ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
ELEANOR SHARPSTON
της 30ής Απριλίου 2014 ( 1 )
Υπόθεση C‑47/13
Martin Grund
κατά
Landesamt für Landwirtschaft, Umwelt und ländliche Räume des Landes Schleswig-Holstein
[αίτηση του Bundesverwaltungsgericht (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Γεωργία — Καθεστώς άμεσης στηρίξεως — Ορισμός της έννοιας “μόνιμος βοσκότοπος” — Έκταση η οποία χρησιμοποιείται για περισσότερο από πέντε έτη για την παραγωγή αγρωστωδών ή άλλων ποωδών κτηνοτροφικών φυτών — Αλλαγή είδους ποώδους κτηνοτροφικού φυτού κατά τη διάρκεια αυτού του χρονικού διαστήματος»
1.
Με την προκείμενη αίτηση προδικαστικής αποφάσεως του Bundesverwaltungsgericht (ομοσπονδιακό διοικητικό δικαστήριο) (Γερμανία) εγείρεται ζήτημα το οποίο, ενώ θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι είναι απλό κατ’ ουσίαν, περιπλέκεται κάπως λόγω της πολυπλοκότητας της νομοθεσίας αλλά και των αποκλίσεων που παρουσιάζουν μεταξύ τους οι διαφορετικές γλωσσικές αποδόσεις της. Συνιστά, λοιπόν, εναλλαγή καλλιέργειας η διαδοχική επανασπορά ενός βοσκότοπου με διαφορετικά είδη ποωδών κτηνοτροφικών φυτών ή μήπως πρέπει να θεωρείται η συγκεκριμένη έκταση μόνιμος βοσκότοπος;
Το πλαίσιο
2.
Είναι σκόπιμο, προτού προσδιορισθεί το αυστηρά νομικό πλαίσιο, να περιγραφεί το γενικότερο πλαίσιο εντός του οποίου ανέκυψε η διαφορά που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης και να τεθούν ορισμένα από τα ειδικότερα εκείνα ζητήματα που περιπλέκουν την επίλυσή της.
3.
Η άμεση ενίσχυση για τους γεωργούς στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής είναι πιθανό να εξαρτάται από την προηγούμενη συμμόρφωσή τους προς συγκεκριμένα πρότυπα τα οποία τίθενται με σκοπό να ενθαρρύνεται, μεταξύ άλλων, η καλή περιβαλλοντική πρακτική. Για παράδειγμα, είναι δυνατό να παρέχεται στήριξη για τη διατήρηση ενός βοσκότοπου, αλλά να ανακαλείται όταν ο βοσκότοπος μετατρέπεται σε αρόσιμη γη. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να απαγορεύεται η εν λόγω μετατροπή. Δεν αποκλείεται, ωστόσο, οι γεωργοί να επιζητούν παρά ταύτα τη μετατροπή ενός βοσκότοπου σε αρόσιμη γη όταν μπορούν να αποκομίσουν σημαντικότερο κέρδος από την εκμετάλλευση της τελευταίας.
4.
Η κύρια δίκη αφορά ένα Γερμανό γεωργό, για δύο αγροτεμάχια του οποίου θα ίσχυε η απαγόρευση μετατροπής τους σε αρόσιμη γη, εφόσον χαρακτηρίζονταν μόνιμοι βοσκότοποι σύμφωνα με τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο συγκεκριμένος γεωργός επιθυμεί, συνεπώς, να αποδείξει ότι κατά την κρίσιμη ημερομηνία οι εν λόγω εκτάσεις δεν θα έπρεπε να χαρακτηριστούν ως μόνιμοι βοσκότοποι. Προς τούτο υποστηρίζει ότι οι αλλαγές μεταξύ αγριάδας και ενός μείγματος τριφυλλιού/αγριάδας δεν επέτρεπαν πλέον τον χαρακτηρισμό των εκτάσεων ως μόνιμων βοσκότοπων και συνιστούσαν στην πραγματικότητα εναλλαγή καλλιέργειας ( 2 ). Οι αρμόδιες εθνικές αρχές διαφωνούν.
5.
Η κατάσταση, ωστόσο, περιπλέκεται και τούτο οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι, όσον αφορά την αλλαγή χρήσεως από αρόσιμη γη σε μόνιμο βοσκότοπο, ενώ στη γερμανική απόδοση της σχετικής νομοθεσίας της Ένωσης χρησιμοποιούνται έννοιες που σχετίζονται με το όργωμα, οι περισσότερες από τις λοιπές γλωσσικές αποδόσεις χρησιμοποιούν κάποιαν έννοια παρόμοια με αυτήν της «μετατροπής». Εν προκειμένω, ο γεωργός δεν όργωσε την έκταση αλλά χρησιμοποίησε μια μέθοδο (επισπορά μετά από απόξεση του εδάφους, επίσης γνωστή και ως ενσωμάτωση σπόρου ή σπορά μη-άροσης), κατά την οποία η προηγούμενη καλλιέργεια δεν αφαιρείται και το έδαφος δεν αναμοχλεύεται εκ βάθρων, αλλά λειαίνεται ή τραχύνεται επιφανειακά με τη χρήση ενός εκχερσωτή ή κάποιου μηχανήματος αποβρυώσεως και η ίδια ή διαφορετική καλλιέργεια σπείρεται προστιθέμενη στην ήδη υπάρχουσα.
6.
Ένα περαιτέρω ζήτημα ήσσονος σημασίας έγκειται στο γεγονός ότι η νομοθεσία της Ένωσης έχει μεταφερθεί στη Γερμανία τόσο σε εθνικό όσο και σε περιφερειακό επίπεδο. Μολονότι, ωστόσο, η εθνική νομοθεσία κάνει μια δυναμικής φύσεως παραπομπή στην ενωσιακή νομοθεσία όπως αυτή έχει ή πρόκειται να τροποποιηθεί, η περιφερειακή νομοθεσία παραπέμπει κατά τρόπο στατικό σε μια ήδη καταργηθείσα και αντικατασταθείσα εκδοχή της νομοθεσίας της Ένωσης.
Η νομοθεσία της Ένωσης
7.
Συναφώς, μνημονεύονται δύο διαδοχικά καθεστώτα για την άμεση στήριξη στους γεωργούς στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής: πρώτον, το καθεστώς το οποίο θεσπίζεται με τον κανονισμό (ΕΚ) 178/2003 του Συμβουλίου ( 3 ) και τον κανονισμό (ΕΚ) 796/2004 ( 4 ) της Επιτροπής (στο εξής: πρώτο καθεστώς)· εν συνεχεία, με ισχύ από 1ης Ιανουαρίου 2009, όσον αφορά τη νομοθεσία του Συμβουλίου, και από 1ης Ιανουαρίου 2010, όσον αφορά τη νομοθεσία της Επιτροπής, το καθεστώς το οποίο θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 73/2009 ( 5 ) του Συμβουλίου και τον κανονισμό (ΕΚ) 1122/2009 ( 6 ) της Επιτροπής (στο εξής: δεύτερο καθεστώς). Εντούτοις, όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, μεταξύ των δύο ρυθμιστικών πλεγμάτων υπάρχουν ελάχιστες, σχεδόν αμελητέες, ουσιαστικές διαφορές ( 7 ).
Διατήρηση μόνιμου βοσκότοπου
8.
Όσον αφορά το πρώτο καθεστώς, το προοίμιο του κανονισμού 1782/2003 περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τις ακόλουθες αιτιολογικές σκέψεις:
«(2)
Η καταβολή της άμεσης ενίσχυσης στο ακέραιο απαιτείται να συνδεθεί με την εφαρμογή κανόνων που αφορούν τη γεωργική γη, την παραγωγή και τη δραστηριότητα Οι κανόνες αυτοί θα πρέπει να έχουν ως αποτέλεσμα να ενσωματωθούν στις κοινές οργανώσεις των αγορών βασικά πρότυπα σχετικά με το περιβάλλον, την ασφάλεια των τροφίμων και την υγεία και τις καλές συνθήκες διαβίωσης των ζώων και τις ορθές γεωργικές και περιβαλλοντικές συνθήκες. Σε περίπτωση μη εφαρμογής των βασικών αυτών προτύπων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να ανακαλούν [εν όλω ή εν μέρει] τις άμεσες ενισχύσεις [...].
(4)
Επειδή οι μόνιμοι βοσκότοποι έχουν θετική επίδραση στο περιβάλλον, ενδείκνυται η θέσπιση μέτρων για την ενθάρρυνση της διατήρησης των υφιστάμενων μόνιμων βοσκότοπων προκειμένου να αποφευχθεί η μαζική τους μετατροπή σε αρόσιμες εκτάσεις.»
9.
Όσον αφορά το δεύτερο καθεστώς, οι συγκεκριμένοι σκοποί επαναλαμβάνονται και επιβεβαιώνονται στις αιτιολογικές σκέψεις 3 και 7 του προοιμίου του κανονισμού 73/2009:
«(3)
Ο κανονισμός 1782/2003 θέσπισε την αρχή σύμφωνα με την οποία οι γεωργοί οι οποίοι δεν πληρούν ορισμένες απαιτήσεις στους τομείς της δημόσιας υγείας, της υγείας των ζώων και των φυτών, του περιβάλλοντος και της καλής μεταχείρισης των ζώων υπόκεινται σε μειώσεις της άμεσης στήριξης ή σε αποκλεισμό από αυτήν. Αυτό το σύστημα της “πολλαπλής συμμόρφωσης” αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της κοινοτικής στήριξης στο πλαίσιο των άμεσων ενισχύσεων και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να διατηρηθεί. […]
(7)
Στον κανονισμό 1782/2003, αναγνωρίστηκε η θετική επίδραση των μόνιμων βοσκότοπων στο περιβάλλον. Τα μέτρα του κανονισμού για την ενθάρρυνση της διατήρησης των υφιστάμενων μόνιμων βοσκότοπων ώστε να αποφευχθεί η μαζική τους μετατροπή σε αρόσιμες εκτάσεις θα πρέπει να διατηρηθούν.»
10.
Όσον αφορά τις ουσιαστικές διατάξεις, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1782/2003 ο γεωργός που λαμβάνει άμεσες ενισχύσεις οφείλει να εφαρμόζει ειδικότερα «τις ορθές γεωργικές και περιβαλλοντικές συνθήκες» που θεσπίζονται στο άρθρο 5. Όσον αφορά το δεύτερο καθεστώς, η προμνησθείσα απαίτηση επαναλήφθηκε στο άρθρο 4, παράγραφος 1, το οποίο παραπέμπει στις μνημονευόμενες στο άρθρο 6 του κανονισμού 73/20093 συνθήκες.
11.
Οι συνθήκες περιγράφονται στο πρώτο εδάφιο τόσο του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1782/2003 όσο και του άρθρου 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 73/2009, τα οποία υποχρεώνουν τα κράτη μέλη «να μεριμνούν ώστε η γη που αποτελούσε μόνιμους βοσκότοπους κατά την ημερομηνία που προβλέπεται για την υποβολή αίτησης στρεμματικής ενίσχυσης για το 2003 να παραμένει μόνιμος βοσκότοπος». Σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο καθεμίας διατάξεως, επιτρέπεται σε κράτος μέλος να παρεκκλίνει από το πρώτο εδάφιο αυτής σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις «υπό τον όρον ότι λαμβάνει μέτρα για την αποφυγή τυχόν σημαντικής μείωσης της συνολικής του έκτασης μόνιμων βοσκότοπων».
12.
Στρέφοντας την προσοχή από τη νομοθεσία του Συμβουλίου στους λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής που θέσπισε η Επιτροπή, όσον αφορά το πρώτο καθεστώς, το άρθρο 3 του κανονισμού 796/2004 καθορίζει τις υποχρεώσεις των κρατών μελών για τη διατήρηση γης ως μόνιμου βοσκότοπου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1872/2003. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, τα κράτη μέλη οφείλουν να εξασφαλίζουν τη διατήρηση της αναλογίας της γης που αποτελεί μόνιμο βοσκότοπο σε σχέση προς τη συνολική γεωργική έκταση, σε εθνικό ή σε περιφερειακό επίπεδο, ενώ το άρθρο 3, παράγραφος 2, υποχρεώνει τα κράτη μέλη να εξασφαλίζουν ότι η αναλογία δεν μειώνεται εις βάρος της γης που αποτελεί μόνιμο βοσκότοπο κατά ποσοστό μεγαλύτερο του 10 % σε σχέση με την αναλογία αναφοράς για το 2003. Όσον αφορά το δεύτερο καθεστώς, στο άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1122/2009 καθορίζονται οι ίδιες ακριβώς υποχρεώσεις και απαιτήσεις.
13.
Οι σχετικές προβλέψεις του άρθρου 4 ταυτίζονται πρακτικώς στους κανονισμούς 796/2004 και 1122/2009. Το εν λόγω άρθρο φέρει τον τίτλο «Διατήρηση γης ως μόνιμου βοσκότοπου σε ατομικό επίπεδο» και περιλαμβάνει τις εξής παραγράφους:
«1. Εάν διαπιστωθεί ότι η αναλογία που αναφέρεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, του παρόντος κανονισμού μειώνεται, το αντίστοιχο κράτος μέλος επιβάλλει, σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο, την υποχρέωση στους γεωργούς που υποβάλλουν αίτηση ενίσχυσης, στο πλαίσιο οποιουδήποτε από τα καθεστώτα άμεσων ενισχύσεων που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι [του κανονισμού 1782/2003 ή του κανονισμού 73/2009, αναλόγως με την περίπτωση] να μην αλλάζουν [ ( 8 ) ] τη χρήση της γης που αποτελεί μόνιμο βοσκότοπο χωρίς προηγούμενη άδεια.
[...]
2. Εάν διαπιστωθεί ότι δεν μπορεί να εξασφαλιστεί η τήρηση της υποχρέωσης που αναφέρεται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, του παρόντος κανονισμού, το αντίστοιχο κράτος μέλος, πέραν των μέτρων που πρέπει να ληφθούν σύμφωνα με την παράγραφο 1, προβλέπει, σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο, την υποχρέωση των γεωργών που υποβάλλουν αίτηση ενίσχυσης στο πλαίσιο οποιουδήποτε από τα καθεστώτα άμεσων ενισχύσεων που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι [του κανονισμού 1782/2003 ή του κανονισμού 73/2009, αναλόγως με την περίπτωση] να μετατρέπουν τη γη και πάλι [ ( 9 ) ] σε μόνιμο βοσκότοπο, όσον αφορά τους γεωργούς εκείνους που διαθέτουν γη, η οποία μετατράπηκε [ ( 10 ) ] από μόνιμο βοσκότοπο σε γη για άλλες χρήσεις.
[...]»
Ορισμοί
Νομοθεσία σχετικά με την άμεση στήριξη
14.
Στο πρώτο και στο δεύτερο καθεστώς ορίζεται με τον ίδιο κατ’ ουσίαν τρόπο ο «μόνιμος βοσκότοπος». Ο ορισμός διατυπώνεται στο άρθρο 2, σημείο 2, του κανονισμού 796/2004 και στο άρθρο 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1120/2009 ( 11 ), στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 1122/2009. Ο βασικός ορισμός είναι «γη που χρησιμοποιείται για την ανάπτυξη αγρωστωδών ή άλλων ποωδών κτηνοτροφικών φυτών με φυσικό τρόπο (αυτοφυή) ή μέσω καλλιέργειας (σπαρμένα) και δεν περιλαμβάνεται στην εναλλαγή καλλιεργειών της εκμετάλλευσης για διάστημα πενταετίας ή μεγαλύτερο».
15.
Με τον κανονισμό 239/2005 της Επιτροπής ( 12 ) εισήχθη ως άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 796/2004 ο ορισμός ότι «αγρωστώδη ή άλλα ποώδη κτηνοτροφικά φυτά» είναι «όλα τα ποώδη φυτά που παραδοσιακά απαντούν στους φυσικούς βοσκότοπους ή συνήθως περιλαμβάνονται στα μείγματα σπόρων προς σπορά βοσκότοπων ή λιβαδιών στο κράτος μέλος (είτε χρησιμοποιούνται για τη βοσκή ζώων είτε όχι)». Η ίδια διατύπωση περιλήφθηκε στο άρθρο 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1120/2009 ( 13 ).
16.
Επιπροσθέτως, όσον αφορά το δεύτερο καθεστώς, το άρθρο 2, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1120/2009, ορίζει ως «χορτολιβαδικές εκτάσεις» την «αρόσιμη γη που χρησιμοποιείται για την παραγωγή χορτονομών (σπαρμένων ή αυτοφυών). Για τους σκοπούς του άρθρου 49 του κανονισμού 73/2009, οι χορτολιβαδικές εκτάσεις περιλαμβάνουν επίσης τους μόνιμους βοσκότοπους». Το άρθρο 2, στοιχείο βʹ, ορίζει ως «μόνιμες καλλιέργειες» τις «μη εναλλασσόμενες καλλιέργειες, εκτός από τους μόνιμους βοσκότοπους, οι οποίες καταλαμβάνουν τις εκτάσεις για περίοδο πέντε ετών ή μεγαλύτερη και αποδίδουν επαναλαμβανόμενες συγκομιδές […]».
Έρευνες για τη διάρθρωση των γεωργικών εκμεταλλεύσεων
17.
Άλλοι σχετικοί (ενδεχομένως και όχι) ορισμοί περιλαμβάνονται στο παράρτημα I της αποφάσεως της Επιτροπής 2000/115/ΕΚ ( 14 ) και στο παράρτημα II του κανονισμού (ΕΚ) 1200/2009 ( 15 ) ο οποίος αντικατέστησε την απόφαση 2000/115 από τις 4 Ιανουαρίου 2010. Όπως ακριβώς και προηγουμένως, σε αμφότερες τις περιπτώσεις οι ορισμοί ταυτίζονται κατ’ ουσίαν. Μια διάκριση μεταξύ των δύο μέτρων έγκειται στο ότι το παράρτημα I της αποφάσεως της Επιτροπής 2000/115 περιλαμβάνει «ορισμούς» και «εξηγήσεις», ενώ, σύμφωνα με τον τίτλο που φέρει, το παράρτημα II του κανονισμού 1200/2009 περιλαμβάνει μόνον «ορισμούς» —οι οποίοι εμπεριέχουν όσα στο πρώτο περιγράφονται ως «εξηγήσεις».
18.
Η «αρόσιμη έκταση» ορίζεται στο τμήμα Δ του παραρτήματος I της αποφάσεως της Επιτροπής 2000/115 και στο σημείο II.2.01 του παραρτήματος II του κανονισμού 1200/2009 ως η γη που «καλλιεργείται (οργώνεται) τακτικά, κατά κανόνα στο πλαίσιο συστήματος αμειψισποράς». Στην απόφαση εξηγείται ότι «ένα σύστημα αμειψισποράς σημαίνει ότι οι καλλιέργειες σε ένα ορισμένο αγροτεμάχιο ακολουθούν άλλες καλλιέργειες σύμφωνα με ένα προκαθορισμένο σχέδιο», ενώ ο κανονισμός ορίζει την αμειψισπορά ως την «πρακτική εναλλαγής ετήσιων καλλιεργειών που καλλιεργούνται σε συγκεκριμένο αγρό με προγραμματισμένο σχήμα ή ακολουθία σε διαδοχικά έτη καλλιέργειας, ώστε να μην καλλιεργούνται τα ίδια είδη χωρίς διακοπή στον ίδιο αγρό». Αμφότερα συνεχίζουν ότι «συνήθως οι καλλιέργειες αλλάζουν κάθε χρόνο, αλλά μπορεί να είναι και πολυετείς. Για να διακρίνεται η αρόσιμη έκταση από τις μόνιμες καλλιέργειες (Ζ) ή από τα μόνιμα λιβάδια και βοσκότοπους (ΣΤ), χρησιμοποιείται ένα κατώτατο όριο πέντε ετών. Αυτό σημαίνει ότι αν ένα αγροτεμάχιο χρησιμοποιείται για την ίδια καλλιέργεια επί πέντε ή περισσότερα έτη, χωρίς στο διάστημα αυτό να αντικατασταθεί η προηγούμενη καλλιέργεια από νέα καλλιέργεια, δεν θεωρείται αρόσιμη έκταση».
19.
Στο σημείο Δ.18(αʹ) του παραρτήματος I της αποφάσεως της Επιτροπής 2000/115 ορίζονται ως «προσωρινά λιβάδια και βοσκότοποι» τα «ποώδη φυτά για βοσκή, σανό ή ενσιρωμένες ζωοτροφές που περιλαμβάνονται στο πλαίσιο της συνήθους εναλλαγής καλλιεργειών, διάρκειας τουλάχιστον ενός γεωργικού έτους και λιγότερο από πέντε ετών, σπαρμένα με χόρτο ή μείγματα χόρτων. Οι εκτάσεις αυτές καταστρέφονται με όργωμα ή άλλη επεξεργασία ή τα φυτά καταστρέφονται με άλλα μέσα όπως τα φυτοκτόνα για την εκ νέου σπορά ή φύτευση της έκτασης». Επεξηγείται ότι «περιλαμβάνονται εδώ τα μείγματα ποωδών, ως επί το πλείστον, φυτών με άλλα κτηνοτροφικά φυτά (συνήθως ψυχανθή), για βοσκή, που συγκομίζονται χλωρά ή ως αποξηραμένη χορτονομή» αλλά δεν περιλαμβάνονται «οι ετήσιες ποώδεις καλλιέργειες (που διαρκούν λιγότερο από ένα γεωργικό έτος)».
20.
Το τμήμα ΣΤ ορίζει ότι είναι «μόνιμα λιβάδια και βοσκότοποι» οι «γαίες εκτός από τους άγονους βοσκότοπους, οι οποίοι δεν περιλαμβάνονται στο σύστημα εναλλαγής καλλιεργειών, και χρησιμοποιούνται για τη μόνιμη παραγωγή (πέντε έτη ή περισσότερο) χλωρών κτηνοτροφικών φυτών, είτε σπαρμένων είτε αυτοφυών», επεξηγώντας ότι μπορούν να «χρησιμοποιούνται για βοσκή ή για συγκομιδή για χορτονομή ή ενσίρωση».
21.
Στα σημεία II.2.01.09.01 και II.2.03 του παραρτήματος II του κανονισμού 1200/2009 ορίζονται τα «προσωρινά λιβάδια και βοσκότοποι» και τα «μόνιμα λιβάδια» αντιστοίχως με τον ίδιο ουσιαστικά τρόπο με τον οποίο ορίζονται στα αντίστοιχα σημεία του παραρτήματος I της αποφάσεως της Επιτροπής 2000/115. Δεν επαναλαμβάνεται, εντούτοις, ότι δεν περιλαμβάνονται στα «προσωρινά λιβάδια και βοσκότοποι» οι «ετήσιες ποώδεις καλλιέργειες (που διαρκούν λιγότερο από ένα γεωργικό έτος)», ενώ προστίθεται ότι τα «μόνιμα λιβάδια» μπορούν να χρησιμοποιούνται και για την «παραγωγή ανανεώσιμης ενέργειας» στις πιθανές χρήσεις των «μόνιμων λιβαδιών».
Η γερμανική νομοθεσία
22.
Ο ομοσπονδιακός νόμος περί συμμορφώσεως των υπαγομένων σε καθεστώς άμεσης ενισχύσεως (Direktzahlungen-Verpflichtungengesetz), της 21ης Ιουλίου 2004, αποτελεί την εφαρμογή του κανονισμού 1782/2003 και των εφαρμοστικών του μέτρων, ιδίως δε εκείνων που προβλέπουν τη διατήρηση των μόνιμων βοσκότοπων σε εκμεταλλεύσεις που υποβάλλουν αίτηση για άμεσες ενισχύσεις. Ο εν λόγω νόμος περιέχει δυναμική παραπομπή στην εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία της Ένωσης, ενώ έχει αναπροσαρμοστεί με βάση τα αναθεωρηθέντα το 2009 νομοθετικά κείμενα. Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του νόμου αυτού, τα ομόσπονδα κράτη οφείλουν να μεριμνούν ώστε να μη μειωθεί σημαντικά το ποσοστό των μόνιμων βοσκότοπων. Σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 3, σημείο 1, του νόμου, δύνανται να απαγορεύουν ή να περιορίζουν την άροση ( 16 ) του βοσκότοπου εφόσον το ποσοστό των μόνιμων βοσκότοπων έχει μειωθεί κατά περισσότερο από 5 %.
23.
Δυνάμει της τελευταίας αυτής διατάξεως, θεσπίστηκε από το ομόσπονδο κράτος Schleswig-Holstein στις 13 Μαΐου 2008 το νομοθετικό διάταγμα περί διατηρήσεως των μόνιμων βοσκότοπων (Landesverordnung zur Erhaltung von Dauergrünland). Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, του διατάγματος, όταν με βάση τις ενιαίες αιτήσεις για τη χορήγηση ενισχύσεων διαπιστώνεται μείωση του ποσοστού των μόνιμων βοσκότοπων κατά περισσότερο από 5 %, υποχρεωτικώς ανακοινώνεται δημοσίως από τις αρμόδιες αρχές η διαπίστωση αυτή. Κατά δε το άρθρο 2, παράγραφος 1, μετά την ανακοίνωση αυτή απαγορεύεται στους γεωργούς οι οποίοι αιτούνται άμεσες ενισχύσεις να μετατρέπουν εκτάσεις μόνιμων βοσκότοπων ( 17 ) κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 2, του κανονισμού 796/2004, για όσο χρόνο λαμβάνουν άμεσες ενισχύσεις. Εντούτοις, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, του διατάγματος, η αρμόδια αρχή δύναται να χορηγεί άδεια μετατροπής μόνιμων βοσκότοπων σε γη για άλλες χρήσεις κατά παρέκκλιση από τα οριζόμενα στο άρθρο 2, παράγραφος 1. Σε αντίθεση με τον ομοσπονδιακό νόμο, το νομοθετικό διάταγμα περί διατηρήσεως των μόνιμων βοσκότοπων παραπέμπει μόνον και ειδικά στον κανονισμό 796/2004, και όχι στην ισχύουσα κατά τον κρίσιμο χρόνο νομοθεσία της Ένωσης, και προφανώς δεν έχει ενημερωθεί μετά τη θέσπιση του δεύτερου καθεστώτος.
24.
Η αρμόδια αρχή δημοσίως ανακοίνωσε στις 23 Ιουνίου 2008 ότι το ποσοστό των μόνιμων βοσκότοπων είχε μειωθεί στο Schleswig-Holstein κατά περισσότερο από 5 %· ως εκ τούτου, η απαγόρευση του άρθρου 1, παράγραφος 1, του νομοθετικού διατάγματος περί διατηρήσεως των μόνιμων βοσκότοπων θα ίσχυε από την επόμενη ημέρα.
Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία και το προδικαστικό ερώτημα
25.
Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι ο M. Grund είναι γεωργός στο Schleswig-Holstein και κάθε χρόνο υποβάλλει ενιαία αίτηση για τη χορήγηση ενισχύσεως. Στα έντυπα αιτήσεως δήλωνε ότι από τα έτη 1998, 1999 και εξής καλλιεργούσε αγριάδα (Ackergras) σε δύο αγροτεμάχια (που βρίσκονται στο Hohenkamp και στο Herrbusch). Το 2005 έσπειρε σε αμφότερες τις ανωτέρω εκτάσεις ένα μείγμα από τριφύλλι/αγριάδα (Kleegras) με την τεχνική της επισποράς μετά από απόξεση ( 18 ) και, από το 2005 έως το 2008, τις δήλωνε ως καλλιέργειες μείγματος τριφυλλιού/αγριάδας. Το 2009 οι εν λόγω εκτάσεις χρησιμοποιήθηκαν και πάλι για την καλλιέργεια αγριάδας. Το 2010 το αγροτεμάχιο στη θέση Hohenkamp εκμισθώθηκε και έκτοτε δηλώνεται ως θεριζόμενο λιβάδι. Στο αγροτεμάχιο Herrbusch καλλιεργείται από το 2010 βάσει αδείας ενσιρωμένο καλαμπόκι, αντίστοιχα δε έπρεπε να μετατραπεί σε μόνιμο βοσκότοπο μια άλλη έκταση ( 19 ).
26.
Με έγγραφο της 9ης Ιανουαρίου 2009, το Landesamt für Landwirtschaft, Umwelt und ländliche Räume des Landes Schleswig-Holstein (ήτοι υπηρεσία της περιφέρειας για τη γεωργία, το περιβάλλον και τις αγροτικές περιοχές του ομόσπονδου κράτους Schleswig‑Holstein, στο εξής: Landesamt) γνωστοποίησε στον M. Grund ότι επαναχαρακτήρισε τα αγροτεμάχια ως μόνιμους βοσκότοπους, καθόσον κατά την περίοδο από το 1998 έως το 2008 είχαν χρησιμοποιηθεί αδιαλείπτως ως βοσκότοποι. Με το ίδιο έγγραφο, επεσήμανε ότι για τα συγκεκριμένα αγροτεμάχια ίσχυε η απαγόρευση που προβλέπει το νομοθετικό διάταγμα περί διατηρήσεως των μόνιμων βοσκότοπων.
27.
Ο M. Grund αμφισβήτησε τον εν λόγω επαναχαρακτηρισμό (για τον πρόδηλο λόγο ότι αν εκμίσθωνε ως αρόσιμη έκταση το αγροτεμάχιο στο Hohenkamp θα λάμβανε μεγαλύτερο μίσθωμα), υποστηρίζοντας, κατά κύριο λόγο, ότι η έκταση δεν αποτελούσε μόνιμο βοσκότοπο. Εκτάσεις στις οποίες καλλιεργείται αγριάδα δεν αποτελούν μόνιμους βοσκότοπους, διότι μετά από ένα ή δύο έτη χρήσεως οργώνονται ( 20 ). Μόνιμο βοσκότοπο αποτελεί έκταση στην οποία αναπτύσσονται μόνιμα τα ίδια αγρωστώδη. Οι εκτάσεις στις οποίες καλλιεργείται αγριάδα δεν έχουν την ίδια ιδιαίτερη οικολογική αξία. Εν πάση περιπτώσει, η καλλιεργητική εναλλαγή μεταξύ ενός μείγματος τριφυλλιού/αγριάδας και αγριάδας αποτελεί εναλλαγή καλλιέργειας, η οποία εμποδίζει την ανάπτυξη μόνιμου βοσκότοπου και οδηγεί σε τερματισμό της υφιστάμενης χρήσεως της γης ως βοσκότοπου.
28.
Κατά το Landesamt, οι εκτάσεις αγριάδας οι οποίες ανά τακτά διαστήματα οργώνονται μπορούν να εξομοιωθούν με φυσικούς μόνιμους βοσκότοπους. Το κρίσιμο είναι να αναπτύσσεται αδιάκοπα ο ίδιος τύπος καλλιέργειας· ειδάλλως υπάρχει εναλλαγή καλλιεργειών. Καθόσον, όμως, στις δύο εκτάσεις έχει αδιάκοπα καλλιεργηθεί αγριάδα επί πέντε έτη, πρόκειται για μόνιμους βοσκότοπους ανεξάρτητα από τη σπορά ενός μείγματος τριφυλλιού/αγριάδας που ακολούθησε.
29.
Στον πρώτο βαθμό η προσφυγή του M. Grund απορρίφθηκε με το σκεπτικό ότι τα δύο αγροτεμάχια αποτελούν μόνιμους βοσκότοπους, καθόσον κατά τα έτη 2003 ή/και 2004 καλλιεργούσε σε αυτά αγριάδα ήδη από πενταετίας. Σύμφωνα με το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η ιδιότητα του μόνιμου βοσκότοπου, άπαξ αποκτηθεί, δεν τερματίζεται λόγω της εναλλαγής καλλιεργειών διαφόρων ποωδών φυτών. Η έφεση την οποία άσκησε ο M. Grund κατά της αποφάσεως αυτής απορρίφθηκε με το σκεπτικό ότι, ανεξαρτήτως του τι συμβαίνει όταν υπάρχει αλλαγή από αγρωστώδη ή άλλα ποώδη κτηνοτροφικά φυτά σε άλλες αρόσιμες καλλιέργειες, η μετατροπή εκτάσεως αγρωστωδών σε έκταση καλλιέργειας άλλων ποωδών φυτών δεν επηρεάζει τον χαρακτήρα της ως υφιστάμενου μόνιμου βοσκότοπου.
30.
Η εκ μέρους του M. Ground ασκηθείσα εν συνεχεία αναίρεση κατά της τελευταίας αποφάσεως εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, το οποίο υπέβαλε το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Αποτελεί μια γεωργική έκταση μόνιμο βοσκότοπο κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 2, του [κανονισμού 796/2004], όταν χρησιμοποιείται ήδη από πενταετίας για την ανάπτυξη αγρωστωδών ή άλλων ποωδών κτηνοτροφικών φυτών, όμως κατά το εν λόγω διάστημα η έκταση οργώνεται και στη θέση του προϋπάρχοντος ποώδους κτηνοτροφικού φυτού (στην προκείμενη περίπτωση: μείγμα τριφυλλιού/αγριάδας) καλλιεργείται άλλο ποώδες κτηνοτροφικό φυτό (στην προκείμενη περίπτωση: αγριάδα), ή πρόκειται στις περιπτώσεις αυτές για εναλλαγή καλλιέργειας, η οποία αποκλείει την ανάπτυξη μόνιμου βοσκότοπου;»
31.
Ο M. Grund, το Landesamt, η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις και ανέπτυξαν προφορικώς τα επιχειρήματά τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 6ης Φεβρουαρίου 2014.
Η ισχύουσα νομοθεσία της Ένωσης
32.
Κατά την Επιτροπή, εφαρμόζεται ratione temporis το δεύτερο και όχι το πρώτο καθεστώς άμεσης στηρίξεως, καθόσον αυτό που πρέπει να εξεταστεί είναι το αν αμφότερα τα επίμαχα αγροτεμάχια είχαν την ιδιότητα του μόνιμου βοσκότοπου το 2010 και το 2011 αντιστοίχως. Το Landesamt υποστηρίζει την άποψη ότι, αφής στιγμής το νομοθετικό διάταγμα περί διατηρήσεως των μόνιμων βοσκότοπων παραπέμπει στον κανονισμό 796/2004, θα πρέπει να ερμηνευθούν οι διατάξεις του πρώτου καθεστώτος. Ο M. Grund συμφωνεί με την παραπομπή στον κανονισμό 796/2004 αλλά επισημαίνει ότι λόγω της υπεροχής του ενωσιακού δικαίου υποχρεωτικώς εφαρμόζεται άμεσα το δεύτερο καθεστώς. Η Γερμανική Κυβέρνηση θεωρεί το ζήτημα αδιάφορο, δεδομένου ότι υπό αμφότερα τα καθεστώτα οι ορισμοί είναι κατ’ ουσίαν οι ίδιοι.
33.
Είναι σαφές, κατά τη γνώμη μου, ότι, αν τα εθνικά δικαστήρια κρίνουν ότι πρέπει να εξεταστεί το κατά πόσον τα αγροτεμάχια είχαν την ιδιότητα του μόνιμου βοσκότοπου το 2010 και το 2011 αντιστοίχως, η ισχύουσα κατά τον χρόνο εκείνο νομοθεσία της Ένωσης —ήτοι το δεύτερο καθεστώς— είναι εκείνη που πρέπει να ερμηνευθεί και να εφαρμοστεί. Το γεγονός ότι το νομοθετικό διάταγμα περί διατηρήσεως των μόνιμων βοσκότοπων παραπέμπει ακόμα στον κανονισμό 796/2004 δεν ασκεί καμία επιρροή. Η εθνική νομοθεσία δεν μπορεί να παρατείνει την ισχύ ή τα αποτελέσματα μιας άμεσα εφαρμόσιμης ενωσιακής νομοθεσίας η οποία έχει καταργηθεί και αντικατασταθεί.
34.
Εντούτοις, όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, η κύρια δίκη εκκινεί από αμφισβήτηση αποφάσεως που ελήφθη στις 9 Ιανουαρίου 2009. Κατά το χρονικό εκείνο σημείο δεν είχε θεσπιστεί ακόμη η νομοθεσία που ενσωμάτωνε το δεύτερο καθεστώς, μολονότι ο κανονισμός 73/2009, όταν τέθηκε σε ισχύ την 1η Φεβρουαρίου 2009, ίσχυσε αναδρομικά από 1ης Ιανουαρίου 2009 ( 21 ) (οι κανονισμοί 1120/2009 και 1122/2009 τέθηκαν σε ισχύ μόλις την 1η Ιανουαρίου 2010). Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, αν το κρίσιμο ζήτημα έγκειται στην εγκυρότητα της ληφθείσας την9η Ιανουαρίου 2009 αποφάσεως, τότε είναι σαφές ότι θα πρέπει να ερμηνευθεί και να εφαρμοστεί η νομοθεσία που αφορά το πρώτο καθεστώς. Εντούτοις, ο προσδιορισμός της κρίσιμης ημερομηνίας όσον αφορά καθένα αγροτεμάχιο είναι ζήτημα το οποίο κρίνεται σύμφωνα με το εθνικό δικονομικό δίκαιο διαδικασίας και επί του οποίου το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφασίσει.
35.
Ευτυχώς, όπως διευκρίνισαν η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, δεν εντοπίζεται ουσιαστική διαφορά μεταξύ των συγκεκριμένων δύο νομοθετικών πλεγμάτων της Ένωσης καθό μέτρο αφορούν το υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα, και για τον λόγο αυτό δεν φαίνεται να ανακύπτει πραγματικό πρόβλημα ερμηνευτικής διαφοροποιήσεως. Ως εκ τούτου, το αιτούν δικαστήριο οφείλει, στην εκκρεμή ενώπιόν του διαδικασία, να καθορίσει ποιες είναι οι κρίσιμες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης.
Παρεπόμενα ζητήματα
36.
Το Landesamt εγείρει δύο ζητήματα τα οποία δεν διαλαμβάνονται στη διάταξη παραπομπής και επιθυμεί να τεθούν υπόψη του Δικαστηρίου. Πρώτον, μολονότι η μετατροπή που έγινε το 2005 από αγριάδα σε ένα μείγμα τριφυλλιού/αγριάδας έχει κριθεί ότι έχει γίνει με την τεχνική της επισποράς μετά από απόξεση, εντούτοις δεν αποδείχθηκε ότι η επιστροφή σε αγριάδα το 2009 δεν ήταν απλά το αποτέλεσμα της φυσικής μειώσεως του ποσοστού σε τριφύλλι. Δεύτερον, μεταξύ των διαδίκων της κύριας δίκης τέθηκε ένα ακόμα ζήτημα, ήτοι το αν η ιδιότητα του μόνιμου βοσκότοπου δεν είχε ήδη αποκτηθεί μεταξύ του 1998 ή/και του 2009 και του 2004· ο M. Grund διατείνεται ότι, κατά πλάσμα δικαίου, σημαντική είναι μόνον η δήλωση των αγροτεμαχίων ως αρόσιμων εκτάσεων την οποία υπέβαλε το 2003 ( 22 ), ενώ το Landesamt υποστηρίζει ότι κρίσιμη είναι αποκλειστικώς η πραγματική τους χρήση ως βοσκότοπων.
37.
Είμαι της γνώμης ότι το Δικαστήριο δεν οφείλει κατά την παρούσα διαδικασία να εξετάσει αν η κατηγοριοποίηση των αγροτεμαχίων έπρεπε να γίνει με κριτήριο την πραγματική χρήση ή, «κατά πλάσμα δικαίου», τη δήλωση του 2003. Πρόκειται για ζήτημα το οποίο δεν σχετίζεται με το υποβληθέν ερώτημα και επί του οποίου δεν προβλήθηκε κανένα επιχείρημα. Επιπροσθέτως, όπως προκύπτει από τις παρατηρήσεις του Landesamt, το ζήτημα τέθηκε ενώπιον των κατώτερων δικαστηρίων αλλά όχι στην κατ’ αναίρεση δίκη ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Εάν ακόμα και μετά την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπό κρίση απόφαση και τις συνακόλουθες αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων πρέπει να κριθεί το συγκεκριμένο ζήτημα, τότε το αρμόδιο εθνικό δικαστήριο δύναται να υποβάλει περαιτέρω προδικαστικό ερώτημα κατά τα προβλεπόμενα.
38.
Το ζήτημα, ωστόσο, του αν ο βοσκότοπος μπορεί μόνος του και με φυσικό τρόπο να αλλάξει από μείγμα τριφυλλιού/αγριάδας σε αγριάδα δύναται να ληφθεί υπόψη κατά τον προσδιορισμό του τι συνιστά εναλλαγή καλλιέργειας, κατ’ αντιδιαστολή προς τη διατήρηση μονίμων βοσκότοπων.
Επί της ουσίας
39.
Σύμφωνα με την απάντηση που προτείνουν στο υποβληθέν ερώτημα ο M. Grund και η Γερμανική Κυβέρνηση, υπό τις συνθήκες που περιγράφηκαν υπάρχει εναλλαγή καλλιέργειας και η έκταση δεν πρέπει να χαρακτηρισθεί μόνιμος βοσκότοπος, ενώ το Landesamt και η Επιτροπή προτείνουν το αντίθετο. Ευθύς αμέσως θα παρουσιαστούν τα αντικρουόμενα επιχειρήματα και εν συνεχεία θα εξετασθεί το κρίσιμο ερώτημα.
Επιχειρήματα υπέρ της απώλειας της ιδιότητας του μονίμου βοσκότοπου
40.
Ο M. Grund επισημαίνει ότι στον κανονισμό 796/2004 ο «μόνιμος βοσκότοπος» ορίζεται κατ’ αντιδιαστολή προς την «αρόσιμη γη» που υπόκειται στην «εναλλαγή καλλιεργειών», η οποία δεν ορίζεται στη νομοθεσία για την άμεση στήριξη. Εντούτοις, για διοικητικούς και γεωργικούς σκοπούς, χρησιμοποιείται ο προβλεπόμενος στην απόφαση 2000/115 ορισμός της εναλλαγής καλλιέργειας. Ο ορισμός αυτός υποδηλώνει την εναλλαγή καλλιεργειών, αν όχι σε ετήσια βάση, τουλάχιστον μία φορά κάθε πέντε χρόνια. Στο πλαίσιο αυτό, το τριφύλλι και το λόλιο, για παράδειγμα, αποτελούν διαφορετικές καλλιέργειες. Ο χλοοτάπητας δεν πρέπει να καταστραφεί υποχρεωτικώς —ο ορισμός δεν απαιτεί όργωμα και δύναται να περιλαμβάνει την τεχνική της επισποράς. Ο ορισμός των προσωρινών λιβαδιών και βοσκότοπων στο σημείο II.2.01.09.01 του παραρτήματος II στον κανονισμό 1200/2009 διευκρινίζει ότι η εναλλαγή μειγμάτων χόρτων συνιστά εναλλαγή καλλιέργειας.
41.
Αντιθέτως, το άρθρο 4 του κανονισμού 796/2004 υποδηλώνει ότι μόνιμος είναι ο βοσκότοπος επί του οποίου διατηρείται το ίδιο είδος ποώδους κτηνοτροφικού φυτού για διάστημα τουλάχιστον πέντε ετών και ότι οποιαδήποτε αλλαγή σε άλλο είδος διακόπτει την πενταετή περίοδο. Ο στόχος είναι οικολογικός. Με το όργωμα του βοσκότοπου αποδεσμεύεται διοξείδιο του άνθρακα και άζωτο σε ποσότητες οι οποίες αυξάνουν αναλόγως του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο η έκταση παρέμεινε αδιατάρακτη. Μόνον όταν το ίδιο στρώμα χόρτου έχει παραμείνει αδιατάρακτο για περισσότερο από πέντε έτη τα περιβαλλοντικά οφέλη, και δη η βιοποικιλότητα, είναι αρκούντως σημαντικά ώστε να δικαιολογούν την προστασία.
42.
Η Γερμανική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι, προκειμένου να χαρακτηριστούν τα επίμαχα αγροτεμάχια ως μόνιμοι βοσκότοποι, θα πρέπει κατά τη διάρκεια της πενταετούς περιόδου που προηγείται του κρίσιμου χρονικού σημείου να πληρούνται δύο προϋποθέσεις: θα πρέπει να αναπτύσσονται αγρωστώδη ή άλλα ποώδη κτηνοτροφικά φυτά και θα πρέπει να μην έχει υπάρξει εναλλαγή καλλιέργειας. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι η πρώτη προϋπόθεση πληρούται· το ερώτημα είναι αν κατά τη διάρκεια της σχετικής περιόδου υπήρξε εναλλαγή καλλιέργειας.
43.
Η «εναλλαγή καλλιέργειας» δεν ορίζεται στη νομοθεσία για την άμεση στήριξη, ωστόσο είναι δυνατό να εφαρμοσθούν οι ορισμοί που δίνονται στα παραρτήματα της αποφάσεως 2000/115 ή του κανονισμού 1200/2009. Και οι δύο δέσμες μέτρων στηρίζονται επί της αυτής έννοιας του μόνιμου βοσκότοπου, και ως εκ τούτου η έννοια της εναλλαγής καλλιέργειας θα πρέπει επίσης να είναι η ίδια· θα ήταν παράλογο να γίνει δεκτός διαφορετικός ορισμός της εναλλαγής καλλιέργειας εντός εκάστου πλαισίου δίχως να υπάρχει κάποιος αντικειμενικός λόγος, τέτοιος δε ουδόλως προκύπτει εν προκειμένω.
44.
Η εναλλαγή καλλιέργειας περιλαμβάνει την καταστροφή της παλαιάς καλλιέργειας και τη σπορά νέας ανά διαστήματα τα οποία δεν υπερβαίνουν τα πέντε έτη. Η αντικατάσταση της αγριάδας από ένα μείγμα τριφυλλιού/αγριάδας μπορεί να θεωρηθεί ως αλλαγή καλλιέργειας, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι το τριφύλλι κατά παράδοση χρησιμοποιείται στην εναλλαγή καλλιέργειας με σκοπό τον εμπλουτισμό του εδάφους σε άζωτο. Όλες οι διατάξεις της σχετικής ενωσιακής νομοθεσίας συνηγορούν υπέρ της απόψεως ότι η εναλλαγή διαφορετικών καλλιεργειών ποωδών κτηνοτροφικών φυτών συνιστά εναλλαγή καλλιέργειας. Οι αναφορές οι οποίες γίνονται στην μετατροπή της χρήσεως από μόνιμο βοσκότοπο σε άλλες χρήσεις δεν αφορούν την εναλλαγή μεταξύ διαφορετικών ειδών αγρωστωδών ή άλλων ποωδών κτηνοτροφικών φυτών· σκοπός της νομοθεσίας για την άμεση στήριξη (άρθρα 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1782/2003 και 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 73/2009) είναι να παραμένει η γη βοσκότοπος και όχι αρόσιμη έκταση, ιδωμένα αμφότερα υπό ευρεία έννοια (η νομοθεσία για τα στατιστικά στοιχεία της γεωργίας δεν συγκαταλέγει τα προσωρινά λιβάδια και βοσκότοπους στους μόνιμους λειμώνες, και ως εκ τούτου τα περιλαμβάνει στην αρόσιμη γη). Ο σκοπός αμφότερων των κανονισμών 1782/2003 και 73/2009 είναι ρητά περιβαλλοντικός· τα οικολογικά οφέλη από τη χρήση της γης ως βοσκότοπου (βιοποικιλότητα, υψηλή περιεκτικότητα σε χούμο, αυξημένη δέσμευση CO2) προκύπτουν μόνον εφόσον παρέλθει πενταετία δίχως όργωμα και σπορά άλλης καλλιέργειας. Το αντικείμενο της κύριας δίκης είναι καλλιέργειες (αγριάδας και μείγματος τριφυλλιού/αγριάδας) οι οποίες εναλλάχθηκαν ανά διαστήματα μικρότερα των πέντε ετών. Ως εκ τούτου, υπήρχε εναλλαγή καλλιέργειας και οι επίδικες εκτάσεις δεν πρέπει να χαρακτηριστούν ως μόνιμοι βοσκότοποι.
Επιχειρήματα υπέρ της διατηρήσεως της ιδιότητας του μονίμου βοσκότοπου
45.
Το Landesamt υποστηρίζει, πρώτον, ότι προκύπτει από το άρθρο 2, σημείο 2, του κανονισμού 796/2004 ότι με το όργωμα δεν τερματίζεται η χρήση μιας εκτάσεως ως βοσκότοπου αν χρησιμοποιείται εν συνέχεια και πάλι ως βοσκότοπος. Η προμνησθείσα διάταξη δεν αναφέρεται στις εργασίες οι οποίες εκτελούνται επί της γης αλλά στον σκοπό για τον οποίο χρησιμοποιείται. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού (και με μεγαλύτερη σαφήνεια η γερμανική απόδοση του κανονισμού 1122/2009) αναφέρεται στη μετατροπή χρήσεως της γης. Αυτό επιβεβαιώνεται και από το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 796/2004, το οποίο (στη γερμανική απόδοσή του) αναφέρεται σε γη που οργώνεται προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για άλλους σκοπούς. Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 2, σημείο 2, ορισμός, αναφέροντας την καλλιέργεια ποωδών κτηνοτροφικών φυτών, επιβεβαιώνει ότι δεν είναι υποχρεωτικό να χρησιμοποιείται ο μόνιμος βοσκότοπος για βοσκή αλλά μπορεί επίσης να χρησιμοποιείται για συγκομιδή, μια διαδικασία η οποία, από οικολογικής απόψεως, δεν είναι περισσότερο επωφελής από το όργωμα.
46.
Δεύτερον, το γεγονός ότι υπάρχει αλλαγή στο είδος της χρήσεως ως βοσκότοπου δεν διακόπτει τη χρονική περίοδο της χρήσεως ως βοσκότοπου. Στο άρθρο 2, σημείο 2, του κανονισμού 796/2004 αντιδιαστέλλεται η «ανάπτυξη αγρωστωδών ή άλλων ποωδών κτηνοτροφικών φυτών» προς την «εναλλαγή καλλιεργειών. Ως εκ τούτου, δεν υφίσταται εναλλαγή καλλιέργειας όταν αναπτύσσονται αγρωστώδη ή άλλα ποώδη κτηνοτροφικά φυτά (ακόμη και αν εναλλάσσονται). Το άρθρο 4, παράγραφος 2, αντιδιαστέλλει περαιτέρω τη γη που χρησιμοποιείται «ως μόνιμος βοσκότοπος» (επί της οποίας αναπτύσσονται αγρωστώδη ή άλλα ποώδη κτηνοτροφικά φυτά) με τη γη που χρησιμοποιείται «για άλλες χρήσεις» (ήτοι για οποιονδήποτε άλλον σκοπό εκτός από την ανάπτυξη αγρωστωδών ή άλλων ποωδών κτηνοτροφικών φυτών) και (στη γερμανική απόδοσή του) αναφέρεται στην επανασπορά όταν η γη που χρησιμοποιήθηκε για άλλους σκοπούς επαναμετατράπηκε σε μόνιμο βοσκότοπο —αναφορά η οποία δεν μπορεί παρά να σημαίνει ότι η γη δεν είχε σπαρεί με αγρωστώδη ή άλλα ποώδη κτηνοτροφικά φυτά (η ιδέα της επαναμετατροπής έχει το ίδιο νόημα και στις λοιπές γλωσσικές αποδόσεις). Αντιθέτως, δύο διαδοχικές χρήσεις της γης ως μόνιμου βοσκότοπου πρέπει να θεωρηθούν ως μία συνεχής χρήση αυτής για τον ίδιο σκοπό. Όσον αφορά τον ορισμό της «αμειψισποράς» στο σημείο 2.01 του παραρτήματος II στον κανονισμό 1200/2009 (ή στο σημείο Δ.II του παραρτήματος I της αποφάσεως 2000/115), ο οποίος σχετίζεται με τις έρευνες της Ένωσης για τη διάρθρωση των γεωργικών εκμεταλλεύσεων και όχι με την υποχρέωση διατηρήσεως μόνιμων βοσκότοπων, εν πάση περιπτώσει, δεν προσδιορίζεται εάν «καλλιέργεια» σημαίνει μια συγκεκριμένη καλλιέργεια ή μια κατηγορία καλλιέργειας.
47.
Τέλος, το Landesamt υποστηρίζει ότι, ακόμα και αν μπορούσε να θεωρηθεί ότι με την καλλιέργεια διαφορετικού ποώδους κτηνοτροφικού φυτού διακόπτεται η πενταετής περίοδος που είναι αναγκαία για την απόκτηση της ιδιότητας του μόνιμου βοσκότοπου, πάντως η αλλαγή αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι τερματίζει την εν λόγω ιδιότητα άπαξ και αυτή έχει αποκτηθεί.
48.
Η Επιτροπή δέχεται ότι τόσο η αγριάδα όσο και το μείγμα τριφυλλιού/αγριάδας που καλλιεργήθηκαν στην επίμαχη γη εμπίπτουν στα «αγρωστώδη ή άλλη ποώδη κτηνοτροφικά φυτά». Το ερώτημα είναι αν η εναλλαγή μεταξύ των δύο συνιστά «εναλλαγή καλλιέργειας». Ελλείψει ειδικού ορισμού των συγκεκριμένων εννοιών στη σχετική νομοθεσία, οι έννοιες αυτές θα πρέπει να ερμηνεύονται, κατά πάγια νομολογία, σύμφωνα με το σύνηθες νόημά τους στην καθημερινή γλώσσα, λαμβανομένων υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου χρησιμοποιούνται και των σκοπών που επιδιώκει η ρύθμιση της οποίας αποτελούν τμήμα.
49.
Όπως επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, η συνήθης νοηματική χρήση της έννοιας «εναλλαγή καλλιέργειας» απηχεί την αλλαγή από τη μία καλλιέργεια στην άλλη και, κατά μία άποψη, μπορεί να γίνει δεκτό ότι περιλαμβάνεται σ’ αυτήν η αλλαγή που αποτελεί το αντικείμενο διαφοράς της κύριας δίκης.
50.
Ωστόσο, η συστηματική ερμηνεία της έννοιας δείχνει ότι στην «εναλλαγή καλλιέργειας» δεν περιλαμβάνεται η προνησθείσα αλλαγή. Στον ορισμό του «μόνιμου βοσκότοπου» στο άρθρο 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1120/2009 περιλαμβάνονται όλα τα είδη αγρωστωδών και ποωδών κτηνοτροφικών φυτών, και ως εκ τούτου η αλλαγή από το ένα είδος στο άλλο δεν επηρεάζει τον χαρακτηρισμό της γης ως μόνιμου βοσκότοπου. Κατά το άρθρο 2, στοιχείο βʹ, ο «μόνιμος βοσκότοπος» είναι υποδιαίρεση της «μόνιμης καλλιέργειας» αλλά δεν υποδιαιρείται περαιτέρω, όπως επιβεβαιώνεται από την έννοια της διατηρήσεως ενός μονίμου βοσκότοπου του άρθρου 4, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1122/2009, ήτοι της αποφυγής μετατροπής σε ένα είδος καλλιέργειας διαφορετικό του μόνιμου βοσκότοπου. Συναφώς, οι λοιπές γλωσσικές αποδόσεις είναι περισσότερο σαφείς από την αντίστοιχη γερμανική. Από τη χρήση του ουσιαστικού «Umbruch» ή του ρήματος «umbrechen» δεν μπορεί να συναχθεί ότι με το όργωμα απλώς (δίχως αλλαγή από ένα είδος καλλιέργειας σε άλλο) διασπάται η συνέχεια του μόνιμου βοσκότοπου.
51.
Ο σκοπός διατηρήσεως των μόνιμων βοσκότοπων στηρίζεται σε επιστημονική έρευνα η οποία δείχνει ότι οι μόνιμοι βοσκότοποι γενικώς επιδρούν θετικά στη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, στην αποφυγή διαβρώσεως του εδάφους και στη διατήρηση της βιοποικιλότητας. Το αποτέλεσμα παραμένει το ίδιο όταν μια περιοχή μόνιμων βοσκότοπων αλλάζει από ένα είδος αγρωστωδών ή άλλων ποωδών κτηνοτροφικών φυτών σε άλλο. Ως εκ τούτου, η επίμαχη στο πλαίσιο της κύριας δίκης αλλαγή δεν επηρεάζει την ιδιότητα του μόνιμου βοσκότοπου.
Εκτίμηση
52.
Ο ορισμός του μόνιμου βοσκότοπου που προβλέπει η νομοθεσία για την άμεση στήριξη, ήτοι «η γη που χρησιμοποιείται για την ανάπτυξη αγρωστωδών ή άλλων ποωδών κτηνοτροφικών φυτών με φυσικό τρόπο (αυτοφυή) ή μέσω καλλιέργειας (σπαρμένα) και δεν περιλαμβάνεται στην εναλλαγή καλλιεργειών της εκμετάλλευσης για διάστημα πενταετίας ή μεγαλύτερο» ( 23 ), περιλαμβάνει δύο προϋποθέσεις. Μολονότι προβλέπεται ορισμός (κοινός, ως κατηγορία) ( 24 ) των «αγρωστωδών και των άλλων ποωδών κτηνοτροφικών φυτών», εντούτοις οι λοιπές (κατηγορίες από) καλλιέργειες δεν ορίζονται με τον ίδιον τρόπο. Επίσης δεν προβλέπεται στην προμνησθείσα νομοθεσία ορισμός της «εναλλαγής καλλιέργειας». Η έλλειψη ορισμού της «εναλλαγής καλλιέργειας» έχει ως συνέπεια —όπως καταδεικνύουν επαρκώς οι γραπτές παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο— ότι είναι δυνατό να αναλυθεί με διαφορετικούς τρόπους ο ορισμός του «μόνιμου βοσκότοπου». Είναι άραγε κρίσιμης σημασίας ο σκοπός για τον οποίο χρησιμοποιείται η γη: η ανάπτυξη «αγρωστώδους ή άλλης ποώδους κτηνοτροφικής κάλυψης» αντί για (άλλες) καλλιέργειες ( 25 ); Ή μήπως το ποιες εργασίες γίνονται επί της εκτάσεως —ήτοι ποιες τεχνικές εφαρμόζονται επ’ αυτής; Λογίζονται ως ίδια καλλιέργεια η αγριάδα (Ackergras) και το μείγμα από τριφύλλι/αγριάδα (Kleegras) (καθόσον αμφότερα εμπίπτουν στον ορισμό των «αγρωστωδών και άλλων ποωδών κτηνοτροφικών φυτών» ( 26 )); Ή μήπως συνιστούν διαφορετικές καλλιέργειες, και για τον λόγο αυτό η αλλαγή από τη μία στην άλλη συνιστά εναλλαγή καλλιέργειας;
53.
Μία ακόμα ερώτηση θα μπορούσε να είναι η εξής: ασκεί επιρροή η σειρά με την οποία παρατίθενται στον κανονισμό οι προϋποθέσεις; Εάν ναι, τότε το πρώτο ερώτημα που θα μπορούσε να ανακύψει είναι το εξής: «αναπτύσσονται αυτή τη στιγμή στην εν λόγω έκταση αγρωστώδη ή άλλα ποώδη κτηνοτροφικά φυτά»; Στη συνέχεια, και σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ως άνω ερώτημα, θα ανέκυπτε το ακόλουθο: «η τρέχουσα χρήση της εκτάσεως οφείλεται στο γεγονός ότι η έκταση υπάγεται σε σύστημα εναλλαγής καλλιέργειας —ώστε η τρέχουσα καλλιέργεια θα αντικατασταθεί (από τι; Από μια καλλιέργεια της αυτής κατηγορίας ή από μια διαφορετική καλλιέργεια;)— ή μήπως έχουν αναπτυχθεί “αγρωστώδη ή άλλα ποώδη κτηνοτροφικά φυτά” για περισσότερο από πέντε έτη»; Εάν συμβαίνει το τελευταίο, τότε η έκταση αποτελεί μόνιμο βοσκότοπο.
54.
Στο σημείο αυτό της αναλύσεως, είναι σημαντικό να υπομνησθεί ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υποβλήθηκε πραγματογνωμοσύνη αναφορικά με το (α) ποιος είναι ο σκοπός και ποια τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της εναλλαγής καλλιέργειας όπως νοείται από τους γεωπόνους και (β) αν θα μπορούσε να πληροί τον σκοπό αυτό και τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά η αλλαγή μεταξύ αγρωστωδών και ποωδών κτηνοτροφικών φυτών. Για τους ανωτέρω λόγους, δυσκολεύομαι να στηρίξω την υπόλοιπη ανάλυσή μου στην υπόθεση (καθόσον δεν θα μπορούσε να είναι τίποτε περισσότερο από υπόθεση) ότι σύμφωνα με τη «βούληση» του νομοθέτη «τα αγρωστώδη ή άλλα ποώδη κτηνοτροφικά φυτά» θα έπρεπε να ερμηνεύονται σε αντιδιαστολή προς τις «άλλες καλλιέργειες», ώστε ουδέποτε να συνιστά εναλλαγή καλλιέργειας η αλλαγή εντός των πλαισίων της πρώτης κατηγορίας.
55.
Η αφετηρία της αναλύσεώς μου είναι συνεπώς ότι, προκειμένου να χαρακτηριστεί μια έκταση μόνιμος βοσκότοπος, θα πρέπει να πληρούνται δύο προϋποθέσεις: στην έκταση θα πρέπει να αναπτύσσονται «αγρωστώδη ή άλλα ποώδη κτηνοτροφικά φυτά» για περισσότερο από πέντε έτη και η έκταση δεν θα πρέπει να περιλαμβάνεται σε εναλλαγή καλλιεργειών της εκμεταλλεύσεως για το ίδιο διάστημα. Οι ως άνω προϋποθέσεις είναι σωρευτικές: στην περίπτωση που μόνον μία από τις δύο προϋποθέσεις πληρούται, η έκταση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως μόνιμος βοσκότοπος· αν πληρούνται αμφότερες οι προϋποθέσεις, τότε υποχρεωτικώς πρέπει να χαρακτηριστεί ως τέτοιος.
56.
Καθό μέτρο οι ως άνω προϋποθέσεις είναι σωρευτικές, νοείται λογικά η περίπτωση να πληρούται η μία εξ αυτών και να μην πληρούται η άλλη. Ελλείψει σαφών ενδείξεων υπέρ του ότι για τις ανάγκες προσδιορισμού του αν έχει υπάρξει ή όχι εναλλαγή καλλιέργειας τα «αγρωστώδη και άλλα ποώδη κτηνοτροφικά φυτά» πρέπει να αντιμετωπίζονται ως μία ενιαία έννοια, είναι συνακόλουθα δυνατό να υπάρχει εναλλαγή καλλιέργειας ενώ διατηρούνται αγριάδα ή άλλα ποώδη κτηνοτροφικά φυτά.
57.
Συνεπώς, δεν αρκεί το επιχείρημα, τον οποίο προέβαλαν το Landesamt και η Επιτροπή ιδίως κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι το κρίσιμο στοιχείο προκειμένου να αποφασισθεί αν μια έκταση έχει απολέσει την ιδιότητα του «μόνιμου βοσκότοπου» είναι απλώς και μόνον το κατά πόσον έχει υπάρξει αλλαγή στην χρήση της από την ανάπτυξη αγριάδας ή άλλων ποωδών κτηνοτροφικών φυτών σε κάποια άλλη, ιδίως σε αρόσιμη γη. Μολονότι αυτή είναι μία δυνατότητα, εντούτοις δεν αποκλείεται να υπάρχει εναλλαγή καλλιέργειας εντός της κατηγορίας των αγρωστωδών ή άλλων ποωδών κτηνοτροφικών φυτών.
58.
Όπως προκύπτει από την κύρια δίκη, και στις δύο επίδικες εκτάσεις αναπτύσσονταν το ένα ή το άλλο είδος αγριάδας ή ποωδών κτηνοτροφικών φυτών για διάστημα όχι μικρότερο της πενταετίας πριν από το κρίσιμο για κάθε έκταση χρονικό σημείο. Ως εκ τούτου, το ζήτημα είναι κατά πόσο συνιστούσε εναλλαγή καλλιέργειας ο τρόπος με τον οποίο άλλαξε το σχετικό είδος καλλιέργειας κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής.
59.
Στο ένα άκρο της κλίμακας, δεν μπορεί παρά να γίνει δεκτό, κατά την άποψή μου, ότι η αλλαγή από ένα μείγμα τριφυλλιού/αγριάδας σε απλή αγριάδα ως αποτέλεσμα φυσικής μειώσεως του ποσοστού σε τριφύλλι ( 27 ) δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να εμπίπτει στον ορισμό της εναλλαγής καλλιέργειας, είτε αυτή νοείται κατά το σύνηθες νόημά της στην καθημερινή γλώσσα ή στη γεωργική ορολογία είτε όπως αυτή διατυπώνεται στο τμήμα Δ του παραρτήματος I της αποφάσεως 2000/115 ή στο σημείο II.2.01 του παραρτήματος II του κανονισμού 1200/2009.
60.
Στο άλλο άκρο της κλίμακας, η εναλλαγή καλλιέργειας εντός της κατηγορίας των «αγρωστωδών και άλλων ποωδών κτηνοτροφικών φυτών» πρέπει, προφανώς, να θεωρείται ότι λαμβάνει χώρα μόνον όταν οργώνεται η γη, αφαιρείται η προηγούμενη καλλιέργεια και σπείρεται στη συνέχεια η έκταση με διαφορετικό είδος αγριάδας ή ποωδών κτηνοτροφικών φυτών (πρόκειται για την εκδοχή η οποία τίθεται με το ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου), άλλως θα ήταν αδύνατο να συμβεί η εν λόγω εναλλαγή καλλιέργειας.
61.
Με βάση την τελευταία εκδοχή, συνεπώς, φαίνεται δύσκολο να δοθεί στο υποβληθέν ερώτημα απάντηση διαφορετική από το ότι, υπό τις περιστάσεις που περιγράφηκαν, υπάρχει εναλλαγή καλλιέργειας και η έκταση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί μόνιμος βοσκότοπος.
62.
Εντούτοις, η εκδοχή που περιγράφεται στο υποβληθέν ερώτημα (όργωμα, αφαίρεση της προηγούμενης καλλιέργειας και επανασπορά της εκτάσεως με διαφορετικό είδος αγριάδας ή ποωδών κτηνοτροφικών φυτών) δεν φαίνεται να είναι ακριβώς η ίδια με την εκδοχή που περιγράφεται κατά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών στη διάταξη περί παραπομπής (απόξεση και επισπορά με ένα εν μέρει διαφορετικό είδος ποώδους κτηνοτροφικού φυτού). Η απόκλιση μεταξύ των δύο οφείλεται ενδεχομένως στο γεγονός ότι το εθνικό δικαστήριο χρησιμοποίησε κατά τη διατύπωση του ερωτήματός του τη γερμανική απόδοση της σχετικής νομοθεσίας, το οποίο αναφέρεται ειδικώς στο όργωμα, ενώ στις λοιπές γλωσσικές αποδόσεις χρησιμοποιείται κάποια έννοια που έχει το νόημα της μετατροπής.
63.
Συνεπώς, προκειμένου να δοθεί πληρέστερη απάντηση, είναι ενδεχομένως σκόπιμο να εξεταστούν ορισμένες αλλαγές οι οποίες είναι λιγότερο επεμβατικές από το όργωμα και την επανασπορά με διαφορετικό είδος αλλά περισσότερο επεμβατικές από τη φυσική μείωση ή αύξηση ενός είδους ποώδους κτηνοτροφικού φυτού εντός κάποιου μείγματος: για παράδειγμα (α) το όργωμα και η επανασπορά με το ίδιο είδος αγριάδας ή ποώδους κτηνοτροφικού φυτού ή (β) η απόξεση και η επισπορά με ένα εν μέρει διαφορετικό είδος ποώδους κτηνοτροφικού φυτού.
64.
Είμαι της αυτής απόψεως με την Επιτροπή ότι (ελλείψει του αναγκαίου ορισμού) η έννοια της «εναλλαγής καλλιέργειας» θα πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με το σύνηθες νόημά της στην καθημερινή γλώσσα, λαμβανομένων υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου αυτή χρησιμοποιείται και των σκοπών που επιδιώκει η ρύθμιση της οποίας αποτελεί τμήμα ( 28 ). Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο υπό το πρίσμα των γλωσσικών παραλλαγών που παρατηρούνται σε άλλα σημεία της σχετικής νομοθεσίας, καθόσον στις περισσότερες, αν όχι σε όλες, τις γλωσσικές αποδόσεις χρησιμοποιείται μια λέξη που γενικώς έχει το νόημα ότι «αλλάζω τη χρήση», ενώ στη γερμανική απόδοση χρησιμοποιείται ένα ρήμα το οποίο σημαίνει «εκχερσώνω» τη γη ή το έδαφος, προφανώς με επακόλουθο ένα όργωμα για πρώτη φορά ή τουλάχιστον ένα όργωμα σε βάθος.
65.
Εξετάζοντας το νόημα της έννοιας «εναλλαγή καλλιέργειας» στην καθημερινή γλώσσα, φαίνεται απίθανο να συνιστούν εναλλαγή καλλιέργειας τα υπό στοιχεία (α) και (β) παρατιθέμενα στο σημείο 63 ανωτέρω παραδείγματα κατά την κρίση ενός απλού πολίτη ή ενός γεωργού. Όσον αφορά το υπό στοιχείο (α) παράδειγμα, η εναλλαγή καλλιέργειας ενέχει απαραιτήτως μιαν αλλαγή καλλιέργειας, συνήθως με σκοπό τη διατήρηση της ισορροπίας του εδάφους. Αντιθέτως, η επανασπορά με την ίδια καλλιέργεια δεν συνεπάγεται το ίδιο. Όσον αφορά το υπό στοιχείο (β) παράδειγμα, η επισπορά (συνήθως μετά από απόξεση) χρησιμοποιείται ως επί το πλείστον με σκοπό την ανανέωση μιας εκτάσεως με αγριάδα (τουλάχιστον εκτός γεωργίας, όπως για παράδειγμα συμβαίνει με τους χορτοτάπητες ή τα αθλητικά γήπεδα), και όχι την αλλαγή σε ένα νέο είδος αγριάδας. Εν προκειμένω, προκύπτει ότι υπάρχει εν μέρει μόνον αλλαγή σε ένα διαφορετικό είδος καλλιέργειας (από μείγμα τριφυλλιού/αγριάδας σε αγριάδα).
66.
Η εξέταση του σχετικού νομοθετικού πλαισίου εντός του οποίου χρησιμοποιείται η έννοια της «εναλλαγής καλλιέργειας» θα πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να περιοριστεί καταρχάς στη νομοθεσία για την άμεση στήριξη και μόνον. Η νομοθεσία για τα γεωργικά στατιστικά στοιχεία έχει διαφορετικό σκοπό, και, ως εκ τούτου, δεν τεκμαίρεται (σε αντίθεση με την άποψη της Γερμανικής Κυβερνήσεως επ’ αυτού) ότι η εν λόγω έννοια έχει ακριβώς το ίδιο νόημα και στις δύο περιπτώσεις. Ωστόσο, αν η ερμηνεία υπό το φως του πλαισίου και του σκοπού της νομοθεσίας για την άμεση στήριξη έδινε στην κρίσιμη έννοια το περιεχόμενο που αυτή έχει στη νομοθεσία για τα στατιστικά στοιχεία, τότε η τελευταία θα μπορούσε να φανεί χρήσιμη.
67.
Όσον αφορά τη νομοθεσία για την άμεση στήριξη, τα κριτήρια του «πλαισίου» και των «σκοπών» είναι αλληλένδετα.
68.
Οι δεδηλωμένοι σκοποί των υπό εξέταση ρυθμίσεων είναι η ενθάρρυνση διατηρήσεως των υφιστάμενων μόνιμων βοσκότοπων προκειμένου να αποφευχθεί η μαζική τους μετατροπή σε αρόσιμες εκτάσεις, λόγω της θετικής επιδράσεως που έχουν στο περιβάλλον οι μόνιμοι βοσκότοποι ( 29 ).
69.
Όλοι οι διάδικοι που κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις συμφωνούν ότι οι χορτολιβαδικές εκτάσεις είναι επωφελείς, ωστόσο ο M. Grund και η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι το σχετικό όφελος προκύπτει μόνον εφόσον τα αγρωστώδη ή άλλα ποώδη κτηνοτροφικά φυτά έχουν παραμείνει αδιατάρακτα τουλάχιστον για πέντε έτη ή περισσότερο, ενώ η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ακόμα και αν έχει αλλάξει ένα συγκεκριμένο είδος τριφυλλιού εντός του λόγω διαστήματος παραμένει θετική η επίδρασή τους στο περιβάλλον. Αφής στιγμής το συγκεκριμένο ζήτημα είναι ζήτημα πραγματικών περιστατικών επί του οποίου αναπτύσσονται αντιπαρατιθέμενες απόψεις, δίχως ωστόσο να είναι αρμόδια να αποφασίσουν επ’ αυτού ούτε το Δικαστήριο ούτε το αιτούν δικαστήριο ( 30 ), η αιτηθείσα ερμηνεία μπορεί να θεμελιωθεί μόνο στις εξής δύο προκείμενες, ήτοι ότι η διατήρηση της καλλιέργειας σε μια έκταση αγρωστωδών ή άλλων ποωδών κτηνοτροφικών φυτών είναι καθεαυτή περιβαλλοντικά επωφελής και ότι η ωφέλεια αυξάνει αναλογικά με τη διάρκεια του χρόνου που αυτή παραμένει ως έχει, ιδίως όταν η κάλυψή της παραμένει αδιατάρακτη.
70.
Η νομοθεσία για την άμεση στήριξη επιζητεί να επιτύχει τον σκοπό της διατηρήσεως των μόνιμων βοσκότοπων με το να παρακρατούνται από τους γεωργούς οι ενισχύσεις όταν αυτοί δεν διατηρούν τους υπάρχοντες μόνιμους βοσκότοπους ως έχουν. Το προοίμιο των σχετικών κανονισμών του Συμβουλίου επιβεβαιώνει ( 31 ) την αρχή ότι οι γεωργοί οι οποίοι δεν πληρούν ορισμένες απαιτήσεις στους τομείς της δημόσιας υγείας, της υγείας των ζώων και των φυτών, του περιβάλλοντος και της καλής μεταχειρίσεως των ζώων υπόκεινται σε μειώσεις της άμεσης στηρίξεως ή σε αποκλεισμό από αυτήν —πρόκειται για ένα σύστημα πολλαπλής συμμορφώσεως το οποίο αποτελεί μέρος της στηρίξεως που παρέχει η Ένωση υπό τη μορφή των άμεσων ενισχύσεων. Όσον αφορά την αρχή της διατηρήσεως των μόνιμων βοσκότοπων, το σύστημα αυτό εξειδικεύεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 6, παράγραφος 2.
71.
To Bundesverwaltungsgericht, ωστόσο, αναφέρει στη διάταξη περί παραπομπής ότι ο M. Grund έχει συμφέρον να αναγνωρισθεί ότι το αγροτεμάχιο στο Hohenkamp δεν αποτελεί μόνιμο βοσκότοπο, καθόσον μπορεί να λάβει υψηλότερο αντάλλαγμα εκμισθώνοντας την εν λόγω έκταση ως αρόσιμη γη.
72.
Κάτι τέτοιο, όμως, θα ερχόταν σε αντίθεση με τους σκοπούς των υπό εξέταση κανόνων. Είμαι της γνώμης λοιπόν ότι, προκειμένου να παραμείνει συνεπής με τον σκοπό των εν λόγω διατάξεων, η έννοια της μετατροπής μιας εκτάσεως από μόνιμο βοσκότοπο σε γη για άλλες χρήσεις (με την εναλλαγή καλλιέργειας) θα πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο ο οποίος δεν διευκολύνει την εν λόγω μετατροπή.
73.
Άπαξ έχει γίνει η μετατροπή, τίποτε πλέον δεν μπορεί να «τροχοπεδήσει» την αλλαγή και να συνδράμει στη διατήρηση της εκτάσεως ως μόνιμου βοσκότοπου, και κάθε κίνητρο προς επαναμετατροπή της γης σε μόνιμο βοσκότοπο μπορεί να έχει πολύ περιορισμένη ή και ανύπαρκτη ισχύ όταν το μίσθιο για αρόσιμη έκταση είναι σημαντικά υψηλότερο. Ο σκοπός, πρέπει να υπομνησθεί, είναι η διατήρηση του μόνιμου βοσκότοπου, και όχι η κατά βούληση αλλαγή από βοσκότοπο σε αρόσιμη γη —και δεν φαίνεται να αμφισβητείται ότι η επιδιωκόμενη θετική επίδραση στο περιβάλλον είναι μεγαλύτερη όσο περισσότερο παραμένει η γη βοσκότοπος.
74.
Επ’ αυτού, διευκρινίστηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι η απόξεση του εδάφους και η επισπορά ήταν περισσότερο επωφελής για το περιβάλλον από ό,τι το όργωμα και η επανασπορά. Υπό κανονικές συνθήκες, αμφότερα πραγματοποιούνται το φθινόπωρο, ωστόσο η απόξεση και η επισπορά αφήνουν κατά μεγάλο μέρος την προηγούμενη καλλιέργεια στη θέση της, και για τον λόγο αυτό το αγροτεμάχιο παραμένει πράσινο κατά τη διάρκεια του χειμώνα και η κάλυψη ανανεώνεται την άνοιξη, ενώ το όργωμα και η επανασπορά απογυμνώνουν τη γη κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Συνεπώς, φρονώ ότι στο υπό εξέταση ζήτημα ενδιαφέρει ως ένα βαθμό η τεχνική που ακολουθείται, σε αντίθεση με όσα υποστήριξαν αρκετοί από τους μετέχοντες στη διαδικασία.
75.
Είτε, όπως φαίνεται να συμβαίνει στη διαφορά της κύριας δίκης, η επισπορά οφείλεται στο γεγονός ότι άλλαξε εν μέρει το είδος του ποώδους κτηνοτροφικού φυτού (μεταξύ αγριάδας και ενός μείγματος τριφυλλιού/αγριάδας) είτε, για παράδειγμα, υπάρχει φυσική μείωση στο ποσοστό του ενός είδους στο μείγμα ( 32 ), το συμπέρασμα δεν μπορεί παρά να είναι το ίδιο, κατά τη γνώμη μου. Μια τέτοια περίπτωση είναι πράγματι πιθανό να είναι περιβαλλοντικά επωφελής, καθόσον, όπως διευκρινίσθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, μπορεί να αποφευχθεί η χρησιμοποίηση λιπασμάτων
76.
Καταλήγω, επομένως, στο συμπέρασμα ότι, για τους σκοπούς των εν λόγω διατάξεων, υφίσταται εναλλαγή καλλιέργειας όταν μια γεωργική έκταση στην οποία αναπτύσσονται αγρωστώδη ή άλλα ποώδη κτηνοτροφικά φυτά οργώνεται, με αφαίρεση της προηγούμενης καλλιέργειας, και σπείρεται εκ νέου με διαφορετική καλλιέργεια είτε της αυτής είτε διαφορετικής κατηγορίας ( 33 ). Δεν υπάρχει ωστόσο εναλλαγή καλλιέργειας όταν η προηγούμενη καλλιέργεια δεν αντικαθίσταται με όργωμα αλλά τροποποιείται εν μέρει με επισπορά.
77.
Επιπλέον, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι την προαναφερθείσα γνώμη ενισχύει, στην πραγματικότητα, και δεν την αποδυναμώνει η νομοθεσία για τα γεωργικά στατιστικά στοιχεία, η οποία αποκλείει την εναλλαγή καλλιέργειας όταν ένα αγροτεμάχιο χρησιμοποιείται για την ίδια καλλιέργεια επί πέντε ή περισσότερα έτη «χωρίς στο διάστημα αυτό να αντικατασταθεί η προηγούμενη καλλιέργεια από νέα καλλιέργεια», αλλά θεωρεί ότι αυτή υφίσταται όταν οι «εκτάσεις αυτές καταστρέφονται με όργωμα ή άλλη επεξεργασία ή τα φυτά καταστρέφονται με άλλα μέσα όπως τα φυτοκτόνα για την εκ νέου σπορά ή φύτευση της έκτασης» ( 34 ).
Πρόταση
78.
Υπό το φως όλων των ανωτέρω εκτιμήσεων, φρονώ ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να δώσει στο ερώτημα που υπέβαλε το Bundesverwaltungsgericht (Γερμανία) την ακόλουθη απάντηση:
Για τους σκοπούς είτε του κανονισμού (ΕΚ) 73/2009 του Συμβουλίου, της 19ης Ιανουαρίου 2009, σχετικά με τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης για τους γεωργούς στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής και τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς, για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) 1290/2005, (ΕΚ) 247/2006, (ΕΚ) 378/2007 και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) 1782/2003, είτε του κανονισμού (ΕΚ) 1122/2009 της Επιτροπής, της 30ής Νοεμβρίου 2009, σχετικά με τη θέσπιση λεπτομερών διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 73/2009 του Συμβουλίου όσον αφορά την πολλαπλή συμμόρφωση, τη διαφοροποίηση και το ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου, στο πλαίσιο των καθεστώτων άμεσης στήριξης για τους γεωργούς που προβλέπονται στον εν λόγω κανονισμό, καθώς και λεπτομερών διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 1234/2007 του Συμβουλίου όσον αφορά την πολλαπλή συμμόρφωση στο πλαίσιο του καθεστώτος στήριξης που προβλέπεται για τον αμπελοοινικό τομέα, όταν μια γεωργική έκταση χρησιμοποιείται ήδη από πενταετίας για την ανάπτυξη αγρωστωδών ή άλλων ποωδών κτηνοτροφικών φυτών και, κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, η έκταση οργώνεται, με αφαίρεση της προηγούμενης καλλιέργειας, και σπείρεται εκ νέου με διαφορετικό είδος ποώδους κτηνοτροφικού φυτού είτε της αυτής είτε διαφορετικής κατηγορίας, τότε υπάρχει εναλλαγή καλλιέργειας η οποία αποκλείει τον χαρακτηρισμό της ως μόνιμου βοσκότοπου. Όταν, ωστόσο, η προηγούμενη καλλιέργεια δεν αφαιρείται με το όργωμα της εκτάσεως αλλά τροποποιείται εν μέρει με επισπορά, τότε δεν υπάρχει εναλλαγή καλλιέργειας και η έκταση πρέπει να χαρακτηριστεί μόνιμος βοσκότοπος.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 2 ) Εναλλαγή καλλιέργειας, γενικώς, είναι «η γεωργική πρακτική εκείνη με την οποία διαφορετικές καλλιέργειες καλλιεργούνται διαδοχικώς στην ίδια έκταση για μία χρονική περίοδο με σκοπό να διατηρηθεί η γονιμότητα του εδάφους και να μειωθούν οι αρνητικές επιπτώσεις των παρασίτων» (Dictionary of Biology, Elizabeth Martin και Robert Hine, Oxford University Press, 2008).
( 3 ) Κανονισμός της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΟΚ) 2019/93, (ΕΚ) 1452/2001, (ΕΚ) 1453/2001, (ΕΚ) 1454/2001, (ΕΚ) 1868/94, (ΕΚ) 1251/1999, (ΕΚ) 1254/1999, (ΕΚ) 1673/2000, (ΕΟΚ) 2358/71 και (ΕΚ) 2529/2001 (ΕΕ L 271, σ. 1).
( 4 ) Κανονισμός της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή της πολλαπλής συμμόρφωσης, της διαφοροποίησης και του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) 1782/2003 του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) 73/2009 του Συμβουλίου, της 19ης Ιανουαρίου 2009, καθώς και για την εφαρμογή της πολλαπλής συμμόρφωσης που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) 479/2008 του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2008 (ΕΕ L 141, σ. 18), όπως τροποποιήθηκε.
( 5 ) Κανονισμός της 19ης Ιανουαρίου 2009, σχετικά με τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης για τους γεωργούς στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής και τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς, για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) 1290/2005, (ΕΚ) 247/2006, (ΕΚ) 378/2007 και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) 1782/2003 (ΕΕ L 30, σ. 16).
( 6 ) Κανονισμός της 30ής Νοεμβρίου 2009, σχετικά με τη θέσπιση λεπτομερών διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 73/2009 του Συμβουλίου όσον αφορά την πολλαπλή συμμόρφωση, τη διαφοροποίηση και το ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου, στο πλαίσιο των καθεστώτων άμεσης στήριξης για τους γεωργούς που προβλέπονται στον εν λόγω κανονισμό, καθώς και λεπτομερών διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 1234/2007 του Συμβουλίου όσον αφορά την πολλαπλή συμμόρφωση στο πλαίσιο του καθεστώτος στήριξης που προβλέπεται για τον αμπελοοινικό τομέα (ΕΕ L 316, σ. 65).
( 7 ) Τυχόν διαφοροποιήσεις στη διατύπωση εμφανίζονται σε αγκύλες.
( 8 ) Στη γερμανική απόδοση του κανονισμού 796/2004, σε αντίθεση με άλλες αποδόσεις της εν λόγω διατάξεως, χρησιμοποιείται το ρήμα «umbrechen», το οποίο σημαίνει «εκχερσώνω» (το έδαφος), και επομένως οργώνω (για πρώτη φορά). Στον κανονισμό 1122/2009, το ρήμα το οποίο χρησιμοποιείται είναι «umwidmen» (κατά κυριολεξία, «αφιερώνω σε νέα χρήση»). Ενώ στο αγγλικό κείμενο χρησιμοποιείται το απλό ρήμα «convert» (ήτοι «μετατρέπω»), πολλές άλλες γλωσσικές αποδόσεις αναφέρονται ειδικότερα σε μετατροπή για «άλλες χρήσεις».
( 9 ) Στο γερμανικό κείμενο αμφοτέρων των ρυθμίσεων, η φράση «να μετατρέπουν τη γη και πάλι σε μόνιμο βοσκότοπο» αποδίδεται ως «Flächen wieder als Dauergrünland einzusäen» (κατά κυριολεξία, «να σπείρουν και πάλι τις εκτάσεις ως μόνιμο βοσκότοπο»).
( 10 ) Στο γερμανικό κείμενο χρησιμοποιείται και πάλι σε αμφότερες τις ρυθμίσεις το ρήμα «umbrechen».
( 11 ) Κανονισμός (ΕΚ) 1120/2009, της 29ης Οκτωβρίου 2009, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του καθεστώτος ενιαίας ενίσχυσης που προβλέπεται στον τίτλο ΙΙΙ του κανονισμού 73/2009 (ΕΕ L 316, σ. 1).
( 12 ) Κανονισμός (ΕΚ) 239/2005 της Επιτροπής, της 11ης Φεβρουαρίου 2005, για τροποποίηση και διόρθωση του κανονισμού (ΕΚ) 796/2004 (ΕΕ L 42, σ. 3).
( 13 ) Στα κράτη μέλη επετράπη να συμπεριλάβουν τις καλλιέργειες που περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΧ του κανονισμού 1782/2003 ή στο παράρτημα I του κανονισμού 1120/2009, αναλόγως με την περίπτωση. Τα εν λόγω παραρτήματα περιλαμβάνουν πανομοιότυπους καταλόγους από διαφορετικά είδη σιτηρών, ελαιούχων σπόρων, πρωτεϊνούχων καλλιεργειών, λιναριού και καννάβεως, τα οποία δεν θα μπορούσαν ενδεχομένως να θεωρηθούν υπό κανονικές συνθήκες βοσκότοποι. Εντούτοις, δηλώθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι η Γερμανία δεν έχει κάνει χρήση της δυνατότητας να συμπεριλάβει τέτοιου είδους καλλιέργειες.
( 14 ) Απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1999, σχετικά με τους ορισμούς των χαρακτηριστικών, τον κατάλογο των γεωργικών προϊόντων, τις εξαιρέσεις και τις περιφέρειες και περιοχές όσον αφορά τις έρευνες για τη διάρθρωση των γεωργικών εκμεταλλεύσεων (ΕΕ L 38, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 1444/2002 της Επιτροπής, της 4ης Ιουλίου 2002 (ΕΕ L 216, σ. 1).
( 15 ) Κανονισμός της Επιτροπής, της 30ής Νοεμβρίου 2009, για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) 1166/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, σχετικά με τις έρευνες για τη διάρθρωση των γεωργικών εκμεταλλεύσεων και την έρευνα σχετικά με τις μεθόδους γεωργικής παραγωγής, όσον αφορά τους συντελεστές μονάδων ζωικού κεφαλαίου και τους ορισμούς των χαρακτηριστικών (ΕΕ L 329, σ. 1).
( 16 ) Το ρήμα το οποίο χρησιμοποιείται είναι το ρήμα «umbrechen», το οποίο αντιστοιχεί, στη γερμανική απόδοση του κανονισμού 796/2004, στο ρήμα «μετατρέπω (σε άλλη χρήση)» ή στο ισοδύναμό του σε άλλες γλώσσες.
( 17 ) Και στην περίπτωση αυτή το ρήμα το οποίο χρησιμοποιείται είναι το ρήμα «umbrechen».
( 18 ) Το αιτούν δικαστήριο χρησιμοποιεί το ρήμα «einschlitzen».
( 19 ) Βλ. το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1782/2003 και του άρθρου 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 73/2009, που παρατίθενται στο σημείο 11 ανωτέρω.
( 20 ) Το αιτούν δικαστήριο χρησιμοποιεί εν προκειμένω το ρήμα «umbrechen».
( 21 ) Άρθρο 149 του κανονισμού 73/2009.
( 22 ) Το άρθρο 3, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, των κανονισμών 796/2004 και 1122/2009 ορίζει ότι «η έκταση των μόνιμων βοσκότοπων είναι η έκταση των μόνιμων βοσκότοπων που έχει δηλωθεί από τους γεωργούς το 2003».
( 23 ) Άρθρο 2, σημείο 2, του κανονισμού 796/2004 και άρθρο 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 1120/2009.
( 24 ) Βλ. σημείο 10 ανωτέρω? βλ. επίσης σημείο 11 όσον αφορά τη «χορτολιβαδική έκταση» και τις «μόνιμες καλλιέργειες».
( 25 ) Ήδη κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους πρωτοδοκιμάζεται ένα πρώιμο είδος εναλλαγής καλλιέργειας. Κατά κανόνα ο κύκλος της εναλλαγής διαρκούσε τρία έτη στη διάρκεια των οποίων το ίδιο αγροτεμάχιο καλλιεργείτο ανά λωρίδες (για παράδειγμα) με σιτάρι και κριθάρι, ενώ στη συνέχεια εισήρχετο σε μια περίοδο αγραναπαύσεως για ένα έτος με σκοπό να ανακτήσει τη γονιμότητά του. Η διαδεδομένη χρήση του «σύγχρονου» συστήματος αμειψισποράς πιστώνεται συνήθως στον Charles Townshend, 2ο υποκόμη Townshend (1674-1738), ο οποίος εισήγαγε στο Norfolk ένα σύστημα εναλλαγής τεσσάρων καλλιεργειών που είχε ήδη πρωτοδοκιμαστεί από τους γεωργούς στην περιοχή Waasland των Κάτω Χωρών. Ο Townshend προσέθεσε τη ρέβα (άλλως, γογγύλι) και το τριφύλλι στις παραδοσιακές καλλιέργειας του σιταριού και του κριθαριού (όθεν και το προσωνύμιο «Townshend το γογγύλι»» και κατηύθυνε τους γεωργούς προς το να καλλιεργούν για τον σκοπό αυτό τέσσερα αυτοτελή αγροτεμάχια παρά στενές λωρίδες της ίδιας εκτάσεως. Με την εναλλαγή αυτή δεν ήταν πλέον αναγκαία η αγρανάπαυση της γης (συνεπώς η παραγωγή δεν σταματούσε) προκειμένου να ανακτήσει τη γονιμότητά της, καθόσον τα οζίδια του τριφυλλιού (το οποίο για τον λόγο αυτό ονομάζεται ενίοτε «χλωρή λίπανση») «δεσμεύουν» στο έδαφος τα νιτρικά άλατα και με τον τρόπο αυτό επανεισάγουν στο έδαφος ορισμένες θρεπτικές ουσίες που χάνονται με τις καλλιέργειες του σιταριού και του κριθαριού, για παράδειγμα. Η καινοτομία του Townshend αντιγράφηκε ευρέως και συνέβαλε τα μάλα στην αγροτική επανάσταση που προηγήθηκε της βιομηχανικής.
( 26 ) Συμπεριλαμβάνονται, αναλόγως με την περίπτωση, οι λοιπές καλλιέργειες που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΧ του κανονισμού 1782/2003 και στο παράρτημα I του κανονισμού 1120/2009 (βλ. υποσημείωση 13 ανωτέρω).
( 27 ) Βλ., συναφώς, ανωτέρω σημεία 36 και 38 των παρουσών προτάσεων.
( 28 ) Βλ., για παράδειγμα, απόφαση Partena (C‑137/11, EU:C:2012:593, σκέψη 56 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 29 ) Βλ., συναφώς, σημεία 8 και 9 ανωτέρω.
( 30 ) Το Bundesverwaltungsgericht αναφέρει ρητώς ότι δεσμεύεται από τις επί των πραγματικών περιστατικών διαπιστώσεις του εφετείου και δεν είναι σε θέση να προχωρήσει σε δικές του.
( 31 ) Βλ., συναφώς, πιο πάνω, σημεία 8 και 9 των παρουσών προτάσεων.
( 32 ) Βλ. σημεία 36, 38 και 59 ανωτέρω.
( 33 ) Ο νομοθέτης είχε ενδεχομένως τη βούληση να προβεί στην προπαρατεθείσα στο ανωτέρω σημείο 54 διάκριση. Το γράμμα του κανονισμού ωστόσο δεν την προβλέπει ρητώς και, δεδομένου ότι ελλείπει οιαδήποτε πραγματογνωμοσύνη, είναι ιδιαίτερα επισφαλές να προταθεί στο Δικαστήριο να ερμηνεύσει τον κανονισμό κατ’ αυτόν τον τρόπο και να κρίνει ότι η εκ νέου σπορά θα πρέπει να είναι διαφορετικής κατηγορίας.
( 34 ) Βλ. σημεία 18 έως 21 ανωτέρω.
Full & Egal Universal Law Academy