ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MELCHIOR WATHELET
της 15ης Μαΐου 2014 ( 1 )
Υπόθεση C‑331/13
Ilie Nicolae Nicula
κατά
Administraţia Finanţelor Publice a Municipiului Sibiu,
Administraţia Fondului pentru Mediu
[αίτηση του Tribunalul Sibiu (Ρουμανία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Επιστροφή φόρου μη συμβατού προς το δίκαιο της Ένωσης — Περιορισμός του ποσού της επιστροφής λόγω τροποποιήσεως της εθνικής ρυθμίσεως»
I – Εισαγωγή
1.
Η υπό κρίση υπόθεση εντάσσεται σε ένα μακρύ κατάλογο ρουμανικών υποθέσεων που αφορούν τη συμφωνία του φόρου λόγω ρυπάνσεως προκαλούμενης από τα μηχανοκίνητα οχήματα προς το άρθρο 110 ΣΛΕΕ ( 2 ). Στο πλαίσιο της εν λόγω υποθέσεως τίθεται, ειδικότερα, το ερώτημα κατά πόσον οι ρουμανικές φορολογικές αρχές έχουν το δικαίωμα να παρακρατήσουν, δυνάμει νέου φόρου της αυτής φύσεως και αντικειμένου, ο οποίος τιτλοφορείται «περιβαλλοντικό σήμα», το ποσό που είχε εισπραχθεί δυνάμει του φόρου λόγω ρυπάνσεως που έχει κριθεί μη συμβατός προς το δίκαιο της Ένωσης.
II – Το νομικό πλαίσιο
Α — Το δίκαιο της Ένωσης
2.
Το άρθρο 110 ΣΛΕΕ ορίζει:
«Κανένα κράτος μέλος δεν επιβάλλει άμεσα ή έμμεσα στα προϊόντα άλλων κρατών μελών εσωτερικούς φόρους οποιασδήποτε φύσεως, ανωτέρους από εκείνους που επιβαρύνουν άμεσα ή έμμεσα τα ομοειδή εθνικά προϊόντα.
Κανένα κράτος μέλος δεν επιβάλλει στα προϊόντα των άλλων κρατών μελών εσωτερικούς φόρους, η φύση των οποίων οδηγεί έμμεσα στην προστασία άλλων προϊόντων.»
3.
Στην υπόθεση Tatu (EU:C:2011:219), το Δικαστήριο ερμήνευσε το εν λόγω άρθρο υπό την έννοια ότι «απαγορεύει την εκ μέρους κράτους μέλους επιβολή φόρου λόγω ρυπάνσεως σε βάρος αυτοκινήτων οχημάτων κατά την πρώτη ταξινόμησή τους στο εν λόγω κράτος μέλος, αν το φορολογικό αυτό μέτρο λαμβάνεται κατά τρόπο που να αποθαρρύνει την κυκλοφορία στο συγκεκριμένο κράτος μέλος μεταχειρισμένων οχημάτων τα οποία αγοράσθηκαν σε άλλα κράτη μέλη χωρίς, όμως, να αποθαρρύνει την κτήση στην εγχώρια αγορά μεταχειρισμένων οχημάτων της ιδίας παλαιότητας και φθοράς» ( 3 ).
Β— Το ρουμανικό δίκαιο
4.
Το άρθρο 4 του νομοθετικού διατάγματος 9/2013 περί του περιβαλλοντικού σήματος για τα μηχανοκίνητα οχήματα (στο εξής: ν.δ. 9/2013) ορίζει:
«Η αξία του σήματος καταβάλλεται άπαξ:
α)
επ’ ευκαιρία της καταχωρίσεως στα μητρώα των αρμόδιων αρχών της κτήσεως του δικαιώματος κυριότητας επί μηχανοκινήτου οχήματος από τον πρώτο κύριο του οχήματος στη Ρουμανία και της χορηγήσεως πιστοποιητικού ταξινομήσεως και αριθμού κυκλοφορίας·
β)
κατά τον χρόνο επανεισδοχής στον εθνικό στόλο οχημάτων, εφόσον κατά την απόσυρση του οχήματος είχε επιστραφεί στον κύριο η εναπομένουσα αξία του σήματος […]·
γ)
επ’ ευκαιρία της καταχωρίσεως του δικαιώματος κυριότητας μεταχειρισμένου μηχανοκινήτου οχήματος για το οποίο δεν έχει καταβληθεί ο ειδικός φόρος ιδιωτικής χρήσεως και μηχανοκινήτων οχημάτων, ο φόρος λόγω ρυπάνσεως από μηχανοκίνητα οχήματα ή ο φόρος ρυπογόνων εκπομπών από μηχανοκίνητα οχήματα, σύμφωνα με τη νομοθεσία που ίσχυε κατά τον χρόνο ταξινομήσεως·
δ)
επ’ ευκαιρία της καταχωρίσεως του δικαιώματος κυριότητας μεταχειρισμένου μηχανοκινήτου οχήματος, στην περίπτωση οχημάτων για τα οποία δικαστήριο έχει διατάξει την επιστροφή [του φόρου] ή την ταξινόμηση χωρίς καταβολή ειδικού φόρου ιδιωτικής χρήσεως και μηχανοκινήτων οχημάτων, φόρου λόγω ρυπάνσεως από μηχανοκίνητα οχήματα ή φόρου ρυπογόνων εκπομπών από μηχανοκίνητα οχήματα.»
5.
Η παράγραφος 1 του άρθρου 12 του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος ορίζει:
«Εφόσον ο καταβληθείς ειδικός φόρος ιδιωτικής χρήσεως και μηχανοκινήτων οχημάτων, φόρος λόγω ρυπάνσεως από μηχανοκίνητα οχήματα ή φόρος ρυπογόνων εκπομπών από μηχανοκίνητα οχήματα είναι μεγαλύτερος από την αξία του σήματος σύμφωνα με τις παρούσες διατάξεις περί περιβαλλοντικού σήματος, υπολογιζόμενη σε [ρουμανικά λέι (RΟN)] με την ισοτιμία της ημέρας ταξινομήσεως ή καταχωρίσεως του δικαιώματος κυριότητας επί μεταχειρισμένου μηχανοκινήτου οχήματος, η καταβληθείσα διαφορά μπορεί να επιστραφεί, αποκλειστικώς στον υπόχρεο καταβολής, σύμφωνα με την προβλεπόμενη από τις εκτελεστικές διατάξεις του παρόντος νομοθετικού διατάγματος διαδικασία. Η προς επιστροφή διαφορά υπολογίζεται βάσει του μαθηματικού τύπου τον οποίο προβλέπει το παρόν νομοθετικό διάταγμα, με συνεκτίμηση των σχετικών στοιχείων ως είχαν κατά τον χρόνο ταξινομήσεως ή καταχωρίσεως του δικαιώματος κυριότητας επί του μεταχειρισμένου μηχανοκινήτου οχήματος.»
III – Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
6.
Το νομοθετικό διάταγμα 50/2008 περί επιβολής φόρου λόγω ρυπάνσεως για τα αυτοκίνητα οχήματα (στο εξής: ν.δ. 50/2008), που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου 2008, θέσπισε φόρο λόγω ρυπάνσεως για τα οχήματα των κατηγοριών Μ1 έως Μ3 και Ν1 έως Ν3. Συγκεκριμένα, η υποχρέωση καταβολής του εν λόγω φόρου εγεννάτο κατά την πρώτη ταξινόμηση αυτοκινήτου οχήματος στη Ρουμανία, βαρύνοντας έτσι τα εισαγόμενα μεταχειρισμένα οχήματα.
7.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι φόρος όπως ο εν λόγω φόρος λόγω ρυπάνσεως ήταν αντίθετος προς το άρθρο 110 ΣΛΕΕ, διότι «[είχε] ως αποτέλεσμα να αποθαρρύνεται η εισαγωγή και η θέση σε κυκλοφορία στη Ρουμανία μεταχειρισμένων οχημάτων που αγοράσθηκαν σε άλλα κράτη μέλη» ( 4 ). Για τον ίδιο λόγο, το Δικαστήριο έκρινε ότι το ίδιο ίσχυε για φόρο όπως ο φόρος λόγω ρυπάνσεως που θεσπίστηκε με τον νόμο 9/2012 ( 5 ), ο οποίος, στις 13 Ιανουαρίου 2012, είχε καταργήσει το ν.δ. 50/2012, πριν καταργηθεί και ο ίδιος, στις 15 Μαρτίου 2013, με το ν.δ. 9/2013.
8.
Κατά το έτος 2009, ο Ι. Ν. Nicula, αγόρασε μεταχειρισμένο μηχανοκίνητο όχημα τύπου BMW 320i ταξινομημένο για πρώτη φορά σε άλλο κράτος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και συγκεκριμένα στη Γερμανία. Για την ταξινόμηση του εν λόγω οχήματος στη Ρουμανία κατέβαλε το ποσό των 5153 RON (περίπου 1200 ευρώ) ως φόρο λόγω ρυπάνσεως, προβλεπόμενο από το ν.δ. 50/2008.
9.
Ο Ι. Ν. Nicula υπέβαλε στις ρουμανικές φορολογικές αρχές αίτημα επιστροφής του εν λόγω ποσού και, κατόπιν της απορρίψεως του αιτήματός του από τις εν λόγω αρχές, άσκησε προσφυγή ενώπιον των ρουμανικών δικαστηρίων.
10.
Με την απόφαση 1497/CA/2012, το Tribunalul Sibiu (διοικητικό πρωτοδικείο του Sibiu, Ρουμανία) δέχθηκε την προσφυγή του Ι. Ν. Nicula κατά της Agenţia Fondului pentru Mediu (δικαιούχου του φόρου), διέταξε την επιστροφή του φόρου από την καθής, διαπιστώνοντας, βάσει της αποφάσεως Tatu (ΕU:C:2011:219), ότι ο φόρος λόγω ρυπάνσεως αντίκειται στο άρθρο 110 ΣΛΕΕ, και απέρριψε την προσφυγή καθόσον στρεφόταν κατά της Administraţia Finanţelor Publice Sibiu (η οποία εισέπραξε τον φόρο).
11.
Στις 25 Ιανουαρίου 2013, κατόπιν της αιτήσεως αναιρέσεως που ασκήθηκε κατά της εν λόγω αποφάσεως, το Curtea de Apel Alba-Iulia αναίρεσε την απόφαση και ανέπεμψε την υπόθεση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, υπογραμμίζοντας, προς τον σκοπό της εκδόσεως νέας αποφάσεως επί της υποθέσεως, ότι, σε αυτό το είδος διαφορών, για την επιστροφή φόρου που εισπράττεται κατά παραβίαση του δικαίου της Ένωσης, δεν νομιμοποιείται παθητικώς μόνον ο δικαιούχος του εν λόγω φόρου, αλλά και το όργανο που τον εισέπραξε.
12.
Μετά την εγγραφή της υποθέσεως για την έκδοση νέας αποφάσεως από το Tribunalul Sibiu, στις 15 Μαρτίου 2013 τέθηκε σε ισχύ το ν.δ. 9/2013 περί περιβαλλοντικού σήματος.
13.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση του προσφεύγοντος, η αξία του περιβαλλοντικού σήματος για το όχημά του, σύμφωνα με το ν.δ. 9/2013, ανέρχεται σε 8126,44 RON, ενώ ο φόρος λόγω ρυπάνσεως που είχε καταβληθεί προηγουμένως ανερχόταν σε 5153 RON.
14.
Εντούτοις, σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 1, του ν.δ. 9/2013, ο Ι. Ν. Nicula δεν έχει πλέον δικαίωμα επιστροφής του φόρου λόγω ρυπάνσεως μετά των νομίμων τόκων, διότι το καταβληθέν από αυτόν ποσό παρακρατείται από τις φορολογικές και περιβαλλοντικές αρχές για το περιβαλλοντικό σήμα, εφόσον η αξία του περιβαλλοντικού σήματος είναι μεγαλύτερη από τον καταβληθέντα φόρο λόγω ρυπάνσεως.
15.
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Tribunal Sibiu αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Μπορούν οι διατάξεις του άρθρου 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, των άρθρων 17, 20, 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του άρθρου 110 ΣΛΕΕ, καθώς και οι αρχές της ασφάλειας δικαίου και της απαγορεύσεως της reformatio in peius, οι οποίες αναγνωρίζονται αμφότερες από το δίκαιο [της Ένωσης] και από τη νομολογία του Δικαστηρίου [αποφάσεις Belgocodex, C‑381/97, EU:C:1998:589, και Belbouab, 10/78, EU:C:1978:181], να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι απαγορεύουν ρύθμιση όπως αυτή του [ν.δ] 9/2013;»
IV – Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
16.
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως κατατέθηκε στο Δικαστήριο στις 18 Ιουνίου 2013. Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν ο Ι. Ν. Nicula, η Ρουμανική Κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
17.
Με έγγραφο της 20ής Δεκεμβρίου 2013, η Ρουμανική Κυβέρνηση ζήτησε να ανατεθεί η υπόθεση στο τμήμα μείζονος συνθέσεως. Σύμφωνα με το άρθρο 16, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού του, το Δικαστήριο δέχθηκε το αίτημα αυτό. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Ρουμανική Κυβέρνηση αιτιολόγησε το εν λόγω αίτημα προβάλλοντας την ανάγκη διασφαλίσεως της συνοχής της νομολογίας του Δικαστηρίου όσον αφορά τη φορολόγηση των εισαγομένων μεταχειρισμένων οχημάτων.
18.
Δυνάμει του άρθρου 101 του Κανονισμού Διαδικασίας, το Δικαστήριο κάλεσε, στις 14 Φεβρουαρίου 2014, το αιτούν δικαστήριο να παράσχει, το αργότερο ως τις 5 Μαρτίου 2014, διευκρινίσεις σχετικά με την εφαρμογή του ν.δ. 9/2013 επί της διαφοράς της κύριας δίκης. Η απάντηση του αιτούντος δικαστηρίου περιήλθε στο Δικαστήριο στις 4 Μαρτίου 2014.
19.
Στις 25 Μαρτίου 2014 έλαβε χώρα επ’ ακροατηρίου συζήτηση, κατά την οποία ο Ι. Ν. Nicula, η Ρουμανική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή ανέπτυξαν τις προφορικές παρατηρήσεις τους.
V – Ανάλυση
Α— Επί του παραδεκτού
20.
Η Ρουμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι απαράδεκτη, διότι η απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο δεν είναι λυσιτελής για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης. Κατά την άποψη της Ρουμανικής Κυβερνήσεως, το ν.δ. 9/2013 δεν εφαρμόζεται στη διαφορά της κύριας δίκης για δύο λόγους.
21.
Πρώτον, η Ρουμανική Κυβέρνηση εκτιμά ότι η εξωδικαστική διαδικασία επιστροφής ενδεχόμενων διαφορών μεταξύ των φόρων που καταβλήθηκαν δυνάμει κανονιστικών πράξεων που προηγήθηκαν του ν.δ. 9/2013 και του περιβαλλοντικού σήματος, την οποία θέσπισε το άρθρο 12 του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος, ουδόλως αφορά το αιτούν δικαστήριο και δεν εφαρμόζεται στη διαφορά της κύριας δίκης.
22.
Κατά συνέπεια, η Ρουμανική Κυβέρνηση εκτιμά ότι η εν λόγω εξωδικαστική διαδικασία επιστροφής δεν εμποδίζει το αιτούν δικαστήριο να διατάξει την επιστροφή του συνόλου του ποσού που κατέβαλε ο Ι. Ν. Nicula ως φόρο λόγω ρυπάνσεως.
23.
Δεύτερον, η Ρουμανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι, δυνάμει της αρχής «tempus regit actum», το ν.δ. 9/2013, που τέθηκε σε ισχύ στις 15 Μαρτίου 2013, δεν είναι εφαρμοστέο στο αίτημα επιστροφής του φόρου λόγω ρυπάνσεως που κατέβαλε ο Ι. Ν. Nicula το 2009. Κατά συνέπεια, το αιτούν δικαστήριο δεν θα έπρεπε να θεωρήσει ότι δεσμεύεται από το άρθρο 12 του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος.
24.
Λαμβανομένων υπόψη των προαναφερθέντων επιχειρημάτων, το Δικαστήριο ζήτησε από το αιτούν δικαστήριο να λάβει θέση επί του ζητήματος κατά πόσον είναι εφαρμοστέο το ν.δ. 9/2013, και συγκεκριμένα το άρθρο 12 αυτού, επί της διαφοράς της κύριας δίκης.
25.
Με την απάντησή του, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 13 Μαρτίου 2014, το αιτούν δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι το άρθρο 12 του ν.δ. 9/2013 είναι εφαρμοστέο στη διαφορά της κύριας δίκης. Κατά το αιτούν δικαστήριο, η ερμηνεία του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος που προβάλλει η Ρουμανική Κυβέρνηση στερείται νομικής βάσεως και καθιστά το άρθρο 12 του εν λόγω διατάγματος κενό περιεχομένου.
26.
Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, «στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου [267 ΣΛΕΕ], που στηρίζεται σε σαφή διάκριση των λειτουργιών μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, κάθε εκτίμηση των επίδικων περιστατικών εμπίπτει στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου. Ομοίως, εναπόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, που έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της δικαστικής αποφάσεως η οποία πρόκειται να εκδοθεί, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Συνεπώς, εφόσον τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του [δικαίου της Ένωσης], το Δικαστήριο υποχρεούται, καταρχήν, να απαντήσει» ( 6 ).
27.
Δεδομένου ότι το αιτούν δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι το ν.δ. 9/2013 είναι εφαρμοστέο στη διαφορά της κύριας δίκης, πρέπει να απορριφθούν οι ενστάσεις της Ρουμανικής Κυβερνήσεως ως προς το παραδεκτό της υπό κρίση αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως.
Β — Επί της ουσίας
28.
Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατά πόσον διατάξεις όπως αυτές του ν.δ. 9/2013 είναι σύμφωνες προς το άρθρο 110 ΣΛΕΕ, προς τις αρχές της ισότητας έναντι του νόμου και της απαγορεύσεως των διακρίσεων που κατοχυρώνονται με τα άρθρα 20 και 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), προς το δικαίωμα ιδιοκτησίας που κατοχυρώνεται με το άρθρο 17 του εν λόγω Χάρτη, καθώς και προς τις αρχές της ασφάλειας δικαίου, της μη αναδρομικότητας του νόμου και της απαγορεύσεως της reformatio in peius.
1. Οι εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση αρχές ή διατάξεις του δικαίου της Ένωσης
29.
Η ουσία της αιτιάσεως του Ι. Ν. Nicula συνίσταται στο ότι το άρθρο 12 του ν.δ. 9/2013 διαιωνίζει τη δυσμενή διάκριση που θέσπισε ο φόρος λόγω ρυπάνσεως μεταξύ των μεταχειρισμένων οχημάτων που εισάγονται στη Ρουμανία και των ήδη υφισταμένων στη ρουμανική αγορά οχημάτων τα οποία απαλλάσσονταν, για τον λόγο αυτό, από τον φόρο λόγω ρυπάνσεως. Κατά συνέπεια, όπως στις υποθέσεις Tatu (EU:C:2011:219), Nisipeanu (EU:C:2011:466), Druţu (EU:C:2011:478), Micşa (EU:C:2011:479), Vijulan (EU:C:2011:477) και Câmpean και Ciocoiu (EU:C:2014:229), οι εφαρμοστέοι κανόνες είναι, κατά την άποψή μου, το άρθρο 110 ΣΛΕΕ που απαγορεύει τους φόρους που δημιουργούν δυσμενείς διακρίσεις, καθώς και η αρχή σύμφωνα με την οποία κάθε φόρος που εισπράττεται κατά παραβίαση του δικαίου της Ένωσης και, ιδίως, του άρθρου 110 ΣΛΕΕ πρέπει να επιστρέφεται στον φορολογούμενο.
30.
Σύμφωνα με το άρθρο 52, παράγραφος 2, του Χάρτη, «[τ]α δικαιώματα που αναγνωρίζονται από τον παρόντα Χάρτη και τα οποία αποτελούν αντικείμενο διατάξεων των Συνθηκών ασκούνται υπό τους όρους και εντός των ορίων που καθορίζονται σε αυτές». Κατά συνέπεια δεν χρειάζεται, προς τον σκοπό της ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης εκ μέρους του Δικαστηρίου, να εξεταστεί κατά πόσον είναι εφαρμοστέοι στην υπό κρίση διαφορά άλλοι κανόνες και αρχές που περιλαμβάνονται στον Χάρτη. Το ίδιο ισχύει για τις άλλες γενικές αρχές που αναφέρει το αιτούν δικαστήριο, το οποίο εντούτοις θα μπορούσε να αναφερθεί στους εν λόγω κανόνες και αρχές στο πλαίσιο, παραδείγματος χάριν, αναλύσεως συνταγματικότητας του ν.δ. 9/2013 στο ρουμανικό δίκαιο.
2. Τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
31.
Ο Ι. Ν. Nicula θεωρεί ότι το ν.δ. 9/2013, θεσπίζοντας ένα νέο φόρο λόγω ρυπάνσεως τιτλοφορούμενο «περιβαλλοντικό σήμα» και επιτρέποντας στις ρουμανικές φορολογικές αρχές να επιστρέφουν στον φορολογούμενο μόνον τη διαφορά μεταξύ του ποσού του σήματος και του ποσού που είχε ήδη καταβάλει ως φόρο λόγω ρυπάνσεως, αποσκοπεί συγκεκριμένα στο να μπλοκάρει τις διαδικασίες επιστροφής του φόρου λόγω ρυπάνσεως με όλες αυτές τις μορφές που προηγήθηκαν του περιβαλλοντικού σήματος.
32.
Επιπλέον, ο Ι. Ν. Nicula θεωρεί ότι το ίδιο το περιβαλλοντικό σήμα είναι αντίθετο προς το άρθρο 110 ΣΛΕΕ διότι θεσπίζει διάκριση μεταξύ:
—
αφενός, των ιδιοκτητών μεταχειρισμένων οχημάτων αγορασμένων σε άλλο κράτος μέλος πλην της Ρουμανίας, όπως ο Ι. Ν. Nicula, οι οποίοι κατέβαλαν τον φόρο λόγω ρυπάνσεως κατά την ταξινόμησή τους στη Ρουμανία χωρίς αυτός να τους έχει ακόμη επιστραφεί, για τους οποίους το περιβαλλοντικό σήμα είναι άμεσα απαιτητό, διά της παρακρατήσεως ενός τμήματος ή του συνόλου του προηγουμένως καταβληθέντος φόρου και
—
αφετέρου, των ιδιοκτητών οχημάτων ήδη ταξινομημένων στη Ρουμανία, για τους οποίους το περιβαλλοντικό σήμα δεν είναι απαιτητό παρά μόνον κατά την ενδεχόμενη μεταβίβαση του δικαιώματος κυριότητας σε τρίτο.
33.
Ο Ι. Ν. Nicula προσθέτει ότι το περιβαλλοντικό σήμα συνιστά, συνεπώς, φορολογική επιβάρυνση που δημιουργεί δυσμενείς διακρίσεις, υπό την έννοια ότι το ν.δ. 9/2013 δεν διασφαλίζει ότι το ποσό του οφειλόμενου φόρου για τα μεταχειρισμένα οχήματα που εισάγονται από άλλο κράτος μέλος δεν υπερβαίνει το ποσό του κατάλοιπου του φόρου που παραμένει ενσωματωμένο στην αξία ομοειδών οχημάτων ήδη ταξινομημένων στη Ρουμανία.
34.
Η Ρουμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το ν.δ. 9/2013 συμμορφώνεται πλήρως προς τους κανόνες που έθεσε η απόφαση Tatu (EU:C:2011:219). Θεωρεί ότι το περιβαλλοντικό σήμα στηρίζεται σε αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια, όπως ο κινητήρας και το πρότυπο εκπομπής ρύπων Euro ή οι εκπομπές CO2 του οχήματος. Εξάλλου, όσον αφορά το ύψος του, λαμβάνεται προσηκόντως υπόψη η πραγματική αξία μεταχειρισμένου οχήματος στην αγορά, υπολογιζόμενη από τη στιγμή της εισαγωγής του οχήματος στην αγορά, και το ύψος αυτό θα μπορούσε να αμφισβητηθεί διά της διοικητικής ή της δικαστικής οδού, προκειμένου να αποδειχθεί σημαντικότερη απομείωση από αυτή που καθορίζεται κατ’ εφαρμογή της κλίμακας απομειώσεως. Κατά συνέπεια, όπως υποστηρίζει η Ρουμανική Κυβέρνηση, το περιβαλλοντικό σήμα που επιβάλλεται στα εισαγόμενα οχήματα δεν υπερβαίνει το ποσό του κατάλοιπου του φόρου που παραμένει ενσωματωμένο στην αξία ομοειδών μεταχειρισμένων αυτοκινήτων οχημάτων ήδη ταξινομημένων εντός της εθνικής επικράτειας.
35.
Η Ρουμανική Κυβέρνηση υπενθυμίζει επίσης ότι η πληρωμή του περιβαλλοντικού σήματος είναι υποχρεωτική και απαιτητή κατά τον χρόνο της πρώτης καταχωρίσεως του δικαιώματος κυριότητας για τα οχήματα που περιλαμβάνονται ήδη στον εθνικό στόλο οχημάτων πριν τη θέσπιση του εν λόγω σήματος, συμπεριλαμβανομένων των οχημάτων για τα οποία δεν έχουν εξοφληθεί οι προηγούμενοι φόροι λόγω ρυπάνσεως, όπως απαιτούσαν οι αποφάσεις Tatu (EU:C:2011:219) και Nisipeanu (EU:C:2011:466).
36.
Κατά συνέπεια, η Ρουμανική Κυβέρνηση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι εθνική νομοθετική ρύθμιση όπως αυτή του ν.δ. 9/2013 δεν αντίκειται στο άρθρο 110 ΣΛΕΕ.
37.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το καθεστώς που καθιερώνει το ν.δ. 9/2013 αντίκειται στο άρθρο 110 ΣΛΕΕ διότι εφαρμόζεται αναδρομικώς σε φορολογητέες πράξεις που έλαβαν χώρα πριν τη θέση του ν.δ. 9/2013 σε ισχύ και διαιωνίζει, με τον τρόπο αυτό, την δημιουργούσα δυσμενείς διακρίσεις πρακτική που διαπίστωσε το Δικαστήριο με την απόφαση Tatu (EU:C:2011:219).
3. Εκτίμηση
38.
Πρέπει κατ’ αρχάς να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, το δικαίωμα επιστροφής φόρων που εισέπραξε κράτος μέλος κατά παραβίαση του δικαίου της Ένωσης αποτελεί συνέπεια και συμπλήρωμα των δικαιωμάτων που παρέχουν στους ιδιώτες οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης οι οποίες απαγορεύουν τέτοιους φόρους. Επομένως, το κράτος μέλος υποχρεούται, κατ’ αρχήν, να επιστρέψει φόρους που εισπράχθηκαν κατά παραβίαση του δικαίου της Ένωσης ( 7 ). Επιπλέον, όταν κράτος μέλος εισέπραξε φόρους κατά παραβίαση του δικαίου της Ένωσης, οι ιδιώτες δικαιούνται σε επιστροφή όχι μόνον του εισπραχθέντος με τον τρόπο αυτό φόρου, αλλά και των σχετικών τόκων και μάλιστα από του χρόνου καταβολής του φόρου ( 8 ).
39.
Ο εν λόγω κανόνας γνωρίζει μία μόνον εξαίρεση, και συγκεκριμένα τη μετακύλιση του φόρου σε άλλους φορολογούμενους ( 9 ) και υπόκειται, ελλείψει ρυθμίσεως σε επίπεδο Ένωσης, στους εθνικούς κανόνες διαδικασίας, υπό την προϋπόθεση της τηρήσεως των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας ( 10 ).
40.
Πρέπει, συναφώς, να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το ν.δ. 50/2008, σε όλες τις μορφές του, θέσπιζε καθεστώς φορολόγησης αποτρεπτικό για την ταξινόμηση στη Ρουμανία μεταχειρισμένων αυτοκινήτων οχημάτων που αγοράστηκαν σε άλλα κράτη μέλη και, επομένως, αντίθετο προς το άρθρο 110 ΣΛΕΕ ( 11 ).
41.
Κατά συνέπεια, η Ρουμανία είναι υποχρεωμένη να επιστρέψει τον φόρο λόγω ρυπάνσεως στον Ι. Ν. Nicula.
42.
Τούτου δοθέντος, τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλουν νέους φόρους επί των οχημάτων για λόγους περιβαλλοντικής πολιτικής ή γενικής πολιτικής με νέες νομοθετικές διατάξεις, αρκεί οι φορολογήσεις αυτές να μην είναι τέτοιας φύσεως ώστε να αποτρέπουν την εισαγωγή αγαθών προερχόμενων από άλλα κράτη μέλη προς όφελος εθνικών προϊόντων και, συνεπώς, να μην παραβιάζουν το άρθρο 110 ΣΛΕΕ ( 12 ).
43.
Κατά συνέπεια εκτιμώ ότι, ιδίως κατόπιν της αποφάσεως Tatu, (EU:C:2011:219), οι ρουμανικές αρχές μπορούσαν, στην πραγματικότητα, να επιλέξουν μεταξύ δύο εναλλακτικών λύσεων προκειμένου να συμμορφωθούν προς τις απορρέουσες από το δίκαιο της Ένωσης υποχρεώσεις τους: είτε να καταργήσουν τον φόρο λόγω ρυπάνσεως και να επιστρέψουν τα εισπραχθέντα δυνάμει του εν λόγω φόρου ποσά στους φορολογούμενους που τον είχαν ήδη καταβάλει, με ή χωρίς θέσπιση νέου φόρου σύμφωνου προς το άρθρο 110 ΣΛΕΕ για το μέλλον, είτε να διατηρήσουν τον φόρο λόγω ρυπάνσεως (με οποιοδήποτε όνομα) αλλά να απαιτήσουν αμέσως την καταβολή του και από τους ιδιοκτήτες μεταχειρισμένων οχημάτων ήδη ταξινομημένων στη Ρουμανία.
44.
Η Ρουμανική Κυβέρνηση, αντί να επιλέξει μία από τις εν λόγω εναλλακτικές λύσεις, επέλεξε στην πραγματικότητα, με το ν.δ. 9/2013, ένα καθεστώς που επιβάλλει σε όλα τα οχήματα, εισαγόμενα και μη, νέο φόρο από μια μελλοντική ημερομηνία, επιτρέποντας παράλληλα στις φορολογικές αρχές να παρακρατήσουν τα ποσά που εισέπραξαν παρανόμως, ως φόρο λόγω ρυπάνσεως, μέχρι την επόμενη καταχώριση του δικαιώματος κυριότητας του εν λόγω οχήματος που θα έχει ως συνέπεια την πληρωμή του περιβαλλοντικού σήματος.
45.
Πράγματι, όπως βεβαιώνει το αιτούν δικαστήριο, το άρθρο 12 του ν.δ. 9/2013 περιορίζει την επιστροφή του φόρου λόγω ρυπάνσεως που έχει εισπραχθεί δυνάμει του ν.δ. 50/2008 στη διαφορά μεταξύ του ποσού του περιβαλλοντικού σήματος και του φόρου λόγω ρυπάνσεως. Κατά συνέπεια, το ποσό που καταβλήθηκε προγενέστερα παρακρατείται για το περιβαλλοντικό σήμα, ενώ, όσον αφορά τα οχήματα που ήταν ήδη ταξινομημένα στη Ρουμανία κατά τον χρόνο θέσεως του ν.δ. 50/2008 σε ισχύ και τα οποία απαλλάσσονταν, για τον λόγο αυτό, από τον εν λόγω φόρο, το περιβαλλοντικό σήμα καθίσταται απαιτητό το πρώτον κατά την επόμενη καταχώριση του δικαιώματος κυριότητας των εν λόγω οχημάτων.
46.
Τίθεται, συνεπώς, το ερώτημα κατά πόσον κράτος μέλος μπορεί να αρνηθεί την επιστροφή φόρου αντίθετου προς το δίκαιο της Ένωσης, θεσπίζοντας νέο φόρο απαιτητό, ενδεχομένως, στο μέλλον, και νομική βάση επιτρέπουσα στις φορολογικές αρχές να παρακρατήσουν το ποσό που έχει εισπραχθεί δυνάμει του φόρου που κρίθηκε αντίθετος προς το δίκαιο της Ένωσης μέχρι τον χρόνο κατά τον οποίο ο νέος φόρος καθίσταται απαιτητός, χρόνο κατά τον οποίο πραγματοποιείται ο συμψηφισμός των δύο φόρων.
47.
Στο πλαίσιο αυτό, ακόμη και αν η υπό κρίση υπόθεση αφορά την επιστροφή του φόρου λόγω ρυπάνσεως και όχι την επιβολή του περιβαλλοντικού σήματος, πρέπει να εξετασθεί κατά πόσον η ρύθμιση των συνδυασμένων άρθρων 4 και 12 του ν.δ. 9/2013, που μεταθέτει την επιστροφή του φόρου λόγω ρυπάνσεως στην ημερομηνία κατά την οποία καθίσταται απαιτητό το περιβαλλοντικό σήμα και την εξαρτά από την προϋπόθεση ότι το ποσό του φόρου λόγω ρυπάνσεως υπερβαίνει το εν λόγω σήμα, είναι σύμφωνη προς την υποχρέωση επιστροφής των φόρων που εισπράχθηκαν κατά παραβίαση του δικαίου της Ένωσης, καταργώντας συγχρόνως τη δυσμενή διάκριση την οποία απαγορεύει το άρθρο 110 ΣΛΕΕ και την οποία είχε θεσπίσει το ν.δ. 50/2008. Έστω και αν, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο Ι. Ν. Nicula και η Ρουμανική Κυβέρνηση διαφώνησαν εκτενώς σχετικά με τη μέθοδο υπολογισμού του περιβαλλοντικού σήματος, η υπό κρίση υπόθεση αφορά μόνον την επιστροφή του φόρου λόγω ρυπάνσεως. Κατά συνέπεια, η συμφωνία της μεθόδου υπολογισμού του περιβαλλοντικού σήματος προς το άρθρο 110 ΣΛΕΕ δεν περιλαμβάνεται στο προδικαστικό ερώτημα.
α) Η συνοχή της νομολογίας του Δικαστηρίου όσον αφορά τα εισαγόμενα μεταχειρισμένα μηχανοκίνητα οχήματα
48.
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Ρουμανική Κυβέρνηση αιτιολόγησε το αίτημά της να ανατεθεί η υπό κρίση υπόθεση στο τμήμα μείζονος συνθέσεως, προβάλλοντας έλλειψη συνοχής μεταξύ, αφενός, της αποφάσεως Nádasdi και Németh ( 13 ) και, αφετέρου, των αποφάσεων Tatu ( 14 ) και Nisipeanu ( 15 ).
49.
Κατά την άποψη της αυτής κυβερνήσεως, υπάρχει ανακολουθία μεταξύ της αποφάσεως Nádasdi και Németh, με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι «[η] σύγκριση [των νεοεισαχθέντων στην Ουγγαρία μεταχειρισμένων οχημάτων] με τα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα που τέθηκαν σε κυκλοφορία στην Ουγγαρία πριν από την έναρξη της ισχύος του νόμου περί τελών ταξινομήσεως δεν ασκεί επιρροή» ( 16 ), και των αποφάσεων Tatu και Nisipeanu, με τις οποίες το Δικαστήριο εξέτασε την ουδετερότητα του φόρου λόγω ρυπάνσεως έναντι των εισαγομένων μεταχειρισμένων οχημάτων σε σχέση με τα ομοειδή μεταχειρισμένα οχήματα τα οποία ταξινομήθηκαν στο οικείο κράτος μέλος πριν από την έναρξη ισχύος του ν.δ. 50/2008 ( 17 ).
50.
Υπενθυμίζω ότι, σε αντίθεση με τις υποθέσεις Nádasdi και Németh, Tatu καθώς και Nisipeanu, η υπό κρίση υπόθεση αφορά προσφυγή για την επιστροφή φόρου που κρίθηκε μη συμβατός προς το άρθρο 110 ΣΛΕΕ και όχι τη συμφωνία του περιβαλλοντικού σήματος προς το εν λόγω άρθρο. Κατά συνέπεια, δεν τίθεται το ζήτημα ενότητας της νομολογίας του Δικαστηρίου που προβάλλει η Ρουμανική Κυβέρνηση, δεδομένου ότι οι αποφάσεις αναφοράς για τον φόρο λόγω ρυπάνσεως που αφορά η υπό κρίση υπόθεση είναι αναμφισβήτητα οι αποφάσεις Tatu και Nisipeanu, κατά πολύ μεταγενέστερες της αποφάσεως Nádasdi και Németh.
β) Η συμφωνία κανόνα όπως αυτός που προβλέπεται στο άρθρο 4 του ν.δ. 9/2013 προς το άρθρο 110 ΣΛΕΕ
51.
Είναι βέβαιο ότι το άρθρο 110, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ επιβάλλει την απόλυτη ουδετερότητα των εσωτερικών φόρων έναντι του ανταγωνισμού μεταξύ προϊόντων που βρίσκονται ήδη στην εθνική αγορά και ομοειδών εισαγομένων προϊόντων ( 18 ).
52.
Επιβάλλεται συνεπώς να εξεταστεί κατά πόσον το άρθρο 4 του ν.δ. 9/2013 επιβαρύνει με τον ίδιο φόρο τα εισαγόμενα μεταχειρισμένα οχήματα και τα μεταχειρισμένα οχήματα που είχαν ταξινομηθεί στη Ρουμανία πριν τη θέση σε ισχύ του ν.δ. 50/2008 τα οποία απαλλάσσονταν, για τον λόγο αυτό, του φόρου λόγω ρυπάνσεως.
53.
Έχω την άποψη ότι τα στοιχεία γʹ και δʹ του εν λόγω άρθρου 4, όπως είναι διατυπωμένα, δεν δημιουργούν το πρόβλημα της δυσμενούς διακρίσεως που διαπιστώθηκε με την απόφαση Tatu (EU:C:2011:219), δεδομένου ότι τα μεταχειρισμένα οχήματα που είχαν ταξινομηθεί στη Ρουμανία πριν τη θέση σε ισχύ του ν.δ. 50/2008 και απαλλάσσονταν, για τον λόγο αυτό, του φόρου λόγω ρυπάνσεως υπόκεινται στον νέο φόρο, όπως ακριβώς και τα μεταχειρισμένα οχήματα για τα οποία ρουμανικό δικαστήριο είχε διατάξει, κατόπιν της αποφάσεως Tatu, είτε την επιστροφή του φόρου λόγω ρυπάνσεως είτε την ταξινόμηση χωρίς καταβολή του φόρου λόγω ρυπάνσεως.
54.
Το περιβαλλοντικό σήμα είναι όχι μόνον εφαρμοστέο, κατ’ αρχήν, στις δύο προαναφερθείσες περιπτώσεις, αλλά επίσης και απαιτητό κατά την ίδια χρονική στιγμή, δηλαδή κατά την επόμενη καταχώριση του δικαιώματος κυριότητας.
55.
Η προαναφερθείσα εκτίμηση θα έπρεπε, συνεπώς, να οδηγήσει στην επιστροφή στον Ι. Ν. Nicula του φόρου λόγω ρυπάνσεως που δεν είναι συμβατός με το δίκαιο της Ένωσης, ενώ το περιβαλλοντικό σήμα δεν θα μπορούσε, ενδεχομένως, να του επιβληθεί παρά μόνον κατά την επόμενη καταχώριση του δικαιώματος κυριότητας επί του οχήματός του.
56.
Δεδομένου ότι το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι το άρθρο 12 του ν.δ. 9/2013 είναι εφαρμοστέο και στη διαφορά της κύριας δίκης, πρέπει να εξεταστεί και η συμφωνία προς το δίκαιο της Ένωσης ενός κανόνα όπως ο τιθέμενος με το εν λόγω άρθρο που προβλέπει ότι ο φόρος λόγω ρυπάνσεως (που καταβλήθηκε εν προκειμένω από τον Ι. Ν. Nicula) μπορεί να του επιστραφεί εφόσον και στο μέτρο που υπερβαίνει το περιβαλλοντικό σήμα που θα έπρεπε να καταβληθεί για το εν λόγω όχημα.
γ) Η συμφωνία κανόνα όπως ο τιθέμενος με το άρθρο 12 του ν.δ. 9/2013 προς το άρθρο 110 ΣΛΕΕ και την υποχρέωση επιστροφής φόρου εισπραχθέντος κατά παραβίαση του δικαίου της Ένωσης
57.
Υπενθυμίζω ότι η δυσμενής διάκριση που καθιέρωσε το ν.δ. 50/2008 συνίστατο στο γεγονός ότι ο φόρος λόγω ρυπάνσεως «[είχε] ως αποτέλεσμα ότι τα εισαγόμενα μεταχειρισμένα οχήματα τα οποία εμφανίζουν σημαντική παλαιότητα και φθορά, βαρύνοντα[ν] με φόρο δυνάμενο να ανέλθει στο 30 % της αγοραίας αξίας τους, [...], ενώ τα ομοειδή οχήματα που διατίθενται προς πώληση στην εγχώρια αγορά μεταχειρισμένων οχημάτων δεν υφίσταντ[ο] καμία τέτοια φορολογική επιβάρυνση» ( 19 ). Στη βάση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο φόρος λόγω ρυπάνσεως «[είχε] ως αποτέλεσμα να αποθαρρύνεται η εισαγωγή και η θέση σε κυκλοφορία στη Ρουμανία μεταχειρισμένων οχημάτων που αγοράσθηκαν σε άλλα κράτη μέλη» ( 20 ).
58.
Κατά την άποψη της Ρουμανικής Κυβερνήσεως, η Ρουμανία συμμορφώθηκε προς τις αποφάσεις Tatu (EU:C:2011:219) και Nisipeanu (EU:C:2011:466) θεσπίζοντας το άρθρο 4, στοιχείο γʹ, του ν.δ. 9/2013 που επέκτεινε την επιβολή του περιβαλλοντικού σήματος στα οχήματα που είχαν ήδη ταξινομηθεί στη Ρουμανία και απαλλάσσονταν του φόρου λόγω ρυπάνσεως, και τούτο ήδη από την επόμενη μεταβίβαση κυριότητας επί των εν λόγω οχημάτων.
59.
Φρονώ, αντιθέτως, ότι το άρθρο 12 του εν λόγω διατάγματος (που η Ρουμανική Κυβέρνηση εκτιμούσε ότι δεν είναι εφαρμοστέο στην εν λόγω διαφορά) ( 21 ) δεν επιτρέπει την κατάργηση των δυσμενών διακρίσεων που δημιούργησε η προϊσχύσασα νομοθεσία.
60.
Πράγματι, το αποτέλεσμα του άρθρου αυτού είναι η παροχή στις φορολογικές αρχές της δυνατότητας να παρακρατήσουν το ήδη εισπραχθέν δυνάμει του φόρου λόγω ρυπάνσεως ποσό μέχρι την ενδεχόμενη καταχώριση του δικαιώματος κυριότητας επί του εν λόγω οχήματος. Και τούτο χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι τόκοι που θα οφείλονταν στους φορολογούμενους που κατέβαλαν τον φόρο λόγω ρυπάνσεως και χωρίς να προβλέπεται μηχανισμός επιστροφής του εν λόγω φόρου και πληρωμής των σχετικών τόκων σε περίπτωση που δεν θα ελάμβανε χώρα στο μέλλον καταχώριση του δικαιώματος κυριότητας επί του εν λόγω οχήματος.
61.
Όπως επισημαίνει ο Ι. Ν. Nicula, η καταχώριση του δικαιώματος κυριότητας επί μεταχειρισμένου οχήματος που είχε ήδη ταξινομηθεί στη Ρουμανία κατά τη θέση σε ισχύ του ν.δ. 50/2008 ή που εισήχθη, όπως το όχημα του Ι. Ν. Nicula, ενόσω ίσχυε το εν λόγω διάταγμα δεν είναι διόλου βεβαία, διότι σημαντικό μέρος των εν λόγω οχημάτων μπορεί να είναι μεγάλης παλαιότητας. Το ίδιο αποτέλεσμα είναι δυνατό σε περίπτωση που το εν λόγω όχημα εκλάπη ή κατεστράφη.
62.
Κατά συνέπεια, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, το περιβαλλοντικό σήμα δεν εφαρμόζεται κατά τον ίδιο τρόπο σε όλες τις συναλλαγές που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της περιόδου εφαρμογής του ν.δ. 50/2008. Ακόμη και αν εφαρμόζεται στα μεταχειρισμένα οχήματα που είχαν ήδη ταξινομηθεί στη Ρουμανία και απαλλάσσονταν, για τον λόγο αυτό, του φόρου λόγω ρυπάνσεως, θα οφείλεται μόνον κατά την πρώτη, μετά τη θέση σε ισχύ του ν.δ. 9/2013, μεταβίβαση του δικαιώματος κυριότητας επί του εν λόγω οχήματος, ενώ το άρθρο 12 επιτρέπει στις φορολογικές αρχές να μην επιστρέψουν το ποσό του ήδη εισπραχθέντος, κατά παράβαση του άρθρου 110 ΣΛΕΕ, φόρου λόγω ρυπάνσεως επί των μεταχειρισμένων οχημάτων που εισήχθησαν από της θέσεως του ν.δ. 50/2008 σε ισχύ.
63.
Η Ρουμανική Κυβέρνηση προσπαθεί να δικαιολογήσει την εν λόγω διαφορετική μεταχείριση, υποστηρίζοντας ότι ορισμένες διαφορές στη μεταχείριση συγκρίσιμων καταστάσεων είναι συμφυείς με νομοθετική παρέμβαση που αποκαθιστά τη νομιμότητα κατόπιν αποφάσεως του Δικαστηρίου που κρίνει ότι κανόνας του εθνικού δικαίου δεν είναι σύμφωνος προς το δίκαιο της Ένωσης. Δεν συμμερίζομαι την άποψη αυτή που θίγει την αποτελεσματική και ομοιόμορφη εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης. Αντιθέτως, όταν το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι παραβιάστηκε το δίκαιο της Ένωσης, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να άρουν την εν λόγω παραβίαση και να εξαλείψουν όλες τις συνέπειές της.
64.
Συμμερίζομαι, συνεπώς, την άποψη της Επιτροπής, ότι το άρθρο 12 του ν.δ. 9/2013 δεν είναι σύμφωνο προς το άρθρο 110 ΣΛΕΕ και συνιστά παράβαση της υποχρεώσεως επιστροφής του εισπραχθέντος, κατά παράβαση του εν λόγω άρθρου της Συνθήκης, φόρου λόγω ρυπάνσεως που υπέχει η Ρουμανία.
65.
Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να επιστραφεί στον Ι. Ν. Nicula το ποσό του φόρου λόγω ρυπάνσεως μετά των σχετικών τόκων.
66.
Κατά συνέπεια, στο ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 110 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι αντίκειται στο εν λόγω άρθρο εθνικό καθεστώς φορολογήσεως των οχημάτων, όπως αυτό που καθιερώνεται με τα άρθρα 4 και 12 του ν.δ. 9/2013.
Γ — Επί του περιορισμού των διαχρονικών αποτελεσμάτων της αποφάσεως
67.
Σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι καθεστώς φορολόγησης όπως το επίδικο αντίκειται στο άρθρο 110 ΣΛΕΕ, η Ρουμανική Κυβέρνηση ζητεί από το Δικαστήριο να περιορίσει τα διαχρονικά αποτελέσματα της αποφάσεώς του.
1. Τα επιχειρήματα της Ρουμανικής Κυβερνήσεως
68.
Η Ρουμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, θεσπίζοντας το εν λόγω φορολογικό καθεστώς, ενήργησε καλοπίστως, με την πρόθεση να σεβαστεί τις αποφάσεις Tatu (EU:C:2011:219) και Nisipeanu (EU:C:2011:466). Προσθέτει ότι η επιστροφή των εισπραχθέντων ποσών θα προκαλούσε σοβαρά προβλήματα στο ρουμανικό κράτος.
69.
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Ρουμανική Κυβέρνηση υποστήριξε ότι το συνολικό εισπραχθέν βάσει του ν.δ. 9/2013 ( 22 ) ποσό ανέρχεται σε 3288565944 RON (περίπου 750 εκατομμύρια ευρώ). Σύμφωνα με τις δικές της εκτιμήσεις, οι τόκοι επί του ποσού αυτού υπερβαίνουν το ποσό των 1583545688 RON (περίπου 360 εκατομμύρια ευρώ), με αποτέλεσμα το συνολικό ποσό που επιβαρύνει τον ρουμανικό προϋπολογισμό να ανέρχεται περίπου σε 1,1 δισεκατομμύριο ευρώ. Κατά την άποψη της Ρουμανικής Κυβερνήσεως το εν λόγω ποσό αντιπροσωπεύει το 36,5 % του προβλεπομένου στον προϋπολογισμό 2013 ελλείμματος και η επιστροφή του θα μπορούσε να θέσει εν αμφιβόλω τα προβλεπόμενα για την προστασία του περιβάλλοντος προγράμματα και σχέδια.
70.
Επιπλέον, όπως υπογραμμίζει η Ρουμανική Κυβέρνηση, ο ρουμανικός προϋπολογισμός για το έτος 2013 παρουσιάζει έλλειμμα ύψους 2,97 δισεκατομμυρίων ευρώ και η επιστροφή των εισπραχθέντων ποσών μετά των σχετικών τόκων θα μεγάλωνε το έλλειμμα του προϋπολογισμού κατά 0,8 %, θέτοντας σε κίνδυνο την τήρηση της υποχρεώσεως περί μειώσεως, κατά το δυνατόν, του ελλείμματος του προϋπολογισμού που επιβάλλει στη Ρουμανία η Συνθήκη για τη σταθερότητα, τον συντονισμό και τη διακυβέρνηση στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.
71.
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο Ι. Ν. Nicula αμφισβήτησε επίσης την αξιοπιστία των αριθμητικών στοιχείων που προέβαλε η Ρουμανική Κυβέρνηση, στηριζόμενος στα αριθμητικά στοιχεία που δημοσιεύτηκαν από την Administraţia Fondului pentru Mediu (Διοίκηση του ταμείου για το περιβάλλον), σύμφωνα με τα οποία το εισπραχθέν το 2013 ποσό δυνάμει του περιβαλλοντικού σήματος κατόπιν της θέσεως του ν.δ. 9/2013 σε ισχύ ανέρχεται περίπου σε 730 εκατομμύρια RON και όχι σε 3288565944 RON. Ο Ι. Ν. Nicula αμφισβητεί επίσης το ποσό των 1583545688 RON των τόκων, χωρίς όμως να αναφέρει εναλλακτικό ποσό. Κατά την άποψή του, το συνολικό ποσό που πρέπει να επιστραφεί δεν αντιπροσωπεύει παρά το 0,83 % του ρουμανικού προϋπολογισμού για το έτος 2013.
72.
Η Ρουμανική Κυβέρνηση, στο υπόμνημα απαντήσεως, δεν αμφισβήτησε τα αριθμητικά στοιχεία που προέβαλε ο Ι. Ν. Nicula.
2. Εκτίμηση
73.
Πρέπει, κατ’ αρχάς, να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η ερμηνεία που το Δικαστήριο δίδει σε κανόνα του δικαίου της Ένωσης, ασκώντας την αρμοδιότητα που του έχει αναγνωριστεί με το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, διαφωτίζει και διευκρινίζει την έννοια και το περιεχόμενο του κανόνα αυτού όπως πρέπει ή θα έπρεπε να νοείται και να εφαρμόζεται αφότου τέθηκε σε ισχύ. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο κανόνας που έχει κατ’ αυτόν τον τρόπο ερμηνευθεί μπορεί και πρέπει να εφαρμόζεται από τα δικαστήρια επί εννόμων σχέσεων που γεννήθηκαν και συστάθηκαν πριν από την έκδοση της αποφάσεως επί της αιτήσεως ερμηνείας, εφόσον, εξάλλου, συντρέχουν οι προϋποθέσεις που επιτρέπουν να αχθεί ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων η σχετική με την εφαρμογή του εν λόγω κανόνα διαφορά ( 23 ).
74.
Επικαλούμενος πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, στις προτάσεις μου επί της υποθέσεως T-Mobile Austria, ανέφερα: «μόνον [...] σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί το Δικαστήριο, κατ’ εφαρμογή της γενικής αρχής της ασφάλειας του δικαίου που είναι συμφυής με την έννομη τάξη της Ένωσης, να υποχρεωθεί να περιορίσει τη δυνατότητα κάθε ενδιαφερομένου να επικαλεστεί την ερμηνεία που έχει δώσει σε μια διάταξη για να θέσει υπό αμφισβήτηση έννομες σχέσεις που έχουν δημιουργηθεί καλοπίστως. Για να αποφασισθεί τέτοιος περιορισμός, πρέπει να πληρούνται δύο βασικά κριτήρια, και συγκεκριμένα η καλή πίστη των ενδιαφερομένων και ο κίνδυνος σημαντικών διαταραχών» ( 24 ).
75.
Κατά την άποψή μου, εν προκειμένω δεν συντρέχει κανένα από τα δύο αυτά στοιχεία.
76.
Όσον αφορά το κριτήριο της καλής πίστης, η Ρουμανική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι το ν.δ. 9/2013 εκδόθηκε προς τον σκοπό της διασφαλίσεως της τηρήσεως των υποχρεώσεων που επέβαλε στη Ρουμανία το άρθρο 110 ΣΛΕΕ, όπως ερμηνεύτηκε από το Δικαστήριο με τις αποφάσεις Tatu (EU:C:2011:219) και Nisipeanu (EU:C:2011:466).
77.
Εντούτοις, το ν.δ. 9/2013, εφαρμοζόμενο κατά τρόπο διαφορετικό για τα εισαγόμενα οχήματα και για τα οχήματα που έχουν ήδη ταξινομηθεί στη Ρουμανία, διαιωνίζει, για τους λόγους που ανέφερα στα σημεία 59 έως 64 των παρουσών προτάσεων, τη δυσμενή διάκριση που αρχικώς δημιούργησε το ν.δ. 50/2008, πράγμα που δεν μπορούσε να αγνοεί η Ρουμανική Κυβέρνηση.
78.
Όταν δεν πληρούται το κριτήριο της καλής πίστης, «δεν είναι αναγκαίο να εξεταστεί εάν συντρέχει το δεύτερο κριτήριο [...] περί του κινδύνου σοβαρών [διαταραχών]» ( 25 ). Εντούτοις, για την περίπτωση που θα μπορούσε να φανεί χρήσιμο στο Δικαστήριο, παραθέτω κατωτέρω ορισμένες σκέψεις σχετικά με αυτό το δεύτερο κριτήριο.
79.
Υπενθυμίζω, κατ’ αρχάς, ότι η Ρουμανική Κυβέρνηση είχε ήδη ζητήσει τον περιορισμό των διαχρονικών αποτελεσμάτων της αποφάσεως Nisipeanu (EU:C:2011:466). Με την ευκαιρία αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι «η ύπαρξη οικονομικών συνεπειών που απορρέουν για κράτος μέλος από απόφαση εκδοθείσα επί προδικαστικής παραπομπής δεν δικαιολογεί καθεαυτή τον περιορισμό των διαχρονικών αποτελεσμάτων της αποφάσεως αυτής [...]. Εναπόκειται στο κράτος μέλος που ζητεί τον εν λόγω περιορισμό να προσκομίσει, ενώπιον του Δικαστηρίου, αριθμητικά στοιχεία αποδεικνύοντα τον κίνδυνο σοβαρών οικονομικών επιπτώσεων [...]» ( 26 ).
80.
Το αίτημα της Ρουμανικής Κυβερνήσεως απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι «ελλείψει ειδικότερων αριθμητικών στοιχείων που να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η ρουμανική οικονομία κινδυνεύει να διαταραχθεί σοβαρά από τις επιπτώσεις της παρούσας αποφάσεως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποδείχθηκε η προϋπόθεση που αφορά την ύπαρξη σοβαρών διαταραχών» ( 27 ).
81.
Κατά την άποψή μου, τα αριθμητικά στοιχεία που προέβαλε η Ρουμανική Κυβέρνηση και η διαφωνία των μετεχόντων στη διαδικασία όσον αφορά τις εν λόγω εκτιμήσεις δεν είναι κρίσιμα, διότι η υπό κρίση υπόθεση δεν αφορά το ζήτημα της επιστροφής των ποσών που εισπράχθηκαν δυνάμει του ν.δ. 9/2013, αλλά της επιστροφής των ποσών που εισπράχθηκαν δυνάμει της προϊσχύσασας νομοθεσίας και συγκεκριμένα του ν.δ. 50/2008. Επομένως, ελλείψει συγκεκριμένων αριθμητικών στοιχείων που να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η ρουμανική οικονομία κινδυνεύει να διαταραχθεί σοβαρά από τις επιπτώσεις της παρούσας αποφάσεως, θεωρώ ότι, όπως στην υπόθεση Nisipeanu (EU:C:2011:466), δεν έχει αποδειχθεί η προϋπόθεση που αφορά την ύπαρξη σοβαρών διαταραχών.
82.
Σε κάθε περίπτωση, όπως ανέφερα στο σημείο 43 των παρουσών προτάσεων, κατόπιν της αποφάσεως Tatu (EU:C:2011:219), η Ρουμανική Κυβέρνηση μπορούσε να επιλέξει είτε να καταργήσει τον φόρο λόγω ρυπάνσεως και να επιστρέψει τα εισπραχθέντα δυνάμει του εν λόγω φόρου ποσά στους φορολογούμενους που τον είχαν ήδη καταβάλει, είτε να διατηρήσει τον φόρο λόγω ρυπάνσεως (με οποιοδήποτε όνομα) αλλά να απαιτήσει κατά τρόπο ευθύ και άμεσο την καταβολή του από τους ιδιοκτήτες μεταχειρισμένων οχημάτων ήδη ταξινομημένων στη Ρουμανία που απαλλάσσονταν, για τον λόγο αυτό, από τον φόρο λόγω ρυπάνσεως.
83.
Δεδομένου ότι η Ρουμανική Κυβέρνηση, εκδίδοντας το ν.δ. 9/2013, επέλεξε να διατηρήσει τον φόρο λόγω ρυπάνσεως υπό τη μορφή του περιβαλλοντικού σήματος, θα ήταν αρκετό, προκειμένου να αποφευχθεί αυτή η διαταραχή όσον αφορά τον προϋπολογισμό και να εξαλειφθεί η δυσμενής διάκριση που καθιερώθηκε με το ν.δ. 50/2008, να εισπραχθεί το περιβαλλοντικό σήμα επί των μεταχειρισμένων οχημάτων που είχαν ήδη ταξινομηθεί στη Ρουμανία, στα οποία δεν είχε επιβληθεί φόρος λόγω ρυπάνσεως, και η εν λόγω είσπραξη να λάβει χώρα αμέσως και όχι κατά την επόμενη καταχώριση του δικαιώματος κυριότητας επί των εν λόγω οχημάτων.
84.
Κατά συνέπεια, ακόμη και αν, υπό το ισχύον καθεστώς, ο Ι. Ν. Nicula δικαιούται επιστροφής του φόρου λόγω ρυπάνσεως που είχε εξοφλήσει το 2009, η Ρουμανία μπορεί να αποφύγει κάθε κίνδυνο για τον προϋπολογισμό, τροποποιώντας το ν.δ. 9/2013 κατά τρόπον ώστε να επιβάλλεται η καταβολή του περιβαλλοντικού σήματος στους ιδιοκτήτες μεταχειρισμένων οχημάτων που είχαν ήδη ταξινομηθεί στη Ρουμανία κατά τη θέση σε ισχύ του ν.δ. 50/2008, τα οποία, κατά τον χρόνο εκείνο, απαλλάσσονταν του φόρου λόγω ρυπάνσεως.
85.
Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι δεν συντρέχει λόγος να περιορισθούν τα διαχρονικά αποτελέσματα της αποφάσεως.
VI – Πρόταση
86.
Προτείνω, επομένως, στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Tribunalul Sibiu ως εξής:
«Το άρθρο 110 ΣΛΕΕ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντίκειται στο εν λόγω άρθρο εθνικό καθεστώς φορολογήσεως των οχημάτων, όπως αυτό που καθιερώνεται με τα άρθρα 4 και 12 του νομοθετικού διατάγματος υπ’ αριθ. 9/2013 περί περιβαλλοντικού σήματος για τα μηχανοκίνητα οχήματα.»
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) Βλ. αποφάσεις Tatu (C‑402/09, EU:C:2011:219) και Nisipeanu (C‑263/10, EU:C:2011:466), καθώς και διατάξεις Druţu (C‑438/10, EU:C:2011:478), Micşa (C‑573/10, EU:C:2011:479), Vijulan (C‑335/10, EU:C:2011:477), και Câmpean και Ciocoiu (C‑97/13 και C‑214/13, EU:C:2014:229).
( 3 ) Σκέψη 61.
( 4 ) Όπ.π. (σκέψη 58). Οι τροποποιήσεις του ν.δ. 50/2008 κρίθηκαν επίσης αντίθετες προς το δίκαιο της Ένωσης με την απόφαση Nisipeanu (EU:C:2011:466) και τις διατάξεις Druţu (EU:C:2011:478), Micşa (EU:C:2011:479) και Vijulan (EU:C:2011:477).
( 5 ) Βλ. διάταξη Câmpean και Ciocoiu (EU:C:2014:229, σκέψεις 31 έως 33).
( 6 ) Απόφαση Zurita García και Choque Cabrera (C‑261/08 και C‑348/08, EU:C:2009:648, σκέψη 34). Βλ. επίσης, στο ίδιο πνεύμα, αποφάσεις IKA (C‑326/00, EU:C:2003:101, σκέψη 27), Keller (C‑145/03, EU:C:2005:211, σκέψη 33), Conseil général de la Vienne (C‑419/04, EU:C:2006:419, σκέψη 19), και Gómez-Limón Sánchez-Camacho (C‑537/07, EU:C:2009:462, σκέψη 24).
( 7 ) Βλ. αποφάσεις San Giorgio (199/82, EU:C:1983:318, σκέψη 12), Metallgesellschaft κ.λπ. (C‑397/98 και C‑410/98, EU:C:2001:134, σκέψη 84), Test Claimants in the FII Group Litigation (C‑446/04, EU:C:2006:774, σκέψη 202), και Test Claimants in the Franked Investment Income Group Litigation (C‑362/12, EU:C:2013:834, σκέψη 30).
( 8 ) Βλ. απόφαση Irimie (C‑565/11, EU:C:2013:250, σκέψη 29).
( 9 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Lady & Kid κ.λπ. (C‑398/09, EU:C:2011:540, σκέψη 20).
( 10 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, αποφάσεις Danfoss και Sauer-Danfoss (C‑94/10, EU:C:2011:674, σκέψη 24 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία) και Irimie (EU:C:2013:250, σκέψη 23).
( 11 ) Απόφαση Nisipeanu (EU:C:2011:466, σκέψεις 27 έως 29). Βλ. επίσης, όσον αφορά το ν.δ. 9/2012, διάταξη Câmpean και Ciocoiu (EU:C:2014:229, σκέψεις 31 έως 33).
( 12 ) Απόφαση Nádasdi και Németh (C‑290/05 και C‑333/05, EU:C:2006:652, σκέψη 49).
( 13 ) EU:C:2006:652.
( 14 ) EU:C:2011:219.
( 15 ) EU:C:2011:466.
( 16 ) EU:C:2006:652, σκέψη 49.
( 17 ) EU:C:2011:219, σκέψη 38, και EU:C:2011:466, σκέψη 20.
( 18 ) Βλ. αποφάσεις Επιτροπή κατά Δανίας (C‑47/88, EU:C:1990:449, σκέψεις 8 και 9) και Tatu (EU:C:2011:219, σκέψη 34).
( 19 ) Απόφαση Tatu (EU:C:2011:219, σκέψη 58).
( 20 ) Όπ.π.
( 21 ) Άποψη που το αιτούν δικαστήριο απέρριψε με γραπτή απάντησή του προς το αίτημα παροχής διευκρινίσεων που του απηύθυνε το Δικαστήριο.
( 22 ) Σε ερώτημα που της υπέβαλα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Ρουμανική Κυβέρνηση επιβεβαίωσε ότι πράγματι αναφερόταν στα ποσά που εισπράχθηκαν βάσει του ν.δ. 9/2013.
( 23 ) Βλ. αποφάσεις Barreira Pérez (C‑347/00, EU:C:2002:560, σκέψη 44), Linneweber και Ακριτίδης (C‑453/02 και C‑462/02, EU:C:2005:92, σκέψη 41), και Meilicke κ.λπ. (C‑292/04, EU:C:2007:132, σκέψη 34).
( 24 ) Προτάσεις T-Mobile Austria (C‑616/11, EU:C:2013:691, σημείο 96). Βλ. αποφάσεις Vroege (C‑57/93, EU:C:1994:352, σκέψη 21), Cooke (C‑372/98, EU:C:2000:558, σκέψη 42), Skov και Bilka (C‑402/03, EU:C:2006:6, σκέψη 51), Nádasdi και Németh (EU:C:2006:652, σκέψη 63), Brzeziński (C‑313/05, EU:C:2007:33, σκέψη 56), Kalinchev (C‑2/09, EU:C:2010:312, σκέψη 50), και Santander Asset Management SGIIC κ.λπ. (C‑338/11 έως C‑347/11, EU:C:2012:286, σκέψη 59).
( 25 ) Απόφαση Transportes Jordi Besora (C‑82/12, EU:C:2014:108, σκέψη 47).
( 26 ) Σκέψη 34.
( 27 ) Όπ.π. (σκέψη 36).
Full & Egal Universal Law Academy