ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
MELCHIOR WATHELET
της 11ης Δεκεμβρίου 2014 (1)
Υπόθεση C‑320/13
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
κατά
Δημοκρατίας της Πολωνίας
«Παράβαση κράτους μέλους — Άρθρο 258 ΣΛΕΕ — Προώθηση της χρησιμοποιήσεως ανανεώσιμων πηγών ενέργειας — Οδηγία 2009/28/ΕΚ — Άρθρο 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ — Μη μεταφορά ή/και μη ανακοίνωση των μέτρων μεταφοράς — Χρηματική ποινή»
1. Με την προσφυγή της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι «η Δημοκρατία της Πολωνίας, παραλείποντας να θεσπίσει όλες τις […] νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για να συμμορφωθεί προς την οδηγία 2009/28/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και την τροποποίηση και τη συνακόλουθη κατάργηση των οδηγιών 2001/77/ΕΚ και 2003/30/ΕΚ (2), ή, εν πάση περιπτώσει, παραλείποντας να κοινοποιήσει τις διατάξεις αυτές στην Επιτροπή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 27, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής».
2. Εξάλλου, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να επιβάλει στη Δημοκρατία της Πολωνίας, σύμφωνα με το άρθρο 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, χρηματική ποινή για κάθε ημέρα καθυστερήσεως από την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεώς του στην παρούσα υπόθεση, λόγω μη κοινοποιήσεως των μέτρων μεταφοράς στην εθνική έννομη τάξη της οδηγίας 2009/28. Το προτεινόμενο ύψος της χρηματικής ποινής, το οποίο ορίστηκε αρχικά σε 133 228,80 ευρώ, μειώθηκε τελικά σε 61 380 ευρώ κατά τη διάρκεια της διαδικασίας.
3. Η υπόθεση αυτή προσφέρει συνεπώς στο Δικαστήριο την ευκαιρία να ερμηνεύσει, για πρώτη φορά, αυτόν τον νέο μηχανισμό που θεσπίστηκε με τη Συνθήκη της Λισσαβώνας και επιτρέπει στο Δικαστήριο να επιβάλλει χρηματική κύρωση σε κράτος μέλος ήδη από την πρώτη καταδίκη λόγω παραλείψεως του κράτους μέλους να ανακοινώσει τα μέτρα περί μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο οδηγίας εκδοθείσας σύμφωνα με νομοθετική διαδικασία (3).
I – Το νομικό πλαίσιο
Α — Το δίκαιο της Ένωσης
4. Η οδηγία 2009/28 εντάσσεται, μαζί με τις οδηγίες 2009/29/ΕΚ (4) και 2009/30/ΕΚ (5), στη «δέσμη μέτρων κλίμα-ενέργεια» που θεσπίστηκε τον Απρίλιο 2009. Σκοπός της δέσμης μέτρων ήταν η δημιουργία του νομικού πλαισίου που θα επέτρεπε στην Ευρωπαϊκή Ένωση να επιτύχει το 2020 ορισμένους στόχους στον τομέα του κλίματος και της ενέργειας, και συγκεκριμένα μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά 20 % σε σχέση με το επίπεδο του 1990, αύξηση κατά 20 % του μεριδίου ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές στην τελική ακαθάριστη κατανάλωση ενέργειας και βελτίωση της ενεργειακής αποδόσεως στην Ένωση κατά 20 %.
5. Το άρθρο 1 της οδηγίας 2009/28/ΕΚ προβλέπει το αντικείμενο και το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Η οδηγία προσδιορίζει κοινό πλαίσιο για την προώθηση της παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Θέτει υποχρεωτικούς εθνικούς στόχους για το μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές τόσο στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας όσο και στις μεταφορές. Καθορίζει κανόνες για τη στατιστική μεταβίβαση μεταξύ κρατών μελών, για κοινά έργα μεταξύ κρατών μελών και με τρίτες χώρες, τις εγγυήσεις προελεύσεως, τις διοικητικές διαδικασίες, την πληροφόρηση, την κατάρτιση και την πρόσβαση στο δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας για ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές. Καθιερώνει, τέλος, κριτήρια αειφορίας του περιβάλλοντος για τα βιοκαύσιμα και τα βιορευστά.
6. Το άρθρο 2, στοιχεία α΄ έως ιε΄, της οδηγίας 2009/28 περιλαμβάνει διάφορους ορισμούς.
7. Στο άρθρο 5 της οδηγίας 2009/28 αναπτύσσεται ο τρόπος υπολογισμού του μεριδίου της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.
8. Με το άρθρο 13 της οδηγίας 2009/28 επιβάλλεται στα κράτη μέλη να μεριμνούν ώστε οι διάφορες διοικητικές διαδικασίες, κανονισμοί και κώδικες να εξασφαλίζουν εγγυήσεις, ενημέρωση και κίνητρα.
9. Το άρθρο 14 της οδηγίας 2009/28, το οποίο επιγράφεται «Πληροφόρηση και κατάρτιση», προβλέπει μια σειρά υποχρεώσεων που εξασφαλίζουν την πρόσβαση σε διάφορες πληροφορίες σχετικά με τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και τη χρησιμοποίησή τους, καθώς και τη διάδοση των πληροφοριών αυτών.
10. Το άρθρο 16 της οδηγίας 2009/28 αποβλέπει στη διευκόλυνση και στην εξασφάλιση της προσβάσεως στα δίκτυα μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές.
11. Το άρθρο 17 της οδηγίας 2009/28 ορίζει τα κριτήρια αειφορίας που πρέπει να πληρούν τα βιοκαύσιμα και τα βιορευστά προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη για την αξιολόγηση της συμμορφώσεως προς τις απαιτήσεις της οδηγίας ως προς τους εθνικούς στόχους και τις υποχρεώσεις που αφορούν την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές, καθώς και για τον προσδιορισμό της επιλεξιμότητας προς χρηματοδοτική υποστήριξη για την κατανάλωση βιοκαυσίμων και βιορευστών. Με το άρθρο 18 καθιερώνονται οι αρχές που επιτρέπουν την εξακρίβωση της τηρήσεως των εν λόγω κριτηρίων αειφορίας, ενώ με το άρθρο 19 θεσπίζονται οι ρυθμίσεις που διέπουν τον υπολογισμό του αντικτύπου των βιοκαυσίμων και των βιορευστών στα αέρια θερμοκηπίου.
12. Το άρθρο 21 της οδηγίας 2009/28 περιέχει διάφορες ειδικές διατάξεις για την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές στον τομέα των μεταφορών.
13. Τέλος, το άρθρο 27 της οδηγίας ορίζει τα εξής:
«1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 4, παράγραφοι 1, 2 και 3, τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία έως τις 5 Δεκεμβρίου 2010.
Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν μέτρα, αυτά περιέχουν αναφορά στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη έκδοσή τους. Ο τρόπος της αναφοράς καθορίζεται από τα κράτη μέλη.
2. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπει η παρούσα οδηγία».
Β — Το πολωνικό δίκαιο
14. Σύμφωνα με το δικόγραφο της προσφυγής και το υπόμνημα αντικρούσεως, η Δημοκρατία της Πολωνίας μετέφερε την οδηγία 2009/28, μεταξύ άλλων, με:
– τον νόμο για την τροποποίηση του νόμου περί ενέργειας και του νόμου περί προστασίας του περιβάλλοντος (Ustawa o zmianie ustawy — Prawo energetyczne oraz ustawy — Prawo ochrony środowiska), της 4ης Μαρτίου 2005 (Dz. U 552), όπως τροποποιήθηκε·
– τον νόμο περί βιοσυστατικών και υγρών βιοκαυσίμων (Ustawa o biokomponentach i biopaliwach ciekłych), της 25ης Αυγούστου 2006 (Dz. U αριθ. 169, σημείο 119), όπως τροποποιήθηκε·
– τον νόμο για την τροποποίηση του νόμου περί ενέργειας, του νόμου περί προστασίας του περιβάλλοντος και του νόμου περί του συστήματος συμμορφώσεως (Ustawa o zmianie ustawy — Prawo energetyczne, ustawy — Prawo ochrony środowiska oraz ustawy o systemie oceny zgodności), της 12ης Ιανουαρίου 2007 (Dz. U αριθ. 21, σημείο 124)·
– τον νόμο για την τροποποίηση του νόμου περί ειδικών φόρων καταναλώσεως και διαφόρων άλλων νόμων (Ustawa o zmianie ustawy o podatku akcyzowym oraz o zmianie niektórych innych ustaw), της 11ης Μαΐου 2007 (Dz. U αριθ. 99, σημείο 666)·
– τον νόμο για την τροποποίηση του νόμου περί της θέσεως σε κυκλοφορία χρηματοπιστωτικών μέσων και διαφόρων άλλων νόμων (Ustawa o zmianie ustawy o obrocie instrumentami finansowymi oraz niektórych innych ustaw), της 4ης Σεπτεμβρίου 2008 (Dz. U του 2009, αριθ. 165, σημείο 1316)·
– τον νόμο για την τροποποίηση του νόμου περί περιβάλλοντος και διαφόρων άλλων νόμων (Ustawa o zmianie ustawy — Prawo ochrony środowiska oraz niektórych innych ustaw), της 20ής Νοεμβρίου 2009 (Dz. U αριθ. 215, σημείο 1664)·
– τον νόμο για την τροποποίηση του νόμου περί ενέργειας και διαφόρων άλλων νόμων (Ustawa o zmianie ustawy — Prawo energetyczne oraz o zmianie niektórych innych ustaw), της 8ης Ιανουαρίου 2010 (Dz. U αριθ. 21, σημείο 104)·
– τον νόμο για την τροποποίηση του νόμου περί του συστήματος επαγρυπνήσεως και ελέγχου της ποιότητας των καυσίμων και διαφόρων άλλων νόμων (Ustawa o zmianie ustawy o systemie monitorowania i kontrolowania jakości paliw oraz niektórych innych ustaw), της 27ης Μαΐου 2011 (Dz. U αριθ. 153, σημείο 902), όπως τροποποιήθηκε.
15. Δεν αμφισβητείται ότι οι εν λόγω νομοθετικές διατάξεις δεν περιέχουν καμία αναφορά στην οδηγία 2009/28 και δεν συνοδεύονταν από ανάλογη αναφορά κατά την επίσημη δημοσίευσή τους.
16. Ανάλογη αναφορά γίνεται, εντούτοις, στην επίσημη δημοσίευση του νόμου της 26ης Ιουλίου 2013 «για την τροποποίηση του νόμου περί ενέργειας και διαφόρων άλλων νόμων» (Dz. U, σημείο 984). Το κείμενο του εν λόγω νόμου δημοσιεύτηκε στις 27 Αυγούστου 2013 και διαβιβάστηκε στην Επιτροπή στις 29 Αυγούστου 2013.
17. Το ίδιο ισχύει και όσον αφορά τον νόμο για την τροποποίηση του νόμου περί βιοσυστατικών και υγρών βιοκαυσίμων της 21ης Μαρτίου 2014 (Dz. U, σημείο 457), στον οποίο αναφέρθηκε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 7ης Οκτωβρίου 2014.
II – Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
18. Σύμφωνα με το άρθρο 27, η οδηγία 2009/28 έπρεπε να μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο από τα κράτη μέλη έως τις 5 Δεκεμβρίου 2010.
19. Δεδομένου ότι δεν της ανακοινώθηκε κάποιο μέτρο μεταφοράς της οδηγίας 2009/28, η Επιτροπή απηύθυνε στην Πολωνική Κυβέρνηση έγγραφο οχλήσεως στις 27 Ιανουαρίου 2011.
20. Στις 18 Μαρτίου 2011 οι πολωνικές αρχές ενημέρωσαν την Επιτροπή ότι οι διατάξεις της οδηγίας 2009/28 θα μεταφέρονταν στο εθνικό δίκαιο με τον νόμο περί της ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές και με τον νόμο για την τροποποίηση του νόμου περί βιοσυστατικών και υγρών βιοκαυσίμων, η έναρξη εφαρμογής του οποίου προβλεπόταν για τα τέλη του 2011.
21. Στις 17 Ιουνίου 2011 η Επιτροπή απηύθυνε στην Πολωνική Κυβέρνηση νέο έγγραφο οχλήσεως, στο οποίο υπογράμμιζε ότι, εξ όσων γνώριζε, τα μέτρα που εξήγγειλε η Δημοκρατία της Πολωνίας με την επιστολή της 18ης Μαρτίου 2011 δεν είχαν θεσπιστεί ακόμα, ενώ δεν της είχε γίνει καμία σχετική ανακοίνωση.
22. Η Επιτροπή διευκρίνιζε επίσης ότι η μη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο και η μη ανακοίνωση των σχετικών εθνικών μέτρων συνιστούσε παράβαση του άρθρου 27, παράγραφος 1, της οδηγίας 2009/28 και του άρθρου 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ.
23. Η Επιτροπή προσέθετε, τέλος, ότι οι παραλείψεις αυτές μπορούσαν να οδηγήσουν στην επιβολή χρηματικών κυρώσεων δυνάμει του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.
24. Στις 2 Αυγούστου 2011 οι αρμόδιες πολωνικές αρχές κοινοποίησαν στην Επιτροπή, σε σχέση με τη μεταφορά της οδηγίας 2009/28, τον νόμο της 27ης Μαΐου 2011 για την τροποποίηση του νόμου περί του συστήματος επαγρυπνήσεως και ελέγχου της ποιότητας των καυσίμων και διαφόρων άλλων νόμων. Στις 16 Αυγούστου 2011 οι ίδιες αρχές κοινοποίησαν, σε σχέση με τη μεταφορά της οδηγίας 2009/28, τις ακόλουθες εθνικές διατάξεις:
– τον νόμο της 4ης Σεπτεμβρίου 2008 για την τροποποίηση του νόμου περί της θέσεως σε κυκλοφορία χρηματοπιστωτικών μέσων και διαφόρων άλλων νόμων·
– τον νόμο της 4ης Μαρτίου 2005 για την τροποποίηση του νόμου περί ενέργειας και του νόμου περί προστασίας του περιβάλλοντος·
– τον νόμο της 12ης Ιανουαρίου 2007 για την τροποποίηση του νόμου περί ενέργειας, του νόμου περί προστασίας του περιβάλλοντος και του νόμου περί του συστήματος συμμορφώσεως·
– τον νόμο της 20ής Νοεμβρίου 2009 για την τροποποίηση του νόμου περί προστασίας του περιβάλλοντος και διαφόρων άλλων νόμων·
– τον νόμο της 8ης Ιανουαρίου 2010 για την τροποποίηση του νόμου περί ενέργειας και διαφόρων άλλων νόμων·
– τον νόμο της 25ης Αυγούστου 2006 περί βιοσυστατικών και υγρών βιοκαυσίμων·
– τον νόμο της 11ης Μαΐου 2007 για την τροποποίηση του νόμου περί ειδικών φόρων καταναλώσεως και διαφόρων άλλων νόμων·
– την ανακοίνωση του προέδρου της Δίαιτας της Δημοκρατίας της Πολωνίας της 16ης Μαΐου 2006, για την κύρωση του κωδικοποιημένου νόμου περί ενέργειας.
25. Στις 17 Αυγούστου 2011 οι πολωνικές αρχές ενημέρωσαν την Επιτροπή ότι, κατ’ αυτές, οι διατάξεις της οδηγίας 2009/28 είχαν μεταφερθεί προσηκόντως στο πολωνικό δίκαιο, αφενός, με τον νόμο της 10ης Απριλίου 1997 περί ενέργειας και, αφετέρου, με τον νόμο της 25ης Αυγούστου 2006 περί βιοσυστατικών και υγρών βιοκαυσίμων. Επιβεβαίωσαν επίσης τις τροποποιήσεις που επήλθαν με τον νόμο της 8ης Ιανουαρίου 2010 για την τροποποίηση του νόμου περί ενέργειας και διαφόρων άλλων νόμων. Τέλος, ανακοίνωσαν στην Επιτροπή ότι βρίσκονταν σε εξέλιξη εργασίες για δύο νομοσχέδια, εκ των οποίων το ένα αφορούσε τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και το άλλο την τροποποίηση του νόμου περί βιοσυστατικών και υγρών βιοκαυσίμων και του νόμου περί προστασίας του περιβάλλοντος.
26. Κρίνοντας ότι οι πράξεις που της κοινοποιήθηκαν δεν συνιστούσαν μεταφορά της οδηγίας 2009/28 κατά την έννοια του άρθρου 27, παράγραφος 1, της οδηγίας, η Επιτροπή, στις 26 Μαρτίου 2012, απηύθυνε στη Δημοκρατία της Πολωνίας αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία την καλούσε να λάβει τα απαραίτητα μέτρα συμμορφώσεως εντός προθεσμίας δύο μηνών από τη λήψη της αιτιολογημένης γνώμης. Διευκρίνιζε επίσης ότι η σχετική παράλειψη μπορούσε να οδηγήσει στην επιβολή χρηματικών κυρώσεων δυνάμει του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.
27. Με επιστολή της 25ης Μαΐου 2012, η Δημοκρατία της Πολωνίας απάντησε στην αιτιολογημένη γνώμη υποστηρίζοντας ότι η έγκριση του εθνικού σχεδίου δράσεως, το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2009/28 δεν αποτελούσε απλώς μέτρο διοικητικού χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 27, παράγραφος 1, της οδηγίας· ότι η εφαρμογή, από την 1η Οκτωβρίου 2005, εθνικού καθεστώτος ενισχύσεως υπέρ της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές αρκούσε προκειμένου να θεωρηθεί ότι η οδηγία μεταφέρθηκε στην Πολωνία· ότι οι διατάξεις περί ελάχιστου μεριδίου 10 % της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στον τομέα των μεταφορών και τα κριτήρια αειφορίας μεταφέρθηκαν με τον νόμο περί βιοσυστατικών και υγρών βιοκαυσίμων, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο της 27ης Μαΐου 2011, ενώ η μεταφορά των κριτηρίων αειφόρου αναπτύξεως θα ολοκληρωνόταν στα τέλη 2012. Τέλος, οι πολωνικές αρχές ανακοίνωσαν χρονοδιάγραμμα εργασιών σχετικά με τον νόμο περί των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, με τον οποίο θα μεταφέρονταν οι διατάξεις της οδηγίας 2009/28 που είχαν τεθεί σε εφαρμογή ή για τις οποίες η οδηγία προέβλεπε μεταγενέστερη προθεσμία μεταφοράς.
28. Κρίνοντας ότι από τις απαντήσεις αυτές και από τις κοινοποιηθείσες νομοθετικές πράξεις προέκυπτε ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας συνέχιζε να μην συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που υπείχε δυνάμει του άρθρου 27, παράγραφος 1, της οδηγίας 2009/28, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή στις 21 Μαρτίου 2013.
29. Με το δικόγραφο της προσφυγής της, το οποίο φέρει ημερομηνία 11 Ιουνίου 2013 και περιήλθε στο Δικαστήριο στις 12 Ιουνίου 2013, η Επιτροπή προσάπτει στη Δημοκρατία της Πολωνίας, αφενός, ότι δεν θέσπισε τις απαραίτητες διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί με την οδηγία 2009/28, αφετέρου δε, και εν πάση περιπτώσει, ότι δεν την ενημέρωσε σχετικά, δηλαδή ότι δεν της κοινοποίησε τυχόν σχετικές νομοθετικές πράξεις.
III – Η έγγραφη και η προφορική διαδικασία
30. Όπως προκύπτει από το υπόμνημα απαντήσεώς της, η Επιτροπή έκρινε ότι, παρά την έκδοση του νόμου της 26ης Ιουλίου 2013, η Δημοκρατία της Πολωνίας δεν μετέφερε στην εθνική νομοθεσία τις υποχρεώσεις που προβλέπονται με το άρθρο 2, στοιχεία β΄, γ΄, δ΄, ζ΄, ιγ΄, ιδ΄ και ιε΄, το άρθρο 5 (και τα παραρτήματα II, III και VII), το άρθρο 13, το άρθρο 14, παράγραφοι 1, 2, 5 και 6, το άρθρο 16, παράγραφοι 2, 3, 4, 6, 7, 8 και 9, τα άρθρα 17, 18, 19 (και το παράρτημα V) και το άρθρο 21 της οδηγίας 2009/28.
31. Με επιστολή της 1ης Οκτωβρίου 2014, εντούτοις, η Επιτροπή ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι περιόριζε το αντικείμενο της προσφυγής της, κατόπιν του υπομνήματος ανταπαντήσεως που κατέθεσε η Δημοκρατία της Πολωνίας και ορισμένων πληροφοριών που της διαβίβασε έως τις 12 Σεπτεμβρίου 2014.
32. Το αντικείμενο της προσφυγής περιορίζεται πλέον στη μη μεταφορά του άρθρου 13, παράγραφοι 2, 4, 5 και 6, του άρθρου 14, παράγραφοι 2, 5 και 6, του άρθρου 17, παράγραφοι 3 έως 5, και του άρθρου 18, παράγραφος 1, της οδηγίας 2009/28, ενώ η χρηματική ποινή την οποία ζητεί η Επιτροπή περιορίζεται στο ποσό των 61 380 ευρώ για κάθε ημέρα καθυστερήσεως εκτελέσεως των διατάξεων τις οποίες είχε παραβεί η Δημοκρατία της Πολωνίας.
33. Σε αυτό το πλαίσιο, πραγματοποιήθηκε επ’ ακροατηρίου συζήτηση στις 7 Οκτωβρίου 2014, κατά την οποία η Πολωνική Κυβέρνηση και η Ολλανδική Κυβέρνηση (η οποία είχε προηγουμένως ασκήσει παρέμβαση), καθώς και η Επιτροπή ανέπτυξαν τις προφορικές παρατηρήσεις τους.
IV – Επί των παραβάσεων που προσάπτονται στη Δημοκρατία της Πολωνίας
Α — Οι εφαρμοστέες αρχές
34. Η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τη μη ανακοίνωση των εθνικών μέτρων μεταφοράς οδηγίας στο εθνικό δίκαιο και με τη μη μεταφορά stricto sensu είναι πλούσια. Είναι χρήσιμο να διατυπωθούν ορισμένες κατευθυντήριες γραμμές.
35. Πρώτον, αξίζει να υπενθυμιστεί ότι οι διατάξεις οδηγίας, πολλώ δε μάλλον οι διατάξεις που ορίζουν τις προθεσμίες εφαρμογής των προβλεπόμενων μέτρων, έχουν δεσμευτικό αποτέλεσμα έναντι των κρατών μελών προς τα οποία απευθύνονται (6).
36. Δεύτερον, η μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο μιας οδηγίας δεν απαιτεί κατ’ ανάγκη ρητή και κατά γράμμα επανάληψη των διατάξεών της σε μια σαφή και ειδική νομοθετική διάταξη, μπορεί δε να είναι επαρκές, λόγω του περιεχομένου του, ένα γενικό νομοθετικό πλαίσιο, εφόσον με αυτό διασφαλίζεται πράγματι η πλήρης εφαρμογή της οδηγίας κατά τρόπο αρκούντως σαφή και συγκεκριμένο, προκειμένου, στην περίπτωση κατά την οποία η οδηγία αποβλέπει στη δημιουργία δικαιωμάτων για τους ιδιώτες, οι ευεργετούμενοι από αυτήν να είναι σε θέση να γνωρίζουν πλήρως τα δικαιώματα τους και να μπορούν ενδεχομένως να τα επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων (7).
37. Εξάλλου, όταν μια οδηγία προβλέπει ρητώς ότι οι διατάξεις για τη μεταφορά της στην εσωτερική έννομη τάξη πρέπει να περιέχουν αναφορά στην οδηγία ή να συνοδεύονται από τέτοια αναφορά κατά την επίσημη δημοσίευσή τους, επιβάλλεται εν πάση περιπτώσει η θέσπιση ρητής πράξεως μεταφοράς (8).
38. Τρίτον, μολονότι, στο πλαίσιο διαδικασίας διαπιστώσεως παραβάσεως δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, η Επιτροπή φέρει το βάρος αποδείξεως του υποστατού της προβαλλόμενης παραβάσεως και την υποχρέωση να προσκομίσει στο Δικαστήριο τα στοιχεία που απαιτούνται προκειμένου αυτό να εξετάσει το υποστατό αυτής της παραβάσεως, εντούτοις τα κράτη μέλη υποχρεούνται, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, να διευκολύνουν την Επιτροπή στην εκτέλεση της αποστολής της, η οποία συνίσταται ιδίως, σύμφωνα με το άρθρο 17, παράγραφος 1, ΣΕΕ, στη μέριμνα για την εφαρμογή των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης (9).
39. Η ενημέρωση της Επιτροπής στην οποία οφείλουν να προβαίνουν τα κράτη μέλη πρέπει να είναι σαφής και ακριβής. Στο πλαίσιο αυτής, πρέπει να απαριθμούνται με σαφήνεια τα νομοθετικά, κανονιστικά και διοικητικά μέτρα μέσω των οποίων το κράτος μέλος φρονεί ότι εκπλήρωσε τις διάφορες υποχρεώσεις που του επιβάλλει η οδηγία.
40. Ελλείψει μιας τέτοιας ενημερώσεως, η Επιτροπή δεν είναι σε θέση να εξετάσει αν το κράτος μέλος εφάρμοσε πράγματι και πλήρως την οδηγία. Η εκ μέρους κράτους μέλους παράλειψη εκπληρώσεως αυτής της υποχρεώσεως, είτε ελλείψει κάθε ενημερώσεως είτε διά της παροχής ενημερώσεως που δεν είναι αρκούντως σαφής και ακριβής, μπορεί να δικαιολογήσει άνευ ετέρου την κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 258 ΣΛΕΕ για τη διαπίστωση της παραβάσεως αυτής (10). Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το κράτος μέλος δεν μπορεί να αιτιάται την Επιτροπή ότι περιορίστηκε, με το δικόγραφο της προσφυγής της, να διαπιστώσει την παράλειψη οποιασδήποτε μεταφοράς της οδηγίας εντός της ταχθείσας προθεσμίας, χωρίς να επιχειρήσει να αποδείξει κατά πόσον οι ισχύουσες στην εσωτερική νομοθεσία διατάξεις αντέκειντο προς τις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας, δεδομένου ότι η έλλειψη σαφήνειας του δικογράφου της προσφυγής απορρέει από τη συμπεριφορά του κράτους μέλους στο πλαίσιο της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας (11).
41. Τέταρτον, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα την κατάσταση του κράτους μέλους κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη, το δε Δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψη τις μεταβολές που έχουν επέλθει στη συνέχεια (12).
42. Ολοκληρώνω αυτή τη συνοπτική αναφορά επισημαίνοντας ότι οι διάφορες αυτές αρχές υπενθυμίστηκαν ρητώς ή εφαρμόστηκαν στη Δημοκρατία της Πολωνίας με τουλάχιστον τέσσερις πρόσφατες αποφάσεις (Επιτροπή κατά Πολωνίας, C‑551/08, EU:C:2009:683· Επιτροπή κατά Πολωνίας, C‑326/09, EU:C:2011:155· Επιτροπή κατά Πολωνίας, C‑362/10, EU:C:2011:703, και Επιτροπή κατά Πολωνίας, C‑281/11, EU:C:2013:855).
Β — Επί της υπάρξεως παραβάσεων κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη
43. Η κυριότερη παράβαση την οποία προσάπτει η Επιτροπή στη Δημοκρατία της Πολωνίας, από το πρώτο έγγραφο οχλήσεως της 27ης Ιανουαρίου 2011 έως το δικόγραφο της προσφυγής, είναι ότι δεν θέσπισε τα αναγκαία μέτρα για τη μεταφορά της οδηγίας 2009/28 στο εθνικό δίκαιο. Πέραν αυτού, η Επιτροπή προσάπτει επίσης στη Δημοκρατία της Πολωνίας ότι δεν της ανακοίνωσε μέτρα που είχε ενδεχομένως θεσπίσει προς τον σκοπό αυτόν.
44. Προς απάντηση, η Δημοκρατία της Πολωνίας ανέφερε, πρώτον, με την επιστολή της 18ης Μαρτίου 2011, ότι οι διατάξεις της οδηγίας 2009/28 θα μεταφέρονταν με τον νόμο περί της ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές και με τον νόμο για την τροποποίηση του νόμου περί των βιοσυστατικών και των υγρών βιοκαυσίμων, η έναρξη ισχύος του οποίου προβλεπόταν για τα τέλη του 2011.
45. Στις 2 Αυγούστου 2011 οι αρμόδιες πολωνικές αρχές κοινοποίησαν στην Επιτροπή, σε σχέση με τη μεταφορά της οδηγίας 2009/28, τον νόμο της 27ης Μαΐου 2011 για την τροποποίηση του νόμου περί του συστήματος επαγρυπνήσεως και ελέγχου της ποιότητας των καυσίμων και διαφόρων άλλων νόμων. Διαβίβασαν επίσης μια σειρά άλλων νόμων στις 16 Αυγούστου 2011.
46. Εντούτοις, στις 17 Αυγούστου 2011, οι πολωνικές αρχές ενημέρωσαν την Επιτροπή ότι έκριναν τελικά, μετά από ενδελεχή ανάλυση του εθνικού δικαίου, ότι οι διατάξεις της οδηγίας 2009/28 είχαν μεταφερθεί προσηκόντως στο πολωνικό δίκαιο, αφενός, με τον νόμο της 10ης Απριλίου 1997 περί ενέργειας και, αφετέρου, με τον νόμο της 25ης Αυγούστου 2006 περί των βιοσυστατικών και των υγρών βιοκαυσίμων. Επιβεβαίωσαν επίσης τις τροποποιήσεις που επήλθαν με τον νόμο της 8ης Ιανουαρίου 2010 για την τροποποίηση του νόμου περί ενέργειας και διαφόρων άλλων νόμων. Με την ίδια ευκαιρία, οι εν λόγω αρχές γνωστοποίησαν στην Επιτροπή ότι βρίσκονταν σε εξέλιξη εργασίες για δύο νομοσχέδια, εκ των οποίων το ένα αφορούσε τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και το άλλο την τροποποίηση του νόμου περί βιοσυστατικών και υγρών βιοκαυσίμων και του νόμου περί προστασίας του περιβάλλοντος.
47. Τέλος, απαντώντας στην αιτιολογημένη γνώμη που της απευθύνθηκε, η Δημοκρατία της Πολωνίας επισήμανε, μεταξύ άλλων, αφενός, ότι η μεταφορά των κριτηρίων αειφόρου αναπτύξεως θα ολοκληρωνόταν στα τέλη του 2012 και, αφετέρου, ότι ο νόμος περί των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, με τον οποίον υποτίθεται ότι θα μεταφέρονταν ορισμένες διατάξεις της οδηγίας 2009/28, θα άρχιζε να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 2013.
48. Αυτά τα πραγματικά στοιχεία, τα οποία περιέχονται στο δικόγραφο της προσφυγής της Επιτροπής, έγιναν ρητώς αποδεκτά από τη Δημοκρατία της Πολωνίας με το υπόμνημα αντικρούσεως που κατέθεσε στο πλαίσιο του έγγραφου σταδίου της παρούσας δίκης.
49. Ανεξαρτήτως αυτού, κρίνω απαραίτητο να επισημάνω ότι, στις 26 Ιουλίου 2013, ο Πολωνός νομοθέτης εξέδωσε νέο νόμο για την τροποποίηση του νόμου περί ενέργειας και διαφόρων άλλων νόμων, ο οποίος διαβιβάστηκε στην Επιτροπή στις 29 Αυγούστου 2013 σε σχέση με τη μεταφορά της οδηγίας 2009/28. Η Πολωνική Κυβέρνηση διευκρίνισε, με το υπόμνημα απαντήσεως, ότι ο νόμος αυτός αποτελούσε τη «θεμελιώδη πράξη που εξασφάλιζε τη μεταφορά της οδηγίας 2009/28».
50. Κατά συνέπεια, προκύπτει αβίαστα από αυτή τη χρονολογική παράθεση ότι η οδηγία 2009/28 δεν είχε μεταφερθεί πλήρως στο πολωνικό δίκαιο τόσο κατά την ημερομηνία που όριζε το άρθρο 27 της οδηγίας (5 Δεκεμβρίου 2010) όσο και κατά τη λήξη της προθεσμίας που είχε ταχθεί με την αιτιολογημένη γνώμη.
51. Πράγματι, δηλώνοντας ότι ο νόμος που εκδόθηκε στις 26 Ιουλίου 2013, δηλαδή σε ημερομηνία πολύ μεταγενέστερη της λήξεως της προθεσμίας που είχε ταχθεί με την αιτιολογημένη γνώμη, αποτελούσε τη «θεμελιώδη πράξη που εξασφάλιζε τη μεταφορά της οδηγίας 2009/28», η Δημοκρατία της Πολωνίας παραδέχθηκε σιωπηρώς ότι οι προϋπάρχουσες εθνικές ρυθμίσεις δεν αποτελούσαν πλήρη μεταφορά της εν λόγω οδηγίας (13).
52. Η Δημοκρατία της Πολωνίας επιβεβαίωσε αυτό το συμπέρασμα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 7ης Οκτωβρίου 2014, δεχόμενη, ρητώς αυτή τη φορά, ότι τον Μάιο 2012 η οδηγία 2009/28 δεν είχε ακόμα μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο, εκτός ορισμένων διατάξεων.
53. Εξάλλου, θα πρέπει να επισημανθεί ότι, μέχρι την κοινοποίηση πίνακα αντιστοιχίας στις 12 Σεπτεμβρίου 2014, η Δημοκρατία της Πολωνίας ουδέποτε είχε διευκρινίσει ποιες διατάξεις, μεταξύ των πολυάριθμων κανόνων δικαίου που είχε διαβιβάσει στην Επιτροπή σε σχέση με τη μεταφορά της οδηγίας 2009/28, εξασφάλιζαν την ενσωμάτωση κάθε άρθρου της οδηγίας στο πολωνικό εθνικό δίκαιο.
54. Όπως και στην υπόθεση Επιτροπή κατά Πολωνίας (C‑551/08, EU:C:2009:683), η Δημοκρατία της Πολωνίας «δεν παρέσχε κάποια συγκεκριμένη και ουσιαστική ένδειξη όσον αφορά το περιεχόμενο των εθνικών κανόνων με τους οποίους, κατ’ [αυτήν], μεταφέρθηκε η οδηγία» (14). Όπως όμως προανέφερα, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να διευκολύνουν την Επιτροπή στην εκτέλεση της αποστολής της παρέχοντας «επαρκώς συγκεκριμένες ενδείξεις όσον αφορά το περιεχόμενο των εθνικών κανόνων με τους οποίους […] μεταφέρεται η οδηγία» (15).
55. Φρονώ ότι αυτή η παράβαση της υποχρεώσεως ειλικρινούς συνεργασίας δεν δικαιολογεί απλώς άνευ ετέρου την κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 258 ΣΛΕΕ για τη διαπίστωση της συγκεκριμένης παραβάσεως (16), αλλά και την καταδίκη του οικείου κράτους, πολλώ μάλλον όταν η σχετική συμπεριφορά επιδεικνύεται επανειλημμένα (17).
56. Επιπλέον, υπ’ αυτές τις συνθήκες, δεν μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα περί απαραδέκτου που προβάλλει η Δημοκρατία της Πολωνίας με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, διατεινόμενη ότι η Επιτροπή διεύρυνε το αντικείμενο της προσφυγής διευκρινίζοντας μόλις με το υπόμνημα απαντήσεως τα άρθρα της οδηγίας 2009/28 που έκρινε ότι δεν είχαν ακόμα μεταφερθεί (18).
57. Το επιχείρημα αυτό, εξάλλου, είναι κατά μέγα μέρος εσφαλμένο. Πράγματι, τα άρθρα της οδηγίας 2009/28 τα οποία μνημονεύει η Δημοκρατία της Πολωνίας είχαν απαριθμηθεί ρητώς από την Επιτροπή στο σημείο 34 του δικογράφου της προσφυγής της, με μόνη εξαίρεση τα άρθρα 5 και 21. Πάντως, όπως προκύπτει από την επιστολή της Επιτροπής της 1ης Οκτωβρίου 2014, τα δύο αυτά άρθρα δεν περιλαμβάνονται πλέον στο αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής.
58. Τέλος, κατά τη Δημοκρατία της Πολωνίας, η υποχρέωση να γίνεται αναφορά της οδηγίας στην πράξη του εθνικού δικαίου πρέπει να θεωρηθεί ότι διακρίνεται από την υποχρέωση μεταφοράς και ότι αφορά αποκλειστικά τις νομοθετικές πράξεις μεταφοράς που εκδίδονται από κράτος μέλος μετά την έναρξη ισχύος της οδηγίας (19).
59. Η ερμηνεία αυτή δεν συνάδει με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία «όταν μια οδηγία προβλέπει ρητώς ότι οι διατάξεις για τη μεταφορά της στην εσωτερική έννομη τάξη αναφέρονται σε αυτήν ή συνοδεύονται από την εν λόγω αναφορά κατά την επίσημη δημοσίευσή τους, επιβάλλεται εν πάση περιπτώσει η θέσπιση ρητής πράξεως μεταφοράς» (20).
60. Ωστόσο, η Δημοκρατία της Πολωνίας δεν είχε εκδώσει ανάλογη πράξη μέχρι τη λήξη της προθεσμίας που της έταξε η Επιτροπή με την αιτιολογημένη γνώμη της.
61. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, κατά τη λήξη της προθεσμίας που είχε ταχθεί με την αιτιολογημένη γνώμη, η Δημοκρατία της Πολωνίας δεν είχε θεσπίσει όλα τα αναγκαία μέτρα για τη μεταφορά της οδηγίας 2009/28 στην εθνική νομοθεσία ούτε είχε ανακοινώσει τα σχετικά νομοθετήματα.
Γ — Επί της υπάρξεως παραβάσεων κατά τον χρόνο εξετάσεως των πραγματικών περιστατικών
62. Το ζήτημα της συνεχίσεως της παραβάσεως κατά τον χρόνο εξετάσεως των πραγματικών περιστατικών κατ’ αρχήν ουδεμία επιρροή ασκεί στο πλαίσιο προσφυγής που θεμελιώνεται στο άρθρο 258 ΣΛΕΕ.
63. Εντούτοις, με την υπό κρίση προσφυγή η Επιτροπή ζητεί επίσης από το Δικαστήριο να επιβάλει στη Δημοκρατία της Πολωνίας χρηματική ποινή βάσει του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ. Παραφράζοντας την πάγια νομολογία που έχει αναπτύξει το Δικαστήριο σε σχέση με το άρθρο 260, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, «η επιβολή χρηματικής ποινής δεν δικαιολογείται παρά μόνον εφόσον κατ’ αρχήν εξακολουθεί να υφίσταται η παράβαση που συνίσταται [εν προκειμένω, στη μη ανακοίνωση των μέτρων μεταφοράς οδηγίας που έχει εκδοθεί σύμφωνα με νομοθετική διαδικασία] μέχρι την εξέταση των πραγματικών περιστατικών από το Δικαστήριο» (21).
64. Όπως προανέφερα, με επιστολή της 1ης Οκτωβρίου 2014, η Επιτροπή ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι παραιτείται εν μέρει από την προσφυγή της, κατόπιν του υπομνήματος ανταπαντήσεως που κατέθεσε η Δημοκρατία της Πολωνίας και ορισμένων πληροφοριών που της διαβίβασε έως τις 12 Σεπτεμβρίου 2014. Το αντικείμενο της προσφυγής περιορίζεται πλέον στη μη μεταφορά του άρθρου 13, παράγραφοι 2, 4, 5 και 6, του άρθρου 14, παράγραφοι 2, 5 και 6, του άρθρου 17, παράγραφοι 3 έως 5, και του άρθρου 18, παράγραφος 1, της οδηγίας 2009/28.
65. Βάσει των στοιχείων που διαβιβάστηκαν στο Δικαστήριο φρονώ και εγώ ότι τα εν λόγω άρθρα της οδηγίας 2009/28 δεν μπορεί πράγματι να θεωρηθεί ότι αποτέλεσαν αντικείμενο επαρκούς μεταφοράς στο πολωνικό δίκαιο.
1. Επί της μεταφοράς του άρθρου 13, παράγραφοι 2, 4, 5 και 6, της οδηγίας 2009/28
66. Το άρθρο 13 της οδηγίας 2009/28 επιβάλλει στα κράτη μέλη να μεριμνούν ώστε οι διάφορες διοικητικές διαδικασίες, κανονισμοί και κώδικες, όπως οι διαδικασίες εγκρίσεως, πιστοποιήσεως και χορηγήσεως άδειας που εφαρμόζονται στους τομείς τους οποίους διέπει η οδηγία (άρθρο 13, παράγραφος 1), οι τεχνικές προδιαγραφές που πρέπει να πληρούνται για τη συμμετοχή σε ορισμένα καθεστώτα στηρίξεως (άρθρο 13, παράγραφος 2) ή για την προώθηση ορισμένων εξοπλισμών στα ιδιωτικά ή δημόσια κτίρια (άρθρο 13, παράγραφοι 3 έως 6), να παρέχουν ορισμένες εγγυήσεις, πληροφορίες και κίνητρα.
67. Η Επιτροπή παραιτήθηκε μεν από τις αιτιάσεις που αφορούσαν το άρθρο 13, παράγραφοι 1 και 3, πλην όμως εμμένει στην άποψη ότι οι παράγραφοι 2, 4, 5 και 6 του άρθρου 13 της οδηγίας 2009/28 δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο ανακοινώσεως μέτρων μεταφοράς ή ικανοποιητικής μεταφοράς στην εθνική νομοθεσία.
68. Είναι αληθές ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας δεν παρέσχε καμία ένδειξη σχετικά με τη μεταφορά των εν λόγω παραγράφων, τόσο στα γραπτά υπομνήματα που υπέβαλε όσο και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 7ης Οκτωβρίου 2014.
69. Το άρθρο 13, παράγραφος 2, της οδηγίας 2009/28 επιβάλλει στα κράτη μέλη να ορίζουν «σαφώς τις τεχνικές προδιαγραφές που πρέπει να πληρούν ο εξοπλισμός και τα συστήματα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας προκειμένου να μπορούν να επωφεληθούν από τα καθεστώτα στήριξης» (22).
70. Η εν λόγω διάταξη, όπως και οι διάφορες εγγυήσεις που προβλέπονται με τις παραγράφους 4, 5 και 6 του άρθρου 13, δεν έχει τεθεί σε εφαρμογή με αναμφισβήτητη δεσμευτική ισχύ, με την απαιτούμενη εξειδίκευση, ακρίβεια και σαφήνεια προκειμένου να πληρούται η επιταγή της ασφάλειας δικαίου.
71. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι οι παραβάσεις που άπτονται της μη μεταφοράς του άρθρου 13, παράγραφοι 2, 4, 5 και 6, αποδείχθηκαν πλήρως από την Επιτροπή και εξακολουθούν κατά τον χρόνο εξετάσεως των πραγματικών περιστατικών.
2. Επί της μεταφοράς του άρθρου 14, παράγραφοι 2, 5 και 6, της οδηγίας 2009/28
72. Με τις παραγράφους 2, 5 και 6 του άρθρου 14 της οδηγίας 2009/28 επιβάλλονται στα κράτη μέλη συγκεκριμένες υποχρεώσεις παροχής πληροφοριών σε επαγγελματίες, όπως μεταξύ άλλων στους πολεοδόμους ή τους αρχιτέκτονες (παράγραφος 5), ή γενικότερα στους πολίτες (παράγραφος 6).
73. Σύμφωνα με τις εξηγήσεις που παρέσχε η Δημοκρατία της Πολωνίας με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, οι διάφορες αυτές υποχρεώσεις εκπληρώνονται μέσω μιας διοικητικής πρακτικής γενικής εφαρμογής, στο πλαίσιο της οποίας δημοσιεύονται ορισμένες πληροφορίες σε δημόσιους δικτυακούς τόπους, όπως ο δικτυακός τόπος της ρυθμιστικής αρχής ενέργειας, του Υπουργείου Οικονομίας ή άλλων αρμόδιων οργανισμών που δεν προσδιορίζονται περαιτέρω.
74. Όπως έχω υπενθυμίσει επανειλημμένα, κατά πάγια νομολογία, οι διατάξεις μιας οδηγίας πρέπει να εφαρμόζονται με αναμφισβήτητη δεσμευτική ισχύ, με την απαιτούμενη εξειδίκευση, ακρίβεια και σαφήνεια προκειμένου να πληρούται η επιταγή της ασφάλειας δικαίου.
75. Από την απαίτηση αυτή προκύπτει ότι «μια απλή διοικητική πρακτική, που από τη φύση της μπορεί να μεταβάλλεται κατά βούληση από τη διοίκηση και που στερείται της προσήκουσας δημοσιότητας, δεν μπορεί να λογίζεται ότι συνιστά έγκυρη εκπλήρωση της υποχρεώσεως μεταφοράς οδηγίας στην εθνική έννομη τάξη (βλ. απόφαση της 12ης Ιουλίου 2007, C‑507/04, Επιτροπή κατά Αυστρίας EU:C:2007:427, σκέψη 162 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία)» (23).
76. Ο κανόνας αυτός, τον οποίο υπενθύμισε το Δικαστήριο πριν λιγότερο από ένα έτος με απόφαση που εκδόθηκε εις βάρος της Δημοκρατίας της Πολωνίας (απόφαση Επιτροπή κατά Πολωνίας, C‑281/11, EU:C:2013:855), έχει εφαρμογή και στην υπό κρίση υπόθεση: η γενικής εφαρμογής διοικητική πρακτική την οποία επικαλείται η Δημοκρατία της Πολωνίας δεν «ανακοινώθηκε» στην Επιτροπή ως μέτρο μεταφοράς. Κατά συνέπεια, δεν συνιστά προσήκουσα μεταφορά του άρθρου 14, παράγραφοι 2, 5 και 6, της οδηγίας 2009/28 στο εθνικό δίκαιο.
3. Επί της μεταφοράς του άρθρου 17, παράγραφοι 3, 4 και 5, και του άρθρου 18, παράγραφος 1, της οδηγίας 2009/28
77. Σκοπός των άρθρων 17 και 18 της οδηγίας 2009/28 είναι η εγκαθίδρυση εσωτερικής αγοράς βιοκαυσίμων και βιορευστών.
78. Τα εν λόγω βιοκαύσιμα και βιορευστά πρέπει να πληρούν τα κριτήρια αειφορίας που προβλέπονται στις παραγράφους 2 έως 5 του άρθρου 17 προκειμένου να μπορούν, αφενός, να λαμβάνονται υπόψη για την αξιολόγηση της τηρήσεως των απαιτήσεων της οδηγίας και, αφετέρου, να είναι επιλέξιμα για χρηματοδοτική υποστήριξη.
79. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 7ης Οκτωβρίου 2014, η Επιτροπή υποστήριξε ότι ο Πολωνός νομοθέτης επέλεξε, με τον νόμο της 21ης Μαρτίου 2014 για τη τροποποίηση του νόμου περί βιοσυστατικών και υγρών βιοκαυσίμων (Dz. U, σημείο 457), να παραπέμψει απλώς στις διατάξεις του άρθρου 17 της οδηγίας, και μάλιστα μόνον όσον αφορά τα βιοκαύσιμα. Η Δημοκρατία της Πολωνίας δεν αντέκρουσε αυτή την πιστή ανάγνωση, αλλά απλώς προσέθεσε ότι η μέθοδος της παραπομπής στην οδηγία εξασφάλιζε ικανοποιητική μεταφορά στο εθνικό δίκαιο.
80. Η ανάγνωση του άρθρου 1, παράγραφος 18, του προαναφερθέντος νόμου επιβεβαιώνει ότι στον νόμο περί βιοσυστατικών και υγρών βιοκαυσίμων προστίθεται νέο κεφάλαιο 4a και ότι το νέο άρθρο 28a, παράγραφος 1, σημείο 1, του νόμου απλώς παραπέμπει, μόνον όσον αφορά τα βιοκαύσιμα, στα κριτήρια αειφορίας τα οποία προβλέπει το άρθρο 17, παράγραφοι 3 έως 6, της οδηγίας 2009/28.
81. Φρονώ ότι τα κριτήρια αειφορίας που επιβάλλονται με τις εν λόγω διατάξεις δεν μπορούν να θεωρηθούν αμιγώς τεχνικά. Αντιθέτως, η εφαρμογή τους απαιτεί την παρέμβαση του Πολωνού νομοθέτη, και δεν επιτυγχάνεται με απλή παραπομπή στο κείμενο της οδηγίας (24).
82. Αυτό ισχύει, ιδίως, για το άρθρο 17, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2009/28, σύμφωνα με το οποίο «[τ]α βιοκαύσιμα και τα βιορευστά που λαμβάνονται υπόψη […] δεν πρέπει να έχουν παραχθεί από πρώτες ύλες προερχόμενες από εδάφη με υψηλή αξία βιοποικιλότητας, δηλαδή από εδάφη που είχαν έναν από τους ακόλουθους χαρακτηρισμούς τον Ιανουάριο του 2008 ή μετέπειτα, ανεξαρτήτως εάν τα εδάφη αυτά εξακολουθούν να έχουν αυτόν τον χαρακτηρισμό: […] β) περιοχές: i) των οποίων η φύση έχει κηρυχθεί ως προστατευόμενη εκ του νόμου ή από τη σχετική αρμόδια αρχή [...]».
83. Η απλή παραπομπή σε διάταξη της οδηγίας η οποία προβλέπει, για τον ορισμό έννοιας απαραίτητης για την εφαρμογή της (των «εδαφών με υψηλή αξία»), χαρακτηρισμό εκ του νόμου ή από αρμόδια αρχή δεν εξασφαλίζει πλήρη μεταφορά, εφόσον επιτρέπει τη διατήρηση μιας καταστάσεως αβεβαιότητας όσον αφορά την έκταση του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 2009/28 (25). Κατά συνέπεια, η Δημοκρατία της Πολωνίας έπρεπε να θεσπίσει τις απαραίτητες εθνικές διατάξεις για τη μεταφορά των εν λόγω διατάξεων στο εθνικό δίκαιο.
84. Εξάλλου, αντιθέτως προς ό,τι προβλέπει το άρθρο 18, παράγραφος 1, της οδηγίας 2009/28, ο νόμος της 21ης Μαρτίου 2014 για την τροποποίηση του νόμου περί βιοσυστατικών και υγρών βιοκαυσίμων δεν περιέχει καμία διάταξη η οποία, αφενός, να υποχρεώνει τους οικονομικούς φορείς να «αποδείξουν ότι πληρούνται τα κριτήρια αειφορίας που καθορίζονται στο άρθρο 17, παράγραφοι 2 έως 5» και, αφετέρου, να απαιτεί από αυτούς να χρησιμοποιούν το σύστημα ισοζυγίου μάζας που περιγράφεται στο άρθρο 18 της οδηγίας.
85. Για λόγους πληρότητας, διευκρινίζω επίσης ότι, με τα γραπτά υπομνήματα που υπέβαλε, η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστήριξε ότι τα άρθρα 17 έως 19 και 21 της οδηγίας 2009/28 μεταφέρθηκαν στο εθνικό δίκαιο με το εθνικό σχέδιο δράσεως για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, το οποίο εγκρίθηκε στις 7 Δεκεμβρίου 2010 και κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή στις 15 Δεκεμβρίου 2010.
86. Εντούτοις, ως προς το ζήτημα αυτό συμφωνώ με την άποψη που υποστηρίζει η Επιτροπή. Τα εθνικά σχέδια δράσεως, τα οποία προβλέπονται με το άρθρο 4 της οδηγίας 2009/28, ορίζουν τους εθνικούς στόχους για τα μερίδια της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που θα καταναλίσκεται στις μεταφορές, στους τομείς της ηλεκτρικής ενέργειας, της θέρμανσης και ψύξης το 2020, λαμβάνοντας υπόψη τον αντίκτυπο άλλων μέτρων πολιτικής που αφορούν την ενεργειακή απόδοση στην τελική κατανάλωση ενέργειας (26). Σκοπός τους είναι η ενημέρωση της Επιτροπής μέσω περιγραφής των μέτρων που λαμβάνουν τα κράτη μέλη για να επιτύχουν τους στόχους αυτούς, όπως και των μέτρων που απαιτούνται για τη συμμόρφωση με τις διατάξεις των άρθρων 13 έως 19 της οδηγίας 2009/28.
87. Κατά συνέπεια, πρόκειται αποκλειστικά για έγγραφο ενημερώσεως και προγραμματισμού, το οποίο δεν πληροί αφεαυτού τις θετικές υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις του άρθρου 17, παράγραφοι 3 έως 5, και 18, παράγραφος 1, της οδηγίας 2009/28.
Δ — Πρόταση όσον αφορά τις παραβάσεις
88. Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι:
– αφενός, κατά τη λήξη της προθεσμίας την οποία έταξε η Επιτροπή με την αιτιολογημένη γνώμη της στη Δημοκρατία της Πολωνίας στις 26 Μαρτίου 2012, η τελευταία δεν είχε ανακοινώσει στην Επιτροπή ούτε είχε θεσπίσει τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προς συμμόρφωση με την οδηγία 2009/28 και,
– αφετέρου, κατά τον χρόνο εξετάσεως των πραγματικών περιστατικών, η Δημοκρατία της Πολωνίας εξακολουθούσε να μην έχει μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 13, παράγραφοι 2, 4, 5 και 6· το άρθρο 14, παράγραφοι 2, 5 και 6· το άρθρο 17, παράγραφοι 3, 4 και 5,· και το άρθρο 18, παράγραφος 1, της οδηγίας 2009/28, και να μην έχει ανακοινώσει στην Επιτροπή επαρκή μέτρα μεταφοράς.
V – Επί της δυνατότητας εφαρμογής του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ
89. Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξα είναι ότι, κατά τον χρόνο εξετάσεως των πραγματικών περιστατικών, η Δημοκρατία της Πολωνίας εξακολουθούσε να μην έχει μεταφέρει στο εθνικό δίκαιο το άρθρο 13, παράγραφοι 2, 4, 5 και 6· το άρθρο 14, παράγραφοι 2, 5 και 6· το άρθρο 17, παράγραφοι 3, 4 και 5, και το άρθρο 18, παράγραφος 1, της οδηγίας 2009/28, και να μην έχει ανακοινώσει στην Επιτροπή επαρκή μέτρα μεταφοράς.
90. Αν το Δικαστήριο καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα, θα πρέπει να εξετάσει το αίτημα επιβολής χρηματικής ποινής το οποίο υποβάλλει η Επιτροπή βάσει του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.
91. Πράγματι, η χρηματική ποινή συνιστά αφεαυτής πρόσφορο χρηματικής φύσεως μέσο ώστε κράτος μέλος να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να θέσει τέρμα σε διαπιστωθείσα παράβαση και να εξασφαλίσει την πλήρη εκτέλεση οδηγίας (27).
92. Μολονότι η δυνατότητα καταδίκης κράτους μέλους σε χρηματική κύρωση ήδη από την πρώτη προσφυγή λόγω παραβάσεως προβλέπεται από τη Συνθήκη της Λισσαβώνας και έχει τεθεί σε εφαρμογή εδώ και πέντε σχεδόν έτη, το Δικαστήριο δεν είχε μέχρι σήμερα τη δυνατότητα να τη χρησιμοποιήσει ή ακόμα και να την ερμηνεύσει.
93. Σύμφωνα με το άρθρο 260, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ: «[ό]ταν η Επιτροπή υποβάλλει στο Δικαστήριο προσφυγή βάσει του άρθρου 258 [ΣΛΕΕ], θεωρώντας ότι το συγκεκριμένο κράτος μέλος παρέβη την υποχρέωσή του να ανακοινώσει τα μέτρα μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο μιας οδηγίας που εκδόθηκε σύμφωνα με νομοθετική διαδικασία, μπορεί, εάν το κρίνει πρόσφορο, να υποδείξει το ύψος του κατ’ αποκοπήν ποσού ή της χρηματικής ποινής που οφείλει να καταβάλει το εν λόγω κράτος και που η Επιτροπή κρίνει κατάλληλο για την περίσταση». Με το δεύτερο εδάφιο διευκρινίζεται ότι, «[ε]άν το Δικαστήριο διαπιστώσει την παράβαση, δύναται να επιβάλει στο συγκεκριμένο κράτος μέλος την καταβολή κατ’ αποκοπήν ποσού ή χρηματικής ποινής έως του ορίου του ποσού το οποίο υπέδειξε η Επιτροπή. Η υποχρέωση καταβολής τίθεται σε ισχύ την ημερομηνία που προσδιορίζει το Δικαστήριο με την απόφασή του».
94. Το άρθρο 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ θέτει τουλάχιστον τέσσερα ερμηνευτικά προβλήματα, τα οποία θα εξετάσω διαδοχικά:
– Πρώτον, μπορεί το άρθρο 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ να εφαρμοστεί σε οδηγία που εκδόθηκε πριν από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας (πεδίο εφαρμογής ratione temporis);
– Δεύτερον, πρέπει η Επιτροπή να αιτιολογεί ειδικά την απόφασή της να ζητήσει την καταδίκη στην καταβολή χρηματικής ποινής ή/και κατ’ αποκοπήν ποσού βάσει του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ;
– Τρίτον, ποια συμπεριφορά είναι ικανή να επιφέρει την εφαρμογή του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ (πεδίο εφαρμογής ratione materiae);
– Τέταρτον, μπορεί η Επιτροπή να χρησιμοποιήσει στην περίπτωση πρώτης παραβάσεως τη μέθοδο υπολογισμού που χρησιμοποιεί στο πλαίσιο του άρθρου 260, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ;
Α — Η δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ ratione temporis
95. Η Δημοκρατία της Πολωνίας και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών φρονούν ότι το άρθρο 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ δεν έχει εφαρμογή στις οδηγίες που έχουν εκδοθεί πριν από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας. Εφόσον το εν λόγω άρθρο διευκρινίζει ότι εφαρμόζεται όταν κράτος μέλος παραβαίνει «την υποχρέωσή του να ανακοινώσει τα μέτρα μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο μιας οδηγίας που εκδόθηκε σύμφωνα με νομοθετική διαδικασία» και η διαδικασία αυτή εισήχθη μόνο με τη Συνθήκη της Λισσαβώνας, η επίμαχη διάταξη δεν μπορεί να εφαρμοστεί στις οδηγίες που έχουν εκδοθεί πριν από την 1η Δεκεμβρίου 2009. Αυτό ισχύει εν προκειμένω, εφόσον η οδηγία 2009/28 εκδόθηκε στις 23 Απριλίου 2009 με τη διαδικασία συναποφάσεως την οποία προέβλεπε το άρθρο 251, παράγραφος 3, ΕΚ.
96. Δεν συμφωνώ με την ερμηνεία που υποστηρίζουν τα δύο εν λόγω κράτη μέλη.
97. Κατ’ αρχάς, μολονότι η Συνθήκη της Λισσαβώνας χρησιμοποιεί ειδική ορολογία για τον χαρακτηρισμό της διαδικασίας εκδόσεως των νομοθετικών πράξεων της Ένωσης στο άρθρο 280, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ (και, κατά συνέπεια, των νομικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτού), είναι καταχρηστικό η διαδικασία αυτή να θεωρηθεί διαφορετική από τη διαδικασία συναποφάσεως που ίσχυε προηγουμένως.
98. Τόσο ο νομοθέτης της Ένωσης (28) όσο και το Δικαστήριο (29) και η νομική θεωρία (30) εκτιμούν ότι η συνήθης νομοθετική διαδικασία που περιγράφεται στα άρθρα 289, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και 294 ΣΛΕΕ συνιστά πιστή αναπαραγωγή της παλαιάς διαδικασίας συναποφάσεως. Η θεωρία, η οποία έχει αναλύσει ειδικότερα το άρθρο 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, συμφωνεί επίσης με τη δυνατότητα εφαρμογής του μηχανισμού που προβλέπει η εν λόγω διάταξη στις οδηγίες που έχουν εκδοθεί με τη διαδικασία συναποφάσεως (31).
99. Επίσης, αυτό που θεσπίζεται με το άρθρο 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ είναι ρυθμίσεις διαδικαστικού χαρακτήρα, οι οποίες είναι αμέσως εφαρμοστέες ελλείψει ειδικών μεταβατικών κανόνων. Το πρωτόκολλο 36 σχετικά με τις μεταβατικές διατάξεις δεν περιέχει κάποια διάταξη σχετική με το άρθρο 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ (32).
100. Εξάλλου, η προθεσμία που είχε τεθεί με το άρθρο 27, παράγραφος 1, της οδηγίας 2009/28, προκειμένου τα κράτη μέλη να θέσουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προς συμμόρφωση με την οδηγία, έληγε στις 5 Δεκεμβρίου 2010. Κατά συνέπεια, δεν πρόκειται για αναδρομική εφαρμογή του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, εφόσον η συμπεριφορά που προσάπτεται στη Δημοκρατία της Πολωνίας αναγκαστικά εκδηλώθηκε μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας.
101. Επίσης, όταν εισήχθη στη Συνθήκη η δυνατότητα να καταδικάζεται κράτος μέλος στην καταβολή χρηματικής ποινής ή κατ’ αποκοπήν ποσού λόγω μη εκτελέσεως προηγούμενης αποφάσεως σχετικά με παράβαση, το Δικαστήριο έκρινε ότι αρκούσε «η διαπίστωση ότι όλες οι φάσεις της διαδικασίας πριν από την άσκηση της προσφυγής, που κινήθηκε με το έγγραφο οχλήσεως […], διεξήχθησαν μετά την έναρξη της ισχύος της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση» (33) για να είναι εφαρμοστέα η νέα αυτή διάταξη. Φρονώ ότι η σχετική νομολογία είναι εφαρμοστέα, mutatis mutandis, στο άρθρο 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.
102. Τέλος, η δυνατότητα άμεσης εφαρμογής του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ δεν πρέπει να καταλήγει σε παραβίαση από τα κράτη μέλη της αρχής της ασφάλειας δικαίου, ενώ η Επιτροπή, με την ανακοίνωση της 11ης Νοεμβρίου 2010 για την εφαρμογή του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ (34) (στο εξής: ανακοίνωση), έχει προειδοποιήσει ότι θα εφαρμόζει «τον νέο μηχανισμό που προβλέπεται στο άρθρο 260, παράγραφος 3, καθώς και τις αρχές και τα κριτήρια για την εφαρμογή του που παρουσιάστηκαν στην παρούσα ανακοίνωση, στις διαδικασίες που κινούνται βάσει του άρθρου 258 μετά τη δημοσίευση της παρούσας ανακοίνωσης καθώς και στις διαδικασίες που είχαν κινηθεί πριν από τη δημοσίευση αυτή, εκτός εκείνων για τις οποίες έχει ήδη προσφύγει στο Δικαστήριο» (35). Εξάλλου, με την ίδια ανακοίνωση, η Επιτροπή δεσμεύθηκε να μην λαμβάνει υπόψη την περίοδο πριν από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας, αφενός, για τον προσδιορισμό του ύψους των κυρώσεων και, αφετέρου, όσον αφορά τη διάρκεια της παραβάσεως.
103. Βάσει των προεκτεθέντων, φρονώ συνεπώς ότι το άρθρο 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ διέπει τη μη ανακοίνωση μέτρων μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο οδηγίας, όπως η οδηγία 2009/28, η οποία εκδόθηκε με τη διαδικασία συναποφάσεως πριν από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας και η οποία όριζε προθεσμία μεταφοράς που έληξε μετά από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας.
Β — Η απόφαση να ζητηθεί η καταδίκη σε χρηματική ποινή ή κατ’ αποκοπήν ποσό βάσει του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ
104. Το άρθρο 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ διευκρινίζει ότι η Επιτροπή μπορεί, αν θεωρεί ότι κράτος μέλος παρέβη την υποχρέωσή του να ανακοινώσει μέτρα μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο οδηγίας που εκδόθηκε σύμφωνα με νομοθετική διαδικασία, να υποδείξει το ύψος του κατ’ αποκοπήν ποσού ή της χρηματικής ποινής που οφείλει να καταβάλει το εν λόγω κράτος μέλος, εάν το κρίνει πρόσφορο.
105. Κατά την Επιτροπή «με αυτή τη διατύπωση θα πρέπει να θεωρηθεί ότι [της] δίδεται μεγάλη διακριτική ευχέρεια […], ανάλογη με τη διακριτική ευχέρεια κίνησης ή όχι μιας διαδικασίας παράβασης κατά την έννοια του άρθου 258 [ΣΛΕΕ], την οποία η Επιτροπή διαθέτει σύμφωνα με την πάγια νομολογία» (36). Η Επιτροπή προσθέτει ότι θεωρεί «σκόπιμο να κάνει χρήση του μηχανισμού του άρθρου 260 παράγραφος 3, κατ’ αρχήν σε όλες τις υποθέσεις σχετικά με τις παραβάσεις υποχρέωσης στις οποίες αναφέρεται αυτή η διάταξη» (37).
106. Εντούτοις, έχει διατυπωθεί η άποψη ότι η διευκρίνιση αυτή της Συνθήκης, η οποία συνεπάγεται περιθώριο εκτιμήσεως το οποίο δεν προβλέπεται στο πλαίσιο του άρθρου 260, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, επιβάλλει απαίτηση ειδικής αιτιολογήσεως της αποφάσεως της Επιτροπής, όταν επιλέγει να ασκήσει αυτή τη δυνατότητα.
107. Δεν συμμερίζομαι την άποψη αυτή.
108. Πράγματι, η δυνατότητα να ζητηθεί η καταδίκη κράτους μέλους στην καταβολή χρηματικής ποινής ή κατ’ αποκοπήν ποσού λόγω παραβάσεως της υποχρεώσεώς του να ανακοινώσει τα μέτρα μεταφοράς οδηγίας στο εθνικό δίκαιο αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της διαδικασίας του άρθρου 258 ΣΛΕΕ. Είναι ακριβές ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η Επιτροπή δεν είναι υποχρεωμένη να κινήσει διαδικασία σε αυτή τη βάση, αλλά διαθέτει απόλυτη διακριτική ευχέρεια ως προς το ζήτημα αυτό (38). Το άρθρο 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ στην πραγματικότητα απλώς υπογραμμίζει και επιβεβαιώνει αυτή την ελευθερία σε σχέση με ένα συγκεκριμένο στοιχείο της διαδικασίας σε ένα ειδικό πλαίσιο, δηλαδή το αίτημα να επιβληθεί χρηματική κύρωση σε κράτος μέλος επ’ ευκαιρία πρώτης προσφυγής επί παραβάσει, λόγω μη ανακοινώσεως των μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο μιας οδηγίας που εκδόθηκε σύμφωνα με νομοθετική διαδικασία.
109. Η δυνατότητα αυτή συνδέεται, συνεπώς, με την απόφαση της Επιτροπής να κινήσει διαδικασία βάσει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, η οποία δεν αποτελεί αντικείμενο ελέγχου εκ μέρους του Δικαστηρίου (39), ενώ η απόφαση περί επιβολής χρηματικής ποινής ή κατ’ αποκοπήν ποσού εναπόκειται αποκλειστικά στο Δικαστήριο. Όπως έκρινε το Δικαστήριο σε σχέση με το πρώην άρθρο 228 ΕΚ (νυν άρθρο 260 ΣΛΕΕ), «ούτε από το γράμμα του άρθρου 228 ΕΚ ούτε πολύ περισσότερο από τον […] σκοπό του προκύπτει ότι η επιβολή κατ’ αποκοπήν ποσού πρέπει να χωρεί αυτομάτως, όπως προτείνει η Επιτροπή με την ανακοίνωση του 2005. Η εν λόγω διάταξη, προβλέποντας ότι το Δικαστήριο “μπορεί” να επιβάλει στο παραβαίνον κράτος μέλος την καταβολή χρηματικής ποινής ή κατ’ αποκοπήν ποσού, απονέμει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία εκτιμήσεως προκειμένου να αποφασίσει αν συντρέχει ή όχι λόγος για την επιβολή των κυρώσεων αυτών» (40). Φρονώ ότι η εν λόγω ερμηνεία μπορεί να εφαρμοστεί σε σχέση με το άρθρο 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ και με την επί της αρχής απόφαση της Επιτροπής που εκτίθεται στο σημείο 17 της ανακοινώσεώς της. Πράγματι, το «δυνητικό» στοιχείο απαντά και στο άρθρο 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, στο οποίο διευκρινίζεται ότι το Δικαστήριο «δύναται να επιβάλει στο συγκεκριμένο κράτος μέλος την καταβολή κατ’ αποκοπήν ποσού ή χρηματικής ποινής» (41) εάν διαπιστώσει την παράβαση.
110. Εξάλλου, η ασφάλεια δικαίου είναι επίσης εγγυημένη, εφόσον στην ανακοίνωση της Επιτροπής γίνεται λόγος για την απόφασή της να προσφεύγει «κατ’ αρχήν» στον εν λόγω μηχανισμό. Ασφαλώς, η επιφύλαξη που διατηρεί η Επιτροπή ως προς το ενδεχόμενο να ανακύψουν ειδικές περιπτώσεις στις οποίες δεν θα θεωρεί σκόπιμη την υποβολή αιτήματος καταδίκης σε χρηματικές κυρώσεις βάσει του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ ενδέχεται να οδηγήσει σε διαφορετική μεταχείριση των κρατών μελών. Εντούτοις, αυτή η διαφορετική μεταχείριση είναι εγγενής στη διαδικασία του άρθρου 258 ΣΛΕΕ και στην εξουσία εκτιμήσεως την οποία διαθέτουν, αφενός, η Επιτροπή όσον αφορά την κίνηση της διαδικασίας και, αφετέρου, το Δικαστήριο όσον αφορά την επιβολή και το ύψος της χρηματικής κυρώσεως.
111. Συναφώς είναι χρήσιμο να υπενθυμιστεί ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, λαμβανομένου υπόψη του περιθωρίου εκτιμήσεως που διαθέτει, η Επιτροπή είναι ελεύθερη να ασκεί προσφυγή λόγω παραβάσεως «κατά ορισμένων μόνον κρατών μελών, τα οποία βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση από απόψεως τηρήσεως του δικαίου της Ένωσης» (42). Φρονώ, κατά συνέπεια, ότι αυτή η ελευθερία εκτιμήσεως πρέπει να αναγνωρίζεται κατά μείζονα λόγο όταν αφορά απλώς διαδικαστικού χαρακτήρα ρύθμιση της διαδικασίας προσφυγής (43).
112. Τέλος, μολονότι η Επιτροπή με την ανακοίνωσή της κρίνει σκόπιμο να προσφεύγει στο μέσο του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ κατ’ αρχήν σε όλες τις υποθέσεις που αφορούν τις παραβάσεις τις οποίες προβλέπει η εν λόγω διάταξη, η λυσιτέλεια της εν λόγω επιλογής θα πρέπει εν πάση περιπτώσει να αιτιολογείται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ειδικότερα δε όσον αφορά την εκτίμηση του ύψους της χρηματικής ποινής (44). Η αιτιολογία σχετικά με τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο αυτής της αξιολογήσεως ασφαλώς επιτρέπει στο κράτος να αντιληφθεί, ή ακόμα και να αμφισβητήσει ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά πόσον είναι πρόσφορη η απόφαση που λαμβάνει η Επιτροπή.
113. Βάσει των προεκτεθέντων, φρονώ συνεπώς ότι η Επιτροπή δεν χρειάζεται να αιτιολογεί ειδικά την απόφασή της να κάνει χρήση της δυνατότητας που της παρέχει το άρθρο 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ να ζητήσει την καταδίκη κράτους μέλους στην καταβολή χρηματικής ποινής ή κατ’ αποκοπήν ποσού λόγω μη ανακοινώσεως των μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο οδηγίας που εκδόθηκε σύμφωνα με νομοθετική διαδικασία.
Γ — Η δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ ratione materiae
114. Ο προσδιορισμός του καθ’ ύλην πεδίου εφαρμογής του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ θέτει το δυσχερέστερο πρόβλημα. Πρέπει να περιοριστεί κανείς στο γράμμα του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, το οποίο φαίνεται να χαρακτηρίζεται από απόλυτη σαφήνεια και να αφορά μόνο την υποχρέωση κράτους μέλους να «ανακοινώσει τα μέτρα μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο μιας οδηγίας που εκδόθηκε σύμφωνα με νομοθετική διαδικασία» (45) ή πρέπει η διάταξη να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι εμπίπτει σε αυτήν και η μη μεταφορά;
115. Φρονώ ότι η πρώτη ερμηνεία, την οποία υποστηρίζει η Δημοκρατία της Πολωνίας και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών δεν μπορεί να γίνει δεκτή διότι θα αποστερούσε τον μηχανισμό κάθε αποτελεσματικότητας ή ακόμα και χρησιμότητας.
1. Απλή ανακοίνωση ή απαίτηση μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο
116. Σκοπός του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ είναι η αποτελεσματικότερη και ταχύτερη αντιμετώπιση των καθυστερήσεων μεταφοράς οδηγίας (46). Όπως ορθώς επισημαίνει η θεωρία, «θα ήταν ασυνεπές να εμποδίζεται η Επιτροπή να προσφύγει κατά κράτους μέλους δυνάμει του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, όταν το κράτος μέλος έχει ανακοινώσει στην Επιτροπή μέτρα μεταφοράς. Πράγματι, τίποτα δεν θα εμπόδιζε το εν λόγω κράτος μέλος να ανακοινώσει ένα οποιοδήποτε μέτρο μεταφοράς, συμπεριλαμβανομένων μέτρων που δεν θα έχουν καμία σχέση με την αντίστοιχη οδηγία. [...] Κατά συνέπεια, η ερμηνεία αυτή δεν μπορεί να ευδοκιμήσει» (47).
117. Εξάλλου, είναι μάλλον απίθανο κράτος μέλος που δεν ανακοίνωσε στην Επιτροπή μέτρα μεταφοράς οδηγίας στο εθνικό δίκαιο —ανεξαρτήτως του αν την έχει πράγματι μεταφέρει ή όχι, ή απλώς παρέλειψε να ανακοινώσει τα μέτρα μεταφοράς οδηγίας την οποία έχει πράγματι μεταφέρει— και κατά του οποίου κινήθηκε η προ της προσφυγής λόγω παραβάσεως διαδικασία, να μην διαβιβάσει κανένα στοιχείο πριν τη λήξη της προθεσμίας που τάσσεται με την αιτιολογημένη γνώμη.
118. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, εάν αρκούσε κράτος μέλος να κοινοποιήσει στην Επιτροπή οποιοδήποτε έγγραφο και να το παρουσιάσει ως «μέτρο μεταφοράς» προκειμένου να συμμορφωθεί με την υποχρέωση την οποία προβλέπει το άρθρο 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, είναι βέβαιο ότι το εν λόγω άρθρο δεν θα εφαρμοζόταν ποτέ.
119. Αντιθέτως, η δεύτερη ερμηνεία του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, η οποία απαιτεί απουσία μεταφοράς, πέραν της πραγματικής απουσίας «ανακοινώσεως», εγγυάται την πρακτική αποτελεσματικότητα του νέου μηχανισμού που θεσπίστηκε με τη Συνθήκη της Λισσαβώνας και επιτρέπει την άσκηση πραγματικής πιέσεως σε κράτος μέλος προκειμένου να εξασφαλιστεί η ταχεία μεταφορά οδηγίας.
120. Εντούτοις, αυτή η ερμηνεία του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ προκαλεί αναπόφευκτα ένα άλλο ερώτημα: θα πρέπει να εξακριβώνεται η μεταφορά, όποια κι αν είναι αυτή, ή η ορθή μεταφορά;
2. Ολική ή μερική, ορθή ή εσφαλμένη μεταφορά
121. Το ενδεχόμενο τροποποιήσεως της Συνθήκης προκειμένου να επιτρέπεται η καταδίκη στην καταβολή χρηματικής ποινής ή κατ’ αποκοπήν ποσού ήδη από την πρώτη προσφυγή λόγω παραβάσεως εξετάστηκε επ’ ευκαιρία των συζητήσεων σχετικά με το σχέδιο Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος για την Ευρώπη.
122. Όσον αφορά τις προπαρασκευαστικές εργασίες για το εν λόγω σχέδιο, από το διαβιβαστικό σημείωμα του Προεδρείου της Συνελεύσεως (γραμματεία της Ευρωπαϊκής Συνελεύσεως, CONV 734/03), της 12ης Μαΐου 2003, προκύπτει ότι «[σ]την πράξη, αυτές οι περιπτώσεις “μη ανακοινώσεως” (όταν το κράτος μέλος δεν έλαβε κανένα μέτρο μεταφοράς) διακρίνονται από τις περιπτώσεις μη ορθής μεταφοράς [όταν τα μέτρα μεταφοράς που έλαβε το κράτος μέλος δεν συνάδουν, κατά την άποψη της Επιτροπής, με την οδηγία (ή τον νόμο-πλαίσιο)]. Ο προτεινόμενος μηχανισμός δεν θα εφαρμόζεται στη δεύτερη περίπτωση» (48).
123. Με την ανακοίνωσή της, η Επιτροπή διευκρινίζει ποια θεωρεί «μη ορθή» μεταφορά. Κατ’ αυτήν, «η διαπίστωση της παράβασης που αναφέρεται στο άρθρο 260 παράγραφος 3, καλύπτει τόσο την πλήρη απουσία ανακοίνωσης οποιωνδήποτε μέτρων μεταφοράς μιας οδηγίας όσο και την μερική απουσία ανακοίνωσης μέτρων μεταφοράς. Η δεύτερη αυτή περίπτωση μπορεί να προκύψει είτε όταν τα μέτρα μεταφοράς που ανακοινώνονται δεν καλύπτουν όλο το έδαφος του κράτους μέλους, είτε όταν η ανακοίνωση είναι ελλιπής όσον αφορά τα μέτρα μεταφοράς τα οποία αντιστοιχούν σε μέρος μόνο της οδηγίας. Όταν το κράτος μέλος έχει παράσχει όλες τις απαραίτητες επεξηγήσεις σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θεωρεί ότι έχει μεταφέρει την οδηγία στο σύνολό της, η Επιτροπή δύναται να θεωρήσει ότι το κράτος μέλος δεν παρέβη την υποχρέωσή του να ανακοινώσει τα μέτρα μεταφοράς και, κατά συνέπεια, το άρθρο 260, παράγραφος 3, δεν εφαρμόζεται. Κάθε τυχόν διαφορά σχετικά με την επάρκεια των μέτρων μεταφοράς που ανακοινώνονται ή τους κανόνες δικαίου που υφίστανται στην εθνική έννομη τάξη διέπεται από τη συνήθη διαδικασία σχετικά με την ορθή μεταφορά της οδηγίας, βάσει του άρθρου 258 [ΣΛΕΕ]» (49).
124. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή φαίνεται ότι δεν επιθυμεί να προβεί σε εξέταση επί της «ουσίας» στο πλαίσιο πρώτης προσφυγής λόγω παραβάσεως, πράγμα που επιβεβαίωσε, εξάλλου, με τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσε στην παρούσα δίκη, καθώς και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 7ης Οκτωβρίου 2014.
125. Διερωτώμαι, εντούτοις, αν είναι δυνατόν να εξακριβωθεί η πληρότητα της μεταφοράς στην εσωτερική έννομη τάξη χωρίς να εξεταστεί το περιεχόμενο, και κατά συνέπεια η ουσία, του κανόνα που ανακοινώνεται ως μέτρο μεταφοράς.
126. Πράγματι, η διάκριση μεταξύ μεταφοράς οδηγίας και εφαρμογής της είναι ευχερής: η μεταφορά είναι δυνατόν να έχει πραγματοποιηθεί ορθώς, αλλά να εφαρμόζεται εσφαλμένα εν τοις πράγμασι. Η εξέταση των δύο αυτών καταστάσεων μπορεί να πραγματοποιηθεί αυτοτελώς χωρίς μεγάλη δυσχέρεια, δεδομένου ότι η δεύτερη περίπτωση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.
127. Αντιθέτως, φρονώ ότι η σαφής οριοθέτηση της εξακριβώσεως της πλήρους μεταφοράς σε αντιδιαστολή με την ορθή μεταφορά είναι ιδιαιτέρως επισφαλής (50). Φρονώ ότι ο προσδιορισμός ενός κριτηρίου, όπως η πρόδηλη ή η κατάφωρη πλημμέλεια, βάσει του οποίου θα μπορούσε να ασκηθεί η αρμοδιότητα προτάσεως χρηματικής κυρώσεως κατά το άρθρο 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, είναι μη ρεαλιστικός και θα αποτελούσε πηγή συγχύσεως.
128. Φρονώ ότι η δυσχέρεια αυτή επιτείνεται λόγω του περιθωρίου εκτιμήσεως που καταλείπει στα κράτη μέλη το άρθρο 288, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.
129. Πράγματι, η ελευθερία των κρατών μελών επιβεβαιώνεται παγίως από τη νομολογία του Δικαστηρίου. «Καίτοι απαιτείται η νομική κατάσταση που προκύπτει από τα εθνικά μέτρα που λαμβάνονται προς μεταφορά μιας οδηγίας να είναι αρκούντως ακριβής και σαφής ώστε να παρέχεται στους ιδιώτες η δυνατότητα να γνωρίζουν την έκταση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών τους, εντούτοις κατά το ίδιο το γράμμα του άρθρου [288], τρίτο εδάφιο, [ΣΛΕΕ], τα κράτη μέλη έχουν δυνατότητα επιλογής του τύπου και των μέσων μεταφοράς των οδηγιών που εξασφαλίζουν κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο το αποτέλεσμα που επιδιώκεται με τις οδηγίες, από την ίδια δε αυτή διάταξη προκύπτει ότι η μεταφορά μιας οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη δεν απαιτεί αναγκαστικώς ανάληψη νομοθετικής δράσεως σε κάθε κράτος μέλος. Όπως έχει επανειλημμένως αποφανθεί το Δικαστήριο, δεν απαιτείται σε όλες τις περιπτώσεις η τυπική επανάληψη των διατάξεων της οδηγίας σε ρητώς και ειδικώς προς τούτο θεσπιζόμενο νομοθέτημα, αλλ’ η εφαρμογή μιας οδηγίας μπορεί, αναλόγως του περιεχομένου αυτής, να αρκεσθεί σε ένα γενικό νομικό πλαίσιο» (51).
130. Με άλλα λόγια, όπως υπενθύμισα σε σχέση με τις παραβάσεις που προσάπτονται στη Δημοκρατία της Πολωνίας, η μεταφορά οδηγίας στην εθνική έννομη τάξη δεν απαιτεί κατ’ ανάγκη ρητή και κατά γράμμα επανάληψη των διατάξεών της σε μια σαφή και ειδική νομοθετική διάταξη (52). Αντιθέτως, είναι απαραίτητο οι διατάξεις μιας οδηγίας να τίθενται σε εφαρμογή με αναμφισβήτητη δεσμευτική ισχύ, με την απαιτούμενη εξειδίκευση, ακρίβεια και σαφήνεια προκειμένου να πληρούται η επιταγή της ασφάλειας δικαίου (53).
131. Κατά συνέπεια, υπό το πρίσμα του οριοθετημένου περιθωρίου εκτιμήσεως που περιγράφεται στα δύο προηγούμενα σημεία, φρονώ ότι είναι δύσκολο να εξακριβωθεί η συνδρομή των απαιτήσεων του αναμφισβήτητου, της εξειδικεύσεως, της ακρίβειας και της σαφήνειας με έναν απλό επιφανειακό και τυπικό έλεγχο του υφιστάμενου νομοθετικού ή κανονιστικού πλαισίου.
132. Η στάση της Επιτροπής στις δύο υποθέσεις που συζητήθηκαν κατά τη δικάσιμο της 7ης Οκτωβρίου 2014 αντικατοπτρίζει αυτή τη δυσχέρεια. Μολονότι διαβεβαίωσε, στην υπό κρίση υπόθεση, ότι δεν επιθυμούσε να εξετάσει αν τα εθνικά μέτρα μεταφέρουν «προσηκόντως» τις διατάξεις της οδηγίας (54), εξήγησε, στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ρουμανίας (C‑405/13) (55), ότι ο έλεγχος που ασκεί στο πλαίσιο του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ δεν περιορίζεται στην απλή διαπίστωση της μη ανακοινώσεως μέτρων μεταφοράς της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, και ότι αντιθέτως υποχρεούται να αναλύει το περιεχόμενο των εθνικών μέτρων που της ανακοινώνει το κράτος μέλος σε σχέση με τη μεταφορά της οδηγίας, προκειμένου να είναι σε θέση να διαπιστώσει την (ολική ή μερική) απουσία μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο των υποχρεώσεων που τάσσει ο νομοθέτης της Ένωσης (56).
133. Η εξέλιξη της υπό κρίση υποθέσεως καταδεικνύει επίσης τις πρακτικές δυσχέρειες της προσεγγίσεως που επέλεξε η Επιτροπή.
134. Πράγματι, η Επιτροπή διαβεβαίωσε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 7ης Οκτωβρίου 2014, ότι εμμένει στην προσφυγή της (η οποία ασκήθηκε βάσει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ) και στην αίτηση επιβολής χρηματικής ποινής (η οποία θεμελιώνεται στο άρθρο 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ) λόγω μη πλήρους μεταφοράς της οδηγίας.
135. Αν λάβουμε ως παράδειγμα το άρθρο 17, παράγραφοι 3 έως 5, της οδηγίας 2009/28, οι εν λόγω διατάξεις, όπως προαναφέρθηκε, τέθηκαν σε εφαρμογή διά απλής αναφοράς στο κείμενο της οδηγίας με τον νόμο για την τροποποίηση του νόμου περί βιοσυστατικών και υγρών βιοκαυσίμων, τον οποίον εξέδωσε η Δημοκρατία της Πολωνίας στις 21 Μαρτίου 2014.
136. Όταν η Επιτροπή υποστηρίζει ότι αυτή η αναφορά δεν εξασφαλίζει την «πλήρη» μεταφορά της οδηγίας 2009/28, δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω με την άποψη της Δημοκρατίας της Πολωνίας ότι η στάση αυτή αντιφάσκει προς το σημείο 19 της ανακοινώσεως της Επιτροπής.
137. Πράγματι, πρόκειται για προφανή περίπτωση «τυχόν διαφοράς σχετικά με την επάρκεια των μέτρων μεταφοράς που ανακοινώνονται» (57), η οποία, σύμφωνα με το σημείο 19 της προαναφερθείσας ανακοινώσεως, «εμπίπτει στην τακτική διαδικασία σχετικά με την ορθή μεταφορά οδηγίας».
138. Φρονώ ότι αυτή η διαφοροποίηση μεταξύ (μη) πλήρους ή (μη) ορθής μεταφοράς οδηγίας δεν έχει λόγο υπάρξεως.
139. Πράγματι, εκτιμώ ότι, αν το Δικαστήριο εφαρμόσει το άρθρο 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ χωρίς να εξετάσει την επάρκεια των μέτρων μεταφοράς, ο σκοπός της διατάξεως αυτής μπορεί ευχερέστατα να καταστρατηγηθεί. Στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή θα πρέπει κατά λογική αναγκαιότητα να είναι σε θέση να προβεί σε ανάλογο έλεγχο σε προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας.
140. Εξάλλου, αυτή η ερμηνεία του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ ουδόλως προσκρούει στην κατανομή των ρόλων και των αρμοδιοτήτων των διαφόρων θεσμικών οργάνων που εμπλέκονται στη διαδικασία. Μολονότι η Επιτροπή προτείνει στο Δικαστήριο να καταδικάσει το οικείο κράτος μέλος στην καταβολή χρηματικής ποινής ή κατ’ αποκοπήν ποσού, το Δικαστήριο είναι αποκλειστικά αρμόδιο να αποφασίσει αν και σε ποιο βαθμό θα δεχθεί το εν λόγω αίτημα (χωρίς να υπερβεί το ποσό που προτείνει η Επιτροπή). Επίσης, αν οι εκτιμήσεις σχετικά με τον ορθό ή μη χαρακτήρα της μεταφοράς αποκλίνουν, το οικείο κράτος μέλος έχει, από την πλευρά του, τη δυνατότητα να αποδείξει στην Επιτροπή, κατά το προ της ασκήσεως της προσφυγής στάδιο της διαδικασίας, και στη συνέχεια ενώπιον του Δικαστηρίου ήριο στο πλαίσιο ενδεχόμενης ένδικης διαδικασίας, ότι εκπλήρωσε ολοσχερώς τις υποχρεώσεις του.
141. Μόνο στο τελευταίο αυτό στάδιο της διαδικασίας ασκεί ενδεχομένως επιρροή ο πρόδηλος ή κατάφωρος χαρακτήρας της μη ορθής μεταφοράς ή της πληρότητάς της, διότι το Δικαστήριο διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά την επιβολή χρηματικών κυρώσεων (58).
142. Κατά τον ίδιο τρόπο που το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η μη ορθή μεταφορά άρθρου οδηγίας δεν συνιστά κατ’ ανάγκη κατάφωρη παράβαση, ικανή να προκαλέσει υποχρέωση αποκαταστάσεως της ζημίας που προκλήθηκε λόγω της εσφαλμένης επιλογής του εθνικού νομοθέτη (59), ομοίως θα μπορούσε να επιλέξει, με την απόφασή του περί καταδίκης κράτους μέλους στην καταβολή χρηματικής ποινής ή κατ’ αποκοπήν ποσού, να λάβει υπόψη το γεγονός ότι το εν λόγω κράτος μέλος ανακοίνωσε μόνο μέτρα που συνιστούν πρόδηλη ή κατάφωρη μη ορθή μεταφορά.
143. Το να προκριθεί η γραμματική και περιοριστική ερμηνεία του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ (δηλαδή η μη ανακοίνωση stricto sensu) ή μια ενδιάμεση ερμηνεία (δηλαδή να περιοριστεί η εφαρμογή του εν λόγω άρθρου στις περιπτώσεις μη πλήρους μεταφοράς χωρίς έλεγχο επί της ουσίας ή στις περιπτώσεις πρόδηλης μη ορθής μεταφοράς) απλώς και μόνο θα επέτρεπε στα κράτη μέλη που διαπράττουν παραβάσεις να κερδίσουν χρόνο.
144. Πράγματι, στις περιπτώσεις αυτές, η Επιτροπή θα ήταν υποχρεωμένη να ασκήσει, αφού το Δικαστήριο θα διαπίστωνε τη μη ανακοίνωση των μέτρων μεταφοράς οδηγίας εκδοθείσας σύμφωνα με νομοθετική διαδικασία, δεύτερη προσφυγή βάσει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, αυτή τη φορά προκειμένου να διαπιστωθεί η μη «ορθή» μεταφορά και, ενδεχομένως, τρίτη προσφυγή βάσει του άρθρου 260, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ λόγω μη εκτελέσεως της «δεύτερης» αυτής αποφάσεως. Μια τέτοια επιβράδυνση των διαδικασιών θα ήταν εντελώς αντίθετη προς τη βούληση που οδήγησε στην εισαγωγή του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ στη Συνθήκη.
145. Εν κατακλείδι, κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω να ερμηνευθεί το άρθρο 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ υπό την έννοια ότι επιτρέπει στην Επιτροπή να ζητεί από το Δικαστήριο την επιβολή χρηματικής ποινής ή κατ’ αποκοπήν ποσού σε κράτος μέλος που δεν ανακοινώνει κανένα μέτρο μεταφοράς εντός της προθεσμίας που τάσσει η οδηγία ή ανακοινώνει απλώς μέτρα που συνιστούν μη πλήρη ή μη ορθή μεταφορά της εν λόγω οδηγίας.
Δ — Ο προσδιορισμός του ύψους της χρηματικής ποινής ή του κατ’ αποκοπήν ποσού
146. Όπως εκθέτει η Επιτροπή στα σημεία 23 και 28 της ανακοινώσεώς της για την εφαρμογή του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, η χρηματική ποινή και, ενδεχομένως, το κατ’ αποκοπήν ποσό που προτείνει η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ υπολογίζονται με την ίδια μέθοδο που χρησιμοποιείται για τις προσφυγές που ασκεί ενώπιον του Δικαστηρίου δυνάμει της παραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου, όπως η μέθοδος αυτή παρουσιάζεται στα σημεία 14 έως 18 της ανακοινώσεως της 13ης Δεκεμβρίου 2005 [SEC(2005) 1658] (στο εξής: ανακοίνωση του 2005).
147. Φρονώ ότι η επιλογή αυτή της Επιτροπής είναι ορθή για τρεις λόγους.
148. Πρώτον, εφόσον τα χρηματικής φύσεως μέτρα τα οποία προβλέπει το άρθρο 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ είναι τα ίδια με αυτά που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, δεν βλέπω για ποιον λόγο η Επιτροπή δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει την ίδια μέθοδο υπολογισμού, δεδομένου ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι κατευθυντήριες γραμμές, όπως περιέχονται στις ανακοινώσεις της Επιτροπής, δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο, αλλά συμβάλλουν στην εμπέδωση της διαφάνειας, της προβλεψιμότητας και της ασφάλειας δικαίου κατά τη δράση της Επιτροπής (60).
149. Δεύτερον, οι στόχοι τους οποίους επιδιώκουν οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 260 ΣΛΕΕ είναι παρεμφερείς και στις δύο περιπτώσεις.
150. Ακριβώς όπως η διαδικασία του άρθρου 260, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ σκοπό έχει να παρακινεί το παραβαίνον κράτος μέλος να εκτελέσει απόφαση διαπιστώσεως παραβάσεως και, ως εκ τούτου, να εξασφαλίζει την αποτελεσματική εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης (61), σκοπός του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ είναι «να παροτρύνει ακόμη περισσότερο τα κράτη μέλη να μεταφέρουν στο εθνικό δίκαιο τις οδηγίες εντός των προθεσμιών που ορίζονται από τον νομοθέτη διασφαλίζοντας έτσι την ουσιαστική αποτελεσματικότητα της νομοθεσίας της Ένωσης» (62).
151. Εξάλλου, η μεθοδολογία αυτή δεν μπορεί να είναι επιζήμια για τα κράτη μέλη, εφόσον, σύμφωνα με την προεκτεθείσα πάγια νομολογία που έχει αναπτυχθεί στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 260, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο διαθέτει εν τέλει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά την επιβολή χρηματικών κυρώσεων. Κατά συνέπεια, όπως επισήμανα προηγουμένως, κατευθυντήριες γραμμές όπως αυτές που περιέχονται στις ανακοινώσεις της Επιτροπής δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο, αλλά συμβάλλουν στην εμπέδωση της διαφάνειας, της προβλεψιμότητας και της ασφάλειας δικαίου κατά τη δράση της Επιτροπής (63).
152. Σε αυτό το πλαίσιο, οι προτάσεις της Επιτροπής αποτελούν απλές ενδείξεις (64) ή χρήσιμο σημείο αναφοράς (65).
153. Υπό την επιφύλαξη ότι, κατά το γράμμα του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, το ποσό που υποδεικνύει η Επιτροπή κατ’ εφαρμογή του εν λόγω άρθρου αποτελεί όριο το οποίο δεν μπορεί να υπερβεί το Δικαστήριο —αντιθέτως προς την περίπτωση του άρθρου 260, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ—, φρονώ ότι αυτή η νομολογία μπορεί να εφαρμοστεί σε αμφότερες τις περιπτώσεις, δεδομένου ότι η διατύπωση της Συνθήκης είναι ταυτόσημη και στις δύο παραγράφους.
154. Πράγματι, αφενός, το άρθρο 260, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ ορίζει ότι «[ε]άν το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι το συγκεκριμένο κράτος μέλος δεν συμμορφώθηκε με την απόφασή του, μπορεί να του επιβάλει την καταβολή κατ’ αποκοπήν ποσού ή χρηματικής ποινής» (66) ενώ, αφετέρου, το άρθρο 260, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ ορίζει ότι «[ε]άν το Δικαστήριο διαπιστώσει την παράβαση, δύναται να επιβάλει στο συγκεκριμένο κράτος μέλος την καταβολή κατ’ αποκοπήν ποσού ή χρηματικής ποινής έως του ορίου του ποσού το οποίο υπέδειξε η Επιτροπή» (67).
155. Φρονώ ότι ο περιορισμός αυτός δεν αφορά μόνο το ύψος του μέτρου που επιλέγει η Επιτροπή αλλά και την επιλογή του ίδιου του μέσου. Με άλλα λόγια, θεωρώ ότι, αν η Επιτροπή επιλέξει να ζητήσει από το Δικαστήριο την καταδίκη κράτους μέλους μόνο στην καταβολή χρηματικής ποινής, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίσει να του επιβάλει κατ’ αποκοπήν ποσό.
156. Τέλος, τρίτον, τα κριτήρια που προκρίνει η Επιτροπή για τον προσδιορισμό χρηματικής ποινής δεν είναι απλώς πανομοιότυπα στην ανακοίνωσή της σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 260, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, αφενός, και στην ανακοίνωσή της σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, αφετέρου, αλλά είναι και σύμφωνα με τα κριτήρια που προκρίνει το Δικαστήριο με την πάγια νομολογία του.
157. Αυτά τα στοιχεία εκτιμήσεως είναι, κατ’ αρχήν, η σοβαρότητα της παραβάσεως, η διάρκειά της και η αναγκαιότητα να εξασφαλιστεί το αποτρεπτικό αποτέλεσμα της κυρώσεως (68), δηλαδή, σύμφωνα με τη διατύπωση του Δικαστηρίου, ο χαρακτήρας της ως «μέτρου καταναγκασμού» (69). Η σοβαρότητα της παραβάσεως θα εξαρτάται από τη σπουδαιότητα των διατάξεων της νομοθεσίας της Ένωσης που παραβιάστηκαν και από τις συνέπειες της εκάστοτε παραβάσεως επί των γενικών και ειδικών συμφερόντων (70).
158. Αν το Δικαστήριο κρίνει, αντιθέτως, ότι το στοιχείο που επιτρέπει την καταδίκη στην καταβολή κατ’ αποκοπήν ποσού ή χρηματικής ποινής βάσει του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ πρέπει να είναι απλώς η μη ανακοίνωση μέτρων μεταφοράς, ο συντελεστής σοβαρότητας θα πρέπει λογικά να είναι ο ίδιος για κάθε παράβαση αυτού του είδους, εφόσον δεν συνδέεται σε καμία περίπτωση με το περιεχόμενο της οδηγίας.
159. Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει επίσης το πόσο επείγον είναι να συμμορφωθεί το κράτος μέλος προς τις υποχρεώσεις του, καθώς και η ικανότητα πληρωμής του οικείου κράτους μέλους (71).
160. Εν κατακλείδι, φρονώ ότι η χρησιμοποίηση από την Επιτροπή της ίδιας μεθοδολογίας στο πλαίσιο της εφαρμογής των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 260 ΣΛΕΕ συνιστά συνεπή διαχείριση των μέσων που διαθέτει βάσει της Συνθήκης για την εξασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης. Η επιλογή αυτή συνεπάγεται, εξάλλου, μεγαλύτερη προβλεψιμότητα για τα κράτη μέλη και, ως εκ τούτου, μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου.
VI – Επί του προσδιορισμού της χρηματικής ποινής στην υπό κρίση υπόθεση
Α — Η πρόταση της Επιτροπής
161. Εν προκειμένω, η Επιτροπή είχε προτείνει με το δικόγραφο της προσφυγής συντελεστή σοβαρότητας 10 (σε κλίμακα από το 1 έως το 20) και συντελεστή διάρκειας 2,7 (με ανώτατο συντελεστή 3, υπολογιζόμενο με βάση πολλαπλασιαστή 0,10 ανά μήνα καθυστερήσεως από τις 6 Δεκεμβρίου 2010 —επομένη της λήξεως της προθεσμίας μεταφοράς την οποία προβλέπει το άρθρο 27 της οδηγίας 2009/28— έως την ημερομηνία κατά την οποία η Επιτροπή αποφάσισε να προσφύγει στο Δικαστήριο, ήτοι τις 21 Μαρτίου 2013). Σύμφωνα με την ενημερωμένη εκδοχή της ανακοινώσεως που χρησιμοποίησε η Επιτροπή (72), ο παράγων «n» για τη Δημοκρατία της Πολωνίας ήταν 7,71 και το ενιαίο βασικό κατ’ αποκοπήν ποσό ανερχόταν σε 640 ευρώ την ημέρα. Βάσει των κριτηρίων αυτών, η Επιτροπή πρότεινε ποσό 640 x 10 x 2,7 x 7,71 = 133 228,80 ευρώ.
162. Με την από 1ης Οκτωβρίου 2014 απόφασή της περί περιορισμού του αντικειμένου της προσφυγής, η Επιτροπή προσάρμοσε επίσης το ύψος της χρηματικής ποινής. Αφενός, επικαιροποίησε το ύψος του ενιαίου βασικού κατ’ αποκοπήν ποσού και τον παράγοντα «n» σύμφωνα με την πλέον πρόσφατη ανακοίνωση της (73) και, αφετέρου, προσάρμοσε τον παράγοντα διάρκειας και μείωσε τον συντελεστή σοβαρότητας. Βάσει των νέων αυτών κριτηρίων, η Επιτροπή ζητεί καταδίκη σε χρηματική ποινή 660 x 4 x 3 x 7,75 = 61 380 ευρώ ανά ημέρα καθυστερήσεως εκτελέσεως των διατάξεων τις οποίες παραβίασε η Δημοκρατία της Πολωνίας.
Β — Εκτίμηση
163. Το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να εκθέσει τις λεπτομέρειες του υπολογισμού του (74). Μπορεί επίσης να προτιμήσει να επιβάλει ένα ποσό εκτιμώντας τις περιστάσεις της υποθέσεως κατά δίκαιη κρίση (75). Εν πάση περιπτώσει, κατά το γράμμα του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο θα πρέπει να παραμείνει εντός «του ορίου του ποσού το οποίο υπέδειξε η Επιτροπή» (άρθρο 260, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, πρώτη πρόταση in fine, ΣΛΕΕ).
164. Χωρίς να θέτω υπό αμφισβήτηση την ελευθερία εκτιμήσεως του Δικαστηρίου κατά τον προσδιορισμό της χρηματικής ποινής ή του κατ’ αποκοπήν ποσού, τάσσομαι, για τους προαναφερθέντες λόγους προβλεψιμότητας, συνεκτικότητας και ασφάλειας δικαίου, υπέρ του προσδιορισμού του ύψους της οφειλόμενης εν προκειμένω χρηματικής ποινής με βάση τον υπολογισμό της Επιτροπής. Ο υπολογισμός αυτός, σύμφωνα με την έκφραση της γενικής εισαγγελέα J. Kokott, συνιστά «ικανοποιητική αφετηρία» (76). Αυτή η προσέγγιση, η οποία εξασφαλίζει διαφάνεια, φαίνεται να ικανοποιεί και τη νομική θεωρία (77).
1. Η εκτίμηση της σοβαρότητας της παραβάσεως
165. Η Επιτροπή αιτιολόγησε τον συντελεστή σοβαρότητας 10 παραπέμποντας στη σημασία που έχει η οδηγία 2009/28 στο πλαίσιο της δέσμης μέτρων «ενέργεια-κλίμα». Κατά την Επιτροπή, η μη μεταφορά της εν λόγω οδηγίας στο εθνικό δίκαιο από τη Δημοκρατία της Πολωνίας εμποδίζει την προώθηση της καταναλώσεως ενέργειας παραγόμενης από ανανεώσιμες πηγές στους τομείς του ηλεκτρισμού, της θερμάνσεως, της ψύξεως και των μεταφορών. Επίσης, τα βιοκαύσιμα και τα βιορευστά που προωθεί ενδεχομένως και λαμβάνει υπόψη η Δημοκρατία της Πολωνίας δεν πληρούν οπωσδήποτε τα κριτήρια αειφορίας τα οποία προβλέπει η οδηγία 2009/28. Η κατάσταση αυτή ευνοεί τη συνέχιση της μαζικής αναπτύξεως της ενέργειας που παράγεται από συμβατικές πηγές, πράγμα που είναι αντίθετο προς την πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα του κλίματος και της ενέργειας και πλήττει τα συμφέροντα των καταναλωτών και των επενδυτών ή των οικονομικών φορέων που δραστηριοποιούνται στον οικείο κλάδο.
166. Η προστασία του περιβάλλοντος βρίσκεται στο επίκεντρο της οδηγίας 2009/28. Πράγματι, «[ο] έλεγχος της ευρωπαϊκής ενεργειακής κατανάλωσης καθώς και η αυξημένη χρήση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, σε συνδυασμό με την εξοικονόμηση ενέργειας και την αυξημένη ενεργειακή απόδοση, αποτελούν σημαντικές συνιστώσες της δέσμης μέτρων που απαιτήθηκαν για τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου και για τη συμμόρφωση προς το πρωτόκολλο του Κιότο στη σύμβαση-πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την αλλαγή του κλίματος» (78). Η βελτίωση της ενεργειακής αποδόσεως αποτελεί βασικό στόχο της Ένωσης (79).
167. Αυτό επιβεβαιώνεται από τη νομική βάση της οδηγίας 2009/28. Η οδηγία εκδόθηκε βάσει του άρθρου 175 ΕΚ (νυν άρθρο 192 ΣΛΕΕ) και συνιστά ασφαλώς ενέργεια που κατατείνει στην εκπλήρωση των σκοπών του άρθρου 191 ΣΛΕΕ, δηλαδή της διατηρήσεως, προστασίας και βελτιώσεως της ποιότητας του περιβάλλοντος, της προστασίας της υγείας του ανθρώπου ή της συνετής και ορθολογικής χρησιμοποιήσεως των φυσικών πόρων.
168. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να υπογραμμίσει ότι, όταν η παράβαση ενδέχεται να αποβεί βλαπτική για το περιβάλλον, αποκτά ιδιαίτερο βαθμό σοβαρότητας (80).
169. Μετά τον περιορισμό του αντικειμένου της προσφυγής, η Επιτροπή μείωσε τον συντελεστή σοβαρότητας από 10 σε 4. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 7ης Οκτωβρίου 2014, δικαιολόγησε τη μείωση αυτή παραπέμποντας στην ουσιαστική μείωση του αριθμού άρθρων της οδηγίας 2009/28 που δεν έχουν μεταφερθεί ακόμα στο εθνικό δίκαιο.
170. Μολονότι, ασφαλώς, η έκταση της παραβάσεως της Δημοκρατίας της Πολωνίας έχει περιοριστεί σημαντικά κατά τον χρόνο εξετάσεως των πραγματικών περιστατικών, εντούτοις φρονώ ότι αυτή η μείωση του συντελεστή σοβαρότητας εκπέμπει ένα αρνητικό μήνυμα, διότι, αντιθέτως προς τον τιμωρητικό σκοπό του κατ’ αποκοπήν ποσού, σκοπός της χρηματικής ποινής είναι η πλήρης και όσο το δυνατόν ταχύτερη εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης.
171. Εξάλλου, χρειάζεται να υπενθυμίσω τη θεμελιώδη σημασία της προστασίας του περιβάλλοντος και την απόλυτη ανάγκη να τεθούν σύντομα σε εφαρμογή πρακτικές λύσεις για την εξασφάλιση της παραγωγής αειφόρου ενέργειας;
172. Υπ’ αυτές τις συνθήκες και δεδομένου ότι το Δικαστήριο δεσμεύεται ασφαλώς, στο συγκεκριμένο πλαίσιο του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, από το ποσό που προτείνει η Επιτροπή, φρονώ ότι ο συντελεστής που επέλεξε η Επιτροπή δεν είναι σε καμία περίπτωση υπερβολικός.
173. Τέλος, επισημαίνω ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας, μολονότι είχε προειδοποιηθεί από την έναρξη του προ της ασκήσεως προσφυγής σταδίου της διαδικασίας ότι κινδύνευε να της επιβληθεί χρηματική ποινή, δεν έκρινε απαραίτητο να συνεργαστεί προσηκόντως με την Επιτροπή ούτε να επιταχύνει τη διαδικασία μεταφοράς της οδηγίας 2009/28 πριν από τον Ιούλιο 2013.
174. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η σοβαρότητα της παραβάσεως, αφενός, και η ανάγκη να εξασφαλιστεί ο χαρακτήρας της χρηματικής ποινής ως μέτρου εξαναγκασμού, αφετέρου, δικαιολογούν τουλάχιστον τον συντελεστή σοβαρότητας που προτείνει η Επιτροπή.
2. Η εκτίμηση της διάρκειας της παραβάσεως
175. Σύμφωνα με το σημείο 27 της ανακοινώσεως και με την ανακοίνωση του 2005, η Επιτροπή καθόρισε αρχικά τον συντελεστή διάρκειας σε 2,7.
176. Ο συντελεστής αυτός υπολογίστηκε με βάση πολλαπλασιαστή 0,10 ανά μήνα καθυστερήσεως από τις 6 Δεκεμβρίου 2010 —επομένη της λήξεως της προθεσμίας μεταφοράς την οποία προβλέπει το άρθρο 27 της οδηγίας 2009/28— έως την ημερομηνία κατά την οποία η Επιτροπή αποφάσισε να προσφύγει στο Δικαστήριο, ήτοι τις 21 Μαρτίου 2013.
177. Εντούτοις, κατά πάγια νομολογία, το Δικαστήριο καθορίζει τη διάρκεια της παραβάσεως με βάση τον χρόνο κατά τον οποίο εκτίμησε τα πραγματικά περιστατικά και όχι τον χρόνο ασκήσεως της προσφυγής της Επιτροπής (81).
178. Εν προκειμένω, μέχρι την ημέρα της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως είχαν παρέλθει 46 μήνες. Κατά συνέπεια, ο συντελεστής 3 τον οποίο πρότεινε τελικώς η Επιτροπή με την επιστολή της 1ης Οκτωβρίου 2014 είναι δικαιολογημένος.
3. Το ενιαίο βασικό κατ’ αποκοπήν ποσό και η ένδειξη της ικανότητας πληρωμής
179. Οι συντελεστές σοβαρότητας και διάρκειας είναι γνωστοί. Τηρώντας κατά γράμμα τις αρχές, θα πρέπει να εφαρμοστούν τα επικαιροποιημένα δεδομένα που περιλαμβάνονται στην πλέον πρόσφατη ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Επικαιροποίηση των στοιχείων που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του κατ’ αποκοπή ποσού και των χρηματικών ποινών που προτείνονται από την Επιτροπή στο Δικαστήριο σε διαδικασίες επί παραβάσει» (82).
180. Πράγματι, η επικαιροποίηση αυτή επιτρέπει να ληφθεί υπόψη κατά τον βέλτιστο τρόπο η ικανότητα πληρωμής του οικείου κράτους μέλους με βάση τα πλέον πρόσφατα διαθέσιμα οικονομικά στοιχεία (83).
181. Κατά συνέπεια, πρέπει να χρησιμοποιηθεί πράγματι ενιαίο βασικό κατ’ αποκοπήν ποσό 660 ευρώ και συντελεστής ικανότητας πληρωμής «n» 7,75.
4. Πρόταση όσον αφορά το ύψος της χρηματικής ποινής
182. Όπως προανέφερα, η πρόταση της Επιτροπής συνιστά, στο πλαίσιο του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, το ανώτατο όριο που δεσμεύει το Δικαστήριο όσον αφορά την εκτίμηση της χρηματικής ποινής που πρέπει να επιβληθεί.
183. Βάσει της προεκτεθείσας εκτιμήσεως, δεν μπορώ να προτείνω στο Δικαστήριο χρηματική ποινή χαμηλότερη από αυτή που προτείνει η Επιτροπή. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να επιβάλει στη Δημοκρατία της Πολωνίας ημερήσια χρηματική ποινή 61 380 ευρώ για κάθε ημέρα καθυστερήσεως, μέχρις ότου ανακοινώσει στην Επιτροπή τα μέτρα που εξασφαλίζουν τη μεταφορά της οδηγίας 2009/28 στην εθνική έννομη τάξη.
Γ — Ο προσδιορισμός της ημερομηνίας από την οποία τίθεται σε ισχύ η υποχρέωση καταβολής
184. Σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 260, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο προσδιορίζει ρητώς με την απόφασή του την ημερομηνία από την οποία τίθεται σε ισχύ η υποχρέωση καταβολής.
185. Συναφώς, προτείνω να ακολουθηθεί η γραμμή την οποία υιοθέτησε πρόσφατα το Δικαστήριο και σύμφωνα με την οποία διατάσσεται η καταβολή της χρηματικής ποινής από την ημερομηνία δημοσιεύσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου, εφόσον η παράβαση «εξακολουθεί να υφίσταται κατά την ημερομηνία δημοσιεύσεως της αποφάσεως» (84).
VII – Επί των δικαστικών εξόδων
186. Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
187. Εν προκειμένω, η Επιτροπή ζήτησε να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα η Δημοκρατία της Πολωνίας, η οποία ηττήθηκε ως επί το πλείστον. Θα πρέπει συνεπώς να καταδικαστεί στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
188. Σύμφωνα με το άρθρο 140, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών φέρει τα δικαστικά έξοδά του.
VIII – Πρόταση
189. Βάσει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
1) Η Δημοκρατία της Πολωνίας, παραλείποντας να ανακοινώσει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή και να θεσπίσει, μέχρι τη λήξη της προθεσμίας που έταξε η Επιτροπή με την αιτιολογημένη γνώμη, τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθεί με την οδηγία 2009/28/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και την τροποποίηση και τη συνακόλουθη κατάργηση των οδηγιών 2001/77/ΕΚ και 2003/30/ΕΚ, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 27, παράγραφος 1, της οδηγίας 2009/28.
2) Η Δημοκρατία της Πολωνίας, παραλείποντας να ανακοινώσει στην Επιτροπή και να μεταφέρει στην εθνική έννομη τάξη το άρθρο 13, παράγραφοι 2, 4, 5 και 6, το άρθρο 14, παράγραφοι 2, 5 και 6, το άρθρο 17, παράγραφοι 3, 4 και 5, και το άρθρο 18, παράγραφος 1, της οδηγίας 2009/28, συνεχίζει την παράβαση και, κατά συνέπεια, καταδικάζεται να καταβάλει στην Επιτροπή, στον λογαριασμό «Ίδιοι πόροι της Ευρωπαϊκής Ένωσης» χρηματική ποινή ύψους 61 380 ευρώ ημερησίως από την ημερομηνία της εκδοθησομένης αποφάσεως, υπό την προϋπόθεση η παράβαση θα συνεχίζεται κατά την ημερομηνία δημοσιεύσεώς της, μέχρις ότου ανακοινώσει στην Επιτροπή τα μέτρα που εξασφαλίζουν τη μεταφορά της οδηγίας 2009/28 στην εθνική έννομη τάξη.
3) Η Δημοκρατία της Πολωνίας καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα.
4) Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών φέρει τα δικαστικά έξοδά του.
1 — Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 — ΕΕ L 140, σ. 16.
3 — Συναφώς επισημαίνω την έλλειψη ενδιαφέροντος των κρατών μελών για το ζήτημα. Πράγματι, μόνον το Βασίλειο των Κάτω Χωρών άσκησε παρέμβαση, ακριβώς όπως κανένα κράτος μέλος, εκτός της Δημοκρατίας της Εσθονίας, δεν άσκησε παρέμβαση στην υπόθεση C‑405/13, Επιτροπή κατά Ρουμανίας, για την οποία είχε οριστεί αρχικά ως ημερομηνία επ’ ακροατηρίου συζητήσεως η 7η Οκτωβρίου 2014 και η οποία έθετε το ίδιο πρόβλημα ερμηνείας. Η Επιτροπή παραιτήθηκε από την προσφυγή στην εν λόγω υπόθεση στις 2 Οκτωβρίου 2014, κρίνοντας ότι η Ρουμανία της ανακοίνωσε τα μέτρα μεταφοράς της επίμαχης οδηγίας.
4 — Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, για τροποποίηση της οδηγίας 2003/87/ΕΚ με στόχο τη βελτίωση και την επέκταση του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου της Κοινότητας (ΕΕ L 140, σ. 63).
5 — Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, με την οποία τροποποιείται η οδηγία 98/70/ΕΚ όσον αφορά τις προδιαγραφές για τη βενζίνη, το ντίζελ και το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης και την καθιέρωση μηχανισμού για την παρακολούθηση και τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, με την οποία τροποποιείται η οδηγία 1999/32/ΕΚ του Συμβουλίου όσον αφορά την προδιαγραφή των καυσίμων που χρησιμοποιούνται στα πλοία εσωτερικής ναυσιπλοΐας και καταργείται η οδηγία 93/12/ΕΟΚ (ΕΕ L 140, σ. 88).
6 — Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας (79/72, EU:C:1973:70, σκέψη 7).
7 — Βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις Επιτροπή κατά Γερμανίας (C‑59/89, EU:C:1991:225, σκέψη 18)· Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑456/03, EU:C:2005:388, σκέψη 51)· Επιτροπή κατά Πολωνίας (C‑551/08, EU:C:2009:683, σκέψη 21) και Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑277/13, EU:C:2014:2208, σκέψη 43).
8 — Βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις Επιτροπή κατά Γερμανίας (C‑137/96, EU:C:1997:566, σκέψη 8) και Επιτροπή κατά Πολωνίας (C‑362/10, EU:C:2011:703, σκέψη 58).
9 — Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑456/03, EU:C:2005:388, σκέψη 26).
10 — Όπ.π. (σκέψη 27).
11 — Όπ.π. (σκέψη 29).
12 — Βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (C‑282/02, EU:C:2005:334, σκέψη 40) και Επιτροπή κατά Γερμανίας (C‑152/05, EU:C:2008:17, σκέψη 15).
13 — Βλ., υπό την έννοια αυτή, σε σχέση με πανομοιότυπη συμπεριφορά της Δημοκρατίας της Πολωνίας την οποία καταδίκασε το Δικαστήριο, απόφαση Επιτροπή κατά Πολωνίας (C‑551/08, EU:C:2009:683, σκέψεις 25 και 26).
14 — Σκέψη 19.
15 — Απόφαση Επιτροπή κατά Πολωνίας (C‑326/09, EU:C:2011:155, σκέψη 20). Βλ. επίσης σκέψη 18 της εν λόγω αποφάσεως, όπου υπενθυμίζονται οι αρχές, και σκέψη 15 της αποφάσεως Επιτροπή κατά Πολωνίας (C‑551/08, EU:C:2009:683).
16 — Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑456/03, EU:C:2005:388, σκέψη 27).
17 — «Το γεγονός ότι δεν δόθηκε απάντηση εντός εύλογης προθεσμίας στα ερωτήματα της Επιτροπής κατέστησε δυσχερέστερη την εκπλήρωση του έργου της Επιτροπής και συνιστά συνεπώς παράβαση της υποχρεώσεως συνεργασίας την οποία καθιερώνει το άρθρο [4, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ]» (απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδας, C‑137/91, EU:C:1992:272, σκέψη 6).
18 — Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (C‑32/05, EU:C:2006:749, σκέψεις 52 έως 56).
19 — Σημεία 43 και 44 του υπομνήματος αντικρούσεως της Δημοκρατίας της Πολωνίας.
20 — Αποφάσεις Επιτροπή κατά Πολωνίας (C‑326/09, EU:C:2011:155, σκέψη 22) και Επιτροπή κατά Πολωνίας (C‑551/08, EU:C:2009:683, σκέψη 23), καθώς και παραπομπές στην υποσημείωση 8 των παρουσών προτάσεων. Βλ. επίσης απόφαση Gavieiro Gavieiro και Iglesias Torres (C‑444/09 και C‑456/09, EU:C:2010:819), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε, επί αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως και αφού υπενθύμισε την υποχρέωση των κρατών μελών να θεσπίζουν ρητή πράξη μεταφοράς όταν μια οδηγία προβλέπει ρητώς ότι οι διατάξεις για τη μεταφορά της στην εσωτερική έννομη τάξη περιέχουν αναφορά στην οδηγία ή συνοδεύονται από τέτοια αναφορά κατά την επίσημη δημοσίευσή τους, ότι «τα κράτη μέλη μπορούν να καταδικαστούν, στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως που ασκείται δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, για παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο [το οποίο προβλέπει την υποχρέωση αναφοράς στην οδηγία]» (σκέψη 63). Εντούτοις, το Δικαστήριο προσέθεσε ότι «αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι εθνικό μέτρο το οποίο στην αιτιολογική του έκθεση δεν προβαίνει σε αναφορά στην εν λόγω οδηγία δεν μπορεί να θεωρηθεί ως έγκυρο μέτρο μεταφοράς της» (σκέψη 63).
21 — Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (C‑374/11, EU:C:2012:827, σκέψη 33) όπου η παράβαση αφορούσε «μη εκτέλεση προηγουμένης αποφάσεως».
22 — Η υπογράμμιση δική μου.
23 — Απόφαση Επιτροπή κατά Πολωνίας (C‑281/11, EU:C:2013:855, σκέψη 105).
24 — Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας (C‑96/95, EU:C:1997:165, σκέψεις 36 και 37).
25 — Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση Επιτροπή κατά Πολωνίας (C‑311/10, EU:C:2011:702, σκέψεις 49 και 50).
26 — Άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2009/28.
27 — Βλ. υπό την έννοια αυτή, όσον αφορά την προσφορότητα της χρηματικής ποινής για την εξασφάλιση της πλήρους εκτελέσεως πρώτης αποφάσεως με την οποία διαπιστώθηκε παράβαση κράτους μέλους, μεταξύ άλλων αποφάσεις Επιτροπή κατά Ισπανίας (C‑610/10, EU:C:2012:781, σκέψη 114) και Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (C‑576/11, EU:C:2013:773, σκέψη 45).
28 — Σύμφωνα με το νομοθετικό παρατηρητήριο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η οδηγία 2009/28 εκδόθηκε σύμφωνα με τη «συνήθη νομοθετική διαδικασία (πρώην συναπόφαση») (πρόσβαση μέσω της ιστοσελίδας: (COD)&l=FRtab-0). Στη βάση δεδομένων του Συμβουλίου η οδηγία περιλαμβάνεται επίσης στις οδηγίες που εκδόθηκαν σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (πρόσβαση μέσω της ιστοσελίδας: ).
29 — Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑583/11 P, EU:C:2013:625, σκέψη 61). Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο επικύρωσε την ανάλυση του Γενικού Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία οι νομοθετικές πράξεις δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, in fine, ΣΛΕΕ και επιβεβαίωσε σιωπηρώς ότι ο επίμαχος στην υπόθεση εκείνη κανονισμός, ο οποίος είχε εκδοθεί βάσει του άρθρου 251 ΕΚ, αντιστοιχεί σε νομοθετική πράξη κατά την έννοια της Συνθήκης της Λισσαβώνας (σκέψη 61 της διατάξεως του Γενικού Δικαστηρίου). Πράγματι, με τη σκέψη 61 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως, το Γενικό Δικαστήριο είχε κρίνει ότι η κατά το άρθρο 294 ΣΛΕΕ διαδικασία, η οποία καλείται «συνήθης νομοθετική διαδικασία», επαναλαμβάνει κατ’ ουσία την προβλεπόμενη στο άρθρο 251 ΕΚ. Εξ αυτού συνήγαγε ότι ο επίμαχος κανονισμός, ο οποίος είχε εκδοθεί σύμφωνα με τη διαδικασία του δεύτερου αυτού άρθρου, έπρεπε, στο πλαίσιο των προβλεπόμενων στη Συνθήκη ΛΕΕ κατηγοριών νομικών πράξεων, να χαρακτηρισθεί ως νομοθετική πράξη.
30 — «The ordinary legislative procedure replaces the former “co-decision procedure” set out in Art. 251 EC» (Lenaerts, K. και van Nuffel, P., European Union Law, 3η έκδοση, Sweet & Maxwell, 2011, σ. 663)· «Finalement, après l’entrée en vigueur du traité de Lisbonne, la procédure de codécision est devenue ‘la procédure législative ordinaire’ (art. 289, par. 1, TFUE) [...]» (van Raepenbusch, S., Droit institutionnel de l’Union européenne, Larcier, Βρυξέλλες, 2011, σ. 288).
31 — Βλ., υπό την έννοια αυτή, Materne, T., La procédure en manquement d’État, guide à la lumière de la jurisprudence de la Cour de justice de l’Union européenne, Larcier, Βρυξέλλες, 2012, σ. 41, και Blanc, D., «Les procédures du recours en manquement, le traité, le juge et le gardien: entre unité et diversité en vue d’un renforcement de l’Union de droit» στο Mahieu, S., (επιμέλεια), Contentieux de l’Union européenne, questions choisies, Larcier, Βρυξέλλες, 2014, σ. 429 έως 461, και ιδίως σ. 447.
32 — Σύμφωνα με το άρθρο 10 του πρωτοκόλλου 36 σχετικά με τις μεταβατικές διατάξεις, το άρθρο 258 ΣΛΕΕ δεν έχει εφαρμογή στις πράξεις του τρίτου πυλώνα, οι οποίες εκδόθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας.
33 — Απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑387/97, EU:C:2000:356, σκέψη 42). Βλ. επίσης απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑304/02, EU:C:2005:444), με την οποία το Δικαστήριο καταδίκασε τη Γαλλική Δημοκρατία να καταβάλει χρηματική ποινή και κατ’ αποκοπήν ποσό λόγω μη εκτελέσεως της αποφάσεως της 11ης Ιουνίου 1991 στην υπόθεση Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑64/88, EU:C:1991:240). Στην υπό κρίση υπόθεση, η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία κινήθηκε στις 27 Ιανουαρίου 2011, ήτοι μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας.
34 — SEC (2010) 1371 τελικό (ΕΕ 2011, C 12, σ. 1).
35 — Σημείο 31 της ανακοινώσεως· η υπογράμμιση δική μου.
36 — Σημείο 16 της ανακοινώσεως.
37 — Σημείο 17 της ανακοινώσεως. Η υπογράμμιση δική μου.
38 — Βλ., ως περιπτώσεις στις οποίες έγινε δεκτή αυτή η διακριτική ευχέρεια, οδηγώντας στην κήρυξη του απαραδέκτου προσφυγής κατά παραλείψεως, απόφαση Star Fruit κατά Επιτροπής (247/87, EU:C:1989:58, σκέψη 11), και προσφυγής ακυρώσεως, απόφαση Lütticke κ.λπ. κατά Επιτροπής (48/65, EU:C:1966:8).
39 — Βλ., υπό την έννοια αυτή, van der Jeught, S., «L’action en manquement “renforcée”: sanctions pécuniaires en cas de non-transposition des directives européennes», Journal de droit européen, 2011, σ. 68 έως 70, και ιδίως σ. 70.
40 — Απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑121/07, EU:C:2008:695, σκέψη 63). Βλ. πρόσφατη υπενθύμιση της αρχής στην απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου (C‑533/11, EU:C:2013:659, σκέψη 51).
41 — Η υπογράμμιση δική μου.
42 — Απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑531/06, EU:C:2009:315, σκέψη 24)· η υπογράμμιση δική μου. Εντούτοις, σήμερα υψώνονται διάφορες φωνές που απαιτούν από την Επιτροπή να περιγράφει, όταν ασκεί προσφυγή επί παραβάσει κατά κράτους μέλους (και κατά συνέπεια να έχει εξετάσει πριν την άσκηση της προσφυγής), την κατάσταση όσον αφορά την εφαρμογή ή την παράβαση της επίμαχης διατάξεως του δικαίου της Ένωσης στα λοιπά κράτη μέλη. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση που τέθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 7ης Οκτωβρίου 2014, η Επιτροπή ανέφερε ότι, όσον αφορά την οδηγία 2009/28, εκτός από την παρούσα δίκη, έχει ασκηθεί προσφυγή εναντίον δύο μόνο κρατών μελών (υποθέσεις Επιτροπή κατά Αυστρίας, C‑663/13, και Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, C‑236/14), ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη προ της ασκήσεως προσφυγής διαδικασία εναντίον δύο άλλων κρατών μελών, του Βασιλείου των Κάτω Χωρών και της Τσεχικής Δημοκρατίας.
43 — Σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά σε σχέση με παρόμοιο επιχείρημα (σύμφωνα με το οποίο η σωρευτική επιβολή χρηματικής ποινής και κατ’ αποκοπήν ποσού θα προσέβαλλε την ισότητα μεταχειρίσεως, καθόσον δεν είχε εφαρμοσθεί στο παρελθόν), το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι σε αυτό εναπόκειται να εκτιμά, υπό το πρίσμα των εκάστοτε περιστάσεων, ποιες χρηματικές κυρώσεις θα επιβάλει και αποφάνθηκε ότι, «[υ]π’ αυτές τις συνθήκες, το γεγονός ότι σε υποθέσεις που δικάστηκαν προγενεστέρως δεν επιβλήθηκαν μέτρα σωρευτικά δεν εμποδίζει αφ’ εαυτού να επιβληθούν τέτοια μέτρα σωρευτικά σε μεταγενέστερη υπόθεση, αν η σώρευση αυτή παρίσταται πρόσφορη υπό το πρίσμα της φύσεως, της σοβαρότητας και της διάρκειας της διαπιστωθείσας παραβάσεως (απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας, C‑304/02, EU:C:2005:444, σκέψη 86).
44 — Βλ. συναφώς κατωτέρω (Δ. Ο προσδιορισμός του ύψους της χρηματικής ποινής ή του κατ’ αποκοπήν ποσού).
45 — Η υπογράμμιση δική μου.
46 — Βλ., υπό την έννοια αυτή, Materne, T., La procédure en manquement d’État, guide à la lumière de la jurisprudence de la Cour de justice de l’Union européenne, Larcier, Βρυξέλλες, 2012, σ. 42.
47 — Βλ., υπό την έννοια αυτή, Materne, T., όπ.π., σ. 42. Ο συγγραφέας παραπέμπει στους Joris, T., και van der Jeught, S., «Tien jaar financiële sancties in de Europese inbreukprocedure ex artikel 260 lid 2 VWEU», TijdschriftvoorEuropeeseneconomischrecht (SEW), Νοέμβριος 2010, σ. 435. Βλ., επίσης, υπό την έννοια αυτή, van der Jeught, S., «L’action en manquement ‘renforcée’: sanctions pécuniaires en cas de non-transposition des directives européennes», Journal de droit européen, 2011, σ. 68 έως 70, και ιδίως σ. 69, και Blanc, D., «Les procédures du recours en manquement, le traité, le juge et le gardien: entre unité et diversité en vue d’un renforcement de l’Union de droit», στο Mahieu, S., (επιμέλεια), όπ.π., σ. 429 έως 461, ιδίως σ. 446. Εξ όσων γνωρίζω, ένας μόνο συγγραφέας ακολουθεί την αντίθετη άποψη (Everling, U., «Rechtsschutz in der Europäischen Union nach dem Vertrag von Lissabon», Europarecht, 2009, Beiheft 1, σ. 71 έως 86, και ιδίως σ. 82).
48 — Διαβιβαστικό σημείωμα, υποσημείωση 1, σ. 16. Βλ. επίσης, υπό την έννοια αυτή, Γραμματεία της Ευρωπαϊκής Συνελεύσεως, Τελική έκθεση της ομάδας εργασίας για τον τρόπο λειτουργίας του Δικαστηρίου, της 25ης Μαρτίου 2003, CONV 636/03, σημείο 28, σ. 11 και υποσημείωση 2.
49 — Σημείο 19 της ανακοινώσεως. Η υπογράμμιση δική μου.
50 — Σχολιάζοντας την επιλογή αυτή της Επιτροπής, ο Ρ. Wenneras επισημαίνει επίσης: «[d]rawing a line between notification of incomplete transposition measures and notification of incorrect transposition measures does not appear straightforward in practice, however» (Wenneras P., «Sanctions against Member States under Article 260 TFEU: Alive, but not kicking?», Common Market Law Review, 2012, τεύχος 49, σ. 145 έως 176, ιδίως σ. 167).
51 — Απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑456/03, EU:C:2005:388, σκέψη 51 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
52 — Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας (C‑59/89, EU:C:1991:225, σκέψη 18).
53 — Βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις Επιτροπή κατά Γερμανίας (C‑59/89, EU:C:1991:225, σκέψη 24)· Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑456/03, EU:C:2005:388, σκέψη 51)· Επιτροπή κατά Πολωνίας (C‑551/08, EU:C:2009:683, σκέψη 21)· και Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑277/13, EU:C:2014:2208, σκέψη 43).
54 — Σημείο 70 του υπομνήματος απαντήσεως.
55 — Όπως προαναφέρθηκε, στις 2 Οκτωβρίου 2014 η Επιτροπή παραιτήθηκε από την προσφυγή στην εν λόγω υπόθεση, κρίνοντας ότι η Ρουμανία της ανακοίνωσε μέτρα που συνιστούσαν πλήρη μεταφορά της επίμαχης οδηγίας.
56 — Σημείο 29 του υπομνήματος απαντήσεως που κατέθεσε η Επιτροπή στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ρουμανίας (C‑405/13).
57 — Σημείο 19 της ανακοινώσεως. Η υπογράμμιση δική μου.
58 — Βλ., για μια πρόσφατη υπόμνηση των σχετικών με το κατ’ αποκοπήν ποσό, απόφαση Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑76/13, EU:C:2014:2029, σκέψη 49), και, για μια γενική υπόμνηση που ισχύει τόσο για το κατ’ αποκοπήν ποσό όσο και για τη χρηματική ποινή, προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑196/13, EU:C:2014:2162, σημείο 104).
59 — Βλ. παράδειγμα εφαρμογής στην απόφαση British Telecommunications (C‑392/93, EU:C:1996:131, σκέψεις 43 έως 46).
60 — Βλ., υπό την έννοια αυτή, μεταξύ άλλων, απόφαση Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑76/13, EU:C:2014:2029, σκέψη 50) και προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑196/13, EU:C:2014:2162, σκέψη 104).
61 — Απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑304/02, EU:C:2005:444, σκέψη 80).
62 — Σημείο 7 της ανακοινώσεως. Η υπογράμμιση δική μου. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρέσχε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 7ης Οκτωβρίου 2014, η απλή απειλή χρησιμοποιήσεως της χρηματικής ποινής με το έγγραφο οχλήσεως φαίνεται να είναι αποτελεσματική. Επί 1 575 διαδικασιών που κινήθηκαν από τη δημοσίευση της ανακοινώσεώς της, μόνο για 41 υποθέσεις χρειάστηκε να ασκηθεί προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου, ήτοι ποσοστό μόλις 2,6 %.
63 — Βλ. τη νομολογία που παρατίθεται στην υποσημείωση 60 των παρουσών προτάσεων.
64 — Απόφαση Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑76/13, EU:C:2014:2029, σκέψη 50).
65 — Απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑387/97, EU:C:2000:356, σκέψη 89).
66 — Η υπογράμμιση δική μου.
67 — Η υπογράμμιση δική μου.
68 — Σημείο 6 της ανακοινώσεως του 2005 και σημείο 13 της ανακοινώσεως. Η συνεκτίμηση του κριτηρίου της σοβαρότητας και της διάρκειας αναπτύσσεται στα σημεία 16 και 17 της ανακοινώσεως του 2005. Το σημείο 23 της ανακοινώσεως παραπέμπει γενικά στα σημεία 14 έως 18 της ανακοινώσεως του 2005 για τον προσδιορισμό της χρηματικής ποινής. Για τη χρησιμοποίηση των κριτηρίων αυτών από το Δικαστήριο βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑387/97, EU:C:2000:356, σκέψη 92)· Επιτροπή κατά Γαλλίας, (C‑304/02, EU:C:2005:444, σκέψη 104) και Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑76/13, EU:C:2014:2029, σκέψη 73).
69 — Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑387/97, EU:C:2000:356, σκέψη 92)· Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑304/02, EU:C:2005:444, σκέψη 104) και Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑76/13, EU:C:2014:2029, σκέψη 73).
70 — Σημείο 16 της ανακοινώσεως του 2005.
71 — Σημείο 18 της ανακοινώσεως 2005. Βλ., υπό την έννοια αυτή, νομολογία που παρατίθεται στην υποσημείωση 69 των παρουσών προτάσεων και προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑196/13, EU:C:2014:2162, σκέψη 148).
72 — Ανακοίνωση της Επιτροπής της 31ης Αυγούστου 2012 [C(2012) 6106].
73 — Ανακοίνωση της Επιτροπής της 27ης Σεπτεμβρίου 2014 (2014/C 338/02, ΕΕ C 338, σ. 18).
74 — Βλ., υπό την έννοια αυτή, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα N. Jääskinen στην υπόθεση Επιτροπή κατά Τσεχικής Δημοκρατίας (C‑241/11, EU:C:2013:181, σημείο 43).
75 — Το Δικαστήριο έχει εφαρμόσει και τις δύο λύσεις για τον προσδιορισμό του ύψους των χρηματικών ποινών στο πλαίσιο του άρθρου 260, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ. Βλ., ως περίπτωση εφαρμογής της μεθόδου υπολογισμού της Επιτροπής, απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου (C‑533/11, EU:C:2013:659· βλ. σκέψεις 2 και 72) και, ως περίπτωση εκτιμήσεως κατά δίκαιη κρίση, απόφαση Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑76/13, EU:C:2014:2029, σκέψεις 75 και 76). Για τον προσδιορισμό των κατ’ αποκοπήν ποσών, το Δικαστήριο φαίνεται να μην αιτιολογεί την απόφασή του σε σχέση με τη μαθηματική μέθοδο της Επιτροπής, αλλά να προκρίνει μια γενική εκτίμηση, κατά δίκαιη κρίση, των κριτηρίων που θεωρεί λυσιτελή.
76 — Στο σημείο 150 των προτάσεών της στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑196/13, EU:C:2014:2162).
77 — Βλ., υπό την έννοια αυτή, σε σχέση με την απόφαση Επιτροπή κατά Τσεχικής Δημοκρατίας (C‑241/11, EU:C:2013:423), με την οποία το Δικαστήριο καταδίκασε την Τσεχική Δημοκρατία στην καταβολή κατ’ αποκοπήν ποσού, Rigaux, A., «Sanctions pécuniaires du manquement», Europe, Αύγουστος 2013, τεύχος 8, σχόλιο 334.
78 — Αιτιολογική σκέψη 1 της οδηγίας 2009/28.
79 — Αιτιολογική σκέψη 17 της οδηγίας 2009/28.
80 — Βλ., υπό την έννοια αυτή, μεταξύ άλλων, απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου (C‑533/11, EU:C:2013:659, σκέψη 56) και σημείο 158 των προτάσεων της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑196/13, EU:C:2014:2162).
81 — Βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑177/04, EU:C:2006:173, σκέψη 71)· Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑70/06, EU:C:2008:3, σκέψη 45) και Επιτροπή κατά Ισπανίας (C‑610/10, EU:C:2012:781, σκέψη 120).
82 — Βλ., υπό την έννοια αυτή, σκέψη 151 των προτάσεων της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑196/13, EU:C:2014:2162).
83 — Βλ., υπό την έννοια αυτή, μεταξύ άλλων, απόφαση Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (C‑279/11, EU:C:2012:834, σκέψη 78).
84 — Βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις Επιτροπή κατά Βελγίου (C‑533/11, EU:C:2013:659, σημείο 3 του διατακτικού), Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (C‑576/11, EU:C:2013:773, σημείο 3 του διατακτικού) και Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑378/13, EU:C:2014:2405, σημείο 2 του διατακτικού).
Full & Egal Universal Law Academy