24.8.2015
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 279/10
Απόφαση του Δικαστηρίου (δεύτερο τμήμα) της 25ης Ιουνίου 2015 [αίτηση του Lietuvos Aukščiausiasis Teismas (Λιθουανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως] — στο πλαίσιο των διαδικασιών που κίνησαν οι «Indėlių ir investicijų draudimas» VI, Virgilijus Vidutis Nemaniūnas
(Υπόθεση C-671/13) (1)
((Προδικαστική παραπομπή - Οδηγίες 94/19/ΕΚ και 97/9/ΕΚ - Συστήματα εγγυήσεως των καταθέσεων και αποζημιώσεως των επενδυτών - Τίτλοι αποταμιεύσεως και επενδύσεων - Χρηματοπιστωτικό μέσο κατά την έννοια της οδηγίας 2004/39/ΕΚ - Εξαίρεση από την εγγύηση - Άμεσο αποτέλεσμα - Προϋποθέσεις εφαρμογής της οδηγίας 97/9/ΕΚ))
(2015/C 279/11)
Γλώσσα διαδικασίας: η λιθουανική
Αιτούν δικαστήριο
Lietuvos Aukščiausiasis Teismas
Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης
«Indėlių ir investicijų draudimas» VI, Virgilijus Vidutis Nemaniūnas
παρισταμένων των: Vitoldas Guliavičius, Βankas «Snoras» AB, σε εκκαθάριση
Διατακτικό
1)
Το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 94/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 1994, περί των συστημάτων εγγυήσεως των καταθέσεων, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 2009/14/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 2009, και το σημείο 12 του παραρτήματος I της ίδιας οδηγίας έχουν την έννοια ότι τα κράτη μέλη δύνανται να εξαιρούν από την εγγύηση που προβλέπει η ως άνω οδηγία τα εκδιδόμενα από πιστωτικό ίδρυμα πιστοποιητικά καταθέσεων, εφόσον αυτά είναι μεταβιβάσιμοι τίτλοι, πράγμα που απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να διαπιστώσει, χωρίς να είναι αναγκαίο να εξακριβώσει ότι τα πιστοποιητικά αυτά έχουν όλα τα γνωρίσματα χρηματοπιστωτικού μέσου κατά την έννοια της οδηγίας 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, για την τροποποίηση των οδηγιών 85/611/ΕΟΚ και 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου.
2)
Η οδηγία 94/19, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 2009/14, και η οδηγία 97/9/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Μαρτίου 1997, σχετικά με τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών, έχουν την έννοια ότι, στην περίπτωση όπου απαιτήσεις κατά πιστωτικού ιδρύματος μπορούν να αποτελούν τόσο «κατάθεση» κατά την έννοια της οδηγίας 94/19 όσο και «τίτλο» κατά την έννοια της οδηγίας 97/9, αλλά ο εθνικός νομοθέτης έκανε χρήση της δυνατότητας που προβλέπει το σημείο 12 του παραρτήματος I της οδηγίας 94/19 και εξαίρεσε τις απαιτήσεις αυτές από το σύστημα προστασίας που προβλέπει η τελευταία αυτή οδηγία, η εξαίρεση αυτή δεν μπορεί να συνεπάγεται τον αποκλεισμό των εν λόγω απαιτήσεων και από το σύστημα προστασίας που προβλέπει η οδηγία 97/9, εάν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής.
3)
Τα άρθρα 2, παράγραφος 2, και 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 97/9 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική νομοθετική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στις κύριες δίκες, η οποία εξαρτά την εφαρμογή του συστήματος αποζημιώσεως που προβλέπει η ως άνω οδηγία από την προϋπόθεση ότι το οικείο πιστωτικό ίδρυμα έχει μεταβιβάσει ή χρησιμοποιήσει τα επίμαχα κεφάλαια ή τίτλους χωρίς τη συναίνεση του επενδυτή.
4)
Η οδηγία 97/9 έχει την έννοια ότι το αιτούν δικαστήριο, εφόσον κρίνει ότι στις διαφορές των κυρίων δικών η επίκληση της οδηγίας αυτής γίνεται έναντι φορέα ο οποίος πληροί τις προϋποθέσεις ώστε να χωρεί κατά αυτού η επίκληση διατάξεων της εν λόγω οδηγίας, οφείλει να μην εφαρμόσει εθνική διάταξη, όπως η επίμαχη στις κύριες δίκες, η οποία εξαρτά την εφαρμογή του συστήματος αποζημιώσεως των επενδυτών που προβλέπει η ίδια ως άνω οδηγία από την προϋπόθεση ότι το οικείο πιστωτικό ίδρυμα έχει μεταβιβάσει ή χρησιμοποιήσει τα επίμαχα κεφάλαια ή τίτλους χωρίς τη συναίνεση του επενδυτή.
(1) ΕΕ C 71 της 8.3.2014.
Full & Egal Universal Law Academy