίκης, προσάπτει στην Επιτροπή, μεταξύ άλλων, ότι, αποφασίζοντας να δημοσιεύσει τις πληροφορίες που έπρεπε να θεωρηθούν ως επιχειρηματικά απόρρητα και των οποίων το απόρρητο έπρεπε να προστατευθεί, παρέβη το άρθρο 339 ΣΛΕΕ, καθώς και το άρθρο 28, παράγραφος 1, και το άρθρο 30, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003. Εξάλλου, η Επιτροπή έσφαλε κατά την εκτίμησή της όσον αφορά την ύπαρξη επιτακτικών λόγων για τη δημοσιοποίηση των επίμαχων πληροφοριών.
61
Η αιτούσα υποστηρίζει ότι οι πληροφορίες των κατηγοριών I και II είναι εμπορικά ευαίσθητες, απόρρητες και άγνωστες στο ευρύ κοινό, και η εν λόγω δημοσίευση θα αποκαλύψει στους πελάτες, ανταγωνιστές, προμηθευτές και στο κοινό γενικώς, σε ενοποιημένη μορφή, λεπτομέρειες για τους πελάτες της και τις σχέσεις που διατηρεί με τους πελάτες της αυτούς, όπως η μάρκα και το μοντέλο των αυτοκινήτων για τα οποία προμηθεύει εξαρτήματα. Αυτό το είδος πληροφοριών είναι προδήλως ευαίσθητο, καθώς επίσης και οι πληροφορίες για τον αριθμό των εξαρτημάτων που πωλούνται, το μερίδιο ενός συγκεκριμένου κατασκευαστή αυτοκινήτων στη δραστηριότητα, στις τιμές, στον υπολογισμό των τιμών, σε ειδικές εκπτώσεις, στα ποσοστά, κ.λπ. Συγκεκριμένα, οι πληροφορίες αυτές θα αποκάλυπταν τις επιχειρηματικές πρακτικές της αιτούσας προς τους κατασκευαστές οι οποίοι εξακολουθούν να είναι πελάτες της και θα μπορούσαν επίσης να χρησιμοποιηθούν από άλλους κατασκευαστές στις σχέσεις τους με την αιτούσα.
62
Στο μέτρο που η Επιτροπή αμφισβητεί τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των επίμαχων πληροφοριών με την αιτιολογία ότι οι πληροφορίες αυτές είναι παλαιότερες των πέντε ετών, η αιτούσα απαντά ότι δεν υπάρχει προκαθορισμένο όριο για το πότε τα δεδομένα αποκτούν αρχειακό χαρακτήρα, δεδομένου ότι ο αρχειακός χαρακτήρας των δεδομένων εξαρτάται από τις ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης αγοράς. Εξάλλου, το Δικαστήριο, με την απόφαση της 28ης Ιουνίου 2012, C-477/10 P, Επιτροπή κατά Agrofert Holding (σκέψη 67), υπογράμμισε ότι, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 7, του κανονισμού (ΕΚ) 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ L 145, σ. 43), οι εξαιρέσεις που αφορούν τα εμπορικά συμφέροντα ή τα ευαίσθητα έγγραφα μπορούν να εφαρμοσθούν για περίοδο 30 ετών ή, εν ανάγκη, και μετά την περίοδο αυτή.
63
Η αιτούσα διευκρινίζει ότι [παραλειφθέν εμπιστευτικό χωρίο]. Επομένως, οι ενοποιημένες πληροφορίες της κατηγορίας I δεν έχουν παύσει να είναι εμπιστευτικές λόγω του ότι ανάγονται στο παρελθόν, δεδομένου ότι η δημοσιοποίησή τους θα παρείχε στους ανταγωνιστές και στους πελάτες τη δυνατότητα να λάβουν έναν κατάλογο πελατών ιδιαιτέρως λεπτομερή όσον αφορά την αιτούσα και τις ιδιαίτερες πτυχές των σχέσεών της με τους πελάτες της.
64
Όσον αφορά τις πληροφορίες της κατηγορίας II, εξακολουθούν να είναι εμπιστευτικές και εμπορικά ευαίσθητες λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της αγοράς κρυστάλλων αυτοκινήτων, στην οποία οι συμβάσεις αποτελούν αντικείμενο διαπραγματεύσεων πολλά χρόνια πριν από την έναρξη της κατασκευής. Πρόκειται για συμβάσεις μακροπρόθεσμες οι οποίες ανανεώνονται συχνά, δεδομένου ότι οι προμηθευτές κρυστάλλων αυτοκινήτων εξακολουθούν να προμηθεύουν τους κατασκευαστές για πολλές γενιές ενός μοντέλου. Λόγω της συγκεκριμένης δομής της αγοράς, οι προτεινόμενες δημοσιοποιήσεις θα έχουν ως αποτέλεσμα μεγάλη διαφάνεια, η οποία μπορεί να μεταβάλει ριζικά τα χαρακτηριστικά της αγοράς και να βλάψει τα συμφέροντα της αιτούσας. Συγκεκριμένα, η αιτούσα έχει [παραλειφθέν εμπιστευτικό χωρίο]. Πάντως, οι εν λόγω πληροφορίες περιέχουν συγκεκριμένες στοχευμένες λεπτομέρειες για τις τιμές των προϊόντων, οι οποίες εξακολουθούν να είναι λυσιτελείς για την εμπορική δραστηριότητα της αιτούσας. Η δημοσίευσή τους θα παρείχε τη δυνατότητα στους πελάτες της και στους ανταγωνιστές της να υπολογίσουν συμπερασματικά τις τρέχουσες τιμές της, θα είχε ως αποτέλεσμα τη διαφάνεια στην αγορά σε θέματα τιμών γενικώς και θα έθιγε επίσης τη θέση της αιτούσας, καθόσον οι πελάτες της θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τις πληροφορίες αυτές στις διαπραγματεύσεις τους και οι λοιποί επιχειρηματίες θα μπορούσαν να τις χρησιμοποιήσουν για να τη θέσουν σε δυσμενή ανταγωνιστική κατάσταση.
65
Συνοψίζοντας, η αιτούσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν έλαβε υπόψη της εάν οι πληροφορίες των κατηγοριών I και II, συνολικά θεωρούμενες, όχι ανά μεμονωμένα εδάφια αλλά από κοινού, δημοσιευόμενες σε ενοποιημένο κείμενο, προσβάσιμο στο διαδίκτυο, εξακολουθούν να είναι εμπιστευτικές. Η δημοσίευση των πληροφοριών αυτών από κοινού τις καθιστά εξαιρετικά ευαίσθητες, δεδομένου ότι θα παράσχει στο κοινό εν γένει τη δυνατότητα να πληροφορηθεί με πάμπολλες λεπτομέρειες ευαίσθητες επιχειρηματικές σχέσεις της αιτούσας με τους περισσότερους σημαντικούς πελάτες της. Τούτο θα μπορούσε επίσης να αυξήσει με γεωμετρική πρόοδο και τεχνητά τη διαφάνεια της αγοράς κρυστάλλων αυτοκινήτων, επιτρέποντας σε κάθε πελάτη της αιτούσας να έχει πρόσβαση σε ευαίσθητες πληροφορίες όσον αφορά τις σχέσεις της με τους άλλους πελάτες της. Επίσης, δυνητικοί πελάτες της και το κοινό εν γένει θα αποκτούσαν πρόσβαση στις εν λόγω πληροφορίες, γεγονός που θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρή ζημία στα συμφέροντα της αιτούσας.
66
Η Επιτροπή αντιτείνει, κατ’ ουσίαν, ότι τα αιτήματα εμπιστευτικής μεταχειρίσεως που υπέβαλε η αιτούσα στον σύμβουλο ακροάσεων ήταν, πλην ελαχίστων, πολύ γενικά και αόριστα, για να δικαιολογήσουν εμπιστευτική μεταχείριση και ότι, ακόμη και ενώπιον του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων, η αιτούσα δεν απέδειξε, για κάθε συγκεκριμένη πληροφορία, ότι έπρεπε να προστατευθεί ως επιχειρηματικό απόρρητο. Περαιτέρω, οι επίδικες πληροφορίες είχαν ανταλλαχθεί εντός της σύμπραξης κρυστάλλων αυτοκινήτου και, επομένως, οι λοιπές επιχειρήσεις, που ήταν μέλη της σύμπραξης αυτής, τις γνώριζαν. Για τον λόγο αυτό, δεν μπορούσαν πλέον να θεωρηθούν απόρρητες. Εν πάση περιπτώσει, οι επίμαχες πληροφορίες ανάγονταν σε περίοδο πριν από πέντε και πλέον έτη και έπρεπε, ως εκ τούτου, να θεωρηθούν αρχειακές, εφόσον η αιτούσα δεν απέδειξε ότι, παρ’ όλο που ανάγονται στο παρελθόν, εξακολουθούν να αποτελούν ουσιώδη στοιχεία της εμπορικής θέσης της.
67
Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση, χωρίς να θίγεται η ουσία των επιχειρημάτων που προέβαλε η Επιτροπή, η βασιμότητα των οποίων θα εξεταστεί από τον δικαστή που θα κρίνει επί της ουσίας, ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν μπορεί να συναχθεί ότι δεν συντρέχει προδήλως fumus boni juris.
68
Συγκεκριμένα, αφενός, η απόφαση του 2008, που αποτελεί το αντικείμενο της επίδικης μη εμπιστευτικής δημοσιεύσεως, περιλαμβάνει 731 αιτιολογικές σκέψεις και 882 υποσημειώσεις. Όπως προκύπτει από το σημείο 6 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οι αιτήσεις εμπιστευτικής μεταχειρίσεως που υπέβαλε η αιτούσα σχετικά με τις πληροφορίες της κατηγορίας I αφορούν 270 αιτιολογικές σκέψεις και 46 υποσημειώσεις, ενώ οι αιτήσεις σχετικά με τις πληροφορίες της κατηγορίας II αφορούν 64 αιτιολογικές σκέψεις και 19 υποσημειώσεις. Συνεπώς, εκ πρώτης όψεως, η εξέταση του αν η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη απορρίπτοντας τις περισσότερες από τις εν λόγω αιτήσεις εμπιστευτικής μεταχειρίσεως εγείρει περίπλοκα ζητήματα, η επίλυση των οποίων απαιτεί επισταμένη εξέταση, η οποία δεν μπορεί να γίνει από τον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων, αλλά πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο της επί της ουσίας δίκης.
69
Αφετέρου, το γεγονός ότι ο σύμβουλος ακροάσεων αναγνώρισε ότι ορισμένες πληροφορίες, τόσο της κατηγορίας I όσο και της κατηγορίας II, έχουν εμπιστευτικό χαρακτήρα καταδεικνύει ότι οι επίδικες πληροφορίες δεν μπορούν, εκ πρώτης όψεως, να χαρακτηριστούν συνολικώς, λόγω της φύσεώς τους, ως προδήλως στερούμενες απορρήτου ή εμπιστευτικού χαρακτήρα. Η αναγνώριση αυτή του απόρρητου χαρακτήρα ορισμένων πληροφοριών αποδυναμώνει επίσης το επιχείρημα ότι οι πληροφορίες, απλώς και μόνο επειδή ανταλλάχθηκαν μεταξύ των μελών της σύμπραξης κρυστάλλων αυτοκινήτων, μετατράπηκαν σε ευρέως γνωστές σε κύκλους πέραν της αιτούσας. Εν πάση περιπτώσει, στον βαθμό που η Επιτροπή παραπέμπει, στο πλαίσιο αυτό, στη διάταξη του προέδρου του πρώτου τμήματος του Πρωτοδικείου της 5ης Αυγούστου 2003, T-168/01, Glaxo Wellcome κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 43), και στη διάταξη του προέδρου του ογδόου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου της 8ης Μαΐου 2012, T-108/07, Spira κατά Επιτροπής (σκέψη 52), το γεγονός ότι η αιτούσα γνωστοποίησε στα άλλα μέλη της σύμπραξης κρυστάλλων αυτοκινήτων τις επίδικες πληροφορίες, αλλά όχι και στους λοιπούς προμηθευτές, πελάτες και ανταγωνιστές της, πλην των μελών της σύμπραξης, δεν σημαίνει ότι αυτό έχει προδήλως την έννοια ότι οι πληροφορίες αυτές είναι προσβάσιμες, αν όχι στο ευρύ κοινό, τουλάχιστον σε εξειδικευμένους κύκλους κατά την έννοια των δύο αυτών διατάξεων.
70
Περαιτέρω, όσον αφορά τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι οι επίδικες πληροφορίες αφορούν όλες περίοδο πριν από πέντε και πλέον έτη και έχουν επομένως απολέσει τον απόρρητο χαρακτήρα τους, είναι αληθές ότι οι πληροφορίες για μία επιχείρηση που ανάγονται σε περίοδο πριν από πέντε και πλέον έτη πρέπει, κατά κανόνα, να θεωρούνται ως αρχειακές. Ωστόσο, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να αποδείξει ότι, παρά την παλαιότητά τους, οι εν λόγω πληροφορίες εξακολουθούν να αποτελούν ουσιώδη στοιχεία της εμπορικής καταστάσεώς της (βλ., συναφώς, διάταξη του προέδρου του τετάρτου τμήματος του Πρωτοδικείου της 22ας Φεβρουαρίου 2005, T-383/03, Hynix Semiconductor κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2005, σ. II-621, σκέψη 60 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Όμως, δεν προκύπτει ότι τα επιχειρήματα της αιτούσας που παρατίθενται στις σκέψεις 63 έως 65 ανωτέρω είναι, εκ πρώτης όψεως, αλυσιτελή για να αποδειχθεί ότι οι πληροφορίες των κατηγοριών I και II διατηρούν τον απόρρητο χαρακτήρα τους λόγω της φύσεώς τους. Ούτε εξάλλου μπορεί προδήλως να αποκλειστεί ότι το άρθρο 4, παράγραφος 7, του κανονισμού 1049/2001, κατά το οποίο το απόρρητο των εμπορικών συμφερόντων ή των ευαίσθητων εγγράφων μπορεί, εάν παρίσταται ανάγκη, να προστατευθεί κατ’ εξαίρεση για περίοδο 30 ετών ή ακόμα και πέραν της περιόδου αυτής, μπορεί να επηρεάσει την εκτίμηση στη συγκεκριμένη περίπτωση.
71
Ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων δεν μπορεί επομένως να αποκλείσει, εκ πρώτης όψεως, ότι οι επίδικες πληροφορίες δεν είναι γνωστές παρά μόνο σε περιορισμένο αριθμό προσώπων ούτε ότι η δημοσίευσή τους μπορεί να προκαλέσει σοβαρή ζημία στην αιτούσα, κατά την έννοια της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 30ής Μαΐου 2006, T-198/03, Bank Austria Creditanstalt κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. II-1429, σκέψη 71).
72
Τέλος, ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι επίδικες πληροφορίες μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστούν επιχειρηματικά απόρρητα της αιτούσας, για να κριθεί αν τα συμφέροντα αυτά είναι αντικειμενικώς άξια προστασίας πρέπει να γίνει στάθμιση μεταξύ του συμφέροντος της αιτούσας να μη δημοσιευθούν και του γενικού συμφέροντος σύμφωνα με το οποίο οι δραστηριότητες των οργάνων της Ένωσης διεξάγονται με τη μεγαλύτερη δυνατή τήρηση της διαφάνειας (προπαρατεθείσα απόφαση Bank Austria Creditanstalt κατά Επιτροπής, σκέψη 71). Η στάθμιση, όμως, αυτή των διαφόρων συμφερόντων –που αφορά συνολικά τη φύση των πληροφοριών των κατηγοριών I και II ή τις πλέον των 300 αιτιολογικών σκέψεων και τις 60 υποσημειώσεις– θα απαιτήσει λεπτές εκτιμήσεις αρμόδιος για τις οποίες είναι ο δικαστής επί της ουσίας. Εν πάση περιπτώσει, από τη δικογραφία δεν προκύπτει ότι το αποτέλεσμα αυτής της στάθμισης θα κλίνει σαφώς υπέρ του συμφέροντος που επικαλείται η Επιτροπή.
73
Κατόπιν των προεκτεθέντων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η υπό κρίση υπόθεση θέτει περίπλοκα και λεπτά ζητήματα τα οποία δεν μπορούν, εκ πρώτης όψεως, να θεωρηθούν ως στερούμενα σημασίας και των οποίων η λύση απαιτεί επισταμένη εξέταση στο πλαίσιο της επί της ουσίας διαδικασίας. Πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτή η ύπαρξη fumus boni juris.
74
Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι πληρούνται όλες οι συναφείς προϋποθέσεις, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά το μέρος της που ζητείται η λήψη προσωρινών μέτρων που θα απαγορεύουν στην Επιτροπή να δημοσιεύσει τις πληροφορίες των κατηγοριών I και II και να απορριφθεί η αίτηση κατά τα λοιπά.
Για τους λόγους αυτούς,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
διατάσσει:
1)
Απορρίπτει τις αιτήσεις παρεμβάσεως της HUK-Coburg, της LVM, της VHV και της Württembergische Gemeinde-Versicherung.
2)
Αναστέλλει την εκτέλεση της αποφάσεως C(2012) 5718 τελικό της Επιτροπής, της 6ης Αυγούστου 2012, περί απορρίψεως της αιτήσεως εμπιστευτικής μεταχειρίσεως την οποία υπέβαλε η Pilkington Group Ltd, δυνάμει του άρθρου 8 της αποφάσεως 2011/695/ΕΕ του Προέδρου της Επιτροπής, της 13ης Οκτωβρίου 2011, σχετικά με τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα του συμβούλου ακροάσεων σε ορισμένες διαδικασίες ανταγωνισμού (Υπόθεση COMP/39.125 – Κρύσταλλα αυτοκινήτων), όσον αφορά δύο κατηγορίες πληροφοριών, όπως αυτές αναφέρονται στο σημείο 6 της αποφάσεως C(2012) 5718 τελικό, σχετικές, αφενός, με τα ονόματα των πελατών, τις ονομασίες και τις περιγραφές των προϊόντων, καθώς και άλλες πληροφορίες από τις οποίες μπορούσαν, ενδεχομένως, να ταυτοποιηθούν ορισμένοι πελάτες και, αφετέρου, με τον αριθμό των ανταλλακτικών που παρέδωσε η Pilkington Group, το μερίδιο συγκεκριμένου κατασκευαστή αυτοκινήτων, τους υπολογισμούς των τιμών, τις μεταβολές των τιμών, κ.λπ.
3)
Διατάσσει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να μη δημοσιεύσει ένα κείμενο της αποφάσεώς της C(2008) 6815 τελικό, της 12ης Νοεμβρίου 2008, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 81 [ΕΚ] και του άρθρου 53 της συμφωνίας ΕΟΧ (Υπόθεση COMP/39.125 – Κρύσταλλα αυτοκινήτων), περισσότερο λεπτομερές, όσον αφορά τις προαναφερθείσες πληροφορίες των δύο κατηγοριών που αναφέρονται στο σημείο 2 του διατακτικού, από εκείνο που δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα της τον Φεβρουάριο του 2010.
4)
Απορρίπτει την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά τα λοιπά.
5)
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 11 Μαρτίου 2013.
Ο Γραμματέας
E. Coulon
Ο Πρόεδρος
M. Jaeger
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
( 1 ) Παραλειφθέντα εμπιστευτικά στοιχεία.
Full & Egal Universal Law Academy