ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ELEANOR SHARPSTON
της 24ης Σεπτεμβρίου 2014 ( 1 )
Υπόθεση C‑359/13
B. Martens
κατά
Minister van Onderwijs, Cultuur en Wetenschap
[αίτηση του Centrale Raad van Beroep (Κάτω Χώρες)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Χρηματοδότηση σπουδών ανώτατης εκπαιδεύσεως σε υπερπόντια εδάφη — Προϋπόθεση διαμονής — “Κανόνας τρία από τα έξι έτη” — Πρώην μεθοριακός εργαζόμενος»
1.
H υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως εγείρει εκ νέου το ζήτημα της επιλεξιμότητας για την παρεχόμενη από τις Κάτω Χώρες χρηματοδότηση σπουδών ανώτατης εκπαιδεύσεως εκτός του εδάφους των Κάτω Χωρών — την καλούμενη meeneembare studie financiering (στο εξής: MNSF ή κινητή χρηματοδότηση σπουδών). Με την απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, C‑542/09 ( 2 ), το Δικαστήριο έκρινε ότι η ολλανδική διάταξη κατά την οποία όποιος υποβάλλει αίτηση χορηγήσεως χρηματοδοτήσεως αυτού του είδους πρέπει, επιπλέον της επιλεξιμότητας για χρηματοδότηση σπουδών στην αλλοδαπή, να έχει νομίμως διαμείνει στις Κάτω Χώρες επί τρία τουλάχιστον έτη κατά τη διάρκεια των τελευταίων έξι που προηγούνται της εγγραφής του (στο εξής: κανόνας τρία από τα έξι έτη) αντιβαίνει στο άρθρο 45 ΣΛΕΕ, καθώς και στο άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 ( 3 ), καθώς εισάγει έμμεση δυσμενή διάκριση.
2.
Εντούτοις, ο κανόνας τρία από τα έξι έτη εφαρμόστηκε στην περίπτωση της B. Martens, υπηκόου Κάτω Χωρών η οποία διέμενε στο Βέλγιο κατά τη διάρκεια σχεδόν ολόκληρης της σχολικής της εκπαιδεύσεως και υπέβαλε στις ολλανδικές αρχές αίτηση χορηγήσεως κινητής χρηματοδοτήσεως σπουδών, προκειμένου να μεταβεί στο Κουρασάο για την πραγματοποίηση ανώτατων σπουδών εκεί. Ο πατέρας της (επίσης υπήκοος Κάτω Χωρών που διαμένει στο Βέλγιο) εργάστηκε υπό καθεστώς μερικής απασχολήσεως στις Κάτω Χώρες για σύντομο χρονικό διάστημα· για τις πανεπιστημιακές της σπουδές κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα χορηγήθηκε στην B. Martens MNSF. Ωστόσο, δεν της χορηγήθηκε χρηματοδότηση για το υπόλοιπο των σπουδών της, από τη στιγμή που ο πατέρας της έπαυσε να είναι μεθοριακός εργαζόμενος, διότι από τότε είχε εφαρμογή στην περίπτωσή της ο κανόνας τρία από τα έξι έτη, οι προϋποθέσεις του οποίου δεν πληρούνταν.
3.
Το Centrale Raad van Beroep (Κάτω Χώρες) (Κεντρικό Εφετείο) (στο εξής: αιτούν δικαστήριο) ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί εάν δυνάμει (i) της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων ή (ii) των δικαιωμάτων που απορρέουν από την ιθαγένεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΕΕ) δεν επιτρέπεται στις Κάτω Χώρες να εφαρμόσουν τον κανόνα τρία από τα έξι έτη σε μια τέτοια περίπτωση. Ειδικότερα, ερωτά εάν ο κύριος Martens δύναται να επικαλεστεί έναντι των Κάτω Χωρών δικαιώματα που απορρέουν από την ελευθερία κυκλοφορίας των εργαζομένων, αφότου έπαυσε να είναι μεθοριακός εργαζόμενος στο εν λόγω κράτος μέλος. Σε περίπτωση που δεν δύναται, το αιτούν δικαστήριο ζητεί καθοδήγηση ως προς το εάν η B. Martens μπορεί να επικαλεστεί τα δικά της δικαιώματα ως πολίτης της ΕΕ.
Δίκαιο της Ένωσης
Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης
4.
Το άρθρο 20, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ θεσπίζει την ιθαγένεια της ΕΕ. Κατά το άρθρο 20, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, οι πολίτες της Ένωσης «έχουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στις Συνθήκες». Ειδικότερα, το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, παρέχει στους πολίτες της Ένωσης το «δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών». Το άρθρο 21 ΣΛΕΕ κατοχυρώνει εκ νέου το εν λόγω δικαίωμα, προσθέτοντας ότι αυτό «υπόκειται στους περιορισμούς και τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις Συνθήκες και στις διατάξεις που θεσπίζονται για την εφαρμογή τους».
5.
Το άρθρο 45 ΣΛΕΕ ορίζει τα εξής:
«1. Εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων εντός της Ένωσης.
2. Η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων συνεπάγεται την κατάργηση κάθε διακρίσεως λόγω ιθαγενείας μεταξύ των εργαζομένων των κρατών μελών, όσον αφορά την απασχόληση, την αμοιβή και τους άλλους όρους εργασίας.
[…]»
6.
Μολονότι το άρθρο 52, παράγραφος 1, ΣΕΕ ορίζει ότι οι Συνθήκες έχουν εφαρμογή, μεταξύ άλλων, στο «Βασίλειο των Κάτω Χωρών», του οποίου το Κουρασάο αποτελεί μέρος ( 4 ), το άρθρο 52, παράγραφος 2, ΣΕΕ παραπέμπει στο άρθρο 355 ΣΛΕΕ για τον ορισμό του εδαφικού πεδίου εφαρμογής των Συνθηκών. Κατά το άρθρο 355, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, το ιδιαίτερο καθεστώς συνδέσεως που προβλέπεται στο τέταρτο μέρος της ΣΛΕΕ εφαρμόζεται στις υπερπόντιες χώρες και εδάφη (στο εξής: ΥΧΕ) που ορίζονται στο παράρτημα IΙ της Συνθήκης αυτής ( 5 ). Ο κατάλογος του παραρτήματος ΙΙ περιέχει τις Ολλανδικές Αντίλλες, οι οποίες περιλαμβάνουν το Κουρασάο. Οι εν λόγω χώρες και εδάφη ορίζονται στο άρθρο 198, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ (ήτοι, στην πρώτη διάταξη του τέταρτου μέρους) ως «μη ευρωπαϊκές χώρες και εδάφη που διατηρούν ιδιαίτερες σχέσεις με τη Δανία, τη Γαλλία, τις Κάτω Χώρες και το Ηνωμένο Βασίλειο», τα οποία τα κράτη μέλη «συμφωνούν να συνδέσουν με την Ένωση».
7.
Το τέταρτο μέρος της Συνθήκης επιγράφεται «Η σύνδεση των υπερποντίων χωρών και εδαφών». Το άρθρο 202 ΣΛΕΕ ορίζει ότι «[μ]ε την επιφύλαξη των διατάξεων περί δημοσίας υγείας, δημοσίας ασφαλείας και δημοσίας τάξεως, η ελευθερία κυκλοφορίας των εργαζομένων των χωρών και εδαφών εντός των κρατών μελών και των εργαζομένων των κρατών μελών εντός των χωρών και εδαφών διέπεται από πράξεις που θεσπίζονται βάσει του άρθρου 203» ( 6 ).
Κανονισμός 1612/68
8.
Ο κανονισμός 1612/68 περιέχει συμπληρωματικές διατάξεις για τη διασφάλιση του δικαιώματος των υπηκόων κράτους μέλους να εργάζονται σε άλλο κράτος μέλος και, ως εκ τούτου, θέτει σε εφαρμογή τις διατάξεις της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων. Στην πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού επισημαίνεται ότι γενικός σκοπός του είναι η «κατάργηση κάθε διακρίσεως που βασίζεται στην ιθαγένεια μεταξύ των εργαζομένων των Κρατών μελών, όσον αφορά την απασχόληση, την αμοιβή, και τους άλλους όρους εργασίας καθώς και το δικαίωμα των εργαζομένων να διακινούνται ελεύθερα στο εσωτερικό της [Ένωσης] για να ασκήσουν μισθωτή δραστηριότητα, με την επιφύλαξη των περιορισμών που δικαιολογούνται για λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας και δημοσίας υγείας».
9.
Στην τρίτη και την τέταρτη αιτιολογική σκέψη υπογραμμίζεται, αντιστοίχως, ότι «η ελεύθερη κυκλοφορία αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα για τους εργαζομένους και τις οικογένειές τους», καθώς και ότι το δικαίωμα αυτό πρέπει να αναγνωρίζεται «στους “μονίμους”, εποχιακούς, μεθοριακούς εργαζομένους ή σ’ εκείνους που ασκούν τη δραστηριότητά τους επ’ ευκαιρία παροχής υπηρεσιών».
10.
Κατά την πέμπτη αιτιολογική σκέψη, η άσκηση αυτής της θεμελιώδους ελευθερίας «απαιτεί, για να μπορεί να ασκείται υπό αντικειμενικές συνθήκες ελευθερίας και αξιοπρεπείας, να εξασφαλισθεί πραγματικά και νομικά η ισότης μεταχειρίσεως ως προς την άσκηση μισθωτής δραστηριότητος και την ανεύρεση στέγης, και επίσης να καταργηθούν τα εμπόδια στην κινητικότητα των εργαζομένων, ιδίως όσον αφορά το δικαίωμα του εργαζομένου να συνοδεύεται από την οικογένειά του και τις προϋποθέσεις ενσωματώσεως της οικογενείας αυτής στη χώρα υποδοχής».
11.
Το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 ορίζει ότι κάθε εργαζόμενος που είναι υπήκοος κράτους μέλους «απολαύει των ιδίων κοινωνικών και φορολογικών πλεονεκτημάτων με τους ημεδαπούς εργαζομένους» στο έδαφος άλλου κράτους μέλους.
12.
Το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68 ορίζει τα εξής:
«Τα τέκνα του υπηκόου Κράτους μέλους που απασχολείται ή έχει απασχοληθεί κατά το παρελθόν στην επικράτεια άλλου Κράτους μέλους γίνονται δεκτά στα μαθήματα γενικής εκπαιδεύσεως, μαθητείας και επαγγελματικής εκπαιδεύσεως υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους αυτού του Κράτους, εφόσον τα τέκνα αυτά διαμένουν στην επικράτειά του.
[...]»
Οδηγία 2004/38
13.
Το άρθρο 24 της οδηγίας 2004/38/EΚ ( 7 ) ορίζει τα εξής:
«1. Με την επιφυʹλαξη των ειδικών διατάξεων που προβλέπονται ρητώς στη Συνθηʹκη και στο παραʹγωγο διʹκαιο, οʹλοι οι πολιʹτες της Εʹνωσης που διαμεʹνουν στην επικραʹτεια του κραʹτους μεʹλους υποδοχηʹς βαʹσει της παρουʹσας οδηγιʹας, απολαυʹουν ιʹσης μεταχειʹρισης σε συʹγκριση με τους ημεδαπουʹς του εν λοʹγω κραʹτους μεʹλους εντοʹς του πεδιʹου εφαρμογηʹς της Συνθηʹκης. Το ευεργεʹτημα του δικαιωʹματος αυτουʹ εκτειʹνεται στα μεʹλη της οικογεʹνειας που δεν ειʹναι υπηʹκοοι κραʹτους μεʹλους, εφοʹσον εʹχουν δικαιʹωμα διαμονηʹς ηʹ μοʹνιμης διαμονηʹς.
2. Καταʹ παρεʹκκλιση αποʹ την παραʹγραφο 1, το κραʹτος μεʹλος υποδοχηʹς δεν ειʹναι υποχρεωμεʹνο [...] να δίνει, πριν αποʹ την αποʹκτηση του δικαιωʹματος μοʹνιμης διαμονηʹς, σπουδαστικηʹ βοηʹθεια, συμπεριλαμβανομεʹνης της επαγγελματικηʹς καταʹρτισης, αποτελουʹμενη αποʹ σπουδαστικεʹς υποτροφιʹες ηʹ σπουδαστικαʹ δαʹνεια σε αʹλλα προʹσωπα εκτοʹς αποʹ μισθωτουʹς, μη μισθωτουʹς, σε προʹσωπα που διατηρουʹν αυτηʹ την ιδιοʹτητα και στα μεʹλη των οικογενειωʹν τους.»
Το ολλανδικό δίκαιο
Καταστατικός Χάρτης του Βασιλείου των Κάτω Χωρών
14.
Το Statuut voor het Koninkrijk der Nederlanden (στο εξής: Καταστατικός Χάρτης του Βασιλείου των Κάτω Χωρών), όπως τροποποιήθηκε το 2010, ορίζει ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών αποτελείται από τις Κάτω Χώρες, την Αρούμπα, το Κουρασάο και τον Άγιο Μαρτίνο ( 8 ). Οι Κάτω Χώρες και οι λοιπές κρατικές οντότητες που περιλαμβάνονται στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών χορηγούν ενιαία ιθαγένεια, έχουν έναν αρχηγό κράτους, και έχουν κοινή εξωτερική πολιτική και άμυνα. Ωστόσο, τομείς όπως η εκπαίδευση και η χρηματοδότηση σπουδών παραμένουν αυτόνομοι, καίτοι είναι δυνατή η συνεργασία στο πλαίσιό τους.
Νόμος περί χρηματοδοτήσεως σπουδών
15.
Ο Wet Studiefinanciering (νόμος περί χρηματοδοτήσεως σπουδών, στο εξής: Wsf 2000) καθορίζει τις προϋποθέσεις για τη χρηματοδότηση σπουδών στις Κάτω Χώρες και στην αλλοδαπή. Χρηματοδότηση σπουδών ανώτατης εκπαιδεύσεως στις Κάτω Χώρες δύναται να χορηγηθεί σε σπουδαστές 18 έως 29 ετών που σπουδάζουν σε συγκεκριμένα ή εγκεκριμένα εκπαιδευτικά ιδρύματα και πληρούν την προϋπόθεση ιθαγένειας. Το άρθρο 2.2 ορίζει την προϋπόθεση ιθαγένειας. Επιλέξιμοι είναι οι υπήκοοι Κάτω Χωρών και οι μη υπήκοοι Κάτω Χωρών που εξομοιώνονται, όσον αφορά τη χρηματοδότηση σπουδών, προς τους υπηκόους Κάτω Χωρών δυνάμει διεθνούς συμβάσεως ή αποφάσεως διεθνούς οργανισμού.
16.
Η διαμονή στις Κάτω Χώρες δεν είναι απαραίτητη για τη χορήγηση χρηματοδοτήσεως αυτού του είδους σε πολίτες της Ένωσης που ασκούν οικονομική δραστηριότητα στις Κάτω Χώρες, καθώς και στα μέλη της οικογένειάς τους. Επομένως, διασυνοριακοί εργαζόμενοι ( 9 ), οι οποίοι εργάζονται στις Κάτω Χώρες και διαμένουν αλλού, καθώς και τα μέλη της οικογένειάς τους, εμπίπτουν στην κατηγορία αυτή. Αντιθέτως, πολίτες της Ένωσης που δεν ασκούν οικονομική δραστηριότητα στις Κάτω Χώρες δικαιούνται χρηματοδότηση, εφόσον έχουν διαμείνει νομίμως επί πέντε τουλάχιστον έτη στις Κάτω Χώρες.
17.
Κατά το άρθρο 2.13, παράγραφος 1, στοιχείο d, του Wsf 2000, από την 1η Σεπτεμβρίου 2007, ουδείς σπουδαστής δικαιούται χρηματοδότηση σπουδών, εάν, για την οικεία περίοδο χρηματοδοτήσεως, είναι επιλέξιμος για χορήγηση επιδόματος είτε καλύψεως του κόστους προσβάσεως στην εκπαίδευση είτε συντηρήσεως, από τις αρμόδιες για τη χορήγηση τέτοιων επιδομάτων αρχές άλλης χώρας πέραν των Κάτω Χωρών.
18.
Δυνάμει του άρθρου 2.14, παράγραφος 2, στοιχείο c, του Wsf 2000, σπουδαστές (ανεξαρτήτως της ιθαγένειάς τους) που υποβάλλουν αίτηση για τη χορήγηση κινητής χρηματοδοτήσεως σπουδών οφείλουν, επιπλέον της επιλεξιμότητάς τους για χρηματοδότηση ανώτατων σπουδών στις Κάτω Χώρες, να πληρούν τον κανόνα τρία από τα έξι έτη. Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή μόνο σε σπουδαστές που ενεγράφησαν για την παρακολούθηση μαθημάτων ανώτατης εκπαιδεύσεως σε ίδρυμα εκτός των Κάτω Χωρών κατόπιν της 31ης Αυγούστου 2007.
19.
Κατά το άρθρο 3.21, παράγραφος 2, του Wsf 2000, δεν χορηγείται χρηματοδότηση για την περίοδο σπουδών πριν από την υποβολή αιτήσεως χρηματοδοτήσεως. Ωστόσο, προβλέπονται ορισμένες μεταβατικές διατάξεις. Έτσι, παραδείγματος χάριν, το άρθρο 12.1ba ορίζει ότι: «[τ]α άρθρα [...] όπως είχαν στις 31 Αυγούστου 2007 παραμένουν εφαρμοστέα σε σπουδαστή που πριν από την 1η Σεπτεμβρίου 2007 λάμβανε χρηματοδότηση σπουδών για την παρακολούθηση μαθημάτων ανώτατης εκπαιδεύσεως εκτός των Κάτω Χωρών, για όσο χρόνο αυτός ή αυτή λαμβάνει αδιάλειπτα χρηματοδότηση σπουδών».
20.
Κατά το άρθρο 11.5 του Wsf 2000, ο Minister van Onderwijs, Cultuur en Wetenschap (Υπουργός Παιδείας, Πολιτισμού και Επιστήμης) δύναται να μην εφαρμόσει τον κανόνα τρία από τα έξι έτη, σε περίπτωση που τυχόν εφαρμογή αυτής της προϋποθέσεως, λαμβανομένων υπόψη των συμφερόντων που αποσκοπεί να κατοχυρώσει ο Wsf 2000, θα συνιστούσε κατάφωρη αδικία (στο εξής: ρήτρα επιείκειας).
21.
Πριν από την 1η Ιανουαρίου 2014, ο κανόνας τρία από τα έξι έτη δεν είχε εφαρμογή σε σπουδαστές (ανεξαρτήτως της ιθαγένειάς τους) που υπέβαλλαν αίτηση χορηγήσεως MNSF, προκειμένου να πραγματοποιήσουν ανώτατες σπουδές σε «μεθοριακές περιοχές» των Κάτω Χωρών ( 10 ).
22.
Κατά το αιτούν δικαστήριο, η MNSF αποτελείται από: μία βασική υποτροφία, το ύψος της οποίας εξαρτάται από το εάν ο σπουδαστής διαμένει στην οικογενειακή κατοικία (δηλαδή στη διεύθυνση ενός ή αμφοτέρων των γονέων του) ή μόνος του· αποζημίωση εξόδων ταξιδίου (OV vergoeding)· ένα συμπληρωματικό δάνειο, μέχρι ενός ανώτατου ορίου· μια συμπληρωματική υποτροφία, το ποσό της οποίας εξαρτάται από το εισόδημα των γονέων· και ένα δάνειο για την κάλυψη των διδάκτρων, το οποίο περιορίζεται, κατ’ αρχήν, στο μέγιστο ποσό διδάκτρων που είναι δυνατόν να απαιτήσουν τα εκπαιδευτικά ιδρύματα των Κάτω Χωρών για αντίστοιχες σπουδές.
Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία και τα προδικαστικά ερωτήματα
23.
Η B. Martens γεννήθηκε στις Κάτω Χώρες στις 2 Οκτωβρίου 1987. Έζησε εκεί έως τη μετοίκησή της, τον Ιούνιο του 1993 (όταν ήταν ανήλικη, μικρότερη από έξι ετών), μαζί με τους γονείς της (επίσης υπηκόους Κάτω Χωρών) στο Βέλγιο, όπου ανατράφηκε και ολοκλήρωσε τη σχολική της εκπαίδευση. Ο πατέρας της εργαζόταν και εξακολουθεί να εργάζεται στο Βέλγιο. Ωστόσο, κατά το διάστημα μεταξύ της 1ης Οκτωβρίου 2006 και της 31ης Οκτωβρίου 2008 εργάστηκε επίσης υπό καθεστώς μερικής απασχολήσεως στις Κάτω Χώρες. Από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι μετά τον Οκτώβριο 2008 αυτός δεν αναζήτησε εργασία στις Κάτω Χώρες ούτε ήταν με οποιονδήποτε άλλο τρόπο διαθέσιμος στην εκεί αγορά εργασίας. Αντιθέτως, εργαζόταν υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως στο Βέλγιο.
24.
Στις 15 Αυγούστου 2006, η B. Martens ενεγράφη στο Πανεπιστήμιο των Ολλανδικών Αντιλλών στο Κουρασάο για το ακαδημαϊκό έτος 2006/2007, προκειμένου να ξεκινήσει προπτυχιακές σπουδές. Κατά τη διάρκεια των σπουδών της εκεί, οι γονείς της παρείχαν σημαντική οικονομική ενίσχυση (τόσο για τα έξοδα διαβιώσεως όσο και για τα έξοδα εκπαιδεύσεως), και λάμβαναν επίδομα τέκνου για την κόρη τους στο Βέλγιο. Το αιτούν δικαστήριο διευκρίνισε ότι το επίδομα τέκνου είναι χωριστό από τις υποτροφίες σπουδών για ενήλικους σπουδαστές· και ότι η φλαμανδική κοινότητα κατά κανόνα δεν χορηγεί τις προαναφερθείσες υποτροφίες για εκπαίδευση ή πρακτική άσκηση σε εκπαιδευτικά ιδρύματα εκτός του καλούμενου Ευρωπαϊκού Χώρου Τριτοβάθμιας Εκπαιδεύσεως.
25.
Στις 24 Ιουνίου 2008, η B. Martens υπέβαλε στις ολλανδικές αρχές αίτηση για τη χορήγηση χρηματοδοτήσεως σπουδών (βασική υποτροφία και αποζημίωση εξόδων ταξιδίου). Δήλωσε ότι δεν λάμβανε χρηματοδότηση σπουδών από άλλη χώρα και ότι κατά τα έξι έτη που προηγήθηκαν της εγγραφής της στο Πανεπιστήμιο των Ολλανδικών Αντιλλών (ήτοι από το 2000 έως το 2006) είχε διαμείνει στις Κάτω Χώρες τουλάχιστον τρία έτη. Το αιτούν δικαστήριο δεν αμφισβητεί, κατά τα φαινόμενα, ότι η B. Martens προέβη με καλή πίστη στη δήλωση αυτή, και εκτιμά ότι ενδέχεται να υπήρξε τότε παρανόηση, όσον αφορά τον κανόνα τρία από τα έξι έτη.
26.
Με απόφαση της 22ας Αυγούστου 2008 χορηγήθηκε στην B. Martens χρηματοδότηση σπουδών για τo χρονικό διάστημα από τον Σεπτέμβριο 2007, οπότε η ενδιαφερόμενη άρχισε να λαμβάνει χρηματοδότηση από το δεύτερο έτος των σπουδών της. Η χρηματοδότηση αυτή ανανεωνόταν περιοδικώς, καθόσον θεωρούνταν δεδομένο ότι η B. Martens πληρούσε τον κανόνα τρία από τα έξι έτη.
27.
Την 1η Φεβρουαρίου 2009, η B. Martens υπέβαλε αίτηση για τη χορήγηση ενός συμπληρωματικού δανείου, το οποίο επίσης της χορηγήθηκε.
28.
Τότε, κατόπιν ελέγχου στις 28 Μαΐου 2010, ο Υπουργός διαπίστωσε ότι, κατά την περίοδο από τον Αύγουστο 2000 έως τον Ιούλιο 2006, η B. Martens δεν είχε διαμείνει τρία έτη στις Κάτω Χώρες και αποφάσισε να ανακαλέσει τη χορήγηση των υποτροφιών που είχαν ήδη καταβληθεί (19481,64 ευρώ). Η B. Martens κλήθηκε να επιστρέψει τα ποσά που είχε ήδη λάβει.
29.
Τόσο η διοικητική ένσταση της B. Martens κατά των σχετικών αποφάσεων όσο και η επακόλουθη προσφυγή της ενώπιον του rechtbank's-Gravenhage (στο εξής: rechtbank) κρίθηκαν αβάσιμες. Κατόπιν, άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως του rechtbank ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Η B. Martens προέβαλε το επιχείρημα ότι οι επίμαχες αποφάσεις παραβίασαν την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, καθώς και ότι η φερόμενη έλλειψη επαρκούς συνδέσμου με τις Κάτω Χώρες δεν δύναται να δικαιολογήσει την απόφαση του Υπουργού.
30.
Την 1η Ιουλίου 2011, η B. Martens έλαβε το πτυχίο της και μετοίκησε στις Κάτω Χώρες.
31.
Το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει την εκδίκαση της εφέσεως μέχρι την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, πράγμα το οποίο συνέβη στις 14 Ιουνίου 2012 ( 11 ).
32.
Κατόπιν τούτου, ο Υπουργός δέχθηκε ότι ο πατέρας της B. Martens ήταν μεθοριακός εργαζόμενος στις Κάτω Χώρες από την 1η Οκτωβρίου 2006 έως την 31η Οκτωβρίου 2008 και ότι, επομένως, η B. Martens εδικαιούτο κινητή χρηματοδότηση σπουδών για την περίοδο από τον Σεπτέμβριο 2007 έως τον Οκτώβριο 2008 ( 12 ). Ο λόγος ήταν ότι, βάσει της αποφάσεως στην υπόθεση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, ο κανόνας τρία από τα έξι έτη δεν εφαρμόζεται σε τέτοιες περιπτώσεις. Ωστόσο, ο Υπουργός δεν μετέβαλε την απόφασή του περί ανακλήσεως των υποτροφιών από το χρονικό σημείο που ο πατέρας της B. Martens έπαυσε να είναι μεθοριακός εργαζόμενος στις Κάτω Χώρες (ήτοι, από τον Νοέμβριο 2008).
33.
Κατά το αιτούν δικαστήριο, η απόφαση του Υπουργού δεν βασίστηκε στο γεγονός ότι η B. Martens ενδέχεται να εδικαιούτο οικονομική ενίσχυση από το Βέλγιο (ωστόσο, όπως επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, το Βέλγιο δεν χορηγεί, κατά τα φαινόμενα, χρηματοδότηση σπουδών σε εκπαιδευτικά ιδρύματα εγκατεστημένα εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης) και, ως εκ τούτου, το αιτούν δικαστήριο δεν εξέτασε περαιτέρω το συγκεκριμένο ζήτημα ( 13 ).
34.
Με αυτά τα δεδομένα, το αιτούν δικαστήριο ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε αίτηση προδικαστικής αποφάσεως επί των εξής ερωτημάτων:
«1A.
Έχει το δίκαιο της Ένωσης, ειδικότερα το άρθρο 45 ΣΛΕΕ και το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, την έννοια ότι απαγορεύει [...] στις Κάτω Χώρες να στερούν του δικαιώματος χρηματοδοτήσεως σπουδών ή εκπαιδεύσεως εκτός της ΕΕ ενήλικο τέκνο συντηρούμενο από μεθοριακό εργαζόμενο ολλανδικής ιθαγένειας, ο οποίος κατοικεί στο Βέλγιο και εργάζεται εν μέρει στις Κάτω Χώρες και εν μέρει στο Βέλγιο, από τη στιγμή που αυτός παύει τη διασυνοριακή εργασία και εργάζεται αποκλειστικά στο Βέλγιο, λόγω του ότι το τέκνο δεν πληροί την προϋπόθεση διαμονής στις Κάτω Χώρες επί τουλάχιστον τρία από τα έξι έτη που προηγήθηκαν της εγγραφής του στο περί ου πρόκειται εκπαιδευτικό ίδρυμα;
1B.
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα 1Α: αντίκειται το δίκαιο της Ένωσης στη χορήγηση χρηματοδοτήσεως σπουδών για περίοδο μικρότερη από τη διάρκεια του κύκλου σπουδών για τον οποίο χορηγείται χρηματοδότηση σπουδών, αν υποτεθεί ότι πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις για τη χρηματοδότηση σπουδών;
Σε περίπτωση που το Δικαστήριο δώσει στα ερωτήματα 1Α και 1Β την απάντηση ότι η νομοθεσία περί του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων επιτρέπει την άρνηση χορηγήσεως χρηματοδοτήσεως σπουδών στην B. Martens για την περίοδο από τον Νοέμβριο 2008 μέχρι τον Ιούνιο 2011 ή για μέρος της περιόδου αυτής:
2.
Έχουν τα άρθρα 20 ΣΛΕΕ και 21 ΣΛΕΕ την έννοια ότι απαγορεύουν σε κράτος μέλος της ΕΕ —τις Κάτω Χώρες— την άρνηση παρατάσεως της χρηματοδοτήσεως σπουδών ή εκπαιδεύσεως σε εκπαιδευτικό ίδρυμα εγκατεστημένο στις υπερπόντιες χώρες και εδάφη [ΥΧΕ] (Κουρασάο), επί της οποίας χρηματοδοτήσεως υπήρχε αξίωση, επειδή ο πατέρας της ενδιαφερόμενης εργαζόταν στις Κάτω Χώρες ως μεθοριακός εργαζόμενος, με την αιτιολογία ότι η ενδιαφερόμενη δεν πληροί την προϋπόθεση, η οποία ισχύει για κάθε πολίτη της Ένωσης, περιλαμβανομένων των ημεδαπών, να έχει κατοικήσει στις Κάτω Χώρες επί τουλάχιστον τρία από τα έξι έτη που προηγήθηκαν της εγγραφής της στον εν λόγω κύκλο σπουδών;»
35.
Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν η Δανική και η Ολλανδική Κυβέρνηση, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι εν λόγω μετέχοντες στη διαδικασία ανέπτυξαν επίσης προφορικές παρατηρήσεις κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 2ας Ιουλίου 2014.
Εκτίμηση
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
36.
Η πραγματοποίηση σπουδών συνεπάγεται έξοδα τουλάχιστον για το κράτος μέλος που παρέχει τις σπουδές, τον σπουδαστή (εάν είναι οικονομικώς ανεξάρτητος) ή αυτούς που συντηρούν τον σπουδαστή, καθώς και άλλους (δημόσιους και ιδιωτικούς) φορείς χρηματοδοτήσεως σπουδών. Κατά το δίκαιο της Ένωσης, τα κράτη μέλη διατηρούν την αρμοδιότητά τους να αποφασίζουν εάν θα χρηματοδοτούν τις σπουδές ανώτατης εκπαιδεύσεως και, εφόσον ναι, σε ποιον βαθμό. Το δίκαιο της Ένωσης ουδεμία σχέση έχει, κατ’ αρχήν, με την απόφαση ενός κράτους μέλους να παρέχει χρηματοδότηση για σπουδές σε ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα εγκατεστημένα εκτός του εδάφους του και, ενδεχομένως, εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και στις προϋποθέσεις που αυτό θέτει για τη χορήγηση της εν λόγω χρηματοδοτήσεως.
37.
Εντούτοις, ορισμένες περιπτώσεις ατόμων που αιτούνται την εν λόγω χρηματοδότηση ενδέχεται να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης. Συγκεκριμένα, δεν αποκλείεται οι αιτούντες αυτοί να αντλούν δικαιώματα από το δίκαιο της Ένωσης, περιλαμβανομένων και δικαιωμάτων έναντι του κράτους μέλους της ιθαγένειάς τους. Συνεπώς, κατά την άσκηση της (αναμφισβήτητης) αρμοδιότητάς τους, τα κράτη μέλη πρέπει να συμμορφώνονται προς το δίκαιο της Ένωσης ( 14 ). Ειδικότερα, πρέπει να διασφαλίζουν ότι, παραδείγματος χάριν, οι προϋποθέσεις χορηγήσεως της εν λόγω χρηματοδοτήσεως δεν αποτελούν αδικαιολόγητο περιορισμό του δικαιώματος κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών ούτε εισάγουν δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγένειας ( 15 ).
38.
Συνεπώς, το διακύβευμα στην υπό κρίση υπόθεση δεν είναι η απόφαση των Κάτω Χωρών να χρηματοδοτούν τις σπουδές ανώτατης εκπαιδεύσεως εκτός των Κάτω Χωρών· αντιθέτως, είναι μια προϋπόθεση (ήτοι, ο κανόνας τρία από τα έξι έτη) που εφαρμόζεται για την απόφαση περί χορηγήσεως ή μη της εν λόγω χρηματοδοτήσεως σε ορισμένους αιτούντες.
39.
Ανατρέχοντας στο παρελθόν, οι πρώτες υποθέσεις με αντικείμενο την προϋπόθεση διαμονής και τη χρηματοδότηση σπουδών συχνά αφορούσαν εργαζομένους που ξεκίνησαν σπουδές· και που δεν λάμβαναν πλέον καμία ενίσχυση από άλλους ( 16 ). Ωστόσο, δεν είναι σπάνιο σπουδαστές να εξακολουθούν να συντηρούνται από μέλη της οικογένειάς τους (συνήθως από έναν ή από αμφότερους τους γονείς) κατά τη διάρκεια ολόκληρης ή μέρους της περιόδου των σπουδών τους. Στην περίπτωση αυτή, η εξασφάλιση χρηματοδοτήσεως για τις σπουδές μπορεί να ελαφρύνει το οικονομικό βάρος που αλλιώς θα έφεραν τα εν λόγω μέλη της οικογένειας. Κατά πάγια νομολογία, οι ενισχύσεις που χορηγούνται για την κάλυψη των εξόδων διαβιώσεως και εκπαιδεύσεως με σκοπό την πραγματοποίηση πανεπιστημιακών σπουδών για την απόκτηση επαγγελματικών προσόντων, περιλαμβανομένων των χορηγουμένων σε τέκνα διακινουμένων εργαζομένων, αποτελούν κοινωνικό πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 ( 17 ), αλλά μόνο στον βαθμό που ο διακινούμενος εργαζόμενος ή η διακινούμενη εργαζόμενη εξακολουθεί να παρέχει ενίσχυση στο παιδί του ή στο παιδί της ( 18 ).
40.
Στην υπό κρίση υπόθεση, δεν αμφισβητείται ότι ο πατέρας της B. Martens της παρείχε οικονομική ενίσχυση κατά τη διάρκεια των σπουδών της στο Κουρασάο. Επομένως, η κινητή χρηματοδότηση σπουδών που ζήτησε η B. Martens αποτελεί κοινωνικό πλεονέκτημα για τον πατέρα της κατά την έννοια του κανονισμού 1612/68. Γίνεται πλέον δεκτό ότι η B. Martens εδικαιούτο MNSF για την περίοδο από τον Οκτώβριο 2007 έως τον Οκτώβριο 2008, όσο ο πατέρας της ήταν μεθοριακός εργαζόμενος στις Κάτω Χώρες. Το ζητούμενο είναι εάν αυτή είχε οποιαδήποτε αξίωση έκτοτε.
41.
Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα ζητείται από το Δικαστήριο να εστιάσει στην ιδιότητα της B. Martens ως συντηρούμενου τέκνου ενός πρώην διακινουμένου εργαζομένου. Εάν η B. Martens δύναται να επικαλεστεί την ιδιότητα του πατέρα της ως πρώην διακινουμένου εργαζομένου στις Κάτω Χώρες και να αντλήσει δικαιώματα από αυτή, με συνέπεια να εξακολουθεί να δικαιούται χρηματοδότηση σπουδών για το υπόλοιπο των σπουδών της στο Κουρασάο, παρέλκει η εξέταση του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος, το οποίο εστιάζει στα δικαιώματα που έχει η ίδια η B. Martens ως πολίτης της ΕΕ ( 19 ) (Οι Κάτω Χώρες έλαβαν σαφή θέση ως προς τη δυνατότητα δικαιολογήσεως ενός περιορισμού των δικαιωμάτων μόνο στο πλαίσιο του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος).
42.
Χάριν πληρότητας, θα δώσω απάντηση σε αμφότερα τα προδικαστικά ερωτήματα. Ωστόσο, πριν από αυτό, θα εξετάσω εάν ο τόπος σπουδών της B. Martens (Κουρασάο) εγείρει ερωτήματα ως προς το εδαφικό πεδίο εφαρμογής τόσο της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων όσο και των δικαιωμάτων που απορρέουν από την ιθαγένεια της ΕΕ.
Εδαφικό πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης
43.
Το Κουρασάο αποτελεί τμήμα του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, αλλά χαρακτηρίζεται επίσης ως υπερπόντιο έδαφος. Η εφαρμογή του κανόνα τρία από τα έξι έτη στην περίπτωση της B. Martens υποδηλώνει ότι, κατά τον Υπουργό, η B. Martens δεν σπούδαζε «στις Κάτω Χώρες» ( 20 ). Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οι Κάτω Χώρες επιβεβαίωσαν ότι όντως αυτή ήταν η θέση του Υπουργού.
44.
Ο τόπος σπουδών της B. Martens εγείρει ερωτήματα ως προς το εδαφικό πεδίο εφαρμογής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων και/ή των δικαιωμάτων που απορρέουν από την ιθαγένεια της ΕΕ;
45.
Είναι αληθές ότι, όταν υπάρχουν ειδικές συμφωνίες μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ΥΧΕ, οι διατάξεις των Συνθηκών, εκτός αυτών που περιέχονται στο τέταρτο μέρος της ΣΛΕΕ, έχουν εφαρμογή μόνο όταν τούτο προβλέπεται ρητώς ( 21 ). Επομένως, εκτός εάν οι Συνθήκες ρητώς προβλέπουν ότι συγκεκριμένο άρθρο έχει επίσης εφαρμογή σε εδάφη εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε τρίτα κράτη ( 22 ), το άρθρο αυτό δεν έχει εφαρμογή σε ΥΧΕ ( 23 ).
46.
Φρονώ ότι δεν ανακύπτει τέτοιο ζήτημα στην υπό κρίση υπόθεση.
47.
Το ζήτημα εν προκειμένω δεν είναι εάν το δίκαιο της Ένωσης έχει εφαρμογή, επειδή ένας πολίτης της Ένωσης (είτε ασκεί οικονομική δραστηριότητα είτε όχι) μετοίκησε από ένα κράτος μέλος σε ΥΧΕ. Αντιθέτως, το ζητούμενο είναι εάν δύνανται να αντληθούν δικαιώματα από την κυκλοφορία ενός πολίτη της Ένωσης μεταξύ δύο κρατών μελών (Κάτω Χώρες και Βέλγιο) και την επακόλουθη διαμονή του σε κράτος μέλος (Βέλγιο) που δεν είναι το κράτος μέλος της ιθαγένειάς του, όσον αφορά τη χρηματοδότηση σπουδών που χορηγείται από ένα εξ αυτών των κρατών μελών (Κάτω Χώρες) για την πραγματοποίηση σπουδών στο εξωτερικό.
48.
Ειδικότερα, μια προϋπόθεση (ήτοι, ο κανόνας τρία από τα έξι έτη) εφαρμόστηκε εν προκειμένω στην περίπτωση πολίτη της Ένωσης (B. Martens) που άσκησε τα δικαιώματα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής, μετοικώντας από τις Κάτω Χώρες στο Βέλγιο, όπου διέμεινε τουλάχιστον μέχρι την αναχώρησή της για το Κουρασάο, προκειμένου να σπουδάσει εκεί ( 24 ). Επομένως, ασκούσε δικαιώματα που απορρέουν από το δίκαιο της Ένωσης αδιάλειπτα και τουλάχιστον μέχρι το χρονικό σημείο κατά το οποίο επικαλέστηκε τα δικαιώματα αυτά, προκειμένου να της χορηγηθεί MNSF ( 25 ). Η B. Martens είναι επίσης συντηρούμενο τέκνο ενός πολίτη της Ένωσης ο οποίος άσκησε δικαιώματα ως εργαζόμενος, μετοικώντας από το κράτος μέλος καταγωγής του (Κάτω Χώρες) σε ένα κράτος μέλος υποδοχής (Βέλγιο), προκειμένου να ζήσει και να εργαστεί εκεί, και στη συνέχεια εργάστηκε υπό καθεστώς μερικής απασχολήσεως στις Κάτω Χώρες, ενώ εξακολουθούσε να διαμένει στο Βέλγιο, πριν αναλάβει εκ νέου εργασία υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως στο κράτος μέλος υποδοχής όπου διαμένει (Βέλγιο).
49.
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η έννομη κατάσταση τόσο της B. Martens όσο και του πατέρα της εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης.
Προδικαστικό ερώτημα 1: ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων
Εισαγωγή
50.
Το αιτούν δικαστήριο κατ’ ουσίαν ζητεί να διευκρινιστεί εάν ο κύριος Martens, που είναι πρώην διακινούμενος εργαζόμενος, και η συντηρούμενη κόρη του δύνανται, κατά την υποβολή αιτήσεως χορηγήσεως MNSF, να επικαλεστούν δικαιώματα δυνάμει της ιδιότητάς του ως εργαζομένου στις Κάτω Χώρες, όπου δεν εργάζεται πλέον, καθώς έχει αναλάβει εργασία υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως στο Βέλγιο.
51.
Άπαντες οι μετέχοντες στη διαδικασία που υπέβαλαν παρατηρήσεις και παρέστησαν στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση συμφωνούν ότι το άρθρο 45 ΣΛΕΕ και το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 απαγορεύουν στις Κάτω Χώρες να επιβάλλουν τον κανόνα τρία από τα έξι έτη ως προϋπόθεση χορηγήσεως MNSF σε διακινούμενους εργαζομένους και σε μεθοριακούς εργαζομένους στις Κάτω Χώρες. Τούτο απεφάνθη άλλωστε και το Δικαστήριο στην υπόθεση C‑542/09 ( 26 ). Για όσο διάστημα ο κύριος Martens εργάστηκε στις Κάτω Χώρες (όπως υποστηρίζουν), η B. Martens μπορούσε να λαμβάνει κινητή χρηματοδότηση σπουδών. Ωστόσο, υποστηρίζουν ότι, από τη στιγμή που ένας εργαζόμενος παύει να είναι μεθοριακός εργαζόμενος, καμία εκ των διατάξεων αυτών δεν έχει πλέον εφαρμογή.
52.
Φρονώ ότι είναι άνευ σημασίας τι δύναται (ή δεν δύναται) κάποιος να αξιώνει ως πρώην μεθοριακός εργαζόμενος. Είναι προφανές ότι ο κύριος Martens εξακολουθεί να είναι διακινούμενος εργαζόμενος. Καθώς εστίασαν στα αποτελέσματα της απώλειας της ιδιότητας του μεθοριακού εργαζομένου εκ μέρους του κυρίου Martens, οι μετέχοντες στη διαδικασία παρέβλεψαν τις έννομες συνέπειες του εν λόγω γεγονότος.
Περιορισμός του απορρέοντος από το άρθρο 45 ΣΛΕΕ δικαιώματος του κυρίου Martens
53.
Το άρθρο 45 ΣΛΕΕ αποσκοπεί τόσο στην κατάργηση κάθε διακρίσεως λόγω ιθαγένειας μεταξύ των εργαζομένων των κρατών μελών, όσον αφορά την απασχόληση, τις αμοιβές και τους λοιπούς όρους εργασίας, όσο και στην κατοχύρωση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας στο έδαφος των κρατών μελών με σκοπό την αποδοχή προσφορών εργασίας.
54.
Οι περί ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων διατάξεις της Συνθήκης έχουν σκοπό να καταστήσουν δυνατή την άσκηση από τους πολίτες της Ένωσης επαγγελματικών δραστηριοτήτων πάσης φύσεως στο έδαφος της Ένωσης. Παράλληλα με τον σκοπό αυτό, απαγορεύουν επίσης τη θέσπιση ρυθμίσεων που θα μπορούσαν να δυσχεράνουν τη θέση των πολιτών αυτών λόγω της επιλογής τους να ασκήσουν οικονομική δραστηριότητα στο έδαφος άλλου κράτους μέλους (και, ως εκ τούτου, να εγκαταλείψουν το κράτος καταγωγής τους) ( 27 ). Επομένως, οι διατάξεις αυτές απαγορεύουν κάθε μέτρο που δύναται να θίξει ή να καταστήσει λιγότερο ελκυστική την άσκηση των εν λόγω ελευθεριών από τους πολίτες της Ένωσης ( 28 ). Μέτρα που έχουν ως αποτέλεσμα να απολέσουν οι εργαζόμενοι, λόγω της ασκήσεως του δικαιώματός τους ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, πλεονεκτήματα στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως που τους διασφαλίζει η νομοθεσία κράτους μέλους δύνανται να χαρακτηρισθούν ως εμπόδια στην εν λόγω ελευθερία ( 29 ). Το αυτό ισχύει και στις περιπτώσεις που το εθνικό δίκαιο, ανεξαρτήτως της ιθαγένειας του θιγόμενου εργαζομένου, εμποδίζει ή αποθαρρύνει πολίτη να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του προκειμένου να ασκήσει το δικαίωμά του ελεύθερης κυκλοφορίας ( 30 ).
55.
Στην υπό κρίση υπόθεση, ο κανόνας τρία από τα έξι έτη εφαρμόστηκε στην περίπτωση της B. Martens, επειδή έπαυσε η απασχόληση του πατέρα της ως μεθοριακού εργαζομένου στις Κάτω Χώρες. Από τα πραγματικά περιστατικά που εξέθεσε το αιτούν δικαστήριο δεν προκύπτει ότι αυτός διατήρησε την ιδιότητα του μισθωτού στις Κάτω Χώρες (παραδείγματος χάριν, ότι αναζητούσε εργασία εκεί, ή ότι ήταν με οποιονδήποτε άλλο τρόπο διαθέσιμος στην ολλανδική αγορά εργασίας) ( 31 ). Εντούτοις, ο κύριος Martens δεν έπαυσε να ασκεί γενικώς οποιαδήποτε οικονομική δραστηριότητα ούτε κατέστη μη διαθέσιμος στην αγορά εργασίας. Αντιθέτως, άσκησε το δικαίωμά του, το οποίο απορρέει από την ελευθερία κυκλοφορίας των εργαζομένων, να αναλάβει εργασία υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως στο Βέλγιο, όπου και εξακολουθεί να διαμένει και να εργάζεται ( 32 ). Συνεπώς, δύναται να επικαλεστεί το άρθρο 45 ΣΛΕΕ, προκειμένου να προστατευθεί από μέτρα που δυσχεραίνουν τη θέση του, επειδή επέλεξε να εργαστεί σε άλλο κράτος μέλος.
56.
Η εφαρμογή του κανόνα τρία από τα έξι έτη επί της ουσίας αναγκάζει τον κύριο Martens είτε να μην ασκήσει την ελευθερία κυκλοφορίας των εργαζομένων και να αναζητήσει περαιτέρω εργασία μόνο στις Κάτω Χώρες (προκειμένου να διατηρήσει τη MNSF για την κόρη του) είτε να ασκήσει την ελευθερία αυτή, αποδεχόμενος την οικονομική απώλεια της χρηματοδοτήσεως σπουδών και τον ενδεχόμενο κίνδυνο να μη βρεθεί καμία εναλλακτική πηγή χρηματοδοτήσεως.
57.
Ένα μέτρο αυτού του είδους περιορίζει τα δικαιώματα του πατέρα της B. Martens από το άρθρο 45 ΣΛΕΕ. Τέτοιος περιορισμός απαγορεύεται κατά τη διάταξη αυτή, εκτός αν δικαιολογείται αντικειμενικώς ( 33 ).
58.
Για την περίπτωση που το Δικαστήριο δεν συμφωνήσει με την ανάλυση αυτή, είναι αναγκαίο να εξεταστεί το περιεχόμενο της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση C‑542/09, το επίπεδο προστασίας δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 (και/ή του άρθρου 12 του κανονισμού αυτού) και, τέλος, να διευκρινιστεί υπό ποιες προϋποθέσεις η ιδιότητα του πρώην μισθωτού δύναται να εξακολουθήσει να παράγει έννομα αποτελέσματα.
Περιεχόμενο της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, C‑542/09
59.
Το σημείο αφετηρίας της επιχειρηματολογίας που προέβαλαν οι μετέχοντες στην παρούσα διαδικασία είναι η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C‑542/09. Στην υπόθεση εκείνη, η οποία αφορούσε διαδικασία λόγω παραβάσεως, το Δικαστήριο στηρίχθηκε στο άρθρο 45 ΣΛΕΕ και στο άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 για να κρίνει ότι συνέτρεχε έμμεση διάκριση λόγω ιθαγένειας σε βάρος διακινουμένων εργαζομένων και μεθοριακών εργαζομένων, σε σύγκριση με τους ημεδαπούς εργαζομένους.
60.
Όπως τόνισε το Δικαστήριο στην απόφασή του, αυτή ρητώς δεν καλύπτει την περίπτωση ενός υπηκόου Κάτω Χωρών που διαμένει εκτός του κράτους μέλους καταγωγής του, αλλά ασκεί τα σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία δικαιώματά του από το δίκαιο της Ένωσης προκειμένου να εργαστεί στις Κάτω Χώρες (Χάριν ευκολίας, θα αναφέρομαι στην κατηγορία αυτή με τον όρο «Ολλανδοί μεθοριακοί εργαζόμενοι»).
61.
Το Δικαστήριο έκρινε στην υπόθεση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών ότι οι Κάτω Χώρες παρέβησαν τις υποχρεώσεις που υπέχουν από το άρθρο 45 ΣΛΕΕ και από το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, καθόσον απαιτούσαν από διακινουμένους εργαζομένους και μεθοριακούς εργαζομένους, καθώς και από τα συντηρούμενα μέλη της οικογένειάς τους να συμμορφωθούν προς τον κανόνα τρία από τα έξι έτη (όπως ορίζεται στο άρθρο 2.14, παράγραφος 2, του Wsf 2000), προκειμένου να είναι επιλέξιμα για χρηματοδότηση ανώτατων σπουδών εκτός των Κάτω Χωρών. Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι το άρθρο 7, παράγραφος 2, εγγυάται ότι οι διακινούμενοι εργαζόμενοι που διαμένουν σε ένα κράτος μέλος υποδοχής και οι μεθοριακοί εργαζόμενοι που εργάζονται σε αυτό το κράτος μέλος, ενώ διαμένουν σε άλλο κράτος μέλος, απολαύουν των ίδιων κοινωνικών και φορολογικών πλεονεκτημάτων με τους ημεδαπούς εργαζομένους ( 34 ).
62.
Το Δικαστήριο απεφάνθη ότι ένα μέτρο όπως ο κανόνας τρία από τα έξι έτη «ενδέχεται να αποβαίνει σε βάρος, κατά κύριο λόγο, των διακινούμενων και των μεθοριακών εργαζομένων που είναι υπήκοοι άλλων κρατών μελών, κατά το μέτρο που οι μη κάτοικοι ημεδαπής είναι συνήθως και μη ημεδαποί» ( 35 ). Το Δικαστήριο τόνισε ότι, προκειμένου να γίνει δεκτό ότι εισάγεται έμμεση δυσμενής διάκριση, «δεν χρειάζεται [το μέτρο] να ευνοεί εκ του αποτελέσματός του το σύνολο των ημεδαπών ή να περιάγει σε δυσμενή θέση αποκλειστικώς και μόνον τους υπηκόους άλλων κρατών μελών χωρίς να θίγει τους ημεδαπούς» ( 36 ). Κατόπιν, το Δικαστήριο προσδιόρισε τις προς σύγκριση καταστάσεις, όσον αφορά την πρόσβαση στην κινητή χρηματοδότηση, ως εξής: (i) αφενός, διακινούμενοι εργαζόμενοι που ασκούν τη δραστηριότητά τους στις Κάτω Χώρες, αλλά διαμένουν σε άλλο κράτος μέλος, καθώς και διακινούμενοι εργαζόμενοι που ασκούν τη δραστηριότητά τους και διαμένουν στις Κάτω Χώρες, αλλά δεν πληρούν τον κανόνα τρία από τα έξι έτη και (ii) αφετέρου, Ολλανδοί εργαζόμενοι που ασκούν τη δραστηριότητά τους και διαμένουν στις Κάτω Χώρες ( 37 ).
63.
Το Δικαστήριο δεν εξέτασε χωριστά την περίπτωση των Ολλανδών μεθοριακών εργαζομένων. Κατά τον προσδιορισμό των δύο κατηγοριών που πρέπει να συγκριθούν μεταξύ τους, το Δικαστήριο εστίασε στην εισαγωγή δυσμενών διακρίσεων λόγω ιθαγένειας.
64.
Επί της ουσίας, ένας Ολλανδός μεθοριακός εργαζόμενος όπως ο πατέρας της B. Martens υφίσταται διαφορετική μεταχείριση σε σχέση με τους ημεδαπούς εργαζομένους, επειδή άσκησε το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής, και όχι λόγω της ιθαγένειάς του, η οποία είναι ίδια με τη δική τους. Συνεπώς, φρονώ ότι αυτός δεν μπορεί άνευ ετέρου να στηριχθεί στη διαπίστωση του Δικαστηρίου περί υπάρξεως έμμεσης δυσμενούς διακρίσεως στην υπόθεση C‑542/09.
65.
Ως εκ τούτου, είναι απαραίτητο να εξεταστεί διεξοδικότερα το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68.
Ίση μεταχείριση κατά το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68
66.
Οι κανόνες του άρθρου 7 (καθώς και αυτές του άρθρου 12) του κανονισμού 1612/68 αποτελούν ειδικότερη έκφραση της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία θεσπίζεται στο άρθρο 45 ΣΛΕΕ ( 38 ). Κατά την τέταρτη αιτιολογική σκέψη του εν λόγω κανονισμού, του δικαιώματος αυτού απολαύουν άνευ διακρίσεως και οι μεθοριακοί εργαζόμενοι. Επομένως, το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 εγγυάται την ίση μεταχείριση των διακινούμενων εργαζομένων και των μεθοριακών εργαζομένων με τους ημεδαπούς εργαζομένους. Προστατεύει, δηλαδή, τόσο από τις άμεσες όσο και από τις έμμεσες διακρίσεις λόγω ιθαγένειας ( 39 ).
67.
Προκειμένου ένας εργαζόμενος να μπορεί να αξιώσει ίση μεταχείριση ως προς τη χορήγηση χρηματοδοτήσεως σπουδών, ως κοινωνικό πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, απαιτείται ο εργαζόμενος να εξακολουθεί να συντηρεί το μέλος της οικογένειάς του ( 40 ). Κατά τα φαινόμενα, τούτο συμβαίνει εν προκειμένω. Δεν χρειάζεται το τέκνο να διαμένει στο κράτος μέλος όπου ο εργαζόμενος διαμένει και εργάζεται (ή όπου εργάζεται ο μεθοριακός εργαζόμενος) ( 41 ).
68.
Στην υπό κρίση υπόθεση, επιφυλάσσεται λιγότερη ευνοϊκή μεταχείριση στον πατέρα της B. Martens, επειδή άσκησε το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας εργαζομένων και όχι λόγω της ολλανδικής του ιθαγένειας.
69.
Στη διάταξη του άρθρου 7, παράγραφος 2, το οποίο προβλέπει ότι «[α]πολαύει των ιδίων κοινωνικών και φορολογικών πλεονεκτημάτων με τους ημεδαπούς εργαζομένους», υποκείμενο της προτάσεως είναι ο εργαζόμενος που ορίζεται αμέσως πριν στο άρθρο 7, παράγραφος 1 —ήτοι, ο εργαζόμενος που είναι υπήκοος ενός κράτους μέλους και εργάζεται σε άλλο κράτος μέλος. Άλλες διατάξεις του κανονισμού 1612/68, ιδίως αυτές που περιλαμβάνονται στον τίτλο ΙΙ «Άσκηση της απασχολήσεως και ισότης μεταχειρίσεως», αναφέρονται επίσης στον εργαζόμενο που είναι υπήκοος κράτους μέλους και εργάζεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους.
70.
Ωστόσο, η νομολογία του Δικαστηρίου καταδεικνύει ότι η απαίτηση περί ίσης μεταχειρίσεως στο άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 είναι ευρύτερη από την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας ( 42 ).
71.
Πράγματι, με την απόφαση Hartmann το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων της Συνθήκης που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων «κάθε κοινοτικός υπήκοος, ανεξαρτήτως του τόπου κατοικίας του και της ιθαγένειάς του, ο οποίος έχει κάνει χρήση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων και έχει ασκήσει επαγγελματική δραστηριότητα σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο της κατοικίας του» ( 43 ). Ένα τέτοιο πρόσωπο εμπίπτει, επίσης, στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1612/68 ( 44 ). Επομένως, ο κύριος Hartmann, ο οποίος διέμενε σε άλλο κράτος μέλος, αλλά εργαζόταν στο κράτος μέλος της ιθαγένειάς του, κρίθηκε ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων της Συνθήκης για την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων και, ως εκ τούτου, και του κανονισμού 1612/68 ( 45 ). Μπορούσε να αξιώσει να αναγνωριστεί ως διακινούμενος εργαζόμενος κατά την έννοια του κανονισμού 1612/68 και να επικαλεστεί το άρθρο 7, όπως ακριβώς και κάθε άλλος εργαζόμενος τον οποίο αφορά η διάταξη αυτή ( 46 ). Το Δικαστήριο συνέκρινε τη μεταχείριση ενός προσώπου στην κατάστασή του (εργαζόμενος που έχει ασκήσει την ελευθερία κυκλοφορίας) με τη μεταχείριση των ημεδαπών εργαζομένων (ήτοι, των ημεδαπών εργαζομένων που δεν είχαν ασκήσει τα δικαιώματα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής).
72.
Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο αναφέρθηκε επίσης στην τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1612/68, η οποία προβλέπει ότι το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας πρέπει να αναγνωρίζεται «αδιακρίτως στους μονίμους, εποχιακούς, μεθοριακούς εργαζομένους [...]» ( 47 ). Παρομοίως, ένας εργαζόμενος δύναται να επικαλεστεί το άρθρο 7 του κανονισμού 1612/68 έναντι του κράτους μέλους της ιθαγένειάς του, σε περίπτωση που διαμένει και εργάζεται σε άλλο κράτος μέλος ( 48 ).
73.
Συνεπώς, ως «ημεδαπός εργαζόμενος» κατά το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 πρέπει να νοείται ο ημεδαπός εργαζόμενος που δεν έχει ασκήσει τα δικαιώματα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής, ενώ το επίπεδο προστασίας που παρέχει η εν λόγω διάταξη περιλαμβάνει την ίση μεταχείριση ανεξαρτήτως ιθαγένειας, προκειμένου να προάγεται η άσκηση της ελευθερίας κυκλοφορίας και διαμονής κατ’ εφαρμογήν του δικαίου της Ένωσης.
74.
Επομένως τόσο το άρθρο 45 ΣΛΕΕ όσο και το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 απαγορεύουν στα κράτη μέλη να περιαγάγουν σε δυσμενή θέση εργαζομένους (είτε μόνιμους είτε εποχιακούς είτε μεθοριακούς εργαζομένους) ( 49 ) που έχουν ασκήσει τα δικαιώματα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής. Παρά το γράμμα του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, η εν λόγω διάταξη και το άρθρο 45 ΣΛΕΕ απαγορεύουν, επομένως, στις Κάτω Χώρες να αρνηθούν, δυνάμει του κανόνα τρία από τα έξι έτη, τη χορήγηση χρηματοδοτήσεως σπουδών στο συντηρούμενο τέκνο μεθοριακού εργαζομένου το οποίο έχει ολλανδική ιθαγένεια, όσο αυτός είναι μεθοριακός εργαζόμενος. Τούτο προκύπτει εκ του ότι ο κανόνας τρία από τα έξι έτη περιάγει τους μεθοριακούς εργαζομένους σε δυσμενή θέση σε σχέση με τους ημεδαπούς που εργάζονται υπό παρόμοιες συνθήκες.
Απώλεια της ιδιότητας του εργαζομένου
75.
Έχω ήδη επισημάνει τους λόγους για τους οποίους φρονώ ότι δεν είναι εν προκειμένω αναγκαίο να αποφασίσει το Δικαστήριο εάν (και, σε καταφατική περίπτωση, σε ποιον βαθμό) ένα πρόσωπο δύναται να εξακολουθήσει να επικαλείται (ορισμένες) διατάξεις περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, κατόπιν της απώλειας της ιδιότητας του διακινουμένου εργαζομένου ή του μεθοριακού εργαζομένου ( 50 ). Χάριν πληρότητας, παρά ταύτα, θα εξετάσω θεωρητικώς το εν λόγω ζήτημα.
76.
Κατά την άποψή μου, το ζήτημα αυτό ανακύπτει μόνο στην περίπτωση που ένα πρόσωπο δεν ασκεί πλέον την εν λόγω ελευθερία, παρέχοντας εργασία, αναζητώντας ειλικρινώς εργασία ( 51 ), ή παραμένοντας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο διαθέσιμο στην αγορά εργασίας στο κράτος μέλος υποδοχής ( 52 ). Τούτο θα συνέβαινε, παραδείγματος χάριν, εάν ένα πρόσωπο στην κατάσταση του κυρίου Martens ολοκλήρωνε τη σταδιοδρομία του και συνταξιοδοτείτο (στο Βέλγιο ή αλλού).
77.
Κατ’ αρχήν, το πρόσωπο αυτό δεν δύναται πλέον να αντλεί δικαιώματα από την ιδιότητά του ως πρώην εργαζομένου ( 53 ). Η απώλεια της ιδιότητας αυτής συνεπάγεται την απώλεια της προστασίας που αυτή παρέχει κατά το δίκαιο της Ένωσης. Εντούτοις, η αλλαγή εργασίας και μόνο δεν συνεπάγεται την παύση της εν λόγω προστασίας ( 54 ).
78.
Εφόσον πολίτης της Ένωσης ο οποίος συγκεντρώνει αυτά τα χαρακτηριστικά εξακολουθεί να διαμένει στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής, δύναται, εν πάση περιπτώσει, να επικαλείται την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως κατά το άρθρο 24, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38, η οποία τον προστατεύει, καθώς έχει την ιθαγένεια της ΕΕ ( 55 ). Στο πλαίσιο αυτό, το γεγονός ότι ήταν προηγουμένως εργαζόμενος και/ή διατήρησε την ιδιότητα αυτή δύναται να θεμελιώσει δικαίωμα διαμονής ( 56 ). Επιπροσθέτως, το ίδιο το δίκαιο της Ένωσης μπορεί να προβλέπει ότι δικαιώματα είναι δυνατόν να απορρέουν ή να συνδέονται με την ιδιότητα του πρώην εργαζομένου ( 57 ).
79.
Το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει ότι η ιδιότητα του πρώην διακινουμένου ή μεθοριακού εργαζομένου δύναται να παραγάγει αποτελέσματα κατόπιν της λύσεως της εργασιακής σχέσεως ( 58 ). Αυτή η (ευρύτερη) προστασία μπορεί να εξακολουθεί να ισχύει ανεξαρτήτως του ότι ένα τέτοιο πρόσωπο ενδέχεται να προστατεύεται δυνάμει των δικαιωμάτων που απορρέουν από την ιθαγένεια της ΕΕ, από τη στιγμή που παύει να ασκεί οικονομική δραστηριότητα. Η ελευθερία κυκλοφορίας των εργαζομένων παρέχει ευρύτερη προστασία. Ειδικότερα, όσον αφορά τη χρηματοδότηση σπουδών, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, όσο ο γονέας έχει την ιδιότητα του διακινουμένου εργαζομένου ή του μεθοριακού εργαζομένου, ουδέν κράτος μέλος δύναται να επιβάλει προϋπόθεση διαμονής και να επικαλεστεί τον σκοπό αποτροπής παράλογης οικονομικής επιβαρύνσεως ως επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος, ικανό να δικαιολογήσει άνιση μεταχείριση μεταξύ των ημεδαπών εργαζομένων και των μεθοριακών και διακινουμένων εργαζομένων ( 59 ). Επομένως, δεν επιτρέπεται να λάβει μέτρα, όπως η επιβολή προϋποθέσεως διαμονής, προκειμένου να περιορίσει την οικονομική αλληλεγγύη που πρέπει να επιδεικνύεται σε διακινουμένους εργαζομένους και μεθοριακούς εργαζομένους σε σχέση με τους ημεδαπούς εργαζομένους. Συνεπώς, σε αντίθεση προς ό,τι ισχύει σε σχέση με τη δικαιολόγηση ενός τέτοιου μέτρου βάσει του ίδιου αυτού σκοπού στο πλαίσιο των δικαιωμάτων που απορρέουν από την ιθαγένεια της ΕΕ, εν προκειμένω δεν τίθεται καν ζήτημα ως προς την αναλογικότητα της προϋποθέσεως αυτής ( 60 ).
80.
Υπό ποιες προϋποθέσεις πρέπει ένας πρώην μεθοριακός εργαζόμενος ή ένας πρώην διακινούμενος εργαζόμενος να εξακολουθεί να απολαύει της προστασίας που παρέχουν τα απορρέοντα από την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων δικαιώματα (ήτοι, να απολαύει προστασίας πέραν αυτής που ρητώς παρέχει η νομοθεσία);
81.
Είναι σαφές γιατί ορισμένα κοινωνικά πλεονεκτήματα πρέπει να παρέχονται ανεξαρτήτως του τόπου κατοικίας. Τούτο ισχύει προδήλως στην περίπτωση που το πλεονέκτημα συνδέεται εγγενώς με τη λύση εργασιακής σχέσεως ή με την ολοκλήρωση της σταδιοδρομίας ενός εργαζομένου ( 61 ). Παραδείγματος χάριν, αποζημίωση λόγω απολύσεως δικαιούται εξ ορισμού ένα πρόσωπο που εργαζόταν προηγουμένως, αλλά όχι πλέον. Σε τέτοιες περιπτώσεις, πρέπει να είναι δυνατή η επίκληση της ιδιότητας του πρώην εργαζομένου. Το παράγωγο δίκαιο επιβεβαιώνει την άποψη αυτή ( 62 ).
82.
Όταν το γεγονός ή η κατάσταση βάσει των οποίων χορηγείται ένα κοινωνικό πλεονέκτημα επέρχονται μετά τη λύση της σχέσεως εργασίας και δεν συνδέονται με το γεγονός αυτό ούτε με την προηγούμενη απασχόληση του εργαζομένου, δεν είναι, κατ’ αρχήν, δυνατόν να γίνεται στο εξής επίκληση, παραδείγματος χάριν, του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 ούτε του άρθρου 45 ΣΛΕΕ ( 63 ). Συνεπώς, σε περίπτωση που ο πρώην εργαζόμενος ξεκινήσει σπουδές στο κράτος μέλος υποδοχής, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι διατηρεί την ιδιότητά του ως εργαζόμενος και, ως εκ τούτου, δύναται να επικαλεστεί το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, προκειμένου να ζητήσει τη χορήγηση υποτροφίας για την κάλυψη των εξόδων διαβιώσεως και εκπαιδεύσεως, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει σύνδεση μεταξύ της προηγούμενης επαγγελματικής δραστηριότητας και των πραγματοποιούμενων σπουδών ( 64 ). Αντιθέτως, σε περίπτωση που η προηγούμενη σχέση εργασίας είναι απλώς παρεπόμενη των σπουδών που ζητείται να χρηματοδοτηθούν με τη χορήγηση υποτροφίας, δεν διατηρεί την ιδιότητα του εργαζομένου και η επίκλησή της δεν είναι δυνατή ( 65 ). Κατ’ εξαίρεση, εάν ο εργαζόμενος κατέστη ακουσίως άνεργος και αναγκάζεται λόγω της καταστάσεως στην αγορά εργασίας να αλλάξει επαγγελματικό προσανατολισμό και να στραφεί σε άλλον τομέα δραστηριότητας, δεν απαιτείται καμία σύνδεση με την προηγούμενη επαγγελματική δραστηριότητα ( 66 ).
83.
Τι ισχύει στην περίπτωση που το γεγονός ή η κατάσταση που δικαιολογεί τη χορήγηση ενός κοινωνικού πλεονεκτήματος προηγείται χρονικά της απώλειας της ιδιότητας του μεθοριακού εργαζομένου ή του διακινουμένου εργαζομένου, αλλά εξακολουθεί να υφίσταται και μετά την απώλεια της εν λόγω ιδιότητας;
84.
Φρονώ ότι τούτο θα εξαρτηθεί, επίσης, από το περιεχόμενο του πλεονεκτήματος και τον λόγο για τον οποίο χορηγείται.
85.
Στο πλαίσιο αυτό, πλείονες μετέχοντες στη διαδικασία επικαλέστηκαν την απόφαση Fahmi και Esmoris Cerdeiro-Pinedo Amado. Ως εκ τούτου, θα εξετάσω την υπόθεση αυτή λεπτομερέστερα.
86.
Το Δικαστήριο απεφάνθη, στην περίπτωση εκείνη, ότι ουδεμία ιδιαίτερη περίσταση δικαιολογούσε τη μη εφαρμογή της αρχής ότι η απώλεια της ιδιότητας του μεθοριακού εργαζομένου ή της ιδιότητας του διακινουμένου εργαζομένου συνεπάγεται την απώλεια της προστασίας που απορρέει από την ιδιότητα αυτή, σε περίπτωση που ένας πρώην εργαζόμενος (που δεν διαμένει πλέον στο κράτος μέλος υποδοχής) επιχειρήσει να επικαλεστεί την ελευθερία κυκλοφορίας των εργαζομένων, προκειμένου να του χορηγήσει το τελευταίο χρηματοδότηση σπουδών υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με εκείνες που το κράτος αυτό εφαρμόζει στους ημεδαπούς ( 67 ).
87.
Συγκεκριμένα, η υπόθεση αυτή αφορούσε μια πρώην εργαζόμενη που είχε λάβει επίδομα τέκνου, έπαυσε να εργάζεται, έλαβε επίδομα αναπηρίας και τότε, λόγω μιας νομοθετικής μεταρρυθμίσεως με την οποία το δικαίωμα χορηγήσεως επιδόματος τέκνου αντικαταστάθηκε από το δικαίωμα χορηγήσεως υποτροφίας σπουδών ( 68 ), έπαυσε η καταβολή του επιδόματος αυτού, καθώς η κόρη της ολοκλήρωσε τις σπουδές δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως και, ως εκ τούτου, δεν πληρούσε πλέον την προϋπόθεση του μεταβατικού καθεστώτος, κατά την οποία τα τέκνα απαιτείται να συνεχίζουν τις ίδιες σπουδές που πραγματοποιούσαν την 1η Οκτωβρίου 1995.
88.
Το Δικαστήριο απεφάνθη ότι δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις χορηγήσεως χρηματοδοτήσεως σπουδών μπορούν να παρακωλύσουν την άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από το άρθρο 45 ΣΛΕΕ, σε περίπτωση όπου ένας διακινούμενος εργαζόμενος έπαυσε να εργάζεται και επέστρεψε στο κράτος μέλος καταγωγής του, όπου επίσης ζουν τα τέκνα του ( 69 ). Για να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι (i) το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 δεν έχει την έννοια ότι πρώην εργαζόμενοι δύνανται να το επικαλεστούν, προκειμένου να ζητήσουν την άνευ δυσμενών διακρίσεων πρόσβαση στα κοινωνικά πλεονεκτήματα που χορηγεί το κράτος μέλος υποδοχής ( 70 ) · αλλά ότι (ii) είναι δυνατόν να εξακολουθεί να παραγάγει αποτελέσματα, όταν το πλεονέκτημα συνδέεται εγγενώς με τη λύση σχέσεως εργασίας ή με την ολοκλήρωση της σταδιοδρομίας ενός εργαζομένου ( 71 ), καθώς και όταν τούτο προβλέπεται ρητώς στη νομοθεσία ( 72 ).
89.
Λίγο καιρό μετά, στην υπόθεση Leclere και Deaconescu, το Δικαστήριο έκρινε ότι, σε περίπτωση που ένας πρώην εργαζόμενος έπαυσε να ασκεί την επαγγελματική δραστηριότητά του, «εξακολουθεί [...] να έχει δικαίωμα επί ορισμένων πλεονεκτημάτων τα οποία απέκτησε λόγω της σχέσεως εργασίας» ( 73 ). Στην εν λόγω υπόθεση, ο γενικός εισαγγελέας F. G. Jacobs τόνισε ότι σημασία έχει εάν το πλεονέκτημα χορηγείται σε πρώην ημεδαπό εργαζόμενο (ο οποίος δεν άσκησε το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας) λόγω της ιδιότητάς του ως πρώην εργαζομένου ανεξαρτήτως της κατοικίας του. Εάν η απάντηση είναι αρνητική, τότε ο πρώην διακινούμενος ή μεθοριακός εργαζόμενος δεν δύναται πλέον να επικαλεστεί την προστασία που απορρέει από την ιδιότητα αυτή ( 74 ).
90.
Συμπεραίνω —και τονίζω εκ νέου ότι ασχολούμαι θεωρητικώς με το ζήτημα αυτό— ότι ένας πρώην εργαζόμενος δεν δύναται να εξακολουθήσει να απολαύει του συνόλου των πλεονεκτημάτων που είχε κατά τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσεως. Η έννοια του «κοινωνικού πλεονεκτήματος» κατά το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 είναι ιδιαιτέρως ευρεία και περιλαμβάνει πλεονεκτήματα που δύνανται είτε να συνδέονται είτε να μη συνδέονται με τη σύμβαση εργασίας, και χορηγούνται σε ημεδαπούς εργαζομένους, κυρίως λόγω της αντικειμενικής ιδιότητάς τους ως εργαζομένων ή λόγω του γεγονότος και μόνον ότι διαμένουν επί του εθνικού εδάφους ( 75 ). Ο πρώην εργαζόμενος μπορεί να εξακολουθήσει να επικαλείται τα δικαιώματα που απορρέουν από την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, στο μέτρο κατά το οποίο αφορούν κοινωνικά πλεονεκτήματα που συνδέονται με την πρώην εργασιακή του σχέση. Εντούτοις, η κινητή χρηματοδότηση σπουδών, όπως η MNSF, γενικώς δεν χορηγείται σε εργαζομένους (ή στα συντηρούμενα τέκνα τους) λόγω της εργασιακής τους σχέσεως. Πρόκειται για κοινωνικό πλεονέκτημα που οι Κάτω Χώρες χορηγούν σε κάθε πολίτη της Ένωσης που επιθυμεί να σπουδάσει εκτός των Κάτω Χωρών και είναι επαρκώς ενταγμένος στις Κάτω Χώρες. Επομένως, το δίκαιο της Ένωσης δεν επιτρέπει στις Κάτω Χώρες να αρνηθούν τη χορήγηση ενός τέτοιου πλεονεκτήματος σε πολίτες της Ένωσης που έχουν ασκήσει την ελευθερία κυκλοφορίας των εργαζομένων (καθώς η αντικειμενική ιδιότητα του εργαζομένου αποτελεί ευθύς εξαρχής απόδειξη εντάξεως).
91.
Τούτο σημαίνει επίσης, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας F. G. Jacobs ( 76 ), ότι όταν κράτος μέλος συνεχίζει να χορηγεί κοινωνικό πλεονέκτημα σε πρώην εργαζομένους παρά τη λύση της εργασιακής τους σχέσεως και ανεξαρτήτως κατοικίας, δεν δύναται να εισαγάγει δυσμενείς διακρίσεις κατά πρώην εργαζομένων που είτε είναι υπήκοοι άλλων κρατών μελών είτε έχουν ασκήσει την ελευθερία κυκλοφορίας των εργαζομένων. Στο πλαίσιο αυτό, ένας πρώην μεθοριακός εργαζόμενος ή πρώην διακινούμενος εργαζόμενος δύναται να εξακολουθήσει να επικαλείται την προστασία που παρέχεται με το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, όσον αφορά τα πλεονεκτήματα που έλαβε πριν από την απώλεια της ιδιότητας του μεθοριακού εργαζομένου ή της ιδιότητας του διακινουμένου εργαζομένου.
92.
Συνεπώς, εναπόκειται στο κράτος μέλος να αποφασίσει εάν (ημεδαποί) πρώην εργαζόμενοι εξακολουθούν να δικαιούνται ένα κοινωνικό πλεονέκτημα, όπως η χρηματοδότηση σπουδών μετά τη λύση της σχέσεως εργασίας, λόγω της προηγούμενης εργασίας τους. Εάν τούτο ισχύει, το κράτος μέλος δεν δύναται να επιφυλάσσει λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση στους εργαζομένους που είναι πολίτες άλλου κράτους μέλους και/ή έχουν ασκήσει την ελευθερία τους κυκλοφορίας των εργαζομένων.
Άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68
93.
Μολονότι το αιτούν δικαστήριο ζητεί καθοδήγηση μόνον ως προς την ερμηνεία του άρθρου 45 ΣΛΕΕ και του άρθρου 7 του κανονισμού 1612/68, άπαντες οι μετέχοντες στη διαδικασία εξέτασαν επίσης το άρθρο 12 του εν λόγω κανονισμού στο πλαίσιο της απαντήσεώς τους στο πρώτο ερώτημα (περιλαμβανομένου του ζητήματος εάν αυτό δύναται γενικά να εφαρμοστεί στο τέκνο ενός μεθοριακού εργαζομένου). Χάριν πληρότητας, θα ολοκληρώσω αυτό το σκέλος των προτάσεών μου με την ερμηνεία της διατάξεως αυτής.
94.
Το άρθρο 12 παρέχει ένα ατομικό, αυτοτελές δικαίωμα στα τέκνα των εργαζομένων που εργάζονται ή έχουν εργαστεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους ( 77 ). Τους εγγυάται την πρόσβαση, μεταξύ άλλων, στο σύστημα γενικής εκπαιδεύσεως στο κράτος μέλος όπου εργάζεται ή εργαζόταν ο γονέας τους (ήτοι, είναι ή ήταν διακινούμενος εργαζόμενος) υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους του κράτους αυτού, υπό την προϋπόθεση ότι διαμένουν στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής ( 78 ). Επομένως, τέκνα που βρίσκονται στην κατάσταση αυτή δύνανται να πραγματοποιήσουν και, αναλόγως των περιστάσεων, να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους στο κράτος μέλος υποδοχής ( 79 ). Επίσης, δύνανται να επικαλούνται το άρθρο 12, σε περίπτωση που το κράτος μέλος υποδοχής παρέχει στους υπηκόους του τη δυνατότητα να λάβουν υποτροφία για σπουδές ή εκπαίδευση παρεχόμενη στην αλλοδαπή ( 80 ). Προκειμένου να επικαλεστεί το άρθρο 12, ο αιτών δεν απαιτείται να είναι συντηρούμενο τέκνο διακινουμένου εργαζομένου ούτε να αποδείξει ότι αμφότεροι οι γονείς του έχουν δικαίωμα διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής ούτε να αποδείξει ότι οι γονείς του εξακολουθούν να είναι διακινούμενοι εργαζόμενοι ( 81 ). Επίσης, δεν είναι αναγκαίο οι γονείς του να μην έχουν λάβει διαζύγιο ή να είναι αμφότεροι πολίτες της Ένωσης ( 82 ). Σημασία έχει το τέκνο να έχει ζήσει με τους γονείς του (ή με έναν εκ των γονέων) στο κράτος μέλος υποδοχής, ενόσω ένας τουλάχιστον εκ των γονέων διέμενε εκεί ως εργαζόμενος ( 83 ). Εν προκειμένω, το άρθρο 12 συμβάλλει στον γενικό σκοπό του κανονισμού 1612/68 να εξασφαλίσει τις βέλτιστες δυνατές συνθήκες για την ένταξη της οικογένειας του διακινουμένου εργαζομένου στην κοινωνία του κράτους μέλους υποδοχής ( 84 ). Το τέκνο ενός διακινουμένου εργαζομένου πρέπει να έχει τη δυνατότητα να αρχίσει τη σχολική εκπαίδευση και τις σπουδές του στο κράτος μέλος υποδοχής, ώστε να μπορέσει να ολοκληρώσει επιτυχώς τις σπουδές αυτές ( 85 ). Ως εκ τούτου, το δικαίωμα προσβάσεως στην εκπαίδευση και το συνακόλουθο δικαίωμα διαμονής δεν παύουν μέχρι το τέκνο να ολοκληρώσει τις σπουδές του ( 86 ).
95.
Ωστόσο, ο μεθοριακός εργαζόμενος εξ ορισμού δεν διαμένει και ταυτοχρόνως εργάζεται στο κράτος μέλος υποδοχής.
96.
Πράγματι, από το γράμμα του άρθρου 12 προκύπτει ότι αυτό δεν έχει εφαρμογή σε τέκνα μεθοριακών εργαζομένων. Ωστόσο, φαίνεται ότι η ερμηνεία αυτή δύσκολα συμβιβάζεται με την αρχή ότι οι διακινούμενοι και οι μεθοριακοί εργαζόμενοι πρέπει να τυγχάνουν της ίδιας μεταχειρίσεως, η οποία απορρέει από την τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1612/68, καθώς και από την πάγια νομολογία περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων ( 87 ).
97.
Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν δεν απαιτείται ο (μεθοριακός εργαζόμενος) γονέας να διαμένει στο κράτος μέλος υποδοχής, προκειμένου να τύχει εφαρμογής το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68 (ζήτημα που διευκρινίζω ότι αφήνω ανοικτό), το τέκνο πρέπει —κατά την άποψή μου— να αποδείξει κάποια μορφή συνδέσεως ή την ένταξή του στο κράτος μέλος υποδοχής, διαμένοντας ή σπουδάζοντας εκεί. Εν προκειμένω, δεν διατυπώνω κάποια οριστική άποψη ως προς το πώς ακριβώς πρέπει να καθοριστεί το όριο αυτό. Στην υπό κρίση υπόθεση, η B. Martens δεν έχει διαμείνει στις Κάτω Χώρες ενόσω ο πατέρας της ήταν μεθοριακός εργαζόμενος εκεί και η ίδια υπέβαλε αίτηση χρηματοδοτήσεως σπουδών σε εκπαιδευτικό ίδρυμα εκτός των Κάτω Χωρών.
98.
Καταλήγω ότι το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68 είναι άνευ σημασίας στην υπό κρίση υπόθεση.
Προδικαστικό ερώτημα 2: τα δικαιώματα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής των πολιτών της Ένωσης
99.
Φρονώ ότι παρέλκει να απαντήσει το Δικαστήριο στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα σχετικά με την ιθαγένεια της ΕΕ. Τα άρθρα 20 ΣΛΕΕ και 21, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ εξειδικεύονται στο άρθρο 45 ΣΛΕΕ περί της ελεύθερης κυκλοφορίας εργαζομένων ( 88 ) · και ο κύριος Martens μπορεί να συνεχίσει να επικαλείται την τελευταία διάταξη. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο διαφωνήσει και αποφασίσει να δώσει απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, φρονώ ότι η υφιστάμενη νομολογία παρέχει τα στοιχεία που απαιτούνται για να δοθεί καθοδήγηση στο αιτούν δικαστήριο.
100.
Με την απόφαση στην υπόθεση C‑542/09, το Δικαστήριο δεν εξέτασε το ζήτημα της εφαρμογής του κανόνα τρία από τα έξι έτη σε συντηρούμενα τέκνα υπηκόων Κάτω Χωρών που δεν ασκούν οικονομική δραστηριότητα στις Κάτω Χώρες ούτε διαμένουν εκεί. Ωστόσο, το Δικαστήριο εξέτασε παρόμοια μέτρα σε μεταγενέστερες υποθέσεις, στο πλαίσιο των δικαιωμάτων που απορρέουν από την ιθαγένεια της ΕΕ, αποφαινόμενο ιδίως επί αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως που αφορούσαν Γερμανούς υπηκόους, οι οποίοι ζούσαν εκτός Γερμανίας και είχαν υποβάλει αίτηση χρηματοδοτήσεως σπουδών στη Γερμανία ( 89 ).
101.
Επί της ουσίας, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα κράτη μέλη που χορηγούν υποτροφίες για σπουδές ή εκπαίδευση σε άλλο κράτος μέλος οφείλουν να μεριμνούν, ώστε οι όροι χορηγήσεως των επιδομάτων αυτών να μη συνεπάγονται αδικαιολόγητο περιορισμό του δικαιώματος κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 21 ΣΛΕΕ ( 90 ). Κρίθηκε ότι η απαίτηση αδιάλειπτης διαμονής για ορισμένη περίοδο συνιστά έναν τέτοιο περιορισμό: δύναται να αποτρέψει πολίτες να ασκήσουν το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής εντός άλλου κράτους μέλους, καθώς εάν το ασκήσουν, ενδέχεται να απολέσουν το δικαίωμα λήψεως υποτροφίας σπουδών ή εκπαιδεύσεως ( 91 ).
102.
Εξετάζοντας εάν ένα τέτοιο μέτρο δύναται να δικαιολογηθεί από αντικειμενικούς λόγους γενικού συμφέροντος (ανεξαρτήτως ιθαγένειας), καθώς και από τον αναλογικό του χαρακτήρα προς τον θεμιτό επιδιωκόμενο σκοπό, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι είναι θεμιτό τα κράτη μέλη να εξαρτούν την οικονομική ενίσχυση για ολόκληρο τον κύκλο σπουδών στην αλλοδαπή από τον όρο ότι οι σπουδαστές επιδεικνύουν επαρκή βαθμό εντάξεως στο κράτος μέλος που παρέχει τη χρηματοδότηση ( 92 ). Το Δικαστήριο χαρακτήρισε τον σκοπό αυτόν ως μέσο προς επίτευξη ενός άλλου σκοπού, ήτοι της αποφυγής της υπέρμετρης επιβαρύνσεως του κράτους μέλους που παρέχει τη χρηματοδότηση, η οποία θα μπορούσε να έχει επιπτώσεις στο συνολικό ύψος των επιδομάτων που δύναται να χορηγήσει το κράτος αυτό ( 93 ). Ωστόσο, κρίθηκε ότι η απαίτηση μόνο της αδιάλειπτης διαμονής για ορισμένη περίοδο είναι υπερβολική ως προς το πεδίο εφαρμογής και τα αποτελέσματά της και υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού· ως εκ τούτου, κρίθηκε ότι αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας ( 94 ). Ο επαρκής βαθμός συνδέσεως με το κράτος μέλος που παρέχει χρηματοδότηση μπορεί να αποδειχθεί και μέσω άλλων παραγόντων, όπως η ιθαγένεια, οι σπουδές, η οικογένεια, η εργασία, οι γλωσσικές δεξιότητες ή η ύπαρξη άλλων κοινωνικών και οικονομικών παραγόντων ( 95 ).
103.
Συνεπώς, ακόμη και αν ένας πολίτης της Ένωσης δεν ασκεί (ή δεν ασκεί πλέον) οικονομική δραστηριότητα, η εργασία και η οικογένεια μπορούν να θεμελιώσουν τη σύνδεση με το κράτος μέλος από το οποίο ζητείται χρηματοδότηση. Τούτο περιλαμβάνει ειδικότερα την (προηγούμενη) εργασία του οικείου σπουδαστή, αλλά ενδεχομένως επίσης την τρέχουσα ή την προηγούμενη εργασία των μελών της οικογένειας που συντηρούν τον σπουδαστή (συνήθως των γονέων) ( 96 ). Καθώς ο βαθμός συνδέσεως είναι απλώς ένας όρος που τίθεται για τον περιορισμό του αριθμού των δικαιούχων, ώστε να αποτραπεί ο κίνδυνος υπέρμετρης οικονομικής επιβαρύνσεως του κράτους μέλους που χορηγεί τη χρηματοδότηση, φρονώ ότι επιβάλλεται να ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι ο γονέας έχει στο παρελθόν συνεισφέρει στο δημόσιο ταμείο.
104.
Υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ενδέχεται ο τόπος και το είδος των σπουδών να ασκεί επιρροή στην εκτίμηση του ζητήματος εάν ένας πολίτης της Ένωσης είναι επαρκώς συνδεδεμένος με το κράτος μέλος που χορηγεί τη χρηματοδότηση· ωστόσο, φρονώ ότι πρόκειται για ένα πρόσθετο, παρά υποχρεωτικό, στοιχείο.
105.
Στην υπό κρίση υπόθεση, η B. Martens είναι, δυνάμει της ιθαγένειάς της, πολίτης της Ένωσης που άσκησε την ελευθερία της κυκλοφορίας και διαμονής εντός του εδάφους των κρατών μελών, όταν μετοίκησε μαζί με τους γονείς της από τις Κάτω Χώρες στο Βέλγιο. Συνεπώς, δύναται να επικαλείται τα άρθρα 20 ΣΛΕΕ και 21 ΣΛΕΕ, ακόμη και έναντι του κράτους μέλους της ιθαγένειάς της (Κάτω Χώρες).
106.
Το γεγονός και μόνον ότι παρήλθε σημαντικό χρονικό διάστημα, αφότου άσκησε τα εν λόγω δικαιώματα ελεύθερης κυκλοφορίας, είναι αυτό καθ’ εαυτό άνευ σημασίας ως προς το ζήτημα εάν είναι δυνατή η άντληση δικαιωμάτων από τα άρθρα 20 ΣΛΕΕ και 21 ΣΛΕΕ, εφόσον έχει ασκηθεί αδιαλείπτως το δικαίωμα διαμονής σε άλλο κράτος μέλος ( 97 ).
107.
Καίτοι είναι μάλλον αληθές ότι η MNSF δεν υφίστατο ακόμη όταν η B. Martens και η οικογένειά της μετοίκησαν στο Βέλγιο (και, ως εκ τούτου, δεν εμπόδιζε τότε την άσκηση των δικαιωμάτων τους ελεύθερης κυκλοφορίας), εντούτοις η εφαρμογή του κανόνα τρία από τα έξι έτη δυσχεραίνει τη θέση της, λόγω της αδιάλειπτης διαμονής της εκτός των Κάτω Χωρών.
108.
Οι Κάτω Χώρες πρέπει να επιφυλάξουν την ίδια νομική μεταχείριση ανεξάρτητα από την ιθαγένεια των αιτούντων, κατά την επιλογή των δικαιούχων της χορηγούμενης χρηματοδοτήσεως σπουδών, είτε οι σπουδές πραγματοποιούνται σε άλλα κράτη μέλη είτε εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επίσης, δεν επιτρέπεται να δυσχεραίνουν τη θέση των αιτούντων που έχουν ασκήσει τα δικαιώματά τους κυκλοφορίας και διαμονής σε άλλο κράτος μέλος. Στην υπόθεση D’Hoop, το Δικαστήριο απεφάνθη σαφώς ότι «θα ήταν ασυμβίβαστο με το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας να είναι δυνατόν να υποστεί ο πολίτης αυτός εντός του κράτους μέλους του οποίου είναι υπήκοος λιγότερο ευμενή μεταχείριση από αυτή της οποίας θα ετύγχανε αν δεν είχε κάνει χρήση των διευκολύνσεων που παρέχει η Συνθήκη στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας» ( 98 ). Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το κράτος μέλος ουσιαστικώς θα τιμωρούσε τον υπήκοό του, επειδή άσκησε το δικαίωμά του ελεύθερης κυκλοφορίας ( 99 ).
109.
Η εφαρμογή του κανόνα τρία από τα έξι έτη στην B. Martens έχει αυτό ακριβώς το αποτέλεσμα. Η B. Martens δεν πληροί τον εν λόγω κανόνα, καθώς, αφού μετοίκησε σε μικρή ηλικία στο Βέλγιο από τις Κάτω Χώρες, συνέχισε να διαμένει στο Βέλγιο τουλάχιστον μέχρι το χρονικό σημείο της εγγραφής της στο Πανεπιστήμιο των Ολλανδικών Αντιλλών.
110.
Προκειμένου να δικαιολογήσουν την εφαρμογή του κανόνα τρία από τα έξι έτη, οι Κάτω Χώρες επικαλούνται τη νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία τα κράτη μέλη δύνανται να χορηγούν τις εν λόγω ενισχύσεις μόνο σε σπουδαστές που επιδεικνύουν ορισμένο βαθμό εντάξεως στην κοινωνία του οικείου κράτους μέλους ( 100 ).
111.
Μολονότι το Δικαστήριο έχει πράγματι αναγνωρίσει τον σκοπό αυτό, έχει ταυτοχρόνως τονίσει ότι η εφαρμογή αποκλειστικώς και μόνον του κριτηρίου διαμονής είναι υπερβολική ως προς τα αποτελέσματα και το πεδίο εφαρμογής της. Κατά την άποψή μου, είναι εν προκειμένω άνευ σημασίας το ότι, σε αντίθεση με την προϋπόθεση διαμονής στη Γερμανία η οποία αποτελεί το αντικείμενο υποθέσεων όπως η υπόθεση Prinz και η υπόθεση Thiele Meneses, ο Wsf 2000 δεν απαιτεί οι σπουδαστές να έχουν διαμείνει στις Κάτω Χώρες για αδιάλειπτη περίοδο τριών ετών αμέσως πριν από την έναρξη σπουδών στην αλλοδαπή. Η εν λόγω διαφορά δεν μεταβάλλει την απόλυτη και αποκλειστική φύση του κριτηρίου διαμονής.
112.
Χάριν πληρότητας, επισημαίνω ότι ο κανόνας τρία από τα έξι έτη δεν είναι απόλυτος κανόνας (καθώς ο Υπουργός δύναται να απόσχει από την εφαρμογή του, εφαρμόζοντας τη ρήτρα επιείκειας) ( 101 ). Ωστόσο, το Δικαστήριο δεν διαθέτει ή διαθέτει ελάχιστες πληροφορίες σχετικά με το περιεχόμενο και την εφαρμογή της συγκεκριμένης ρήτρας. Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός ότι σε ορισμένες περιπτώσεις ο Υπουργός δύναται κατά διακριτική ευχέρεια να μην εφαρμόσει έναν αδικαιολόγητο περιορισμό των δικαιωμάτων που απορρέουν από την ιθαγένεια της ΕΕ δεν ασκεί επιρροή στην παρούσα ανάλυση. Ό,τι απαγορεύεται από το δίκαιο της Ένωσης απαγορεύεται [Το αυτό ισχύει και για την εξαίρεση των (τέκνων των) μεθοριακών εργαζομένων και των προσώπων ολλανδικής ιθαγένειας που ζουν σε μεθοριακή περιοχή και επιθυμούν να σπουδάσουν σε ένα εκπαιδευτικό ίδρυμα εκεί].
Πρόταση
113.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω παρατηρήσεων, φρονώ ότι το Δικαστήριο πρέπει να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Centrale Raad van Beroep ως εξής:
To άρθρο 45 ΣΛΕΕ και το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας, απαγορεύουν στις Κάτω Χώρες να αρνηθούν, δυνάμει του κανόνα τρία από τα έξι έτη, τη χορήγηση χρηματοδοτήσεως σπουδών στο συντηρούμενο τέκνο μεθοριακού εργαζομένου ολλανδικής ιθαγένειας, όσο αυτός είναι μεθοριακός εργαζόμενος. Εάν ο εν λόγω μεθοριακός εργαζόμενος παύσει να εργάζεται στις Κάτω Χώρες και ασκήσει την ελευθερία κυκλοφορίας των εργαζομένων, προκειμένου να αναλάβει εργασία υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως σε άλλο κράτος μέλος, και ανεξαρτήτως του τόπου κατοικίας του, το άρθρο 45 ΣΛΕΕ απαγορεύει στις Κάτω Χώρες την εφαρμογή μέτρων τα οποία, εκτός εάν δικαιολογούνται αντικειμενικώς, έχουν ως αποτέλεσμα την αποθάρρυνση του εργαζομένου αυτού από την άσκηση των δικαιωμάτων του που απορρέουν από το άρθρο 45 ΣΛΕΕ, καθώς και την απώλεια εκ μέρους του, λόγω της ασκήσεως των δικαιωμάτων του ελεύθερης κυκλοφορίας, κοινωνικών πλεονεκτημάτων που χορηγούνται δυνάμει της ολλανδικής νομοθεσίας, όπως η κινητή χρηματοδότηση σπουδών για το συντηρούμενο τέκνο του.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 2 ) EU:C:2012:346.
( 3 ) Κανονισμός (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33). Ο κανονισμός (ΕΕ) 492/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2011, που αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων στο εσωτερικό της Ένωσης (ΕΕ L 141, σ. 1) κατάργησε τον κανονισμό 1612/68 από τις 16 Ιουνίου 2011 (και, συνεπώς, κατόπιν των πραγματικών περιστατικών που ασκούν επιρροή στην παρούσα υπόθεση). Εν πάση περιπτώσει, το κείμενο του άρθρου 7, παράγραφος 2, και του άρθρου 12 του κανονισμού 1612/68 παρέμεινε αμετάβλητο στον κανονισμό 492/2011 και, ως εκ τούτου, παραπέμπω σε αμφότερες τις ρυθμίσεις σε ενεστώτα χρόνο.
( 4 ) Βλ. άρθρο 1 του Statuut voor het Koninkrijk der Nederlanden (σημείο 14 κατωτέρω).
( 5 ) Παράρτημα ΙΙ, Υπερπόντιες χώρες και εδάφη στις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις του τέταρτου μέρους της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2012, C 326, σ. 336).
( 6 ) Εν προκειμένω, δεν προκύπτει από τις ρυθμίσεις που έχουν εκδοθεί βάσει του άρθρου 203 ΣΛΕΕ εάν ο κύριος Martens και η κόρη του δύνανται να επικαλεστούν το δίκαιο της Ένωσης στην παρούσα υπόθεση.
( 7 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ (ΕΕ L 158, σ. 77, και διορθωτικά ΕΕ 2004, L 229, σ. 35, ΕΕ 2005, L 30, σ. 27, ΕΕ 2005, L 197, σ. 34 και ΕΕ 2007, L 204, σ. 28).
( 8 ) Τα υπόλοιπα νησιά των Ολλανδικών Αντιλλών που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ της ΣΛΕΕ (ειδικότερα Μποναίρ, Άγιος Ευστράτιος και Σάμπα) υπάγονται, όπως φαίνεται, σε ελαφρά διαφορετικό καθεστώς κατά τον Χάρτη.
( 9 ) Η έννοια αυτή είναι ευρύτερη από εκείνη του μεθοριακού εργαζομένου. Ο τελευταίος δουλεύει σε κράτος μέλος και διαμένει σε συνοριακή περιοχή ενός γειτονικού κράτους μέλους. Αντιθέτως, η πρώτη έννοια περιλαμβάνει επίσης τους εργαζομένους που εργάζονται σε ένα κράτος μέλος και διαμένουν σε άλλο κράτος μέλος, αλλά όχι μόνο σε συνοριακή περιοχή ενός γειτονικού κράτους μέλους. Βλ., επίσης, παραδείγματος χάριν, την απόφαση S (C‑457/12, EU:C:2014:136, σκέψεις 38 και 39).
( 10 ) Οι περιοχές αυτές είναι η Φλάνδρα, η μητροπολιτική περιφέρεια των Βρυξελλών στο Βέλγιο, καθώς και η Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία, η Κάτω Σαξωνία και η Βρέμη στη Γερμανία.
( 11 ) EU:C:2012:346.
( 12 ) Βλ., επίσης, σημεία 19 και 20 ανωτέρω.
( 13 ) Βλ. σημεία 17 και 24 ανωτέρω.
( 14 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, απόφαση Prinz (C‑523/11 και C‑585/11, EU:C:2013:524, σκέψη 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 15 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, τις αποφάσεις Morgan και Bucher (C‑11/06 και C‑12/06, EU:C:2007:626, σκέψη 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία)· Prinz (EU:C:2013:524, σκέψη 30 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία)· Elrick (C‑275/12, EU:C:2013:684, σκέψη 25).
( 16 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, απόφαση Förster (C‑158/07, EU:C:2008:630).
( 17 ) Βλ., επίσης, σημείο 90 κατωτέρω.
( 18 ) Απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (EU:C:2012:346, σκέψεις 34, 35 και 48 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 19 ) Για τη σχέση μεταξύ των άρθρων 21 ΣΛΕΕ και 45 ΣΛΕΕ, βλ., παραδείγματος χάριν, απόφαση Caves Krier Frères (C‑379/11, EU:C:2012:798, σκέψη 30 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 20 ) Βλ. σημείο 15 ανωτέρω. Εάν ο Υπουργός είχε δεχθεί ότι οι σπουδές της B. Martens πραγματοποιούνταν «στις Κάτω Χώρες» και όχι αλλού (ώστε αυτή ζητούσε κινητή χρηματοδότηση σπουδών), αυτή θα ήταν αυτοδικαίως επιλέξιμη για χρηματοδότηση, ως υπήκοος Κάτω Χωρών.
( 21 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, απόφαση Χ και TBG (C‑24/12 και C‑27/12, EU:C:2014:1385, σκέψη 45 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 22 ) Έτσι, παραδείγματος χάριν, δεν υφίσταται καμία ρητή διάταξη για τις κινήσεις των κεφαλαίων μεταξύ κρατών μελών και ΥΧΕ. Ωστόσο, η ελεύθερη κίνηση των κεφαλαίων κατοχυρώνεται σε μια διάταξη (το άρθρο 63 ΣΛΕΕ) με απεριόριστο εδαφικό πεδίο εφαρμογής και, ως εκ τούτου, έχει απαραιτήτως εφαρμογή στην κυκλοφορία κεφαλαίων από και προς ΥΧΕ, υπό την ιδιότητά τους ως τρίτων κρατών. Βλ., παραδείγματος χάριν, απόφαση Prunus (C‑384/09, EU:C:2011:276, σκέψεις 20 και 31).
( 23 ) Βλ. απόφαση Prunus (EU:C:2011:276, σκέψη 29 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 24 ) Δεν προκύπτει σαφώς από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως εάν κατέστη κάτοικος Κουρασάο, όταν ξεκίνησε τις σπουδές της εκεί, ή εάν παρέμεινε κάτοικος Βελγίου κατά τις κείμενες διατάξεις.
( 25 ) Βλ., επίσης, σημείο 106 κατωτέρω.
( 26 ) Βλ. απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (EU:C:2012:346, σκέψη 64).
( 27 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, απόφαση Gouvernement de la Communauté française και Gouvernement wallon (C‑212/06, EU:C:2008:178, σκέψη 44 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 28 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, απόφαση Gouvernement de la Communauté française και Gouvernement wallon (EU:C:2008:178, σκέψη 45 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 29 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, απόφαση Gouvernement de la Communauté française και Gouvernement wallon (EU:C:2008:178, σκέψη 46 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 30 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, απόφαση Terhoeve (C‑18/95, EU:C:1999:22, σκέψεις 38 και 39 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 31 ) Το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/38 ορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ένας πολίτης της Ένωσης διατηρεί την ιδιότητα του μισθωτού ή του μη μισθωτού κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, ήτοι υπό τις οποίες μπορεί να επικαλείται το δικαίωμα διαμονής του στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής για περίοδο μεγαλύτερη των τριών μηνών.
( 32 ) Ο πατέρας της Β. Martens δεν είναι, επομένως, στην ίδια θέση με την M. Esmoris Cerdeiro‑Pinedo Amado. Με την απόφαση Fahmi και Esmoris Cerdeiro-Pinedo Amado (C‑33/99, EU:C:2001:176), το Δικαστήριο έκρινε ότι η εν λόγω κυρία δεν μπορούσε να επικαλεστεί το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, προκειμένου να αξιώσει τη διατήρηση ενός κοινωνικού πλεονεκτήματος, όπως η χρηματοδότηση σπουδών, για τον λόγο ότι έπαυσε να ασκεί οικονομική δραστηριότητα στο κράτος μέλος υποδοχής και επέστρεψε στο κράτος μέλος καταγωγής της (σκέψεις 46 και 47). Ωστόσο, σε αντίθεση με τον κύριο Martens, η Μ. Esmoris Cerdeiro-Pinedo Amado δεν άσκησε την ελευθερία κυκλοφορίας των εργαζομένων κατά τη μετοίκησή (επιστροφή) της στο κράτος μέλος καταγωγής της.
( 33 ) Ένα μέτρο που παρακωλύει την ελευθερία κυκλοφορίας των εργαζομένων δύναται να επιτραπεί, εφόσον επιδιώκει την επίτευξη θεμιτού σκοπού συμβατού με τις Συνθήκες και δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος. Επίσης, το μέτρο πρέπει να είναι πρόσφορο για την επίτευξη του οικείου σκοπού και να μην υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Βλ., παραδείγματος χάριν, απόφαση Olympique Lyonnais (C‑325/08, EU:C:2010:143, σκέψη 38 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Ωστόσο, ουδέν στοιχείο παρουσιάστηκε εν προκειμένω ενώπιον του Δικαστηρίου υπέρ της αντικειμενικής δικαιολογήσεως ενός τέτοιου εμποδίου, βάσει του άρθρου 45 ΣΛΕΕ.
( 34 ) Απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (EU:C:2012:346, σκέψεις 32 και 33 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 35 ) Απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (EU:C:2012:346, σκέψη 38 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, η υπογράμμιση δική μου). Βλ., επίσης, παραδείγματος χάριν, απόφαση Giersch κ.λπ. (C‑20/12, EU:C:2013:411, σκέψη 44).
( 36 ) Απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (EU:C:2012:346, σκέψη 38 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Βλ., επίσης, παραδείγματος χάριν, απόφαση Giersch κ.λπ. (EU:C:2013:411, σκέψη 45).
( 37 ) Απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (EU:C:2012:346, σκέψη 44).
( 38 ) Βλ, παραδείγματος χάριν, την πρώτη και τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1612/68. Όσον αφορά το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, βλ., παραδείγματος χάριν, απόφαση Hendrix (C‑287/05, EU:C:2007:494, σκέψη 53).
( 39 ) Βλ, παραδείγματος χάριν, απόφαση Giersch κ.λπ. (EU:C:2013:411, σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 40 ) Βλ, παραδείγματος χάριν, απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (EU:C:2012:346, σκέψη 48 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 41 ) Βλ, παραδείγματος χάριν, απόφαση Meeusen (C‑337/97, EU:C:1999:284, σκέψη 25).
( 42 ) Η γενική εισαγγελέας J. Kokott επισήμανε ότι, μολονότι το γράμμα του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 φαίνεται να υπολείπεται της εγγυήσεως που παρέχει το άρθρο 45 ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο εφαρμόζει παράλληλα το άρθρο 7, παράγραφος 2, και το άρθρο 45 ΣΛΕΕ, και ερμηνεύει το άρθρο 7 με τον ίδιο τρόπο όπως το άρθρο 45 ΣΛΕΕ: βλ. προτάσεις στην υπόθεση Hendrix (C‑287/05, EU:C:2007:196, σημείο 31).
( 43 ) Βλ. απόφαση Hartmann (C‑212/05, EU:C:2007:437, σκέψη 17, η υπογράμμιση δική μου), με την οποία το Δικαστήριο επανέλαβε συνοπτικά τα κριθέντα στην υπόθεση Ritter-Coulais (C‑152/03, EU:C:2006:123, σκέψεις 31 και 32). Εν προκειμένω, ο κύριος Hartmann είχε απλώς μεταφέρει την κατοικία του σε άλλο κράτος μέλος. Στην παρούσα υπόθεση, ο κύριος Martens αρχικώς μετέφερε την κατοικία του και ανέλαβε εργασία σε άλλο κράτος μέλος και κατόπιν επέστρεψε στις Κάτω Χώρες, προκειμένου να εργαστεί εκεί υπό καθεστώς μερικής απασχολήσεως, παραμένοντας κάτοικος Βελγίου. Βλ., επίσης, παραδείγματος χάριν, απόφαση Hendrix (EU:C:2007:494, σκέψη 46): ο D. P. W. Hendrix, υπήκοος Κάτω Χωρών, εργαζόταν και διέμενε στις Κάτω Χώρες· κατόπιν, μετέφερε την κατοικία του σε άλλο κράτος μέλος και εν συνεχεία ανέλαβε εργασία στις Κάτω Χώρες. Βλ., ομοίως, παραδείγματος χάριν, αποφάσεις Gouvernement de la Communauté française και Gouvernement wallon (EU:C:2008:178, σκέψη 34 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία)· Caves Krier Frères (EU:C:2012:798, σκέψη 25 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία)· Saint Prix (C‑507/12, EU:C:2014:2007, σκέψη 34 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 44 ) Απόφαση Hartmann (EU:C:2007:437, σκέψη 19).
( 45 ) Απόφαση Hartmann (EU:C:2007:437, σκέψη 19 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 46 ) Απόφαση Hartmann (EU:C:2007:437, σκέψη 24 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 47 ) Απόφαση Hartmann (EU:C:2007:437, σκέψη 24 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία)· βλ., επίσης, παραδείγματος χάριν, απόφαση Hendrix (EU:C:2007:494, σκέψη 47).
( 48 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, απόφαση Terhoeve (EU:C:1999:22, σκέψεις 28 και 29). Ωστόσο, στην υπόθεση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι το επίμαχο μέτρο αποτελούσε εμπόδιο στην ελευθερία κυκλοφορίας των εργαζομένων δυνάμει του (νυν) άρθρου 45 ΣΛΕΕ και, ως εκ τούτου, παρείλκε η εξέταση του εάν εισήγαγε έμμεση δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγένειας κατά τα (νυν) άρθρα 18 ΣΛΕΕ και 45 ΣΛΕΕ, καθώς και το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 (βλ. σκέψη 41).
( 49 ) Βλ. την τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1612/68.
( 50 ) Βλ. σημεία 52 έως 57 ανωτέρω.
( 51 ) Το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως αποφανθεί ότι ένα πρόσωπο που αναζητεί ειλικρινώς εργασία είναι εργαζόμενος: βλ., παραδείγματος χάριν, απόφαση Martínez Sala (C‑85/96, EU:C:1998:217, σκέψη 32 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Επομένως, η κατάσταση ενός τέτοιου προσώπου διαφέρει από αυτήν ενός μεθοριακού ή διακινουμένου εργαζομένου που απώλεσε την ιδιότητα αυτή και δεν αναζητεί εργασία.
( 52 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, απόφαση Saint Prix (EU:C:2014:2007, σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 53 ) Έτσι (παραδείγματος χάριν), ένας εργαζόμενος που διαμένει στο κράτος μέλος της ιθαγένειάς του, ο οποίος, κατόπιν της συνταξιοδοτήσεως, μεταφέρει την κατοικία του σε άλλο κράτος μέλος άνευ οποιασδήποτε προθέσεως εργασίας σε αυτό το άλλο κράτος μέλος, δεν δύναται να επικαλεστεί το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων: βλ. απόφαση van Delft κ.λπ. (C‑345/09, EU:C:2010:610, σκέψη 90 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 54 ) Για διεξοδικότερη ανάλυση, βλ. σημεία 53 έως 58 ανωτέρω.
( 55 ) Βλ. άρθρο 24, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38.
( 56 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, άρθρα 7, παράγραφος 3, 17 και 24, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38.
( 57 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68.
( 58 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, αποφάσεις Saint Prix (EU:C:2014:2007, σκέψη 35 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία) και Caves Krier Frères (EU:C:2012:798, σκέψη 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 59 ) Βλ. απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (EU:C:2012:346, σκέψη 69).
( 60 ) Βλ., επίσης, σημείο 102 κατωτέρω.
( 61 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, απόφαση Leclere και Deaconescu (C‑43/99, EU:C:2001:303, σκέψεις 56 και 57 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 62 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 1612/68, το οποίο θεσπίζει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως σχετικά με «[...] τους όρους απασχολήσεως και εργασίας, ιδίως όσον αφορά την αμοιβή, την απόλυση, την επαγγελματική επανένταξη ή την επαναπασχόληση αν [ο εργαζόμενος που είναι υπήκοος κράτους μέλους] έχει καταστεί άνεργος».
( 63 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, απόφαση Leclere και Deaconescu (EU:C:2001:303, σκέψεις 58 και 59 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 64 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, απόφαση Lair (39/86, EU:C:1988:322, σκέψη 39).
( 65 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, απόφαση Brown (197/86, EU:C:1988:323, σκέψη 27 και 28).
( 66 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, απόφαση Raulin (C‑357/89, EU:C:1992:87, σκέψη 21). Η εν λόγω αρχή αντανακλάται επίσης στο άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/38.
( 67 ) Απόφαση Fahmi και Esmoris Cerdeiro-Pinedo Amado (EU:C:2001:176, σκέψη 51).
( 68 ) Η υπόθεση αυτή είχε, επίσης, ως αντικείμενο τη MNSF, καίτοι αυτή βρισκόταν σε προηγούμενο στάδιο της εξελίξεώς της.
( 69 ) Απόφαση Fahmi και Esmoris Cerdeiro-Pinedo Amado (EU:C:2001:176, σκέψη 43).
( 70 ) Απόφαση Fahmi και Esmoris Cerdeiro-Pinedo Amado (EU:C:2001:176, σκέψεις 46 και 47).
( 71 ) Απόφαση Fahmi και Esmoris Cerdeiro-Pinedo Amado (EU:C:2001:176, σκέψη 47). Βλ., επίσης, σημείο 81 ανωτέρω.
( 72 ) Απόφαση Fahmi και Esmoris Cerdeiro-Pinedo Amado (EU:C:2001:176, σκέψη 49).
( 73 ) Απόφαση Leclere και Deaconescu (EU:C:2001:303, σκέψη 58, η υπογράμμιση δική μου). Ωστόσο, δεν φρονώ ότι το γεγονός και μόνον ότι ένα πρόσωπο εξακολουθεί να λαμβάνει την παροχή σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι διατηρεί την ιδιότητα του εργαζομένου κατά την έννοια του κανονισμού 1612/68 (βλ., συναφώς, σκέψη 59 της αποφάσεως).
( 74 ) Προτάσεις στην υπόθεση Leclere και Deaconescu (C‑43/99, EU:C:2001:97, σημείο 98).
( 75 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, απόφαση Even και ONPTS (207/78, EU:C:1979:144, σκέψη 22).
( 76 ) Προτάσεις στην υπόθεση Leclere και Deaconescu (EU:C:2001:97, σημείο 98).
( 77 ) Βλ. σημείο 36 των προτάσεών μου στην υπόθεση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (C‑542/09, EU:C:2012:79)· βλ., επίσης, σκέψη 49 της εν λόγω αποφάσεως (EU:C:2012:346).
( 78 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, απόφαση Teixeira (C‑480/08, EU:C:2010:83, σκέψεις 44 και 45).
( 79 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, απόφαση Baumbast και R (C‑413/99, EU:C:2002:493, σκέψη 69).
( 80 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, απόφαση di Leo (C‑308/89, EU:C:1990:400, σκέψεις 12 και 15).
( 81 ) Βλ. απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (EU:C:2012:346, σκέψη 49 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 82 ) Βλ., επίσης, παραδείγματος χάριν, απόφαση Ibrahim (C‑310/08, EU:C:2010:80, σκέψη 29 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 83 ) Βλ. απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (EU:C:2012:346, σκέψη 50 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Βλ., επίσης, παραδείγματος χάριν, απόφαση Ibrahim (EU:C:2010:80, σκέψη 29 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία)· απόφαση Czop και Punakova (C‑147/11 και C‑148/11, EU:C:2012:538, σκέψη 26).
( 84 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, απόφαση Hadj Ahmed (C‑45/12, EU:C:2013:390, σκέψεις 44 και 45 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 85 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, απόφαση Hadj Ahmed (EU:C:2013:390, σκέψη 45 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 86 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, απόφαση Alarape και Tijani (C‑529/11, EU:C:2013:290, σκέψη 24 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 87 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, απόφαση Giersch κ.λπ. (EU:C:2013:411, σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Δεν εξετάζω περαιτέρω εν προκειμένω εάν η ανάλυση του Δικαστηρίου σχετικά με την ενδεχόμενη δικαιολόγηση της διακριτικής μεταχειρίσεως στη συγκεκριμένη υπόθεση θίγει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των διακινουμένων εργαζομένων και των μεθοριακών εργαζομένων.
( 88 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, απόφαση S (EU:C:2014:136, σκέψη 45 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 89 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, αποφάσεις Thiele Meneses (C‑220/12, EU:C:2013:683)· Elrick (EU:C:2013:684)· Prinz (EU:C:2013:524).
( 90 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, αποφάσεις Thiele Meneses (EU:C:2013:683, σκέψη 25)· Elrick (EU:C:2013:684, σκέψη 25)· Prinz (EU:C:2013:524, σκέψη 30 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 91 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, αποφάσεις Thiele Meneses (EU:C:2013:683, σκέψεις 27 και 28)· Prinz (EU:C:2013:524, σκέψεις 31 και 32).
( 92 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, αποφάσεις Thiele Meneses (EU:C:2013:683, σκέψη 35)· Prinz (EU:C:2013:524, σκέψη 36 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Η δικαιολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή, όταν η υποβαλλόμενη αίτηση χρηματοδοτήσεως βασίζεται στο άρθρο 45 ΣΛΕΕ και/ή στο άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68: βλ. σημείο 79 ανωτέρω και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
( 93 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, αποφάσεις Thiele Meneses (EU:C:2013:683, σκέψη 35)· Prinz (EU:C:2013:524, σκέψη 36 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Βλ., επίσης, για τον ορισμό του σκοπού αυτού, σημεία 65 έως 72 των προτάσεών μου στην υπόθεση Prinz (C‑523/11 και C‑585/11, EU:C:2013:90).
( 94 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, αποφάσεις Thiele Meneses (EU:C:2013:683, σκέψη 38)· Prinz (EU:C:2013:524, σκέψη 40).
( 95 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, αποφάσεις Thiele Meneses (EU:C:2013:683, σκέψη 38)· Prinz (EU:C:2013:524, σκέψη 38).
( 96 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, αποφάσεις Giersch κ.λπ. (EU:C:2013:411, σκέψη 78), καθώς και Stewart (C‑503/09, EU:C:2011:500, σκέψη 100). Όπως έχω ήδη επισημάνει στις προτάσεις μου στην υπόθεση Prinz (EU:C:2013:90, υποσημείωση 30), η υπόθεση Stewart αφορούσε διαφορετικό είδος κοινωνικού πλεονεκτήματος. Εντούτοις, όσον αφορά τον θεμιτό σκοπό να διασφαλιστεί η ύπαρξη ουσιαστικού δεσμού μεταξύ ενός αιτούντος επίδομα και του οικείου κράτους μέλους, το Δικαστήριο απεφάνθη ότι οι οικογενειακές συνθήκες (περιλαμβανομένου του εάν οι γονείς του αιτούντος είχαν εργαστεί και λάβει παροχές λόγω ανικανότητας προς εργασία και σύνταξη γήρατος) δύνανται να παρέχουν στοιχεία ικανά να αποδείξουν την ύπαρξη ενός τέτοιου ουσιαστικού δεσμού.
( 97 ) Έτσι, παραδείγματος χάριν, η H. Nerkowska, υπήκοος Πολωνίας, έφυγε από την Πολωνία το 1985 (αφού είχε σπουδάσει και εργαστεί εκεί για περισσότερο από 20 χρόνια), προκειμένου να εγκατασταθεί μόνιμα στη Γερμανία. Το Δικαστήριο έκρινε στην υπόθεση C‑499/06 ότι αυτή μπορούσε να αντλήσει δικαιώματα από την ιθαγένεια της ΕΕ, σχετικά με μια παροχή για την οποία υπέβαλε αίτηση στις πολωνικές αρχές το 2000: βλ. απόφαση Nerkowska [C‑499/06, EU:C:2008:300, σκέψεις 11 και 12 (επί των πραγματικών περιστατικών), καθώς και σκέψη 47].
( 98 ) Απόφαση D’Hoop (C‑224/98, EU:C:2002:432, σκέψη 30).
( 99 ) Απόφαση D’Hoop (EU:C:2002:432, σκέψη 31 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Βλ., επίσης, παραδείγματος χάριν, αποφάσεις Morgan και Bucher (EU:C:2007:626, σκέψη 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία)· Prinz (EU:C:2013:524, σκέψη 28).
( 100 ) Βλ. σημείο 102 ανωτέρω.
( 101 ) Βλ. σημείο 20 ανωτέρω.
Full & Egal Universal Law Academy