ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
JULIANE KOKOTT
της 6ης Φεβρουαρίου 2014 ( 1 )
Υπόθεση C‑105/13
P. J. Vonk Noordegraaf
κατά
Staatssecretaris van Economische Zaken
[αίτηση του College van Beroep voor het bedrijfsleven (Κάτω Χώρες) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Κοινή γεωργική πολιτική — Άμεσες ενισχύσεις — Εκ νέου υπολογισμός των δικαιωμάτων ενισχύσεως»
I – Εισαγωγή
1.
Επιτρέπεται σφάλματα κατά τη διαπίστωση των δικαιωμάτων γεωργικής ενισχύσεως να διορθώνονται μόνο στον βαθμό που αυτή η διόρθωση έχει επιπτώσεις εις βάρος του γεωργού και όχι όταν τον ωφελεί; Αυτό το ζήτημα αφορά η προκειμένη υπόθεση.
2.
Ασφαλώς, εκ πρώτης όψεως, μπορεί να θεωρηθεί εύλογη η συνεπής μεταχείριση των εν λόγω σφαλμάτων, δηλαδή η διόρθωσή τους τόσο εις βάρος όσο και προς όφελος του γεωργού. Κατόπιν ακριβέστερης θεωρήσεως όμως η προσέγγιση αυτή θα μπορούσε να αντιβαίνει στην αρχή της ασφάλειας δικαίου όπως η εν λόγω αρχή συγκεκριμενοποιείται στο πλαίσιο του δικαίου των γεωργικών ενισχύσεων.
3.
Ακολούθως, λοιπόν, πρέπει να εξετασθούν τόσο η νομική βάση για τη διόρθωση σφαλμάτων όσο και η ρύθμιση προς εξασφάλιση της ασφάλειας δικαίου.
II – Νομικό πλαίσιο
Α — Ο κανονισμός 1782/2003
4.
Κατά το παρελθόν, το δίκαιο της Ένωσης προέβλεπε διάφορα συστήματα για τη στήριξη γεωργικών δραστηριοτήτων. Εν μέρει ενισχυόταν η παραγωγή συγκεκριμένων προϊόντων, ενώ για ορισμένες καλλιέργειες προβλέπονταν και ενισχύσεις που αφορούσαν την καλλιεργούμενη έκταση. Ο κανονισμός 1782/2003 ( 2 ) απορρόφησε αυτά τα διαφορετικά μέτρα ενισχύσεως σε μία ενιαία ενίσχυση της εκμεταλλεύσεως.
5.
Για τον σκοπό αυτόν, επιβαλλόταν καταρχάς ο προσδιορισμός του κοινώς καλούμενου ποσού αναφοράς δυνάμει του άρθρου 37, παράγραφος 1, του κανονισμού 1782/2003. Το ποσό αναφοράς συνίστατο στον μέσο όρο των ενισχύσεων που είχε λάβει ο γεωργός στα πλαίσια συγκεκριμένων καθεστώτων στήριξης κατά τη διάρκεια συγκεκριμένης περιόδου πριν από τη μετάβαση στο σύστημα ενιαίας ενισχύσεως.
6.
Επί αυτής της βάσεως μπορούσαν να υπολογισθούν τα κοινώς καλούμενα δικαιώματα ενισχύσεως κατά το άρθρο 43 του κανονισμού 1782/2003:
«1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 48, κάθε γεωργός λαμβάνει δικαίωμα ενίσχυσης ανά εκτάριο που υπολογίζεται από τη διαίρεση του ποσού αναφοράς με τον τριετή μέσο αριθμό όλων των εκταρίων τα οποία κατά την περίοδο αναφοράς έδωσαν δικαίωμα στις άμεσες ενισχύσεις του παραρτήματος VI.
Ο συνολικός αριθμός δικαιωμάτων ενίσχυσης είναι ίσος προς τον προαναφερόμενο μέσο αριθμό εκταρίων.
[…]
2 […]
3. Για τους σκοπούς [...] ως “κτηνοτροφική έκταση” νοείται η έκταση της εκμετάλλευσης που διατίθεται κατά τη διάρκεια ολόκληρου του ημερολογιακού έτους [...] για την εκτροφή ζώων, συμπεριλαμβανομένων εκτάσεων από κοινού χρήσης και εκτάσεων που χρησιμοποιούνται για μικτές καλλιέργειες. Η κτηνοτροφική έκταση δεν περιλαμβάνει:
—
κτήρια, πυκνές συδενδρίες, λίμνες, μονοπάτια,
—
[…]
4. Τα δικαιώματα ενίσχυσης ανά εκτάριο δεν τροποποιούνται, εκτός εάν προβλέπεται άλλως.»
7.
Εν προκειμένω έχει σημασία και ο ορισμός της έννοιας «επιλέξιμα εκτάρια» στο άρθρο 44, παράγραφος 2, του κανονισμού 1782/2003:
«Ο όρος “επιλέξιμα εκτάρια” σημαίνει κάθε γεωργική έκταση της εκμετάλλευσης που καλύπτεται από αρόσιμη γη και μόνιμους βοσκοτόπους εκτός από εκτάσεις που χρησιμοποιούνται για μόνιμες καλλιέργειες, δάση ή εκτάσεις που χρησιμοποιούνται για μη γεωργικές δραστηριότητες.»
Β — Ο κανονισμός 73/2009
8.
Ο κανονισμός 1782/2003 αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό 73/2009 ( 3 ), ο οποίος συνιστά αντικείμενο της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως.
9.
Κατά το άρθρο 33, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 73/2009, η στήριξη δυνάμει του καθεστώτος ενιαίας ενίσχυσης διατίθεται στους γεωργούς που κατέχουν δικαιώματα ενίσχυσης τα οποία απέκτησαν σύμφωνα με τον κανονισμό 1782/2003.
10.
Το άρθρο 34 του κανονισμού 73/2009 προβλέπει ότι δικαιώματα ενισχύσεως μπορούν να αναγνωρισθούν μόνο για κάθε επιλέξιμο εκτάριο:
«1. Η στήριξη δυνάμει του καθεστώτος ενιαίας ενίσχυσης χορηγείται στους γεωργούς με την ενεργοποίηση δικαιώματος ενίσχυσης ανά επιλέξιμο εκτάριο. Τα ενεργοποιημένα δικαιώματα ενίσχυσης θεμελιώνουν την καταβολή των ποσών που καθορίζονται σε αυτά.
2. […]
Πλην περιπτώσεων ανωτέρας βίας ή εξαιρετικών περιστάσεων, τα εκτάρια πρέπει να πληρούν τους όρους επιλεξιμότητας καθόλη τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους.»
11.
Το άρθρο 36 του κανονισμού 73/2009 αφορά την τροποποίηση των δικαιωμάτων ενισχύσεως:
«Τα δικαιώματα ενίσχυσης ανά εκτάριο δεν τροποποιούνται, εκτός αντιθέτων διατάξεων του παρόντος κανονισμού.
H Επιτροπή θεσπίζει, με τη διαδικασία του άρθρου 141, παράγραφος 2, λεπτομερείς κανόνες για την τροποποίηση, από το 2010, των δικαιωμάτων ενίσχυσης, ιδίως στην περίπτωση των υποδιαιρέσεων δικαιωμάτων.»
12.
Η ισχύς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ενισχύσεως ρυθμίζεται ειδικώς στο άρθρο 137 του κανονισμού 73/2009.
«1. Τα δικαιώματα ενίσχυσης που χορηγήθηκαν σε γεωργούς πριν από την 1η Ιανουαρίου 2009 θεωρούνται νόμιμα και κανονικά από την 1η Ιανουαρίου 2010.
2. Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται στα δικαιώματα ενίσχυσης που χορηγήθηκαν σε γεωργούς βάσει πραγματικά ανακριβών αιτήσεων, εκτός από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες το σφάλμα δεν μπορούσε ευλόγως να ανιχνευθεί από τον γεωργό.
3. […]»
13.
Συναφώς, η αιτιολογική σκέψη 49 του κανονισμού 73/2009 προβλέπει τα ακόλουθα:
«Κατά την αρχική κατανομή των δικαιωμάτων ενίσχυσης από τα κράτη μέλη, μερικά λάθη οδήγησαν στην καταβολή ιδιαίτερα υψηλών ενισχύσεων στους γεωργούς. Αυτή η μη συμμόρφωση κανονικά ακολουθείται από δημοσιονομικές διορθώσεις μέχρις ότου ληφθούν διορθωτικά μέτρα. Ωστόσο, λαμβανομένης υπόψη της παρέλευσης χρόνου από την πρώτη κατανομή των δικαιωμάτων ενίσχυσης, η απαιτούμενη διόρθωση θα είχε ως αποτέλεσμα δυσανάλογες νομικές και διοικητικές επιβαρύνσεις για τα κράτη μέλη. Επομένως, για λόγους ασφάλειας δικαίου, θα πρέπει να διευθετηθεί [στο αγγλικό κείμενο: regularised, στο γαλλικό κείμενο: régulariser] η κατανομή των εν λόγω ενισχύσεων.»
Γ — Οι λεπτομερείς διατάξεις εφαρμογής
14.
Λεπτομερείς διατάξεις εφαρμογής όσον αφορά τον κανονισμό 1782/2003 και τον κανονισμό 73/2009 θεσπίσθηκαν αρχικώς με τον κανονισμό 796/2004 ( 4 ) και μετέπειτα με τον κανονισμό 1122/2009 ( 5 ).
15.
Το άρθρο 73α του κανονισμού 796/2004 (ελαφρώς τροποποιημένο νυν άρθρο 81 του κανονισμού 1122/2009) περιέχει ρυθμίσεις για την αναπροσαρμογή δικαιωμάτων ενισχύσεως:
«Ανάκτηση των αδικαιολογήτως χορηγηθέντων δικαιωμάτων
1. Εάν, μετά τη χορήγηση των δικαιωμάτων ενίσχυσης στους γεωργούς [...] διαπιστωθεί ότι ορισμένα δικαιώματα ενίσχυσης χορηγήθηκαν αδικαιολογήτως, ο γεωργός αποδίδει τα αδικαιολογήτως χορηγηθέντα δικαιώματα στο εθνικό απόθεμα [...].
[...]
2. Εάν, μετά τη χορήγηση των δικαιωμάτων ενίσχυσης στους γεωργούς [...] διαπιστωθεί ότι η αξία των δικαιωμάτων ενίσχυσης είναι υπέρμετρα υψηλή, η αξία αυτή αναπροσαρμόζεται ανάλογα. [...] Η αξία της μείωσης διατίθεται στο εθνικό απόθεμα [...].
[...]
2α. Εάν, για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2, διαπιστωθεί ότι ο αριθμός των δικαιωμάτων που έχουν χορηγηθεί σε γεωργό [...] είναι εσφαλμένος και τα αδικαιολογήτως χορηγηθέντα δικαιώματα δεν έχουν αντίκτυπο στη συνολική αξία των δικαιωμάτων που έχει αποκτήσει ο γεωργός, το κράτος μέλος υπολογίζει εκ νέου τα δικαιώματα ενίσχυσης και, κατά περίπτωση, διορθώνει τον τύπο των δικαιωμάτων που έχουν χορηγηθεί στον γεωργό. Ωστόσο, η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται εάν τα σφάλματα ήταν εύλογα δυνατόν να εντοπιστούν από τον γεωργό.»
III – Τα πραγματικά περιστατικά και η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως
16.
Οι διάδικοι της κύριας δίκης διαφωνούν σχετικά με την ενίσχυση της γεωργικής εκμεταλλεύσεως του P. J. Vonk Noordegraaf κατά το έτος 2009. Η έκβαση αυτής της διαφοράς όμως έχει σημασία και για τα επόμενα έτη.
17.
Η διαφορά οφείλεται στη μετάβαση του συστήματος γεωργικών ενισχύσεων από την επιδότηση συγκεκριμένων τύπων γεωργικής παραγωγής στο καθεστώς ενιαίας ενισχύσεως. Για τον υπολογισμό της ενιαίας ενισχύσεως, η επιδότηση της παραγωγής η οποία είχε ληφθεί σε προγενέστερο στάδιο κατανέμεται στη γεωργική έκταση της εκμεταλλεύσεως. Κατά τη διάρκεια των επόμενων περιόδων χορηγήσεως ενισχύσεων, το δικαίωμα ενισχύσεως που υπολογίσθηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο μπορεί να προβληθεί για κάθε επιλέξιμο εκτάριο, εφόσον η εκμετάλλευση διαθέτει τις αντίστοιχες εκτάσεις.
18.
Κατά το παρελθόν, ο P. J. Vonk Noordegraaf έλαβε πριμοδοτήσεις για θηλάζουσες αγελάδες και για ταύρους οι οποίες δεν συνδέονταν με τις υπό εκμετάλλευση εκτάσεις, αλλά με τον αριθμό των ζώων. Με απόφαση της 18ης Ιουλίου 2006, ο μέσος όρος των προγενέστερων πριμοδοτήσεων που είχε λάβει ο P. J. Vonk Noordegraaf, ήτοι το ποσό αναφοράς κατά το άρθρο 37, παράγραφος 1, του κανονισμού 1782/2003, κατανεμήθηκε στη γεωργική έκταση που είχε εκείνος τότε στη διάθεσή του. Η επιφάνεια αυτής της εκτάσεως καθορίστηκε κατά τον χρόνο εκείνο σε 10,76 εκτάρια. Επομένως, απέκτησε 10,76 δικαιώματα ενισχύσεως ( 6 ). Η μέθοδος μετρήσεως που εφαρμόσθηκε κατά τον καθορισμό της εκτάσεως κατέγραψε τη μικτή επιφάνεια που περιλάμβανε τάφρους, πρανή και μονοπάτια.
19.
Εντούτοις, το έτος 2009, λόγω της κριτικής η οποία ασκήθηκε από την Επιτροπή, θεσπίσθηκε στις Κάτω Χώρες νέο σύστημα καταγραφής εκτάσεων. Στο σύστημα αυτό συνυπολογίζονται μόνον οι αμιγώς γεωργικές εκτάσεις. Εξαιρούνται δηλαδή οι τάφροι, τα πρανή και τα μονοπάτια. Με βάση αυτή τη μέθοδο, οι επιλέξιμες εκτάσεις της εκμεταλλεύσεως του P. J. Vonk Noordegraaf, που είχαν καταγραφεί ήδη κατά το έτος 2006, προσδιορίσθηκαν εκ νέου και καθορίσθηκαν μόνο σε 8,34 εκτάρια. Η εν λόγω μείωση της συνολικής επιφάνειας της εκτάσεως οφείλεται αποκλειστικώς στο νέο σύστημα καταγραφής και όχι στο ότι ο P. J. Vonk Noordegraaf δεν εκμεταλλεύεται πλέον συγκεκριμένες εκτάσεις για γεωργικούς σκοπούς. Η ανωτέρω μείωση έχει ως συνέπεια τον περιορισμό των δικαιωμάτων ενισχύσεως που μπορεί να προβάλει ο P. J. Vonk Noordegraaf.
20.
Οι διάδικοι διαφωνούν πλέον σχετικά με το αν πρέπει να μειωθεί αναλόγως και η ενιαία ενίσχυση του P. J. Vonk Noordegraaf. Αυτός ζητεί, συγκεκριμένα, να υπολογισθούν εκ νέου τα δικαιώματα ενισχύσεώς του υπό μορφή αυξήσεως της αξίας τους με βάση τη μειωμένη έκταση της εκμεταλλεύσεως. Κατά την άποψή του, ήταν εσφαλμένη η κατανομή του ποσού αναφοράς σε 10,76 εκτάρια. Το ποσό αυτό έπρεπε να κατανεμηθεί σε 8,34 εκτάρια. Κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν θα μειωνόταν το συνολικό ποσό της γεωργικής ενισχύσεως που δικαιούται.
21.
Βάσει των στοιχείων τα οποία παραθέτει το αιτούν δικαστήριο, το δίκαιο των Κάτω Χωρών θα επέτρεπε, καταρχήν, τη δέουσα αναπροσαρμογή των δικαιωμάτων ενισχύσεως. Δεδομένου όμως ότι εγείρονται αμφιβολίες μήπως το δίκαιο της Ένωσης αποκλείει τυχόν αναπροσαρμογή, το College van Beroep voor het bedrijfsleven υποβάλλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:
Συνιστά ορθή εφαρμογή του κανονισμού 73/2009, και ειδικότερα των άρθρων του 34, 36 και 137, το ότι γεωργός, στον οποίο έχουν χορηγηθεί δικαιώματα ενισχύσεως βάσει παραγωγής μη συνδεόμενης με το έδαφος, τα δικαιώματα δε αυτά συναρτώνται με την επιφάνεια που ο εν λόγω γεωργός έχει στην κατοχή του, δεν εισπράττει τμήμα των δικαιωμάτων ενισχύσεως, μολονότι η επιλέξιμη επιφάνεια των εκταρίων που έχει στην κατοχή του και η οποία έχει παραμείνει αμετάβλητη δηλώθηκε από τον εν λόγω γεωργό καλόπιστα και σύμφωνα με τη μέθοδο μετρήσεως που ίσχυε κατά τον χρόνο ενεργοποιήσεως των δικαιωμάτων ενισχύσεως δυνάμει του άρθρου 34 του κανονισμού, και η οποία όμως καταργήθηκε εν συνεχεία από την Επιτροπή, για τον λόγο και μόνον ότι από την τροποποιημένη μέθοδο μετρήσεως προκύπτει μικρότερη επιφάνεια από εκείνη που προσδιορίστηκε ως επιλέξιμη για την καταβολή των εν λόγω δικαιωμάτων;
22.
Κατά τη διαδικασία κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις μόνον το Βασίλειο των Κάτω Χωρών και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Δεν πραγματοποιήθηκε επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
IV – Νομική εκτίμηση
Α — Επί της λειτουργίας του συστήματος των ενιαίων ενισχύσεων
23.
Για την κατανόηση της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως είναι σκόπιμη, καταρχάς, η εξήγηση του συστήματος των ενιαίων ενισχύσεων με τη χρήση απλουστευμένου παραδείγματος. Η ενιαία ενίσχυση γεωργού προκύπτει, καταρχήν και με την επιφύλαξη περαιτέρω ρυθμίσεων που δεν έχουν σημασία εν προκειμένω, από την κατανομή της ενισχύσεως, η οποία είχε χορηγηθεί βάσει του προγενέστερου συστήματος, στην έκταση που καλλιεργεί ο γεωργός.
24.
Για τον σκοπό αυτόν, υπολογίζεται καταρχάς ποσό αναφοράς το οποίο αντιστοιχεί στον μέσο όρο των ενισχύσεων που είχε λάβει ο γεωργός βάσει του προγενέστερου συστήματος ενισχύσεων κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων ετών πριν από τη μεταβολή του σχετικού καθεστώτος (άρθρο 37 του κανονισμού 1782/2003). Ακολούθως, το ποσό αναφοράς κατανέμεται στην έκταση που καλλιεργήθηκε κατά μέσο όρο στην ανωτέρω χρονική περίοδο. Επί της βάσεως αυτής, ο γεωργός αποκτά ορισμένο αριθμό δικαιωμάτων ενισχύσεως που αντιστοιχεί στον αριθμό εκταρίων της εν λόγω εκτάσεως με συγκεκριμένη αξία κατά περίπτωση (άρθρο 43 του κανονισμού 1782/2003).
25.
Δηλαδή, εάν το ποσό αναφοράς του γεωργού ανέρχεται σε 8000 ευρώ, διότι αυτός ήταν ο μέσος όρος των ενισχύσεων που έλαβε κατά την περίοδο αναφοράς, και καλλιέργησε κατά μέσο όρο έκταση δέκα εκταρίων, του αναλογούν δέκα δικαιώματα ενισχύσεως αξίας 800 ευρώ έκαστο. Όσο εξακολουθεί να καλλιεργεί την ίδια έκταση, μπορεί να προβάλλει εκ νέου κάθε έτος αυτά τα δικαιώματα συνολικής αξίας 8000 ευρώ (άρθρο 34 του κανονισμού 73/2009).
26.
Ωστόσο, εάν σε μεταγενέστερο στάδιο αποδειχθεί ότι οι εκτάσεις του ανωτέρω παραδείγματος περιλαμβάνουν στην πραγματικότητα μόνον οκτώ εκτάρια γης που χρησιμοποιούνται για γεωργική εκμετάλλευση, ενώ η υπόλοιπη έκταση συνίσταται σε μονοπάτια και τάφρους, ο γεωργός θα μπορεί να προβάλλει μόνον οκτώ δικαιώματα ενισχύσεως.
27.
Το αν θα μειωνόταν κατ’ αυτόν τον τρόπο και η συνολική αξία των δικαιωμάτων ενισχύσεως που αναλογούν στον γεωργό σε 6400 ευρώ, ήτοι οκτώ επί 800 ευρώ, αποτελεί αντικείμενο της προκειμένης διαδικασίας. Αυτού του είδους η μείωση θα αποκλειόταν, εάν ο νέος προσδιορισμός της εκτάσεως δεν λαμβανόταν υπόψη μόνον ως προς την καταβολή των δικαιωμάτων, αλλά διόρθωνε συγχρόνως και τον υπολογισμό των δικαιωμάτων ενισχύσεως. Εάν συνέβαινε αυτό, ο γεωργός θα αποκτούσε οκτώ δικαιώματα ενισχύσεως αξίας 1000 ευρώ έκαστο και θα μπορούσε να αξιώσει την καταβολή του πλήρους ποσού των 8000 ευρώ ακόμη και βάσει του νέου προσδιορισμού της εκτάσεως.
28.
Επομένως, για να δοθεί απάντηση στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως πρέπει να αποσαφηνισθεί αν επιτρέπεται τέτοιου είδους αναπροσαρμογή, δηλαδή αν υφίσταται σχετική νομική βάση (κατωτέρω, υπό ενότητα B), και εν συνεχεία, αν η ρύθμιση του άρθρου 137 του κανονισμού 73/2009 που αφορά την ισχύ χορηγηθέντων δικαιωμάτων ενισχύσεως αποκλείει τυχόν αναπροσαρμογή (κατωτέρω, υπό ενότητα Γ).
Β — Επί των προϋποθέσεων αναπροσαρμογής
29.
Το άρθρο 73α του κανονισμού 796/2004 θα μπορούσε να αποτελεί νομική βάση αναπροσαρμογής.
30.
Βεβαίως, το άρθρο 36, παράγραφος 1, του κανονισμού 73/2009 ορίζει ότι τα δικαιώματα ενισχύσεως ανά εκτάριο δεν τροποποιούνται, εκτός αντιθέτων διατάξεων του εν λόγω κανονισμού. Εντούτοις, κατά το άρθρο 36, παράγραφος 2, του κανονισμού, η Επιτροπή δύναται να θεσπίσει λεπτομερείς κανόνες για την τροποποίηση των δικαιωμάτων ενισχύσεως.
31.
Βάσει του άρθρου 86 του κανονισμού 1122/2009, εφόσον η προκειμένη υπόθεση αφορά ενισχύσεις για το έτος 2009, εξακολουθούν να είναι κρίσιμοι οι λεπτομερείς κανόνες του προϊσχύσαντος κανονισμού 796/2004. Αυτός στηριζόταν στον κανονισμό 1782/2003, ο οποίος προέβλεπε στο άρθρο 43, παράγραφος 4, ομοίως με το άρθρο 36 του κανονισμού 73/2009, ότι τα δικαιώματα ενισχύσεως δεν τροποποιούνται εκτός αντιθέτων διατάξεων.
32.
Επομένως, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, το άρθρο 73α, παράγραφοι 1 και 2α, του κανονισμού 796/2004 θα μπορούσε να αποτελέσει νομική βάση για εκ νέου υπολογισμό. Κατά την παράγραφο 1, ο γεωργός οφείλει να αποδώσει τα δικαιώματα ενισχύσεως στο εθνικό απόθεμα, εάν διαπιστωθεί ότι ορισμένα από αυτά χορηγήθηκαν αδικαιολογήτως. Σε περίπτωση τέτοιας διαπιστώσεως, η παράγραφος 2α προβλέπει ότι το κράτος μέλος υπολογίζει εκ νέου τα δικαιώματα ενισχύσεως, εάν τα αδικαιολογήτως χορηγηθέντα δικαιώματα δεν έχουν αντίκτυπο στη συνολική αξία των δικαιωμάτων που έχει αποκτήσει ο γεωργός. Ωστόσο, η παράγραφος 2α δεν εφαρμόζεται εάν τα σφάλματα ήταν εύλογα δυνατόν να εντοπιστούν από τον γεωργό.
33.
Από τις ανωτέρω διατάξεις θα μπορούσε να προκύψει όχι απλώς δυνατότητα, αλλά και υποχρέωση εκ νέου υπολογισμού των δικαιωμάτων ενισχύσεως για την εκμετάλλευση του P. J. Vonk Noordegraaf. Πράγματι, στην προκειμένη περίπτωση, ο εκ νέου υπολογισμός δεν θα είχε αντίκτυπο στη συνολική αξία των δικαιωμάτων ενισχύσεως του P. J. Vonk Noordegraaf. Αυτή η αξία αντιστοιχεί στο αμετάβλητο ποσό αναφοράς, δηλαδή στον μέσο όρο της ενισχύσεώς του πριν από τη μετάβαση στο καθεστώς της ενιαίας ενισχύσεως. Επίσης, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο P. J. Vonk Noordegraaf δεν θα ήταν ευλόγως δυνατόν να εντοπίσει σφάλματα κατά τον προσδιορισμό της εκτάσεως, διότι τα σφάλματα αφορούσαν τη μέθοδο που εφάρμοζαν οι αρχές των Κάτω Χωρών.
34.
Εντούτοις, οι Κάτω Χώρες αρνούνται ότι η αρχική χορήγηση δικαιωμάτων ενισχύσεως το έτος 2006 ήταν εσφαλμένη.
35.
Συνεπώς, πρέπει να εξετασθεί μήπως ο αριθμός των χορηγηθέντων δικαιωμάτων ενισχύσεως ήταν εσφαλμένος για τον λόγο ότι κατά τον προσδιορισμό των κρίσιμων εκτάσεων συμπεριλήφθηκαν και περιοχές, όπως μονοπάτια και τάφροι, τα οποία από το έτος 2009 δεν λαμβάνονταν υπόψη για τον εν λόγω προσδιορισμό. Τούτο θα σήμαινε ότι στην εκμετάλλευση χορηγήθηκε κατά πολύ υψηλότερος αριθμός δικαιωμάτων ενισχύσεως και σε κάθε δικαίωμα αντιστοιχούσε ποσό πολύ χαμηλότερης αξίας.
36.
Κατά το άρθρο 44, παράγραφος 2, του κανονισμού 1782/2003 όπως ίσχυε αρχικώς, επιλέξιμα εκτάρια συνιστούσαν μόνον εκτάσεις που καλύπτονταν από αρόσιμη γη ή μόνιμους βοσκοτόπους ( 7 )· σε μεταγενέστερο στάδιο προστέθηκαν και εκτάσεις οι οποίες χρησιμοποιούνταν για άλλες καλλιέργειες ( 8 ). Ήδη έκτοτε, λοιπές περιοχές, ιδίως μονοπάτια και τάφροι, δεν συνιστούσαν επιλέξιμα εκτάρια με βάση την ανωτέρω διάταξη.
37.
Ασφαλώς, το άρθρο 43 του κανονισμού 1782/2003 δεν ορίζει ρητώς ότι κατά τον υπολογισμό των δικαιωμάτων ενισχύσεως πρέπει να λαμβάνονται υπόψη μόνον επιλέξιμα εκτάρια. Ωστόσο, από την αιτιολογική σκέψη 30 του κανονισμού προκύπτει ότι τα δικαιώματα ενισχύσεως πρέπει να συνδέονται με τις επιλέξιμες εκτάσεις της εκμεταλλεύσεως. Αντιστοίχως, τα επιλέξιμα εκτάρια ορίζονται ρητώς σε σχέση με τον εναλλακτικό τρόπο κατανομής δικαιωμάτων ενισχύσεως που προβλέπει το άρθρο 59. Συνεπώς, επιβάλλεται να ληφθεί ως δεδομένο ότι κατά τον υπολογισμό των δικαιωμάτων ενισχύσεως πρέπει να λαμβάνονται υπόψη εν γένει οι ίδιες εκτάσεις στις οποίες στηρίζεται και η μεταγενέστερη καταβολή της ενισχύσεως.
38.
Εξάλλου, το άρθρο 43, παράγραφος 3, του κανονισμού 1782/2003 διευκρινίζει, σχετικά με τις επιλέξιμες κτηνοτροφικές εκτάσεις, ότι αυτές δεν περιλαμβάνουν ιδίως λίμνες και μονοπάτια. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι περιοχές αυτού του είδους δύνανται να συμπεριληφθούν σε άλλες γεωργικές εκτάσεις.
39.
Επομένως, ήδη από το έτος 2006, περιοχές οι οποίες δεν καλύπτονταν από αρόσιμη γη ή μόνιμους βοσκοτόπους ή δεν χρησιμοποιούνταν για αναγνωρισμένες καλλιέργειες, δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη κατά τον υπολογισμό των δικαιωμάτων ενισχύσεως. Σε περίπτωση όμως που είχε συμβεί αυτό, όπως προκύπτει από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, ο καθορισμένος αριθμός δικαιωμάτων ενισχύσεως θα ήταν εξαρχής εσφαλμένος κατά την έννοια του άρθρου 73α, παράγραφος 2α, του κανονισμού 796/2004.
40.
Επιβάλλεται, συνεπώς, η διαπίστωση ότι το αρμόδιο κράτος μέλος υπολογίζει εκ νέου τα δικαιώματα ενισχύσεως γεωργού δυνάμει του άρθρου 73α, παράγραφος 2α, του κανονισμού 796/2004, εφόσον προγενέστερη ενίσχυση συνιστάμενη σε πριμοδοτήσεις για θηλάζουσες αγελάδες και για ταύρους είχε κατανεμηθεί, κατά τον αρχικό υπολογισμό δικαιωμάτων ενισχύσεως, σε υπερβάλλοντα αριθμό εκταρίων λόγω της μεθόδου που εφαρμοζόταν στο οικείο κράτος μέλος για τον προσδιορισμό επιλέξιμων εκταρίων.
Γ — Επί της ισχύος των δικαιωμάτων ενισχύσεως
41.
Κατά την άποψη των Κάτω Χωρών όμως το άρθρο 137, παράγραφος 1, του κανονισμού 73/2009 αποκλείει τον εκ νέου υπολογισμό των δικαιωμάτων ενισχύσεως. Η διάταξη αυτή ορίζει ότι τα δικαιώματα ενισχύσεως που χορηγήθηκαν σε γεωργούς πριν από την 1η Ιανουαρίου 2009 θεωρούνται νόμιμα και κανονικά από την 1η Ιανουαρίου 2010.
42.
Οι Κάτω Χώρες ερμηνεύουν την ανωτέρω διάταξη υπό την έννοια ότι ενδεχόμενα σφάλματα κατά τον προσδιορισμό επιλέξιμων εκταρίων στο πλαίσιο της αρχικής χορηγήσεως δικαιωμάτων ενισχύσεως πριν από την 1η Ιανουαρίου 2009 δεν δύνανται να διορθωθούν πλέον μετά την 1η Ιανουαρίου 2010.
43.
Σε αυτό θα μπορούσε να αντιταχθεί, εκ πρώτης όψεως, το άρθρο 137, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 73/2009, το οποίο προβλέπει ότι η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται στα δικαιώματα ενισχύσεως που χορηγήθηκαν σε γεωργούς βάσει πραγματικά ανακριβών αιτήσεων. Όντως, στην αίτηση για τον υπολογισμό των δικαιωμάτων ενισχύσεως, κατά το άρθρο 34 του κανονισμού 1782/2003, πρέπει να έχουν συμπληρωθεί ανακριβή στοιχεία εκτάσεως τα οποία είχαν στη διάθεσή τους οι αρχές των Κάτω Χωρών, δηλαδή η μικτή επιφάνεια που περιλαμβάνει μονοπάτια και τάφρους.
44.
Αυτό όμως δεν θα έπρεπε να έχει σημασία. Συγκεκριμένα, το άρθρο 137, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, προβλέπει ότι η παράγραφος 1 εξακολουθεί να εφαρμόζεται σε περιπτώσεις κατά τις οποίες το σφάλμα δεν μπορούσε ευλόγως να ανιχνευθεί από τον γεωργό. Τούτο ισχύει εν προκειμένω, καθόσον η αίτηση στηρίχθηκε στην επίσημη μέθοδο που χρησιμοποιούσαν οι αρχές των Κάτω Χωρών για τον προσδιορισμό της επιφάνειας των εκτάσεων.
45.
Εντούτοις, η Επιτροπή θεωρεί ότι το άρθρο 137 του κανονισμού 73/2009 δεν μπορεί να εφαρμοσθεί ratione temporis. Μολονότι οι αρχές των Κάτω Χωρών εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση μετά την 1η Ιανουαρίου 2010, αυτή αφορούσε τις ενισχύσεις της εκμεταλλεύσεως για το έτος 2009. Αντιλαμβάνομαι την επιχειρηματολογία της Επιτροπής υπό την έννοια ότι οι αρμόδιες αρχές θα έπρεπε κατά την εξέταση της εν λόγω αιτήσεως να προβούν στη διόρθωσή της όπως προβλέπει το άρθρο 73α, παράγραφος 2α, του κανονισμού 796/2004, καθόσον το σφάλμα σχετικά με τη χορήγηση των δικαιωμάτων ενισχύσεως κατέστη πρόδηλο σε αυτό το πλαίσιο. Συναφώς, το αν η απόφαση για μέτρο ενισχύσεως εκδίδεται πριν ή μετά την 1η Ιανουαρίου 2010 δεν μπορεί να έχει σημασία, εφόσον αυτή αφορά περίοδο προγενέστερη της εν λόγω ημερομηνίας.
46.
Αυτή η προσέγγιση πράγματι δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Δεν θα ήταν εύλογο, αφενός, η διόρθωση αδικαιολόγητης δυσμενούς μεταχειρίσεως του αιτούντος να επιτρέπεται μόνον όταν οι αρμόδιες αρχές επεξεργάζονται εγκαίρως την αίτηση και, αφετέρου, οι καθυστερήσεις κατά την επεξεργασία να αποκλείουν τη διόρθωση.
47.
Ωστόσο, η λύση δεν είναι δυνατό να συνίσταται στον περιορισμό του χρονικού πεδίου εφαρμογής του άρθρου 137, παράγραφος 1, του κανονισμού 73/2009 αντιθέτως προς το γράμμα του. Πράγματι, το βασικό πρόβλημα αυτής της διατάξεως θα εξακολουθούσε να υφίσταται: είναι πρόδηλο ότι βαίνει πέραν του δέοντος, διότι αποκλείει, κατά το γράμμα της, τη διόρθωση προγενέστερων σφαλμάτων τα οποία καθιστούν δυσμενή τη θέση των καλόπιστων γεωργών όσον αφορά τη λήψη γεωργικών ενισχύσεων στο μέλλον.
48.
Συνεπώς, πρέπει να εξετασθεί αν το άρθρο 137, παράγραφος 1, του κανονισμού 73/2009 αποκλείει εν γένει και ανεξαρτήτως του χρόνου κινήσεως της διαδικασίας τις αναπροσαρμογές κατά το άρθρο 73α, παράγραφος 2α, του κανονισμού 796/2004.
49.
Σύμφωνα με το γράμμα του, το άρθρο 137, παράγραφος 1, του κανονισμού 73/2009 εξειδικεύει την αρχή της ασφάλειας δικαίου συνολικά για τη χορήγηση δικαιωμάτων ενισχύσεως. Αυτό θα μπορούσε να συνηγορεί υπέρ της ερμηνείας ότι η 1η Ιανουαρίου 2010 αποτελεί το έσχατο χρονικό σημείο κατά το οποίο είναι δυνατή η υποβολή αιτήματος διορθώσεως.
50.
Όπως προκύπτει όμως από την αιτιολογική σκέψη 49 του κανονισμού 73/2009, το άρθρο 137, παράγραφος 1, σκοπεί μόνο να εξασφαλίσει την ισχύ συγκεκριμένων ενισχύσεων. Κατά την ανωτέρω αιτιολογική σκέψη, η διάταξη αυτή θεσπίσθηκε προκειμένου να παράσχει τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να αποφύγουν την ανάκτηση συγκεκριμένων ιδιαιτέρως υψηλών ενισχύσεων που οφείλονταν σε λάθη.
51.
Ο σκοπός αυτός καθίσταται πρόδηλος και στην προαναφερθείσα παράγραφο 2 του άρθρου 137 του κανονισμού 73/2009. Η εν λόγω διάταξη περιορίζει το εύρος της ασφάλειας δικαίου που θεμελιώνεται στην παράγραφο 1, αποκλείοντας την εφαρμογή της ως προς τους γεωργούς οι οποίοι ευθύνονται για σφάλματα κατά τον υπολογισμό των δικαιωμάτων ενισχύσεως. Ο ανωτέρω σκοπός, λοιπόν, συνίσταται στην προστασία γεωργών που έλαβαν υπέρμετρα αυξημένες ενισχύσεις χωρίς δική τους υπαιτιότητα, αλλά όχι στην παγίωση της ανυπαίτιας δυσμενούς μεταχειρίσεως των γεωργών στο μέλλον.
52.
Μόνον αυτή η ερμηνεία μπορεί να εξασφαλίσει ότι στην προκειμένη διαδικασία θα ληφθούν υπόψη κατά τρόπο συνεπή οι βελτιωμένες διαπιστώσεις σχετικά με τις επιλέξιμες εκτάσεις. Ειδάλλως, το νέο και ακριβέστερα προσδιορισθέν μέγεθος των γεωργικών εκτάσεων εκμεταλλεύσεως θα λαμβανόταν υπόψη στο μέλλον μόνον εις βάρος του γεωργού, αλλά όχι προς όφελός του. Τούτο δεν θα ήταν λογικά συνεπές.
53.
Η Επιτροπή, ως αρμόδιο όργανο για την έκδοση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής, επιβεβαιώνει αυτήν την ερμηνεία του άρθρου 137 του κανονισμού 73/2009 διά του άρθρου 81 του κανονισμού 1122/2009 που αντιστοιχεί σε σημαντικό βαθμό στο άρθρο 73α του κρίσιμου, εν προκειμένω, κανονισμού 796/2004. Οι δυνατότητες αναπροσαρμογής που προβλέπει το άρθρο 81, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1122/2009 συμπληρώθηκαν σε σχέση με τον κανονισμό 796/2004 μόνον ως προς τη σημείωση ότι ισχύουν με την επιφύλαξη του άρθρου 137 του κανονισμού 73/2009. Συνεπώς, πρέπει να προστατεύονται οι γεωργοί που καλόπιστα έλαβαν υπέρμετρα αυξημένες ενισχύσεις. Αντιθέτως, η Επιτροπή δεν περιέλαβε αντίστοιχη σημείωση στο άρθρο 81, παράγραφος 3, του κανονισμού 1122/2009. Αυτή η διάταξη επιτρέπει τη διόρθωση σφαλμάτων τα οποία δεν είχαν ως αποτέλεσμα την καταβολή υπέρμετρα αυξημένης ενισχύσεως και εξαιρείται του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 137 του κανονισμού 73/2009, εφόσον δεν υφίσταται σχετική σημείωση. Αυτό πρέπει να ισχύει ομοίως και για το άρθρο 73α, παράγραφος 2α, του κανονισμού 796/2004 που αντιστοιχεί στο άρθρο 81, παράγραφος 3, του κανονισμού 1122/2009.
54.
Επομένως, το άρθρο 137 του κανονισμού 73/2009 δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση διορθώσεως δυνάμει του άρθρου 73α, παράγραφος 2α, του κανονισμού 796/2004.
V – Πρόταση
55.
Ως εκ τούτου, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
Το αρμόδιο κράτος μέλος υπολογίζει εκ νέου τα δικαιώματα ενισχύσεως γεωργού δυνάμει του άρθρου 73α, παράγραφος 2α, του κανονισμού 796/2004, εφόσον προγενέστερη ενίσχυση συνιστάμενη σε πριμοδοτήσεις για θηλάζουσες αγελάδες και για ταύρους είχε κατανεμηθεί, κατά τον αρχικό υπολογισμό δικαιωμάτων ενισχύσεως, σε υπερβάλλοντα αριθμό εκταρίων λόγω της μεθόδου που εφαρμοζόταν στο οικείο κράτος μέλος για τον προσδιορισμό επιλέξιμων εκταρίων. Το άρθρο 137 του κανονισμού 73/2009 δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση διορθώσεως δυνάμει του άρθρου 73α, παράγραφος 2α, του κανονισμού 796/2004.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
( 2 ) Κανονισμός (ΕΚ) 1782/2003 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς [...] (ΕΕ L 270, σ. 1). Μολονότι ακολούθησαν πολυάριθμες τροποποιήσεις, εν προκειμένω είναι κρίσιμο κατ’ ουσία το αρχικό κείμενο του κανονισμού.
( 3 ) Κανονισμός (ΕΚ) 73/2009 του Συμβουλίου, της 19ης Ιανουαρίου 2009, σχετικά με τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης για τους γεωργούς στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής και τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς, για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) 1290/2005, (ΕΚ) 247/2006, (ΕΚ) 378/2007 και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) 1782/2003 (ΕΕ L 30, σ. 16) όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 360/2010 της Επιτροπής, της 27ης Απριλίου 2010, για τροποποίηση των παραρτημάτων IV και VIII του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 του Συμβουλίου, σχετικά με τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης για τους γεωργούς στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ L 106, σ. 1).
( 4 ) Κανονισμός (ΕΚ) 796/2004 της Επιτροπής, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή της πολλαπλής συμμόρφωσης, της διαφοροποίησης και του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) 1782/2003 [...] (ΕΕ L 141, σ. 18) όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 380/2009 της Επιτροπής, της 8ης Μαΐου 2009 (ΕΕ L 116, σ. 9).
( 5 ) Κανονισμός (ΕΚ) 1122/2009 της Επιτροπής, της 30ής Νοεμβρίου 2009, σχετικά με τη θέσπιση λεπτομερών διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 73/2009 του Συμβουλίου όσον αφορά την πολλαπλή συμμόρφωση, τη διαφοροποίηση και το ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου, στο πλαίσιο των καθεστώτων άμεσης στήριξης για τους γεωργούς που προβλέπονται στον εν λόγω κανονισμό, καθώς και λεπτομερών διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 1234/2007 του Συμβουλίου όσον αφορά την πολλαπλή συμμόρφωση στο πλαίσιο του καθεστώτος στήριξης που προβλέπεται για τον αμπελοοινικό τομέα (ΕΕ L 316, σ. 65) όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 146/2010 της Επιτροπής, της 23ης Φεβρουαρίου 2010 (ΕΕ L 47, σ. 1).
( 6 ) Η σχέση μεταξύ εκτάσεως και δικαιωμάτων ενισχύσεως θα αποσαφηνισθεί και στη συνέχεια στο σημείο 25.
( 7 ) Βλ. απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2010, C-61/09, Landkreis Bad Dürkheim (Συλλογή 2010, σ. I-9763, ιδίως σκέψεις 37 και 43).
( 8 ) Βλ., τέλος, τον κανονισμό (ΕΚ)1182/2007 του Συμβουλίου, της 26ης Σεπτεμβρίου 2007 (ΕΕ L 273, σ. 1).
Full & Egal Universal Law Academy