ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
MELCHIOR WATHELET
της 5ης Μαρτίου 2014 ( 1 )
Υπόθεση C‑103/13
Snezhana Somova
κατά
Glaven director na Stolichno upravlenie «Sotsialno osiguryavane»
[αίτηση του Administrativen sad Sofia-grad (Βουλγαρία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Κοινωνική ασφάλιση των διακινούμενων εργαζομένων — Προϋπόθεση της λήξεως της ασφαλιστικής υπαγωγής για τη θεμελίωση συντάξεως γήρατος — Δυνατότητα εξαιρέσεως από τον κανόνα του συνυπολογισμού των περιόδων εισφορών και ασφαλίσεως — Εξαγορά ασφαλιστικών εισφορών — Σύμπτωση περιόδων ασφαλίσεως σε δύο κράτη μέλη — Διακοπή συντάξεως και αναζήτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών — Υποχρέωση καταβολής των τόκων υπερημερίας — Αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας»
I – Εισαγωγή
1.
Η παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου την 4η Μαρτίου 2013 από τo Administrativen sad Sofia-grad (Βουλγαρία), αφορά την ερμηνεία των άρθρων 48 ΣΛΕΕ και 49 ΣΛΕΕ καθώς και του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 118/97 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1996 ( 2 ), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1992/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006 ( 3 ) (στο εξής: κανονισμός 1408/71), και ειδικότερα των άρθρων του 12, 46 και 94.
2.
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκε στο πλαίσιο εκδικάσεως διαφοράς μεταξύ της S. Somova Βουλγάρας υπηκόου, και του Glaven director na Stolichno upravlenie «Sotsialno osiguryavane» (γενικού διευθυντή της υπηρεσίας κοινωνικής ασφαλίσεως της Σόφιας, στο εξής: SUSO).
3.
Στο πλαίσιο αυτής της διαφοράς, η S. Somova ζητεί την ακύρωση μιας αποφάσεως του γενικού διευθυντή της SUSO της 2ας Δεκεμβρίου 2011 επικυρώνουσα τρεις πράξεις των υπηρεσιών της SUSO με τις οποίες διαπιστώθηκε ότι, από την 5η Ιουλίου 2007, η χορήγηση συντάξεως γήρατος στη Βουλγαρία στην S. Somova αντέβαινε στο άρθρο 94, παράγραφος 1, του βουλγαρικού κώδικα κοινωνικών ασφαλίσεων (Kodeks za sotsialnoto osiguriavane, στο εξής: KSO) και διατάσσουσα, κατά συνέπεια, την επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων στην S. Somova ποσών, εντόκως.
4.
Το άρθρο 94, παράγραφος 1, του KSO, όπως ίσχυε για τους αυτοαπασχολουμένους κατά το χρονικό διάστημα από 27 Δεκεμβρίου 2005 έως 31 Δεκεμβρίου 2011, έθετε ως προϋπόθεση για τη χορήγηση συντάξεως γήρατος τη διακοπή καταβολής των εισφορών.
5.
Ωστόσο, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την ημερομηνία χορηγήσεως της συντάξεως γήρατος, η S. Somova δεν είχε διακόψει την καταβολή των κοινωνικοασφαλιστικών της εισφορών στην Αυστρία όπου εργαζόταν και ήταν ασφαλισμένη κατά τη χρονική περίοδο από τον Οκτώβριο του 1995 έως τον Δεκέμβριο του 2000 και από τον Ιανουάριο του 2001 έως τον Ιούλιο του 2011 ως αυτοαπασχολούμενη κατά την έννοια του αυστριακού ομοσπονδιακού νόμου για την κοινωνική ασφάλιση.
6.
Το αιτούν δικαστήριο υποβάλλει, μεταξύ άλλων, στο Δικαστήριο το ερώτημα αν μια εθνική διάταξη όπως αυτή του άρθρου 94, παράγραφος 1, του KSO προσβάλλει την ελευθερία προσώπου, που απολαύει συντάξεως γήρατος σε ένα κράτος μέλος, να ασκήσει μη μισθωτή δραστηριότητα σε άλλο κράτος μέλος, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 49 ΣΛΕΕ που εγγυάται την ελευθερία εγκαταστάσεως.
II – Το νομικό πλαίσιο
Α — Το δίκαιο της Ένωσης
7.
Το άρθρο 12 του κανονισμού 1408/71 ορίζει τα εξής:
«1. Ο παρών κανονισμός δεν δύναται να παρέχει ή να διατηρεί δικαίωμα λήψεως περισσότερων παροχών της ίδιας φύσεως που αφορούν την ίδια περίοδο υποχρεωτικής ασφαλίσεως. Η διάταξη αυτή δεν ισχύει επί παροχών αναπηρίας, γήρατος, θανάτου (συντάξεις) ή επαγγελματικής ασθένειας που καταβάλλονται από τους φορείς δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 41, του άρθρου 43, παράγραφοι 2 και 3, των άρθρων 46, 50 και 51 ή του άρθρου 60, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ.
2. Οι ρήτρες μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως που προβλέπονται από τη νομοθεσία κράτους μέλους σε περίπτωση σωρεύσεως μιας παροχής με άλλες παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως ή με άλλα εισοδήματα πάσης φύσεως εφαρμόζονται εις βάρος του δικαιούχου, εφόσον δεν ορίζεται άλλως στον παρόντα κανονισμό, ακόμα και αν πρόκειται περί παροχών που αποκτήθηκαν δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους ή περί εισοδημάτων που αποκτήθηκαν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους.
[…]»
8.
Κατά το άρθρο 45, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού:
«Εάν η νομοθεσία κράτους μέλους εξαρτά την απόκτηση, τη διατήρηση ή την ανάκτηση του δικαιώματος παροχών, δυνάμει συστήματος που δεν είναι ειδικό σύστημα κατά την έννοια των παραγράφων 2 και 3, από την πραγματοποίηση περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας, ο αρμόδιος φορέας αυτού του κράτους μέλους λαμβάνει υπόψη, κατά το μέτρο που απαιτείται, τις περιόδους ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία κάθε άλλου κράτους μέλους, στα πλαίσια είτε γενικού είτε ειδικού συστήματος, που εφαρμόζεται σε μισθωτούς ή μη μισθωτούς. Προς τον σκοπό αυτό, ο εν λόγω φορέας λαμβάνει υπόψη τις ως άνω περιόδους, σαν να πρόκειται για περιόδους που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζει.»
9.
Το άρθρο 46, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 προβλέπει τα εξής:
«Όταν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από τη νομοθεσία κράτους μέλους για την απόκτηση δικαιώματος παροχών πληρούνται μόνο μετά την εφαρμογή του άρθρου 45 […], εφαρμόζονται οι ακόλουθοι κανόνες:
α)
ο αρμόδιος φορέας υπολογίζει το θεωρητικό ποσό της παροχής την οποία θα μπορούσε να διεκδικήσει ο ενδιαφερόμενος, εάν όλες οι περίοδοι ασφαλίσεως ή/και κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν υπό τις νομοθεσίες των κρατών μελών στις οποίες είχε υπαχθεί ο εργαζόμενος (μισθωτός ή μη μισθωτός) είχαν πραγματοποιηθεί στο εν λόγω κράτος μέλος και υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζεται κατά την ημερομηνία της εκκαθαρίσεως της παροχής […]·
β)
ο αρμόδιος φορέας προσδιορίζει κατόπιν το πραγματικό ποσό της παροχής, βάσει του θεωρητικού ποσού που αναφέρεται στο προηγούμενο εδάφιο, κατ’ αναλογία της διάρκειας των περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν πριν από την επέλευση του κινδύνου, υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζει, εν σχέσει προς τη συνολική διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως και κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν πριν από την επέλευση του κινδύνου υπό τις νομοθεσίες όλων των κρατών μελών στις οποίες έχει υπαχθεί ο ενδιαφερόμενος».
10.
Το άρθρο 94, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 προβλέπει:
«Κάθε περίοδος ασφαλίσεως, καθώς και, κατά περίπτωση, κάθε περίοδος απασχολήσεως ή κατοικίας, η οποία πραγματοποιήθηκε υπό τη νομοθεσία κράτους μέλους προ της 1ης Οκτωβρίου 1972 ή προ της ημερομηνίας εφαρμογής του παρόντος κανονισμού στο έδαφος του κράτους μέλους αυτού ή σε τμήμα του εδάφους αυτού του κράτους λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό των δικαιωμάτων που γεννώνται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.»
Β — Το βουλγαρικό δίκαιο
11.
Το άρθρο 4 του KSO ορίζει τα εξής:
«[…]
(3) Καλύπτονται υποχρεωτικώς με ασφάλιση ανικανότητας συνεπεία ασθενείας, γήρατος και ζωής.
[…]
(5)
τα πρόσωπα που παρέχουν μη μισθωτή εργασία και λαμβάνουν μηνιαία αμοιβή ανώτερη ή ίση με τον κατώτατο μισθό, μετά από αφαίρεση εξόδων που αναγνωρίζονται από κανονιστικές διατάξεις, εφόσον δεν έχουν ασφαλιστεί επί άλλης βάσεως για τον αντίστοιχο μήνα.
(6)
τα πρόσωπα που παρέχουν μη μισθωτή εργασία και είναι ασφαλισμένα επί άλλης βάσεως για τον αντίστοιχο μήνα, ανεξαρτήτως του ποσού της αμοιβής.
[…]»
12.
Με την απόφαση αριθ. 5 του Konstitutsionen sad (Συνταγματικού Δικαστηρίου) της 29ης Ιουνίου 2000 ( 4 ), η υποχρέωση των συνταξιούχων που εργάζονται ως μη μισθωτοί να καλύπτονται ασφαλιστικώς και να καταβάλλουν εισφορές κρίθηκε αντίθετη στο βουλγαρικό Σύνταγμα. Οι εν λόγω αυτοαπασχολούμενοι συνταξιούχοι μπορούν, ωστόσο, να ασφαλιστούν οικειοθελώς κατά της επελεύσεως των τριών κινδύνων που απαριθμούνται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, του KSO.
13.
Το άρθρο 94 του KSO, με τίτλο «Χρόνος χορηγήσεως της συντάξεως», προέβλεπε στο πρώτο εδάφιο, όπως ίσχυε για τους αυτοαπασχολούμενους από 27 Δεκεμβρίου 2005 έως 31 Δεκεμβρίου 2011:
«Οι συντάξεις χορηγούνται από τον χρόνο θεμελιώσεως του δικαιώματος και, όσον αφορά τις συντάξεις γήρατος, από το τέλος της ασφαλίσεως, αν η αίτηση, συνοδευόμενη από τα απαραίτητα δικαιολογητικά, κατατεθεί εντός έξι μηνών από τον χρόνο θεμελιώσεως του δικαιώματος ή, ενδεχομένως, από το τέλος της ασφαλίσεως. Αν τα δικαιολογητικά κατατεθούν μετά την εκπνοή της εξάμηνης προθεσμίας από τη θεμελίωση του δικαιώματος ή, ενδεχομένως, από το τέλος της ασφαλίσεως, οι συντάξεις χορηγούνται από τον χρόνο καταθέσεως των δικαιολογητικών.»
14.
Η επιβαλλόμενη από το άρθρο 94 του KSO υποχρέωση των μη μισθωτών να τερματίσουν την ασφάλιση καταργήθηκε από την 1η Ιανουαρίου 2012.
15.
Η παράγραφος 9 των μεταβατικών και τελικών διατάξεων του KSO προβλέπει τα εξής:
«[…]
3.
Ως χρόνος ασφαλίσεως για συνταξιοδότηση λαμβάνεται επίσης υπόψη η περίοδος κατά την οποία καίτοι οι ενδιαφερόμενοι είχαν συμπληρώσει την ηλικία που προβλέπεται στο άρθρο 68, παράγραφοι 1 και 2, εντούτοις απέμενε η συμπλήρωση πέντε ετών εισφορών προκειμένου να αποκτήσουν δικαίωμα συνταξιοδοτήσεως καθώς και η περίοδος κατά την οποία καταβλήθηκαν εισφορές ασφαλίσεως υπολογιζόμενες βάσει του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος για τους μη μισθωτούς, όπως αυτό καθορίζεται την ημέρα καταβολής αυτών των εισφορών από τον νόμο περί χρηματοδοτήσεως της υποχρεωτικής κρατικής ασφαλίσεως, υπό τον όρο ότι η εν λόγω περίοδος δεν υπολογίζεται ως περίοδος ασφαλίσεως δυνάμει άλλης διατάξεως του παρόντος κώδικα.
[…]
5.
Για περίοδο ασφαλίσεως που αποκτήθηκε βάσει της τρίτης παραγράφου, το δικαίωμα στη σύνταξη γεννιέται την ημέρα της καταβολής των κοινωνικοασφαλιστικών εισφορών ή την ημέρα επικυρώσεως του χρονοδιαγράμματος πληρωμής δόσεων των εν λόγω εισφορών.»
III – Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
16.
Με την από 18 Ιανουαρίου 2007 αίτησή της, η S. Somova ζήτησε τη χορήγηση συντάξεως γήρατος δηλώνοντας ότι δεν ήταν πλέον ασφαλισμένη από τις 4 Ιουνίου 1996. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με πράξη της 6ης Φεβρουαρίου 2007 με το αιτιολογικό ότι η S. Somova, έχοντας καταβάλει εισφορές στη Βουλγαρία για το διάστημα από 18 Ιανουαρίου 1967 έως τις 31 Μαΐου 1996 ( 5 ), δεν πληρούσε τις απαιτούμενες από το βουλγαρικό δίκαιο προϋποθέσεις ηλικίας και αρχαιότητας.
17.
Στις 22 Ιουνίου 2007 η S. Somova ζήτησε τη χορήγηση συντάξεως γήρατος βάσει της παραγράφου 9 των μεταβατικών και τελικών διατάξεων του KSO, όπως ίσχυε το 2007. Η διάταξη αυτή απαιτούσε, προκειμένου να γεννηθεί δικαίωμα για σύνταξη γήρατος, οι εισφορές να καταβληθούν για το ελλείπον χρονικό διάστημα, δηλαδή δύο έτη, έξι μήνες και δεκαεπτά ημέρες. Με πράξη της 5ης Ιουλίου 2007 και σε συνέχεια της αιτήσεως της S. Somova, οριστικοποιήθηκε χρονοδιάγραμμα για την καταβολή σε δόσεις των ελλειπουσών εισφορών.
18.
Την ίδια μέρα, η κόρη της S. Somova, ως εντολοδόχος της τελευταίας, επιβεβαίωσε εγγράφως ότι η S. Somova δεν εργαζόταν μετά τις 4 Ιουνίου 1996 και ότι δεν ήταν ασφαλισμένη στις 5 Ιουλίου 2007.
19.
Με πράξη της 11ης Ιουλίου 2007, χορηγήθηκε η κατώτατη σύνταξη γήρατος στην S. Somova, από 5ης Ιουλίου 2007. Το ύψος της συντάξεως αναπροσαρμόστηκε επανειλημμένως.
20.
Σε συνέχεια αιτήσεως για σύνταξη γήρατος που κατατέθηκε το 2011 από την S. Somova στον αρμόδιο αυστριακό οργανισμό κοινωνικής ασφαλίσεως, περιήλθαν στη SUSO, στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, τα έντυπα Ε 001/AT και E 205/AT αυτού του οργανισμού. Συνάγεται από αυτά ότι η S. Somova υπήχθη στην αυστριακή κοινωνική ασφάλιση, για το διάστημα από τον Οκτώβριο του 1995 έως το Δεκέμβριο του 2000 και από τον Ιανουάριο του 2001 έως τον Ιούλιο του 2011, ως αυτοαπασχολούμενη κατά την έννοια του αυστριακού ομοσπονδιακού νόμου περί κοινωνικής ασφαλίσεως. Κατά το επίμαχο διάστημα, η S. Somova ασκούσε το επάγγελμα της γεωργού.
21.
Η SUSO συνήγαγε το συμπέρασμα από τα ανωτέρω ότι, στις 5 Ιουλίου 2007, ημέρα χορηγήσεως της συντάξεως γήρατος, η S. Somova δεν είχε σταματήσει να καταβάλλει κοινωνικοασφαλιστικές εισφορές. Βάσει αυτού, με τρεις πράξεις, η SUSO ακύρωσε την πράξη με την οποία χορηγήθηκε η σύνταξη γήρατος στην S. Somova καθώς και τις πράξεις περί αυξήσεως του ποσού της συντάξεως και διέταξε την έντοκη απόδοση των καταβληθέντων δυνάμει των ως άνω πράξεων ποσών.
22.
Η S. Somova προσέβαλε αυτές τις πράξεις διά της διοικητικής οδού. Η ένστασή της απορρίφθηκε με την επίδικη απόφαση της 2ας Δεκεμβρίου 2011 του γενικού διευθυντή της SUSO. Αυτός έκρινε ότι η δήλωση περί λήξεως της ασφαλιστικής υπαγωγής δεν αφορούσε μόνο την κοινωνική ασφάλιση στη Βουλγαρία διότι, δυνάμει του άρθρου 84α του κανονισμού 1408/71, η S. Somova ήταν υποχρεωμένη να ενημερώσει τον βουλγαρικό κοινωνικοασφαλιστικό φορέα περί της υπαγωγής της σε φορέα άλλου κράτους μέλους. Επιπλέον, κατά τον γενικό διευθυντή της SUSO, θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη, βάσει των άρθρων 44, παράγραφος 2, και 45 του εν λόγω κανονισμού, τον διάστημα ασφαλίσεως της S. Somova στην Αυστρία χωρίς, ωστόσο, να εφαρμοστεί η παράγραφος 9 των μεταβατικών και τελικών διατάξεων του KSO.
23.
Κατά την S. Somova, το γεγονός ότι ήταν ασφαλισμένη κατά τον χρόνο καταθέσεως της αιτήσεως συνταξιοδοτήσεως στη Βουλγαρία δεν ήταν κρίσιμο, δοθέντος ότι καλυπτόταν κοινωνικοσαφαλιστικά σε άλλο κράτος μέλος.
24.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, μετά από προσφυγή της S. Somova, το Administrativen sad Sofia-grad αποφάσισε, με σκοπό την επίλυση της ένδικης διαφοράς, να αναστείλει τη διαδικασία και να θέσει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1.
Έχουν τα άρθρα 48, πρώτο εδάφιο, [ΣΛΕΕ] και 49, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, [ΣΛΕΕ], υπό τις περιστάσεις [της υποθέσεως της κύριας δίκης], την έννοια ότι επιτρέπουν την εφαρμογή διατάξεως του εθνικού δικαίου κράτους μέλους που, όπως [η επίμαχη στην κύρια δίκη], [δηλαδή] η διάταξη του άρθρου 94, πρώτο εδάφιο [του KSO], προβλέπει τη λήξη της ασφαλιστικής υπαγωγής ως προϋπόθεση για τη χορήγηση συντάξεως γήρατος σε πολίτη κράτους μέλους ο οποίος, κατά τον χρόνο της υποβολής της αιτήσεως για τη χορήγηση συντάξεως, ασκεί δραστηριότητα μη μισθωτού σε άλλο κράτος μέλος και εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του [κανονισμού 1408/71];
2.
Σε περίπτωση που ο χρόνος ασφαλίσεως που έχει συμπληρωθεί αποκλειστικά σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση για σύνταξη δεν επαρκεί για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος παρά μόνο μέσω της εξαγοράς κοινωνικοασφαλιστικών εισφορών, έχει το άρθρο 94, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, ερμηνευόμενο υπό το φως του άρθρου 48, πρώτο εδάφιο, στοιχείο αʹ, ΣΛΕΕ, την έννοια ότι επιτρέπει, αφενός, να αποκλειστεί η εφαρμογή του κανόνα του συνυπολογισμού της περιόδου ασφαλίσεως, που συμπληρώθηκε σε άλλο κράτος μέλος πριν από την ημερομηνία εφαρμογής του κανονισμού αυτού από το κράτος μέλος στο οποίο έχει υποβληθεί η αίτηση χορηγήσεως συντάξεως, και αφετέρου, να παρασχεθεί στον ασφαλισμένο το δικαίωμα να επιλέξει αν θα επικαλεστεί τις περιόδους αυτές προς τον σκοπό του συνυπολογισμού τους και να εκτιμήσει την ανάγκη του συνυπολογισμού;
Επιτρέπει, υπό τις περιστάσεις αυτές, το άρθρο 48, πρώτο εδάφιο, στοιχείο αʹ, ΣΛΕΕ τη μη εφαρμογή του άρθρου 46, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 —σχετικά με τον συνυπολογισμό των περιόδων ασφαλίσεως, μετά την έναρξη εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού— εφόσον τη μη εφαρμογή του άρθρου 46 επιλέξει ο ασφαλισμένος, μη δηλώνοντας στην αίτηση συνταξιοδοτήσεώς του τις περιόδους ασφαλίσεως που έχει συμπληρώσει σε άλλο κράτος μέλος;
3.
Έχει το άρθρο 12, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 την έννοια ότι δεν επιτρέπει την αναγνώριση περιόδων ασφαλίσεως μέσω εξαγοράς των εισφορών, όπως προβλέπεται στο βουλγαρικό δίκαιο από την παράγραφο 9, τρίτο εδάφιο, [των μεταβατικών και τελικών διατάξεων] [του KSO], όταν, όπως συμβαίνει στην υπόθεση της κύριας δίκης, οι περίοδοι ασφαλίσεως που έχουν αναγνωριστεί με τον τρόπο αυτό συμπίπτουν με περιόδους ασφαλίσεως που έχουν συμπληρωθεί σύμφωνα με τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους;
4.
Έχει το άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 την έννοια ότι επιτρέπει σε κράτος μέλος να διακόπτει την καταβολή της χορηγηθείσας βάσει του εθνικού δικαίου σε υπήκοό του συντάξεως γήρατος, και να αναζητεί όλα τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ως σύνταξη ποσά, εφόσον οι προϋποθέσεις του κανονισμού αυτού συνέτρεχαν μόνο κατά τον χρόνο χορηγήσεως της συντάξεως, εφόσον η αιτιολογία για την ως άνω χορήγηση της συντάξεως βασίζεται μόνο στο εθνικό δίκαιο (δηλαδή ότι η ασφάλιση δεν είχε διακοπεί την ημέρα χορηγήσεως της συντάξεως, ότι περίοδος ασφαλίσεως ελήφθη υπόψη μέσω εξαγοράς εισφορών σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, χωρίς να συνυπολογιστούν, την ημέρα της χορηγήσεως της συντάξεως οι περίοδοι ασφαλίσεως που έχουν συμπληρωθεί σε άλλο κράτος μέλος) και εφόσον δεν είχε εξεταστεί το ζήτημα καθορισμού της συντάξεως σε διαφορετικό ύψος;
Σε περίπτωση που επιτρέπεται η αναζήτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών συντάξεως, μήπως από τις κατοχυρωμένες στο δίκαιο της Ένωσης αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας προκύπτει επίσης οφειλή τόκων, αν η εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους δεν προβλέπει την καταβολή τόκων στην περίπτωση της επιστροφής συντάξεως που έχει χορηγηθεί κατ’ εφαρμογή διεθνούς συνθήκης;»
IV – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
25.
Η Βουλγαρική Κυβέρνηση, η Ιρλανδία και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις. Η Βουλγαρική Κυβέρνηση και η Επιτροπή διατύπωσαν προφορικές παρατηρήσεις κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση που έλαβε χώρα στις 9 Ιανουαρίου 2014.
V – Ανάλυση
Α — Επί του παραδεκτού των προδικαστικών ερωτημάτων
26.
Η Ιρλανδία υποστηρίζει ότι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι απαράδεκτη.
27.
Διατείνεται ότι τα προδικαστικά ερωτήματα, επί των οποίων το αιτούν δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, έχουν χαρακτήρα αμιγώς εσωτερικό και η επίλυσή τους δεν απαιτεί ούτε την εφαρμογή ούτε την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης. Η Ιρλανδία εκτιμά, ειδικότερα, ότι η απόφαση περί παραπομπής δεν παρέχει επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τις πραγματικές και νομικές περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης ώστε να καταδειχθεί με σαφήνεια η επιρροή που θα μπορούσε να έχει το δίκαιο της Ένωσης στην επίλυση της εν λόγω διαφοράς.
28.
Φρονώ, αντιθέτως, ότι τα προδικαστικά ερωτήματα είναι παραδεκτά.
29.
Καίτοι η διαφορά της κύριας δίκης αφορά κατ’ ουσίαν την υποχρέωση που επιβάλλεται από το άρθρο 94, πρώτο εδάφιο, του KSO να διακόπτεται η καταβολή εισφορών προκειμένου μια σύνταξη γήρατος να μπορεί να χορηγείται στη Βουλγαρία, εντούτοις, οι περιστάσεις της διαφοράς μεταξύ της S. Somova και του γενικού διευθυντή της SUSO δεν αποτελούν αμιγώς εσωτερική κατάσταση σε κράτος μέλος. Πράγματι, την ημέρα υποβολής της αιτήσεως για την απονομή συντάξεως γήρατος στη Βουλγαρία, η S. Somova εργαζόταν ως αυτοαπασχολούμενη στην Αυστρία, ασκώντας κατά τον τρόπο αυτό το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 49 ΣΛΕΕ ( 6 ).
30.
Εξάλλου, το αιτούν δικαστήριο διαπίστωσε ότι, στην περίπτωση της S. Somova, υπήρχε σώρευση περιόδων ασφαλίσεως στη Βουλγαρία και στην Αυστρία, ιδίως ( 7 ) για περίοδο δύο ετών, έξι μηνών και δεκαεπτά ημερών, η οποία ελήφθη υπόψη, μέσω συμπληρωματικών εισφορών, ως περίοδος ασφαλίσεως βάσει του βουλγαρικού δικαίου, σύμφωνα με την παράγραφο 9, τρίτο εδάφιο, των μεταβατικών και τελικών διατάξεων του KSO. Μια τέτοια κατάσταση διέπεται από τις διατάξεις του κανονισμού 1408/71.
Β — Επί της ουσίας των προδικαστικών ερωτημάτων
1. Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
α) Επιχειρήματα
31.
Στις γραπτές της παρατηρήσεις, η Βουλγαρική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το άρθρο 94 του KSO δεν δημιουργεί εμπόδια στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 49 ΣΛΕΕ άσκηση της ελευθερίας εγκαταστάσεως. Επισημαίνει ότι ο κανονισμός 1408/71 προβλέπει συντονισμό και όχι εναρμόνιση των καθεστώτων κοινωνικής ασφαλίσεως και ότι η απαίτηση λήξεως της ασφαλιστικής υπαγωγής ως θεμέλιο χορηγήσεως συντάξεως γήρατος εφαρμόζεται χωρίς διακρίσεις σε όλα τα πρόσωπα που διέπονται από το βουλγαρικό δίκαιο.
32.
Στο βουλγαρικό σύστημα, η χορήγηση συντάξεως γήρατος προϋποθέτει τη διακοπή μιας επαγγελματικής δραστηριότητας του μισθωτού ή του μη μισθωτού, καθώς η σύνταξη αυτή αντικαθιστά τα εισοδήματα που αποκτώνται από μια επαγγελματική δραστηριότητα. Από αυτήν την άποψη, υποστηρίζει ότι, λαμβανομένων υπόψη των διαφορών μεταξύ των σχετικών συστημάτων και νομοθεσιών των κρατών μελών, η εγκατάσταση αυτή μπορεί, κατά περίπτωση, να είναι λιγότερο ή περισσότερο ευνοϊκή για το ενδιαφερόμενο πρόσωπο, αναλόγως του συνδυασμού των εθνικών ρυθμίσεων που έχουν εφαρμογή δυνάμει του κανονισμού 1408/71 ( 8 ).
33.
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 9ης Ιανουαρίου 2014, και κατόπιν γραπτών και προφορικών ερωτημάτων που τέθηκαν από το Δικαστήριο, η Βουλγαρική Κυβέρνηση επιβεβαίωσε ότι η υποχρέωση να διακοπεί η ασφάλιση, που επιβαλλόταν από το άρθρο 94, πρώτο εδάφιο, του KSO, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο χορηγήσεως συντάξεως γήρατος ( 9 ) στην S. Somova, συνεπαγόταν την υποχρέωση να τερματιστεί η άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας. Επισήμανε ότι η επίμαχη υποχρέωση αποτελούσε καθαρά τυπική απαίτηση και ότι μια μόνο μέρα διακοπής αρκούσε, καθώς η επαγγελματική δραστηριότητα μπορούσε να επαναληφθεί την επαύριο με αποτέλεσμα τη σώρευση επαγγελματικού εισοδήματος και συντάξεως γήρατος.
34.
Προσέθεσε ότι αυτή η απαίτηση δεν εξυπηρετούσε κανένα ιδιαίτερο σκοπό, συμφέρον ή λογική.
35.
Όπως δήλωσε η Βουλγαρική Κυβέρνηση, ακριβώς επειδή ήταν εν γνώσει των βουλγαρικών αρχών ότι η απαίτηση αυτή μπορούσε να θέσει προβλήματα σε διασυνοριακές καταστάσεις, καταργήθηκε για τους αυτοαπασχολουμένους από την 1η Ιανουαρίου 2012 και επρόκειτο να καταργηθεί και για τους μισθωτούς.
36.
Η Επιτροπή εκτιμά ότι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 94, πρώτο εδάφιο, του KSO, εφόσον ένας συγκεκριμένος εργαζόμενος συμπληρώσει το όριο ηλικίας συνταξιοδοτήσεως σύμφωνα με τη βουλγαρική νομοθεσία, δεν μπορεί να εργαστεί σε άλλο κράτος μέλος, όπου το όριο ηλικίας συνταξιοδοτήσεως είναι μεγαλύτερο, χωρίς να απωλέσει το δικαίωμα συντάξεως στη Βουλγαρία. Κατά την Επιτροπή, ο επίμαχος εθνικός κανόνας, καθόσον συνεπάγεται για τον εργαζόμενο απώλεια της βουλγαρικής συντάξεως ως συνέπεια της αποφάσεώς του να εργαστεί ως αυτοαπασχολούμενος σε άλλο κράτος μέλος, συνιστά εμπόδιο στην άσκηση του δικαιώματός του για ελεύθερη κυκλοφορία.
37.
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 9ης Ιανουαρίου 2014, η Επιτροπή επισήμανε ότι, κατά τη γνώμη της, η σχετική με το άρθρο 49 ΣΛΕΕ νομολογία του Δικαστηρίου αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, όπως αυτή του άρθρου 94, πρώτο εδάφιο, του KSO κατά το μέτρο που αυτή ενδέχεται να καταστήσει δυσχερέστερη ή αδύνατη την άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας, ακόμα και αν η διάταξη αυτή εφαρμόζεται αδιακρίτως εθνικότητας. Προσέθεσε ότι, υποχρεούμενος να διακόψει προσωρινά την επαγγελματική δραστηριότητα που ασκεί σε άλλο κράτος μέλος, ένας αυτοαπασχολούμενος βρίσκεται προ του ενδεχομένου να μην μπορεί να την επαναλάβει.
β) Εκτίμηση
38.
Με το πρώτο του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν το άρθρο 48, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ και το άρθρο 49, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ αντιτίθενται στην εφαρμογή εθνικού μέτρου κράτους μέλους, όπως αυτό του άρθρου 94, πρώτο εδάφιο, του KSO, που συνδέει το δικαίωμα για σύνταξη γήρατος στο κράτος αυτό με την υποχρέωση να διακοπεί η καταβολή κοινωνικοασφαλιστικών εισφορών, που σχετίζονται με δραστηριότητα που ασκείται σ’ αυτό το ίδιο το κράτος ή σε άλλο κράτος μέλος.
39.
Κατά το αιτούν δικαστήριο η απαίτηση να διακοπεί η καταβολή των εισφορών, που συνεπάγεται την υποχρέωση διακοπής της επαγγελματικής δραστηριότητας —ακόμα και για μία ημέρα, όπως επιβεβαίωσε η Βουλγαρική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση— μπορεί στην πράξη να έχει ως αποτελέσματα τον περιορισμό της ελευθερίας κυκλοφορίας, μεταξύ άλλων, διότι δεν είναι βέβαιο αν ο ενδιαφερόμενος, εργαζόμενος σε άλλο κράτος μέλος, μπορεί να επαναλάβει την επαγγελματική του δραστηριότητα μετά την επίμαχη διακοπή.
40.
Επισημαίνω ότι, κατά το αιτούν δικαστήριο, ένας ασφαλισμένος διατηρεί το δικαίωμα να ασκεί δραστηριότητα μετά τη χορήγηση συντάξεως γήρατος και μπορεί να σωρεύσει αυτήν τη σύνταξη γήρατος με μία αμειβόμενη επαγγελματική δραστηριότητα. Δεν υπάρχει, επομένως, αναγκαίος και άμεσος σύνδεσμος μεταξύ της καταβολής μιας τέτοιας συντάξεως κατ’ εφαρμογήν του βουλγαρικού δικαίου και της διακοπής μιας αμειβόμενης επαγγελματικής δραστηριότητας. Αυτά τα στοιχεία επιβεβαιώθηκαν από την Βουλγαρική Κυβέρνηση, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
41.
Προκύπτει εξάλλου από τη δικογραφία που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο ότι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 4, παράγραφος 3, του KSO, οι συνταξιούχοι που εργάζονται ως μισθωτοί είναι υποχρεωτικά ασφαλισμένοι και υποχρεούνται επομένως να καταβάλλουν κοινωνικοασφαλιστικές εισφορές, ενώ με την προμνησθείσα απόφαση αριθ. 5 του Konstitutsionen sad, η υποχρέωση αυτή κρίθηκε αντίθετη προς το βουλγαρικό Σύνταγμα όσον αφορά τους συνταξιούχους που ασκούν δραστηριότητα ως μη μισθωτοί εργαζόμενοι. Συνεπώς, οι τελευταίοι έχουν πλέον την ευχέρεια να συνεχίσουν ή μη να καταβάλλουν κοινωνικοασφαλιστικές εισφορές στη Βουλγαρία. Όταν ένας συνταξιούχος (μισθωτός ή μη μισθωτός) καταβάλλει κοινωνικοασφαλιστικές εισφορές, η σύνταξή του αυξάνεται αναλογικά ( 10 ).
42.
Δεν αμφισβητείται επίσης ότι η S. Somova άσκησε δραστηριότητα αυτοαπασχολούμενου στην Αυστρία και ήταν ασφαλισμένη για τον λόγο αυτό στον αρμόδιο αυστριακό οργανισμό κοινωνικής ασφαλίσεως, κατά το διάστημα από τον Οκτώβριο του 1995 έως το Δεκέμβριο του 2000 και από τον Ιανουάριο του 2001 έως τον Ιούλιο του 2011. Δεν αμφισβητείται επίσης ότι κατά τον χρόνο χορηγήσεως της βουλγαρικής συντάξεως, την 5η Ιουλίου 2007, η S. Somova υπαγόταν, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1408/71, στο αυστριακό καθεστώς κοινωνικής ασφαλίσεως και ότι δεν είχε διακόψει την καταβολή εισφορών υπό το καθεστώς κοινωνικής ασφαλίσεως αυτού του κράτους.
i) Υπάρχει διάκριση ή εμπόδιο;
43.
Κατά πάγια νομολογία, ελλείψει εναρμονίσεως σε επίπεδο δικαίου της Ένωσης στον τομέα αυτό, εναπόκειται στη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους να καθορίσει, αφενός, τις προϋποθέσεις του δικαιώματος ή της υποχρεώσεως υπαγωγής σε σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως και, αφετέρου, τις προϋποθέσεις χορηγήσεως δικαιωμάτων επί παροχών. Ωστόσο, καίτοι το άρθρο 48 ΣΛΕΕ επιτρέπει την ύπαρξη διαφορών μεταξύ των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως κρατών μελών και, συνεπώς, των δικαιωμάτων των εργαζομένων, εντούτοις, τα κράτη μέλη οφείλουν, στο πλαίσιο της ασκήσεως της εν λόγω αρμοδιότητας, να τηρούν το δίκαιο της Ένωσης ( 11 ).
44.
Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι εθνική νομοθεσία, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, αφορά τις προϋποθέσεις χορηγήσεως συντάξεως γήρατος, δεν έχει ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό της εφαρμογής των κανόνων της Συνθήκης και, μεταξύ άλλων, των κανόνων περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων ( 12 ).
45.
Κατά πάγια νομολογία, όλες οι σχετικές με την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων διατάξεις της Συνθήκης σκοπούν να διευκολύνουν την άσκηση πάσης φύσεως επαγγελματικών δραστηριοτήτων στο έδαφος της Ένωσης από υπηκόους της Ένωσης και απαγορεύουν τη λήψη μέτρων που θα μπορούσαν να αποβούν δυσμενή για τους υπηκόους αυτούς σε περίπτωση που επιδιώξουν να ασκήσουν οικονομική δραστηριότητα στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, ακόμα και αν εφαρμόζονται αδιακρίτως της ιθαγένειας των εν λόγω εργαζομένων ( 13 ). Κατά συνέπεια, οι διατάξεις της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων αντιτίθενται σε οιοδήποτε εθνικό μέτρο το οποίο, ακόμη και αν εφαρμόζεται άνευ διακρίσεων λόγω ιθαγενείας, ενδέχεται να παρακωλύσει ή να καταστήσει λιγότερο ελκυστική την άσκηση, από τους υπηκόους της Ένωσης, των θεμελιωδών ελευθεριών που εγγυάται η Συνθήκη ( 14 ). Κάθε εμπόδιο στις ελευθερίες αυτές, ακόμα και ελάχιστης σημασίας, απαγορεύεται ( 15 ), εκτός αν το προβαλλόμενο εμπόδιο είναι λίαν αμφίβολο και έμμεσο ( 16 ).
46.
Έπεται ότι ο Βούλγαρος νομοθέτης έχει το δικαίωμα να καθορίζει τις προϋποθέσεις χορηγήσεως συντάξεως γήρατος σ’ αυτό το κράτος μέλος, υπό τον όρο ότι οι προϋποθέσεις αυτές δεν συνιστούν διακρίσεις λόγω ιθαγενείας και δεν περιορίζουν ή παρακωλύουν την ελεύθερη κυκλοφορία.
47.
Φαίνεται, υπό την επιφύλαξη επαληθεύσεως από το αιτούν δικαστήριο, ότι η επίμαχη διάταξη εφαρμόζεται αδιακρίτως, κατά νόμο και στην πράξη, στους Βούλγαρους υπηκόους και στους πολίτες των άλλων κρατών μελών και δεν εισάγει επομένως δυσμενή διάκριση. Αντιθέτως, θεωρώ ότι αποτελεί εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία και, εν προκειμένω, στην ελευθερία εγκαταστάσεως.
48.
Προκύπτει, πράγματι, από την υποβληθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία ότι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 94, πρώτο εδάφιο, του KSO, μια τυπική διακοπή πολύ σύντομη, ακόμα και μιας ημέρας, της καταβολής των εισφορών αρκεί για να απονεμηθεί σύνταξη ( 17 ). Ωστόσο, αν μια τέτοια διακοπή καταβολής των εισφορών στην Βουλγαρία φαίνεται εύκολη και χωρίς επίπτωση για την άσκηση ή την επανάκαμψη σε επαγγελματική δραστηριότητα, και ιδίως για τους αυτοαπασχολούμενους που έχουν την επιλογή αν θα επαναλάβουν ή όχι την καταβολή εισφορών, μπορεί να είναι δύσκολο, αν όχι και αδύνατο, να προβούν σε αυτήν την ενέργεια σε άλλο κράτος μέλος. Ενόψει των χρονοβόρων και δυσκίνητων διοικητικών διαδικασιών που μια τέτοια διακοπή θα μπορούσε να συνεπάγεται σε άλλο κράτος μέλος, ένας εργαζόμενος όπως η S. Somova θα μπορούσε, προκειμένου να αποκτήσει τη σύνταξη γήρατός του στη Βουλγαρία, να είναι υποχρεωμένος να σταματήσει την επαγγελματική του δραστηριότητα για μακρότερη και απρόβλεπτη χρονική περίοδο και να θέσει κατ’ αυτόν τον τρόπο σε κίνδυνο τη συνέχιση της εργασίας του.
49.
Όπως επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, μια τέτοια διακοπή σε άλλο κράτος μέλος είναι ικανή να εκθέσει τους συνταξιούχους σε εργασιακή ανασφάλεια. Κατόπιν μιας τέτοιας διακοπής, ένας συνταξιούχος θα μπορούσε να μην έχει καμία εγγύηση να επανακάμψει στην εργασία του, αν όχι να βρει μια άλλη εργασία. Επιπλέον, ακόμη και μετά την επιστροφή του συνταξιούχου στην αγορά εργασίας, αυτή η υποχρεωτική διακοπή που διατάραξε την πρόοδο και την εξέλιξη της σταδιοδρομίας του είναι ικανή να επηρεάσει κατά τρόπο συγκεκριμένο και άμεσο τα πλεονεκτήματα που μπορεί να αντλήσει από τις επαγγελματικές του δραστηριότητες ( 18 ).
50.
Η εναλλακτική λύση αποτελεί επίσης πηγή μειονεκτημάτων, δεδομένου ότι, χωρίς διακοπή των εισφορών και της επαγγελματικής δραστηριότητας στο άλλο κράτος μέλος, ο συνταξιούχος δεν θα μπορέσει να επωφεληθεί από τη σώρευση του επαγγελματικού εισοδήματος με βουλγαρική σύνταξη γήρατος.
51.
Υπενθυμίζω ότι, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Βουλγαρική Κυβέρνηση άφησε να εννοηθεί ότι η εγκατάλειψη αυτής της υποχρέωσης για τους αυτοαπασχολούμενους ήταν συνδεδεμένη με την επίγνωση από μέρους τους ότι θα μπορούσε να τους δημιουργήσει προβλήματα σε διασυνοριακές καταστάσεις.
ii) Το εμπόδιο μπορεί να δικαιολογηθεί;
52.
Κατά πάγια νομολογία, εθνικά μέτρα που αποτελούν εμπόδια στην ελευθερία κυκλοφορίας δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά παρά μόνον υπό την προϋπόθεση ότι επιδιώκουν σκοπό γενικού συμφέροντος, ότι είναι κατάλληλα για την επίτευξη του σκοπού αυτού και ότι δεν υπερβαίνουν τα όρια του αναγκαίου προς τούτο μέτρου ( 19 ).
53.
Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι η απαίτηση διακοπής της ασφαλίσεως που επιβάλλεται με το άρθρο 94, πρώτο εδάφιο, του KSO δεν επιδιώκει σκοπό γενικού συμφέροντος. Επιπλέον, υπενθυμίζω ότι, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 9ης Ιανουαρίου 2014, η Βουλγαρική Κυβέρνηση ανέφερε ότι ο σκοπός αυτής της καθαρά τυπικής απαιτήσεως ήταν άγνωστος, αν όχι ανύπαρκτος. Η Βουλγαρική Κυβέρνηση πρόσθεσε ακόμη ότι αυτή η απαίτηση ήταν άνευ σημασίας και παράλογη, ότι η επίμαχη διάταξη είχε καταργηθεί για τους μη μισθωτούς από την 1η Ιανουαρίου 2012 και ότι η σκοπιμότητα μιας τέτοιας κατάργησης για τους μισθωτούς είναι επί του παρόντος αντικείμενο εξέτασης στη Βουλγαρία.
54.
Ως εκ τούτου, είναι πρόδηλο ότι η επίμαχη απαίτηση δεν είναι δικαιολογημένη από σκοπό γενικού συμφέροντος, την επίτευξη του οποίου θα μπορούσε να εγγυηθεί το επίμαχο μέτρο.
55.
Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθεισών σκέψεων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 49 ΣΛΕΕ αντιτίθεται σε ρύθμιση κράτους μέλους, όπως αυτή του άρθρου 94, πρώτο εδάφιο, του KSO, που συναρτά το δικαίωμα σε σύνταξη γήρατος από τον όρο να διακοπεί η καταβολή κοινωνικοασφαλιστικών εισφορών.
2. Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
α) Επιχειρήματα
56.
Κατά τη Βουλγαρική Κυβέρνηση, το αιτούν δικαστήριο θέτει κατ’ ουσίαν το ερώτημα αν το άρθρο 94, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 επιτρέπει εξαίρεση από τον κανόνα του συνυπολογισμού των περιόδων καταβολής εισφορών ασφαλίσεως που έχουν συμπληρωθεί σε άλλο κράτος μέλος πριν από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού από το κράτος μέλος στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση συνταξιοδοτήσεως, όταν η αρχαιότητα που αποκτήθηκε υπό το αποκλειστικό καθεστώς του δικαίου του κράτους όπου ζητείται η σύνταξη δεν αρκεί για την απόκτηση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, εκτός αν εξαγοραστούν ασφαλιστικές εισφορές.
57.
Στις γραπτές παρατηρήσεις της, η Βουλγαρική Κυβέρνηση εκτιμά ότι ο κανονισμός 1408/71 δεν παρέχει στους εργαζόμενους που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του τη δυνατότητα επιλογής της εφαρμοστέας νομοθεσίας, παρά μόνον αν αυτό προβλέπεται ρητώς.
58.
Κατά τη Βουλγαρική Κυβέρνηση, ο κανονισμός 1408/71 έχει αναδρομική ισχύ, δυνάμει του άρθρου 94, παράγραφος 2, αυτού, υποχρεώνει δε τα κράτη μέλη να λάβουν υπόψη το σύνολο των περιόδων ασφαλίσεως, απασχόλησης ή κατοικίας που συμπληρώθηκαν υπό τη νομοθεσία ενός συγκεκριμένου κράτους μέλους πριν την 1η Οκτωβρίου 1972 ή πριν την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού στο έδαφος ή τμήμα εδάφους αυτού του κράτους μέλους, όταν αυτό είναι απαραίτητο για τον καθορισμό του δικαιώματος του Προσώπου για ασφαλιστική παροχή συγκεκριμένης μορφής. Η κυβέρνηση αυτή εκτιμά ότι η εν λόγω διάταξη υιοθετήθηκε για να αποφευχθεί η απώλεια συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων και για να εγγυηθεί την απόκτηση και διατήρηση των δικαιωμάτων αυτών από κάθε πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένων των περιόδων ασφαλίσεως που συμπληρώθηκαν πριν από την ημερομηνία εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού. Επομένως, ο συνυπολογισμός των περιόδων ασφαλίσεως πρέπει να πραγματοποιείται πρωτίστως σύμφωνα με τους κανόνες συνυπολογισμού των περιόδων ασφαλίσεως που θεσπίζονται από τον ίδιο τον κανονισμό, στη συνέχεια δε, αν η διάρκεια καταβολής εισφορών του ενδιαφερόμενου προσώπου δεν εξαρκεί, θα μπορούσε το πρόσωπο αυτό να επωφεληθεί της προβλεπόμενης στο εθνικό δίκαιο δυνατότητας εξαγοράς των ελλειπουσών εισφορών.
59.
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 9ης Ιανουαρίου 2014, η Βουλγαρική Κυβέρνηση υποστήριξε ότι, κατά το μέτρο που οι διατάξεις του κανονισμού 1408/71 απευθύνονται στα κράτη μέλη και στις διοικητικές αρχές τους, οι ασφαλισμένοι θα έπρεπε να έχουν την επιλογή να επικαλεστούν ή μη τις διατάξεις αυτού του κανονισμού. Πράγματι, κατά την Βουλγαρική Κυβέρνηση, αν ένας ασφαλισμένος επιλέξει να μην επικαλεστεί τον εν λόγω κανονισμό, η εθνική διοίκηση δεν μπορεί να τον εφαρμόσει στην περίπτωσή του αυτεπαγγέλτως. Η Βουλγαρική Κυβέρνηση εκτιμά ότι οι παρατηρήσεις της Ιρλανδίας και της Επιτροπής σύμφωνα με τις οποίες οι ασφαλισμένοι δεν μπορούν να αντιταχθούν στην εφαρμογή των διατάξεων του κανονισμού 1408/71 έρχονται σε αντίθεση, αφενός, με τον σκοπό του εν λόγω κανονισμού ο οποίος είναι να παρέχει όφελος στους ασφαλισμένους και, αφετέρου, με την ίδια τη σημασία της έννοιας του δικαιώματος.
60.
Η Ιρλανδία υποστηρίζει ότι το γράμμα του άρθρου 94, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 είναι σαφές και αναμφίλεκτο: το γράμμα αυτής της διατάξεως έχει χαρακτήρα δεσμευτικό στο μέτρο που προβλέπει ότι κάθε περίοδος ασφαλίσεως συμπληρωθείσα υπό τη νομοθεσία κράτους μέλους πριν από την ημερομηνία εφαρμογής του κανονισμού στο έδαφος αυτού του κράτους μέλους «λαμβάνεται υπόψη» για τον καθορισμό των δικαιωμάτων σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού 1408/71. Συνεπώς, κατά την Ιρλανδία, στα οριζόμενα σ’ αυτή τη διάταξη δεν μπορεί να δοθεί η ερμηνεία ότι απονέμουν στον αιτούντα το δικαίωμα να αποφασίσει ότι δεν λαμβάνονται υπόψη οι κρίσιμες περίοδοι ασφαλίσεως κατά τη διαδικασία του συνυπολογισμού. Κατά την Ιρλανδία, αν ο κανονισμός 1408/71 παρείχε στους ιδιώτες το δικαίωμα να αποκλείσουν περιόδους ασφαλίσεως, αυτό θα δημιουργούσε επιπλοκές που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο τον συντονισμό των εθνικών συστημάτων και, ως εκ τούτου, τους σκοπούς της εσωτερικής αγοράς.
61.
Η Επιτροπή έχει τη γνώμη ότι, σύμφωνα με το άρθρο του 94, παράγραφος 2, ο κανονισμός 1408/71 εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση. Εκτιμά ότι η εφαρμογή του συστήματος άρσεως των συγκρούσεων μεταξύ των νομοθεσιών που θεσπίζεται από αυτόν τον κανονισμό εξαρτάται μόνο από την αντικειμενική κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο ενδιαφερόμενος εργαζόμενος. Οι ασφαλισμένοι που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του δεν μπορούν να αντιταχθούν σε αυτούς τους κανόνες άρσεως συγκρούσεων και δεν διαθέτουν το δικαίωμα να αποκλείσουν την εφαρμογή τους.
β) Εκτίμηση
62.
Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο θέτει το ζήτημα στο Δικαστήριο, αν το άρθρο 94, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 παρέχει στους κοινωνικά ασφαλισμένους την επιλογή να εξαιρούν τις περιόδους ασφαλίσεως που συμπληρώθηκαν σε άλλο κράτος μέλος πριν την ημερομηνία εφαρμογής του κανονισμού αυτού στη Βουλγαρία. Αυτό το ερώτημα θέτει κατ’ ουσίαν το ζήτημα αν η διάταξη του άρθρου 94, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού αποτελεί κανόνα αναγκαστικού δικαίου ( 20 ).
63.
Κατά πάγια νομολογία, όποτε ο κανονισμός 1408/71 παρέχει δικαίωμα επιλογής στους κοινωνικά ασφαλισμένους που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του όσον αφορά την εφαρμοστέα νομοθεσία, το προβλέπει ρητώς ( 21 ).
64.
Κατά το άρθρο 94, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, «[κ]άθε περίοδος ασφαλίσεως […] η οποία πραγματοποιήθηκε υπό τη νομοθεσία κράτους μέλους προ της 1ης Οκτωβρίου 1972 ή προ της ημερομηνίας εφαρμογής του παρόντος κανονισμού στο έδαφος του κράτους μέλους αυτού […] λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό των δικαιωμάτων που γεννώνται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού» ( 22 ). Φρονώ, όπως και η Ιρλανδία, ότι το γράμμα του άρθρου 94, παράγραφος 2, αυτού του κανονισμού είναι, αφενός, αναμφίλεκτο και, αφετέρου, δεσμευτικό.
65.
Ο δεσμευτικός χαρακτήρας της διατάξεως αυτής απορρέει σαφώς από τους όρους «est prise en consideration» που χρησιμοποιούνται στη γαλλική γλωσσική απόδοση του κειμένου, αλλά επίσης και σε άλλες γλωσσικές αποδόσεις ( 23 ). Η διάταξη αυτή δεν αφήνει κανένα περιθώριο ελιγμών ούτε στα κράτη μέλη, ούτε στις αρμόδιες αρχές, ούτε στους ασφαλισμένους. Επομένως, στην υπόθεση της κύριας δίκης, είναι αναγκαίο, προκειμένου να καθορισθούν τα δικαιώματα συντάξεως της S. Somova στη Βουλγαρία, να λαμβάνονται υπόψη οι περίοδοι ασφαλίσεως που συμπληρώθηκαν υπό την αυστριακή νομοθεσία πριν την ημερομηνία εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 στη Βουλγαρία ( 24 ).
66.
Φρονώ ότι αυτή η εκτίμηση δεν αναιρείται από το γεγονός ότι, σε μια απόφαση, εν προκειμένω στην προπαρατεθείσα απόφαση Habelt, το Δικαστήριο έκρινε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 94, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, οι ενδιαφερόμενοι «μπορούν να επικαλεστούν» ( 25 ) τη συνεκτίμηση, προκειμένου να καθορισθούν τα δικαιώματα σύμφωνα με τον κανονισμό αυτό, κάθε περιόδου ασφαλίσεως, εργασίας ή κατοικίας που συμπληρώθηκε υπό τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους πριν την ημερομηνία εφαρμογής αυτού του κανονισμού. Πράγματι, η χρήση αυτής της εκφράσεως ήταν πιθανώς αποτέλεσμα των περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως, όπου ακριβώς το απορρέον από τον κανονισμό 1408/71 πλεονέκτημα, ως προς τη συνεκτίμηση περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας που συμπληρώθηκαν σε άλλο κράτος μέλος, δεν απονεμήθηκε στους ενδιαφερομένους.
67.
Ως εκ τούτου, φρονώ ότι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 94, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, κάθε περίοδος ασφαλίσεως, εργασίας ή κατοικίας που συμπληρώθηκε υπό τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους πριν από την ημερομηνία εφαρμογής του κανονισμού αυτού πρέπει υποχρεωτικά να ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό των δικαιωμάτων σύμφωνα με τις διατάξεις του εν λόγω κανονισμού, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που σχετίζονται με το δικαίωμα σε σύνταξη γήρατος μισθωτού ή μη μισθωτού υπαγομένου στη νομοθεσία δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών.
68.
Επομένως η αναγνώριση του δικαιώματος της S. Somova για σύνταξη γήρατος στη Βουλγαρία θα έπρεπε να θεμελιωθεί στον συνυπολογισμό, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 45 του κανονισμού 1408/71, των περιόδων ασφαλίσεως που συμπληρώθηκαν στη Βουλγαρία και στην Αυστρία, και όχι στην παράγραφο 9 των μεταβατικών και τελικών διατάξεων του KSO.
69.
Εξάλλου, επισημαίνω ότι, κατά το Administrativen sad Sofia-grad, «οι περίοδοι που συμπληρώθηκαν στην Αυστρία αρκούν να καλύψουν την ελλείπουσα βάσει του εθνικού δικαίου περίοδο ασφαλίσεως, χωρίς να πρέπει να αναγνωρισθεί περίοδος βάσει της παραγράφου 9 των μεταβατικών και τελικών διατάξεων του KSO». Αυτό σημαίνει ότι οι κανόνες συνυπολογισμού και αναλογικού επιμερισμού του άρθρου 46, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 εφαρμόζονται στον υπολογισμό της συντάξεως γήρατος της S. Somova, διότι η σώρευση των περιόδων ασφαλίσεώς της στη Βουλγαρία και στην Αυστρία αρκεί, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 45 του εν λόγω κανονισμού, να της εξασφαλίσει δικαίωμα σε σύνταξη γήρατος στη Βουλγαρία.
70.
Φρονώ ότι τα άρθρα 45 και 46, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 έχουν εξίσου δεσμευτικό χαρακτήρα ( 26 ) και ότι ο ασφαλισμένος δεν θα μπορούσε να παραιτηθεί από την εφαρμογή τους παραλείποντας να αναφέρει στην αίτησή του για τη χορήγηση συντάξεως γήρατος περιόδους ασφαλίσεως που συμπληρώθηκαν σε άλλο κράτος μέλος.
71.
Επομένως, φρονώ ότι τα άρθρα 45, 46, παράγραφος 2, και 94, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 έχουν, επίσης, δεσμευτικό χαρακτήρα και δεν επιτρέπουν στον ασφαλισμένο να παραιτηθεί από την εφαρμογή των κανόνων συνυπολογισμού και αναλογικού επιμερισμού των περιόδων ασφαλίσεως που συμπληρώνονται σε άλλο κράτος μέλος πριν την ημερομηνία εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού από το κράτος μέλος στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση για σύνταξη γήρατος.
3. Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
α) Επιχειρήματα
72.
Η Βουλγαρική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, κατά το άρθρο 12, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, αυτό δεν μπορεί να απονείμει ούτε να διατηρήσει το δικαίωμα επί περισσοτέρων παροχών ίδιας φύσεως με αναφορά στην ίδια περίοδο υποχρεωτικής ασφαλίσεως. Εκτιμά ότι, παρά τις εξαιρέσεις που προβλέπει, το άρθρο 12, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 αντίκειται στην αναγνώριση περιόδου που καλύπτεται από εισφορές μέσω της εξαγοράς εισφορών κατ’ εφαρμογήν του εθνικού δικαίου, όταν η περίοδος που καλύπτεται από εισφορές συμπίπτει με τις περιόδους ασφαλίσεως που συμπληρώθηκαν βάσει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους.
73.
Η Επιτροπή, έχοντας υπόψη την απάντησή της στο δεύτερο ερώτημα, εκτιμά ότι μια αυτοτελής απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα δεν είναι απαραίτητη.
β) Εκτίμηση
74.
Το τρίτο ερώτημα που τέθηκε από το Administrativen sad Sofia-grad αφορά το αν το άρθρο 12, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην αναγνώριση περιόδου ασφαλίσεως μέσω της εξαγοράς εισφορών, κατ’ εφαρμογήν της παραγράφου 9, τρίτο εδάφιο, των μεταβατικών και τελικών διατάξεων του KSO, όταν, όπως στη διαφορά της κύριας δίκης, η κατ’ αυτόν τον τρόπο ανανγνωρισθείσα περίοδος που καλύπτεται από εισφορές συμπίπτει με τις περιόδους ασφαλίσεως που συμπληρώθηκαν κατ’ εφαρμογήν της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους
75.
Λαμβάνοντας υπόψη την απάντησή μου στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα σε σχέση με τον δεσμευτικό χαρακτήρα των άρθρων 45, 46, παράγραφος 2 και 94, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, φρονώ ότι δεν είναι αναγκαίο να δοθεί αυτοτελής απάντηση στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα. Πράγματι, όπως επιβεβαιώνεται από το Administrativen sad Sofia-grad, οι περίοδοι ασφαλίσεως που συμπληρώθηκαν από την S. Somova στην Αυστρία αρκούν για να καλύψουν την περίοδο ασφαλίσεως που της έλειπε για να θεμελιώσει δικαίωμα συντάξεως γήρατος κατ’ εφαρμογήν του βουλγαρικού δικαίου, χωρίς να είναι ακόμη αναγκαίο να αναγνωρισθεί περίοδος με βάση την παράγραφο 9, τρίτο εδάφιο, των μεταβατικών και τελικών διατάξεων του KSO. Επομένως, κατ’ εφαρμογήν, μεταξύ άλλων, του προβλεπόμενου στο άρθρο 45 του κανονισμού 1408/71 κανόνα συνυπολογισμού, η προσφυγή στην παράγραφο 9, τρίτο εδάφιο, των μεταβατικών και τελικών διατάξεων του KSO δεν ήταν ούτε απαραίτητη ούτε επιτρεπτή.
4. Επί του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος
α) Επιχειρήματα
76.
Κατά τη Βουλγαρική Κυβέρνηση, το άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 επιτρέπει σε κράτος μέλος να διακόψει την πληρωμή για το μέλλον και να αναζητήσει όλα τα ποσά που καταβλήθηκαν ως σύνταξη γήρατος χορηγηθείσα σε έναν από τους υπηκόοους του δυνάμει του εθνικού του δικαίου όταν, κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως συνταξιοδοτικής παροχής γήρατος, ο προσφεύγων δεν τήρησε την υποχρέωσή του να υποδείξει τις περιόδους ασφαλίσεως που συμπληρώθηκαν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους. Εκτιμά ότι, σε περίπτωση οψιγενούς αποκαλύψεως συμπληρωθείσης στο εξωτερικό περιόδου που καλύπτεται από εισφορές, η σύνταξη πρέπει να επανυπολογισθεί λαμβανομένης υπόψη της βεβαιωθείσας και αναγνωρισθείσας από άλλο κράτος μέλος αρχαιότητας.
77.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, λαμβάνοντας υπόψη τις απαντήσεις της στο πρώτο και δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το πρώτο μέρος του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος έχει απαντηθεί. Το δεύτερο μέρος αφορά την αναζήτηση οφειλομένων και, λαμβανομένων υπόψη των απαντήσεων που δόθηκαν, δεν είναι λυσιτελές.
β) Εκτίμηση
78.
Το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα που τέθηκε από το Administrativen sad Sofia-grad αφορά το αν το άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 επιτρέπει την αναζήτηση ποσών που καταβλήθηκαν στην S. Somova ένεκα συντάξεως γήρατος λόγω σωρεύσεως αυτών των παροχών με άλλα κτηθέντα στην Αυστρία εισοδήματα. Πράγματι, από το άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 προκύπτει ότι οι ρήτρες μειώσεως που προβλέπονται από τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους δύνανται, κατ’ αρχήν ( 27 ), να αντιταχθούν σε πρόσωπα που απολαύουν παροχής η οποία βαρύνει αυτό το κράτος μέλος, όταν τα πρόσωπα αυτά μπορούν να απολαύουν άλλες κοινωνικοασφαλιστικές παροχές ή άλλα εισοδήματα πάσης φύσεως κτηθέντα, μεταξύ άλλων, βάσει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους.
79.
Προκύπτει σαφώς από τις παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση από τη Βουλγαρική Κυβέρνηση ότι το βουλγαρικό δίκαιο επιτρέπει τη σώρευση αμειβόμενης επαγγελματικής δραστηριότητας και συντάξεως γήρατος. Υπό τις περιστάσεις αυτές, φρονώ ότι το άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 δεν εφαρμόζεται στη σώρευση από την S. Somova των επαγγελματικών της εισοδημάτων στην Αυστρία και συντάξεως γήρατος στη Βουλγαρία.
80.
Επιπλέον και επικουρικώς, φρονώ ότι, λαμβανομένων υπόψη των απαντήσεων στο δεύτερο και τρίτο προδικαστικό ερώτημα, η σύνταξη γήρατος της S. Somova θα έπρεπε να υπολογισθεί επί τη βάσει των κανόνων συνυπολογισμού και αναλογικού επιμερισμού των άρθρων 45 και 46, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71. Φαίνεται, εξάλλου, ότι, κατά τις επισημάνσεις του Administrativen sad Sofia-grad και υπό την επιφύλαξη της επαληθεύσεως από το εν λόγω δικαστήριο, η σύνταξη που απονεμήθηκε κατ’ εφαρμογήν αυτών των διατάξεων του κανονισμού 1408/71 δεν θα ήταν διαφορετική από αυτήν που καθορίστηκε με την πράξη της SUSO της 11ης Ιουλίου 2007 ( 28 ).
VI – Πρόταση
81.
Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο πρώτο, δεύτερο και τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, αντιστοίχως, που τέθηκαν από το Administrativen sad Sofia-grad ως ακολούθως:
1)
Το άρθρο 49 ΣΛΕΕ αντιτίθεται σε ρύθμιση κράτους μέλους, όπως αυτή του άρθρου 94, πρώτο εδάφιο, του βουλγαρικού κώδικα κοινωνικών ασφαλίσεων (Kodeks za sotsialnoto osiguriavane) που συναρτά το δικαίωμα σε σύνταξη γήρατος από την προϋπόθεση διακοπής της καταβολής κοινωνικοασφαλιστικών εισφορών.
2)
Τα άρθρα 45, 46, παράγραφος 2, και 94, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 118/97 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1996, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1992/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα και δεν επιτρέπουν στον ασφαλισμένο να παραιτηθεί από την εφαρμογή των κανόνων συνυπολογισμού και αναλογικού επιμερισμού περιόδων ασφαλίσεως που συμπληρώθηκαν σε άλλο κράτος μέλος πριν την ημερομηνία εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού από το κράτος μέλος στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση για σύνταξη γήρατος.
3)
Το άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό 118/97, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1992/2006, δεν εφαρμόζεται στη σώρευση των επαγγελματικών εισοδημάτων και των επίμαχων κοινωνικοασφαλιστικών παροχών στην υπόθεση της κύριας δίκης.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) ΕΕ 1997, L 28, σ. 1.
( 3 ) ΕΕ L 392, σ. 1.
( 4 ) Υπόθεση 4/2000, DV αριθ. 55 για το έτος 2000.
( 5 ) Δηλαδή, για 33 έτη, 11 μήνες και 17 ημέρες, βάσει των δικαιολογητικών που χορήγησαν οι Βούλγαροι εργοδότες της S. Somova σχετικά με την υπαγωγή της στην κοινωνική ασφάλιση και τις αμοιβές της.
( 6 ) Το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι η τήρηση της εκ του νόμου απαιτήσεως να διακοπεί η ασφάλιση θα ήταν ικανή να επηρεάσει την απόφαση της S. Somova να εγκατασταθεί στο έδαφος ενός άλλου κράτους μέλους κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 49 ΣΛΕΕ λόγω του κινδύνου να μην μπορέσει να συνεχίσει να ασκεί δραστηριότητα αυτοαπασχολουμένου μετά τη λήξη της ασφαλιστικής υπαγωγής.
( 7 ) Το αιτούν δικαστήριο κατέδειξε επίσης ότι υπήρχε σώρευση περιόδων ασφαλίσεως στην περίπτωση της S. Somova στα ίδια κράτη μέλη από τον Οκτώβριο του 1995 έως και τον Μάιο του 1996, χωρίς να διευκρινίσει πώς μια τέτοια σώρευση θα μπορούσε να λάβει χώρα.
( 8 ) Απόφαση της 16ης Ιουλίου 2009, C-208/07, von Chamier-Glisczinski (Συλλογή 2009, σ. I-6095, σκέψη 85).
( 9 ) Δηλαδή όπως ίσχυε από τις 27 Δεκεμβρίου 2005 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2011 και εφαρμόζεται στα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης.
( 10 ) Έχω την εντύπωση ότι αυτές οι διατάξεις του βουλγαρικού δικαίου παρακινούν περισσότερο τους συνταξιούχους να εργάζονται και να καταβάλλουν εισφορές.
( 11 ) Βλ., κατά την έννοια αυτή, αποφάσεις της 26ης Ιανουαρίου 1999, C-18/95, Terhoeve (Συλλογή 1999, σ. I-345, σκέψεις 33 έως 35), καθώς και της 21ης Φεβρουαρίου 2013, C‑282/11, Salgado González (σκέψεις 35 έως 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 12 ) Βλ., κατά την έννοια αυτή, προπαρατεθείσα απόφαση Terhoeve (σκέψη 35) καθώς και απόφαση της 12ης Ιουλίου 2001, C-368/98, Vanbraekel κ.λπ. (Συλλογή 2001, σ. I-5363, σκέψη 42).
( 13 ) Αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1995, C‑415/93C‑415/93, Bosman (Συλλογή 1995, σ. I-4921, σκέψη 96), Terhoeve, προπαρατεθείσα (σκέψη 39), της 27ης Ιανουαρίου 2000, C-190/98, Graf (Συλλογή 2000, σ. I-493, σκέψη 23), της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, C-224/01, Köbler (Συλλογή 2003, σ. I-10239, σκέψη 74), της 2ας Οκτωβρίου 2003, C-232/01, Van Lent (Συλλογή 2003, σ. I-11525, σκέψη 16), της 17ης Μαρτίου 2005, C-109/04, Kranemann (Συλλογή 2005, σ. I-2421, σκέψη 26), και της 11ης Ιανουαρίου 2007, C-208/05, ITC (Συλλογή 2007, σ. I-181, σκέψη 33).
( 14 ) Βλ., κατά την έννοια αυτή, αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 2004, C-442/02, CaixaBank France (Συλλογή 2004, σ. I-8961, σκέψη 11), και της 10ης Μαρτίου 2011, C-379/09, Casteels (Συλλογή 2011, σ. I 1379, σκέψεις 21 και 22 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 15 ) Βλ., κατά την έννοια αυτή, απόφαση της 1ης Απριλίου 2008, C-212/06, Gouvernement de la Communauté française και gouvernement wallon (Συλλογή 2008, σ. I-1683, σκέψη 52).
( 16 ) Απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 2000, C-190/98, Graf (Συλλογή 2000, σ. I-493, σκέψη 25).
( 17 ) Εφόσον όλες οι άλλες προϋποθέσεις, μεταξύ άλλων, της ηλικίας και της αρχαιότητας, έχουν συμπληρωθεί.
( 18 ) Παραδείγματος χάριν, η απώλεια βαθμού ή αρχαιότητας η οποία θα μπορούσε να επηρεάσει τη βαθμολογική και μισθολογική προαγωγή των ενδιαφερομένων, απώλεια του δικαιώματος αδείας ή απώλεια των οικονομικών και εμπορικών σχέσεων για τους μη μισθωτούς κ.λπ.
( 19 ) Προπαρατεθείσα απόφαση Bosman (σκέψη 104). Βλ., επίσης, απόφαση της 16ης Μαΐου 2013, C‑589/10, Wencel (σκέψη 70).
( 20 ) Το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι, αν το άρθρο 94, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 δεν έχει δεσμευτικό χαρακτήρα, η S. Somova δεν είχε την υποχρέωση να αναφέρει την περίοδο ασφαλίσεως που συμπληρώθηκε από αυτήν υπό την αυστριακή νομοθεσία στην από το 2007 αίτησή της για σύνταξη γήρατος στη Βουλγαρία.
( 21 ) Αποφάσεις της 27ης Μαΐου 1982, 227/81, Aubin (Συλλογή 1982, σ. 1991, σκέψη 19), καθώς και της 14ης Οκτωβρίου 2010, C-345/09, van Delft κ.λπ. (Συλλογή 2010, σ. I-9879, σκέψη 54). Στη σκέψη 52 της απόφασης van Delft κ.λπ., το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι «οι κανόνες σύγκρουσης που προβλέπει ο κανονισμός 1408/71 επιβάλλονται συνεπώς κατά τρόπο δεσμευτικό στα κράτη μέλη, δεν μπορεί κατά μείζονα λόγο να γίνει δεκτό ότι οι ασφαλισμένοι που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των κανόνων αυτών μπορούν να αντιπαρέλθουν τις συνέπειές τους, επιλέγοντας να εξαιρεθούν από αυτούς. Συγκεκριμένα, η εφαρμογή του συστήματος προσδιορισμού του εφαρμοστέου δικαίου που καθιερώνει ο κανονισμός 1408/71 δεν εξαρτάται από την αντικειμενική κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο ενδιαφερόμενος εργαζόμενος».
( 22 ) Επισημαίνω ότι το 2007 η S. Somova ζήτησε σύνταξη γήρατος στη Βουλγαρία, όπου προηγουμένως εργαζόταν ως μισθωτή. Φρονώ ότι παρά το γεγονός ότι το άρθρο 94 του κανονισμού 1408/71, με τίτλο «Μεταβατικές διατάξεις για τους μισθωτούς», δεν αναφέρεται ρητώς, στην παράγραφό του 2, σε κάθε περίοδο «μη μισθωτής δρατηριότητας», το Δικαστήριο αποφάνθηκε, στη σκέψη 25 της αποφάσεώς του της 7ης Φεβρουαρίου 2002, C-28/00, Kauer (Συλλογή 2002, σ. I-1343), ότι, «[ό]σον αφορά το άρθρο 94, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι η έκφραση “περίοδος ασφαλίσεως” κατά την ως άνω διάταξη ορίζεται στο άρθρο 1, στοιχείο ιηʹ, του κανονισμού ως “οι περίοδοι εισφορών, απασχολήσεως ή μη μισθωτής δραστηριότητας που καθορίζονται ή αναγνωρίζονται ως περίοδοι ασφαλίσεως από τη νομοθεσία, υπό την οποία πραγματοποιήθηκαν […]”». Συγκεκριμένα, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1390/81 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 1981, περί επέκτασης στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 (ΕΕ L 143, σ. 1), επέκτεινε στους μη μισθωτούς το θεσπισθέν στο αρχικό κείμενο του κανονισμού καθεστώς για τους μισθωτούς. Προσθέτω ότι το άρθρο 95 του κανονισμού 1408/71, ως ίσχυε κατά τον χρόνο της διαφοράς της κύριας δίκης, υπό τον τίτλο «Μεταβατικές διατάξεις για τους μη μισθωτούς», παραθέτει στην παράγραφό του 2 ότι «[κ]άθε περίοδος ασφάλισης καθώς και, κατά περίπτωση, κάθε περίοδος απασχόλησης, μη μισθωτής δραστηριότητας ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τη νομοθεσία κράτους μέλους […] λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό των δικαιωμάτων που γεννώνται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό». Κατά τη γνώμη μου, η τελευταία αυτή διάταξη έχει το ίδιο νομικό περιεχόμενο με το άρθρο 94, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού.
( 23 ) Βλ., μεταξύ άλλων, τους όρους «се вземат предвид» στη βουλγαρική γλωσσική απόδοση, «wordt rekening gehouden» στην ολλανδική απόδοση, «shall be taken into consideration» στην αγγλική απόδοση, «se tomará en cuenta» στην ισπανική απόδοση, «é preso in considerazione» στην ιταλική απόδοση, «será tido em consideração» στην πορτογαλική απόδοση, «λαμβάνεται υπόψη» στην ελληνική απόδοση, «sunt luate în considerare» στη ρουμανική απόδοση, «figyelembe kell venni» στην ουγγρική απόδοση, «otetaan huomioon» στη φινλανδική απόδοση, «skall beaktas vid» στη σουηδική απόδοση, «skal tages i betragtning» στη δανική απόδοση, «werden […] berücksichtigt» στη γερμανική απόδοση, «sa zohľadnia» στη σλοβακική απόδοση, «se berou v úvahu», στην τσεχική απόδοση, «ņem vērā», στη λεττονική απόδοση και «jest uwzględniany» στην πολωνική απόδοση.
( 24 ) Βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 18ης Απριλίου 2002, C-290/00, Duchon (Συλλογή 2002, σ. I-3567, σκέψη 23). Βλ., επίσης, αποφάσεις της 7ης Φεβρουαρίου 1991, C-227/89, Rönfeldt (Συλλογή 1991, σ. I-323, σκέψη 16), της 11ης Ιουνίου 1998, C-275/96, Kuusijärvi (Συλλογή 1998, σ. I-3419, σκέψη 25), της 10ης Μαΐου 2001, C-389/99, Rundgren (Συλλογή 2001, σ. I-373, σκέψεις 29 και 30), καθώς και της 18ης Δεκεμβρίου 2007, C-396/05, C-419/05 και C-450/05, Habelt (Συλλογή 2007, σ. Ι-11895, σκέψη 55).
( 25 ) Βλ. τη σκέψη 55 αυτής της αποφάσεως καθώς και τη σκέψη 95 που χρησιμοποιεί τους όρους «μπορεί να επικαλεστεί». Το Administrativen sad Sofia-grad αποφαίνεται ότι οι όροι αυτοί σημαίνουν ότι το Δικαστήριο κρίνει το άρθρο 94, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 ως μη δεσμευτικό και επομένως υποκείμενο στη διακριτική εξουσία του δικαιούχου. Η συνέπεια στην υπό κρίση υπόθεση θα ήταν ότι η S. Somova δεν είχε την υποχρέωση να αναφέρει στην αίτησή της περί χορηγήσεως συντάξεως, βάσει του εθνικού δικαίου, της περιόδου ασφαλίσεως που πραγματοποιήθηκε σε άλλο κράτος μέλος πριν από την εφαρμογή του κανονισμού αυτού.
( 26 ) Η ίδια η διατύπωση των διατάξεων αυτών δεν παρέχει κανένα δικαίωμα προαιρέσεως στους ασφαλισμένους που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής τους. Βλ., κατ’ αναλογία, προπαρατεθείσα απόφαση van Delft κ.λπ. (σκέψη 57). Όπως επισημαίνει στις παρατηρήσεις της η Ιρλανδία, φρονώ ότι, κατ’ εφαρμογήν, μεταξύ άλλων, του άρθρου 84α, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, «ο αιτών παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως δεν δικαιούται να παρουσιάσει αποσπασματικό ιστορικό της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας και των περιόδων ασφαλίσεώς του, προκειμένου να αποκτήσει οικονομικό πλεονέκτημα». Όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας P. Gruz Villalón στις προτάσεις του στο σημείο 67 της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Wencel, η διάταξη αυτή «επιβάλλει την αμοιβαία υποχρέωση πληροφορήσεως και συνεργασίας μεταξύ των φορέων και των προσώπων που καλύπτονται από [τον κανονισμό 1408/71], η οποία έγκειται, όσον αφορά τους φορείς, στην υποχρέωση να “παρέχουν […] στους ενδιαφερόμενους κάθε πληροφορία που απαιτείται για την άσκηση των δικαιωμάτων που τους αναγνωρίζει ο παρών κανονισμός” και, ως προς τα πρόσωπα που καλύπτονται από τον κανονισμό, την υποχρέωση να “ενημερώνουν το συντομότερο δυνατόν τους φορείς του αρμόδιου κράτους και του κράτους της κατοικίας σχετικά με κάθε αλλαγή της προσωπικής ή οικογενειακής τους κατάστασης η οποία έχει επιπτώσεις στα δικαιώματά τους επί των παροχών του παρόντος κανονισμού”».
( 27 ) Μία εξαίρεση στην αρχή που θέτει το άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 προβλέπεται στο άρθρο 46β, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, που προβλέπει ότι, σε περίπτωση αθροίσεως παροχών ίδιας φύσεως, οι ρήτρες μειώσεως που προβλέπονται από τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους δεν εφαρμόζονται σε παροχή που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 46, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού.
( 28 ) Λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεώς μου στο τρίτο ερώτημα που τέθηκε από το αιτούν δικαστήριο, το ερώτημα που ενδέχεται να τεθεί είναι αν η S. Somova θα μπορούσε πιθανώς να αποκτήσει δικαίωμα στην επιστροφή, κατ’ εφαρμογήν του εθνικού δικαίου, των εισφορών που κατέβαλε επί τη βάσει της παραγράφου 9 των μεταβατικών και τελικών διατάξεων του KSO. Δοθέντος ότι η αναγνώριση του δικαιώματος της S. Somova για σύνταξη γήρατος στη Βουλγαρία θα έπρεπε να θεμελιωθεί ανατρέχοντας στις διατάξεις του κανονισμού 1408/71 αντί σ’ αυτήν της παραγράφου 9 των μεταβατικών και τελικών διατάξεων του KSO, η τελευταία αυτή διάταξη δεν θεμελιώνει κανένα δικαίωμα για σύνταξη γήρατος στην προκειμένη περίπτωση. Επομένως τα ποσά που καταβλήθηκαν από την S. Somova βάσει αυτής της διατάξεως συνιστούν κοινωνικοασφαλιστικές εισφορές άνευ αντικρίσματος. Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να αποφανθεί για αυτό το ζήτημα εξακριβώνοντας, μεταξύ άλλων, αν η SUSO και η S. Somova τήρησαν τις αμοιβαίες υποχρεώσεις τους πληροφορήσεως και συνεργασίας που επιβάλλονται σ’ αυτές από το άρθρο 84α του κανονισμού 1408/71. Επισημαίνω ότι, κατά τη SUSO, η S. Somova παρέλειψε να αναφέρει, κακόπιστα, τις περιόδους ασφαλίσεως που πραγματοποίησε στην Αυστρία. Ωστόσο, το αιτούν δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι κανένα έγγραφο εκδοθέν από την υπηρεσία συντάξεων δεν ανέφερε την υποχρέωση της S. Somova να δηλώσει τις περιόδους ασφαλίσεως που πραγματοποιήθηκαν σε άλλο κράτος μέλος προκειμένου να συνυπολογισθεί το σύνολο των περιόδων ασφαλίσεως σύμφωνα με το άρθρο 45 του κανονισμού 1408/71. Επιπλέον, κατά το δικαστήριο αυτό, ούτε ακόμη και το έντυπο που συμπληρώνεται για την αίτηση συντάξεως γήρατος δεν διευκρινίζει τα δικαιώματα και τις υποχρέωσεις που πηγάζουν από τον κανονισμό αυτό.
Full & Egal Universal Law Academy