ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 11ης Δεκεμβρίου 2014 ( 1 )
Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑293/13 P και C‑294/13 P
Fresh Del Monte Produce, Inc. κ.λπ.
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ.λπ.
«Αίτηση αναιρέσεως — Ανταγωνισμός — Συμπράξεις — Εναρμονισμένες πρακτικές — Ευρωπαϊκή αγορά της μπανάνας — Οικονομική ενότητα μεταξύ μητρικής και θυγατρικής εταιρίας — Οικειοθελής απάντηση στην απλή αίτηση παροχής πληροφοριών της Επιτροπής — Μείωση προστίμου λόγω συνεργασίας με την Επιτροπή κατά τη διοικητική διαδικασία — Εξ αντικειμένου περιορισμός του ανταγωνισμού — Ενιαία και διαρκής παράβαση»
Περιεχόμενα
I – Εισαγωγή
II – Το ιστορικό της διαφοράς
Α — Οι έννομες σχέσεις μεταξύ Del Monte και Weichert
Β — Η διοικητική διαδικασία και η επίδικη απόφαση
III – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων
Α — Τα αιτήματα στην υπόθεση C‑293/13 P
Β — Τα αιτήματα στην υπόθεση C‑294/13 P
Γ — Η ένωση των υποθέσεων και η προφορική διαδικασία
IV – Εκτίμηση της αιτήσεως αναιρέσεως
Α — Προκαταρκτικά ζητήματα επί του παραδεκτού της συμμετοχής της Weichert στη διαδικασία
1. Το δικαίωμα της Weichert να υποβάλει υπόμνημα επί της αιτήσεως αναιρέσεως
2. Το δικαίωμα της Weichert να ασκήσει ανταναιρέσεις
3. Ενδιάμεσο συμπέρασμα
Β — Επί της κύριας αιτήσεως αναιρέσεως της Del Monte στην υπόθεση C‑293/13 P
1. Ο πρώτος, ο τρίτος και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως: απουσία οικονομικής ενότητας μεταξύ της Del Monte και της Weichert, βάρος αποδείξεως, τεκμήριο αθωότητας
α) Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως: κριτήρια υπάρξεως οικονομικής ενότητας
i) Επί του παραδεκτού
ii) Επί της ουσίας
– Η επιρροή της Del Monte επί της Weichert (δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως)
– Επί της προβαλλόμενης μη τηρήσεως των υποδείξεων από τη Weichert (πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως)
β) Ο τρίτος και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως: βάρος αποδείξεως και τεκμήριο αθωότητας
i) Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως: βάρος αποδείξεως
ii) Ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως: τεκμήριο αθωότητας
iii) Ενδιάμεσο συμπέρασμα
2. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως: παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων
α) Επί των μεμονωμένων αιτιάσεων περί παραμορφώσεως
i) Επί της αιτιάσεως περί παραμορφώσεως της εταιρικής συμβάσεως
– Επί των δικαιωμάτων αρνησικυρίας της ετερόρρυθμης εταίρου
– Επί των δικαιωμάτων αρνησικυρίας του ομόρρυθμου εταίρου
– Επί του διορισμού και της αντικαταστάσεως των διαχειριστών της εταιρίας
– Επί της διαδικασίας διαιτησίας
ii) Επί της αιτιάσεως περί παραμορφώσεως ορισμένων επιπλέον εγγράφων
– Επί της «εξισορροπήσεως των εξουσιών»
– Επί των θέσεων άλλων εισαγωγέων σε σχέση με τη διαμόρφωση των τιμών
– Επί εγγράφου που απέστειλε εξωτερικός νομικός σύμβουλος προς την Del Monte
– Επί υπομνήματος υποβληθέντος στο πλαίσιο εθνικής ένδικης διαδικασίας
– Επί της μη ενοποιήσεως των οικονομικών αποτελεσμάτων
iii) Ενδιάμεσο συμπέρασμα
β) Επί της υποχρεώσεως του Γενικού Δικαστηρίου περί συνολικής εκτιμήσεως των αποδεικτικών στοιχείων
3. Ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως: ενιαία και διαρκής παράβαση
Γ — Επί της ανταναιρέσεως της Weichert στην υπόθεση C‑293/13 P
1. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως: ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής
α) Επί της αιτιάσεως περί αντιφατικής αιτιολογήσεως της αποφάσεως
β) Επί της αιτιάσεως περί παραμορφώσεως αποδεικτικών στοιχείων
γ) Επί της αιτιάσεως περί απουσίας ανταλλαγής πληροφοριών με μελλοντική προοπτική
δ) Ενδιάμεσο συμπέρασμα
2. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως: εξ αντικειμένου περιορισμός του ανταγωνισμού
α) Τα κρίσιμα νομικά κριτήρια
β) Η εφαρμογή των κρίσιμων νομικών κριτηρίων στη συγκεκριμένη περίπτωση
– Επί του είδους και του αντικειμένου της ανταλλαγής πληροφοριών
– Επί της συχνότητας και της τακτικότητας της ανταλλαγής πληροφοριών
γ) Ενδιάμεσο συμπέρασμα
3. Σύνοψη επί της ανταναιρέσεως στην υπόθεση C‑293/13 P
Δ — Επί της κύριας αιτήσεως αναιρέσεως της Επιτροπής στην υπόθεση C‑294/13 P
1. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως: η απάντηση στην αίτηση παροχής πληροφοριών ως λόγος μειώσεως του προστίμου
2. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως: η οικονομική ενότητα ως προϋπόθεση επεκτάσεως των ελαφρυντικών περιστάσεων που αφορούν τη θυγατρική στη μητρική της εταιρία
α) Επί του παραδεκτού
β) Επί της ουσίας
3. Σύνοψη επί της κύριας αιτήσεως αναιρέσεως στην υπόθεση C‑294/13 P
Ε — Επί των δύο ανταναιρέσεων της Weichert και της Del Monte στην υπόθεση C‑294/13 P: η σημασία της προστασίας βάσει της αρχής της μη αυτοενοχοποιήσεως
V – Εκ νέου καθορισμός του προστίμου
VI – Έξοδα
VII – Πρόταση
I – Εισαγωγή
1.
Η προκειμένη αναιρετική διαδικασία παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να λάβει θέση επί δύο ζητημάτων τα οποία έχουν εξέχουσα σημασία για τη μελλοντική διοικητική πρακτική της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ως Αρχής ανταγωνισμού.
2.
Αφενός, πρέπει να αποσαφηνισθούν οι νομικές προϋποθέσεις υπό τις οποίες δύναται να καταλογισθεί εις ολόκληρον ευθύνη σε μητρική εταιρία για τις παραβάσεις των κανόνων ανταγωνισμού εκ μέρους της θυγατρικής της, όταν αυτή δεν είναι κατά 100 % ή σχεδόν κατά 100 % θυγατρική της.
3.
Αφετέρου, επιβάλλεται να διευκρινισθεί αν κατά τον υπολογισμό προστίμου πρέπει πάντοτε να λαμβάνεται υπόψη ως ελαφρυντική περίσταση το ότι επιχείρηση απάντησε δεόντως στην αίτηση παροχής πληροφοριών στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας ή μόνον όταν η επιχείρηση παρέχει πληροφορίες στην Επιτροπή με δική της πρωτοβουλία —δηλαδή, όχι απλώς οικειοθελώς αλλά και αυθορμήτως.
4.
Περαιτέρω τίθενται και ορισμένα επιμέρους ζητήματα σε σχέση με έννοιες που χρησιμοποιούνται στο ευρωπαϊκό δίκαιο ανταγωνισμού, όπως η εναρμονισμένη πρακτική, ο εξ αντικειμένου περιορισμός του ανταγωνισμού, καθώς και η ενιαία και διαρκής παράβαση.
5.
Τα ζητήματα αυτά τίθενται σε σχέση με «σύμπραξη για τη διαμόρφωση της τιμής της μπανάνας» της οποίας οι μετέχοντες ευθύνονται για εναρμονισμένες πρακτικές αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού σε αρκετά κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2008 ( 2 ), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επέβαλε σε ορισμένους μετέχοντες στη σύμπραξη πρόστιμα ύψους εκατομμυρίων ευρώ λόγω παραβάσεως του άρθρου 81 ΕΚ (νυν άρθρο 101 ΣΛΕΕ). Η Fresh Del Monte Produce άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης το οποίο εξέδωσε σχετική απόφαση στις 14 Μαρτίου 2013 (υπόθεση T‑587/08) ( 3 ) μειώνοντας αισθητά το πρόστιμο που είχε επιβάλει η Επιτροπή. Προφανώς όμως τούτη η πρωτόδικη απόφαση δεν έτυχε γενικής αποδοχής, με αποτέλεσμα να βάλουν πλέον κατά αυτής διάφοροι διάδικοι ασκώντας είτε αναιρέσεις είτε ανταναιρέσεις, τις οποίες το Δικαστήριο θα κρίνει, εν προκειμένω, από κοινού.
6.
Η προκειμένη διαδικασία στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑293/13 P και C‑294/13 P έχει στενή συνάφεια με την αναιρετική διαδικασία στην υπόθεση C‑286/13 P επί της οποίας αναπτύσσω σήμερα, επίσης, τις προτάσεις μου. Εντούτοις, τα νομικά ζητήματα σε εκείνη την υπόθεση —με εξαίρεση την έννοια του εξ αντικειμένου περιορισμού του ανταγωνισμού— είναι εντελώς διαφορετικά από αυτά που πρέπει να επιλυθούν εν προκειμένω.
II – Το ιστορικό της διαφοράς
Α — Οι έννομες σχέσεις μεταξύ Del Monte και Weichert
7.
Ο όμιλος εταιριών Fresh Del Monte Produce ( 4 ) είναι μία από τις μεγαλύτερες, κάθετα διαρθρωμένες, επιχειρήσεις παραγωγής, εμπορίας και διανομής φρέσκων και φρεσκοκομμένων φρούτων και λαχανικών παγκοσμίως, καθώς και μία από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις παραγωγής και διανομής έτοιμων προς κατανάλωση φρούτων και λαχανικών, χυμών, ποτών, σνακ και επιδορπίων στην Ευρώπη, τις ΗΠΑ, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική. Εμπορεύεται τα προϊόντα της —μπανάνες ως επί το πλείστον— σε όλο τον κόσμο με το σήμα Del Monte.
8.
Η Internationale Fruchtimport Gesellschaft Weichert & Co. KG ( 5 ) ήταν, κατά τον κρίσιμο χρόνο των πραγματικών περιστατικών, γερμανική ετερόρρυθμη εταιρία, δραστηριοποιούμενη κυρίως στο εμπόριο μπανάνας, ανανά και άλλων εξωτικών φρούτων στη βόρεια Ευρώπη. Από τις 24 Ιουνίου 1994 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2002 η Del Monte μετείχε, εμμέσως, σε ποσοστό 80 %, στο κεφάλαιο της Weichert. Συγκεκριμένα συμμετείχε μέσω της κατά 100 % θυγατρικής της Westeuropa-Amerika-Linie GmbH, την οποία είχε εξαγοράσει το 1994 μέσω της θυγατρικής της Global Reefer Carriers Ltd ( 6 ). Η Weichert ήταν, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2002, ο αποκλειστικός διανομέας μπανανών μάρκας Del Monte στη βόρεια Ευρώπη.
Β — Η διοικητική διαδικασία και η επίδικη απόφαση
9.
Αντικείμενο της διοικητικής διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής ήταν η εναρμονισμένη πρακτική πλειόνων επιχειρήσεων δραστηριοποιούμενων στην αγορά της μπανάνας (στο εξής: εμπλεκόμενες επιχειρήσεις) —μεταξύ των οποίων η Weichert και, μέσω της Weichert, η Del Monte— με σκοπό τον συντονισμό των τιμών αναφοράς της μπανάνας στη βόρεια Ευρώπη κατά τα έτη 2000, 2001 και 2002.
10.
Κατά τις διαπιστώσεις του Γενικού Δικαστηρίου, οι μπανάνες μεταφέρονται, κατά κανόνα πράσινες, με πλοία από λιμάνια της Λατινικής Αμερικής προς τη βόρεια Ευρώπη, όπου η άφιξή τους πραγματοποιείται τουλάχιστον μία φορά εβδομαδιαίως.
11.
Οι μπανάνες παραδίδονται στους Ευρωπαίους αγοραστές τους είτε απευθείας, ως πράσινες μπανάνες, είτε μετά από περίπου επτά ημέρες ωριμάνσεως, ως κίτρινες μπανάνες. Η ωρίμανση διενεργείται είτε από τον εισαγωγέα, αυτοπροσώπως ή για λογαριασμό του, είτε από τον αγοραστή. Οι πελάτες των εισαγωγέων είναι κατά κανόνα επιχειρήσεις ωριμάνσεως ή αλυσίδες καταστημάτων λιανικής.
12.
Κατά την κρίσιμη περίοδο, η τιμή για αυτές τις μπανάνες στη βόρεια Ευρώπη καθοριζόταν εβδομαδιαίως με βάση τις τιμές αναφοράς για τις πράσινες μπανάνες. Η τιμή αναφοράς για τις κίτρινες μπανάνες προέκυπτε, κανονικά, από την τιμή αναφοράς για τις πράσινες μπανάνες με την προσθήκη των εξόδων ωριμάνσεως. Οι τιμές που καταβάλλονταν από τις επιχειρήσεις λιανικής και τους διανομείς (οι λεγόμενες «πραγματικές τιμές» ή «τιμές συναλλαγής») καθορίζονταν είτε κατόπιν διαπραγματεύσεων που πραγματοποιούνταν σε εβδομαδιαία βάση, κατά κανόνα το απόγευμα της Πέμπτης ή την Παρασκευή, είτε με συμβάσεις προμήθειας, βάσει προσυμφωνημένων μαθηματικών τύπων καθορισμού των τιμών.
13.
Οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις προέβαιναν, αφενός, σε διμερείς επαφές με αντικείμενο τον προκαθορισμό των τιμών, κατά τις οποίες συζητούσαν τις παραμέτρους για τον εβδομαδιαίο καθορισμό των τιμών αναφοράς ή συζητούσαν ή αποκάλυπταν τις τάσεις των τιμών ή παρείχαν στοιχεία σχετικά με τις τιμές αναφοράς για τις ερχόμενες εβδομάδες. Τέτοιες επαφές πραγματοποιούνταν προτού οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις καθορίσουν τις δικές τους τιμές αναφοράς, συνήθως τις Τετάρτες, και είχαν όλες ως αντικείμενο τις μελλοντικές τιμές αναφοράς. Οι διμερείς αυτές επαφές με αντικείμενο τον προκαθορισμό των τιμών αποσκοπούσαν στον περιορισμό της αβεβαιότητας που σχετίζεται με τη συμπεριφορά των λοιπών επιχειρήσεων, ενόψει του καθορισμού των τιμών αναφοράς το πρωί της Πέμπτης.
14.
Αφετέρου, οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις γνωστοποιούσαν σε διμερές επίπεδο τις τιμές αναφοράς μετά τον καθορισμό τους την Πέμπτη το πρωί. Με αυτή την ανταλλαγή πληροφοριών ήταν σε θέση να ελέγχουν τη λήψη των αποφάσεων καθορισμού των τιμών, ενισχύοντας τη συνεργασία τους.
15.
Οι τιμές αναφοράς χρησίμευαν τουλάχιστον ως δείκτες, τάσεις και/ή ενδείξεις για την αγορά, σχετικά με την εξέλιξη της τιμής της μπανάνας. Περαιτέρω, σε ορισμένες συναλλαγές, η τιμή συνδεόταν ευθέως με την τιμή αναφοράς βάσει συμβατικών συμφωνιών περί εφαρμογής μαθηματικών τύπων για τον καθορισμό των τιμών.
16.
Κατά τον καθορισμό της εμπορικής πολιτικής τους, οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις έπρεπε οπωσδήποτε να λαμβάνουν υπόψη τις πληροφορίες που προέρχονταν από τους ανταγωνιστές τους, όπως ρητώς παραδέχθηκαν οι Chiquita και Dole.
17.
Στις 8 Απριλίου 2005 η Chiquita υπέβαλε αίτηση επιείκειας ενώπιον της Επιτροπής βάσει της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002 ( 7 ). Κατόπιν ελέγχων σε διάφορες επιχειρήσεις, μεταξύ άλλων και στις εγκαταστάσεις των Del Monte και Weichert, και αφού απέστειλε αρκετές αιτήσεις παροχής πληροφοριών, η Επιτροπή απηύθυνε στις 20 Ιουλίου 2007 ανακοίνωση αιτιάσεων σε πολυάριθμες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην αγορά της μπανάνας. Στη συνέχεια της διοικητικής διαδικασίας, παρασχέθηκε πρόσβαση στον φάκελο της υποθέσεως στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις, η ακρόαση των οποίων πραγματοποιήθηκε από τις 4 έως τις 6 Φεβρουαρίου 2008. Τέλος, στις 15 Οκτωβρίου 2008, η Επιτροπή εξέδωσε την επίδικη απόφαση.
18.
Στην επίδικη απόφαση, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι αρκετές επιχειρήσεις, μεταξύ των οποίων οι Del Monte και Weichert, ενήργησαν κατά παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ, καθόσον μετείχαν σε εναρμονισμένη πρακτική με σκοπό τον συντονισμό των τιμών αναφοράς για τις μπανάνες. Από γεωγραφικής απόψεως, η εν λόγω παράβαση αφορούσε το Βέλγιο, τη Δανία, τη Γερμανία, τη Φινλανδία, το Λουξεμβούργο, τις Κάτω Χώρες, την Αυστρία και τη Σουηδία ( 8 ). Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η ανάμειξη των Del Monte και Weichert στην παράβαση κάλυπτε την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2000 έως την 31η Δεκεμβρίου 2002 ( 9 ).
19.
Κατά την Επιτροπή, η εναρμονισμένη πρακτική είχε σημαντικές επιπτώσεις στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, δεδομένου ότι το διασυνοριακό εμπόριο μπανάνας στη βόρεια Ευρώπη αφορά μεγάλες ποσότητες και ότι οι αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού πρακτικές κάλυπταν σημαντικό μέρος της Κοινότητας.
20.
Η Επιτροπή συνήγαγε το συμπέρασμα ότι οι επαφές με αντικείμενο τον προκαθορισμό των τιμών, μεταξύ των Dole και Chiquita και μεταξύ των Dole και Weichert, μπορούσαν να επηρεάσουν τις οριζόμενες από τις επιχειρήσεις τιμές και σχετίζονταν με τον καθορισμό των τιμών, πράγμα που συνιστά εναρμονισμένη πρακτική με σκοπό τον περιορισμό του ανταγωνισμού κατά την έννοια του άρθρου 81 ΕΚ.
21.
Η Επιτροπή έκρινε ότι όλες οι περιγραφόμενες στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμφωνίες συνιστούσαν ενιαία και διαρκή παράβαση με σκοπό τον περιορισμό του ανταγωνισμού εντός της Κοινότητας κατά την έννοια του άρθρου 81 ΕΚ. Κατά την Επιτροπή, οι Chiquita και Dole είχαν ευθύνη για την παράβαση στο σύνολό της, ενώ η Weichert ευθυνόταν μόνο για το μέρος της παραβάσεως στο οποίο μετείχε, δηλαδή για τις αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμφωνίες με την Dole.
22.
Με την επίδικη απόφαση, η Επιτροπή επέβαλε πρόστιμα σε αρκετές εμπλεκόμενες επιχειρήσεις λόγω της ανάμειξής τους στην παράβαση. Στις Weichert και Del Monte επέβαλε από κοινού και εις ολόκληρον πρόστιμο ύψους 14,7 εκατομμυρίων ευρώ ( 10 ). Όσον αφορά την κρίση περί της εις ολόκληρον ευθύνης, η Επιτροπή στηρίχθηκε στο ότι η Del Monte από κοινού με τους ομόρρυθμους εταίρους της Weichert είχε τη δυνατότητα να ασκεί καθοριστική επιρροή στην επιχειρηματική δραστηριότητα της Weichert και άσκησε πράγματι τέτοια επιρροή κατά την περίοδο της παραβάσεως με αποτέλεσμα η Weichert να μην μπορεί να καθορίσει ανεξάρτητα τη συμπεριφορά της στην αγορά και να αποτελεί μία οικονομική ενότητα με την Del Monte.
23.
Αρκετοί από τους αποδέκτες της επίδικης αποφάσεως ζήτησαν πρωτοδίκως έννομη προστασία, ασκώντας κατ’ αυτής προσφυγές ακυρώσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Στις 31 Δεκεμβρίου 2008 η Del Monte άσκησε προσφυγή με την υποστήριξη της Weichert ως παρεμβαίνουσας. Η προσφυγή της Del Monte ευδοκίμησε στο μέτρο που το Γενικό Δικαστήριο, με απόφαση της 14ης Μαρτίου 2013, μείωσε σε 8,82 εκατομμύρια ευρώ το πρόστιμο το οποίο η Επιτροπή είχε επιβάλει από κοινού και εις ολόκληρον στις Del Monte και Weichert. Κατά τα λοιπά, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή και καταδίκασε την Del Monte στα δικαστικά της έξοδα, καθώς και στα τρία τέταρτα των εξόδων της Επιτροπής, ενώ όρισε ότι η Weichert φέρει τα δικά της έξοδα και η Επιτροπή το ένα τέταρτο των δικαστικών της εξόδων.
III – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων
24.
Κατά της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου ασκήθηκαν εκατέρωθεν αναιρέσεις ή ανταναιρέσεις: στην υπόθεση C‑293/13 P, η Del Monte άσκησε αναίρεση με δικόγραφο της 24ης Μαΐου 2013 και η Weichert ανταναίρεση με δικόγραφο της 7ης Αυγούστου 2013· στην υπόθεση C‑294/13 P, η Επιτροπή άσκησε αναίρεση με δικόγραφο της 27ης Μαΐου 2013, ενώ η Del Monte ανταναίρεση με δικόγραφο της 1ης Αυγούστου 2013 και η Weichert, επίσης, ανταναίρεση με δικόγραφο της 7ης Αυγούστου 2013.
Α — Τα αιτήματα στην υπόθεση C‑293/13 P
25.
Με την αίτηση αναιρέσεως στην υπόθεση C‑293/13 P, η Del Monte, ως αναιρεσείουσα, ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 14ης Μαρτίου 2013, στην υπόθεση T‑587/08,
—
να ακυρώσει την επίδικη απόφαση ως προς την αναιρεσείουσα και
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα της πρωτοβάθμιας και της αναιρετικής διαδικασίας.
26.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και
—
να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
27.
Αντιθέτως, η Weichert ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως της Del Monte ως προς την ευθύνη της μητρικής εταιρίας,
—
να κάνει δεκτή την αίτηση αναιρέσεως της Del Monte ως προς το ζήτημα της ενιαίας και διαρκούς παραβάσεως,
—
να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να ακυρώσει την επίδικη απόφαση στο σύνολό της,
—
επικουρικώς, να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που επιβεβαιώνει την επίδικη απόφαση ως προς το ζήτημα της ενιαίας και διαρκούς παραβάσεως, καθώς και να μειώσει αναλόγως το πρόστιμο που επιβλήθηκε στις Del Monte και Weichert,
επιπλέον:
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα της πρωτοβάθμιας και της αναιρετικής διαδικασίας.
28.
Με την άσκηση ανταναιρέσεως στην υπόθεση C‑293/13 P, η Weichert ζητεί, επίσης, από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση,
—
να ακυρώσει την επίδικη απόφαση, καθώς και
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα της πρωτοβάθμιας και της αναιρετικής διαδικασίας.
29.
Με την απάντησή της στην ανταναίρεση, η Del Monte συντάσσεται κατ’ ουσίαν με τα αιτήματα της Weichert ( 11 ), ενώ η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την ανταναίρεση καταδικάζοντας την ανταναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
Β — Τα αιτήματα στην υπόθεση C‑294/13 P
30.
Με την αίτηση αναιρέσεως στην υπόθεση C‑294/13 P, η Επιτροπή, ως αναιρεσείουσα, ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει το πρώτο σημείο του διατακτικού της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως,
—
να αποφανθεί οριστικώς επί της διαφοράς, ορίζοντας το ποσό του προστίμου για την Del Monte σε 9800000 ευρώ, καθώς και
—
να καταδικάσει την Del Monte στα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης, καθώς και στο μέρος των δικαστικών εξόδων της δίκης ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου που κρίνει ως εύλογο.
31.
Η Del Monte ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως της Επιτροπής και
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
32.
Η Weichert ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως της Επιτροπής στο σύνολό της και
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα της πρωτοβάθμιας και της αναιρετικής διαδικασίας.
33.
Με την άσκηση ανταναιρέσεως στην υπόθεση C‑294/13 P, η Weichert ζητεί, επίσης, από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος στο οποίο διαπιστώνεται ότι η Weichert δεν μπορεί να ζητήσει προστασία βάσει της αρχής της μη αυτοενοχοποιήσεως,
—
να μειώσει το πρόστιμο που επιβλήθηκε από κοινού και εις ολόκληρον στις Del Monte και Weichert, λαμβάνοντας υπόψη ότι η Weichert, απαντώντας στην αίτηση παροχής πληροφοριών, συνεργάστηκε πέραν του δέοντος με την Επιτροπή,
—
να ακυρώσει την επίδικη απόφαση και
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα της πρωτοβάθμιας και της αναιρετικής διαδικασίας.
34.
Με την απάντησή της σε αυτήν την ανταναίρεση, η Del Monte ζητεί από το Δικαστήριο, σε περίπτωση που γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως της Επιτροπής,
—
να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που στη σκέψη 839 επισημαίνεται ότι το δικαίωμα αρνήσεως παροχής πληροφοριών δεν ισχύει ως προς τις απλές αιτήσεις παροχής πληροφοριών εκ μέρους της Επιτροπής,
—
να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο, προκειμένου αυτό να εξετάσει αν οι πληροφορίες που ζήτησε η Επιτροπή μπορούσαν να οδηγήσουν σε αυτοενοχοποίηση και αν, για τον λόγο αυτόν, θα έπρεπε να μειωθεί το πρόστιμο των Weichert και Del Monte, και
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
35.
Τα ίδια αιτήματα υποβάλλει η Del Monte και με τη δική της ανταναίρεση στην υπόθεση C‑294/13 P.
36.
Η Επιτροπή ζητεί να απορριφθούν αμφότερες οι ανταναιρέσεις και να καταδικαστούν οι ανταναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα.
Γ — Η ένωση των υποθέσεων και η προφορική διαδικασία
37.
Με διάταξη της 22ας Ιουλίου 2014, η πρόεδρος του δεύτερου τμήματος του Δικαστηρίου αποφάσισε την ένωση των υποθέσεων C‑293/13 P και C‑294/13 P προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και έκδοση κοινής αποφάσεως. Η επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου διεξήχθη στις 9 Οκτωβρίου 2014.
IV – Εκτίμηση της αιτήσεως αναιρέσεως
Α — Προκαταρκτικά ζητήματα επί του παραδεκτού της συμμετοχής της Weichert στη διαδικασία
38.
Πριν εξετασθούν αναλυτικώς οι λόγοι αναιρέσεως που προβάλλουν οι διάδικοι με τις κύριες αναιρέσεις και τις ανταναιρέσεις τους, πρέπει να διευκρινισθεί αν είναι εν γένει παραδεκτή η συμμετοχή της Weichert σε αμφότερες τις αναιρετικές διαδικασίες στις υποθέσεις C‑293/13 P και C‑294/13 P. Τούτο αμφισβητήθηκε από την Επιτροπή.
39.
Η ένσταση απαραδέκτου της Επιτροπής πρέπει να εξετασθεί βάσει του δεδομένου ότι η Weichert, ως αποδέκτης της επίδικης αποφάσεως, δεν τήρησε την προθεσμία ασκήσεως δικής της προσφυγής ακυρώσεως κατά της εν λόγω αποφάσεως ( 12 ). Επομένως, η επίδικη απόφαση ανέπτυξε ισχύ δεδικασμένου έναντι της Weichert ( 13 ).
40.
Στην πρωτοβάθμια διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, λοιπόν, η Weichert μπόρεσε να συμμετάσχει μόνο διότι το Γενικό Δικαστήριο της επέτρεψε να παρέμβει υπέρ της Del Monte. Μολονότι είναι δυνατό να εγερθούν σημαντικές αμφιβολίες ως προς την ορθότητα της επιλογής αυτής, καθαυτή η νομιμότητα της συμμετοχής της Weichert στην πρωτοβάθμια διαδικασία δεν συνιστά αντικείμενο της προκειμένης αναιρετικής διαδικασίας.
41.
Λόγω της θέσεώς της ως παρεμβαίνουσας στον πρώτο βαθμό, η Weichert μετέσχε στην προκειμένη αναιρετική διαδικασία τόσο σε σχέση με την υπόθεση C‑293/13 P όσο και σε σχέση με την υπόθεση C‑294/13 P υποβάλλοντας υπόμνημα επί της αιτήσεως αναιρέσεως και ασκώντας ανταναίρεση για κάθε υπόθεση. Τα δύο αυτά είδη συμμετοχής στη διαδικασία πρέπει να διακριθούν επιμελώς μεταξύ τους.
1. Το δικαίωμα της Weichert να υποβάλει υπόμνημα επί της αιτήσεως αναιρέσεως
42.
Κατά το άρθρο 172 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, κάθε διάδικος της συγκεκριμένης ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου υποθέσεως που «έχει συμφέρον να γίνει δεκτή ή να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως» μπορεί να υποβάλει υπόμνημα επί της αιτήσεως αναιρέσεως εντός δύο μηνών από την επίδοσή της.
43.
Καταρχήν, λοιπόν, οι παρεμβαίνοντες στον πρώτο βαθμό, όπως η Weichert, δύνανται να συμμετάσχουν στην αναιρετική διαδικασία υποβάλλοντας υπόμνημα επί της αιτήσεως αναιρέσεως, εφόσον έχουν συμφέρον να γίνει δεκτή ή να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε από άλλον διάδικο.
44.
Το συμφέρον συμμετοχής σε τέτοια αναιρετική διαδικασία δεν συμπίπτει οπωσδήποτε με το συμφέρον το οποίο πρέπει να καθίσταται εύλογο για να επιτραπεί η παρέμβαση στην πρωτοβάθμια διαδικασία (άρθρο 40, παράγραφος 2, του Οργανισμού του Δικαστηρίου). Κατά συνέπεια, το ότι επετράπη η συμμετοχή υπό μορφή παρεμβάσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου τη δυνατότητα συμμετοχής και στην αναιρετική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου. Αντιθέτως, το συμφέρον συμμετοχής σε καθεμία εξ αυτών των διαδικασιών πρέπει να εκτιμάται πάντοτε βάσει του εκάστοτε αντικειμένου της διαδικασίας. Ενώ αντικείμενο της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου συνιστά η επίδικη απόφαση και η νομιμότητά της, ενώπιον του Δικαστηρίου κρίνεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και η διατήρηση ή η αναίρεσή της για νομικούς λόγους.
45.
Σύμφωνα με την πάγια νομολογία σχετικά με το έννομο συμφέρον, το συμφέρον συμμετοχής σε αναιρετική διαδικασία πρέπει να γίνεται δεκτό όταν ο διάδικος που υποβάλλει το υπόμνημα επί της αιτήσεως αναιρέσεως μπορεί να ωφεληθεί από την έκβαση της εν λόγω διαδικασίας ( 14 ). Το όφελος αυτό δεν απαιτείται να είναι κατ’ ανάγκη νομικής φύσεως. Τη συμμετοχή στην αναιρετική διαδικασία δύναται να δικαιολογεί κατά περίπτωση και οικονομικό ή ηθικό συμφέρον.
46.
Εν προκειμένω, η Weichert, αντιθέτως προς την άποψη της Επιτροπής, έχει πρόδηλο συμφέρον ως προς την έκβαση των δύο αναιρετικών διαδικασιών στις υποθέσεις C‑293/13 P και C‑294/13 P. Στο πλαίσιο αμφότερων των υποθέσεων, δηλαδή, η πρόκληση σημαντικών νομικών και οικονομικών συνεπειών για τη Weichert εξαρτάται από το αν θα γίνουν δεκτές ή θα απορριφθούν οι κύριες αιτήσεις αναιρέσεως που άσκησαν η Del Monte (C‑293/13 P) και η Επιτροπή (C‑294/13 P), καθώς και η ανταναίρεση της Del Monte (C‑293/13 P).
47.
Ασφαλώς, η Weichert δεν μπορεί, καταρχήν, να αμφισβητήσει πλέον τη συμμετοχή της στην παράβαση και την υποχρέωσή της να καταβάλει πρόστιμο, διότι η ίδια δεν προσέφυγε εμπροθέσμως κατά της επίδικης αποφάσεως με αποτέλεσμα η εν λόγω απόφαση να αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου ως προς αυτήν. Επομένως, όλα τα αιτήματα και τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν τόσο με τα υπομνήματα επί των αιτήσεων αναιρέσεως όσο και με τις προφορικές παρατηρήσεις της Weichert και έχουν ως σκοπό την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως είναι απαράδεκτα.
48.
Ωστόσο, ανάλογα με την κρίση της υποθέσεως C‑293/13 P από το Δικαστήριο η Weichert θα πρέπει να καταβάλει το καθορισμένο πρόστιμο είτε μόνη της είτε από κοινού και εις ολόκληρον με την Del Monte, ενώ σε περίπτωση εις ολόκληρον ευθύνης με την Del Monte, η Weichert μπορεί εν ανάγκη να στραφεί αναγωγικώς κατά αυτής όσον αφορά το σύνολο ή τμήμα του προστίμου. Επίσης, ανάλογα με την κρίση της υποθέσεως C‑294/13 P από το Δικαστήριο θα κυμανθεί το ύψος του προστίμου για την καταβολή του οποίου η Weichert ευθύνεται εις ολόκληρον. Η Weichert έχει έννομο συμφέρον να λάβει θέση επί όλων των σχετικών νομικών ζητημάτων και τούτο δικαιολογεί την παρουσία της ενώπιον του Δικαστηρίου.
49.
Στο πλαίσιο αυτό, λοιπόν, η Weichert έχει δικαίωμα, με βάση το άρθρο 172 του Κανονισμού Διαδικασίας, να υποβάλει υπόμνημα επί της αιτήσεως αναιρέσεως και για τις δύο υποθέσεις και κατ’ αυτόν τον τρόπο να συμμετάσχει στην αναιρετική διαδικασία —περιοριζόμενη όμως στα ζητήματα που επισημάνθηκαν ανωτέρω στο σημείο 48.
2. Το δικαίωμα της Weichert να ασκήσει ανταναιρέσεις
50.
Δεν συμβαίνει το ίδιο με τις δύο ανταναιρέσεις που άσκησε η Weichert στις υποθέσεις C‑293/13 P και C‑294/13 P.
51.
Βεβαίως, όπως προκύπτει από το άρθρο 172 σε συνδυασμό με το άρθρο 176, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, η άσκηση ανταναιρέσεως προϋποθέτει επίσης ότι ο ανταναιρεσείων ήταν διάδικος της σχετικής υποθέσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και έχει «συμφέρον να γίνει δεκτή ή να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως».
52.
Τούτο όμως δεν αρκεί: κατά το άρθρο 56, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, μη προνομιούχος παρεμβαίνων στον πρώτο βαθμό δύναται να ασκήσει αναίρεση μόνον εάν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου τον «θίγει απ’ ευθείας». Η διάταξη αυτή του Οργανισμού του Δικαστηρίου, η οποία εμπίπτει στο πρωτογενές δίκαιο και, ως εκ τούτου, είναι ιεραρχικώς ανώτερη του Κανονισμού Διαδικασίας, θα στερούνταν νοήματος εάν γινόταν δεκτό άνευ ετέρου ότι έχει το ίδιο περιεχόμενο με την απαίτηση περί «συμφέροντος να γίνει δεκτή ή να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως», η οποία ισχύει ούτως ή άλλως δυνάμει του άρθρου 172 του Κανονισμού Διαδικασίας.
53.
Δηλαδή, εάν ο μη προνομιούχος παρεμβαίνων στον πρώτο βαθμό θέλει να ασκήσει αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου, πρέπει να πληροί επιπρόσθετη προϋπόθεση του παραδεκτού ( 15 ). Η αυστηρότητα αυτή οφείλεται στη δικονομική θέση του αναιρεσείοντος που με τους νομικούς λόγους και τα επιχειρήματα που προβάλλει δύναται να συνδιαμορφώσει, εν τέλει, το επίδικο αντικείμενο ενώπιον του Δικαστηρίου. Τη δυνατότητα αυτή δεν έχουν οι λοιποί διάδικοι που υποβάλλουν μόνον υπομνήματα επί ήδη ασκηθείσας αιτήσεως αναιρέσεως.
54.
Κατά τον ίδιο τρόπο, ο μη προνομιούχος παρεμβαίνων στον πρώτο βαθμό, ο οποίος θέλει να ασκήσει ανταναίρεση, πρέπει να θίγεται απευθείας από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου. Πράγματι, αφενός, από τον Κανονισμό Διαδικασίας δεν προκύπτει κανένα στοιχείο που να υποδηλώνει ότι ειδικώς για την άσκηση ανταναιρέσεως θα μπορούσαν να ισχύουν λιγότερο αυστηρές προϋποθέσεις του παραδεκτού και, αφετέρου, το άρθρο 56, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού εφαρμόζεται αδιακρίτως για όλα τα είδη των αναιρέσεων —τόσο για τις κύριες αιτήσεις αναιρέσεως όσο και για τις ανταναιρέσεις.
55.
Η ανταναίρεση έχει μεν παρακολουθηματικό χαρακτήρα ως προς την κύρια αίτηση αναιρέσεως ( 16 ), αλλά παρέχει στον ανταναιρεσείοντα παρόμοια δυνατότητα με εκείνη του κύριου αναιρεσείοντος να συνδιαμορφώσει το επίδικο αντικείμενο ενώπιον του Δικαστηρίου προβάλλοντας δικούς του νομικούς λόγους και επιχειρήματα, δεδομένου μάλιστα ότι τα επιχειρήματα που προβάλλει με την ανταναίρεσή του πρέπει να διαφέρουν από τους λόγους και τα επιχειρήματα που προέβαλε με το υπόμνημά του επί της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρο 178, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας). Για τον λόγο αυτόν δικαιολογείται ότι το παραδεκτό της ασκήσεως ανταναιρέσεως εξαρτάται από την επιπρόσθετη προϋπόθεση «ο ανταναιρεσείων να θίγεται απευθείας» η οποία υπερβαίνει την απλή απαίτηση αντλήσεως συμφέροντος από την έκβαση της διαδικασίας (άρθρο 172 σε συνδυασμό με το άρθρο 176, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας).
56.
Ποια είναι όμως η συγκεκριμένη σημασία αυτής της προϋποθέσεως του παραδεκτού;
57.
Ο αναιρεσείων ή ανταναιρεσείων θίγεται απευθείας, κατά την έννοια του άρθρου 56, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού, όταν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει ως αποτέλεσμα δυσμενή μεταβολή της νομικής του καταστάσεως ή των οικονομικών ή ηθικών συμφερόντων του. Η εν λόγω απόφαση, δηλαδή, πρέπει να περιέχει πραγματικό βλαπτικό στοιχείο για αυτόν.
58.
Τούτο δεν ισχύει εν προκειμένω ως προς τη Weichert.
59.
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση μείωσε αισθητά το πρόστιμο που είχε επιβληθεί από κοινού και εις ολόκληρον στις Del Monte και Weichert. Αυτό όχι μόνο δεν έβλαψε, αλλά ωφέλησε τη Weichert.
60.
Ομολογουμένως, η Weichert υπέστη βλάβη και εξακολουθεί να την υφίσταται, καθόσον χωρίς να έχει διαπιστωθεί η συμμετοχή της σε παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ της ζητήθηκε να καταβάλει πρόστιμο —έστω και αισθητά μειωμένο. Αυτό το βλαπτικό στοιχείο για τη Weichert όμως δεν προκύπτει απευθείας από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αλλά από την επίδικη απόφαση.
61.
Αντιθέτως, το επίδικο αντικείμενο της προκειμένης διαδικασίας συνίσταται αποκλειστικώς στην ευθύνη της Del Monte για την παράβαση. Με την προσφυγή ακυρώσεως που άσκησε η Del Monte ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ζητεί μόνο να ακυρωθούν τα άρθρα 1 έως 4 της επίδικης αποφάσεως, κατά το μέρος που την (δηλαδή, την Del Monte) αφορούν ( 17 ). Κατά συνέπεια, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει, επίσης, ως αντικείμενο μόνον την ευθύνη της Del Monte. Το Γενικό Δικαστήριο εξετάζει τη συμπεριφορά της Weichert μόνο στον βαθμό που αυτή έχει σημασία για την εκτίμηση της ευθύνης της Del Monte.
62.
Εάν η Weichert ήθελε να αντικρούσει τη δική της ευθύνη για την παράβαση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, θα είχε αναμφιβόλως το δικαίωμα, ως αποδέκτρια της επίδικης αποφάσεως —αντιθέτως προς τους παρεμβαίνοντες στις συναφείς υποθέσεις που έχει κρίνει μέχρι τούδε το Δικαστήριο ( 18 )—, να ασκήσει η ίδια προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου (άρθρο 263, παράγραφος 4, πρώτη περίπτωση, ΣΛΕΕ). Εντούτοις, η Weichert δεν άσκησε εμπροθέσμως τούτο το δικαίωμα προσφυγής με αποτέλεσμα η επίδικη απόφαση να αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου για αυτήν. Η Weichert δεν μπορεί να ανατρέψει τούτη την ισχύ της επίδικης αποφάσεως —όπως επισημάνθηκε ήδη ( 19 )— ασκώντας ανταναιρέσεις στο πλαίσιο ένδικων διαδικασιών που έχουν κινηθεί από άλλους αποδέκτες της επίδικης αποφάσεως σε σχέση με τη δική τους ευθύνη.
63.
Η δυνατότητα που παρέχεται στον μη προνομιούχο παρεμβαίνοντα να συμμετάσχει στην πρωτοβάθμια διαδικασία, καθώς και το δικαίωμά του να προσβάλει την πρωτόδικη απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου ασκώντας δική του αίτηση αναιρέσεως δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν καταχρηστικώς ως αντιστάθμισμα σε περίπτωση που κάποιος διάδικος παρέλειψε να ασκήσει την προσφυγή ακυρώσεως που είχε στη διάθεσή του. Το ένδικο μέσο της ανταναιρέσεως δεν ασκείται προς εξυπηρέτηση του παρασιτισμού.
64.
Η προκειμένη περίπτωση παρέχει στο Δικαστήριο σπάνια ευκαιρία να διευκρινίσει αυτήν τη δικονομική λεπτομέρεια και τούτο θα είχε ιδιαίτερη σημασία για τις μελλοντικές υποθέσεις ανταγωνισμού, καθώς και για την αναιρετική διαδικασία εν γένει.
65.
Επομένως, δεδομένου ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, από δικονομικής απόψεως, δεν αφορά άμεσα τη Weichert, αμφότερες οι ανταναιρέσεις στις υποθέσεις C‑293/13 P και C‑294/13 P δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του παραδεκτού βάσει του άρθρου 56, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού. Είναι, λοιπόν, απαράδεκτες.
3. Ενδιάμεσο συμπέρασμα
66.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω, η Weichert συμμετέχει παραδεκτώς στη διαδικασία μόνο στον βαθμό που αντικρούει τις αιτήσεις αναιρέσεως στις υποθέσεις C‑293/13 P και C‑294/13 P, προκειμένου να διασφαλίσει τα έννομα συμφέροντά της όσον αφορά την εις ολόκληρον ευθύνη της με την Del Monte. Αντιθέτως, εφόσον η Weichert δεν θίγεται απευθείας κατά την έννοια του άρθρου 56, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού, δεν έχει δικαίωμα να προβάλει δικά της επιχειρήματα, που υπερβαίνουν το επίδικο αντικείμενο των δύο κύριων αιτήσεων αναιρέσεως στις υποθέσεις C‑293/13 P και C‑294/13 P, ασκώντας ανταναιρέσεις κατά της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
Β — Επί της κύριας αιτήσεως αναιρέσεως της Del Monte στην υπόθεση C‑293/13 P
67.
Η αίτηση αναιρέσεως της Del Monte στην υπόθεση C‑293/13 P, η οποία στηρίζεται σε πέντε λόγους αναιρέσεως, είναι αφιερωμένη κατ’ ουσίαν στις σχέσεις μεταξύ της Del Monte και της Weichert. Ενδείκνυται οι επιμέρους λόγοι αναιρέσεως να εξετασθούν με ελαφρώς διαφορετική σειρά.
1. Ο πρώτος, ο τρίτος και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως: απουσία οικονομικής ενότητας μεταξύ της Del Monte και της Weichert, βάρος αποδείξεως, τεκμήριο αθωότητας
68.
Η Del Monte προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι εσφαλμένως δέχθηκε την από κοινού και εις ολόκληρον ευθύνη της για την παράβαση των κανόνων περί συμπράξεως εκ μέρους της Weichert. Τούτο προβάλλεται, καταρχάς, στο πλαίσιο του πρώτου λόγου αναιρέσεως ως παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ (νυν άρθρο 101 ΣΛΕΕ) και του άρθρου 23, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1/2003 ( 20 ). Το ίδιο ζήτημα αφορούν, επίσης, ο τρίτος και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως στην υπόθεση C‑293/13 P, αλλά προσεγγίζουν το θέμα της εις ολόκληρον ευθύνης της Del Monte υπό το πρίσμα του βάρους αποδείξεως (τρίτος λόγος αναιρέσεως) και του τεκμηρίου αθωότητας —αρχή in dubio pro reo— (τέταρτος λόγος αναιρέσεως). Λόγω των αλληλεπικαλύψεων του περιεχομένου αυτών των τριών λόγων αναιρέσεως θα τους εξετάσω ακολούθως από κοινού.
α) Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως: κριτήρια υπάρξεως οικονομικής ενότητας
69.
Στο πλαίσιο του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η Del Monte υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως δέχθηκε ότι υφίσταται οικονομική ενότητα μεταξύ αυτής και της Weichert. Συναφώς, η Del Monte στηρίζεται κατά μείζονα λόγο σε πολυάριθμα επιχειρήματα τα οποία σχετίζονται με τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά αυτής της υποθέσεως και εστιάζουν κατ’ ουσίαν στη διάρθρωση της Weichert ως ετερόρρυθμης εταιρίας γερμανικού δικαίου, στη συναφθείσα σύμβαση διανομής μεταξύ της Del Monte και της Weichert, στις συζητήσεις μεταξύ Weichert και Del Monte, καθώς και στην τιμολογιακή πολιτική της Weichert.
i) Επί του παραδεκτού
70.
Η Επιτροπή, αλλά παραδόξως και η Weichert, αντιτάσσονται σε αυτήν την επιχειρηματολογία και θεωρούν ότι πρόκειται για απαράδεκτη επανεξέταση της εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων.
71.
Στην πραγματικότητα, τούτος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κινείται σε μια λεπτή διαχωριστική γραμμή μεταξύ ζητημάτων που άπτονται, αφενός, της εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων και, αφετέρου, του νομικού χαρακτηρισμού των πραγματικών περιστατικών. Μολονότι το Δικαστήριο, ως αναιρετικό δικαιοδοτικό όργανο, δεν είναι αρμόδιο να εξετάσει την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων —με εξαίρεση ενδεχόμενη αιτίαση περί παραμορφώσεως—, ο νομικός χαρακτηρισμός των πραγματικών περιστατικών εμπίπτει στο πεδίο του ελέγχου που ασκεί στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας ( 21 ). Το Δικαστήριο οφείλει να ελέγξει ιδίως αν το Γενικό Δικαστήριο εφάρμοσε ορθά νομικά κριτήρια κατά την εξέταση της νομιμότητας της επίδικης αποφάσεως και αν συνήγαγε ορθά, από νομικής απόψεως, συμπεράσματα σε σχέση με τα διαπιστωμένα πραγματικά περιστατικά ( 22 ).
72.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως της Del Monte προβάλλεται παραδεκτώς μόνον κατά το μέρος που προσάπτεται στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν εκτίμησε ορθώς τα νομικά κριτήρια που ισχύουν στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού δικαίου ανταγωνισμού για τη διαπίστωση της οικονομικής ενότητας μεταξύ δύο ή περισσότερων εταιριών. Ωστόσο, κατά την εξέταση της επιχειρηματολογίας της Del Monte, το Δικαστήριο πρέπει να αντισταθεί στον πειρασμό να υποκαταστήσει με τη δική του εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων την εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου, διότι δεν έχει τέτοια αρμοδιότητα. Εάν το Δικαστήριο δεν θέλει να μετατρέψει την αναιρετική διαδικασία σε διαδικασία δευτεροβάθμιου ελέγχου ουσίας, πρέπει να περιορισθεί αυστηρώς στο πλαίσιο των πραγματικών περιστατικών που έχει διαπιστώσει το Γενικό Δικαστήριο.
ii) Επί της ουσίας
73.
Κατά πάγια νομολογία, η παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού εκ μέρους θυγατρικής εταιρίας μπορεί να καταλογισθεί στη μητρική, συγκεκριμένα όταν η θυγατρική, μολονότι έχει χωριστή νομική προσωπικότητα, δεν ενεργεί κατά τρόπο αυτοτελή στην αγορά, αλλά εφαρμόζει, ως επί το πλείστον, τις οδηγίες της μητρικής εταιρίας, λαμβανομένων υπόψη ιδίως των υφιστάμενων οικονομικών, οργανωτικών και νομικών δεσμών μεταξύ των δύο αυτών νομικών οντοτήτων ( 23 ).
74.
Δηλαδή, στη μητρική εταιρία δύναται να καταλογισθεί εις ολόκληρον ευθύνη για τις παραβάσεις των κανόνων του ανταγωνισμού που διέπραξε η θυγατρική της, εάν κατά τον χρόνο της παραβάσεως η θυγατρική εταιρία τελούσε υπό την καθοριστική επιρροή της μητρικής της ( 24 ). Συναφώς, έχει δευτερεύουσα σημασία το αν η μητρική εταιρία ασκούσε την καθοριστική αυτή επιρροή επί της θυγατρικής μόνη της ή από κοινού με άλλες εταιρίες.
75.
Ασφαλώς, στην περίπτωση των Del Monte και Weichert δεν υφίσταται η κλασική σχέση μητρικής-θυγατρικής, αλλά μάλλον κοινή εταιρία μεταξύ της Del Monte και της οικογένειας W. ( 25 ). Ωστόσο, τα προαναφερθέντα κριτήρια μπορούν να εφαρμοσθούν δίχως πρόβλημα και σε τέτοια περίπτωση κοινής εταιρίας. Ως προς τούτο συμφώνησαν όλοι οι διάδικοι, ενώ και το Γενικό Δικαστήριο ορθώς στηρίχθηκε σε αυτό το δεδομένο ( 26 ).
76.
Εφόσον η Del Monte δεν συμμετείχε κατά 100 % ή σχεδόν κατά 100 % στη Weichert, η άσκηση καθοριστικής επιρροής της Del Monte επί της Weichert, στην προκειμένη περίπτωση, δεν μπορούσε να γίνει δεκτή κατά μαχητό τεκμήριο ( 27 ), αλλά έπρεπε να αποδειχθεί θετικά από την Επιτροπή ( 28 ).
77.
Στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο αναγνωρίζει, κατόπιν διεξοδικής εξετάσεως του αποδεικτικού υλικού, ότι η Επιτροπή απέδειξε την εν λόγω καθοριστική επιρροή ( 29 ). Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο στηρίζεται στη συνεκτίμηση διαφόρων περιστάσεων της προκειμένης περιπτώσεως και συγκεκριμένα,
—
των δεσμών μεταξύ της Del Monte και της οικογένειας W. υπό τη μορφή ετερόρρυθμης εταιρίας γερμανικού δικαίου, στην οποία η Del Monte συμμετείχε μεν ως απλή ετερόρρυθμη εταίρος, αλλά κατείχε το 80 % των εταιρικών μεριδίων και είχε συγκεκριμένα δικαιώματα αρνησικυρίας,
—
της συμβάσεως διανομής μεταξύ της Del Monte και της Weichert, η οποία είχε ως αποτέλεσμα, στην πράξη, η Weichert να προμηθεύεται μπανάνες μόνον από την Del Monte και να αποτελεί αποκλειστικό διανομέα μπανανών της Del Monte στη βόρεια Ευρώπη,
—
της ροής πληροφοριών μεταξύ της Weichert και της Del Monte, από την οποία προκύπτει ότι η Weichert ενημέρωνε τακτικώς και αναλυτικώς την Del Monte για τις τρέχουσες συναλλαγές της, καθώς και
—
των συζητήσεων σχετικά με την τιμολογιακή πολιτική και τον εφοδιασμό της Weichert, στο πλαίσιο των οποίων η Del Monte και η Weichert αντάλλασσαν απόψεις συστηματικά και ενίοτε έρχονταν σε αντιπαράθεση σχετικά με τη διάθεση των μπανανών στην αγορά και τη διαμόρφωση της τιμής τους.
78.
Όπως επισημάνθηκε ήδη, η εκ νέου εξέταση όλου του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστήριο και η υποκατάσταση της εκτιμήσεως του Γενικού Δικαστηρίου με εκείνη του Δικαστηρίου θα ήταν προδήλως αντίθετη προς το νόημα της αναιρετικής διαδικασίας. Στο αναιρετικό στάδιο μπορεί να εξετασθεί μόνον αν τα κριτήρια που εφάρμοσε το Γενικό Δικαστήριο ήταν ορθά από νομικής απόψεως, λαμβανομένων υπόψη των διαπιστώσεων στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση που αφορούν τα πραγματικά περιστατικά.
79.
Πρέπει να τονισθεί ότι η ύπαρξη οικονομικής ενότητας μπορεί να συναχθεί από μια δέσμη συγκλινόντων στοιχείων, ακόμη και αν κανένα από τα στοιχεία αυτά, αυτοτελώς εξεταζόμενο, δεν αρκεί για να αποδειχθεί η ύπαρξη τέτοιας ενότητας ( 30 ). Επομένως, επιβάλλεται η συνεκτίμηση όλων των κρίσιμων περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως και των συμπερασμάτων που συνήγαγε το Γενικό Δικαστήριο και όχι η επιλεκτική εξέταση μεμονωμένων περιστάσεων —όπως επιδιώκει η Del Monte.
80.
Δεδομένου, μάλιστα, ότι κάθε περίπτωση έχει τις ιδιαιτερότητές της, δεν είναι κρίσιμη ούτε η ύπαρξη προηγούμενων περιπτώσεων στη νομολογία του Δικαστηρίου ή του Γενικού Δικαστηρίου, οι οποίες είναι ακριβώς ίδιες ή παρόμοιες με την προκειμένη περίπτωση.
81.
Κατόπιν τούτου, θα εξετάσω ακολούθως τις δύο προβαλλόμενες αιτιάσεις της Del Monte, με τις οποίες, αφενός, αρνείται την άσκηση καθοριστικής επιρροής επί της Weichert και, αφετέρου, θέλει να θέσει εν αμφιβόλω το αποτέλεσμα τέτοιας επιρροής.
– Η επιρροή της Del Monte επί της Weichert (δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως)
82.
Αφενός, η Del Monte αρνείται εν γένει ότι ασκούσε καθοριστική επιρροή επί της Weichert. Υποστηρίζει ότι οι περιστάσεις βάσει των οποίων η Επιτροπή, με την έγκριση του Γενικού Δικαστηρίου, συνήγαγε το συμπέρασμα ότι υφίστατο καθοριστική επιρροή στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν πληρούσαν τις νομικές προϋποθέσεις της εις ολόκληρον ευθύνης μιας εταιρίας για την παράβαση των κανόνων περί συμπράξεων εκ μέρους άλλης εταιρίας. Συναφώς, η Del Monte προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο «εσφαλμένη ερμηνεία του κριτηρίου περί ευθύνης της μητρικής εταιρίας».
83.
Τα επιχειρήματα στα οποία στηρίζεται αυτή η αιτίαση της Del Monte εμπίπτουν κατ’ ουσίαν στο πλαίσιο δύο επιμέρους ζητημάτων: αφενός, αν η Del Monte είχε τη δυνατότητα να ασκεί καθοριστική επιρροή και, αφετέρου, αν ασκούσε όντως τέτοια επιρροή.
84.
Καταρχάς, όσον αφορά τη δυνατότητα ασκήσεως καθοριστικής επιρροής, η Del Monte επισημαίνει ότι στην κοινή εταιρία με την οικογένεια W., η οποία είχε τη νομική μορφή ετερόρρυθμης εταιρίας γερμανικού δικαίου, η ίδια ήταν απλώς ετερόρρυθμη εταίρος, είχε αποκλεισθεί από την εταιρική διαχείριση και διέθετε μόνον ελάχιστα δικαιώματα συναποφάσεως. Συναφώς, η Del Monte παραθέτει αποσπάσματα από τον γερμανικό εμπορικό κώδικα και από την ισχύουσα εταιρική σύμβαση της Weichert.
85.
Από νομικής απόψεως, πρέπει να σημειωθεί ότι το αν εταιρία δύναται να καθορίζει αυτόνομα τη συμπεριφορά της στην αγορά ή, αντιθέτως, είναι εκτεθειμένη στην καθοριστική επιρροή άλλης εταιρίας, δεν μπορεί να εκτιμηθεί αποκλειστικά με βάση τις σχετικές διατάξεις του εταιρικού δικαίου (νομοθετικές διατάξεις, αλλά και συμφωνίες σε εταιρικές συμβάσεις). Βεβαίως, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι αρμοδιότητες που διαθέτουν τα όργανα και οι εταίροι. Τον αποφασιστικό ρόλο έχει όμως η οικονομική πραγματικότητα. Το δίκαιο ανταγωνισμού δεν προσηλώνεται στους τύπους, αλλά εξετάζει την πραγματική συμπεριφορά των επιχειρήσεων ( 31 ).
86.
Ασφαλώς, από απόψεως εταιρικού δικαίου, καθαυτή η θέση ετερόρρυθμης εταίρου η οποία έχει αποκλεισθεί από την εταιρική διαχείριση δεν αρκεί για να γίνει δεκτή η δυνατότητα ασκήσεως καθοριστικής επιρροής. Δεν αποκλείεται όμως να συντρέχουν άλλες περιστάσεις, οικονομικής, οργανωτικής και νομικής φύσεως, ικανές να καταστήσουν απλή ετερόρρυθμη εταίρο τόσο ισχυρή, ώστε να μπορεί να ασκεί de facto καθοριστική επιρροή στην οικεία εταιρία.
87.
Ακριβώς τέτοιες περιστάσεις διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο στην προκειμένη περίπτωση.
88.
Πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε τα δικαιώματα αρνησικυρίας της Del Monte εντός της εταιρικής διαρθρώσεως της Weichert. Βεβαίως, τέτοια δικαιώματα αρνησικυρίας δεν θεμελιώνουν, αφεαυτού, de iure αποκλειστικό έλεγχο της Del Monte επί της Weichert. Εντούτοις, δεν αποκλείεται τα δικαιώματα αυτά σε συνδυασμό με άλλες περιστάσεις να οδηγούσαν de facto σε αποκλειστικό έλεγχο ( 32 ). Σε κάθε περίπτωση, πάντως, μπορούν να ληφθούν υπόψη ως υπόβαθρο κοινού ελέγχου που ασκούνταν από την Del Monte και την οικογένεια W. και τούτο, κατά τη νεότερη νομολογία, αρκεί ενδεχομένως για τον καταλογισμό ευθύνης λόγω παραβάσεως των κανόνων περί συμπράξεων ( 33 ).
89.
Κατά τα λοιπά, από νομικής απόψεως, τέτοια δικαιώματα αρνησικυρίας δεν επιβάλλεται να αφορούν μέτρα της τρέχουσας εταιρικής διαχειρίσεως ή συγκεκριμένα τη συμπεριφορά της εταιρίας στην αγορά, αντιθέτως, αρκεί να εξασφαλίζουν γενικότερα στον ενδιαφερόμενο εταίρο επαρκή επιρροή στην εμπορική πολιτική της εταιρίας εν ευρεία εννοία ( 34 ).
90.
Σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του Γενικού Δικαστηρίου, τα δικαιώματα αρνησικυρίας της Del Monte αφορούσαν, μεταξύ άλλων, σημαντικές αποφάσεις της συνελεύσεως των εταίρων σχετικά με προϋπολογισμούς, επενδυτικά σχέδια ή προσλήψεις προσωπικού ( 35 ). Κατά κανόνα, τέτοιου είδους δικαιώματα αρνησικυρίας εξασφαλίζουν σε εταίρο, εν τοις πράγμασι, σημαντική επιρροή επί της εμπορικής πολιτικής, ακόμη και αν δεν του παρέχουν το δικαίωμα, από αμιγώς νομικής απόψεως, να καθορίζει από κοινού τις τρέχουσες συναλλαγές.
91.
Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο τόνισε ότι η Del Monte, ως ετερόρρυθμη εταίρος, κατείχε το 80 % των εταιρικών μεριδίων της Weichert. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο συμπέρανε ότι η Del Monte είχε ισχυρό οικονομικό κίνητρο για να ασκεί επιρροή επί της Weichert ( 36 ).
92.
Τρίτον, το Γενικό Δικαστήριο έλαβε υπόψη τη σύμβαση διανομής μεταξύ της Del Monte και της Weichert, η οποία είχε ως αποτέλεσμα, στην πράξη, η Weichert να προμηθεύεται μπανάνες μόνον από την Del Monte και να αποτελεί αποκλειστικό διανομέα μπανανών της Del Monte στη βόρεια Ευρώπη ( 37 ).
93.
Τέτοια σχέση αποκλειστικότητας δύναται κατά κανόνα, ιδίως όταν αφορά τον μεγαλύτερο μέτοχο της οικείας εμπορικής επιχειρήσεως, να διαμορφώσει καθεστώς οικονομικής και οργανωτικής εξαρτήσεως, καθιστώντας δυνατή την άσκηση καθοριστικής επιρροής στην εμπορική πολιτική.
94.
Το αν υπήρχε όντως τέτοια εξάρτηση μεταξύ της Del Monte και της Weichert στην προκειμένη περίπτωση συνιστά αμιγώς πραγματικό ζήτημα και, επομένως, η εξέτασή του απόκειται μόνο στο Γενικό Δικαστήριο. Σε νομικό επίπεδο, πάντως, δεν υφίστατο λόγος που να κωλύει το Γενικό Δικαστήριο να δεχθεί ότι η Del Monte, παρά την ιδιότητά της ως ετερόρρυθμης εταίρου, ήταν σε θέση να ασκεί καθοριστική επιρροή επί της Weichert, λαμβανομένων υπόψη όλων των οικονομικών και νομικών δεσμών της με την εν λόγω εταιρία που διαπιστώθηκαν πρωτοδίκως.
95.
Εν τέλει, λοιπόν, εφόσον αποδεικνύεται ότι η Del Monte ασκούσε de facto καθοριστική επιρροή επί της Weichert, παρέλκει η εξέταση του αν η Del Monte διέθετε επίσης επαρκείς νομικές δυνατότητες ασκήσεως καθοριστικής επιρροής και αν είχε de iure τον αποκλειστικό έλεγχο της Weichert ή αν έπρεπε να ασκεί τον έλεγχο αυτόν από κοινού με την οικογένεια W. ( 38 ).
96.
Όσον αφορά την εν τοις πράγμασι άσκηση καθοριστικής επιρροής, από τις διαπιστώσεις του Γενικού Δικαστηρίου προκύπτει ότι η Del Monte ενημερωνόταν συστηματικώς και αναλυτικώς από τη Weichert για τις τρέχουσες συναλλαγές της στην αγορά της μπανάνας, ενώ η εν λόγω ενημέρωση υπερέβαινε κατά πολύ το μέτρο που θα αντιστοιχούσε στα δικαιώματα της Del Monte βάσει της εταιρικής συμβάσεως και της συμβάσεως διανομής ( 39 ). Κυρίως όμως, σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του Γενικού Δικαστηρίου ( 40 ), σε πολυάριθμες περιπτώσεις η Del Monte απηύθυνε ρητές και άμεσες υποδείξεις σχετικά με τη διάθεση στην αγορά και τη διαμόρφωση των τιμών για τις μπανάνες με το σήμα Del Monte τις οποίες διένειμε η Weichert ( 41 ).
97.
Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο είχε στη διάθεσή του αρκετά αποδεικτικά στοιχεία βάσει των οποίων μπορούσε να συμπεράνει, χωρίς να υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο, ότι η Del Monte ασκούσε όντως καθοριστική επιρροή στην εμπορική πολιτική της Weichert και μάλιστα είχε άμεση ανάμειξη στη συμπεριφορά της Weichert στην αγορά. Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο μπορούσε να εκλάβει την ύπαρξη συγκεκριμένων οδηγιών της Del Monte όσον αφορά τη διάθεση των μπανανών της στην αγορά και τη σχετική διαμόρφωση της τιμής τους ως ιδιαιτέρως σαφή ένδειξη για την άσκηση καθοριστικής επιρροής της εν λόγω εταιρίας επί της Weichert ( 42 ).
98.
Ασφαλώς, τα αποδεικτικά στοιχεία θα μπορούσαν να τύχουν ενδεχομένως και διαφορετικής ερμηνείας από εκείνη του Γενικού Δικαστηρίου. Ωστόσο, το Δικαστήριο ως αναιρετικό δικαιοδοτικό όργανο δεν είναι αρμόδιο να υποκαταστήσει με τη δική του εκτίμηση την κυρίαρχη και νομικώς ορθή εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου.
– Επί της προβαλλόμενης μη τηρήσεως των υποδείξεων από τη Weichert (πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως)
99.
Αφετέρου, η Del Monte αντιτείνει ότι η επιρροή της επί της Weichert δεν είχε αποτέλεσμα. Η Del Monte υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η Weichert δεν τηρούσε στην πράξη όλες τις υποδείξεις της Del Monte και μάλιστα είχε —ένδικες και εξώδικες— νομικές διαφορές με την Del Monte. Υπό αυτές τις συνθήκες, λοιπόν, το Γενικό Δικαστήριο δεν έπρεπε να δεχθεί, κατά την Del Monte, ότι υφίστατο οικονομική ενότητα μεταξύ της Del Monte και της Weichert ή ότι η Del Monte ασκούσε καθοριστική επιρροή επί της Weichert.
100.
Όπως επισημάνθηκε ήδη, η οικονομική ενότητα μεταξύ δύο εταιριών μπορεί να γίνει δεκτή μόνον όταν η μία δεν καθορίζει αυτοτελώς τη συμπεριφορά της στην αγορά, αλλά εφαρμόζει κατά τα ουσιώδη τις υποδείξεις της άλλης εταιρίας ( 43 ).
101.
Το κριτήριο αυτό όμως δεν πρέπει να ερμηνευθεί εσφαλμένως υπό την έννοια ότι η μία εταιρία οφείλει να τηρεί ανεξαιρέτως όλες τις υποδείξεις της άλλης εταιρίας και ότι δεν μπορούν να υφίστανται επ’ ουδενί διχογνωμίες μεταξύ τους, αντιθέτως, οι εν λόγω υποδείξεις επιβάλλεται να εφαρμόζονται μόνον κατά τα ουσιώδη. Ομοίως, η μία εταιρία δεν οφείλει να αποκλείει εξαρχής κάθε αντίρρηση της άλλης εταιρίας ενάντια στην επιρροή της και κάθε νομική επιδίωξή της, προκειμένου να επιδείξει την επιρροή της και, κατ’ επέκταση, την οικονομική ενότητα.
102.
Ακόμη και στις κλασικές διαρθρώσεις ομίλων οι εσωτερικές διαφωνίες δεν είναι σπάνιες. Ενίοτε, οι υποδείξεις των μητρικών εταιριών έναντι των κατά 100 % ή σχεδόν κατά 100 % θυγατρικών τους δεν εφαρμόζονται και μάλιστα ακόμη και όταν πρόκειται για σημαντικές υποδείξεις. Επί παραδείγματι, είναι σύνηθες φαινόμενο, στο πλαίσιο προγραμμάτων συμμορφώσεως, οι μητρικές εταιρίες να απευθύνουν προς όλες τις θυγατρικές τους κοινώς καλούμενες οδηγίες συμμορφώσεως, διά των οποίων τις δεσμεύουν να μην εφαρμόσουν συναλλακτικές πρακτικές αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού. Η ενδεχόμενη μη τήρηση τέτοιων οδηγιών συμμορφώσεως —η σημασία των οποίων είναι αναμφίβολη τόσο για την επιχειρηματική δράση όσο και για το δίκαιο του ανταγωνισμού— ουδόλως αποκλείει, κατά τη νομολογία, τον καταλογισμό ευθύνης στη μία εταιρία για τις παραβάσεις των κανόνων περί συμπράξεων εκ μέρους της άλλης ( 44 ).
103.
Κατά συνέπεια, στην προκειμένη περίπτωση δεν υφίστατο νομικός λόγος που να κωλύει το Γενικό Δικαστήριο να δεχθεί την ύπαρξη οικονομικής ενότητας μεταξύ της Del Monte και της Weichert, ακόμη και αν η Weichert δεν τηρούσε όλες τις υποδείξεις της Del Monte και, κατά τα λοιπά, είχε στραφεί νομικώς κατά της Del Monte ως προς ορισμένα ζητήματα.
104.
Πάντως, η καθοριστική επιρροή και η οικονομική ενότητα δεν μπορούν να γίνουν δεκτές, όταν υφίστανται σοβαρές ενδείξεις ότι η μία εταιρία κατά κανόνα δεν τηρούσε τις υποδείξεις της άλλης και εμφανιζόταν ως ανεξάρτητη στην αγορά.
105.
Για τον λόγο αυτόν, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς εξέτασε το αποδεικτικό υλικό που είχε στη διάθεσή του στην προκειμένη περίπτωση, διερευνώντας μήπως η Weichert δεν εφάρμοζε κατά κανόνα τις υποδείξεις της Del Monte και ενεργούσε αυτοτελώς στην αγορά ( 45 ). Στο πλαίσιο αυτό, ανέλυσε διεξοδικώς το επιχείρημα της Del Monte ότι η Weichert, αφενός, στηριζόμενη στο επίπεδο τιμών της Dole, ακολουθούσε διαφορετική τιμολογιακή πολιτική από εκείνη που επιθυμούσε η Del Monte και, αφετέρου, δεν εφάρμοσε τη νέα στρατηγική μάρκετινγκ της Del Monte με την οποία η τελευταία υποτίθεται ότι επεδίωκε να καθιερώσει τις μπανάνες της ως ανώτερης ποιότητας, ώστε να προσεγγίσει τις τιμές της Chiquita.
106.
Οι ανωτέρω περιστάσεις, εάν αποδεικνύονταν, θα συνιστούσαν πράγματι σημαντική ένδειξη κατά της (αποτελεσματικής) ασκήσεως καθοριστικής επιρροής της Del Monte επί της Weichert και, επομένως, κατά της υπάρξεως οικονομικής ενότητας μεταξύ των δύο εταιριών.
107.
Για τον λόγο αυτόν, λοιπόν, η Del Monte επιχείρησε με τις γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις της στην προκειμένη αναιρετική διαδικασία να δημιουργήσει την εντύπωση ότι η δήθεν μη εφαρμογή των τιμολογιακών της υποδείξεων και της νέας στρατηγικής της μάρκετινγκ από τη Weichert κατά την περίοδο της παραβάσεως, δηλαδή τα έτη 2000 έως 2002, αποτελούσε αποδεδειγμένο γεγονός.
108.
Εντούτοις, εάν ληφθεί υπόψη, όχι μόνον το σημείο στο οποίο παραπέμπει η Del Monte ( 46 ), αλλά το συνολικό τμήμα της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως που αφορά το εν λόγω ζήτημα ( 47 ), προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο ουδόλως έκρινε ως αποδεδειγμένες τις παρατηρήσεις της Del Monte. Συγκεκριμένα, το Γενικό Δικαστήριο τονίζει ότι η Del Monte «δεν προσκόμισε στοιχεία που να αποδεικνύουν ποιες ακριβώς ήταν οι προσδοκίες της έναντι της Weichert» ( 48 ). Επίσης, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι δηλώσεις άλλων εισαγωγέων στις οποίες επιχείρησε να στηριχθεί η Del Monte αναιρούν στην πραγματικότητα τις δικές τις παρατηρήσεις ( 49 ).
109.
Σύμφωνα με τις διαπιστώσεις αυτές των πραγματικών περιστατικών από το Γενικό Δικαστήριο, οι οποίες είναι οι μόνες κρίσιμες για την εξέταση του πρώτου λόγου αναιρέσεως —με την επιφύλαξη ενδεχόμενης παραμορφώσεως ( 50 )—, οι παρατηρήσεις της αναιρεσείουσας σχετικά με τη δήθεν αυτόνομη τιμολογιακή πολιτική της Weichert και τη μη εφαρμογή της νέας στρατηγικής μάρκετινγκ της Del Monte εκ μέρους της Weichert συνιστούν απλές εικασίες ( 51 ), ουδόλως πειστικές για το Γενικό Δικαστήριο, λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων.
110.
Κατόπιν τούτου, στο σημείο αυτό δεν μπορεί να προσαφθεί στο Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένος νομικός χαρακτηρισμός των πραγματικών περιστατικών. Από τις διαπιστώσεις των πραγματικών περιστατικών στην πρωτοβάθμια διαδικασία δεν προκύπτει κανένας λόγος που να υποχρεώνει, από νομικής απόψεως, το Γενικό Δικαστήριο να αναγνωρίσει την έλλειψη οικονομικής ενότητας μεταξύ της Del Monte και της Weichert.
β) Ο τρίτος και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως: βάρος αποδείξεως και τεκμήριο αθωότητας
111.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η Del Monte διατείνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο αντέστρεψε το βάρος αποδείξεως, ενώ ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως στηρίζεται στο τεκμήριο αθωότητας (αρχή in dubio pro reo). Στο πλαίσιο και των δύο αυτών λόγων αναιρέσεως, προβάλλεται το επιχείρημα ότι βάσει των αποδεικτικών στοιχείων στην προκειμένη ένδικη διαδικασία δεν μπορεί να γίνει δεκτή η άσκηση καθοριστικής επιρροής της Del Monte επί της Weichert και, ως εκ τούτου, δεν δύναται να στοιχειοθετηθεί εις ολόκληρον ευθύνη της Del Monte για τις παραβάσεις των κανόνων περί συμπράξεων εκ μέρους της Weichert.
112.
Φρονώ ότι η ανωτέρω επιχειρηματολογία έχει ως αποκλειστικό σκοπό, με το πρόσχημα της προβολής νομικών αιτιάσεων, να ωθήσει το Δικαστήριο στην επανεκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων, μολονότι δεν έχει τέτοια αρμοδιότητα στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας. Συνεπώς, αμφότεροι αυτοί οι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι ( 52 ).
113.
Μόνο για λόγους πληρότητας, σημειώνω συμπληρωματικώς ότι η επιχειρηματολογία της Del Monte δεν είναι πειστική ούτε επί της ουσίας.
i) Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως: βάρος αποδείξεως
114.
Στο πλαίσιο του τρίτου λόγου αναιρέσεως, η Del Monte υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον προέβη σε αντιστροφή του βάρους αποδείξεως, δεχόμενο ότι συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η Del Monte δεν μπορούσαν να αποδείξουν την ανεξαρτησία της Weichert έναντι της Del Monte.
115.
Συγκεκριμένα, πρόκειται για τα δικαιώματα αρνησικυρίας εντός της εταιρίας Weichert ( 53 ), για τη διαμόρφωση των τιμών της Weichert ( 54 ), για τις παρατηρήσεις της Weichert στο πλαίσιο διαφοράς ενώπιον εθνικού δικαστηρίου ( 55 ) και για τη μη ενοποίηση των οικονομικών αποτελεσμάτων της Del Monte και της Weichert ( 56 ).
116.
Πράγματι, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η σχετική επιχειρηματολογία της Del Monte δεν αποδείκνυε την ανεξαρτησία της Weichert έναντι της Del Monte. Αντιθέτως προς την άποψη της Del Monte όμως τούτο δεν συνιστά αντιστροφή του βάρους αποδείξεως. Απεναντίας, το Γενικό Δικαστήριο δέχεται ορθώς ότι η Επιτροπή φέρει το βάρος αποδείξεως σε σχέση με την εις ολόκληρον ευθύνη της Del Monte για την παράβαση ( 57 ).
117.
Βάσει αυτής της κατανομής του βάρους αποδείξεως, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε την αποδεικτική ισχύ όλων των προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων. Συνήγαγε, λοιπόν, το συμπέρασμα ότι, αφενός, υφίσταντο επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ως προς την άσκηση καθοριστικής επιρροής της Del Monte επί της Weichert και, αφετέρου, τα αντεπιχειρήματα της Del Monte δεν ήταν ικανά να κλονίσουν την επιχειρηματολογία της Επιτροπής. Τούτη η προσέγγιση δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από νομικής απόψεως ( 58 ). Ουδόλως περιέχει αντιστροφή του βάρους αποδείξεως, αλλά στηρίζεται στην κανονική υποχρέωση των διαδίκων να στηρίξουν εκ περιτροπής με αποδεικτικά στοιχεία τις θέσεις τους πριν καν τεθεί το ζήτημα της κατανομής του βάρους αποδείξεως ( 59 ).
ii) Ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως: τεκμήριο αθωότητας
118.
Στο πλαίσιο του τέταρτου λόγου αναιρέσεως, η Del Monte υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε το τεκμήριο της αθωότητας (αρχή in dubio pro reo) ( 60 ), καθόσον έκρινε ότι η Del Monte ευθύνεται εις ολόκληρον για τις παραβάσεις των κανόνων περί συμπράξεων εκ μέρους της Weichert, μολονότι τα σχετικά στοιχεία ήταν αμφίβολα.
119.
Από απόψεως περιεχομένου, η απάντηση σε αυτόν τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως δεν δύναται να διαφέρει από την απάντηση που δόθηκε στον πρώτο λόγο αναιρέσεως. Όπως επισήμανα ανωτέρω ( 61 ), το Γενικό Δικαστήριο μπορούσε να στηριχθεί στο σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που διέθετε και να καταλήξει στο συμπέρασμα, χωρίς να υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο, ότι κατά την περίοδο της παραβάσεως η Del Monte ασκούσε καθοριστική επιρροή επί της Weichert και, επομένως, αμφότερες αποτελούσαν μία ενιαία οικονομική ενότητα.
120.
Εφόσον υφίστανται επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για τη διαπίστωση της εις ολόκληρον ευθύνης, δεν τίθεται ζήτημα παραβιάσεως του τεκμηρίου της αθωότητας.
iii) Ενδιάμεσο συμπέρασμα
121.
Συνεπώς, ο τρίτος και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι εξίσου αβάσιμοι.
2. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως: παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων
122.
Δεδομένου ότι τόσο ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, όπως προαναφέρθηκε, όσο και ο τρίτος και ο τέταρτος είναι αβάσιμοι, θα εξετάσω ακολούθως τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο οποίος προβάλλεται μόνον επικουρικώς. Με αυτόν, η Del Monte προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι παραμόρφωσε με διάφορους τρόπους αποδεικτικά στοιχεία που συνδέονται επίσης συνολικώς με τις δυνατότητες ασκήσεως επιρροής της Del Monte επί της Weichert.
α) Επί των μεμονωμένων αιτιάσεων περί παραμορφώσεως
123.
Κατά πάγια νομολογία, για να γίνει δεκτή η παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών ή των αποδεικτικών στοιχείων πρέπει να συντρέχουν αυστηρές προϋποθέσεις. Τέτοιου είδους παραμόρφωση υφίσταται μόνον όταν, χωρίς να εξετασθούν νέα αποδεικτικά στοιχεία, προκύπτει ότι η εκτίμηση των προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων είναι προδήλως εσφαλμένη ( 62 ). Επισημαίνω εξαρχής ότι καμία από τις αιτιάσεις περί παραμορφώσεως που προβάλλει η Del Monte δεν πληροί ούτε κατ’ ελάχιστον τις αυστηρές αυτές προϋποθέσεις.
124.
Εκτιμώ, όπως και η Επιτροπή αλλά και η Weichert, ότι η Del Monte απλώς δεν είναι ικανοποιημένη με την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων από το Γενικό Δικαστήριο και θέλει να υποβάλει στο Δικαστήριο εναλλακτική αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού η οποία όμως δεν είναι επ’ ουδενί αναγκαία.
i) Επί της αιτιάσεως περί παραμορφώσεως της εταιρικής συμβάσεως
125.
Καταρχάς η Del Monte προβάλλει πολυάριθμες αιτιάσεις περί παραμορφώσεως που αφορούν την εταιρική σύμβαση με την οποία η Weichert απέκτησε τη νομική μορφή ετερόρρυθμης εταιρίας γερμανικού δικαίου.
– Επί των δικαιωμάτων αρνησικυρίας της ετερόρρυθμης εταίρου
126.
Πρώτον, η Del Monte παραπέμπει στο άρθρο 7, παράγραφος 3, της εταιρικής συμβάσεως, κατά το οποίο οι ομόρρυθμοι εταίροι, πριν προβούν σε ορισμένες ενέργειες, έπρεπε να λαμβάνουν την έγγραφη συναίνεση όλων των εταίρων. Η Del Monte εκτιμά ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε αυτήν τη διάταξη, διότι στη σκέψη 101 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως δέχθηκε ότι «για τη λήψη ενός συνόλου σημαντικών αποφάσεων, οι οποίες είναι βέβαιον ότι επηρεάζουν, έστω εμμέσως, τη διαχείριση της Weichert, είναι απαραίτητη η συναίνεση του ετερόρρυθμου εταίρου».
127.
Η αιτίαση αυτή δεν ευσταθεί.
128.
Οι ενέργειες για τις οποίες χρειαζόταν η συναίνεση όλων των εταίρων, κατά το άρθρο 7, παράγραφος 3, της εταιρικής συμβάσεως, ήταν η αγορά και η πώληση ακινήτων και η απόκτηση μεριδίου ή άλλης συμμετοχής σε άλλες επιχειρήσεις, οι επενδύσεις άνω των 100000 γερμανικών μάρκων (DM), τα άνω των 10000 DM δάνεια προς τους εργαζομένους, τα δάνεια προς τη Weichert, εφόσον δεν ενέπιπταν στις τρέχουσες υποθέσεις, η έκδοση εγγυήσεων από την εταιρία αυτή, καθώς και η σύναψη, από τους εταίρους διαχειριστές, οποιασδήποτε συμφωνίας από την οποία απορρέουν για τη Weichert πάγιες υποχρεώσεις πληρωμής άνω των 10000 DM μηνιαίως, εξαιρουμένων των συμβάσεων εργασίας που προέβλεπαν αμοιβές έως 60000 DM ετησίως.
129.
Μπορεί να υποστηριχθεί ευλόγως —και οπωσδήποτε δεν είναι προδήλως εσφαλμένο— ότι τέτοιες διαδικασίες συνιστούν «ένα σύνολο σημαντικών αποφάσεων» και ότι το σχετικό δικαίωμα αρνησικυρίας της Del Monte «είναι βέβαιον ότι επηρέαζε, έστω εμμέσως, τη διαχείριση της Weichert» ( 63 ). Στο εν λόγω σημείο της αποφάσεως, αντιθέτως προς την άποψη της Del Monte, δεν γίνεται λόγος περί επιρροής στη συμπεριφορά της Weichert στην αγορά. Κατά τη νομολογία, άλλωστε, η διαπίστωση τέτοιας επιρροής δεν ήταν αναγκαία ( 64 ).
– Επί των δικαιωμάτων αρνησικυρίας του ομόρρυθμου εταίρου
130.
Δεύτερον, η Del Monte βάλλει κατά της σκέψεως 114 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, όπου το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει ότι «από την εταιρική σύμβαση δεν προκύπτει ότι ο ομόρρυθμος εταίρος είχε δικαίωμα αρνησικυρίας σε “όλες” τις αποφάσεις της εταιρίας». Η Del Monte διατείνεται, αντιθέτως, ότι δεν θα μπορούσε να επιβάλει καμία απόφαση στην εταιρία ενάντια στο δικαίωμα αρνησικυρίας του ομόρρυθμου εταίρου.
131.
Οι επίμαχες επισημάνσεις του Γενικού Δικαστηρίου πρέπει να ληφθούν υπόψη από κοινού με τις αμέσως προηγούμενες σκέψεις της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως και απαντούν σε επιχείρημα της Del Monte σχετικά με το άρθρο 9, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της εταιρικής συμβάσεως ( 65 ). Τούτη η διάταξη αφορά αποκλειστικώς συγκεκριμένες αποφάσεις της συνελεύσεως των εταίρων οι οποίες προσδιορίζονται στο άρθρο 9, παράγραφος 4, της εν λόγω συμβάσεως. Μόνον ως προς αυτές τις αποφάσεις ήταν υποχρεωτική, δυνάμει της ανωτέρω διατάξεως, η έγκριση του ομόρρυθμου εταίρου.
132.
Υπό αυτό το πρίσμα, το συμπέρασμα του Γενικού Δικαστηρίου, ότι από τις διατάξεις της εταιρικής συμβάσεως δεν προκύπτει δικαίωμα αρνησικυρίας του ομόρρυθμου εταίρου «για “όλες” τις αποφάσεις της εταιρίας» είναι εύλογο και, οπωσδήποτε, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως προδήλως εσφαλμένο.
133.
Συμπληρωματικώς, επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι ενδεχόμενη παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων οδηγεί σε αναίρεση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως μόνον όταν έχει επηρεάσει το διατακτικό της ( 66 ). Συναφώς, έχει σημασία ότι ακόμη και γενικό δικαίωμα αρνησικυρίας του ομόρρυθμου εταίρου «για “όλες” τις αποφάσεις της εταιρίας» δεν θα μαρτυρούσε, καθαυτό, τις νομικές και πραγματικές δυνατότητες επιρροής που διέθετε ο ετερόρρυθμος εταίρος εντός της εταιρίας. Η Del Monte δεν προέβαλε κανένα επιχείρημα δυνάμενο να οδηγήσει το Γενικό Δικαστήριο στο αναγκαίο συμπέρασμα ότι ο ομόρρυθμος εταίρος μπορούσε να ενεργεί αποκλειστικώς κατά τη δική του βούληση εντός της εταιρίας —ακόμη και ενάντια στην αντίθετη στάση των ετερόρρυθμων εταίρων.
134.
Εξάλλου, η εις ολόκληρον ευθύνη της ετερόρρυθμης εταίρου για παραβάσεις των κανόνων περί συμπράξεων εκ μέρους της εταιρίας —όπως αναφέρθηκε ήδη— δεν προϋποθέτει κατ’ ανάγκη την άσκηση αποκλειστικού ελέγχου από την ετερόρρυθμη εταίρο, αντιθέτως σε περιπτώσεις ασκήσεως ελέγχου από κοινού με τον ομόρρυθμο εταίρο ή τους ομόρρυθμους εταίρους μπορεί να της καταλογισθεί ευθύνη για παραβάσεις των κανόνων περί συμπράξεων ( 67 ).
– Επί του διορισμού και της αντικαταστάσεως των διαχειριστών της εταιρίας
135.
Τρίτον, η αναιρεσείουσα βάλλει κατά της σκέψεως 117 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, στην οποία το Γενικό Δικαστήριο απορρίπτει το επιχείρημα της Del Monte ότι [αυτή] δεν είχε τις απαραίτητες εξουσίες να διορίζει, να αντικαθιστά ή να εναντιώνεται στον διορισμό των διαχειριστών της εταιρίας. Η Del Monte διατείνεται ότι η απόρριψη του επιχειρήματός της από το Γενικό Δικαστήριο συνιστά «παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων».
136.
Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι ο αναιρεσείων, όταν προβάλλει παραμόρφωση αποδεικτικών στοιχείων εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου, οφείλει να παραθέσει επακριβώς τα στοιχεία τα οποία αυτό παραμόρφωσε και να αποδείξει τα σφάλματα αναλύσεως που, κατά την εκτίμηση της υποθέσεως, οδήγησαν το Γενικό Δικαστήριο σε αυτήν την παραμόρφωση ( 68 ).
137.
Ουδόλως υφίστανται τέτοιες παρατηρήσεις στην προκειμένη περίπτωση. Η Del Monte δεν επισήμανε κανένα συγκεκριμένο στοιχείο της δικογραφίας ούτε τεκμηρίωσε κατά πόσον το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε το εν λόγω στοιχείο. Επομένως, αυτό το σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως είναι απαράδεκτο.
138.
Κατά τα λοιπά, μπορεί μόνο να υποτεθεί ότι η Del Monte εννοεί την παραμόρφωση του άρθρου 9, παράγραφος 3, της εταιρικής συμβάσεως, διότι αυτήν αφορά το επίμαχο σημείο της αποφάσεως. Η εν λόγω διάταξη της συμβάσεως όμως περιέχει την προϋπόθεση που παραθέτει αυτολεξεί το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 117 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή ότι απαιτείται ομοφωνία των εταίρων για την τροποποίηση της εταιρικής συμβάσεως.
139.
Δεδομένου ότι ο διορισμός του προσωπικώς ευθυνόμενου εταίρου ως διαχειριστή της εταιρίας προβλεπόταν ρητώς στο άρθρο 7, παράγραφος 1, της εταιρικής συμβάσεως, τούτο μπορούσε να μεταβληθεί μόνο διά της τροποποιήσεως της συγκεκριμένης συμβάσεως και, επομένως, μόνο με την έγκριση της Del Monte. Κατά συνέπεια, το επιχείρημα της Del Monte ότι δεν είχε δικαίωμα αρνησικυρίας ούτε καν ως προς τον διορισμό ή την αντικατάσταση των διαχειριστών της εταιρίας είναι οπωσδήποτε εσφαλμένο σε αυτό το γενικό πλαίσιο.
140.
Δεν μπορεί να γίνει λόγος, λοιπόν, περί παραμορφώσεως αποδεικτικών στοιχείων. Αντιθέτως, φρονώ ότι η Del Monte επιδιώκει, εν προκειμένω, με το πρόσχημα της αιτιάσεως περί παραμορφώσεως, να ωθήσει το Δικαστήριο σε επανεκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, η οποία είναι απαράδεκτη στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας ( 69 ).
– Επί της διαδικασίας διαιτησίας
141.
Τέταρτον, η Del Monte προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωση του άρθρου 9, παράγραφος 5, της εταιρικής συμβάσεως, το οποίο προέβλεπε τη σύγκληση συμβουλίου διαιτησίας για την επίλυση περιπτώσεων ισοψηφίας στη συνέλευση των εταίρων ( 70 ).
142.
Συγκεκριμένα, η Del Monte βάλλει κατά των δύο ακόλουθων εκτιμήσεων του Γενικού Δικαστηρίου στη σκέψη 116 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως:
—
αφενός, κατά το Γενικό Δικαστήριο «δεν τεκμηριώνε[ται] η θέση ότι οι αποφάσεις από το συμβούλιο λαμβάνονται με απλή πλειοψηφία, οπότε είναι πάντα ευνοϊκές για την οικογένεια W.»,
—
αφετέρου, το Γενικό Δικαστήριο τονίζει ότι «[ε]ν πάση περιπτώσει, πρόκειται για σχετικό μόνο πλεονέκτημα, δεδομένων των συγκεκριμένων αρμοδιοτήτων της συνελεύσεως των εταίρων».
143.
Κατόπιν εξετάσεως του άρθρου 9, παράγραφος 5, της εταιρικής συμβάσεως, θεωρώ ότι καμία εκ των ανωτέρω εκτιμήσεων δεν είναι προδήλως εσφαλμένη. Τουναντίον:
—
Επί της πρώτης εκτιμήσεως, πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο 9, παράγραφος 5, της εταιρικής συμβάσεως δεν περιέχει κανένα στοιχείο σχετικά με τις απαιτήσεις πλειοψηφίας που ίσχυαν για τη λήψη αποφάσεως εκ μέρους του συμβουλίου διαιτησίας. Η δυνατότητα λήψεως αποφάσεως με απλή πλειοψηφία μπορεί να προέκυπτε από άλλες διατάξεις της εταιρικής συμβάσεως. Ωστόσο, η Del Monte δεν προέβαλε, εν προκειμένω, την παραμόρφωσή τους. Άλλωστε, η εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου αφορά τις πλειοψηφίες με τις οποίες είχαν ληφθεί πράγματι οι αποφάσεις του συμβουλίου διαιτησίας. Είναι αυτονόητο ότι καθαυτή μια διάταξη στην εταιρική σύμβαση δεν δύναται να παράσχει πληροφορίες ως προς την πρακτική εφαρμογή της στο πλαίσιο της εταιρικής δραστηριότητας.
—
Από τη δεύτερη εκτίμηση προκύπτει μόνον ότι το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε τη σημασία των πλεονεκτημάτων που αντλεί η οικογένεια W. από τη διαδικασία διαιτησίας, βάσει του συνολικού πλαισίου της εταιρικής συμβάσεως, και έκρινε ότι τα πλεονεκτήματα αυτά είναι σχετικά. Δεν είναι σαφές κατά πόσον τέτοια εξέταση του συνολικού πλαισίου στο οποίο εντάσσονται τα αποδεικτικά στοιχεία ήταν προδήλως εσφαλμένη και η αναιρεσείουσα δεν προβάλλει κανένα επιχείρημα επ’ αυτού.
144.
Επισημαίνω, συμπληρωματικώς, ότι και μόνον η ύπαρξη διαδικασίας διαιτησίας υπό μορφή συμβουλίου διαιτησίας κάθε άλλο παρά τεκμηριώνει τη θέση της Del Monte ότι «η οικογένεια [W.] αποφάσιζε, εν τέλει, μόνη τον τρόπο που έπρεπε να διενεργούνται οι συναλλαγές της Weichert». Πράγματι, ακόμη και αν είναι ορθή η περιγραφή της Del Monte ότι η οικογένεια W. διέθετε τρεις από τις έξι ψήφους στο συμβούλιο διαιτησίας, τούτο συνεπάγεται ότι η οικογένεια W. δεν είχε —ούτε καν απλή— πλειοψηφία.
ii) Επί της αιτιάσεως περί παραμορφώσεως ορισμένων επιπλέον εγγράφων
145.
Πέραν της εταιρικής συμβάσεως, η Del Monte υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε και την αποδεικτική αξία ορισμένων επιπλέον εγγράφων της δικογραφίας. Αυτά θα εξετάσω συνοπτικώς στη συνέχεια.
– Επί της «εξισορροπήσεως των εξουσιών»
146.
Πρώτον, η Del Monte προβάλλει «πρόδηλη παραμόρφωση» των θέσεών της που περιέχονται στο δικόγραφο της προσφυγής που είχε καταθέσει στον πρώτο βαθμό ( 71 ), όπου γινόταν αναφορά σε «εξισορρόπηση των εξουσιών» μεταξύ των ομόρρυθμων και των ετερόρρυθμων εταίρων. Κατά την αναιρεσείουσα, το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως συνήγαγε, βάσει των παρατηρήσεών της επί της «εξισορροπήσεως των εξουσιών», το συμπέρασμα το οποίο διατυπώθηκε στη σκέψη 118 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι η οικογένεια W. και η Del Monte ασκούσαν από κοινού τον έλεγχο επί της Weichert και εσφαλμένως εξέλαβε τούτο ως ένδειξη της δυνατότητας της Del Monte να ασκεί καθοριστική επιρροή επί της Weichert.
147.
Παραμόρφωση εκ μέρους του Δικαστηρίου της επιχειρηματολογίας που προέβαλαν οι διάδικοι στον πρώτο βαθμό μπορεί να γίνει δεκτή —όπως προκύπτει από τη νομολογία σχετικά με την παραμόρφωση πραγματικών περιστατικών και αποδεικτικών στοιχείων—, εφόσον το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένως την επιχειρηματολογία αυτή ή την απέδωσε διαστρεβλώνοντας το νόημά της ( 72 ).
148.
Πάντως, δεν τίθεται τέτοιο θέμα στην παρούσα υπόθεση. Ασφαλώς, το Γενικό Δικαστήριο ανέφερε στη σκέψη 118 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως την έννοια της «εξισορροπήσεως των εξουσιών» που είχε χρησιμοποιήσει η Del Monte. Στο εν λόγω σημείο της αποφάσεώς του όμως ουδόλως απέδωσε τη σχετική επιχειρηματολογία της Del Monte. Αντιθέτως, το Γενικό Δικαστήριο στηρίχθηκε στις δικές τους αμέσως προηγούμενες επισημάνσεις όσον αφορά συγκεκριμένες διατάξεις της εταιρικής συμβάσεως ( 73 ), προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η Del Monte είχε τη δυνατότητα να ασκεί καθοριστική επιρροή επί της Weichert.
– Επί των θέσεων άλλων εισαγωγέων σε σχέση με τη διαμόρφωση των τιμών
149.
Δεύτερον, η Del Monte προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι στις σκέψεις 211 έως 215 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως στηρίχθηκε στις απαντήσεις που έδωσαν άλλοι εισαγωγείς (η Chiquita και η Dole) σε αιτήσεις παροχής πληροφοριών εκ μέρους της Επιτροπής και δέχθηκε ότι η ευθυγράμμιση των τιμών αναφοράς της Weichert με αυτές της Dole «αντιστοιχούσε και στις προσδοκίες της Del Monte». Η Del Monte διατείνεται ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τις θέσεις των εν λόγω εισαγωγέων.
150.
Η αιτίαση αυτή στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία που διαστρεβλώνει μάλιστα το νόημα της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως. Συγκεκριμένα, στις προαναφερθείσες σκέψεις της πρωτόδικης αποφάσεως δεν διαπιστώνεται επ’ ουδενί, ούτε καν υποδηλώνεται, ότι η ευθυγράμμιση των τιμών αναφοράς της Weichert με αυτές της Dole «αντιστοιχούσε και στις προσδοκίες της Del Monte». Η Del Monte, δηλαδή, υποβάλλει στο Γενικό Δικαστήριο μια θέση την οποία αυτό ουδέποτε διατύπωσε υπό τη συγκεκριμένη μορφή και τη συνδέει με τη σοβαρότατη αιτίαση περί παραμορφώσεως των αποδεικτικών στοιχείων.
151.
Στην πραγματικότητα, στο συγκεκριμένο σημείο της αποφάσεώς του, το Γενικό Δικαστήριο εξετάζει τα επιχειρήματα της Del Monte, ήτοι ότι η Weichert είχε απόλυτη αυτοτέλεια, ότι η ίδια η Del Monte επιθυμούσε οι τιμές αναφοράς να προσεγγίζουν αυτές της Chiquita και ότι οι σχετικές προσδοκίες της Del Monte έναντι της Weichert είχαν καταστεί σαφείς ( 74 ). Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο καταλήγει μόνο στο ενδιάμεσο συμπέρασμα ότι οι θέσεις των Chiquita και Dole τις οποίες παραθέτει η Del Monte αναιρούν τα δικά της επιχειρήματα ( 75 ). Στις επίδικες σκέψεις 211 έως 215 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο δεν συνάγει οριστικό συμπέρασμα ως προς την αυτοτέλεια της Weichert έναντι της Del Monte.
152.
Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι οι εν λόγω θέσεις της Chiquita και της Dole δεν ήταν σε καμία περίπτωση τόσο σαφείς όσο υποστηρίζει η Del Monte. Αντιθέτως, ήταν δεκτικές ερμηνειών. Τούτο ισχύει ιδίως για την εκτίμηση της Dole ότι η Del Monte «ήταν δυσαρεστημένη με τα αποτελέσματα της Weichert» και «[προφανώς] διέκοψε τις σχέσεις της με τη Weichert, προκειμένου να ακολουθήσει επιθετική στρατηγική μάρκετινγκ» ( 76 ).
153.
Πρώτον, από τις θέσεις αυτές δεν προκύπτει σαφώς —όπως υποδηλώθηκε ήδη ανωτέρω ( 77 )— αν η Dole ήταν δυσαρεστημένη με τη Weichert μόνον από οικονομικής απόψεως ή και σε σχέση με τη στρατηγική μάρκετινγκ. Δεύτερον, από το εν λόγω αποδεικτικό υλικό δεν δύναται να εξακριβωθεί αν και πότε είχε ζητήσει η Del Monte από τη διοίκηση της Weichert να εφαρμόσει αυτή τη νέα στρατηγική μάρκετινγκ. Τρίτον, δεν καθίσταται σαφές αν τούτη η στρατηγική μάρκετινγκ εγκαταλείφθηκε πράγματι λόγω της αντίθετης στάσης της διοικήσεως της Weichert ή απλώς για τον λόγο ότι δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί στην αγορά, όπως υποστηρίζει η Weichert. Από το αποδεικτικό υλικό το οποίο, κατά την Del Monte, παραμόρφωσε το Γενικό Δικαστήριο, δεν προκύπτει καν με σαφήνεια το χρονικό σημείο που η Del Monte ανέπτυξε την «επιθετική της στρατηγική μάρκετινγκ» επιδιώκοντας να την εφαρμόσει στην πράξη: κατά την περίοδο της παραβάσεως, τα έτη 2000 έως 2002, ή το 2003, δηλαδή μετά τη λήξη της παραβάσεως.
154.
Εάν τα αποδεικτικά στοιχεία παρέχουν τη δυνατότητα ποικίλων βάσιμων εκτιμήσεων και το Γενικό Δικαστήριο επέλεξε μία από αυτές δεν μπορεί να του προσαφθεί παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων. Αυτό ισχύει ως προς τα αποδεικτικά στοιχεία που εξετάζονται στις σκέψεις 211 έως 215 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
– Επί εγγράφου που απέστειλε εξωτερικός νομικός σύμβουλος προς την Del Monte
155.
Τρίτον, η Del Monte προβάλλει αιτίαση περί παραμορφώσεως των αποδεικτικών στοιχείων σε σχέση με έγγραφο εξωτερικού νομικού συμβούλου απευθυνόμενο προς την Del Monte το έτος 1997. Μολονότι στη σκέψη 236 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο δημιουργεί την εντύπωση ότι το έγγραφο αυτό είχε αποσταλεί κατ’ εντολή ενός εκ των εταίρων της Weichert, στην πραγματικότητα η επιστολή είχε αποσταλεί κατ’ εντολή της ίδιας της εταιρίας.
156.
Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι στο επίμαχο σημείο της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο δεν εξετάζει την προέλευση του εν λόγω εγγράφου, αλλά διερευνά εν γένει μήπως από το γεγονός ότι ένας εταίρος συμβουλεύεται δικηγόρο, δύνανται να συναχθούν συμπεράσματα σχετικά με τον έλεγχο που ασκεί ο άλλος εταίρος επί της εταιρίας. Για τον λόγο αυτόν, θεωρώ ότι η αιτίαση περί παραμορφώσεως εκ μέρους της Del Monte είναι υπερβολική.
157.
Εξάλλου, η προσεκτική ανάγνωση της εν λόγω επιστολής καθιστά πρόδηλο ότι αυτή —αντιθέτως προς την άποψη της Del Monte— έχει συνταχθεί κατά τρόπο διφορούμενο και δεν διευκρινίζει στο όνομα ποιου προσώπου και με ποια εντολή πραγματοποιούνται εκτιμήσεις επί συγκεκριμένων αντικειμένων. Ασφαλώς, από την εισαγωγή προκύπτει ότι η επιστολή περιέχει γνωμοδότηση για την εταιρία ( 78 ). Οι περαιτέρω εκτιμήσεις όμως γίνονται τουλάχιστον για λογαριασμό και του κυρίου W. ή ρητώς για λογαριασμό του κυρίου W. και της εταιρίας από κοινού ( 79 ).
158.
Πρόκειται, λοιπόν, εκ νέου για αποδεικτικό στοιχείο το οποίο επιδέχεται πολλές διαφορετικές ερμηνείες. Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν χωρεί αιτίαση περί παραμορφώσεως κατά του Γενικού Δικαστηρίου σε σχέση με την επισήμανσή του στη σκέψη 236 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ότι «ένας εταίρος συμβουλεύεται δικηγόρο, ώστε να γνωρίζει τα δικαιώματά του και να αμυνθεί έναντι ενός προσώπου ως προς το οποίο έχει υποψίες ότι δεν τα σέβεται».
159.
Συμπληρωματικώς, πρέπει να σημειωθεί ότι η Del Monte δεν προέβη σε καμία εκτίμηση όσον αφορά το κατά πόσον η προβαλλόμενη εκ μέρους της παραμόρφωση της αποδεικτικής αξίας του εν λόγω εγγράφου επηρέασε την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου. Ωστόσο, ενδεχόμενη παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων δύναται να οδηγήσει στην αναίρεση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως μόνον όταν έχει επηρεάσει το διατακτικό της ( 80 ). Ως προς τούτο, δεν υφίστανται, εν προκειμένω, συγκεκριμένες ενδείξεις.
– Επί υπομνήματος υποβληθέντος στο πλαίσιο εθνικής ένδικης διαδικασίας
160.
Τέταρτον, η Del Monte, λαμβάνοντας υπόψη τις σκέψεις 237 και 238 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, διατείνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε την αποδεικτική αξία υπομνήματος που είχε υποβληθεί στο πλαίσιο εθνικής ένδικης διαδικασίας. Με το υπόμνημα αυτό, η Weichert αντικρούει αγωγή της Del Monte, επισημαίνοντας ότι το σύνολο της προστιθέμενης οικονομικής αξίας της Weichert, δηλαδή οι αγορές, το μάρκετινγκ και η υποδομή μεταφοράς και αποθηκεύσεως, παράγεται αποκλειστικά από τους ομόρρυθμους εταίρους και ο ρόλος της Del Monte εντός της εταιρίας περιοριζόταν στην οικονομική συμμετοχή.
161.
Το Γενικό Δικαστήριο τόνισε επί τούτου —ορθώς από αντικειμενικής απόψεως—, ότι την αγωγή είχε ασκήσει η Del Monte, και όχι η Weichert, ότι τούτο είχε συμβεί ενόψει της καταγγελίας της συμβάσεως διανομής και ότι η κίνηση ένδικης διαδικασίας από την Del Monte σχετικά με την οικονομική αξία της επιχειρήσεως δεν αποκλείει την άσκηση καθοριστικής επιρροής εκ μέρους της Del Monte ( 81 ).
162.
Φρονώ ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορεί να παραμόρφωσε το εν λόγω υπόμνημα διά των ανωτέρω εκτιμήσεών του. Απλώς εξέτασε το υπόμνημα εντός του διαδικαστικού και οικονομικού του πλαισίου και συνήγαγε απολύτως εύλογα —επ’ ουδενί προδήλως εσφαλμένα— συμπεράσματα ως προς την αποδεικτική του αξία στην προκειμένη διαδικασία ελέγχου συμπράξεως.
– Επί της μη ενοποιήσεως των οικονομικών αποτελεσμάτων
163.
Πέμπτον, η Del Monte στηρίζει στη σκέψη 259 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως την αιτίαση ότι το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως απέρριψε ως «στερ[ούμενη] παντελώς σημασίας» τη μη ενοποίηση των αποτελεσμάτων της Del Monte και της Weichert. Τούτο συνιστά παραμόρφωση αποδεικτικών στοιχείων, κατά την Del Monte.
164.
Το επιχείρημα αυτό είναι άστοχο. Η Del Monte μπορεί να έχει την άποψη ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, διότι συνήγαγε εσφαλμένα συμπεράσματα όσον αφορά την απουσία ενοποιήσεως και ότι δεν έλαβε υπόψη τη σχετική νομολογία. Τούτο όμως δεν έχει ουδεμία σχέση με παραμόρφωση αποδεικτικών στοιχείων.
iii) Ενδιάμεσο συμπέρασμα
165.
Συνοψίζοντας, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι καμία από τις επιμέρους αιτιάσεις περί παραμορφώσεως αποδεικτικών στοιχείων που προέβαλε η Del Monte δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
β) Επί της υποχρεώσεως του Γενικού Δικαστηρίου περί συνολικής εκτιμήσεως των αποδεικτικών στοιχείων
166.
Τέλος, στο πλαίσιο αυτού του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, η Del Monte υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν εκτίμησε συνολικώς τα αποδεικτικά στοιχεία που είχε στη διάθεσή του. Κατά την Del Monte, το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε το αποδεικτικό υλικό, καθόσον μελέτησε μεμονωμένα το κάθε αποδεικτικό στοιχείο, χωρίς να εξετάσει αν το αποδεικτικό υλικό στο σύνολό του αναιρούσε τη διαπίστωση περί καθοριστικής επιρροής της Del Monte επί της Weichert ή —επικουρικώς— αν τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία ήταν ασαφή (non liquet).
167.
Φρονώ ότι και αυτή η αιτίαση στηρίζεται σε πολύ επιλεκτική ανάγνωση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως. Από την πρώτη εξέταση της σκέψεως 266 αυτής της αποφάσεως προκύπτει η διαπίστωση ότι, κατά το Γενικό Δικαστήριο, τα έγγραφα που προσκόμισε η Del Monte, «εξεταζόμενα είτε μεμονωμένα είτε συνολικά», δεν θέτουν εν αμφιβόλω τον καταλογισμό ευθύνης στην Del Monte για την παράβαση των κανόνων περί συμπράξεων που διέπραξε η Weichert. Το Γενικό Δικαστήριο, λοιπόν, δεν παρέλειψε επ’ ουδενί να εκτιμήσει συνολικώς το αποδεικτικό υλικό.
168.
Στην πραγματικότητα, αποκαλύπτεται ότι η αυτή η αιτίαση της Del Monte —μολονότι προβλήθηκε ως αιτίαση περί παραμορφώσεως— αποτελεί μάλλον αιτίαση περί εσφαλμένου νομικού χαρακτηρισμού των πραγματικών περιστατικών. Η Del Monte θεωρεί ότι το Γενικό Δικαστήριο, εκτιμώντας στο σύνολό του το αποδεικτικό υλικό που διέθετε, συνήγαγε εσφαλμένα νομικά συμπεράσματα όσον αφορά την ύπαρξη οικονομικής ενότητας μεταξύ της Del Monte και της Weichert. Συναφώς, αυτή η τελευταία αιτίαση στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου αναιρέσεως αλληλεπικαλύπτεται με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως και, ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί με βάση το σκεπτικό που έχει αναλυθεί ήδη ανωτέρω ( 82 ) σε σχέση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως.
3. Ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως: ενιαία και διαρκής παράβαση
169.
Με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, η Del Monte υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο έπρεπε να ακυρώσει την επίδικη απόφαση, καθόσον σε αυτήν διαπιστώνεται ενιαία και διαρκής παράβαση μεταξύ των Dole, Chiquita και Del Monte/Weichert, μολονότι είναι δεδομένο ότι η Weichert δεν γνώριζε την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της Dole και της Chiquita.
170.
Η Del Monte προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, διότι αξιολόγησε την άγνοια της Weichert για την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της Dole και της Chiquita απλώς ως ελαφρυντική περίσταση και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, δεν έλαβε υπόψη τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου.
171.
Φρονώ ότι τούτος ο λόγος αναιρέσεως στηρίζεται σε εσφαλμένη αντίληψη της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, καθώς και της νομολογίας του Δικαστηρίου.
172.
Στο πλαίσιο ενιαίας και διαρκούς παραβάσεως, η συμβολή των άλλων συμμετεχόντων στη σύμπραξη στη διάπραξη της παραβάσεως —κατά κάποιο τρόπο ως συνεργών— μπορεί να καταλογισθεί σε όλους τους συμμετέχοντες στη σύμπραξη, έστω κι αν οι ίδιοι δεν συμμετείχαν ενεργώς σε κάθε επιμέρους συστατικό στοιχείο της γενικής συμπράξεως ( 83 ).
173.
Ως προϋπόθεση γι’ αυτόν τον καταλογισμό έχει αναγνωρισθεί ότι η οικεία επιχείρηση πρέπει να είχε αποδεδειγμένα γνώση της παράνομης συμπεριφοράς των άλλων συμμετεχόντων ή να μπορούσε ευλόγως να την προβλέψει, καθώς και να αποδεχόταν τον σχετικό κίνδυνο ( 84 ).
174.
Κατά άλλη διατύπωση, ο αμοιβαίος καταλογισμός της συμβολής στη διάπραξη της παραβάσεως είναι δυνατός, όταν ο αντίστοιχος μετέχων στη σύμπραξη γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει λόγω της δικής του συμβολής ότι εντασσόταν σε γενική σύμπραξη και με τη συμπεριφορά του συνέβαλλε στην επίτευξη των αντίθετων προς τον ανταγωνισμό σκοπών, τους οποίους επεδίωκε από κοινού το σύνολο των μετεχόντων στη σύμπραξη ( 85 ).
175.
Εάν, αντιθέτως, δεν αποδειχθεί ότι μετέχων σε σύμπραξη γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει συγκεκριμένες πτυχές μιας ενιαίας και διαρκούς παραβάσεως, δεν μπορεί να του καταλογισθεί ευθύνη για αυτές ( 86 ).
176.
Βεβαίως, το γεγονός ότι ένας εκ των μετεχόντων σε σύμπραξη δεν γνώριζε ή δεν όφειλε να γνωρίζει όλες τις σχετικές πτυχές δεν μεταβάλλει την αντικειμενική ύπαρξη της ενιαίας και διαρκούς παραβάσεως. Τούτο όμως δεν μπορεί να οδηγήσει στην απαλλαγή της επιχειρήσεως αυτής από την ευθύνη της για τις συμπεριφορές στις οποίες δεν αμφισβητείται η συμμετοχή της και για τις οποίες δύναται πράγματι να της καταλογισθεί ευθύνη ( 87 ). Δηλαδή, οι διαφορές έχουν μόνο χαρακτήρα διαβαθμίσεως και δεν μεταβάλλουν το γεγονός ότι η οικεία επιχείρηση ενήργησε κατά παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ, ακόμη και αν δεν μπορούν να της καταλογισθούν όλα τα συστατικά στοιχεία της ενιαίας και διαρκούς παραβάσεως ( 88 ).
177.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω, η έκταση και η βαρύτητα κάθε συμβολής σε σχέση με τη γενική σύμπραξη μπορούν να ληφθούν υπόψη ατομικώς για κάθε μετέχοντα στη σύμπραξη στο πλαίσιο του υπολογισμού των προστίμων ( 89 ).
178.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Γενικό Δικαστήριο εφάρμοσε τους κανόνες αυτούς χωρίς να υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο.
179.
Το Γενικό Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η Weichert δεν γνώριζε και δεν όφειλε να γνωρίζει την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της Dole και της Chiquita. Ορθώς, το Γενικό Δικαστήριο δεν στηρίχθηκε στο γεγονός αυτό προκειμένου να αμφισβητήσει καθαυτήν την ύπαρξη ενιαίας και διαρκούς παραβάσεως. Αντιθέτως, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση επικεντρώθηκε εύστοχα μόνο στις έννομες συνέπειες για τη Weichert καταλήγοντας στη διαπίστωση ότι στη Weichert —σε αντίθεση με τις Dole και Chiquita— δεν μπορούσε να καταλογισθεί ευθύνη για το σύνολο της παραβάσεως και, ως εκ τούτου, έπρεπε να της επιβληθεί μειωμένο πρόστιμο ( 90 ).
180.
Ομολογουμένως, προκαλεί έκπληξη ότι, στο πλαίσιο αυτό, το Γενικό Δικαστήριο χρησιμοποιεί τον όρο «ελαφρυντικές περιστάσεις» για τη Weichert —υιοθετώντας τη διατύπωση της Επιτροπής στην επίδικη απόφαση. Στην πραγματικότητα, η μειωμένη κύρωση δικαιολογείται μόνο λόγω της μειωμένης συμβολής της Weichert. Ακριβώς σε αυτό στηρίζεται, εν τέλει, και το Γενικό Δικαστήριο, όταν επισημαίνει ότι το βασικό ποσό του προστίμου μειώθηκε όσον αφορά τη Weichert, διότι η εν λόγω επιχείρηση δεν γνώριζε για τις επαφές με αντικείμενο τον προκαθορισμό των τιμών μεταξύ Chiquita και Dole ή δεν μπορούσε ευλόγως να τις προβλέψει.
181.
Υπό τις συνθήκες αυτές, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Γ — Επί της ανταναιρέσεως της Weichert στην υπόθεση C‑293/13 P
182.
Όπως αναλύθηκε ήδη ( 91 ), η ανταναίρεση της Weichert στην υπόθεση C‑293/13 P είναι απαράδεκτη, διότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 56, παράγραφος 2, του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Επομένως, οι ακόλουθες παρατηρήσεις μου επί της ουσίας της ανταναιρέσεως αυτής αναπτύσσονται μόνον επικουρικώς.
1. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως: ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής
183.
Με την ανταναίρεση που άσκησε στην υπόθεση C‑293/13 P, η Weichert βάλλει, καταρχάς, κατά των διαπιστώσεων του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με την ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής μεταξύ της Weichert και της Dole. Η Weichert εκτιμά ότι δεν τίθεται ζήτημα εναρμονισμένης πρακτικής μεταξύ των δύο αυτών επιχειρήσεων, διότι η Weichert είχε απλώς μιμητική συμπεριφορά και ευθυγραμμιζόταν πάντοτε μονομερώς με τις τιμές αναφοράς της Dole.
184.
Συναφώς, η Weichert προβάλλει συνολικώς τρεις αιτιάσεις κατά της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, τις οποίες θα εξετάσω αναλυτικώς στη συνέχεια.
α) Επί της αιτιάσεως περί αντιφατικής αιτιολογήσεως της αποφάσεως
185.
Πρώτον, η Weichert διατείνεται ότι η αιτιολόγηση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως είναι αντιφατική, καθόσον, αφενός, στη σκέψη 580 δεν γίνεται δεκτή η ύπαρξη ενδείξεων σχετικά με τη μιμητική συμπεριφορά της Weichert και, αφετέρου, στη σκέψη 847 αυτή η μιμητική συμπεριφορά λογίζεται ως πιθανή.
186.
Το αν η αιτιολογία αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου είναι αντιφατική ή πλημμελής αποτελεί νομικό ζήτημα που υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ( 92 ).
187.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει στην τελευταία περίοδο της σκέψεως 580 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ότι συγκεκριμένη —εξεταζόμενη πιο αναλυτικά στο σημείο εκείνο— δήλωση της Chiquita στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας δεν τεκμηριώνει τη θέση «ότι κάθε εβδομάδα η Weichert ανέμενε να ορίσει πρώτα η Dole την τιμή αναφοράς της, ώστε κατόπιν να ορίσει τη δική της τιμή αναφοράς στο ίδιο ύψος».
188.
Αντιθέτως, στη σκέψη 847 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει ότι η ίδια δήλωση της Chiquita «δημιουργεί την εντύπωση ότι η Weichert απλώς ακολουθούσε μιμητική συμπεριφορά σε σχέση με την τιμολογιακή πολιτική της Dole».
189.
Ακόμη και αν, εκ πρώτης όψεως, οι δύο ανωτέρω σκέψεις της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως εμφανίζουν κάποια δυσαρμονία μεταξύ τους, πιο προσεκτική μελέτη μαρτυρά ότι δεν είναι εγγενώς αντιφατικές. Πράγματι, το Γενικό Δικαστήριο εξετάζει και στα δύο αυτά σημεία της αποφάσεώς του —αν και σε εντελώς διαφορετικό πλαίσιο— την αποδεικτική ισχύ της ίδιας δηλώσεως της Chiquita που αντλείται από τη διοικητική διαδικασία. Επίσης, το Γενικό Δικαστήριο λαμβάνει ως δεδομένο και στις δύο περιπτώσεις ότι η εν λόγω δήλωση δεν έχει ιδιαίτερη αποδεικτική ισχύ.
190.
Ακριβώς λόγω της μειωμένης αποδεικτικής της ισχύος το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η δήλωση αυτή της Chiquita δεν έχει συνολικώς ιδιαίτερη αποδεικτική αξία σε σχέση με την ύπαρξη ή μη εναρμονισμένης πρακτικής μεταξύ της Dole και της Weichert: ως εκ τούτου, στις σκέψεις 580 και 581 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέλαβε τη δήλωση της Chiquita ως απαλλακτικό αποδεικτικό στοιχείο δυνάμενο να τεκμηριώσει ότι η Weichert είχε μόνο μιμητική συμπεριφορά σε σχέση με την Dole. Επίσης όμως, στις σκέψεις 847 έως 853 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο εκτίμησε ότι η εν λόγω δήλωση δεν είναι χρήσιμη ούτε ως ενοχοποιητικό αποδεικτικό στοιχείο, ικανό να στηρίξει τον αντίθετο προς τους κανόνες του ανταγωνισμού χαρακτήρα των διμερών επαφών μεταξύ της Weichert και της Dole.
191.
Συνεπώς, δεν καθίσταται πρόδηλη καμία παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως που υπέχει το Γενικό Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 36 σε συνδυασμό με το άρθρο 53, παράγραφος 1, του Οργανισμού του Δικαστηρίου.
192.
Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να τονισθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο οφείλει να αιτιολογεί κυρίως την κρίση του παρά τη διαχείριση των μεμονωμένων αποδεικτικών στοιχείων. Ακόμη και αν θεωρηθεί —αντιθέτως προς τις ανωτέρω εκτιμήσεις μου— ότι το περιεχόμενο των σκέψεων 580 και 847 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως δεν είναι απολύτως αρμονικό, καθαυτή η κρίση του Γενικού Δικαστηρίου επί της προσφυγής που εκκρεμούσε ενώπιόν του είναι αιτιολογημένη με σαφήνεια και άνευ αντιφάσεων, στηρίζοντας μάλιστα το συμπέρασμα ότι υφίστατο εναρμονισμένη πρακτική με σκοπό αντίθετο προς τους κανόνες του ανταγωνισμού και ότι η Weichert συμμετείχε σε αυτήν ( 93 ).
193.
Κατά συνέπεια, η αιτίαση της Weichert περί αντιφατικής αιτιολογήσεως δεν ευσταθεί.
β) Επί της αιτιάσεως περί παραμορφώσεως αποδεικτικών στοιχείων
194.
Δεύτερον, η Weichert προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωση αποδεικτικών στοιχείων. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι η διαπίστωση στη σκέψη 580 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, όπου η δήλωση της Chiquita δεν επαρκεί ως αποδεικτικό στοιχείο για να γίνει δεκτή η μιμητική συμπεριφορά της Weichert, συνιστά παραμόρφωση του σαφούς περιεχομένου του αποδεικτικού υλικού. Η Weichert στηρίζει αυτήν την αιτίαση στη συνεκτίμηση της σκέψεως 847 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, στην οποία το Γενικό Δικαστήριο —όπως προαναφέρθηκε— επισημαίνει ότι η εν λόγω δήλωση της Chiquita «δημιουργεί την εντύπωση ότι η Weichert απλώς ακολουθούσε μιμητική συμπεριφορά σε σχέση με την τιμολογιακή πολιτική της Dole».
195.
Όπως σημειώθηκε ήδη, για να γίνει δεκτή η παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών ή των αποδεικτικών στοιχείων πρέπει να συντρέχουν αυστηρές προϋποθέσεις. Τέτοιου είδους παραμόρφωση υφίσταται μόνον όταν, χωρίς να εξετασθούν νέα αποδεικτικά στοιχεία, προκύπτει ότι η εκτίμηση των προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων είναι προδήλως εσφαλμένη ( 94 ). Αντιθέτως, δεν υφίσταται παραμόρφωση όταν τα πραγματικά περιστατικά και το αποδεικτικό υλικό παρέχουν προφανώς τη δυνατότητα ποικίλων βάσιμων εκτιμήσεων και το Γενικό Δικαστήριο έχει επιλέξει μία από αυτές.
196.
Τούτο συμβαίνει εν προκειμένω. Από την επίμαχη δήλωση στην οποία προέβη η Chiquita κατά τη διοικητική διαδικασία δεν προέκυπτε σαφώς αν η Weichert τηρούσε απλώς μονομερώς μιμητική συμπεριφορά ως προς τις τιμές αναφοράς της Dole ή αν εμπλεκόταν με την Dole σε εναρμονισμένη πρακτική με σκοπό αντίθετο προς τους κανόνες του ανταγωνισμού. Το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε το συμπέρασμα ότι η δήλωση της Chiquita δεν μπορούσε να στηρίξει τη θέση περί μιμητικής συμπεριφοράς ( 95 ). Το συμπέρασμα αυτό ήταν βάσιμο, δεδομένης της μειωμένης αποδεικτικής ισχύος της εν λόγω δηλώσεως όσον αφορά τη σχέση μεταξύ της Weichert και της Dole· το συμπέρασμα αυτό του Γενικού Δικαστηρίου δεν ήταν επ’ ουδενί προδήλως εσφαλμένο.
197.
Επομένως, η αιτίαση περί παραμορφώσεως των αποδεικτικών στοιχείων είναι αβάσιμη.
γ) Επί της αιτιάσεως περί απουσίας ανταλλαγής πληροφοριών με μελλοντική προοπτική
198.
Τέλος, η Weichert διατείνεται ότι στην προκειμένη περίπτωση ουδέποτε διαπιστώθηκε ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της Dole και της Weichert όσον αφορά τη μελλοντική τους συμπεριφορά στην αγορά. Για τον λόγο αυτόν, κατά τη Weichert, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι μεταξύ των δύο επιχειρήσεων υφίστατο εναρμονισμένη πρακτική αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού.
199.
Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων απόκειται αποκλειστικώς στο Γενικό Δικαστήριο, ενώ το Δικαστήριο, ως αναιρετικό δικαιοδοτικό όργανο, δεν έχει τέτοια αρμοδιότητα —με εξαίρεση ενδεχόμενη αιτίαση περί παραμορφώσεως ( 96 ). Η αιτίαση της Weichert σκοπεί αποκλειστικώς να ωθήσει το Δικαστήριο στην επανεκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και, ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
200.
Μόνο για λόγους πληρότητας επισημαίνω ότι, αντιθέτως προς την επιχειρηματολογία της Weichert, σε αρκετά σημεία της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως διαπιστώνεται ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της Dole και της Weichert αφορώσα τη μελλοντική τους συμπεριφορά στην αγορά ( 97 ).
201.
Κατά τα λοιπά, δεν έχει σημασία το αν επιχείρηση πληροφορεί μονομερώς τους ανταγωνιστές της για τη συμπεριφορά που προτίθεται να τηρήσει στην αγορά ή το αν όλες οι οικείες επιχειρήσεις αλληλοενημερώνονται για τις εκάστοτε σκέψεις και προθέσεις τους. Πράγματι, από τη στιγμή κατά την οποία επιχείρηση τολμά να εμφανίζεται χωρίς κάλυψη και αποκαλύπτει στους ανταγωνιστές της εμπιστευτικές πληροφορίες για τη μελλοντική της επιχειρηματική πολιτική, μειώνεται ως εκ τούτου η αβεβαιότητα για τη μελλοντική λειτουργία της αγοράς και δημιουργείται κίνδυνος συρρικνώσεως του ανταγωνισμού και συμπεριφοράς αποτελούσας προϊόν συμπράξεως μεταξύ τους ( 98 ).
202.
Παρέλκει, λοιπόν, η εξέταση του αν η Dole και η Weichert αντάλλασσαν αμοιβαία πληροφορίες όσον αφορά τη μελλοντική τους συμπεριφορά στην αγορά, στο πλαίσιο των επαφών με αντικείμενο τον προκαθορισμό των τιμών, ή αν η Dole παρείχε μονομερώς τέτοια πληροφόρηση στη Weichert, ενώ η Weichert δεν ενημέρωνε την Dole. Τούτο δεν θα επηρέαζε τη διαπίστωση σχετικά με την ύπαρξη απαγορευόμενης κατά το άρθρο 81 ΕΚ (άρθρο 101 ΣΛΕΕ) εναρμονισμένης πρακτικής με σκοπό αντίθετο προς τον ανταγωνισμό.
δ) Ενδιάμεσο συμπέρασμα
203.
Συνολικώς, λοιπόν, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως που προέβαλε η Weichert στο πλαίσιο της ανταναιρέσεώς της στην υπόθεση C‑293/13 P είναι αβάσιμος.
2. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως: εξ αντικειμένου περιορισμός του ανταγωνισμού
204.
Εν συνεχεία, με την ανταναίρεσή της στην υπόθεση C‑293/13 P, η Weichert υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως δέχθηκε ότι υφίσταται εξ αντικειμένου περιορισμός του ανταγωνισμού στην προκειμένη περίπτωση. Κατά τη Weichert, το Γενικό Δικαστήριο «ισχυρίσθηκε» απλώς ότι οι επαφές με αντικείμενο τον προκαθορισμό των τιμών βλάπτουν, ως εκ της φύσεώς τους, τον ανταγωνισμό, αλλά παρέλειψε να εκτιμήσει τη συγκεκριμένη ικανότητα των επαφών αυτών να περιορίσουν τον ανταγωνισμό στο δεδομένο νομικό και οικονομικό πλαίσιο.
205.
Στο πλαίσιο μιας εκ πρώτης όψεως θεωρήσεως, θα μπορούσε να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η Weichert επιδιώκει με το επιχείρημα αυτό να οδηγήσει, ως μη όφειλε, το Δικαστήριο στην υποκατάσταση της εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων με τη δική του εκτίμηση ως αναιρετικού δικαιοδοτικού οργάνου. Στην πραγματικότητα όμως το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει, εν προκειμένω, αν το Γενικό Δικαστήριο στηρίχθηκε στα ορθά κριτήρια κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων. Πρόκειται συναφώς για νομικό ζήτημα, το οποίο μπορεί να εξετασθεί από το Δικαστήριο, ως αναιρετικό δικαιοδοτικό όργανο ( 99 ), και έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον κατόπιν της προσφάτως εκδοθείσας αποφάσεως CB κατά Επιτροπής ( 100 ).
206.
Επισημαίνω εκ προοιμίου ότι το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε πολύ διεξοδικά τα δεδομένα της αγοράς και τα συναφή επιχειρήματα που προβλήθηκαν και αιτιολόγησε με πολύ εύλογο τρόπο γιατί η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων πρέπει να λογίζεται ότι, ως εκ της φύσεώς της, βλάπτει την ομαλή λειτουργία του ανταγωνισμού. Ως προς τούτο, η προκειμένη περίπτωση διαφέρει θεμελιωδώς από την προαναφερθείσα απόφαση CB κατά Επιτροπής.
α) Τα κρίσιμα νομικά κριτήρια
207.
Η συμπεριφορά επιχειρήσεως μπορεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 81 ΕΚ (πλέον άρθρο 101 ΣΛΕΕ), ως παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού, όχι μόνο λόγω των αποτελεσμάτων της, αλλά και λόγω του σκοπού της. Τούτο ισχύει ανεξαρτήτως του αν πρόκειται για συμφωνία, για απόφαση ή για εναρμονισμένη πρακτική ( 101 ).
208.
Κάθε ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ ανταγωνιστών δεν σκοπεί κατ’ ανάγκη στην παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς κατά την έννοια του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ ( 102 ).
209.
Το αν τέτοια ανταλλαγή πληροφοριών θίγει, ως εκ της φύσεώς της, αρκούντως τον ανταγωνισμό, ώστε να εκληφθεί ως εξ αντικειμένου περιορισμός του ανταγωνισμού κατά την έννοια του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, πρέπει να κρίνεται με βάση το αντικείμενό της, τους σκοπούς που επιδιώκει, καθώς και το οικονομικό και νομικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται ( 103 ). Κατά την εκτίμηση των ανωτέρω παραμέτρων, πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη το είδος των επηρεαζόμενων προϊόντων ή υπηρεσιών καθώς και οι πραγματικές συνθήκες της λειτουργίας και της διαρθρώσεως της εν λόγω αγοράς ή των εν λόγω αγορών ( 104 ). Οι προθέσεις των εμπλεκομένων δύνανται επίσης να συνεκτιμηθούν, αλλά δεν συνιστούν αναγκαίο στοιχείο ( 105 ).
210.
Εάν από την εφαρμογή των ανωτέρω κριτηρίων προκύψει ότι ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ ανταγωνιστών μπορεί να εκληφθεί, ως εκ της φύσεώς της, ως παραβλάπτουσα την ομαλή λειτουργία του ανταγωνισμού —δηλαδή ότι είναι, καθαυτή, αρκούντως επιβλαβής για τον ανταγωνισμό— παρέλκει η εξέταση των συγκεκριμένων επιπτώσεών της στον ανταγωνισμό ( 106 ). Στην περίπτωση αυτή απαιτείται μόνον η ανταλλαγή πληροφοριών να είναι συγκεκριμένα ικανή να παρεμποδίσει, να περιορίσει ή να νοθεύσει τον ανταγωνισμό εντός της εσωτερικής αγοράς ( 107 ).
211.
Επιπλέον, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, τεκμαίρεται μαχητά ότι όσες επιχειρήσεις μετείχαν στη διαβούλευση και εξακολουθούν να δρουν στην αγορά, λαμβάνουν υπόψη τις πληροφορίες που αντήλλαξαν με τους ανταγωνιστές τους για να καθορίσουν τη συμπεριφορά τους στην αγορά· η απόδειξη του εναντίου βαρύνει τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις ( 108 ).
β) Η εφαρμογή των κρίσιμων νομικών κριτηρίων στη συγκεκριμένη περίπτωση
212.
Αντιθέτως προς την άποψη της Weichert, θεωρώ ότι δεν υφίσταται καμία ένδειξη ότι, στην προκειμένη περίπτωση, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να εφάρμοσε κατά τρόπο εσφαλμένο τα ανωτέρω νομικά κριτήρια ή να τα εξέτασε πολύ επιφανειακά.
213.
Φρονώ, γενικώς, ότι η Weichert συγχέει τις προϋποθέσεις για τη διαπίστωση σκοπού αντίθετου προς τον ανταγωνισμό με εκείνες που αφορούν τη διαπίστωση αποτελέσματος αντίθετου προς τον ανταγωνισμό, καθόσον υποστηρίζει —όπως και πρωτοδίκως— ότι το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να λάβει υπόψη τις «οικονομικές επιπτώσεις της κρινόμενης συμπεριφοράς στην ευρωπαϊκή αγορά της μπανάνας». Τούτο, όμως, δεν είναι αναγκαίο στο πλαίσιο του άρθρου 81 ΕΚ (άρθρο 101 ΣΛΕΕ), προκειμένου να εκτιμηθεί ο σκοπός μιας συμπεριφοράς αλλά μόνον το αποτέλεσμα (τα αποτελέσματά) της ( 109 ).
– Επί του είδους και του αντικειμένου της ανταλλαγής πληροφοριών
214.
Καταρχάς, η Weichert διατείνεται ότι ανταλλαγή πληροφοριών περί τιμών αναφοράς δεν δύναται να λογίζεται ως εκ της φύσεώς της αντίθετη προς τον ανταγωνισμό.
215.
Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι ο αντίθετος προς τον ανταγωνισμό σκοπός μιας ανταλλαγής πληροφοριών δεν αναγνωρίζεται μόνον όταν αφορά άμεσα τις τιμές που χρησιμοποιούν οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις στην αγορά. Πράγματι, όπως έχει κρίνει ήδη το Δικαστήριο, το άρθρο 81 ΕΚ (άρθρο 101 ΣΛΕΕ) προστατεύει τη δομή της αγοράς και με τον τρόπο αυτό τον ίδιο τον ανταγωνισμό ( 110 ). Κατά συνέπεια, η διαπίστωση ότι εναρμονισμένη πρακτική έχει σκοπό στρεφόμενο κατά του ανταγωνισμού δεν μπορεί να εξαρτάται από τη διαπίστωση της υπάρξεως άμεσου δεσμού μεταξύ αυτής και των τιμών καταναλωτή ( 111 ). Ομοίως, δεν απαιτείται να υφίσταται άμεση σχέση μεταξύ των ανταλλασσόμενων πληροφοριών και των τιμών χονδρικής. Αντιθέτως, για να γίνει δεκτή η ύπαρξη σκοπού αντίθετου προς τον ανταγωνισμό αρκεί οι ανταγωνιστές να ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με παραμέτρους που είναι σημαντικές για την εκάστοτε τιμολογιακή πολιτική τους ή —γενικότερα— για τη συμπεριφορά τους στην αγορά ( 112 ).
216.
Αυτό ακριβώς συμβαίνει εν προκειμένω.
217.
Κατά τις ιδιαιτέρως αναλυτικές διαπιστώσεις του Γενικού Δικαστηρίου, ως προς τις οποίες η Weichert δεν προβάλλει καμία αιτίαση περί παραμορφώσεως, οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις στην προκειμένη περίπτωση είχαν διμερείς επαφές με αντικείμενο τον προκαθορισμό των τιμών και στο πλαίσιο αυτό συζητούνταν οι τιμές αναφοράς τους και συγκεκριμένες τάσεις των τιμών ( 113 ). Η απολύτως ατεκμηρίωτη θέση της Weichert ότι η ανταλλαγή πληροφοριών αφορούσε μόνον τις γενικές συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά και όχι τις ατομικές εκτιμήσεις περί των τιμών εκ μέρους των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων, δεν συνάδει με τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν από το Γενικό Δικαστήριο και για τον λόγο αυτόν δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της προκειμένης αναιρετικής διαδικασίας —ελλείψει σχετικής αιτιάσεως περί παραμορφώσεως.
218.
Επίσης, σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του Γενικού Δικαστηρίου, οι οποίες μάλιστα στηρίζονται κυρίως στις παρατηρήσεις της ίδιας της Weichert, οι τιμές αναφοράς είχαν σημασία για την οικεία αγορά ( 114 ). Από τις εν λόγω τιμές αναφοράς των εισαγωγέων μπανανών στην προκειμένη περίπτωση μπορούσαν να αντληθούν τουλάχιστον σημεία, τάσεις και/ή ενδείξεις σχετικά με την εξέλιξη της τιμής της μπανάνας· επιπλέον, σε ορισμένες συναλλαγές, οι πραγματικές τιμές συνδέονταν ευθέως με τις τιμές αναφοράς βάσει συμβατικών συμφωνιών περί εφαρμογής μαθηματικών τύπων για τον καθορισμό των τιμών ( 115 ).
219.
Επισημαίνω, συμπληρωματικώς, ότι από επιχειρηματικής απόψεως δεν θα είχε νόημα ο καθορισμός των τιμών αναφοράς και εν συνεχεία η ανταλλαγή πληροφοριών με τους ανταγωνιστές σχετικά με την εξέλιξη των τιμών αυτών, εάν οι τιμές αναφοράς της εκάστοτε επιχειρήσεως και οι αντληθείσες πληροφορίες για τις τιμές αναφοράς των ανταγωνιστών δεν είχαν ως σκοπό να επηρεάσουν τη μελλοντική συμπεριφορά κάθε επιχειρήσεως στην αγορά και τις πραγματικές τιμές που χρησιμοποιεί.
220.
Για τον λόγο αυτόν, το Γενικό Δικαστήριο —αφού εξέτασε διεξοδικώς τα συγκεκριμένα δεδομένα της αγοράς και τα επιχειρήματα της Weichert— ορθώς συνήγαγε το συμπέρασμα ότι η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων έπασχε διότι ο σκοπός της ήταν αντίθετος προς τον ανταγωνισμό ( 116 ).
221.
Συγκεκριμένα, τέτοια ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ ανταγωνιστών, με αντικείμενο παραμέτρους που επηρεάζουν τη διαμόρφωση των τιμών, αντιβαίνει προδήλως στην απαιτούμενη αυτονομία που χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων στην αγορά στο πλαίσιο συστήματος αποτελεσματικού ανταγωνισμού ( 117 ). Συνεπώς, μπορεί να αναγνωρισθεί ήδη —χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις— ότι η εξεταζόμενη ανταλλαγή πληροφοριών είναι, καθαυτή, αρκούντως επιβλαβής για τον ανταγωνισμό και δύναται να θεωρηθεί ότι, ως εκ της φύσεώς της, βλάπτει την ομαλή λειτουργία του ανταγωνισμού ( 118 ).
222.
Ως προς τούτο, η προκειμένη περίπτωση διαφέρει θεμελιωδώς από την απόφαση Asnef-Equifax ( 119 ) που επικαλείται η Weichert και η οποία αφορούσε το ισπανικό σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών σχετικών με πιστώσεις. Πράγματι, η ανταλλαγή πληροφοριών περί της φερεγγυότητας πιστοληπτών, όπως στην περίπτωση Asnef-Equifax, σκοπεί κυρίως στην αύξηση της λειτουργικότητας της αγοράς και στην επίτευξη ίσων όρων ανταγωνισμού για όλους τους πιστωτές, χωρίς ο εκάστοτε φορέας της αγοράς να αποκαλύπτει καθ’ οιονδήποτε τρόπο στους ανταγωνιστές του τους όρους που προτίθεται να επιφυλάξει στην πελατεία του. Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει σε περίπτωση ανταλλαγής πληροφοριών όπως η επίδικη, εν προκειμένω, η οποία αφορά κατ’ ουσίαν τις παραμέτρους καθορισμού των μελλοντικών τιμών και τις τάσεις των τιμών: στο πλαίσιο αυτής της ανταλλαγής πληροφοριών οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις αποκαλύπτουν στους ανταγωνιστές τους —τουλάχιστον εν μέρει— τη συμπεριφορά που σκοπεύουν να έχουν στην αγορά και ευαίσθητα στοιχεία σε σχέση με τις μελλοντικές προβλέψεις τους για τις τιμές. Η πρακτική τούτη είναι προδήλως ικανή να εξαλείψει τις αβεβαιότητες ως προς τη μελετώμενη από τις οικείες επιχειρήσεις συμπεριφορά και δύναται να δημιουργήσει συνθήκες ανταγωνισμού που δεν αντιστοιχούν στις κανονικές συνθήκες της εν λόγω αγοράς.
223.
Επομένως, η κριτική που ασκεί η Weichert όσον αφορά το είδος και το αντικείμενο της ανταλλαγής πληροφοριών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
– Επί της συχνότητας και της τακτικότητας της ανταλλαγής πληροφοριών
224.
Άλλη αντίρρηση της Weichert αφορά τη συχνότητα και την τακτικότητα της ανταλλαγής πληροφοριών με την Dole. Η Weichert τονίζει, συναφώς, ότι διμερείς επαφές με αντικείμενο τον προκαθορισμό των τιμών πραγματοποιούνταν «μόνον» 20 έως 25 φορές ετησίως, ενώ οι τιμές αναφοράς καθορίζονταν κάθε εβδομάδα. Επίσης, «σπανίως» συζητούνταν η «πιθανή μελλοντική εξέλιξη των τιμών αναφοράς εν γένει».
225.
Μολονότι κατά τη δική μου εκτίμηση δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι ανταλλαγή πληροφοριών που πραγματοποιείται 20 έως 25 φορές ετησίως εμφανίζει εντυπωσιακή τακτικότητα και συχνότητα, η προκειμένη αναιρετική διαδικασία, που έχει ως αντικείμενο αποκλειστικώς νομικά ζητήματα, δεν συνιστά το κατάλληλο πλαίσιο για αριθμητικές εκτιμήσεις οι οποίες θα οδηγούσαν εν τέλει σε επανεκτίμηση των πραγματικών περιστατικών.
226.
Συναφώς, εξίσου ατελέσφορο είναι και το επιχείρημα της Weichert ότι οι τιμές αναφοράς καθορίζονταν κάθε εβδομάδα, ενώ η ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τους παράγοντες που επηρεάζουν τις τιμές δεν λάμβανε χώρα κάθε εβδομάδα. Πράγματι, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι ο ρυθμός καθορισμού των τιμών αναφοράς δεν ήταν απολύτως συγχρονισμένος με τον ρυθμό της ανταλλαγής πληροφοριών, τούτο δεν αναιρεί την ύπαρξη ανταλλαγής πληροφοριών με σκοπό αντίθετο προ τον ανταγωνισμό.
227.
Αντιθέτως προς την εκτίμηση της Weichert, η διαπίστωση ανταλλαγής πληροφοριών με σκοπό αντίθετο προς τον ανταγωνισμό ουδόλως προϋποθέτει συχνή ή τακτική —ή μάλιστα εβδομαδιαία— ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων. Κατά τη νομολογία, η διαπίστωση παραβάσεως και η επιβολή προστίμου μπορεί να στηριχθεί και σε ανταλλαγή πληροφοριών άπαξ, εφόσον οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις εξακολούθησαν να δραστηριοποιούνται στην αγορά και μετά από αυτήν την ανταλλαγή πληροφοριών ( 120 ).
228.
Συνεπώς, η κριτική που ασκεί η Weichert για τη δήθεν πλημμελή εξέταση εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου όσον αφορά τη συχνότητα και την τακτικότητα της ανταλλαγής πληροφοριών με την Dole είναι άστοχη.
γ) Ενδιάμεσο συμπέρασμα
229.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω, λοιπόν, η επιχειρηματολογία της Weichert δεν δύναται να αποδυναμώσει τον νομικό χαρακτηρισμό της επίδικης ανταλλαγής πληροφοριών εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου ως απαγορευόμενη κατά το άρθρο 81 ΕΚ εναρμονισμένη πρακτική με σκοπό αντίθετο προς τον ανταγωνισμό. Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της ανταναιρέσεως στην υπόθεση C‑293/13 P δεν έχει, επίσης, κανένα αποτέλεσμα.
3. Σύνοψη επί της ανταναιρέσεως στην υπόθεση C‑293/13 P
230.
Δεδομένου ότι κανένας εκ των λόγων αναιρέσεως που προέβαλε η Weichert δεν μπορεί να γίνει δεκτός, η ανταναίρεσή της στην υπόθεση C‑293/13 P πρέπει να απορριφθεί.
Δ — Επί της κύριας αιτήσεως αναιρέσεως της Επιτροπής στην υπόθεση C‑294/13 P
231.
Προδήλως, ούτε η Επιτροπή έμεινε ικανοποιημένη από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Η αίτηση αναιρέσεως που άσκησε στην υπόθεση C‑294/13 P αφορά τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η συνεργασία επιχειρήσεως με την Επιτροπή στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας επιβάλλεται, από νομικής απόψεως, να ληφθεί υπόψη ως ελαφρυντική περίσταση κατά τον υπολογισμό του προστίμου.
1. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως: η απάντηση στην αίτηση παροχής πληροφοριών ως λόγος μειώσεως του προστίμου
232.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή βάλλει κατά των σκέψεων 840 έως 853 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως. Στο τμήμα αυτό της αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο στηρίχθηκε μεταξύ άλλων στην ανακοίνωση περί συνεργασίας του 2002 και έκρινε ως αναγκαία τη μείωση του προστίμου που επιβλήθηκε από κοινού και εις ολόκληρον στις Del Monte και Weichert, ιδίως προς αναγνώριση των στοιχείων που παρέσχε οικειοθελώς η Weichert κατά τη διοικητική διαδικασία ( 121 ). Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τούτη η προσέγγιση είναι εσφαλμένη από νομικής απόψεως και προβάλλει κατ’ ουσίαν το επιχείρημα ότι η Weichert συμμορφώθηκε απλώς προς την υποχρέωσή της να απαντήσει στην αίτηση παροχής πληροφοριών. Η Del Monte και η Weichert αντιτείνουν ότι δεν υφίστατο τέτοια υποχρέωση και ότι η παροχή πληροφοριών εκ μέρους της Weichert ήταν οικειοθελής.
233.
Φρονώ ότι η έντονη αντιπαράθεση μεταξύ των διαδίκων στο πλαίσιο αυτού του πρώτου λόγου αναιρέσεως οφείλεται, εν μέρει, σε σύγχυση των εννοιών του «οικειοθελούς χαρακτήρα», της «συνεργασίας» και της «προστασίας βάσει της αρχής της μη αυτοενοχοποιήσεως» σε συνάρτηση με την παροχή πληροφοριών κατά τη διοικητική διαδικασία. Αυτή η σύγχυση εννοιών έχει την αφετηρία της στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και επανέρχεται πλέον με την αίτηση αναιρέσεως της Επιτροπής.
234.
Καταρχάς είναι σαφές ότι η Επιτροπή έχει την εξουσία να ζητεί από επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων την παροχή όλων των πληροφοριών που απαιτούνται για τη διαλεύκανση πιθανής παραβάσεως των κανόνων περί συμπράξεων. Για τον σκοπό αυτόν, η Επιτροπή δύναται, κατά την κρίση της, είτε να απευθύνει απλή αίτηση παροχής πληροφοριών είτε να εκδώσει τυπική απόφαση (άρθρο 18, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003).
235.
Υποχρεωτική είναι μόνον η παροχή πληροφοριών οι οποίες ζητούνται με τυπική απόφαση, ενώ η απάντηση σε απλή αίτηση παροχής πληροφοριών είναι προαιρετική ( 122 ). Τούτο επιβεβαιώνουν και οι κυρώσεις που αφορούν τη μη παροχή πληροφοριών: προβλέπονται μόνον όταν οι πληροφορίες έχουν ζητηθεί διά τυπικής αποφάσεως και όχι διά απλής αιτήσεως παροχής πληροφοριών ( 123 )· πρόστιμο επιβάλλεται και στις δύο περιπτώσεις μόνον όταν έχει παρασχεθεί πληροφορία η οποία είναι ανακριβής ή παραπλανητική ( 124 ). Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο κανονισμός 1/2003 εξασφαλίζει τη λεπτή ισορροπία μεταξύ αποτελεσματικότητας των ερευνών της Επιτροπής και δέουσας προστασίας των οικείων επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων.
236.
Στην προκειμένη περίπτωση, δεν χωρεί καμία αμφιβολία ότι η Weichert δεν υποχρεώθηκε να παράσχει πληροφορίες βάσει τυπικής αποφάσεως κατά την έννοια του άρθρου 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003, αλλά η Επιτροπή της ζήτησε πληροφορίες, ατύπως, με απλή αίτηση παροχής πληροφοριών δυνάμει του άρθρου 18, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού ( 125 ). Επομένως, αντιθέτως προς την άποψη της Επιτροπής, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Weichert, απαντώντας στην αίτηση απλής παροχής πληροφοριών στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας, δεν συμμορφώθηκε προς κάποιου είδους νομική της υποχρέωση, αλλά όλες οι πληροφορίες εκ μέρους της παρασχέθηκαν οικειοθελώς.
237.
Εντούτοις, ο οικειοθελής αυτός χαρακτήρας δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη και άνευ ετέρου ότι η προκειμένη περίπτωση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της ανακοινώσεως περί συνεργασίας.
238.
Δηλαδή, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι οι πληροφορίες που παρέσχε η Weichert, όπως διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο, δεν είχαν μόνον οικειοθελή χαρακτήρα αλλά και ιδιαίτερη σημασία για τη διοικητική διαδικασία ( 126 ), παρέχοντας στην Επιτροπή τη δυνατότητα να διαπιστώσει ευχερέστερα την ύπαρξη παραβάσεως ( 127 ), τούτο δεν σημαίνει ότι η Weichert προέβη σε πραγματική πράξη συνεργασίας με την Επιτροπή για την οποία θα έπρεπε να ανταμειφθεί με τη μείωση του προστίμου της βάσει της ανακοινώσεως περί συνεργασίας.
239.
Αντιθέτως, πρέπει να υπομνησθεί ότι μείωση προστίμου βάσει της ανακοινώσεως περί συνεργασίας δικαιολογείται μόνον όταν μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι παρασχεθείσες πληροφορίες και, γενικότερα, η συμπεριφορά της οικείας επιχειρήσεως αποδεικνύουν πραγματική συνεργασία εκ μέρους της. Δηλαδή, η συμπεριφορά της οικείας επιχειρήσεως κατά τη διοικητική διαδικασία πρέπει να μαρτυρά πραγματικό πνεύμα συνεργασίας ( 128 ).
240.
Θα ήταν άστοχο εάν η ύπαρξη τέτοιου πνεύματος συνεργασίας γινόταν δεκτή σε κάθε περίπτωση που επιχείρηση απαντούσε δεόντως σε όλες τις αιτήσεις παροχής πληροφοριών εκ μέρους της Επιτροπής. Πράγματι, όταν επιχείρηση απαντά απλώς σε συγκεκριμένα αιτήματα της Επιτροπής, ακόμη και αν αυτά υποβλήθηκαν υπό μορφή απλών αιτήσεων παροχής πληροφοριών και, επομένως, δεν ήταν νομικώς δεσμευτικά, ενεργεί απλώς κατά τον τρόπο ο οποίος είναι ούτως ή άλλως αναμενόμενος στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας και συνιστά την κανονική συμπεριφορά ενός διαδίκου ( 129 ).
241.
Η μη παρακώλυση της διοικητικής διαδικασίας εκ μέρους επιχειρήσεως δεν χρήζει ανταμοιβής. Συγκεκριμένα, κατ’ αυτόν τον τρόπο, η επιχείρηση αποτρέπει απλώς τη δημιουργία επιβαρυντικών περιστάσεων, οι οποίες θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την αύξηση ενδεχόμενου προστίμου εις βάρος της ( 130 ). Ασφαλώς, η απουσία τέτοιων επιβαρυντικών περιστάσεων δεν συνεπάγεται, άνευ ετέρου, ότι υφίστανται ελαφρυντικές περιστάσεις. Η αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων προϋποθέτει ότι ο ενδιαφερόμενος θα ενεργήσει κατά τρόπο που υπερβαίνει την κανονική συμπεριφορά την οποία ευλόγως αναμένεται να επιδείξει κάθε διάδικος. Ο ενδιαφερόμενος, δηλαδή, πρέπει να προβεί αυτοβούλως σε εκτενή αποκάλυψη πληροφοριών.
242.
Επίσης, όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή, η ρύθμιση περί επιείκειας που καθιερώνεται με την ανακοίνωση περί συνεργασίας ουδόλως σκοπεί να εξασφαλίσει εκ προοιμίου σε όλους τους μετέχοντες σε σύμπραξη το προνόμιο της μειώσεως του προστίμου, όταν διαθέτουν στην Επιτροπή, κατόπιν σχετικής αιτήσεώς της, αποδεικτικό υλικό ή άλλες χρήσιμες πληροφορίες για τη διαπίστωση παραβάσεως.
243.
Ειδάλλως, η εφαρμογή της ρυθμίσεως περί επιείκειας η οποία πρέπει να αποτελεί εξαίρεση, όπως προκύπτει ρητώς από τη νομολογία ( 131 ), θα καθίστατο κανόνας και οι παρεχόμενες μειώσεις προστίμων θα αυξάνονταν υπερβολικά.
244.
Εάν επιχείρηση μπορούσε να προσδοκά τα πλεονεκτήματα της μειώσεως προστίμου ακόμη και όταν αποκρύπτει πληροφορίες και αποδεικτικά στοιχεία μέχρι η Επιτροπή να της τα ζητήσει με συγκεκριμένη αίτηση παροχής πληροφοριών, η αποτελεσματικότητα της ρυθμίσεως περί επιείκειας, ως κινήτρου, θα περιοριζόταν αισθητά. Στην περίπτωση αυτή, θα είχε αξία για τις επιχειρήσεις, από απόψεως διαδικαστικής τακτικής και κυρίως από οικονομικής απόψεως, να τηρήσουν στάση αναμονής και να επιδείξουν παθητική συμπεριφορά, αντί να επανέλθουν αμέσως στη νομιμότητα και να παράσχουν στην Επιτροπή το συντομότερο δυνατό, με δική τους πρωτοβουλία, πλήρη στοιχεία για τα πραγματικά περιστατικά, καθώς και αποδεικτικό υλικό. Τούτο δεν θα διευκόλυνε, αλλά θα δυσχέραινε εν τέλει την αποτελεσματική επιβολή των ευρωπαϊκών κανόνων ανταγωνισμού, η οποία συγκαταλέγεται στις κύριες επιδιώξεις των Συνθηκών ( 132 ).
245.
Το ότι η αμιγής στάση αναμονής και η παθητική συμπεριφορά δεν πρέπει να εξασφαλίζει σε επιχείρηση την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων κατά τη διοικητική διαδικασία, προκύπτει συγκριτικά και από τις κατευθυντήριες γραμμές του 2006, οι οποίες ορίζουν ως προϋπόθεση την αποτελεσματική συνεργασία με την Επιτροπή ( 133 ). Δεν υφίσταται καμία ένδειξη ότι οι προϋποθέσεις ποιότητας της συνεργασίας των επιχειρήσεων με την Επιτροπή όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής της ρυθμίσεως περί επιείκειας που καθιερώνεται με την ανακοίνωση περί συνεργασίας, πρέπει να είναι μειωμένες σε σύγκριση με τις προϋποθέσεις που αφορούν το πεδίο εφαρμογής των γενικών κανόνων υπολογισμού προστίμων οι οποίοι προκύπτουν από τις κατευθυντήριες γραμμές του 2006.
246.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η μείωση του προστίμου που προβλέπει η ανακοίνωση περί επιείκειας δικαιολογείται μόνον όταν επιχείρηση παρέχει πληροφορίες στην Επιτροπή χωρίς αυτές να της έχουν ζητηθεί. Δηλαδή, η συνεργασία με την Επιτροπή δεν πρέπει να είναι μόνον οικειοθελής, αλλά και αυθόρμητη ( 134 ).
247.
Συνεπώς, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον δέχθηκε στις σκέψεις 840 έως 853 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ότι η οικειοθελής απάντηση σε απλή αίτηση παροχής πληροφοριών προβλεπόμενη στο άρθρο 18, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003 αρκεί για να δικαιολογήσει μείωση του προστίμου κατά την έννοια των σημείων 20 έως 23 της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002.
248.
Το ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν επικρατούσε πνεύμα συνεργασίας μεταξύ της Επιτροπής και της Weichert δεν προκύπτει μόνον από την απουσία αυθόρμητης παροχής πληροφοριών προς την Επιτροπή, αλλά και από τη διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου ότι η Weichert αρνούνταν διαρκώς, κατά τη διοικητική διαδικασία, ότι έχει υποπέσει σε παράβαση ( 135 ). Καθένα εκ των δύο ανωτέρω δεδομένων —αφενός, η απουσία αυθόρμητης πληροφορήσεως και, αφετέρου, η επίμονη άρνηση της παραβάσεως— αποκλείει κατηγορηματικώς την εφαρμογή των σημείων 20 έως 23 της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002.
249.
Βεβαίως, μόνον το γεγονός ότι το Γενικό Δικαστήριο στηρίχθηκε σε εσφαλμένη ερμηνεία της ανακοινώσεως περί συνεργασίας, προκειμένου να αιτιολογήσει την απόφασή του περί μειώσεως του προστίμου που επιβλήθηκε στις Del Monte και Weichert, δεν επιβάλλει οπωσδήποτε την αναίρεση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ( 136 ). Συγκεκριμένα, πρέπει να υπομνησθεί ότι η εν λόγω ανακοίνωση γνωστοποιεί απλώς την εκάστοτε διοικητική πρακτική της Επιτροπής, ως Αρχής ανταγωνισμού, και με τη δημοσίευσή της η Επιτροπή αυτοδεσμεύεται, αλλά η ανακοίνωση αυτή δεν αποκτά κανονιστικό χαρακτήρα ( 137 ). Τίποτα δεν κωλύει το Γενικό Δικαστήριο, ασκώντας την πλήρη δικαιοδοσία του (άρθρο 261 ΣΛΕΕ σε συνδυασμό με το άρθρο 31 του κανονισμού 1/2003), να εφαρμόσει διαφορετικά κριτήρια και, εν ανάγκη, να διατάξει ευρύτερες μειώσεις ( 138 ).
250.
Η άσκηση αυτής της αρμοδιότητας από το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο μόνον ως προς την ύπαρξη πρόδηλης πλάνης ( 139 ). Τέτοια πλάνη υφίσταται, πρώτον, εάν το Γενικό Δικαστήριο έχει υπερβεί το εύρος των αρμοδιοτήτων που διαθέτει βάσει του άρθρου 261 ΣΛΕΕ ( 140 ), δεύτερον, εάν δεν έχει εξετάσει εκτενώς όλα τα κρίσιμα στοιχεία ( 141 ) και, τρίτον, εάν έχει εφαρμόσει εσφαλμένα νομικά κριτήρια ( 142 ), λαμβανομένων υπόψη κυρίως των αρχών της ίσης μεταχειρίσεως ( 143 ) και της αναλογικότητας ( 144 ).
251.
Η προκειμένη περίπτωση εμπίπτει στη δεύτερη κατηγορία: το Γενικό Δικαστήριο, ασκώντας τη δικαιοδοσία του κατά το άρθρο 261 ΣΛΕΕ, δεν εξέτασε εκτενώς όλα τα κρίσιμα στοιχεία. Αφενός, όπως σημειώθηκε ήδη, δεν διέκρινε μεταξύ της απλώς οικειοθελούς συνεργασίας και της αυθόρμητης συνεργασίας ( 145 ). Αφετέρου, δεν έλαβε υπόψη κατά πόσον η καθιέρωση από δικαιοδοτικό όργανο της Ένωσης μια πρακτικής μειώσεως προστίμων λόγω οικειοθελούς, αλλά όχι αυθόρμητης, συνεργασίας θα είχε δυσμενείς επιπτώσεις στη λειτουργία της ρυθμίσεως περί επιείκειας και —γενικότερα— στην αποτελεσματική επιβολή των κανόνων του ανταγωνισμού ( 146 ).
252.
Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως που προβάλλει η Επιτροπή πρέπει να γίνει δεκτός.
2. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως: η οικονομική ενότητα ως προϋπόθεση επεκτάσεως των ελαφρυντικών περιστάσεων που αφορούν τη θυγατρική στη μητρική της εταιρία
253.
Η Επιτροπή προβάλλει τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως μόνον επικουρικώς, για την περίπτωση που απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναιρέσεως. Μολονότι πρότεινα ήδη να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως ( 147 ), θα εξετάσω ακολούθως, εν συντομία, και τον δεύτερο για λόγους πληρότητας.
254.
Η Επιτροπή προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο και σε πλάνη περί την αιτιολογία, καθόσον δέχθηκε ότι η μείωση του προστίμου που εφαρμόσθηκε για τη Weichert, λόγω της συνεργασίας της κατά τη διοικητική διαδικασία, ωφελεί και την Del Monte, χωρίς να εξετάσει αν η Del Monte και η Weichert συνιστούσαν από κοινού μία ενιαία επιχείρηση.
α) Επί του παραδεκτού
255.
Η Del Monte υποστηρίζει ότι ο δεύτερος αυτός λόγος αναιρέσεως εκ μέρους της Επιτροπής είναι απαράδεκτος, διότι τόσο στην επίδικη απόφαση όσο και πρωτοδίκως η Επιτροπή ουδέποτε επιχειρηματολόγησε υπέρ του ότι η Del Monte και η Weichert θα έπρεπε να τύχουν χωριστής αξιολογήσεως όσον αφορά το ύψος του προστίμου.
256.
Η ένσταση αυτή πρέπει να γίνει δεκτή.
257.
Ασφαλώς, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι η επίδικη απόφαση στερείται παρατηρήσεων επί του εν λόγω ζητήματος. Άλλωστε, στην απόφαση εκείνη, η Επιτροπή προέβη σε μειώσεις προστίμου μόνο με βάση τα δεδομένα της περιόδου των ετών 2000 έως 2002. Εφόσον η Επιτροπή θεωρούσε ότι κατά την περίοδο εκείνη η Del Monte και η Weichert συναποτελούσαν μία ενιαία επιχείρηση, δεν υφίστατο το εξεταζόμενο ζήτημα περί προστίμων διαφορετικού ύψους για κάθε εταιρία.
258.
Ωστόσο, η Επιτροπή θα μπορούσε και όφειλε να προβάλει την επιχειρηματολογία της το αργότερο στην πρωτοβάθμια διαδικασία. Η Del Monte είχε ζητήσει πρωτοδίκως μείωση του προστίμου ως ανταμοιβή για τη συνεργασία της Weichert με την Επιτροπή κατά τη διοικητική διαδικασία. Στην αντίκρουση αυτού του λόγου προσφυγής, η Επιτροπή είχε τη δυνατότητα να προβάλει το επιχείρημα ότι η Del Monte και η Weichert δεν αποτελούσαν πλέον, μετά το 2002 και ιδίως διαρκούσης της διοικητικής διαδικασίας, ενιαία επιχείρηση και για τον λόγο αυτόν, η Del Monte δεν θα έπρεπε να ανταμειφθεί για την ενδεχόμενη συνεργασία της Weichert με την Επιτροπή.
259.
Υπό τις συνθήκες αυτές, δύσκολα μπορεί να σταθεί το επιχείρημα ότι στην προκειμένη περίπτωση η Επιτροπή προβάλλει λόγο αναιρέσεως ο οποίος συναρτάται με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και, ως εκ τούτου, είναι οπωσδήποτε παραδεκτός ( 148 ). Αυτό ισχύει ιδίως διότι το Γενικό Δικαστήριο, βάσει πάγιας νομολογίας ( 149 ), είχε το δικαίωμα, στο πλαίσιο ασκήσεως της πλήρους δικαιοδοσίας του (άρθρο 261 ΣΛΕΕ σε συνδυασμό με το άρθρο 31 του κανονισμού 1/2003), να προβεί αυτεπαγγέλτως σε πλήρη εκ νέου εξέταση της δικογραφίας, εκτιμώντας και ζητήματα όπως αυτό που έθεσε η Επιτροπή εν προκειμένω.
260.
Εάν επιτρεπόταν στην Επιτροπή να προβάλει το εν λόγω ζήτημα πρώτη φορά στο στάδιο της αναιρετικής διαδικασίας, θα είχε τη δυνατότητα να υποβάλει στην κρίση του Δικαστηρίου διαφορά με ευρύτερο περιεχόμενο από εκείνη που έκρινε το Γενικό Δικαστήριο. Τούτο είναι απαράδεκτο στο στάδιο της αναιρετικής διαδικασίας ( 150 ).
β) Επί της ουσίας
261.
Πάντως, για την περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ως παραδεκτό τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως της Επιτροπής, συμπληρώνω ότι η προβαλλόμενη αιτίαση της Επιτροπής θα ήταν βάσιμη επί της ουσίας.
262.
Όπως έκρινε προσφάτως το Δικαστήριο, η μείωση προστίμου διά της οποίας επιβραβεύεται εμπλεκόμενος σε σύμπραξη για τη συνεργασία του με την Επιτροπή κατά τη διοικητική διαδικασία δεν μπορεί να επεκταθεί σε εταιρία η οποία, για το σύνολο ή για μέρος της χρονικής περιόδου που διήρκεσε η παράβαση, ανήκε σε οικονομική ενότητα που συνίστατο σε μία ενιαία επιχείρηση, αλλά είχε αποχωρήσει από την εν λόγω οικονομική ενότητα κατά το χρονικό σημείο της συνεργασίας της επιχειρήσεως αυτής με την Επιτροπή ( 151 ).
263.
Αντιθέτως προς την άποψη των Del Monte και Weichert, η εις ολόκληρον ευθύνη της μητρικής εταιρίας για τις παραβάσεις των κανόνων περί συμπράξεων εκ μέρους θυγατρικής η οποία τελεί υπό την καθοριστική επιρροή της δεν δύναται να υποβαθμισθεί σε αμιγώς παρακολουθηματική σχέση όπως θα συνέβαινε σε περίπτωση παροχής εγγυήσεως. Ασφαλώς, το Δικαστήριο έχει χαρακτηρίσει την ευθύνη της μητρικής εταιρίας ως «δευτερογενή και παρεπόμενη», στον βαθμό που αφορά την ύπαρξη παραβάσεως και τη διάρκειά της ( 152 ). Πέραν τούτου όμως στο δίκαιο της Ένωσης δεν υφίσταται καμία γενική αρχή η οποία να αποκλείει την επιβολή υψηλότερου προστίμου στη μητρική εταιρία από εκείνο που οφείλει να καταβάλει η θυγατρική της ( 153 ).
3. Σύνοψη επί της κύριας αιτήσεως αναιρέσεως στην υπόθεση C‑294/13 P
264.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, λοιπόν, η αίτηση αναιρέσεως που άσκησε η Επιτροπή στην υπόθεση C‑294/13 P είναι απολύτως βάσιμη με τη στήριξη του πρώτου λόγου αναιρέσεως και έχει ως αποτέλεσμα την αναίρεση του πρώτου σημείου του διατακτικού της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρο 61, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου). Υπό αυτές τις συνθήκες, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος στηρίζεται σε ορθές παρατηρήσεις επί της ουσίας, αλλά δεν πληροί τις προϋποθέσεις του παραδεκτού, δεν είναι πλέον κρίσιμος.
Ε — Επί των δύο ανταναιρέσεων της Weichert και της Del Monte στην υπόθεση C‑294/13 P: η σημασία της προστασίας βάσει της αρχής της μη αυτοενοχοποιήσεως
265.
Οι ανταναιρέσεις της Weichert και της Del Monte στην υπόθεση C‑294/13 P στρέφονται κατά της σκέψεως 839 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως και θέτουν αμφότερες το ίδιο νομικό ζήτημα: προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον δεν εξέτασε αν οι αιτήσεις παροχής πληροφοριών που απηύθυνε η Επιτροπή προς τη Weichert ήταν σύμφωνες προς την προστασία βάσει της αρχής της μη αυτοενοχοποιήσεως (nemo tenetur se ipsum accusare) ( 154 ).
266.
Η αιτίαση αυτή προβάλλεται και από τις δύο ανταναιρεσείουσες μόνο για την περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο θα δεχθεί τη θέση που υποστήριξε η Επιτροπή με τη δική της κύρια αίτηση αναιρέσεως και θα λάβει ως δεδομένο ότι η Weichert έχει νομική υποχρέωση να απαντήσει σε απλή αίτηση παροχής πληροφοριών κατά την έννοια του άρθρου 18, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003.
267.
Όπως επισημάνθηκε ήδη ( 155 ), η συμπεριφορά της Weichert στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας δεν ήταν η δέουσα για να αξιολογηθεί ως ελαφρυντική περίσταση και να δικαιολογήσει μείωση του προστίμου κατά την έννοια της ανακοινώσεως περί συνεργασίας. Ανεξαρτήτως αυτού όμως οι απαντήσεις της Weichert στην απλή αίτηση παροχής πληροφοριών εκ μέρους της Επιτροπής ήταν οικειοθελείς· εφόσον δεν είχε εκδοθεί απόφαση δυνάμει του άρθρου 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003, η Weichert δεν είχε υποχρέωση να παράσχει στην Επιτροπή τις ζητηθείσες πληροφορίες. Για τον ίδιο λόγο, οι απλές αιτήσεις παροχής πληροφοριών της Επιτροπής δεν ήταν ικανές, εκ προοιμίου, να υποχρεώσουν τη Weichert σε αυτοενοχοποίηση ( 156 ).
268.
Συνεπώς, αμφότερες οι ανταναιρέσεις στην υπόθεση C‑294/13 P στερούνται αντικειμένου και η εξέτασή τους παρέλκει.
V – Εκ νέου καθορισμός του προστίμου
269.
Από τις ανωτέρω παρατηρήσεις προκύπτει ότι μόνον η αίτηση αναιρέσεως της Επιτροπής στην υπόθεση C‑294/13 P έχει αποτέλεσμα. Δεδομένου ότι η πρότασή μου επ’ αυτής της αιτήσεως αναιρέσεως συνίσταται στην αναίρεση του πρώτου σημείου της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ( 157 ), επιβάλλεται να εκτιμηθεί εκ νέου το ύψος του προστίμου που επιβλήθηκε από κοινού και εις ολόκληρον στις Del Monte και Weichert με το άρθρο 2, στοιχείο γʹ, της επίδικης αποφάσεως.
270.
Συναφώς, τόσο κατά την πρωτοβάθμια διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου όσο και κατά την προκειμένη αναιρετική διαδικασία δόθηκε στους διαδίκους η δυνατότητα να αναπτύξουν τις θέσεις τους ως προς όλα τα κρίσιμα σημεία. Επίσης, τα πραγματικά περιστατικά δεν χρήζουν περαιτέρω διευκρινίσεων. Κατά συνέπεια, η διαφορά είναι ώριμη προς εκδίκαση (άρθρο 61, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου).
271.
Στο πλαίσιο της δυνατότητας που έχει να αποφανθεί το ίδιο οριστικά επί της διαφοράς, το Δικαστήριο διαθέτει πλήρη δικαιοδοσία, όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 261 ΣΛΕΕ σε συνδυασμό με το άρθρο 31 του κανονισμού 1/2003. Επομένως, το Δικαστήριο μπορεί να καθορίσει εκ νέου το πρόστιμο κατά την κρίση του ( 158 ).
272.
Προκειμένου να διορθωθεί η διαπιστωθείσα νομική πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως επιβάλλεται να ανακληθεί η κατά 10 % μείωση του προστίμου που παρέσχε το Γενικό Δικαστήριο στη Weichert για τη συνεργασία της κατά τη διοικητική διαδικασία ( 159 ).
273.
Βεβαίως, θα μπορούσε να εξετασθεί και ενδεχόμενη αύξηση του προστίμου λόγω της επίμονης αρνήσεως της παραβάσεως εκ μέρους της στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας ( 160 ). Καταρχήν, η πλήρης δικαιοδοσία παρέχει τέτοια δυνατότητα ( 161 ) και μάλιστα τόσο στην πρωτοβάθμια όσο και στην αναιρετική διαδικασία δεν ισχύει η απαγόρευση της reformatio in peius· επίσης, τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης δεν δεσμεύονται από τα αιτήματα των διαδίκων όσον αφορά το ύψος του προστίμου, εφόσον βεβαίως περιορίζονται εντός του πλαισίου του επίδικου αντικειμένου όπως αυτό προσδιορίσθηκε με την προσφυγή ακυρώσεως ή με την αίτηση ή τις αιτήσεις αναιρέσεως.
274.
Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, θα πρότεινα να αποφευχθεί τέτοια αύξηση. Συγκεκριμένα, μολονότι η Weichert αρνούνταν επιμόνως την παράβαση, απαντούσε πάντοτε δεόντως σε όλες τις αιτήσεις παροχής πληροφοριών εκ μέρους της Επιτροπής. Η απλή άρνηση του παράνομου χαρακτήρα συμπεριφοράς που καταλογίζεται σε επιχείρηση συνιστά δικαίωμα κάθε διαδίκου, δεδομένου του τεκμηρίου αθωότητας και των δικαιωμάτων άμυνας, και δεν δικαιολογεί την αύξηση της επιβαλλομένης κυρώσεως.
275.
Ως προς τούτο, συμφώνησαν και οι διάδικοι κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου. Ιδίως, η Επιτροπή τάχθηκε εναντίον του να εκλαμβάνεται ως επιβαρυντική περίσταση καθαυτή η άρνηση παραβάσεως.
276.
Πέραν των ως άνω εξετασθέντων ζητημάτων περί της ορθής εκτιμήσεως της συμπεριφοράς που επιδεικνύουν επιχειρήσεις στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει, στην προκειμένη διαδικασία, ότι το πρόστιμο που επιβλήθηκε στις Del Monte και Weichert υπολογίσθηκε κατά τρόπο εσφαλμένο ή ότι ήταν υπερβολικό ή άλλως μη δικαιολογημένο.
277.
Κατόπιν εκ νέου σταθμίσεως όλων των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως, ιδίως του είδους, της βαρύτητας και της διάρκειας της παραβάσεως, το πρόστιμο ύψους 9,8 εκατομμυρίων ευρώ είναι προφανώς εύλογο από απόψεως πραγματικών περιστατικών και ευθύνης, ενώ η Del Monte και η Weichert εξακολουθούν να ευθύνονται από κοινού και εις ολόκληρον.
VI – Έξοδα
278.
Όταν η αίτηση αναιρέσεως γίνεται δεκτή και το Δικαστήριο κρίνει το ίδιο οριστικά τη διαφορά, αποφαίνεται και επί των εξόδων (άρθρο 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας).
279.
Από το άρθρο 138, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 184, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Del Monte και η Weichert ηττήθηκαν —όσον αφορά τα αιτήματα που προέβαλαν με τις δικές τους αιτήσεις αναιρέσεως, με τις ανταναιρέσεις τους ή με την αντίκρουση των αιτήσεων αναιρέσεως άλλων διαδίκων—, πρέπει να καταδικασθούν καθεμία στα δικαστικά της έξοδα για τις υποθέσεις C‑293/13 P και C‑294/13 P, καθώς και εις ολόκληρον στο σύνολο των δικαστικών εξόδων της Επιτροπής και για τις δύο υποθέσεις ( 162 ).
VII – Πρόταση
280.
Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση με το ακόλουθο διατακτικό:
1)
Αναιρεί το πρώτο σημείο του διατακτικού της αποφάσεως Fresh Del Monte Produce κατά Επιτροπής (T‑587/08, EU:T:2013:129).
2)
Το ποσό του προστίμου που επέβαλε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις 15 Οκτωβρίου 2008 με το άρθρο 2, στοιχείο γʹ, της αποφάσεως Ε(2008) 5955 τελικό καθορίζεται σε 9800000 ευρώ.
3)
Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως και την ανταναίρεση στην υπόθεση C‑293/13 P.
4)
Παρέλκει η απόφανση επί αμφότερων των ανταναιρέσεων στην υπόθεση C‑294/13 P.
5)
Η Fresh Del Monte Produce, Inc. και η Internationale Fruchtimport Gesellschaft Weichert GmbH & Co. KG καταδικάζονται καθεμία στα δικαστικά της έξοδα για τις υποθέσεις C‑293/13 P και C‑294/13 P. Επιπλέον, οι εν λόγω εταιρίες καταδικάζονται εις ολόκληρον στο σύνολο των δικαστικών εξόδων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και για τις δύο υποθέσεις.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
( 2 ) Απόφαση Ε(2008) 5955 τελικό της Επιτροπής της 15ης Οκτωβρίου 2008, σχετικά με διαδικασία του άρθρου 81 [ΕΚ] (υπόθεση COMP/39.188 — Μπανάνες, περιληπτικώς δημοσιευμένη σε ΕΕ 2009, C 189, σ. 12), στο εξής: επίδικη απόφαση.
( 3 ) Απόφαση Fresh Del Monte Produce κατά Επιτροπής (T‑587/08, EU:T:2013:129), στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ή απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου.
( 4 ) Στο εξής: Del Monte.
( 5 ) Στο εξής: Weichert.
( 6 ) Για λόγους ευκολίας θα γίνεται αναφορά στο εξής στην Del Monte, ακόμη και όταν εννοείται μία εκ των θυγατρικών της.
( 7 ) Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τη μη επιβολή και τη μείωση των προστίμων σε υποθέσεις συμπράξεων (καρτέλ) (ΕΕ 2002, C 45, σ. 3).
( 8 ) Άρθρο 1 της επίδικης αποφάσεως.
( 9 ) Άρθρο 1, στοιχεία ζʹ και ηʹ, της επίδικης αποφάσεως.
( 10 ) Άρθρο 2, στοιχείο γʹ, της επίδικης αποφάσεως.
( 11 ) Ωστόσο, η Del Monte ζητεί την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως μόνον ως προς την αναιρεσείουσα.
( 12 ) Η προσφυγή ακυρώσεως που άσκησε η Weichert απορρίφθηκε από το Γενικό Δικαστήριο, κατά τρόπο απρόσβλητο, ως προδήλως απαράδεκτη διότι ήταν εκπρόθεσμη (βλ. διατάξεις Internationale Fruchtimport Gesellschaft Weichert κατά Επιτροπής, T‑2/09, EU:T:2009:478, και Internationale Fruchtimport Gesellschaft Weichert κατά Επιτροπής, C‑73/10 P, EU:C:2010:684).
( 13 ) Απόφαση Επιτροπή κατά AssiDomän Kraft Products κ.λπ. (C‑310/97 P, EU:C:1999:407, σκέψεις 52 έως 57). Ως προς τούτο, η προκειμένη περίπτωση διαφέρει θεμελιωδώς από την υπόθεση Επιτροπή κατά Tomkins (C‑286/11 P, EU:C:2013:29), στην οποία τόσο η μητρική εταιρία όσο και η θυγατρική είχαν ασκήσει καθεμία χωριστές προσφυγές ακυρώσεως κατά της αποφάσεως της Επιτροπής.
( 14 ) Αποφάσεις Rendo κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑19/93 P, EU:C:1995:339, σκέψη 13), Akzo Nobel Chemicals και Akcros Chemicals κατά Επιτροπής (C‑550/07 P, EU:C:2010:512, σκέψη 23) και Γαλλία κατά People’s Mojahedin Organization of Iran (C‑27/09 P, EU:C:2011:853, σκέψη 43).
( 15 ) Συναφώς, απόφαση Falck και Acciaierie di Bolzano κατά Επιτροπής (C‑74/00 P και C‑75/00 P, EU:C:2002:524, σκέψη 55).
( 16 ) Βλ. άρθρο 183 του Κανονισμού Διαδικασίας.
( 17 ) Σκέψη 46 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
( 18 ) Αποφάσεις Falck και Acciaierie di Bolzano κατά Επιτροπής (C‑74/00 P και C‑75/00 P, EU:C:2002:524, σκέψη 55 έως 58) και International Power κ.λπ. κατά NALOO (C‑172/01 P, C‑175/01 P, C‑176/01 P και C‑180/01 P, EU:C:2003:534, σκέψεις 51 έως 53).
( 19 ) Βλ., ανωτέρω, σημείο 47 των παρουσών προτάσεων.
( 20 ) Κανονισμός (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1).
( 21 ) Αποφάσεις Επιτροπή κατά Brazzelli Lualdi κ.λπ. (C‑136/92 P, EU:C:1994:211, σκέψη 49), Συμβούλιο κατά Zhejiang Xinan Chemical Industrial Group (C‑337/09 P, EU:C:2012:471, σκέψη 55) και Ziegler κατά Επιτροπής (C‑439/11 P, EU:C:2013:513, σκέψη 74).
( 22 ) Αποφάσεις Sumitomo Metal Industries και Nippon Steel κατά Επιτροπής (C‑403/04 P και C‑405/04 P, EU:C:2007:52, σκέψη 40), Bertelsmann και Sony Corporation of America κατά Impala (C‑413/06 P, EU:C:2008:392, σκέψη 117), Solvay κατά Επιτροπής (C‑109/10 P, EU:C:2011:686, σκέψη 51) και Επιτροπή κατά Stichting Administratiekantoor Portielje (C‑440/11 P, EU:C:2013:514, σκέψη 59).
( 23 ) Βλ., σχετικά, κυρίως τις αποφάσεις Imperial Chemical Industries κατά Επιτροπής (48/69, EU:C:1972:70, σκέψεις 132 έως 135), Geigy κατά Επιτροπής (52/69, EU:C:1972:73, σκέψη 44) και Europemballage και Continental Can κατά Επιτροπής (6/72, EU:C:1973:22, σκέψη 15)· πιο πρόσφατα, βλ., ιδίως, αποφάσεις ETI κ.λπ. (C‑280/06, EU:C:2007:775, σκέψη 39 σε συνδυασμό με σκέψη 49), Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑97/08 P, EU:C:2009:536, σκέψη 58), Alliance One International και Standard Commercial Tobacco κατά Επιτροπής (C‑628/10 P και C‑14/11 P, EU:C:2012:479, σκέψη 43) και Areva κατά Επιτροπής (C‑247/11 P και C‑253/11 P, EU:C:2014:257, σκέψη 30).
( 24 ) Συναφώς, αποφάσεις Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑97/08 P, EU:C:2009:536, σκέψεις 60 και 61), Elf Aquitaine κατά Επιτροπής (C‑521/09 P, EU:C:2011:620, σκέψεις 56, 63 και 95), Επιτροπή κατά Stichting Administratiekantoor Portielje (C‑440/11 P, EU:C:2013:514, ιδίως σκέψεις 40 και 41) και Areva κατά Επιτροπής (C‑247/11 P και C‑253/11 P, EU:C:2014:257, σκέψεις 32 και 33).
( 25 ) Σκέψη 72 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, καθώς και αιτιολογική σκέψη 382 και 383 της επίδικης αποφάσεως.
( 26 ) Βλ., ιδίως, σκέψεις 50 έως 56, καθώς και σκέψεις 87 και 88 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
( 27 ) Επί του μαχητού τεκμηρίου της πραγματικής ασκήσεως καθοριστικής επιρροής, βλ., παραδείγματος χάρη, την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 24 νομολογία.
( 28 ) Βλ., σχετικά, ιδίως, την απόφαση Alliance One International και Standard Commercial Tobacco κατά Επιτροπής (C‑628/10 P και C‑14/11 P, EU:C:2012:479, σκέψεις 102, 104 και 105)· ομοίως, αν και σε διαφορετικό πλαίσιο, απόφαση AceaElectrabel Produzione κατά Επιτροπής (C‑480/09 P, EU:C:2010:787, σκέψη 46 επ.).
( 29 ) Σκέψη 276 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
( 30 ) Απόφαση Knauf Gips κατά Επιτροπής (C‑407/08 P, EU:C:2010:389, σκέψη 65).
( 31 ) Βλ., σχετικά, την προσφάτως εκδοθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Stichting Administratiekantoor Portielje (C‑440/11 P, EU:C:2013:514, ιδίως σκέψεις 66 έως 68) καθώς και τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως αυτής (EU:C:2012:763, σημεία 71 και 72).
( 32 ) Συναφώς, αποφάσεις Alliance One International και Standard Commercial Tobacco κατά Επιτροπής (C‑628/10 P και C‑14/11 P, EU:C:2012:479, σκέψεις 102 έως 105) και απόφαση Sasol κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑541/08, EU:T:2014:628, σκέψεις 53 και 54).
( 33 ) Αποφάσεις Dow Chemical κατά Επιτροπής (C‑179/12 P, EU:C:2013:605), EI du Pont de Nemours κατά Επιτροπής (C‑172/12 P, EU:C:2013:601) και Avebe κατά Επιτροπής (T‑314/01, EU:T:2006:266).
( 34 ) Βλ., σχετικά, την απόφαση Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑97/08 P, EU:C:2009:536, σκέψεις 73 και 74), καθώς και τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως αυτής (C‑97/08 P, EU:C:2009:262, σημεία 89 έως 93), και την απόφαση Schindler Holding κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑501/11 P, EU:C:2013:522, ιδίως σκέψη 112).
( 35 ) Σκέψη 99 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως και αιτιολογική σκέψη 387 της επίδικης αποφάσεως.
( 36 ) Σκέψεις 122, 125 και 130 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, καθώς και αιτιολογικές σκέψεις 387 και 404 της επίδικης αποφάσεως.
( 37 ) Σκέψη 135 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως και αιτιολογική σκέψη 383 της επίδικης αποφάσεως.
( 38 ) Βλ., σχετικά, τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Alliance One International και Standard Commercial Tobacco κατά Επιτροπής (C‑628/10 P και C‑14/11 P, EU:C:2012:11, σημεία 144, 145 και 154).
( 39 ) Σκέψεις 156 έως 158 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, καθώς και αιτιολογικές σκέψεις 388 και 393 της επίδικης αποφάσεως.
( 40 ) Σκέψεις 204, 220 και, συμπληρωματικώς, σκέψεις 171, 175, 176 και 185 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, καθώς και αιτιολογικές σκέψεις 389 και 390 της επίδικης αποφάσεως.
( 41 ) Το αν οι υποδείξεις αυτές τηρούνταν δεόντως από τη Weichert και επέφεραν «αποτέλεσμα» συνιστά αντικείμενο χωριστού σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως, το οποίο θα εξετάσω στη συνέχεια (βλ., κατωτέρω, σημεία 96 έως 107 των παρουσών προτάσεων).
( 42 ) Βλ. τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑97/08 P, EU:C:2009:262, σημείο 89).
( 43 ) Βλ., σχετικά, εκ νέου την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 23 νομολογία.
( 44 ) Απόφαση Schindler Holding κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑501/11 P, EU:C:2013:522, ιδίως σκέψη 144).
( 45 ) Σκέψη 208 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
( 46 ) Η Del Monte στηρίζεται επανειλημμένως στη σκέψη 208 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
( 47 ) Βλ., ιδίως, σκέψεις 208 έως 215 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
( 48 ) Σκέψη 210 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
( 49 ) Σκέψη 211 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
( 50 ) Επί της αιτιάσεως της Del Monte περί παραμορφώσεως των αποδεικτικών στοιχείων, βλ. τις παρατηρήσεις μου στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου αναιρέσεως στα σημεία 122 έως 165 των παρουσών προτάσεων.
( 51 ) Ακόμη και κατόπιν ρητής ερωτήσεώς μου, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, η Del Monte δεν μπόρεσε να υποδείξει ποιο σημείο της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως περιέχει διαπίστωση πραγματικών περιστατικών που να στηρίζει την αιτίασή της ή ποιο σχετικό αποδεικτικό στοιχείο δεν έλαβε υπόψη το Γενικό Δικαστήριο.
( 52 ) Αποφάσεις Lafarge κατά Επιτροπής (C‑413/08 P, EU:C:2010:346, σκέψη 23), Ziegler κατά Επιτροπής (C‑439/11 P, EU:C:2013:513, σκέψεις 75 και 76) και FLSmidth κατά Επιτροπής (C‑238/12 P, EU:C:2014:284, σκέψη 31).
( 53 ) Σκέψη 113 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
( 54 ) Σκέψη 208 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
( 55 ) Σκέψεις 237 και 238 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
( 56 ) Σκέψεις 259 και 260 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
( 57 ) Σκέψεις 104 και 221 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
( 58 ) Βλ., επίσης, απόφαση Knauf Gips κατά Επιτροπής (C‑407/08 P, EU:C:2010:389, σκέψη 80).
( 59 ) Συναφώς, απόφαση Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑204/00 P, C‑205/00 P, C‑211/00 P, C‑213/00 P, C‑217/00 P και C‑219/00 P, EU:C:2004:6, σκέψεις 79 και 132) και —σε σχέση με το άρθρο 86 της Συνθήκης ΕΟΚ— απόφαση Lucazeau κ.λπ. (110/88, 241/88 και 242/88, EU:C:1989:326, σκέψη 25). Επί της υποχρεώσεως των διαδίκων να στηρίξουν εκ περιτροπής με αποδεικτικά στοιχεία τις θέσεις τους, σε διάφορα πλαίσια, βλ. επίσης τις προτάσεις μου επί των υποθέσεων Nederlandse Federatieve Vereniging voor de Groothandel op Elektrotechnisch Gebied κατά Επιτροπής (C‑105/04 P, EU:C:2005:751, σημείο 73), T-Mobile Netherlands κ.λπ. (C‑8/08, EU:C:2009:110, σημείο 89), Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑97/08 P, EU:C:2009:262, σημείο 74) και Alliance One International και Standard Commercial Tobacco κατά Επιτροπής (C‑628/10 P και C‑14/11 P, EU:C:2012:11, σημείο 170).
( 60 ) Η Del Monte επικαλείται, συναφώς, το άρθρο 48 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και το άρθρο 6, παράγραφος 2, της ΕΣΔΑ.
( 61 ) Βλ., σχετικά, ανωτέρω, σημεία 82 έως 110 των παρουσών προτάσεων.
( 62 ) Αποφάσεις PKK και KNK κατά Συμβουλίου (C‑229/05 P, EU:C:2007:32, σκέψη 37), Sniace κατά Επιτροπής (C‑260/05 P, EU:C:2007:700, σκέψη 37) και Lafarge κατά Επιτροπής (C‑413/08 P, EU:C:2010:346, σκέψη 17).
( 63 ) Σκέψη 101 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως (η υπογράμμιση δική μου).
( 64 ) Βλ., σχετικά, εκ νέου την απόφαση Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑97/08 P, EU:C:2009:536, σκέψεις 73 και 74), καθώς και τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως αυτής (C‑97/08 P, EU:C:2009:262, σημεία 89 έως 93), και την απόφαση Schindler Holding κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑501/11 P, EU:C:2013:522, ιδίως σκέψη 112).
( 65 ) Βλ. σκέψεις 111 έως 114 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
( 66 ) Αποφάσεις P & O European Ferries (Vizcaya) και Diputación Foral de Vizcaya κατά Επιτροπής (C‑442/03 P και C‑471/03 P, EU:C:2006:356, σκέψεις 67 έως 69), Sison κατά Συμβουλίου (C‑266/05 P, EU:C:2007:75, σκέψεις 70 έως 72) και Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑583/11 P, EU:C:2013:625, σκέψη 112).
( 67 ) Βλ., σχετικά, ανωτέρω, σημείο 87 των παρουσών προτάσεων.
( 68 ) Αποφάσεις Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑204/00 P, C‑205/00 P, C‑211/00 P, C‑213/00 P, C‑217/00 P και C‑219/00 P, EU:C:2004:6, σκέψεις 50 και 159), Lafarge κατά Επιτροπής (C‑413/08 P, EU:C:2010:346, σκέψη 16) και Comitato «Venezia vuole vivere» κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑71/09 P, C‑73/09 P και C‑76/09 P, EU:C:2011:368, σκέψη 152).
( 69 ) Αποφάσεις Lafarge κατά Επιτροπής (C‑413/08 P, EU:C:2010:346, σκέψη 23), Ziegler κατά Επιτροπής (C‑439/11 P, EU:C:2013:513, σκέψεις 75 και 76) και FLSmidth κατά Επιτροπής (C‑238/12 P, EU:C:2014:284, σκέψη 31).
( 70 ) Ο τρόπος λειτουργίας αυτής της διαδικασίας διαιτησίας συνοψίζεται στη σκέψη 115 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
( 71 ) Συγκεκριμένα, πρόκειται για το σημείο 63 του δικογράφου της προσφυγής που είχε καταθέσει στον πρώτο βαθμό.
( 72 ) Βλ., σχετικά, τις προτάσεις μου επί των υποθέσεων Solvay κατά Επιτροπής (C‑110/10 P, EU:C:2011:257, σημεία 126 και 131), καθώς και Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑583/11 P, EU:C:2013:21, σημείο 134).
( 73 ) Βλ. την εισαγωγική φράση της σκέψεως 118 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως: «Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η εταιρική σύμβαση αντικατοπτρίζει [...]».
( 74 ) Βλ. σκέψεις 209 και 210 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
( 75 ) Σκέψη 211 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
( 76 ) Σκέψη 214 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
( 77 ) Βλ., ανωτέρω, σημεία 107 έως 109 των παρουσών προτάσεων.
( 78 ) Η εισαγωγική παράγραφος της επιστολής έχει ως εξής: «We were retained by Interfrucht as legal counsel […] Interfrucht wishes to stress the following […]», όπου «Interfrucht» είναι η συντομογραφία που χρησιμοποιήθηκε για την εταιρική επωνυμία της Weichert.
( 79 ) Βλ. φράσεις όπως «Mr. [W.] instructed us», «Mr. [W.] never consented», «Mr. [W.] further wishes to remind you», καθώς και «Mr. [W.] and Interfrucht» και «he and Interfrucht».
( 80 ) Αποφάσεις P & O European Ferries (Vizcaya) και Diputación Foral de Vizcaya κατά Επιτροπής (C‑442/03 P και C‑471/03 P, EU:C:2006:356, σκέψεις 67 έως 69), Sison κατά Συμβουλίου (C‑266/05 P, EU:C:2007:75, σκέψεις 70 έως 72) και Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑583/11 P, EU:C:2013:625, σκέψη 112).
( 81 ) Σκέψη 238 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
( 82 ) Βλ., εκ νέου, ανωτέρω, σημεία 82 έως 110 των παρουσών προτάσεων.
( 83 ) Βλ. τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Επιτροπή κατά Verhuizingen Coppens (C‑441/11 P, EU:C:2012:317, σημείο 34).
( 84 ) Αποφάσεις Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni (C‑49/92 P, EU:C:1999:356, σκέψεις 83, 87 και 203), Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑204/00 P, C‑205/00 P, C‑211/00 P, C‑213/00 P, C‑217/00 P και C‑219/00 P, EU:C:2004:6, σκέψη 83) και Επιτροπή κατά Verhuizingen Coppens (C‑441/11 P, EU:C:2012:778, σκέψεις 43 και 44)· παρόμοια και η απόφαση Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑189/02 P, C‑202/02 P, C‑205/02 P έως C‑208/02 P και C‑213/02 P, EU:C:2005:408, σκέψη 143), στην οποία γίνεται λόγος περί «σιωπηρής εγκρίσεως μιας παράνομης πρωτοβουλίας», που οδηγεί σε «συνέργεια» και σε «παθητικό τρόπο συμμετοχής στην παράβαση».
( 85 ) Βλ. τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Επιτροπή κατά Verhuizingen Coppens (C‑441/11 P, EU:C:2012:317, σημείο 36)· ομοίως, απόφαση Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni (C‑49/92 P, EU:C:1999:356, σκέψη 87).
( 86 ) Συναφώς, απόφαση Επιτροπή κατά Verhuizingen Coppens (C‑441/11 P, EU:C:2012:778, σκέψη 44).
( 87 ) Απόφαση Επιτροπή κατά Verhuizingen Coppens (C‑441/11 P, EU:C:2012:778, σκέψη 45).
( 88 ) Συναφείς οι προτάσεις μου επί της υποθέσεως Επιτροπή κατά Verhuizingen Coppens (C‑441/11 P, EU:C:2012:317, σημείο 33).
( 89 ) Αποφάσεις Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni (C‑49/92 P, EU:C:1999:356, σκέψη 90), Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑204/00 P, C‑205/00 P, C‑211/00 P, C‑213/00 P, C‑217/00 P και C‑219/00 P, EU:C:2004:6, σκέψη 86) και Επιτροπή κατά Verhuizingen Coppens (C‑441/11 P, EU:C:2012:317, σκέψη 45).
( 90 ) Σκέψεις 646 και 649 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως· βλ., επίσης, τις αιτιολογικές σκέψεις 258 και 476 της επίδικης αποφάσεως.
( 91 ) Βλ., ανωτέρω, σημεία 50 έως 65 των παρουσών προτάσεων.
( 92 ) Αποφάσεις FIAMM κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (C‑120/06 P και C‑121/06 P, EU:C:2008:476, σκέψη 90), Masdar (UK) κατά Επιτροπής (C‑47/07 P, EU:C:2008:726, σκέψη 76) και Melli Bank κατά Συμβουλίου (C‑380/09 P, EU:C:2012:137, σκέψη 41)· ομοίως, απόφαση Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni (C‑49/92 P, EU:C:1999:356, σκέψεις 190 και 202).
( 93 ) Βλ., ιδίως, σκέψεις 583 έως 585 και 788 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
( 94 ) Αποφάσεις PKK και KNK κατά Συμβουλίου (C‑229/05 P, EU:C:2007:32, σκέψη 37), Sniace κατά Επιτροπής (C‑260/05 P, EU:C:2007:700, σκέψη 37) και Lafarge κατά Επιτροπής (C‑413/08 P, EU:C:2010:346, σκέψη 17).
( 95 ) Σκέψεις 850 και 851 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
( 96 ) Διάταξη San Marco κατά Επιτροπής (C‑19/95 P, EU:C:1996:331, σκέψεις 39 και 40) και αποφάσεις Επιτροπή κατά Schneider Electric (C‑440/07 P, EU:C:2009:459, σκέψη 103), καθώς και Telefónica και Telefónica de España κατά Επιτροπής (C‑295/12 P, EU:C:2014:2062, σκέψη 84)· ομοίως, απόφαση MasterCard κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑382/12 P, EU:C:2014:2201, σκέψη 60).
( 97 ) Βλ., ιδίως, σκέψεις 583 έως 585, καθώς και σκέψη 362 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
( 98 ) Βλ. τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως T-Mobile Netherlands κ.λπ. (C‑8/08, EU:C:2009:110, σημείο 54).
( 99 ) Αποφάσεις Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑204/00 P, C‑205/00 P, C‑211/00 P, C‑213/00 P, C‑217/00 P και C‑219/00 P, EU:C:2004:6, σκέψη 125), Bertelsmann και Sony Corporation of America κατά Impala (C‑413/06 P, EU:C:2008:392, σκέψη 117) και Επιτροπή κατά Stichting Administratiekantoor Portielje (C‑440/11 P, EU:C:2013:514, σκέψη 59).
( 100 ) C‑67/13 P, EU:C:2014:2204.
( 101 ) Απόφαση T-Mobile Netherlands κ.λπ. (C‑8/08, EU:C:2009:343, σκέψη 24).
( 102 ) Βλ., σχετικά, τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως T-Mobile Netherlands κ.λπ. (C‑8/08, EU:C:2009:110, σημείο 37).
( 103 ) Απόφαση T-Mobile Netherlands κ.λπ. (C‑8/08, EU:C:2009:343, σκέψη 27)· ομοίως, αποφάσεις Allianz Hungária Biztosító κ.λπ. (C‑32/11, EU:C:2013:160, σκέψη 37) και CB κατά Επιτροπής (C‑67/13 P, EU:C:2014:2204, σκέψη 53).
( 104 ) Αποφάσεις Allianz Hungária Biztosító κ.λπ. (C‑32/11, EU:C:2013:160, σκέψη 36) και CB κατά Επιτροπής (C‑67/13 P, EU:C:2014:2204, σκέψη 53).
( 105 ) Αποφάσεις T-Mobile Netherlands κ.λπ. (C‑8/08, EU:C:2009:343, σκέψη 27), Allianz Hungária Biztosító κ.λπ. (C‑32/11, EU:C:2013:160, σκέψη 37) και CB κατά Επιτροπής (C‑67/13 P, EU:C:2014:2204, σκέψη 54).
( 106 ) Απόφαση T-Mobile Netherlands κ.λπ. (C‑8/08, EU:C:2009:343, σκέψεις 29 και 30)· ομοίως, αποφάσεις Football Association Premier League κ.λπ. (C‑403/08 και C‑429/08, EU:C:2011:631, σκέψη 135), Allianz Hungária Biztosító κ.λπ. (C‑32/11, EU:C:2013:160, σκέψη 34) και CB κατά Επιτροπής (C‑67/13 P, EU:C:2014:2204, σκέψεις 49 έως 52 και 57 in fine).
( 107 ) Απόφαση T-Mobile Netherlands κ.λπ. (C‑8/08, EU:C:2009:343, σκέψεις 31 και 43)· ομοίως, απόφαση Allianz Hungária Biztosító κ.λπ. (C‑32/11, EU:C:2013:160, σκέψη 38).
( 108 ) Αποφάσεις Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni (C‑49/92 P, EU:C:1999:356, σκέψεις 121 και 126), Hüls κατά Επιτροπής (C‑199/92 P, EU:C:1999:358, σκέψεις 162 και 167) και T‑Mobile Netherlands κ.λπ. (C‑8/08, EU:C:2009:343, σκέψη 51), καθώς και τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως T‑Mobile Netherlands κ.λπ. (C‑8/08, EU:C:2009:110, σημείο 75).
( 109 ) Απόφαση T-Mobile Netherlands κ.λπ. (C‑8/08, EU:C:2009:343, σκέψεις 29 και 30)· ομοίως, αποφάσεις Football Association Premier League κ.λπ. (C‑403/08 και C‑429/08, EU:C:2011:631, σκέψη 135), Allianz Hungária Biztosító κ.λπ. (C‑32/11, EU:C:2013:160, σκέψη 34) και CB κατά Επιτροπής (C‑67/13 P, EU:C:2014:2204, σκέψεις 49 έως 52 και 57 in fine).
( 110 ) Αποφάσεις T-Mobile Netherlands κ.λπ. (C‑8/08, EU:C:2009:343, σκέψη 38) και GlaxoSmithKline Services κατά Επιτροπής (C‑501/06 P, C‑513/06 P, C‑515/06 P και C‑519/06 P, EU:C:2009:610, σκέψη 63).
( 111 ) Απόφαση T-Mobile Netherlands κ.λπ. (C‑8/08, EU:C:2009:343, σκέψεις 36 έως 39).
( 112 ) Συναφώς, αποφάσεις Suiker Unie κ.λπ. κατά Επιτροπής (40/73 έως 48/73, 50/73, 54/73 έως 56/73, 111/73, 113/73 και 114/73, EU:C:1975:174, σκέψη 173), Deere κατά Επιτροπής (C‑7/95 P, EU:C:1998:256, σκέψη 86) και T-Mobile Netherlands κ.λπ. (C‑8/08, EU:C:2009:343, σκέψη 32).
( 113 ) Βλ., ιδίως, σκέψεις 17 έως 20, 583 έως 585 και 788 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, καθώς και αιτιολογικές σκέψεις 51 έως 57 της επίδικης αποφάσεως.
( 114 ) Σκέψεις 450 έως 562 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως· βλ., επίσης, σκέψεις 850 έως 852 της εν λόγω αποφάσεως, οι οποίες στηρίζονται στις παρατηρήσεις της Weichert.
( 115 ) Σκέψεις 21, 553 και 583 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, καθώς και αιτιολογική σκέψη 115 της επίδικης αποφάσεως.
( 116 ) Βλ., ιδίως, σκέψη 585 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
( 117 ) Επί της απαιτούμενης αυτονομίας βλ., ιδίως, αποφάσεις Suiker Unie κ.λπ. κατά Επιτροπής (40/73 έως 48/73, 50/73, 54/73 έως 56/73, 111/73, 113/73 και 114/73, EU:C:1975:174, σκέψη 173), Deere κατά Επιτροπής (C‑7/95 P, EU:C:1998:256, σκέψεις 86 και 87) και T‑Mobile Netherlands κ.λπ. (C‑8/08, EU:C:2009:343, σκέψεις 32 και 33).
( 118 ) Σχετικά με τα κριτήρια αυτά, βλ. εκ νέου την προσφάτως εκδοθείσα απόφαση CB κατά Επιτροπής (C‑67/13 P, EU:C:2014:2204, ιδίως σκέψεις 50 και 57).
( 119 ) Απόφαση Asnef-Equifax και Administración del Estado (C‑238/05, EU:C:2006:734).
( 120 ) Απόφαση T-Mobile Netherlands κ.λπ. (C‑8/08, EU:C:2009:343, σκέψεις 58 και 59)· βλ., επίσης, αποφάσεις Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni (C‑49/92 P, EU:C:1999:356, σκέψη 121) και Hüls κατά Επιτροπής (C‑199/92 P, EU:C:1999:358, σκέψη 162)· βλ., συμπληρωματικώς, τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως T-Mobile Netherlands κ.λπ. (C‑8/08, EU:C:2009:110, σημεία 97 έως 107).
( 121 ) Βλ., ιδίως, σκέψη 853 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
( 122 ) Απόφαση Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑238/99 P, C‑244/99 P, C‑245/99 P, C‑247/99 P, C‑250/99 P έως C‑252/99 P και C‑254/99 P, EU:C:2002:582, σκέψη 279).
( 123 ) Άρθρο 23, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, και άρθρο 24, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1/2003.
( 124 ) Άρθρο 23, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, του κανονισμού 1/2003.
( 125 ) Σκέψη 838 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως και αιτιολογική σκέψη 46 της επίδικης αποφάσεως.
( 126 ) Σκέψη 852 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
( 127 ) Σκέψη 855 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
( 128 ) Αποφάσεις Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑189/02 P, C‑202/02 P, C‑205/02 P έως C‑208/02 P και C‑213/02 P, EU:C:2005:408, σκέψεις 395 και 396) και Schenker κ.λπ. (C‑681/11, EU:C:2013:404, σκέψη 48).
( 129 ) Συναφώς, απόφαση AOI κατά Επιτροπής (C‑668/11 P, EU:C:2013:614, σκέψη 78), η οποία όμως —εσφαλμένως, κατά την εκτίμησή μου— παραπέμπει στη νομική υποχρέωση απαντήσεως σε απλή αίτηση παροχής πληροφοριών, που είχε γίνει δεκτή στον πρώτο βαθμό (βλ. απόφαση Agroexpansión κατά Επιτροπής, T‑38/05, EU:T:2011:585, σκέψη 268).
( 130 ) Επί της επιβαρυντικής αυτής περιστάσεως, βλ. σημείο 28, δεύτερη περίπτωση, των κατευθυντηρίων γραμμών για τη μέθοδο υπολογισμού των προστίμων που επιβάλλονται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 23, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 (ΕΕ 2006, C 210, σ. 2, στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές του 2006).
( 131 ) Συναφώς, απόφαση Schenker κ.λπ. (C‑681/11, EU:C:2013:404, σκέψη 49), αν και αφορά την ασυλία ή τη μη επιβολή προστίμου.
( 132 ) Επί της σημασίας των κανόνων ανταγωνισμού για τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, βλ. απόφαση Eco Swiss (C‑126/97, EU:C:1999:269, σκέψη 36), καθώς και —σε σχέση με το νομικό καθεστώς μετά την έναρξη της Συνθήκης της Λισσαβώνας— αποφάσεις TeliaSonera (C‑52/09, EU:C:2011:83, σκέψη 20) και Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑496/09, EU:C:2011:740, σκέψη 60). Η ανάγκη αποτελεσματικής επιβολής των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ (νυν άρθρων 101 ΣΛΕΕ και 102 ΣΛΕΕ) τονίσθηκε στη νεότερη νομολογία, παραδείγματος χάρη, στις αποφάσεις X BV (C‑429/07, EU:C:2009:359, σκέψεις 33 έως 35), VEBIC (C‑439/08, EU:C:2010:739, σκέψη 59), Pfleiderer (C‑360/09, EU:C:2011:389, σκέψη 19) και Schenker κ.λπ. (C‑681/11, EU:C:2013:404, σκέψη 46).
( 133 ) Σημείο 29, τέταρτη περίπτωση, των κατευθυντηρίων γραμμών του 2006.
( 134 ) Μόνο για λόγους πληρότητας, επισημαίνω ότι ως αυθόρμητα μπορούν να εκληφθούν επίσης στοιχεία που περιέχονται και στην απάντηση σε απλή αίτηση παροχής πληροφοριών της Επιτροπής, εφόσον βαίνουν πέραν του αντικειμένου των υποβληθέντων ερωτημάτων ή των ζητηθέντων εγγράφων.
( 135 ) Σκέψη 855 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
( 136 ) Συναφώς, αποφάσεις Lestelle κατά Επιτροπής (C‑30/91 P, EU:C:1992:252, σκέψη 28), FIAMM κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (C‑120/06 P και C‑121/06 P, EU:C:2008:476, σκέψη 187) και MasterCard κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑382/12 P, EU:C:2014:2201, σκέψη 170).
( 137 ) Αποφάσεις Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑189/02 P, C‑202/02 P, C‑205/02 P έως C‑208/02 P και C‑213/02 P, EU:C:2005:408, σκέψεις 209 έως 211), KME κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑272/09 P, EU:C:2011:810, σκέψη 100) και Ziegler κατά Επιτροπής (C‑439/11 P, EU:C:2013:513, σκέψη 60).
( 138 ) Η απόφαση ThyssenKrupp κατά Επιτροπής (C‑65/02 P και C‑73/02 P, EU:C:2005:454, σκέψεις 51 και 54) μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η μείωση προστίμου εξετάζεται ακόμη και όταν η οικεία επιχείρηση δεν έχει αμφισβητήσει τις βασικές διαπιστώσεις των πραγματικών περιστατικών στις οποίες η Επιτροπή έχει στηρίξει τις αιτιάσεις της. Εντούτοις, πρέπει να επισημανθεί ότι με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έλαβε θέση μόνον ως προς την ερμηνεία προγενέστερης ρυθμίσεως της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002 και όχι ως προς το τι είναι εύλογο στο πλαίσιο της ασκήσεως πλήρους δικαιοδοσίας βάσει του άρθρου 261 ΣΛΕΕ.
( 139 ) Απόφαση Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑204/00 P, C‑205/00 P, C‑211/00 P, C‑213/00 P, C‑217/00 P και C‑219/00 P, EU:C:2004:6, σκέψη 365).
( 140 ) Βλ., σχετικά, τις προτάσεις μου επί των υποθέσεων Nederlandse Federatieve Vereniging voor de Groothandel op Elektrotechnisch Gebied κατά Επιτροπής (C‑105/04 P, EU:C:2005:751, σημείο 137) και Schindler Holding κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑501/11 P, EU:C:2013:248, σημείο 190)· ομοίως, αποφάσεις Schindler Holding κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑501/11 P, EU:C:2013:522, σκέψεις 155 και 156) και Kone κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑510/11 P, EU:C:2013:696, σκέψεις 40 και 42).
( 141 ) Αποφάσεις Baustahlgewebe κατά Επιτροπής (C‑185/95 P, EU:C:1998:608, σκέψη 128), Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑189/02 P, C‑202/02 P, C‑205/02 P έως C‑208/02 P και C‑213/02 P, EU:C:2005:408, σκέψεις 244 και 303) και Papierfabrik August Koehler κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑322/07 P, C‑327/07 P και C‑338/07 P, EU:C:2009:500, σκέψη 125).
( 142 ) Αποφάσεις Baustahlgewebe κατά Επιτροπής (C‑185/95 P, EU:C:1998:608, σκέψη 128), Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑189/02 P, C‑202/02 P, C‑205/02 P έως C‑208/02 P και C‑213/02 P, EU:C:2005:408, σκέψεις 244 και 303) και Papierfabrik August Koehler κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑322/07 P, C‑327/07 P και C‑338/07 P, EU:C:2009:500, σκέψη 125).
( 143 ) Αποφάσεις Weig κατά Επιτροπής (C‑280/98 P, EU:C:2000:627, σκέψεις 63 και 68) και Sarrió κατά Επιτροπής (C‑291/98 P, EU:C:2000:631, σκέψεις 97 και 99).
( 144 ) Αποφάσεις E.ON Energie κατά Επιτροπής (C‑89/11 P, EU:C:2012:738, σκέψη 126) και Schindler Holding κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑501/11 P, EU:C:2013:522, σκέψη 165).
( 145 ) Βλ., ανωτέρω, σημεία 237 έως 241 και 246 των παρουσών προτάσεων.
( 146 ) Βλ., ανωτέρω, σημεία 242 έως 245 των παρουσών προτάσεων.
( 147 ) Βλ., ανωτέρω, σημείο 252 των παρουσών προτάσεων.
( 148 ) Βλ., σχετικά, αποφάσεις Επιτροπή κατά Siemens Österreich κ.λπ. (C‑231/11 P έως C‑233/11 P, EU:C:2014:256, σκέψεις 100 έως 102) και FLS Plast κατά Επιτροπής (C‑243/12 P, EU:C:2014:2006, σκέψη 48).
( 149 ) Αποφάσεις Chalkor κατά Επιτροπής (C‑386/10 P, EU:C:2011:815, σκέψη 66), Kone κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑510/11 P, EU:C:2013:696, σκέψη 32), καθώς και Telefónica και Telefónica de España κατά Επιτροπής (C‑295/12 P, EU:C:2014:2062, σκέψη 55).
( 150 ) Αποφάσεις Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑189/02 P, C‑202/02 P, C‑205/02 P έως C‑208/02 P και C‑213/02 P, EU:C:2005:408, σκέψη 165), Σουηδία κατά API και Επιτροπής (C‑514/07 P, C‑528/07 P και C‑532/07 P, EU:C:2010:541, σκέψη 126) και Telefónica και Telefónica de España κατά Επιτροπής (C‑295/12 P, EU:C:2014:2062, σκέψη 99).
( 151 ) Απόφαση FLS Plast κατά Επιτροπής (C‑243/12 P, EU:C:2014:2006, σκέψη 85)· ομοίως, απόφαση FLSmidth κατά Επιτροπής (C‑238/12 P, EU:C:2014:284, σκέψη 85).
( 152 ) Απόφαση Επιτροπή κατά Tomkins (C‑286/11 P, EU:C:2013:29, σκέψεις 38 και 39).
( 153 ) Απόφαση FLS Plast κατά Επιτροπής (C‑243/12 P, EU:C:2014:2006, σκέψη 107).
( 154 ) Αποφάσεις Orkem κατά Επιτροπής (374/87, EU:C:1989:387, σκέψεις 28 έως 35), Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑204/00 P, C‑205/00 P, C‑211/00 P, C‑213/00 P, C‑217/00 P και C‑219/00 P, EU:C:2004:6, σκέψεις 62 έως 65) και Επιτροπή κατά SGL Carbon (C‑301/04 P, EU:C:2006:432, σκέψεις 40 έως 49).
( 155 ) Βλ., σχετικά, τις επισημάνσεις μου επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως της Επιτροπής στην υπόθεση C‑294/13 P (σημεία 232 έως 252 των παρουσών προτάσεων).
( 156 ) Βλ., συναφώς, τις αποφάσεις Dalmine κατά Επιτροπής (C‑407/04 P, EU:C:2007:53, σκέψεις 34 και 35) και Erste Group Bank κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑125/07 P, C‑133/07 P και C‑137/07 P, EU:C:2009:576, σκέψεις 271 και 272).
( 157 ) Βλ., ανωτέρω, σημείο 264 των παρουσών προτάσεων.
( 158 ) Βλ., σχετικά, τις αποφάσεις Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni (C‑49/92 P, EU:C:1999:356, σκέψη 218) και Επιτροπή κατά Verhuizingen Coppens (C‑441/11 P, EU:C:2012:778, σκέψη 79).
( 159 ) Σκέψη 856 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
( 160 ) Σκέψη 855 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
( 161 ) Απόφαση Groupe Danone κατά Επιτροπής (C‑3/06 P, EU:C:2007:88, σκέψη 61).
( 162 ) Συναφώς, απόφαση D και Σουηδία κατά Συμβουλίου (C‑122/99 P και C‑125/99 P, EU:C:2001:304, σκέψη 65)· και στην περίπτωση αυτή, ο D και το Βασίλειο της Σουηδίας είχαν ασκήσει δύο χωριστές αιτήσεις αναιρέσεως και καταδικάστηκαν εις ολόκληρον στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy