20.7.2015
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 236/6
Απόφαση του Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 4ης Ιουνίου 2015 [αίτηση του Gerechtshof Arnhem-Leeuwarden (Κάτω Χώρες) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως] — F. Faber κατά Autobedrijf Hazet Ochten BV
(Υπόθεση C-497/13) (1)
((Προδικαστική παραπομπή - Οδηγία 1999/44/ΕΚ - Πώληση και εγγύηση των καταναλωτικών αγαθών - Ιδιότητα του αγοραστή - Ιδιότητα του καταναλωτή - Έλλειψη συμμορφώσεως του παραδοθέντος αγαθού - Υποχρέωση ενημερώσεως του πωλητή - Έλλειψη που εκδηλώνεται εντός εξαμήνου από την παράδοση του αγαθού - Βάρος αποδείξεως))
(2015/C 236/08)
Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική
Αιτούν δικαστήριο
Gerechtshof Arnhem-Leeuwarden
Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης
F. Faber
κατά
Autobedrijf Hazet Ochten BV
Διατακτικό
1)
Η οδηγία 1999/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 1999, σχετικά με ορισμένες πτυχές της πώλησης και των εγγυήσεων καταναλωτικών αγαθών, έχει την έννοια ότι ο εθνικός δικαστής, ο οποίος έχει επιληφθεί διαφοράς με αντικείμενο σύμβαση που μπορεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής, οφείλει, εφόσον έχει στη διάθεσή του τα αναγκαία προς τούτο νομικά ή πραγματικά στοιχεία ή μπορεί να λάβει τα στοιχεία αυτά κατόπιν απλού αιτήματος παροχής διευκρινίσεων, να εξακριβώσει εάν ο αγοραστής μπορεί να χαρακτηριστεί καταναλωτής κατά την έννοια της εν λόγω οδηγίας, ακόμη κι αν τούτος δεν επικαλέστηκε την ιδιότητα αυτή.
2)
Το άρθρο 5, παράγραφος 3, της οδηγίας 1999/44 έχει την έννοια ότι πρέπει να θεωρηθεί ως ισοδύναμη προς εθνικό κανόνα δημοσίας τάξεως της ίδιας βαθμίδας στο πλαίσιο της εσωτερικής εννόμου τάξεως και ότι ο εθνικός δικαστής οφείλει να εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως κάθε διάταξη του εθνικού δικαίου του η οποία διασφαλίζει τη μεταφορά του στην εσωτερική έννομη τάξη.
3)
Το άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας 1999/44 έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνικό κανόνα ο οποίος προβλέπει ότι ο καταναλωτής, για να τύχει των δικαιωμάτων που αντλεί από την οδηγία αυτή, πρέπει να ενημερώσει εντός ευλόγου χρόνου τον πωλητή για την έλλειψη συμμορφώσεως, υπό την προϋπόθεση ότι ο εν λόγω καταναλωτής έχει στη διάθεσή του, για την παροχή της ενημερώσεως αυτής, προθεσμία τουλάχιστον δύο μηνών από την ημερομηνία που διαπίστωσε τη συγκεκριμένη έλλειψη και ότι η απαιτούμενη ενημέρωση αφορά μόνον την ύπαρξη της ελλείψεως αυτής και δεν υπόκειται σε κανόνες περί αποδείξεως οι οποίοι καθιστούν αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την εκ μέρους του εν λόγω καταναλωτή άσκηση των δικαιωμάτων του.
4)
Το άρθρο 5, παράγραφος 3, της οδηγίας 1999/44 έχει την έννοια ότι ο κανόνας κατά τον οποίο η έλλειψη συμμορφώσεως τεκμαίρεται ότι υφίστατο κατά τον χρόνο παραδόσεως του αγαθού
—
εφαρμόζεται στο μέτρο που ο καταναλωτής αποδεικνύει ότι το πωληθέν αγαθό δεν συνάδει προς τους όρους της συμβάσεως και η επίμαχη έλλειψη συμμορφώσεως εκδηλώθηκε, δηλαδή έγινε φυσικώς αντιληπτή, εντός εξαμήνου από την παράδοση του αγαθού. Ο καταναλωτής δεν οφείλει να αποδείξει την αιτία της ούτε ότι για την έλλειψη αυτή ευθύνεται ο πωλητής•
—
μπορεί να μην εφαρμοστεί εάν ο πωλητής αποδείξει επαρκώς κατά νόμο ότι η αιτία ή η προέλευση της εν λόγω ελλείψεως συμμορφώσεως έγκειται σε γεγονός το οποίο επήλθε μετά την παράδοση του αγαθού.
(1) ΕΕ C 367 της 14.12.2013.
Full & Egal Universal Law Academy