ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
PEDRO CRUZ VILLALÓN
της 10ης Ιουλίου 2014 ( 1 )
Υπόθεση C‑65/13
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής
(Προσφυγή ακυρώσεως ασκηθείσα από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο)
«Προσφυγή ακυρώσεως — Kανονισμός (EE) 492/2011 — Εκτελεστική απόφαση της Επιτροπής — Υπέρβαση των εξουσιών της Επιτροπής — Ερμηνεία των άρθρων 290 και 291 ΣΛΕΕ — Εκτελεστικές πράξεις — Δίκτυο EURES — Διευκρίνιση του κανονιστικού περιεχομένου νομοθετικής πράξεως»
1.
Η παρούσα υπόθεση παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να αποφανθεί επί της εννοίας και του εύρους των «εκτελεστικών πράξεων» του άρθρου 291 ΣΛΕΕ έχοντας ήδη προ οφθαλμών την απόφαση της 18ης Μαρτίου 2014 ( 2 ) με την οποία η Ολομέλεια αποφάνθηκε για πρώτη φορά επί του ζητήματος της οριοθετήσεως των εν λόγω εκτελεστικών πράξεων έναντι των πράξεων «κατ’ εξουσιοδότηση» που προβλέπει το άρθρο 290 ΣΛΕΕ. Με αφετηρία τη νομολογία την οποία εγκαινίασε η εν λόγω απόφαση, το Δικαστήριο καλείται τώρα να αποφανθεί επί προσφυγής ασκηθείσας από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατά ορισμένων διατάξεων της εκτελεστικής αποφάσεως της Επιτροπής, της 26ης Νοεμβρίου 2012 ( 3 ), για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) 492/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 4 ) όσον αφορά την αντιστάθμιση προσφοράς και ζήτησης εργασίας και την αναδημιουργία του EURES (European Employment Services). Πιο συγκεκριμένα, το ζήτημα που τίθεται εν προκειμένω αφορά το περιεχόμενο και το εύρος των προβλεπόμενων στο άρθρο 291 ΣΛΕΕ εκτελεστικών αρμοδιοτήτων.
2.
Δεδομένου ότι δεν απαιτείται να εμβαθύνω στις εκτιμήσεις που είχα την ευκαιρία να αναπτύξω με τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως επί της οποίας εξεδόθη η προπαρατεθείσα απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Μαρτίου 2014 ( 5 ), θα επικεντρωθώ στην εξέταση εκάστης εκ των διατάξεων που αποτελούν το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής, προκειμένου να καθορίσω εάν το περιεχόμενό τους συμβιβάζεται προς την έννοια της «εκτελέσεως» η οποία, βάσει των αρχών που καθιερώνει η ανωτέρω απόφαση, καθορίζει το πεδίο ισχύος του άρθρου 291 ΣΛΕΕ.
I – Το κανονιστικό πλαίσιο
A — Ο κανονισμός 492/2011
3.
Στην αιτιολογική σκέψη 8 του κανονισμού 492/2011 αναφέρονται τα εξής:
«Οι μηχανισμοί για την αντιστάθμιση της προσφοράς και της ζήτησης εργασίας, ιδίως με την ανάπτυξη της άμεσης συνεργασίας μεταξύ των κεντρικών υπηρεσιών απασχολήσεως, αλλά και μεταξύ των περιφερειακών υπηρεσιών, καθώς και διά συντονισμού της ενημερώσεως, εξασφαλίζουν γενικώς σαφέστερη εικόνα της αγοράς εργασίας. Οι εργαζόμενοι που επιθυμούν να μετακινηθούν θα πρέπει επίσης να ενημερώνονται τακτικά περί των όρων διαβιώσεως και εργασίας.»
4.
Στην αιτιολογική σκέψη 9 του ιδίου κανονισμού επισημαίνεται:
«Υπάρχει στενή σχέση μεταξύ ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, απασχολήσεως και επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, ιδίως κατά το μέτρο που η επαγγελματική εκπαίδευση αποσκοπεί στο να καταστήσει τους εργαζομένους ικανούς να ανταποκριθούν σε συγκεκριμένες προσφορές εργασίας που προέρχονται από άλλες περιοχές της Ένωσης. Η σχέση αυτή καθιστά αναγκαία τη μελέτη των συναφών προβλημάτων, όχι πλέον μεμονωμένα, αλλά σε στενή αλληλεξάρτηση μεταξύ τους, λαμβανομένων επίσης υπόψη των προβλημάτων απασχολήσεως σε περιφερειακό επίπεδο. Είναι συνεπώς αναγκαίο οι προσπάθειες των κρατών μελών να στραφούν προς τον συντονισμό της πολιτικής τους στον τομέα της απασχολήσεως σε κοινοτικό επίπεδο.»
5.
Το άρθρο 11 του κανονισμού 492/2011 ορίζει τα εξής:
«1. […]
Οι κεντρικές υπηρεσίες απασχολήσεως εργατικού δυναμικού των κρατών μελών συνεργάζονται στενώς μεταξύ τους και με την Επιτροπή προκειμένου να καταλήξουν σε κοινή δράση στον τομέα της θέσεως σε επαφή και του συμψηφισμού της προσφοράς και ζητήσεως εργασίας στην Ένωση και της συνεπαγομένης τοποθετήσεως των εργαζομένων σε εργασίες.
2. Προς τον σκοπό αυτόν τα κράτη μέλη ορίζουν ειδικευμένες υπηρεσίες οι οποίες επιφορτίζονται με την οργάνωση των εργασιών στους τομείς στους οποίους αναφέρεται η παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, και με τη συνεργασία μεταξύ τους καθώς και με τις υπηρεσίες της Επιτροπής.
[…]»
6.
Το άρθρο 12 του κανονισμού 492/2011 έχει ως εξής:
«1. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή κάθε πληροφορία σχετική με τα προβλήματα και τα στοιχεία που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία και απασχόληση των εργαζομένων, καθώς και κάθε πληροφορία για την κατάσταση και εξέλιξη της απασχολήσεως.
2. Η Επιτροπή, αφού λάβει υπόψη, στον μέγιστο δυνατό βαθμό, τη γνώμη της τεχνικής επιτροπής του άρθρου 29 (στο εξής: τεχνική επιτροπή), καθορίζει τη μορφή την οποία λαμβάνουν οι πληροφορίες στις οποίες αναφέρεται η παράγραφος 1 του παρόντος άρθρου.
3. Κατά τη διαδικασία που καθορίζει η Επιτροπή, αφού λάβει υπόψη στον μέγιστο δυνατό βαθμό τη γνώμη της τεχνικής επιτροπής, η ειδικευμένη υπηρεσία κάθε κράτους μέλους αποστέλλει στις ειδικευμένες υπηρεσίες των άλλων κρατών μελών και στο Ευρωπαϊκό Γραφείο Συντονισμού, στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 18, τις πληροφορίες οι οποίες δύνανται να κατευθύνουν τους εργαζομένους των άλλων κρατών μελών, ως προς τους όρους διαβιώσεως και εργασίας και την κατάσταση της αγοράς εργασίας. Οι πληροφορίες αυτές υπόκεινται σε τακτική ενημέρωση.
[…]»
7.
Το άρθρο 13 του κανονισμού 492/2011 έχει ως εξής:
«1. Η ειδικευμένη υπηρεσία κάθε κράτους μέλους απευθύνει τακτικά στις ειδικευμένες υπηρεσίες των άλλων κρατών μελών, καθώς και στο Ευρωπαϊκό Γραφείο Συντονισμού, στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 18:
α)
τις προσφορές εργασίας στις οποίες μπορούν να ανταποκριθούν υπήκοοι άλλων κρατών μελών·
β)
τις προσφορές εργασίας που απευθύνονται σε τρίτα κράτη·
γ)
τις αιτήσεις εργασίας που υπέβαλαν άτομα τα οποία έχουν δηλώσει επίσημα ότι επιθυμούν να εργαστούν σε άλλο κράτος μέλος·
δ)
πληροφορίες, κατά περιφέρεια και κλάδους δραστηριότητας, σχετικά με τα άτομα που ζητούν εργασία και έχουν δηλώσει ότι είναι πράγματι διατεθειμένα να εργαστούν σε άλλη χώρα.
Η ειδικευμένη υπηρεσία κάθε κράτους μέλους διαβιβάζει τις πληροφορίες αυτές στις αρμόδιες υπηρεσίες και οργανισμούς απασχόλησης το συντομότερο δυνατόν.
2. Οι προσφορές και οι αιτήσεις εργασίας κατά την παράγραφο 1 κοινοποιούνται σύμφωνα με ενοποιημένο σύστημα που καταρτίζει το Ευρωπαϊκό Γραφείο Συντονισμού, στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 18, σε συνεργασία με την τεχνική επιτροπή.
Εφόσον απαιτείται, το σύστημα αυτό μπορεί να αναπροσαρμοστεί.»
8.
Το άρθρο 15 του ιδίου κανονισμού προβλέπει:
«1. Οι ενέργειες που ορίζονται με το άρθρο 14 εκτελούνται από τις ειδικευμένες υπηρεσίες. Ωστόσο, κατά το μέτρο που έχουν εξουσιοδοτηθεί από τις κεντρικές υπηρεσίες και κατά το μέτρο που η οργάνωση των υπηρεσιών απασχολήσεως ενός κράτους μέλους και τα χρησιμοποιούμενα συστήματα τοποθετήσεως καθιστούν τούτο εφικτό,
[…]
β)
οι κατά τόπο αρμόδιες υπηρεσίες για τις όμορες περιοχές δύο ή περισσότερων κρατών μελών, ανταλλάσσουν τακτικά τα στοιχεία σχετικά με την προσφορά και ζήτηση εργασίας στα πλαίσιά τους, ενεργούν δε απευθείας μεταξύ τους και ανάλογα με τις επιμέρους ρυθμίσεις των σχέσεών τους με τις άλλες υπηρεσίες απασχόλησης της χώρας τους, ώστε να φέρουν σε επαφή τους ενδιαφερόμενους και να συμψηφίσουν την προσφορά με τη ζήτηση εργασίας.
Εφόσον απαιτείται, οι κατά τόπο αρμόδιες υπηρεσίες για τις όμορες περιοχές αναπτύσσουν επίσης δομές συνεργασίας και παροχής υπηρεσιών προκειμένου να προσφέρουν:
—
στους μεν χρήστες, τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό πρακτικών πληροφοριών για τις διάφορες όψεις της κινητικότητας και
—
στους κοινωνικούς και οικονομικούς εταίρους, στις κοινωνικές υπηρεσίες (ιδίως δημόσιες, ιδιωτικές ή κοινής ωφελείας) και στο σύνολο των σχετικών οργάνων, ένα πλαίσιο συντονισμένων μέτρων όσον αφορά την κινητικότητα·
[…]
2. Τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή τον καταρτιζόμενο με κοινή συμφωνία κατάλογο των υπηρεσιών που προβλέπει η παράγραφος 1 και η Επιτροπή τον δημοσιεύει προς ενημέρωση, όπως και κάθε τροποποίηση που επιφέρεται σ’ αυτόν, στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.»
9.
Το άρθρο 17 του κανονισμού 492/2011 επιτάσσει τα εξής:
«1. Με βάση έκθεση της Επιτροπής η οποία καταρτίζεται βάσει των πληροφοριών που παρέχουν τα κράτη μέλη, τα κράτη αυτά και η Επιτροπή αναλύουν τουλάχιστον μια φορά το χρόνο και από κοινού τα αποτελέσματα των μέτρων της Ένωσης σχετικά με την προσφορά και ζήτηση εργασίας.
2. Τα κράτη μέλη εξετάζουν με την Επιτροπή όλες τις δυνατότητες καλύψεως των διαθεσίμων θέσεων απασχολήσεως κατά προτεραιότητα από υπηκόους των κρατών μελών, για να εξισορροπηθεί η προσφορά και ζήτηση απασχόλησης μέσα στην Ένωση. Λαμβάνουν τα αναγκαία προς τον σκοπό αυτόν μέτρα.
3. Κάθε δύο χρόνια η Επιτροπή υποβάλλει προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του κεφαλαίου II. H έκθεση αυτή συνοψίζει τις πληροφορίες που έχουν συγκεντρωθεί και τα στοιχεία που έχουν συλλεγεί από τις μελέτες και έρευνες οι οποίες έχουν πραγματοποιηθεί και παρουσιάζει κάθε χρήσιμο στοιχείο σχετικά με την εξέλιξη της αγοράς εργασίας στην Ένωση.»
10.
Βάσει της παραγράφου 1 του άρθρου 18 του ιδίου κανονισμού «[το] Ευρωπαϊκό Γραφείο Συντονισμού του Συμψηφισμού της Προσφοράς και Ζητήσεως Εργασίας, που έχει συσταθεί στο πλαίσιο της Επιτροπής (στο εξής: Ευρωπαϊκό Γραφείο Συντονισμού), έχει ως γενική αποστολή να προωθεί σε επίπεδο Ένωσης την αντιστάθμιση και τον συμψηφισμό της προσφοράς και ζητήσεως εργασίας. Είναι επιφορτισμένο, ειδικότερα, με όλα τα τεχνικά καθήκοντα στον εν λόγω τομέα τα οποία κατά τον παρόντα κανονισμό εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Επιτροπής και ιδίως με την παροχή συνδρομής στις εθνικές υπηρεσίες απασχόλησης.»
11.
Συμφώνως προς το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 492/2011:
«Το Ευρωπαϊκό Γραφείο Συντονισμού είναι ιδίως επιφορτισμένο:
α)
να συντονίζει τις αναγκαίες πρακτικές ενέργειες για την αντιστάθμιση της προσφοράς και ζητήσεως εργασίας σε επίπεδο Ένωσης και να αναλύει τις μετακινήσεις των εργαζομένων που προκύπτουν από τις ενέργειες αυτές·
β)
να συμβάλλει στους εν λόγω σκοπούς, θέτοντας σε εφαρμογή, σε συνεργασία με την τεχνική επιτροπή, κοινές μεθόδους δράσεως σε διοικητικό και τεχνικό επίπεδο·
γ)
να πραγματοποιεί, εφόσον παρουσιάζεται ιδιαίτερη ανάγκη και σε συμφωνία με τις ειδικευμένες υπηρεσίες, την αντιστάθμιση προσφοράς και ζητήσεως εργασίας, προς συμψηφισμό από τις εν λόγω ειδικευμένες υπηρεσίες.»
12.
Βάσει του άρθρου 20 του ιδίου κανονισμού, «[σ]ε συμφωνία με την αρμόδια αρχή κάθε κράτους μέλους και συμφώνως προς τους όρους και τις διαδικασίες που καθορίζει μετά γνώμη της τεχνικής επιτροπής, η Επιτροπή δύναται να οργανώνει επισκέψεις και αποστολές υπαλλήλων άλλων κρατών μελών καθώς και προγράμματα επιμορφώσεως του ειδικευμένου προσωπικού».
13.
Βάσει του άρθρου 38 του κανονισμού 492/2011, «[η] Επιτροπή θεσπίζει τα αναγκαία εκτελεστικά μέτρα για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού. Προς τον σκοπόν αυτόν ενεργεί σε στενή συνεργασία με τις κεντρικές διοικήσεις των κρατών μελών».
Β — Η προσβαλλόμενη απόφαση
14.
Η αυτούσια παράθεση των προσβαλλομένων διατάξεων θα γίνει στο πλαίσιο της αναλύσεως επί της ουσίας.
II – Η προσφυγή ακυρώσεως και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
15.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζητεί την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως στον βαθμό που αφορά την αντιστοίχιση προσφοράς και ζήτησης εργασίας και την αναδημιουργία του EURES. Κατά την εκτίμησή του, η Επιτροπή υπερέβη τις παρεχόμενες σε αυτήν με το άρθρο 38 του κανονισμού 492/2011 εκτελεστικές εξουσίες, παραβιάζοντας με τον τρόπο αυτόν τα όρια στα οποία υπόκειται μια εκτελεστική πράξη κατά την έννοια του άρθρου 291 ΣΛΕΕ. Κατά την εκτίμησή του, η εν λόγω διάταξη, σε συνδυασμό με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ, δημιούργησε ένα νέο ερμηνευτικό πλαίσιο του κανονιστικού περιεχομένου του προαναφερθέντος άρθρου 38, του οποίου η έννοια δεν μπορεί να είναι η ίδια με αυτήν η οποία, κατά το παρελθόν, αποδόθηκε σε άλλες διατάξεις, όπως το άρθρο 44 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 ( 6 ), οι οποίες, καίτοι το γράμμα τους ήταν ίδιο, έχρηζαν διαφορετικής ερμηνείας λόγω του κανονιστικού πλαισίου εντός του οποίου είχαν εκδοθεί. Η προσέγγιση αυτή μπορεί να μεταφερθεί και επί της προσβαλλομένης αποφάσεως κατ’ αντιδιαστολή προς την απόφαση 2003/8/ΕΚ ( 7 ) η οποία στο παρελθόν επίσης μεταρρύθμισε το δίκτυο EURES.
16.
Η Επιτροπή αντικρούει την προσφυγή υποστηρίζοντας, εν γένει, ότι το εύρος των εκτελεστικών εξουσιών πρέπει να εξετάζεται λαμβανομένων υπόψη τόσο των γενικών σκοπών που τάσσει ο κανονισμός 492/2011 όσο και της αποστολής που έχει η Επιτροπή ως προς τη λήψη των αναγκαίων ή χρήσιμων μέτρων για την εφαρμογή του. Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο κανονισμός 492/2011 συνιστά έκφραση των αρμοδιοτήτων που έχουν από κοινού η Ένωση και τα κράτη μέλη και ότι οι σκοποί του πρέπει να επιδιώκονται διά του συντονισμού των εθνικών πολιτικών στον τομέα της απασχολήσεως. Κατά την εκτίμησή της, το δίκτυο EURES περιορίζεται στην ενεργοποίηση της αρχής της συνεργασίας την οποία καθιερώνει το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 492/2011, χωρίς να επιδιώκει άλλο τι πέραν της διασφαλίσεως ομοιόμορφων προϋποθέσεων εφαρμογής της συνεργασίας των κρατών μελών μεταξύ τους και με την Επιτροπή, κατά την έννοια του άρθρου 291 ΣΛΕΕ.
17.
Πέραν των γενικών εκτιμήσεών του, οι αιτιάσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αφορούν ειδικώς έξι άρθρα της προσβαλλομένης αποφάσεως. Στο πλαίσιο ελέγχου εκάστου εκ των προσβαλλομένων άρθρων θα συνοψίσω τόσο τα επιχειρήματά του συναφώς όσο και τα επιχειρήματα της Επιτροπής.
18.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο καταλήγει ότι, αν το Δικαστήριο κρίνει ότι οι προσβαλλόμενες διατάξεις μπορούν να αποσπαστούν από τις λοιπές διατάξεις της προσβαλλομένης αποφάσεως, αποδέχεται τη μερική ακύρωσή της. Τέλος, ζητεί να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
19.
Η Επιτροπή ζητεί να απορριφθεί η προσφυγή και να καταδικαστεί το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στα δικαστικά έξοδα. Επικουρικώς, υποστηρίζει ότι οι αιτιάσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δεν δικαιολογούν την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως στο σύνολό της, δεδομένου ότι η προσφυγή αφορά συγκεκριμένα σημεία τα οποία μπορούν να αποσπαστούν από τις λοιπές διατάξεις της προσβαλλομένης αποφάσεως. Εν πάση περιπτώσει, ζητεί όπως, σε περίπτωση μερικής ή ολικής ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, διατηρηθούν τα αποτελέσματά της μέχρι της θέσεως σε ισχύ, εντός εύλογου χρόνου, μιας νέας αποφάσεως προς αντικατάστασή της.
20.
Η επ’ ακροατηρίου συζήτηση διεξήχθη στις 30 Απριλίου 2014 και οι διάδικοι κλήθηκαν να διατυπώσουν τα επιχειρήματά τους ειδικώς ως προς το ζήτημα των συνεπειών που έχει η προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑427/12) επί της υπό κρίση υποθέσεως.
III – Εκτίμηση
Α — Εισαγωγικές παρατηρήσεις
1. Επί του κανονιστικού πλαισίου που είναι κρίσιμο για τον έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως
21.
Η υπό κρίση προσφυγή ακυρώσεως στηρίζεται στην πιθανή παράβαση του άρθρου 38 του κανονισμού 492/2011 από την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά την εκτίμηση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η εν λόγω διάταξη παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία να θεσπίζει «τα αναγκαία εκτελεστικά μέτρα για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού», ήτοι, της αναθέτει αυστηρώς «εκτελεστικές αρμοδιότητες» κατά την έννοια του άρθρου 291 ΣΛΕΕ. Εντούτοις, η Επιτροπή δεν περιορίστηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, στην «εκτέλεση» του κανονισμού 492/2011, αλλά «συμπλήρωσε ορισμένα μη ουσιώδη στοιχεία» του εν λόγω κανονισμού, χωρίς να διαθέτει προς τούτο την αναγκαία εξουσιοδότηση, όπως επιτάσσει το άρθρο 290 ΣΛΕΕ.
22.
Δεν αμφισβητείται μεταξύ των διαδίκων ότι, πράγματι, οι εξουσίες που παρέχει στην Επιτροπή το άρθρο 38 του κανονισμού 492/2011 αποτελούν «εκτελεστικές» εξουσίες κατά την έννοια του άρθρου 291 ΣΛΕΕ. Τούτο σημαίνει, όπως υποστηρίζει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ότι η σημαντική ομοιότητα μεταξύ της διατάξεως αυτής και του άρθρου 44 του κανονισμού 1612/68, αφενός, και μεταξύ της προσβαλλομένης αποφάσεως και των αποφάσεων που εξεδόθησαν στο παρελθόν σε εκτέλεση του εν λόγω άρθρου 44, αφετέρου, δεν βαίνει πέραν της ταυτόσημης διατυπώσεώς τους, η δε ερμηνεία του αντίστοιχου περιεχομένου τους εξαρτάται από το κανονιστικό πλαίσιο εντός του οποίου εκάστη εκ των διατάξεων αυτών έχει ενταχθεί στο δίκαιο της Ένωσης. Πρέπει δε να τονιστεί ότι τόσο ο κανονισμός 1612/68 όσο και οι αποφάσεις που προηγήθηκαν της νυν προσβαλλομένης εξεδόθησαν πριν από τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισσαβώνας· τουτέστιν, όταν, όπως υπενθύμισε το Δικαστήριο, «η έκφραση “εκτελεστικές αρμοδιότητες” […] κάλυπτε την αρμοδιότητα θέσεως σε εφαρμογή, στο επίπεδο της Ένωσης, μιας νομοθετικής πράξεως της Ένωσης ή ορισμένων διατάξεών της, αφενός, καθώς και, υπό ορισμένες περιστάσεις, την αρμοδιότητα εκδόσεως κανονιστικών πράξεων που συμπληρώνουν ή τροποποιούν μη ουσιώδη στοιχεία νομοθετικής πράξεως, αφετέρου» ( 8 ). Πράγματι, η Ευρωπαϊκή Συνέλευση πρότεινε «τη διάκριση μεταξύ των δύο αυτών ειδών αρμοδιότητας», η οποία «περιελήφθη τελικώς στη Συνθήκη της Λισσαβώνας στα άρθρα 290 ΣΛΕΕ και 291 ΣΛΕΕ» ( 9 ).
23.
Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αναπαράγει κατ’ ουσίαν το περιεχόμενο προγενέστερων αποφάσεων των οποίων η νομιμότητα δεν ετέθη εν αμφιβόλω στο παρελθόν ουδόλως συνεπάγεται τη δική της νομιμότητα. Οι εν λόγω αποφάσεις εξεδόθησαν εντός πλαισίου εντός του οποίου, όπως προελέχθη, οι «εκτελεστικές αρμοδιότητες» περιελάμβαναν αδιακρίτως την εξουσία εκδόσεως αυστηρώς πράξεων εφαρμογής και θεσπίσεως διατάξεων που συμπλήρωναν ή τροποποιούσαν μη ουσιώδη στοιχεία νομοθετικής πράξεως ( 10 ). Αντιθέτως, η προσβαλλόμενη απόφαση ετέθη σε ισχύ όταν το πρωτογενές δίκαιο είχε καταργήσει αυτήν την έλλειψη διακρίσεως και, ως εκ τούτου, οι «εκτελεστικές αρμοδιότητες», όπως είναι αυτές τις οποίες παρέχει το άρθρο 38 του κανονισμού 492/2011 στην Επιτροπή για την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει εφεξής να περιορίζονται εντός των ορίων που χαράσσει το άρθρο 291 ΣΛΕΕ και δεν μπορούν να περιλαμβάνουν την εξουσία συμπληρώσεως ή τροποποιήσεως μη ουσιωδών στοιχείων του ιδίου του κανονισμού 492/2011. Δεν μπορούν, δηλαδή, να περιλαμβάνουν τη δυνατότητα εκδόσεως «κατ’ εξουσιοδότηση πράξεως» κατά την έννοια του άρθρου 290 ΣΛΕΕ. Πολλώ δε μάλλον δεν μπορεί η προσβαλλόμενη απόφαση να περιλαμβάνει την εξουσία τροποποιήσεως των ουσιωδών στοιχείων του, εξουσία η οποία ανήκει αποκλειστικώς, όπως είναι προφανές, στον νομοθέτη.
24.
Φρονώ ότι από τα ανωτέρω συνάγεται ότι είναι άνευ σημασίας οι διαφορές που επισήμανε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις διάφορες γλωσσικές αποδόσεις του άρθρου 38 του κανονισμού 492/2011. Συγκεκριμένα, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επισημαίνει στα σημεία 64 έως 68 του δικογράφου της προσφυγής του ότι οι διάφορες γλωσσικές αποδόσεις της εν λόγω διατάξεως εισάγουν μια μικρή διαφοροποίηση ως προς την εκτίμηση της αποστολής την οποία ο νομοθέτης είχε τελικώς τη βούληση να αναθέσει στην Επιτροπή. Έτσι, κατά την απόδοση στη γαλλική γλώσσα, το άρθρο 38 προβλέπει ότι η Επιτροπή εκδίδει τα μέτρα που είναι «nécessaires à la mise en application» του κανονισμού 492/2011. Η δε αγγλική απόδοση κάνει λόγο για μέτρα «pursuant to this Regulation for its implementation», ενώ η ιταλική απόδοση για μέτρα που είναι «necessarie per l’applicazione del presente regolamento». Τέλος, η ισπανική απόδοση ομιλεί για «las medidas de ejecución para la aplicación del presente Reglamento». Φρονώ ότι, πέραν των λεπτών αποχρώσεων που μπορούν να εντοπιστούν σε αυτές τις επιμέρους εκφράσεις, το καθοριστικό στοιχείο δεν είναι τόσο εάν ο νομοθέτης υπήρξε κατά το μάλλον ή ήττον ακριβής ως προς την οριοθέτηση του περιθωρίου της δράσεως που ανέθεσε στην Επιτροπή, όσο το εάν αυτή κινήθηκε αυστηρώς εντός των ορίων των «εκτελεστικών αρμοδιοτήτων» τις οποίες ο νομοθέτης μπορεί να αναθέτει υπό τους όρους του άρθρου 291, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ. Το αποφασιστικό, δηλαδή, στοιχείο προκειμένου να καθορισθεί η νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι εάν το περιεχόμενό της συμβιβάζεται προς την άσκηση όντως εκτελεστικής εξουσίας.
2. Επί του αντικειμένου της υπό κρίση προσφυγής
25.
Το δικόγραφο της προσφυγής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου επισημαίνει στην επικεφαλίδα του ότι το αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής είναι «η ακύρωση της [προσβαλλομένης] αποφάσεως». Ως εκ τούτου, η προσφυγή ζητεί εν κατακλείδι από το Δικαστήριο να ακυρώσει την εν λόγω απόφαση. Εντούτοις, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αμφισβητεί τη νομιμότητα συγκεκριμένων μόνο διατάξεων της προσβαλλομένης αποφάσεως. Εξάλλου, όχι μόνο δεν υποστηρίζει ότι οι εν λόγω διατάξεις είναι αναπόσπαστες από το υπόλοιπο της προσβαλλομένης αποφάσεως και ότι, ως εκ τούτου, η ακύρωσή τους θα πρέπει να συνεπάγεται την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως στο σύνολό της, αλλά και δεν αντιτάχθηκε με το υπόμνημά του απαντήσεως ( 11 ) στο αίτημα της Επιτροπής, στην περίπτωση που γίνει δεκτή η προσφυγή της, τούτο να μην έχει ως αποτέλεσμα την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως καθ’ ολοκληρίαν.
26.
Ούτως εχόντων των πραγμάτων, φρονώ ότι το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας μπορεί να είναι μόνον οι συγκεκριμένες διατάξεις της προσβαλλομένης αποφάσεως περί της ελλείψεως νομιμότητας των οποίων έχει διατυπώσει σαφώς τις απόψεις του το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
27.
Στον βαθμό που συμμερίζομαι την εκτίμηση των διαδίκων ότι η ακύρωση των προσβαλλομένων διατάξεων δεν θα πλήξει το υπόλοιπο της προσβαλλομένης αποφάσεως ούτε τα ουσιαστικά της στοιχεία ( 12 ), φρονώ επίσης ότι, ακριβώς για τον λόγο αυτόν, η σιωπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την πιθανή έλλειψη νομιμότητας των διατάξεων των οποίων δεν κάνει ρητή μνεία συνεπάγεται ότι, κατά την εκτίμησή του, οι εν λόγω διατάξεις δεν μπορούν να θεωρηθούν παράνομες.
28.
Πράγματι, δεδομένου ότι μπορούν να αποσπαστούν από τις διατάξεις των οποίων η έλλειψη νομιμότητας αιτιολογήθηκε σαφώς, είναι προφανές ότι η ακυρότητα των υπολοίπων διατάξεων δεν θα μπορούσε να στηρίζεται, λόγω συναφείας ή ως συνέπεια, στην έλλειψη νομιμότητας αυτών και, ως εκ τούτου, η ενδεχόμενη ακύρωσή τους θα έπρεπε να αποτελέσει αντικείμενο αυτοτελούς αιτιολογήσεως. Ως εκ τούτου, ελλείψει τοιαύτης αιτιολογήσεως, πρέπει να θεωρηθεί ότι το προσφεύγον θεωρεί νόμιμες τις διατάξεις της προσβαλλομένης αποφάσεως περί των οποίων ουδέν διέλαβε στο δικόγραφο της προσφυγής του.
Β — Οι προσβαλλόμενες διατάξεις
1. Το ακυρωτικό αίτημα
29.
Η οριοθέτηση του αντικειμένου της προσφυγής υπό τους όρους που εξέθεσα ανωτέρω είναι θεμελιώδους σημασίας για την ερμηνεία του πραγματικού εύρους του ακυρωτικού αιτήματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
30.
Πράγματι, έκαστος εκ των συγκεκριμένων λόγων ακυρώσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου πρέπει να ερμηνεύεται λαμβανομένου υπόψη εξαρχής του γεγονότος ότι το προσφεύγον όργανο δεν αμφισβητεί τη νομιμότητα του άρθρου 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως ( 13 ) και, ως εκ τούτου, την ίδια τη δημιουργία του δικτύου EURES. Τούτο σημαίνει ότι, εν τελευταία αναλύσει, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο φρονεί ότι με τη δημιουργία του δικτύου EURES η Επιτροπή δεν υπερέβη τα όρια της ασκήσεως εκτελεστικής αρμοδιότητας κατά την έννοια του άρθρου 291 ΣΛΕΕ.
31.
Βεβαίως, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επισήμανε στα σημεία 28 έως 33 της προσφυγής του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εντάσσεται σε κανονιστικό πλαίσιο που έχει ως αντικείμενο τη «μεταρρύθμιση του EURES» και ότι σε αυτό εντάσσονται επίσης δύο προτάσεις κανονισμών οι οποίες επί του παρόντος τελούν υπό επεξεργασία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και αφορούν τη χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων του δικτύου EURES ( 14 ). Εντούτοις, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν εξικνείται μέχρι του σημείου να υποστηρίξει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νομιμότητας καθόσον προβλέπει τη δημιουργία του δικτύου EURES, υπό την έννοια ότι μια τέτοια απόφαση θα μπορούσε να περιλαμβάνεται μόνο σε κάποια από αυτές τις νομοθετικές προτάσεις, αλλά μόνον καθόσον επηρεάζει τη δομή του, τις λειτουργίες του ή τη διοίκησή του καθ’ υπέρβαση των όσων δύναται να πράξει μια αρχή που έχει μόνον εκτελεστικές αρμοδιότητες.
32.
Εν πάση περιπτώσει, φρονώ ότι, εν τελευταία αναλύσει, καθοριστική σημασία έχει ότι η προσφυγή δεν βάλλει ρητώς κατά του άρθρου 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Με την επιλεκτική στόχευση της προσφυγής του, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο καθιστά σαφές, εν κατακλείδι, ότι η προσφυγή του βάλλει μόνον κατά συγκεκριμένων παραμέτρων του δικτύου EURES που αφορούν τους σκοπούς του, τη σύνθεσή του ή τις λειτουργίες του, χωρίς ωστόσο να θέτει εν αμφιβόλω την (εκτελεστική) αρμοδιότητα της Επιτροπής για τη δημιουργία ενός τέτοιου δικτύου ( 15 ).
33.
Φρονώ ότι αυτή η προσέγγιση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου είναι απολύτως δικαιολογημένη. Το λεγόμενο δίκτυο EURES αποτελεί σύστημα το οποίο δημιουργήθηκε με σκοπό να θέσει «σε επαφή και [να προβεί σε αντιστοίχιση] της προσφοράς και ζητήσεως εργασίας», όπως διαλαμβάνει η επικεφαλίδα του κεφαλαίου II του κανονισμού 492/2011, στο οποίο καθορίζονται οι υποχρεώσεις που υπέχει η Επιτροπή και τα κράτη μέλη των οποίων η εκπλήρωση είναι ο σκοπός ο οποίος, κατά το άρθρο 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως, δικαιολογεί τη δημιουργία αυτού του δικτύου.
34.
Κατά το κεφάλαιο II του κανονισμού 492/2011, τα κράτη μέλη και η Επιτροπή υποχρεούνται να συνεργάζονται για την προαγωγή των μελετών στους τομείς της απασχολήσεως και της ανεργίας (άρθρο 11), να ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με τα προβλήματα που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία και την απασχόληση των εργαζομένων (άρθρο 12), να δημιουργήσουν έναν μηχανισμό αντιστοιχίσεως των προσφορών και των αιτήσεων εργασίας (άρθρα 13 έως 16) και να αναλύουν από κοινού τα αποτελέσματα των μέτρων της Ένωσης σχετικά με την προσφορά και τη ζήτηση εργασίας (άρθρο 17), το δε άρθρο 18 προβλέπει τη δημιουργία στους κόλπους της Επιτροπής ενός Ευρωπαϊκού Γραφείου Συντονισμού στο οποίο ανατίθενται όλα τα τεχνικά καθήκοντα με τα οποία είναι επιφορτισμένη η Επιτροπή στον τομέα αυτόν.
35.
Αυτό το σύνολο υποχρεώσεων συνεπάγεται κατ’ ανάγκην τη ροή πληροφοριών μεταξύ των ειδικευμένων υπηρεσιών στον τομέα της απασχολήσεως των κρατών μελών, αφενός, και της ίδιας της Επιτροπής, αφετέρου, την οποία είναι αναγκαίο να οργανώσει κατ’ έναν ελάχιστο βαθμό ούτως ώστε να μπορεί να συμβάλει αποτελεσματικά στην επίτευξη του σκοπού που επιδιώκει το κεφάλαιο II του κανονισμού 492/2011, ήτοι τη σύγκλιση των προσφορών και των αιτήσεων εργασίας στο σύνολο της Ένωσης και την αντιστοίχισή τους και, εν τελευταία αναλύσει, στην εμπέδωση της ελεύθερης κυκλοφορίας και στην απασχόληση των εργαζομένων.
36.
Ούτως εχόντων των πραγμάτων, φρονώ ότι η δημιουργία ενός «ευρωπαϊκού δικτύου υπηρεσιών εργασίας» ως έκφραση της συνεργασίας την οποία επιβάλλει ο κανονισμός 492/2011 στην Επιτροπή και τα κράτη μέλη αποτελεί άσκηση μιας τυπικής εκτελεστικής αρμοδιότητας κατά την έννοια του άρθρου 291, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ. Πρέπει να θεωρηθεί ότι αυτή είναι στην πράξη η αναπόφευκτη συνέπεια του γεγονότος ότι ο ίδιος ο νομοθέτης είναι αυτός που επέβαλε στα κράτη μέλη και στην Επιτροπή το καθήκον της συνεργασίας προκειμένου να φέρουν σε σύγκλιση και να αντιστοιχίσουν τις προσφορές και τις αιτήσεις εργασίας, η δε προσβαλλόμενη απόφαση περιορίζεται, κατ’ αρχήν, στην οργάνωση των μηχανισμών πληροφορήσεως και επικοινωνίας ούτως ώστε να καταστεί δυνατή η εκπλήρωση της αποστολής αυτής.
37.
Συνεπώς, το ζήτημα που πρέπει να επιλυθεί δεν είναι εάν το δίκτυο EURES είναι καθ’ εαυτό το αποτέλεσμα της ασκήσεως μιας αρμοδιότητας η οποία δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί εκτελεστική, αλλά εάν οι συγκεκριμένες διατάξεις που αφορούν το δίκτυο αυτό και αποτελούν το αντικείμενο της προσφυγής που άσκησε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κείνται εντός των ορίων του άρθρου 291 ΣΛΕΕ.
2. Επί των συνεπειών επί της υπό κρίση υποθέσεως της νομολογίας την οποία εγκαινίασε η απόφαση επί της υποθέσεως Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑422/12, EU:C:2014:170)
38.
Ενώ στην υπόθεση Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου η Επιτροπή ήταν αυτή που έθεσε το ζήτημα ως προς το εάν η κανονιστική αρμοδιότητα που είχε παράσχει ο νομοθέτης στην Επιτροπή για την έκδοση εκτελεστικού κανονισμού ( 16 ) θα ήταν προτιμότερο να έχει παρασχεθεί κατ’ εξουσιοδότηση βάσει του άρθρου 290 ΣΛΕΕ, στην παρούσα υπόθεση το Κοινοβούλιο είναι αυτό που ζητεί να εξεταστεί το κατά πόσον, εφόσον παρασχέθηκε στην Επιτροπή εκτελεστική αρμοδιότητα, τούτη ασκήθηκε ultra vires, ήτοι καθ’ υπέρβαση των ορίων του άρθρου 291 ΣΛΕΕ.
39.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, η απόφαση του Δικαστηρίου στην ανωτέρω υπόθεση είναι περιορισμένης χρησιμότητας για την υπό κρίση υπόθεση, δεδομένου ότι τότε το προέχον ζήτημα ήταν, πρωτίστως, να καθορισθεί σε ποιες περιπτώσεις πρέπει να ανατίθεται στην Επιτροπή αρμοδιότητα κατ’ εξουσιοδότηση ή εκτελεστική εξουσία. Επί του ζητήματος αυτού η Ολομέλεια αποφάνθηκε ότι «ο νομοθέτης της Ένωσης διαθέτει εξουσία εκτιμήσεως όταν αποφασίζει να αναθέσει στην Επιτροπή κατ’ εξουσιοδότηση αρμοδιότητα δυνάμει του άρθρου 290, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ ή εκτελεστική εξουσία δυνάμει του άρθρου 291, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ», οπότε «ο δικαστικός έλεγχος περιορίζεται στα πρόδηλα σφάλματα εκτιμήσεως όσον αφορά το αν ο νομοθέτης ευλόγως θεώρησε, αφενός, ότι το νομικό πλαίσιο που καθόρισε όσον αφορά το καθεστώς των τελών […], χρήζει, για την εφαρμογή του, μόνον διευκρινίσεως, χωρίς να πρέπει να τροποποιηθεί ή να συμπληρωθεί ως προς μη ουσιώδη στοιχεία του και, αφετέρου, ότι οι διατάξεις του κανονισμού […] σχετικά με το καθεστώς αυτό απαιτούν ενιαίες προϋποθέσεις εκτελέσεως» ( 17 ).
40.
Πέραν του ανωτέρω ζητήματος, το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε ειδικώς επί του ζητήματος των ορίων της εκτελεστικής εξουσίας περί της οποίας διαλαμβάνει το άρθρο 291 ΣΛΕΕ, πράγμα το οποίο είναι το όντως κρίσιμο ζήτημα εν προκειμένω.
41.
Εντούτοις, στην απόφαση του Δικαστηρίου περιέχεται μια παραδοχή που είναι άξια μνείας. Συγκεκριμένα, για το Δικαστήριο η πράξη της εκτελέσεως σκοπεί «να διευκρινίσει το περιεχόμενο νομοθετικής πράξεως», και τούτο «προκειμένου να διασφαλισθεί η εφαρμογή της υπό ενιαίες προϋποθέσεις σε όλα τα κράτη μέλη» (σκέψη 39). Σε άλλο σημείο, η Ολομέλεια, αφού εξέτασε τις περιστάσεις στην εν λόγω υπόθεση, κατέληξε ότι από αυτές «προκύπτει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης ευλόγως εκτίμησε ότι το άρθρο 80, παράγραφος 1, του κανονισμού 528/2012 παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία όχι να συμπληρώνει μη ουσιώδη στοιχεία της νομοθετικής αυτής πράξεως, αλλά να διευκρινίζει το κανονιστικό περιεχόμενο της πράξεως αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 291, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ» (σκέψη 52) ( 18 ).
42.
Επομένως, η πράξη της εκτελέσεως σκοπεί «να διευκρινίζει το περιεχόμενο νομοθετικής πράξεως», η δε χρησιμοποιούμενη ορολογία μπορεί να αντιπαραβληθεί προς αυτήν που χρησιμοποιεί το άρθρο 290, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, το οποίο αναφέρεται στις πράξεις «που συμπληρώνουν μη ουσιώδη στοιχεία». Φρονώ ότι πρόκειται για μια ιδιαιτέρως διαφωτιστική εκτίμηση της Ολομέλειας, υπό την έννοια ότι αναγνωρίζεται κάτι το οποίο, κατά τα λοιπά, δεν είναι εύκολο να αρνηθεί κανείς, ήτοι ότι υπάρχει ένα κανονιστικό στοιχείο —υπό την ουσιαστική έννοια του όρου— σε κάθε τυπική δραστηριότητα εκτελέσεως. Επομένως, το ζήτημα είναι σε ποιο ακριβώς σημείο τίθεται το όριο μεταξύ των δύο.
43.
Στο σημείο αυτό, πρέπει να εξετασθεί έκαστος εκ των συγκεκριμένων λόγων ακυρώσεως που προβάλλει το Κοινοβούλιο, δεδομένου ότι οι εκτιμήσεις αρχής που μπορούν να διατυπώνονται κατά τρόπο αφηρημένο σε σχέση με το περιεχόμενο και την έκταση της εκτελεστικής εξουσίας αποκτούν πραγματικό νόημα μόνον όταν εφαρμόζονται in concreto επί συγκεκριμένης υποθέσεως.
3. Το άρθρο 2, στοιχεία βʹ και δʹ, της προσβαλλομένης αποφάσεως
44.
Κατά την εν λόγω διάταξη, «[π]ρος όφελος των ατόμων που αναζητούν εργασία, των εργαζομένων και των εργοδοτών, το δίκτυο EURES προωθεί, σε συνεργασία, ενδεχομένως, με άλλες ευρωπαϊκές υπηρεσίες ή δίκτυα: […] β) την αντιστάθμιση της προσφοράς και ζήτησης εργασίας και την εύρεση εργασίας σε διακρατικό, διαπεριφερειακό και διασυνοριακό επίπεδο με την ανταλλαγή πληροφοριών για την προσφορά και τη ζήτηση εργασίας, και ιδίως τη συμμετοχή σε στοχοθετημένες δραστηριότητες κινητικότητας σε επίπεδο ΕΕ· […] δ) την ανάπτυξη μέτρων με σκοπό να ενθαρρυνθεί και να διευκολυνθεί η κινητικότητα των νέων εργαζομένων».
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
45.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο βάλλει κατά του άρθρου 2, στοιχεία βʹ και δʹ, στον βαθμό που οι νέοι εργαζόμενοι τυγχάνουν ευνοϊκής μεταχειρίσεως η οποία, κατά την άποψή του, δεν προβλέπεται στη βασική πράξη η οποία ομοίως δεν εξουσιοδοτεί την Επιτροπή να οργανώσει τη δομή της λειτουργίας του μηχανισμού αντιστοιχίσεως. Αφετέρου, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επισημαίνει ότι η έννοια των «στοχοθετημένων δραστηριοτήτων κινητικότητας» εμφανίσθηκε για πρώτη φορά σε νομοθετικό επίπεδο στην πρόταση κανονισμού PCIS της οποίας το άρθρο 20 επιβεβαίωνε ότι οι εν λόγω δραστηριότητες συμπληρώνουν τον κανονισμό 492/2011 κατά την έννοια του άρθρου 290 ΣΛΕΕ.
46.
Η Επιτροπή ανταπαντά, αφενός, ότι το άρθρο 2, στοιχείο δʹ, της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν διευρύνει τις υποχρεώσεις που ήδη προβλέπουν τα άρθρα 13 έως 16 του κανονισμού 492/2011 ούτε συμπληρώνει το κανονιστικό πλαίσιο του κανονισμού, αλλά περιορίζεται στη διασφάλιση του συντονισμού των πολιτικών που ήδη εφαρμόζουν τα κράτη μέλη σε εθνικό επίπεδο, εξαίροντας τον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει το δίκτυο EURES με τη στήριξη των οικονομικών δυνατοτήτων των νέων στον βαθμό που η Επιτροπή ή τα κράτη μέλη προβαίνουν σε ενέργειες στο πλαίσιο του δικτύου EURES ειδικώς για την ομάδα αυτήν.
47.
Οι δε στοχοθετημένες δραστηριότητες κινητικότητας περί των οποίων κάνει λόγο το άρθρο 2, στοιχείο βʹ, της προσβαλλομένης αποφάσεως επίσης ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής της συνεργασίας εντός του δικτύου EURES, δεδομένου ότι η Επιτροπή φρονεί ότι δεν ήσαν άλλο από μια συμπληρωματική μέθοδος προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες των προσώπων που αναζητούν εργασία ή των επιχειρήσεων που αναζητούν εξειδικευμένους εργάτες στην αλλοδαπή. Πέραν αυτού, η μνεία τους στην πρόταση κανονισμού PCIS προϋπέθετε απλώς την οικονομική στήριξη αυτού του είδους δραστηριοτήτων και ουδόλως επηρέαζε τη φύση ή την έκταση των εξουσιών τις οποίες άσκησε η Επιτροπή κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
β) Ανάλυση
48.
Φρονώ ότι είναι προφανές ότι η προώθηση της «αντιστάθμιση[ς] της προσφοράς και ζήτησης εργασίας και τη[ς] εύρεση[ς] εργασίας σε διακρατικό, διαπεριφερειακό και διασυνοριακό επίπεδο με την ανταλλαγή πληροφοριών για την προσφορά και τη ζήτηση εργασίας» ανταποκρίνεται απολύτως στην απόφαση του νομοθέτη να δημιουργήσει ένα σύστημα επικοινωνίας και αντιστοιχίσεως των προσφορών και των αιτήσεων εργασίας στο εσωτερικό της Ένωσης. ʹΕτι περαιτέρω, αυτή η πρόβλεψη του άρθρου 2, στοιχείο βʹ, της προσβαλλομένης αποφάσεως συνεπάγεται την ακριβή εκπλήρωση του συνόλου των επιβαλλόμενων στην Επιτροπή υποχρεώσεων βάσει του κεφαλαίου II του κανονισμού 492/2011.
49.
Φρονώ ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν αμφισβητεί τα ανωτέρω, αλλά ότι ο λόγος ακυρώσεώς του επικεντρώνεται, αντιθέτως, στη μνεία που κάνει η διάταξη στη «συμμετοχή σε στοχοθετημένες δραστηριότητες κινητικότητας σε επίπεδο ΕΕ». Αυτή η μνεία επαναλαμβάνεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, σημείο 5, της προσβαλλομένης αποφάσεως, πράγμα που, κατά την εκτίμηση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, προϋποθέτει τη δυνατότητα της Επιτροπής να προβαίνει σε μια πολιτική επιλογή κατευθύνοντας τη δραστηριότητα του δικτύου προς όφελος ορισμένων κατηγοριών εργαζομένων. Επιλογή την οποία, κατά τα λοιπά, έχει ήδη υλοποιήσει το στοιχείο δʹ του άρθρου 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως προς όφελος των νέων εργαζομένων.
50.
Φρονώ ότι δικαίως το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι δεν απόκειται στην Επιτροπή, επ’ ευκαιρία της ασκήσεως εκτελεστικής αρμοδιότητας όπως είναι αυτή η οποία της παρέχει το άρθρο 38 του κανονισμού 492/2011, να κατευθύνει τη δραστηριότητα του δικτύου EURES υπέρ συγκεκριμένων κατηγοριών εργαζομένων. Και τούτο για τον πολύ απλό λόγο ότι ο κανονισμός 492/2011 δεν διέκρινε κάποια συγκεκριμένη κατηγορία, οπότε η προτίμηση για μια συγκεκριμένη ομάδα εργαζομένων συνιστά πολιτική επιλογή δυνάμενη να πραγματοποιείται μόνο στο πλαίσιο της ασκήσεως της νομοθετικής εξουσίας ( 19 ) ή, εφόσον παρίσταται ανάγκη, μέσω της κατάλληλης εξουσιοδοτήσεως για το ζήτημα αυτό εκ μέρους του νομοθέτη.
51.
Ωστόσο, το άρθρο 2, στοιχείο βʹ, της προσβαλλομένης αποφάσεως, όταν ορίζει ότι το δίκτυο EURES προωθεί «τη συμμετοχή σε στοχοθετημένες δραστηριότητες κινητικότητας σε επίπεδο ΕΕ», δεν εξουσιοδοτεί κατά κυριολεξία το δίκτυο EURES να προβεί ή να ορίσει τέτοιου είδους δραστηριότητες, αλλά μόνο να προωθήσει τη συμμετοχή σε αυτές που μπορούν ενδεχομένως να υπάρξουν. Πράγματι, η διάταξη αναφέρεται «στις» στοχοθετημένες δραστηριότητες κινητικότητας και, ως εκ τούτου, στην πραγματικότητα εκκινεί από την ύπαρξη δραστηριοτήτων σε σχέση προς τις οποίες επιτάσσει μόνον ότι, εφόσον υφίστανται, το δίκτυο EURES πρέπει να προωθεί τη συμμετοχή σε αυτές.
52.
Ειδικότερα, όσον αφορά «την ανάπτυξη μέτρων με σκοπό να ενθαρρυνθεί και να διευκολυνθεί η κινητικότητα των νέων εργαζομένων» (άρθρο 2, στοιχείο δʹ, της προσβαλλομένης αποφάσεως), πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι η εν λόγω δραστηριότητα αποτελεί, στο πλαίσιο της διατάξεως, το αντικείμενο ενός καθήκοντος προωθήσεως. Πράγματι, το άρθρο 2, στοιχείο δʹ, ορίζει ότι «το δίκτυο EURES προωθεί […] την ανάπτυξη μέτρων με σκοπό να ενθαρρυνθεί και να διευκολυνθεί η κινητικότητα των νέων εργαζομένων». Συνεπώς, πρόκειται για καθήκον προωθήσεως μέτρων ενθαρρύνσεως. Κατά την άποψή μου, και για όλα όσα ελέχθησαν σε σχέση προς το άρθρο 2, στοιχείο βʹ, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αποτελεί την κατάλληλη κανονιστική οδό προκειμένου να καθορισθεί ο προσανατολισμός του δικτύου EURES προς όφελος συγκεκριμένης κατηγορίας εργαζομένων ούτε, ως εκ τούτου, προς όφελος των νέων εργαζομένων.
53.
Ωστόσο, στον βαθμό που τα κράτη μέλη αναπτύσσουν σε εθνικό επίπεδο στοχοθετημένες δραστηριότητες προωθήσεως της κινητικότητας των νέων εργαζομένων, ουδέν κωλύει, τουναντίον μάλιστα, όπως τέτοιες δραστηριότητες αποτελούν αντικείμενο συντονισμού μέσω του δικτύου EURES. Στη συνάφεια αυτή, η πρόβλεψη ότι το δίκτυο πρέπει να προωθεί «την ανάπτυξη μέτρων με σκοπό να ενθαρρυνθεί και να διευκολυνθεί η κινητικότητα των νέων εργαζομένων» ισοδυναμεί με την επιταγή ότι το δίκτυο πρέπει να προωθεί αυτές τις εθνικές πολιτικές. Και πάλι υπό την προϋπόθεση ότι δεν είναι αρμοδιότητα του δικτύου EURES η δημιουργία ή η χάραξη των πολιτικών αυτών, αλλά μόνον η προώθηση της αναπτύξεώς τους στον βαθμό που τέτοιες πολιτικές ήδη υφίστανται. Εν τελευταία αναλύσει, πρόκειται για δραστηριότητα η οποία στερείται σε τέτοιο βαθμό πραγματικής πολιτικής ή κανονιστικής σημασίας ώστε εν ουδεμία περιπτώσει να μπορεί να αποτελέσει μέσο για την υλοποίηση μιας πολιτικής επιλογής.
54.
Υπό την έννοια αυτή, φρονώ ότι δεν πρέπει να γίνει δεκτό το ακυρωτικό αίτημα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
4. Το άρθρο 3, στοιχείο γʹ, της προσβαλλομένης αποφάσεως
55.
Δυνάμει του άρθρου 3, στοιχείο γʹ, «το δίκτυο EURES περιλαμβάνει: […] γ) τους εταίρους του δικτύου EURES, σύμφωνα με το άρθρο 15, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΕ) 492/2011. Οι εταίροι του δικτύου EURES ορίζονται από τα αντίστοιχα μέλη του δικτύου EURES και μπορεί να περιλαμβάνουν δημόσιους ή ιδιωτικούς παρόχους υπηρεσιών που δραστηριοποιούνται στον σχετικό τομέα εύρεσης εργασίας και απασχόλησης, και τις συνδικαλιστικές οργανώσεις και τις οργανώσεις εργοδοτών. Για να αποκτήσει μια οργάνωση την ιδιότητα του εταίρου του δικτύου EURES, πρέπει να δεσμευτεί ότι θα αναλάβει τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες που προβλέπονται στο άρθρο 7».
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
56.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο βάλλει κατ’ αυτής της διατάξεως στον βαθμό που ανοίγει το δίκτυο EURES στους ιδιωτικούς φορείς, καθώς η βασική πράξη ορίζει ότι έχει ως αντικείμενο μόνον τους φορείς του δημοσίου τομέα. Εκ νέου η προπαρατεθείσα πρόταση κανονισμού PCIS επιβεβαιώνει ότι δεν πρόκειται για εκτελεστική απόφαση κατά την έννοια του άρθρου 291 ΣΛΕΕ, αλλά για πολιτική επιλογή. Τούτο προκύπτει από το περιεχόμενο του άρθρου 21 της προτάσεως του κανονισμού PCIS το οποίο προέβλεπε σαφώς το άνοιγμα του EURES σε ιδιωτικούς οργανισμούς.
57.
Η Επιτροπή αντιτάσσει ότι, συμφώνως προς το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 492/2011, εναπόκειται αποκλειστικώς στα κράτη μέλη να υποδεικνύουν τις ειδικευμένες υπηρεσίες απασχολήσεως οι οποίες έχουν την ευθύνη, σε εθνικό επίπεδο, να συνεργάζονται για την ευόδωση των σκοπών που καθορίζει το κεφάλαιο II του κανονισμού 492/2011. Η μνεία των ιδιωτικών παρόχων υπηρεσιών ουδέν προσθέτει στο προκαθορισμένο από τον κανονισμό πλαίσιο, δεδομένου ότι περιορίζεται στην επικαιροποίηση της ταξινομήσεως των παρόχων των υπηρεσιών EURES βάσει της ήδη υφιστάμενης σε εθνικό επίπεδο πραγματικότητας, και συγκεκριμένα μετά την απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Δεκεμβρίου 1997 ( 20 ). Κατά την άποψή της, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν ανοίγει το εθνικό δίκτυο EURES στον ιδιωτικό τομέα, παρά μόνο στον βαθμό που το έχουν ήδη πράξει τα κράτη μέλη, και τούτο προκειμένου να διατηρηθεί η λειτουργικότητα του δικτύου.
58.
Στο υπόμνημά του απαντήσεως, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι από την τεκμηρίωση που συνοδεύει την πρόταση κανονισμού PCIS συνάγεται ότι η Επιτροπή εκτίμησε τις πιθανές επιλογές υπό το φως της προπαρατεθείσας αποφάσεως Job Centre. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συνάγει ότι η αιτιολογική σκέψη 7 και το άρθρο 3 της προσβαλλομένης αποφάσεως απηχούν την εν λόγω επιλογή και ότι η «ενημέρωση» μιας νομοθετικής πράξεως που συνεπάγεται την τροποποίησή της συνεπεία δικαστικής αποφάσεως μπορεί να γίνεται μόνον από τον ίδιο τον νομοθέτη.
59.
Στα ανωτέρω η Επιτροπή αντιτάσσει, με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, ότι, μολονότι ο κανονισμός 492/2011 δεν προβαίνει σε μνεία του ιδιωτικού τομέως, εντούτοις δεν διευκρινίζει ότι οι πάροχοι των εν λόγω υπηρεσιών πρέπει να είναι δημόσιοι φορείς.
β) Ανάλυση
60.
Το άρθρο 3 της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι καθ’ όλα σύμφωνο προς τον κανονισμό 492/2011, πλην του σημείου στο οποίο ορίζει ότι οι εταίροι του EURES «μπορεί να περιλαμβάνουν […] ιδιωτικούς παρόχους υπηρεσιών». Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι ο κανονισμός 492/2011 αναφέρεται, σε όλες τις περιπτώσεις, στις δημόσιες υπηρεσίες. Βεβαίως, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, ο κανονισμός δεν ορίζει ρητώς ότι πρέπει να πρόκειται μόνο για δημόσιες υπηρεσίες. Εντούτοις, έστω και αν ήθελε να θεωρηθεί ότι ο κανονισμός επιτρέπει επίσης να περιλαμβάνονται στο πεδίο εφαρμογής του και οι ιδιωτικές υπηρεσίες, η υλοποίηση αυτής της δυνατότητας συνεπάγεται μια πολιτικού χαρακτήρα επιλογή η οποία δεν μπορεί να περιλαμβάνεται σε μια αμιγώς εκτελεστική ρύθμιση όπως υποτίθεται ότι είναι η προσβαλλόμενη απόφαση.
61.
Εντούτοις, το γεγονός ότι, όπως διαλαμβάνει η αιτιολογική σκέψη 7 της προσβαλλομένης αποφάσεως, καταργήθηκαν τα μονοπώλια στο πλαίσιο των παρόχων υπηρεσιών απασχολήσεως θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι, στην πραγματικότητα, η σιωπή του κανονισμού 492/2011 σχετικά με τις ιδιωτικές υπηρεσίες δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως αποκλεισμός τους, αλλά, όλως αντιθέτως, ως υποχρέωση να θεωρούνται ως εμπίπτοντες σε αυτόν.
62.
Μολονότι, όπως υποστηρίζει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η κατάργηση του μονοπωλίου δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι ο νομοθέτης δεν μπορεί να επιλέξει την ανάθεση των μηχανισμών για την αντιστοίχιση της προσφοράς και της ζητήσεως εργασίας στην άμεση συνεργασία μεταξύ των κεντρικών και των περιφερειακών υπηρεσιών απασχολήσεως, βάσει των όσων διαλαμβάνει η αιτιολογική σκέψη 8 του κανονισμού 492/2011. Το γεγονός ότι οι υπηρεσίες απασχολήσεως δεν μπορούν να είναι αποκλειστικώς δημοσίου χαρακτήρα δεν συνεπάγεται ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να διαμορφώσουν το δίκτυο EURES ως ένα πλαίσιο συνεργασίας πρωτίστως δημοσίου χαρακτήρα.
63.
Εντούτοις, η δυνατότητα της υπάρξεως ιδιωτικών υπηρεσιών απασχολήσεως παρέχει τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να τις υποδεικνύουν ως «ειδικευμένες υπηρεσίες» για τους σκοπούς των καθηκόντων που προβλέπει το κεφάλαιο II του κανονισμού 492/2011. Η επιλογή σε σχέση με το ζήτημα αυτό ανήκει, και πάλι, στα κράτη μέλη, όλως ανεξαρτήτως των όσων ορίζει το άρθρο 3, στοιχείο γʹ, της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία, υπό την έννοια αυτή, δεν αποτελεί το κανονιστικό έρεισμα επί του οποίου τα κράτη μέλη λαμβάνουν την απόφαση να υποδείξουν ως ειδικευμένη υπηρεσία μια ιδιωτική υπηρεσία, αλλά εκφράζει απλώς ότι το δίκτυο EURES δεν αποκλείει τις ιδιωτικές υπηρεσίες εάν το κράτος μέλος αποφασίσει να τις εντάξει στο δίκτυο.
64.
Και πάλι, η επίμαχη διάταξη μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αποτελεί απόφαση με πολιτικό περιεχόμενο εκδοθείσα από την Επιτροπή, αλλά δημιουργεί το πλαίσιο για την αποτελεσματικότητα μιας πολιτικής αποφάσεως η λήψη της οποίας επαφίεται στα κράτη μέλη.
65.
Κατά συνέπεια, φρονώ ότι ο λόγος ακυρώσεως δεν μπορεί να ευδοκιμήσει.
5. Το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, της προσβαλλομένης αποφάσεως
66.
Το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, της προσβαλλομένης αποφάσεως αναθέτει στο Ευρωπαϊκό Γραφείο Συντονισμού να «αναλύει τη γεωγραφική και επαγγελματική κινητικότητα, με σκοπό την επίτευξη ισορροπίας μεταξύ προσφοράς και ζήτησης εργασίας, και αναπτύσσει μια γενική προσέγγιση της κινητικότητας σύμφωνα με την ευρωπαϊκή στρατηγική για την απασχόληση».
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
67.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο βάλλει κατά της διατάξεως αυτής εκ του λόγου ότι φρονεί ότι η επεξεργασία ορισμένων «γενικών προσανατολισμών για την κινητικότητα» υπερβαίνει κατά πολύ το περιθώριο διακριτικής εξουσίας που διαθέτει η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 291 ΣΛΕΕ προκειμένου να προβεί σε εκτέλεση του κανονισμού 492/2011. Κατά την άποψή του, από τα άρθρα 18 και 19 του εν λόγω κανονισμού συνάγεται ότι το προαναφερθέν Γραφείο έχει μια αμιγώς πρακτική αποστολή, οπότε δεν είναι αναγκαία η χάραξη γενικών κατευθυντήριων γραμμών οι οποίες, λόγω της φύσεώς τους, θα συνεπάγονταν πολιτικές επιλογές.
68.
Έναντι αυτού του λόγου ακυρώσεως η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη διάταξη δραστηριότητες εντάσσονται στο πλαίσιο των καθηκόντων που έχουν ανατεθεί στο Ευρωπαϊκό Γραφείο Συντονισμού δυνάμει του άρθρου 18 του κανονισμού 492/2011 το οποίο του επιβάλλει ως «γενική αποστολή» να προωθεί στο επίπεδο της Ένωσης την αντιστοίχιση της προσφοράς και της ζητήσεως εργασίας. Στοιχείο αυτής της «γενικής αποστολής» είναι η εκπλήρωση όλων των τεχνικών καθηκόντων με τα οποία έχει επιφορτιστεί η Επιτροπή. Επί της βάσεως αυτής της «γενικής αποστολής», ο νομοθέτης κατήρτισε, στο άρθρο 19 του κανονισμού 492/2011, έναν μη εξαντλητικό κατάλογο των καθηκόντων που έχει το Ευρωπαϊκό Γραφείο. Οι απαριθμούμενες στην προσβαλλόμενη διάταξη δραστηριότητες συμβάλλουν στη γενική αποστολή περί της οποίας κάνει λόγο το άρθρο 18, πρώτο εδάφιο, και στον συντονισμό των πρακτικών ενεργειών τις οποίες μνημονεύει το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, αμφότερα του κανονισμού 492/2011. Περαιτέρω, η ανάλυση της γεωγραφικής και επαγγελματικής κινητικότητας αποτελεί αναγκαίο στοιχείο για την προετοιμασία και τη στήριξη της εργασίας που πρέπει να φέρει εις πέρας η Επιτροπή δυνάμει των άρθρων 12 έως 17 του ιδίου κανονισμού.
β) Ανάλυση
69.
Το ακυρωτικό αίτημα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δεν εκτείνεται στο σύνολο του στοιχείου βʹ του άρθρου 4, παράγραφος 3, αλλά μόνο στο τμήμα της διατάξεως το οποίο αναφέρει ότι «αναπτύσσει μια γενική προσέγγιση της κινητικότητας σύμφωνα με την ευρωπαϊκή στρατηγική για την απασχόληση». Βεβαίως, στο σημείο 27 του υπομνήματός του ανταπαντήσεως το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι θα μπορούσε να αμφισβητηθεί το κύρος ολόκληρου του άρθρου 4, παράγραφος 3, για τυπικούς λόγους, στον βαθμό που θεσπίζοντας μια δέσμη αφηρημένων κανόνων, στην πραγματικότητα έρχεται να συμπληρώσει το περιεχόμενο των άρθρων 18 και 19 του κανονισμού 492/2011, υπερβαίνοντας έτσι τα όρια της εκτελεστικής αρμοδιότητας τα οποία χαράσσει το άρθρο 291 ΣΛΕΕ.
70.
Εντούτοις, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υποστηρίζει εν συνεχεία ότι δεν αμφισβητεί, ως προς το περιεχόμενό τους, τα καθήκοντα που έχουν ανατεθεί στο Γραφείο δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, σημεία 1 έως 4, παραδεχόμενο ότι πρόκειται για δραστηριότητες τεχνικού και πρακτικού χαρακτήρα, και για τον λόγο αυτόν προτιμά «να εστιάσει την προσφυγή του» ( 21 ) στο στοιχείο βʹ της εν λόγω παραγράφου, και συγκεκριμένα στο τμήμα το οποίο ορίζει ότι «αναπτύσσει μια γενική προσέγγιση της κινητικότητας σύμφωνα με την ευρωπαϊκή στρατηγική για την απασχόληση».
71.
Συμμερίζομαι την εκτίμηση της Επιτροπής ότι αυτή η προσέγγιση ενδέχεται να δημιουργεί ασάφειες ( 22 ), ωστόσο φρονώ ότι το κρίσιμο, εν τελευταία αναλύσει, είναι ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, παραδεχόμενο τον τεχνικό χαρακτήρα των καθηκόντων τα οποία μνημονεύονται στα σημεία 1 έως 4 του στοιχείου αʹ, αναγνωρίζει ότι η αόριστη διατύπωση που ενδεχομένως έχουν δεν είναι τέτοια ώστε να μπορεί να συγκεκριμενοποιηθεί μόνο μέσω αποφάσεων συνεπαγόμενων επιλογές πολιτικού χαρακτήρα. Εννοώ ότι ο ίδιος ο τεχνικός χαρακτήρας τους αποκλείει ευθύς εξαρχής τη δυνατότητα ενός περιθωρίου διακριτικής εξουσίας που δεν θα συμβάδιζε με την άσκηση εκτελεστικής αρμοδιότητας. Υπό την έννοια αυτή, δεν μπορεί να λεχθεί ότι τα καθήκοντα αυτά είναι «αόριστα».
72.
Τέλος, έχει σημασία το γεγονός ότι η προσφυγή ουδέν διαλαμβάνει σε σχέση με το καθήκον που ανατίθεται στο Γραφείο στο στοιχείο γʹ του άρθρου 4, παράγραφος 3, οπότε φρονώ ότι παρέλκει οποιαδήποτε εκτίμηση σχετικά με την πιθανή ακυρότητά του.
73.
Εν κατακλείδι, το καθήκον περί του οποίου ορίζει το σημείο 5 του στοιχείου αʹ ομοίως δεν έχει προσβληθεί ειδικώς στο πλαίσιο αυτού του τμήματος της προσφυγής, μολονότι γίνεται μνεία της διατάξεως αυτής, κατά τρόπο παρεμπίπτοντα, στο πλαίσιο της παραθέσεως των λόγων για τους οποίους ζητείται η ακύρωση του άρθρου 2, στοιχεία βʹ και δʹ, και, ως εκ τούτου, παραπέμπω στις εκτιμήσεις τις οποίες διατύπωσα στο πλαίσιο της εξετάσεως του κύρους του εν λόγω άρθρου.
74.
Αν νοηθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο το αντικείμενο του λόγου ακυρώσεως, συμφωνώ με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ότι το καθήκον της αναπτύξεως μιας γενικής προσεγγίσεως της κινητικότητας περιλαμβάνει το στοιχείο του «αποφασίζειν» το οποίο δεν συμβιβάζεται με τον εκτελεστικό χαρακτήρα της αρμοδιότητας που ανατίθεται στην Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 38 του κανονισμού 492/2011.
75.
Το άρθρο 18 του κανονισμού 492/2011 ορίζει ότι το Ευρωπαϊκό Γραφείο Συντονισμού «έχει ως γενική αποστολή να προωθεί […] την αντιστάθμιση και τον συμψηφισμό της προσφοράς και ζητήσεως εργασίας», και «[ε]ίναι επιφορτισμένο, ειδικότερα, με όλα τα τεχνικά καθήκοντα στον εν λόγω τομέα τα οποία κατά τον παρόντα κανονισμό εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Επιτροπής». Το δε άρθρο 19 του εν λόγω κανονισμού αναθέτει στο Γραφείο, «ιδίως», το καθήκον «α) να συντονίζει τις αναγκαίες πρακτικές ενέργειες για την αντιστάθμιση της προσφοράς και ζητήσεως εργασίας […] και να αναλύει τις μετακινήσεις των εργαζομένων που προκύπτουν από τις ενέργειες αυτές· β) να συμβάλλει στους εν λόγω σκοπούς, θέτοντας σε εφαρμογή […] κοινές μεθόδους δράσεως σε διοικητικό και τεχνικό επίπεδο· γ) να πραγματοποιεί, εφόσον παρουσιάζεται ιδιαίτερη ανάγκη και σε συμφωνία με τις ειδικευμένες υπηρεσίες, την αντιστάθμιση προσφοράς και ζητήσεως εργασίας, προς συμψηφισμό από τις εν λόγω ειδικευμένες υπηρεσίες».
76.
Φρονώ ότι το σύνολο αυτών των καθηκόντων έχει προεχόντως τεχνικό και πρακτικό χαρακτήρα, στο πλαίσιο δε εκπληρώσεως αυτών των καθηκόντων δεν υπάρχει περιθώριο για την άσκηση διακριτικής εξουσίας, με πολιτικό χαρακτήρα, και, ως εκ τούτου, για την επιλογή μεταξύ διαφόρων εναλλακτικών.
77.
Αντιθέτως, «[η ανάπτυξη] μια[ς] γενική[ς] προσέγγιση[ς] της κινητικότητας σύμφωνα με την ευρωπαϊκή στρατηγική για την απασχόληση» συνεπάγεται ένα ποιοτικό άλμα από τις ανατιθέμενες στο Γραφείο δραστηριότητες. Συγκεκριμένα, συνεπάγεται ότι το Γραφείο συμμετέχει ενεργώς στη χάραξη πολιτικής για την κινητικότητα. Πολιτική η οποία, στις γενικές γραμμές της, χαράσσεται, όπως είναι φυσικό, από την Ευρωπαϊκή Στρατηγική για την Απασχόληση, πλην όμως ορθώς μόνο στις γενικές γραμμές της, όπως προσήκει σε γενικές κατευθύνσεις αυτού του είδους, οπότε το περιθώριο διακριτικής ευχέρειας το οποίο διαθέτει το Γραφείο στη συνάφεια αυτή ουδόλως είναι αμελητέο και, ως εκ τούτου, ως προς το σημείο αυτό η Επιτροπή προχώρησε πολύ πέραν της «διευκρινίσεως του κανονιστικού περιεχομένου» της νομοθετικής πράξεως κατά την έννοια των σκέψεων 39 και 52 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου.
78.
Το Ευρωπαϊκό Γραφείο Συντονισμού, συνεπεία της ασκήσεως των τεχνικών καθηκόντων που του αναθέτει ο κανονισμός 492/2011 και, σε συνέχεια αυτού, το σύνολο της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να είναι σε θέση να παρέχει στους πολιτικούς παράγοντες την αναγκαία ενημέρωση προκειμένου να μπορούν να χαράσσουν πολιτικές στρατηγικές για την κινητικότητα των εργαζομένων στην Ένωση, πλην όμως δεν μπορεί να εμπλέκεται σε μεγαλύτερο βαθμό πέραν αυτής της αποστολής του ως οργάνου στηρίξεως και να μετατρέπεται σε εμπνευστή ή σε ενεργό παράγοντα συνδιαμορφώσεως των πολιτικών αυτών.
79.
Ως εκ τούτου, φρονώ ότι η προσφυγή πρέπει να ευδοκιμήσει ως προς το σημείο αυτό.
6. Το άρθρο 7, παράγραφοι 2 και 3, της προσβαλλομένης αποφάσεως
80.
Το άρθρο 7 της προσβαλλομένης αποφάσεως ορίζει τις υπηρεσίες που πρέπει να παρέχει το δίκτυο EURES. Στην παράγραφό του 2 ορίζει ότι οι εν λόγω υπηρεσίες «περιγράφονται λεπτομερέστερα στον κατάλογο υπηρεσιών EURES ο οποίος είναι μέρος του χάρτη EURES όπως προβλέπεται στο άρθρο 10» της προσβαλλομένης αποφάσεως. Η δε παράγραφος 3 του άρθρου 7 αναφέρεται σε δύο είδη υπηρεσιών: αφενός, στις καθολικές υπηρεσίες και, αφετέρου, «[στις] συμπληρωματικές υπηρεσίες[, που] δεν είναι υποχρεωτικές κατά την έννοια του κεφαλαίου II του κανονισμού […] 492/2011, αλλά ανταποκρίνονται σε σημαντικές ανάγκες της αγοράς εργασίας».
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
81.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υποστηρίζει, αφενός, ότι η παράγραφος 2, παραπέμποντας στον κατάλογο υπηρεσιών EURES για τη λεπτομερή περιγραφή των υπηρεσιών, δεν συνιστά εκτέλεση του κανονισμού 492/2011. Αφετέρου, το προσφεύγον επισημαίνει ότι η ίδια διάταξη αναγνωρίζει ότι οι συμπληρωματικές υπηρεσίες δεν αποτελούν αντικείμενο του κανονισμού 492/2011, ο οποίος αφορά μόνον τις καθολικές υπηρεσίες. Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και εάν ο κανονισμός 492/2011 περιλαμβάνει τις συμπληρωματικές υπηρεσίες, πρέπει να τονισθεί, κατά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ότι ο κανονισμός δεν διακρίνει μεταξύ διαφόρων υπηρεσιών ανάλογα με το εάν έχουν υποχρεωτικό ή όχι χαρακτήρα, μολονότι το άρθρο 6, παράγραφος 5, της προσβαλλομένης αποφάσεως ορίζει ότι οι συμπληρωματικές υπηρεσίες που δεν είναι υποχρεωτικές δεν παύουν να παράγουν έννομα αποτελέσματα ( 23 ).
82.
Εν σχέσει προς την έννοια των «συμπληρωματικών υπηρεσιών», η Επιτροπή υποστηρίζει ότι αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο της εκτελέσεως της συνεργασίας υπό τη μορφή ενός δικτύου μεταξύ της Επιτροπής και των υπηρεσιών απασχολήσεως των κρατών-μελών, την οποία προβλέπουν τα άρθρα 11 έως 13 του κανονισμού 492/2011. Συναφώς, επισημαίνει ότι, συμφώνως προς το άρθρο 15, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, ο κατάλογος των υπηρεσιών που προσφέρονται σε εθνικό επίπεδο είναι ευρύτατος και μπορεί να ποικίλλει αναλόγως των αναγκών και, ως εκ τούτου, ουδέν κωλύει όπως, στον βαθμό που είναι διαθέσιμες σε εθνικό επίπεδο, αποτελούν επίσης αντικείμενο της συνεργασίας προκειμένου να καταλήξουν σε κοινή δράση κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 1, του ιδίου κανονισμού. Αφετέρου, η μνεία των υπηρεσιών αυτών χρησιμεύει προκειμένου να διασφαλισθεί η συντονισμένη και ομοιόμορφη επίτευξη των σκοπών της συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών ώστε να καλυφθούν οι ανάγκες των απασχολούντων και των απασχολουμένων και να διατηρηθεί η λειτουργικότητα του δικτύου EURES, όπως τούτο ορίζεται στον κανονισμό 492/2011.
83.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο απαντά στην Επιτροπή εμμένοντας στην άποψή του ότι το άρθρο 15, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 492/2011 αρχίζει με την έκφραση «εφόσον απαιτείται». Κατά την άποψή του, το επιχείρημα της Επιτροπής δεν ευσταθεί ως προς τις υπηρεσίες οι οποίες δεν παρέχονται από τις «κατά τόπο αρμόδιες υπηρεσίες για τις όμορες περιοχές δύο ή περισσότερων κρατών μελών». Εντούτοις, η προσβαλλόμενη διάταξη δεν περιορίζεται στην περίπτωση που αποτελεί το αντικείμενό της, αλλά, αντιθέτως, η διατύπωση του άρθρου 7 είναι αόριστη. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση προβλέπει ότι κάθε εταίρος του δικτύου EURES, άνευ εξαιρέσεως, πρέπει να επισημαίνει ποιες «υπηρεσίες του καταλόγου υπηρεσιών EURES […] παρέχει» (άρθρο 6, παράγραφος 3, και άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ) και πρέπει να εξασφαλίζει ότι «οι αιτήσεις για την υπηρεσία αυτή [συμπληρωματική υπηρεσία του καταλόγου υπηρεσιών EURES] διαβιβάζονται σε άλλους εταίρους του EURES οι οποίοι την παρέχουν» (άρθρο 6, παράγραφος 5). Ως εκ τούτου, δεν πρόκειται για την ανάγκη της διασφαλίσεως της λειτουργίας του δικτύου EURES στο σύνολό του.
84.
Η Επιτροπή αντιτάσσει, με το υπόμνημά της ανταπαντήσεως, ότι η έννοια «συμπληρωματικές υπηρεσίες» ουδέν προσθέτει στο πλαίσιο του κανονισμού 492/2011, εντός του οποίου εντάσσεται, επισημαίνοντας ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στηρίζει τον λόγο του ακυρώσεως στην αόριστη διατύπωση της διατάξεως, χωρίς ωστόσο να διευκρινίζει για ποιον λόγο συνεπεία αυτής και μόνης της περιστάσεως η διάταξη αδυνατεί να διασφαλίσει τις ομοιόμορφες προϋποθέσεις εκτελέσεως περί των οποίων κάνει λόγο το άρθρο 291 ΣΛΕΕ.
β) Ανάλυση
85.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προβάλλει, αφενός, ότι η προσβαλλόμενη διάταξη δεν εξειδίκευσε λεπτομερώς όλες τις υπηρεσίες του δικτύου EURES, αλλά παραπέμπει για τα ζητήματα αυτά στον μελλοντικό χάρτη EURES. Αφετέρου, προβάλλει επίσης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κάνει μνεία ενός είδους υπηρεσιών, ήτοι των συμπληρωματικών υπηρεσιών, που δεν περιλαμβάνονται στον κανονισμό 492/2011.
86.
Όσον αφορά την πρώτη αιτίαση, φρονώ ότι πρέπει να εξετασθεί στο πλαίσιο του ελέγχου του άρθρου 10 της προσβαλλομένης αποφάσεως το οποίο επίσης έχει προσβληθεί και που έχει ως αντικείμενο τον χάρτη EURES.
87.
Όσον αφορά τη μνεία των συμπληρωματικών υπηρεσιών, φρονώ ότι καθοριστική σημασία έχει το γεγονός ότι, όπως ορίζει η προσβαλλόμενη διάταξη, τέτοιες υπηρεσίες «δεν είναι υποχρεωτικές κατά την έννοια του κεφαλαίου II του κανονισμού […] 492/2011». Ωστόσο, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν επιβάλλει τη δημιουργία συμπληρωματικών υπηρεσιών. Ο δε κανονισμός 492/2011 αναφέρεται σε αυτό το είδος υπηρεσιών στο άρθρο του 15, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, θεωρώντας τες ως μια δυνατότητα στην περίπτωση που απαιτείται όπως οι κατά τόπο αρμόδιες υπηρεσίες για τις όμορες περιοχές αναπτύξουν δομές συνεργασίας και παροχής υπηρεσιών προκειμένου να προσφέρουν συγκεκριμένη πληροφόρηση και να καταστήσουν εφικτό τον συντονισμό μέτρων για την κινητικότητα. Επομένως, εκτός της δυνατότητας αυτής —που εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι υφίσταται ανάγκη—, ο κανονισμός 492/2011 δεν επιβάλλει κάποια υποχρέωση στα κράτη μέλη όσον αφορά τη δημιουργία συμπληρωματικών υπηρεσιών.
88.
Εντούτοις, στον βαθμό που τα κράτη μέλη αποφασίσουν να δημιουργήσουν τέτοιες υπηρεσίες, φρονώ ότι δεν είναι επιλήψιμο να προβλέπει η προσβαλλόμενη απόφαση, στο πλαίσιο της αποστολής της να θεσπίζει «εκτελεστικά μέτρα για την εφαρμογή» του κανονισμού 492/2011, όπως επιτάσσει το άρθρο του 38, τη συμπερίληψή τους στον κατάλογο των υπηρεσιών που διατίθενται από κοινού στο σύνολο της Ένωσης μέσω του δικτύου EURES.
89.
Πράγματι, για την επίτευξη με τον καλύτερο τρόπο του σκοπού της αντιστοιχίσεως της προσφοράς και της ζητήσεως εργασίας τον οποίον επιδιώκουν οι διατάξεις του κεφαλαίου II του κανονισμού 492/2011, είναι αναγκαίο όπως το δίκτυο, μέσω του οποίου μπορούν να γίνουν γνωστές και να αντιστοιχισθούν αυτές οι προσφορές και οι αιτήσεις, εμπλουτίζεται από το σύνολο των πληροφοριών τις οποίες διαθέτουν οι διάφορες εθνικές υπηρεσίες. Εάν αυτές, πέραν των καθολικών, διαθέτουν επίσης, με απόφαση του αντίστοιχου κράτους μέλους, συμπληρωματικές υπηρεσίες, δεν έχει νόημα, εκ του λόγου ότι πρόκειται για υπηρεσίες που δεν επιβάλλει ο κανονισμός 492/2011, να μην έχουν θέση στη δομή ενός δικτύου το οποίο, ειδάλλως, θα παρουσίαζε έλλειψη πληροφοριών πράγμα που θα απέβαινε εις βάρος της επιτεύξεως του βασικού σκοπού του κανονισμού 492/2011.
90.
Ως εκ τούτου, στον βαθμό που η προσβαλλόμενη απόφαση δεν επιβάλλει τη δημιουργία συμπληρωματικών υπηρεσιών, αλλά προβλέπει μόνον την ένταξη στο δίκτυο αυτών που ήδη υφίστανται, φρονώ ότι δεν συντρέχει η προβαλλόμενη από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υπέρβαση αρμοδιότητας.
91.
Βεβαίως, το άρθρο 6, παράγραφος 5, της προσβαλλομένης αποφάσεως ορίζει ότι οι εταίροι που δεν παρέχουν μια συμπληρωματική υπηρεσία πρέπει να εξασφαλίζουν ότι οι αιτήσεις για την υπηρεσία αυτή διαβιβάζονται σε άλλους εταίρους οι οποίοι την παρέχουν. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο φρονεί ότι με τον τρόπο αυτόν προσδίδεται νομική αποτελεσματικότητα στις συμπληρωματικές υπηρεσίες, έστω και εάν η προσβαλλόμενη απόφαση τις χαρακτηρίζει ως μη υποχρεωτικές. Συναφώς, πρέπει να λεχθεί ότι, αφενός, το άρθρο 6, παράγραφος 5, επιβεβαιώνει, ορθώς, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν επιβάλλει τη δημιουργία συμπληρωματικών υπηρεσιών, αλλά προβλέπει μόνον ότι ο εταίρος που δεν διαθέτει τέτοιες υπηρεσίες πρέπει να διαβιβάζει τις αιτήσεις που λαμβάνει συναφώς σε άλλους εταίρους οι οποίοι τις παρέχουν. Αφετέρου, η νομική αποτελεσματικότητα περί της οποίας κάνει λόγο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο περιορίζεται ακριβώς σε αυτή την υποχρέωση διαβιβάσεως των αιτήσεων στις οποίες αδυνατεί να ανταποκριθεί ο εταίρος που δεν παρέχει συμπληρωματικές υπηρεσίες. Φρονώ ότι πρόκειται για μια κατ’ ελάχιστο όριο νομική αποτελεσματικότητα η οποία, εν πάση περιπτώσει, απορρέει από το γενικό καθήκον περί διαβιβάσεως πληροφοριών το οποίο συνάγεται από το σύνολο των διατάξεων του κεφαλαίου II του κανονισμού 492/2011.
92.
Ως εκ τούτου, φρονώ ότι η προσφυγή δεν μπορεί να ευδοκιμήσει ως προς το σημείο αυτό.
7. Το άρθρο 8 της προσβαλλομένης αποφάσεως
93.
Το άρθρο 8 της προσβαλλομένης αποφάσεως προβλέπει τη σύσταση διοικητικού συμβουλίου του EURES αποτελούμενου από έναν αντιπρόσωπο κάθε κράτους μέλους. Το εν λόγω διοικητικό συμβούλιο καθορίζει τις μεθόδους του εργασίας, τον εσωτερικό κανονισμό του και συγκαλείται δις κατ’ έτος, οι δε γνώμες του εγκρίνονται με απλή πλειοψηφία. Το εν λόγω διοικητικό συμβούλιο έχει πρόεδρο και έναν γραμματέα. Ειδικότερα, η παράγραφός του 7 ορίζει ότι «[η] Επιτροπή ζητά τη γνώμη του διοικητικού συμβουλίου EURES για θέματα που αφορούν τον στρατηγικό προγραμματισμό, την ανάπτυξη, την εφαρμογή, την παρακολούθηση και την αξιολόγηση των υπηρεσιών και δραστηριοτήτων που αναφέρονται στην παρούσα απόφαση, συμπεριλαμβανομένων των εξής: α) του χάρτη EURES, σύμφωνα με το άρθρο 10· β) των στρατηγικών, επιχειρησιακών στόχων και προγραμμάτων εργασίας για το δίκτυο EURES· […]».
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
94.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι η επίμαχη διάταξη καθιερώνει μια δομή που έχει τον χαρακτήρα «οιονεί επιτροπής», ενώ το άρθρο 38 του κανονισμού 492/2011 προβλέπει απλώς ότι η Επιτροπή «ενεργεί σε στενή συνεργασία με τις κεντρικές διοικήσεις των κρατών μελών», χωρίς να την εξουσιοδοτεί να προβεί στη δημιουργία ενός νέου διαδικαστικού πλαισίου, με θεσμικό χαρακτήρα, προκειμένου να εφαρμόσει τα μέτρα αυτά. Υπό την έννοια αυτή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο διερωτάται εάν, εν γένει, μια εκτελεστική πράξη μπορεί αφ’ εαυτής να δημιουργεί ένα θεσμικό πλαίσιο το οποίο να διέπει την εφαρμοστέα διαδικασία για την έκδοση άλλων πράξεων, ακόμη και αν αυτές είναι αμιγώς εκτελεστικές πράξεις.
95.
Κατά τα λοιπά, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι ένα μέρος των ζητημάτων περί των οποίων πρέπει να ζητείται η γνώμη του διοικητικού συμβουλίου αφορά στοιχεία τα οποία, κατά την άποψή του, ούτε είναι επουσιώδη ούτε έχουν αμιγώς τεχνικό χαρακτήρα, αλλά συμπληρώνουν τη νομοθετική πράξη. Έστω και αν θεωρηθεί, στο πλαίσιο μιας απλής υποθέσεως, ότι ο χάρτης EURES περιλαμβάνει μέτρα συνεπαγόμενα εκτελεστικές πράξεις τις οποίες η Επιτροπή μπορεί να θεσπίσει βάσει του άρθρου 38 του κανονισμού 492/2011, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υποστηρίζει, με το υπόμνημά του απαντήσεως, ότι το άρθρο 10, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης αποφάσεως προσθέτει, διά της προβλέψεως της διαβουλεύσεως με το διοικητικό συμβούλιο του EURES, μια νέα διαδικαστική προϋπόθεση για τη λήψη τέτοιων μέτρων η οποία δεν απορρέει από το προαναφερθέν άρθρο 38. Κατά τα λοιπά, υποστηρίζει ότι υπάρχει το ενδεχόμενο αλληλοεπικαλύψεως μεταξύ των αρμοδιοτήτων της συμβουλευτικής επιτροπής και της τεχνικής επιτροπής των άρθρων 21 και 29 του κανονισμού 492/2011, αφενός, και των αρμοδιοτήτων του διοικητικού συμβουλίου EURES, αφετέρου. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι ο νομοθέτης έχει ήδη προβεί στη σύσταση των οργανισμών οι οποίοι πρέπει να επικουρούν την Επιτροπή προκειμένου να φέρει εις πέρας την πολιτική που αποτελεί αντικείμενο του κανονισμού, χωρίς η Επιτροπή να έχει την εξουσία να συμπληρώσει το προβλεπόμενο από τον εν λόγω κανονισμό θεσμικό πλαίσιο.
96.
Κατά την Επιτροπή, το διοικητικό συμβούλιο του EURES δίδει κατευθύνσεις στην Επιτροπή λόγω του ρόλου που διαδραματίζει ως «Ευρωπαϊκό Γραφείο Συντονισμού», συμβάλλοντας στην άσκηση των εκτελεστικών καθηκόντων που έχουν ανατεθεί στην Επιτροπή, προκειμένου να διασφαλίσει την ομοιόμορφη εφαρμογή των διατάξεων του κανονισμού 492/2011. Δεν πρόκειται για δομή που έχει τον χαρακτήρα επιτροπής στον βαθμό που ο σκοπός της δεν είναι να διασφαλισθεί ο έλεγχος των κρατών μελών επί των εκτελεστικών εξουσιών της Επιτροπής. Πρόκειται για οργανισμό που εξυπηρετεί πρακτικούς σκοπούς σε σχέση προς τις εκτελεστικές αρμοδιότητες της Επιτροπής, τον οποίον αυτή αποφάσισε να χρησιμοποιήσει, στο πλαίσιο των προνομίων της, προκειμένου να διασφαλίσει την ολοκλήρωση των αναγκαίων ενεργειών για την εκτέλεση των προβλεπόμενων από τον κανονισμό 492/2011 σκοπών.
97.
Στο υπόμνημά της ανταπαντήσεως, η Επιτροπή προσθέτει ότι το διοικητικό συμβούλιο του EURES είναι επιφορτισμένο να την επικουρεί στην εν γένει προώθηση της αναπτύξεως του EURES, ενώ η τεχνική επιτροπή του άρθρου 29 του κανονισμού 492/2011 επιλαμβάνεται τεχνικών ζητημάτων όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία και την απασχόληση των εργαζομένων εν γένει.
β) Ανάλυση
98.
Όπως εξέθεσα στα σημεία 33 έως 36, το δίκτυο EURES αποτελεί έκφραση του συστήματος ροής πληροφοριών τη δημιουργία του οποίου επιδιώκει ο κανονισμός 492/2011 μεταξύ των ειδικευμένων υπηρεσιών απασχολήσεως των κρατών μελών και μεταξύ αυτών και της Επιτροπής, προκειμένου να καταστεί ευχερέστερη η αντιστοίχιση των προσφορών και των αιτήσεων εργασίας προς όφελος της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Ένωσης.
99.
Φρονώ ότι αυτή η θεσμοποίηση πρέπει να πραγματοποιηθεί επί τη βάσει των οργανισμών και των οργάνων που ήδη συστάθηκαν από τον ίδιο τον κανονισμό 492/2011 και, ως εκ τούτου, να συνίσταται στη δημιουργία δομής για τη σύγκλιση και την επικοινωνία μεταξύ όλων αυτών. Με τον όρο «δίκτυο» εκφράζεται λίαν ευστόχως αυτό το στοιχείο της διασυνδέσεως εντός του συστήματος EURES, δεδομένου ότι σκοπός του είναι να καταστήσει εφικτή στην πράξη «τη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής» και τη λειτουργία του «μηχανισμού αντιστοιχίσεως» που αποτελούν τον σκοπό των τμημάτων τα οποία περιλαμβάνει το κεφάλαιο II του κανονισμού 492/2011.
100.
Ο ίδιος ο κανονισμός 492/2011 έχει καθορίσει τους φορείς που πρέπει να έχουν την ευθύνη για τον μηχανισμό αντιστοιχίσεως, καθώς και τους οργανισμούς μέσω των οποίων πρέπει να καθίσταται εφικτή η συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών και μεταξύ αυτών και της Επιτροπής, ήτοι μεταξύ των εθνικών ειδικευμένων υπηρεσιών και του Ευρωπαϊκού Γραφείου Συντονισμού.
101.
Επομένως, η εκτελεστική αρμοδιότητα που παρασχέθηκε στην Επιτροπή με το άρθρο 38 του κανονισμού 492/2011 δεν δύναται να εξικνείται μέχρι του σημείου να περιλαμβάνει τη δυνατότητα δημιουργίας νέων οργανισμών πέραν αυτών που ήδη έχει υποδείξει ή ιδρύσει ο νομοθέτης, δεδομένου ότι τούτο θα υπερακόντιζε την άσκηση εκτελεστικής εξουσίας και, ειδικότερα, την αποστολή «να διευκρινίζει το κανονιστικό περιεχόμενο» νομοθετικής πράξεως, συμφώνως και πάλι προς τη σκέψη 52 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου. Με άλλα λόγια, ο κανονισμός 492/2011 επέλεξε τους οργανισμούς και τα όργανα που πρέπει να συμμετέχουν στο σύστημα διαβιβάσεως και αντιστοιχίσεως των προσφορών και των αιτήσεων εργασίας στο εσωτερικό της Ένωσης, στη δε Επιτροπή ανατέθηκε, στο πλαίσιο ασκήσεως της εκτελεστικής αρμοδιότητάς της, να συντονίζει και να οργανώνει τις σχέσεις μεταξύ αυτών των οργανισμών και των οργάνων δημιουργώντας με τον τρόπο αυτόν ένα δίκτυο στο οποίο όλοι οι ανωτέρω είναι πράγματι συνδεδεμένοι μεταξύ τους.
102.
Στη συνάφεια του κανονισμού 492/2011, και υπό τους όρους του άρθρου του 38, τα «εκτελεστικά μέτρα» των διατάξεών του τα οποία πρέπει να λάβει η Επιτροπή θα πρέπει να αφορούν, π.χ., τη διευκρίνιση του περιεχομένου των καθηκόντων και των αρμοδιοτήτων των οργανισμών που δημιουργούνται με τον κανονισμό, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του Ευρωπαϊκού Γραφείου Συντονισμού, που ιδρύθηκε δυνάμει του άρθρου 18 του κανονισμού 492/2011 και του οποίου τα καθήκοντα ορίζονται στο άρθρο 19 του αυτού κανονισμού, αποτελούν δε αντικείμενο συγκεκριμενοποιήσεως στο άρθρο 4 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Ή μπορούν να έχουν ως αντικείμενο την οριοθέτηση των καθηκόντων και των αρμοδιοτήτων των ειδικευμένων εθνικών υπηρεσιών οι οποίες, συμφώνως προς τον κανονισμό, πρέπει να διασφαλίζουν τη συνεργασία των κρατών μελών μεταξύ τους και με την Επιτροπή, όπως ορίζει το άρθρο 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Ή, τέλος, μπορούν να προβλέπουν τη δημιουργία ενός καταλόγου με τις προσφερόμενες από το δίκτυο υπηρεσίες, όπως συμβαίνει με το άρθρο 7 της προσβαλλομένης αποφάσεως.
103.
Εντούτοις, η εκτελεστική αρμοδιότητα δεν αποτελεί επαρκές έρεισμα για τη δημιουργία ενός νέου οργανισμού στον οποίον να ανατίθεται η άσκηση των ιδίων ουσιαστικών καθηκόντων με αυτά που ο κανονισμός αναθέτει στους οργανισμούς στους οποίους ο ίδιος αναγνωρίζει πρωταγωνιστικό ρόλο για τη θέση σε επαφή και την αντιστάθμιση προσφοράς και ζητήσεως εργασίας. Εν κατακλείδι, η Επιτροπή δεν μπορεί να δημιουργήσει ένα λειτουργικό ισοδύναμο του Ευρωπαϊκού Γραφείου Συντονισμού ή μια υπηρεσία στην οποία να ανατίθενται αρμοδιότητες αντίστοιχες προς τις εθνικές υπηρεσίες απασχολήσεως.
104.
Φρονώ ότι το διοικητικό συμβούλιο EURES δεν ανταποκρίνεται σε αυτό το είδος της «θεσμοποιήσεως». Αντιθέτως, πρόκειται για οργανισμό του οποίου η αποστολή εξαντλείται στην παροχή εξειδικευμένων συμβουλών προς την Επιτροπή σε σχέση με ζητήματα τα οποία αφορούν, αποκλειστικώς, τη λειτουργία του ίδιου του δικτύου ως συστήματος διασυνδέσεως και επικοινωνίας μεταξύ των πρωταγωνιστών του συστήματος.
105.
Βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης αποφάσεως, η αποστολή του είναι να επικουρεί «την Επιτροπή, το ευρωπαϊκό γραφείο συντονισμού και τα εθνικά γραφεία συντονισμού κατά την προώθηση και επίβλεψη της ανάπτυξης του δικτύου EURES» ( 24 ) και, δυνάμει της παραγράφου 7 της ιδίας διατάξεως, να συμβουλεύει την Επιτροπή «για θέματα που αφορούν τον στρατηγικό προγραμματισμό, την ανάπτυξη, την εφαρμογή, την παρακολούθηση και την αξιολόγηση των υπηρεσιών και δραστηριοτήτων που αναφέρονται στην παρούσα απόφαση», όπως είναι οι στρατηγικές, οι επιχειρησιακοί στόχοι και τα προγράμματα εργασίας του δικτύου ή οι εκθέσεις που απαιτούνται από το άρθρο 17 του κανονισμού 492/2011.
106.
Η αποστολή της «προωθήσ[εως] και επιβλέψ[εως] της ανάπτυξης του δικτύου EURES» αφορά αυστηρώς τη λειτουργία του δικτύου καθ’ εαυτό, χωρίς να επηρεάζει τους πρωταγωνιστές του ούτε να εμπλέκεται στη λειτουργία των συστημάτων του επικοινωνίας ή στον μηχανισμό αντιστοιχίσεως προσφορών και αιτήσεων απασχολήσεως. Εν τελευταία αναλύσει, το ζητούμενο είναι να διασφαλισθεί ότι το σύστημα στο οποίο συνίσταται το δίκτυο εξυπηρετεί αποτελεσματικώς τη βελτίωση της διασυνδέσεως των φορέων του συστήματος.
107.
Φρονώ ότι η παροχή συμβουλών όσον αφορά τον στρατηγικό σχεδιασμό, την ανάπτυξη, την εφαρμογή, την παρακολούθηση και την αξιολόγηση των υπηρεσιών και των δραστηριοτήτων του EURES εντάσσεται στο ίδιο πλαίσιο με αυτό της προωθήσεως και της επιβλέψεως της αναπτύξεως του δικτύου. Υπό την έννοια αυτή, φρονώ ότι τούτο δεν υπερακοντίζει την άσκηση εκτελεστικής αρμοδιότητας.
108.
Ειδικότερα, δεν θεωρώ ότι, σε σχέση με όσα υποστήριξε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ενδέχεται να αλληλεπικαλύπτονται τα καθήκοντα του διοικητικού συμβουλίου του EURES με αυτά της τεχνικής επιτροπής ή της συμβουλευτικής επιτροπής. Η συμβουλευτική επιτροπή, συμφώνως προς το άρθρο 21 του κανονισμού 492/2011, επικουρεί την Επιτροπή «στην εξέταση των θεμάτων που ανακύπτουν από την εκτέλεση της [ΣΛΕΕ], καθώς και των μέτρων που λαμβάνονται για την εφαρμογή της, στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας και της απασχολήσεως των εργαζομένων». Δυνάμει δε του άρθρου 29 του ιδίου κανονισμού, η τεχνική επιτροπή επικουρεί την Επιτροπή «στην προετοιμασία, προώθηση και παρακολούθηση όλων των τεχνικών εργασιών και μέτρων που σχετίζονται με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και των ενδεχομένων συμπληρωματικών διατάξεων». Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, φρονώ ότι τα καθήκοντα αμφοτέρων των επιτροπών ασκούνται σε ένα ευρύτερο ουσιαστικό πλαίσιο (συμβουλευτική επιτροπή) ή πιο εξειδικευμένο (τεχνική επιτροπή) από ό,τι τα καθήκοντα του διοικητικού συμβουλίου του EURES (τα οποία περιορίζονται στη λειτουργία του δικτύου καθ’ εαυτό).
109.
Κατόπιν των ανωτέρω, φρονώ ότι η προσφυγή δεν πρόκειται να ευδοκιμήσει όσον αφορά το άρθρο 8 της προσβαλλομένης αποφάσεως.
8. Το άρθρο 10 της προσβαλλομένης αποφάσεως
110.
Το άρθρο 10 της προσβαλλομένης αποφάσεως ορίζει ότι:
«1. Η Επιτροπή εγκρίνει τον χάρτη EURES σύμφωνα με τις διαδικασίες που ορίζονται στο άρθρο 12, παράγραφος 2, στο άρθρο 13, παράγραφος 2, στο άρθρο 19, παράγραφος 1, και στο άρθρο 20 του κανονισμού (ΕΕ) 492/2011, μετά από διαβούλευση με το διοικητικό συμβούλιο EURES που συστάθηκε με το άρθρο 8 της παρούσας απόφασης.
2. Με βάση την αρχή σύμφωνα με την οποία σε όλες τις κενές θέσεις και τις αιτήσεις για απασχόληση που δημοσιοποιούνται από οποιοδήποτε μέλος του EURES πρέπει να υπάρχει πρόσβαση από όλη την Ένωση, ο χάρτης EURES ιδίως θα περιλαμβάνει:
α)
τον κατάλογο υπηρεσιών EURES που περιγράφει τις καθολικές και συμπληρωματικές υπηρεσίες που παρέχονται από τα μέλη και τους εταίρους του EURES, συμπεριλαμβανομένων των υπηρεσιών αντιστοίχησης της προσφοράς και της ζήτησης εργασίας, όπως η παροχή εξατομικευμένων συμβουλευτικών υπηρεσιών στους χρήστες, είτε είναι άτομα που αναζητούν εργασία, είτε εργαζόμενοι είτε εργοδότες·
[…]
δ)
τους επιχειρησιακούς στόχους του δικτύου EURES, τα πρότυπα ποιότητας που πρέπει να εφαρμόζονται και τις υποχρεώσεις των μελών και των εταίρων του EURES, που περιλαμβάνουν:
[…]
ii)
το είδος των πληροφοριών τις οποίες, σε συνεργασία με άλλες οικείες ευρωπαϊκές υπηρεσίες ή δίκτυα, πρέπει να παρέχουν στους πελάτες τους και στο υπόλοιπο δίκτυο, όπως πληροφορίες για την αγορά εργασίας, τις συνθήκες διαβίωσης και εργασίας, για την προσφορά και ζήτηση εργασίας, για θέσεις μαθητείας και πρακτικής άσκησης, τα μέτρα για την ενίσχυση της κινητικότητας των νέων, την απόκτηση δεξιοτήτων και τα εμπόδια στην κινητικότητα·
iii)
την περιγραφή των καθηκόντων και των κριτηρίων διορισμού των εθνικών συντονιστών, των συμβούλων του EURES και άλλου σημαντικού προσωπικού σε εθνικό επίπεδο·
iv)
την απαιτούμενη κατάρτιση και τα προσόντα για το προσωπικό του και τους όρους και τις διαδικασίες για τη διοργάνωση επισκέψεων και αποστολών για υπαλλήλους και εξειδικευμένο προσωπικό·
[…]».
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
111.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο παραπέμπει στις ανωτέρω παραγράφους του άρθρου 10 προκειμένου να προσβάλει τη διάταξη στον βαθμό που προβλέπει την έγκριση, από την Επιτροπή, του λεγομένου «χάρτη EURES» βάσει διαδικασίας οριζόμενης στο εν λόγω άρθρο 10, ήτοι οριζόμενης από την ίδια την Επιτροπή. Το προσφεύγον φρονεί ότι η Επιτροπή όχι μόνο δεν περιορίζεται στην εκτέλεση, αλλά τουναντίον «αυτοεξουσιοδοτείται» ούτως ώστε να προβαίνει στην έκδοση νέων εκτελεστικών πράξεων. Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το άρθρο 10, παρεμβαλλόμενο μεταξύ του κανονισμού 492/2011 και του μελλοντικού χάρτη EURES, παύει τελείως να έχει εκτελεστικό χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 291 ΣΛΕΕ. Όσον αφορά το περιεχόμενο του άρθρου 10, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προβάλλει ότι συμπληρώνει το περιεχόμενο της βασικής πράξεως κατά τρόπο αδόκιμο για εκτελεστική πράξη.
112.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το μόνο είδος πληροφοριών που περιέχει ο χάρτης είναι αυτό που καθορίζει το άρθρο 12, παράγραφος 1, του κανονισμού 492/2011. Κατά την άποψή της, οι εργασίες και τα κριτήρια υποδείξεως του προσωπικού σε εθνικό επίπεδο έχουν ήδη προσδιορισθεί σε κάθε κράτος μέλος. Όσον αφορά την εκπαίδευση του προσωπικού του EURES, ο χάρτης περιορίζεται σε όσα έχει ήδη ορίσει το άρθρο 20 του κανονισμού. Όπως ορίζει το άρθρο 10 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο χάρτης περιορίζεται, για την Επιτροπή, στην πρόβλεψη των αναγκαίων τεχνικών προτύπων για την εφαρμογή του άρθρου 12, παράγραφος 3, του κανονισμού 492/2011. Δεδομένου ότι δεν αποτελεί δεσμευτική πράξη, ο χάρτης δεν περιλαμβάνει «χωριστή» υποχρέωση παροχής πληροφοριών, αλλά αναφέρεται μόνο στις υποχρεώσεις που ήδη προβλέπει το άρθρο 12 του κανονισμού, διασφαλίζοντας την ομοιόμορφη εφαρμογή του.
β) Ανάλυση
113.
Αναμφισβήτητα, το άρθρο 10 της προσβαλλομένης αποφάσεως αποτελεί ιδιότυπη διάταξη. Με αυτό δεν καταρτίζεται ο λεγόμενος «χάρτης EURES», αλλά ορίζεται μόνον ότι η Επιτροπή πρέπει να εγκρίνει τον εν λόγω χάρτη παραθέτοντας το αναγκαίο περιεχόμενό του.
114.
Φρονώ ότι με το εν λόγω άρθρο η προσβαλλόμενη απόφαση δεν ενέκρινε κάποιο εκτελεστικό μέτρο του κανονισμού 492/2011, αλλά περιορίστηκε στην εξαγγελία του. Μόνον όταν η εξαγγελία αυτή υλοποιηθεί θα είναι δυνατό να διαπιστωθεί εάν η Επιτροπή κινήθηκε εντός των ορίων της εκτελεστικής αρμοδιότητας που της έχει αναθέσει το άρθρο 38 του κανονισμού 492/2011.
115.
Υπό την έννοια αυτή, μπορεί να λεχθεί ότι ως προς το σημείο αυτό η προσφυγή είναι απαράδεκτη διότι στρέφεται κατά διατάξεως η οποία, στην πραγματικότητα, ουδέν έννομο αποτέλεσμα έχει παραγάγει, δεδομένου ότι, αφενός, δεν καθορίζει η ίδια τον χάρτη EURES και, αφετέρου, υποχρεώνει την Επιτροπή να πράξει αυτό για το οποίο η ίδια έχει ήδη αναλάβει τη σχετική υποχρέωση βάσει του άρθρου 38 του κανονισμού 492/2011, ήτοι να εκδώσει ένα νέο εκτελεστικό μέτρο για την εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού. Αυτό δε στην περίπτωση που, όντως, ο χάρτης EURES είναι πράγματι αναγκαίο μέτρο· εάν δεν είναι, τότε η Επιτροπή έχει αναλάβει μια υποχρέωση την οποία θα μπορούσε νομίμως να μην εκπληρώσει.
116.
Ως εκ τούτου, εν ουδεμία περιπτώσει το άρθρο 10 παράγει κάποιο έννομο αποτέλεσμα, δεδομένου ότι η υποχρέωση την οποία αυτό προβλέπει είναι είτε περιττή είτε, λόγω αυτοδεσμεύσεως, ανυπόστατη.
117.
Ως εκ τούτου, βάσει της δοθείσας λύσεως με την απόφαση της 6ης Απριλίου 2000 επί της υποθέσεως Ισπανία κατά Επιτροπής ( 25 ), ιστάμεθα ενώπιον μιας απλής εξαγγελίας προθέσεων οι οποίες πρέπει να συγκεκριμενοποιηθούν με μελλοντικές κανονιστικές πράξεις· αυτές και μόνο θα μπορούσαν, εφόσον συντρέχει λόγος, χάρη στην ικανότητά τους προς παραγωγή έννομων αποτελεσμάτων, να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου.
118.
Κατά συνέπεια, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη ως προς το σημείο αυτό.
119.
Λόγω συναφείας προς τη διάταξη αυτή, φρονώ ότι πρέπει επίσης να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο λόγος προσφυγής που βάλλει κατά του άρθρου 7, παράγραφος 2, της προσβαλλομένης αποφάσεως καθόσον επιβάλλει στην Επιτροπή την περιγραφή του καταλόγου των υπηρεσιών EURES. Και τούτο διότι με τον τρόπο αυτόν απλώς εξαγγέλλεται η λήψη ενός εκτελεστικού μέτρου εκ μέρους της Επιτροπής, ήτοι δεν δημιουργείται χωριστή υποχρέωση από αυτήν που έχει ήδη επιβληθεί με το άρθρο 38 του κανονισμού 492/2011 και, ως εκ τούτου, πρόκειται για διατάξεις οι οποίες στερούνται καθ’ εαυτάς δεσμευτικής ισχύος.
120.
Τα ανωτέρω δεν αφορούν την παράγραφο 3 του άρθρου 7, η οποία, όπως προελέχθη στα σημεία 87 έως 91, έχει ως συνέπεια τη δυνατότητα ενσωματώσεως στο δίκτυο των υφιστάμενων στα κράτη μέλη συμπληρωματικών υπηρεσιών.
IV – Επί των αποτελεσμάτων της ακυρώσεως
121.
Για τους προεκτεθέντες στα σημεία 25 έως 28 λόγους, και συμμεριζόμενος την άποψη των διαδίκων υπό την έννοια ότι πρόκειται για διατάξεις απολύτως αποσπαστές από το σύνολο της προσβαλλομένης αποφάσεως, φρονώ ότι η ακύρωση την οποία προτείνω στο Δικαστήριο μπορεί να περιοριστεί στις δύο διατάξεις των οποίων την ακυρότητα επισήμανα.
122.
Δεδομένου του περιεχομένου της διατάξεως της οποίας την ακύρωση προτείνω, φρονώ ότι δεν είναι αναγκαίο να διατηρηθούν τα αποτελέσματά της μέχρις ότου τεθεί σε ισχύ η διάταξη που μπορεί να την αντικαταστήσει.
V – Δικαστικά έξοδα
123.
Δυνάμει του άρθρου 138, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
VI – Πρόταση
124.
Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο:
1)
Να απορρίψει ως απαραδέκτους τους λόγους ακυρώσεως που βάλλουν κατά του άρθρου 7, παράγραφος 2, και του άρθρου 10 της εκτελεστικής αποφάσεως της Επιτροπής της 26ης Νοεμβρίου 2012 (απόφαση 2012/733/ΕE).
2)
Να ακυρώσει το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, της εκτελεστικής αποφάσεως της Επιτροπής, της 26ης Νοεμβρίου 2012 (απόφαση 2012/733/ΕE), στον βαθμό που αναθέτει στο Ευρωπαϊκό Γραφείο Συντονισμού την αποστολή να «αναπτύσσει μια γενική προσέγγιση της κινητικότητας σύμφωνα με την ευρωπαϊκή στρατηγική για την απασχόληση».
3)
Να απορρίψει κατά τα λοιπά την προσφυγή.
4)
Να αποφανθεί ότι έκαστος εκ των διαδίκων θα φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.
( 2 ) Απόφαση Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑427/12, EU:C:2014:170).
( 3 ) Απόφαση 2012/733/ΕΕ (ΕΕ L 328, σ. 21). Στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση.
( 4 ) Κανονισμός της 5ης Απριλίου 2011, που αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων στο εσωτερικό της Ένωσης (ΕΕ L 141, σ. 1).
( 5 ) Προτάσεις επί της υποθέσεως Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑427/12, EU:C:2013:871).
( 6 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33), που τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2434/92 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1992 (ΕΕ L 245, σ. 1).
( 7 ) Απόφαση της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 όσον αφορά την αντιστάθμιση προσφοράς και ζήτησης εργασίας (ΕΕ L 5, σ. 16).
( 8 ) Απόφαση Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (EU:C:2014:170, σκέψη 36).
( 9 ) Όπ.π.
( 10 ) Τούτο επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας N. Jääskinen στο σημείο 49 των προτάσεών του της 8ης Μαΐου 2014 επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων Συμβούλιο και Επιτροπή κατά Stichting Natuur en Milieu και Pesticide Action Network Europe (C‑404/12 P και C‑405/12 P, EU:C:2014:309).
( 11 ) Σημείο 9.
( 12 ) Προϋπόθεση εκ των ων ουκ άνευ για τη μερική ακύρωση πράξεως της Ένωσης, κατά πάγια νομολογία. Αντί πολλών, απόφαση Γαλλία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑244/03, EU:C:2005:299, σκέψεις 12 έως 21).
( 13 ) Δυνάμει του άρθρου 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως, «[π]ροκειμένου να τηρούνται οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στο κεφάλαιο II του κανονισμού (ΕΕ) 492/2011, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη δημιουργούν και διαχειρίζονται ένα ευρωπαϊκό δίκτυο υπηρεσιών απασχόλησης, ονομαζόμενο EURES».
( 14 ) Πρόκειται για την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και την κατάργηση του κανονισμού (EΚ) 1081/2006 [COM(2011) 607 τελικό/2 — 2011/0268 (COD), της 14ης Μαρτίου 2012] και για την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση προγράμματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την κοινωνική αλλαγή και την καινοτομία (στο εξής: πρόταση κανονισμού PCIS) [COM(2011) 609 τελικό, της 6ης Οκτωβρίου 2011].
( 15 ) Πιο συγκεκριμένα για την εξακολούθησή του, δεδομένου ότι το εν λόγω δίκτυο δημιουργήθηκε με την απόφαση της Επιτροπής 93/569/ΕΟΚ, της 22ας Οκτωβρίου 1993, για την εφαρμογή του κανονισμού 1612/68 (ΕΕ L 274, σ. 32) και τροποποιήθηκε με την απόφαση της Επιτροπής 2003/8/ΕΚ, της 23ης Δεκεμβρίου 2002.
( 16 ) Δυνάμει του άρθρου 80, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΕ) 528/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2012, σχετικά με τη διάθεση στην αγορά και τη χρήση βιοκτόνων (ΕΕ L 167, σ. 1), η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικό κανονισμό που καθορίζει τα καταβλητέα στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Χημικών Προϊόντων τέλη, τις προϋποθέσεις πληρωμής και τους κανόνες που εξειδικεύουν, μεταξύ άλλων, τις προϋποθέσεις για την επιβολή μειωμένων τελών.
( 17 ) Απόφαση Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (EU:C:2014:170, σκέψη 40).
( 18 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 19 ) Έτσι, π.χ., απόφαση Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (C‑355/10, EU:C:2012:516, σκέψη 65).
( 20 ) Απόφαση Job Centre (C‑55/96, EU:C:1997:603).
( 21 ) Σημείο 29 του υπομνήματος απαντήσεως.
( 22 ) Σημεία 20 έως 22 του υπομνήματός της ανταπαντήσεως.
( 23 ) Το άρθρο 6, παράγραφος 5, της προσβαλλομένης αποφάσεως ορίζει ότι «[έ]νας εταίρος του EURES που δεν παρέχει μια συμπληρωματική υπηρεσία του καταλόγου υπηρεσιών EURES εξασφαλίζει ότι οι αιτήσεις για την υπηρεσία αυτή διαβιβάζονται σε άλλους εταίρους του EURES οι οποίοι την παρέχουν».
( 24 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 25 ) C‑443/97 (EU:C:2000:190, σκέψεις 27 έως 36).
Full & Egal Universal Law Academy