ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ THΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ELEANOR SHARPSTON
της 11ης Σεπτεμβρίου 2014 ( 1 )
Υπόθεση C‑373/13
H. T.
κατά
Land Baden-Württemberg
[αίτηση του Verwaltungsgerichtshof Baden-Württemberg (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης — Άσυλο και μετανάστευση — Κανόνες για θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων για την αναγνώριση και το καθεστώς των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως προσφύγων ή ως προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας για άλλους λόγους — Ανάκληση άδειας διαμονής βάσει του άρθρου 24, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/83 ΕΚ — Προϋποθέσεις — Έννοια των επιτακτικών λόγων εθνικής ασφάλειας ή δημόσιας τάξεως — Συμμετοχή αναγνωρισμένου πρόσφυγα στις δραστηριότητες τρομοκρατικής οργανώσεως»
1.
Η υποβληθείσα από το Verwaltungsgerichtshof Baden-Württemberg [διοικητικό εφετείο Baden-Württemberg (Γερμανία)] αίτηση προδικαστικής αποφάσεως εγείρει ορισμένα ευαίσθητα και σύνθετα ζητήματα. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διασαφηνίσει ερμηνευτικά τα άρθρα 21 και 24, παράγραφος 1, της οδηγίας για την αναγνώριση ( 2 ). Το δικαστήριο αυτό διερωτάται αν και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, με ποιον τρόπο εφαρμόζονται οι συγκεκριμένες διατάξεις όταν οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους απελαύνουν πρόσωπο στο οποίο έχει χορηγηθεί καθεστώς πρόσφυγα βάσει της οδηγίας για την αναγνώριση και του ανακαλούν την άδεια διαμονής. Σε περίπτωση ωστόσο που, παρά ταύτα, επιτραπεί στον συγκεκριμένο πρόσφυγα να παραμείνει στο έδαφος του κράτους μέλους όπου βρίσκεται, κατά πόσον είναι συμβατό με το δίκαιο της Ένωσης το γεγονός ότι δεν διαθέτει πλέον άδεια διαμονής και συνεπώς σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο δεν είναι δικαιούχος (σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό) ορισμένων κοινωνικών παροχών, όπως είναι η πρόσβαση στην απασχόληση; Σε περίπτωση που το εν λόγω πρόσωπο έχει απελαθεί για τον λόγο ότι παρέβη το εθνικό δίκαιο επειδή υποστήριζε μια τρομοκρατική οργάνωση, ποιοι παράγοντες θα πρέπει να ληφθούν υπόψη προκειμένου να αποδειχθεί ότι συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι εθνικής ασφάλειας ή δημόσιας τάξεως που να δικαιολογούν την απόφαση ανακλήσεως της άδειας διαμονής του προσώπου αυτού;
Το διεθνές δίκαιο
Η Σύμβαση της Γενεύης περί του καθεστώτος των προσφύγων
2.
Η Σύμβαση της Γενεύης περί του καθεστώτος των προσφύγων ( 3 ) στηρίζεται επί της Οικουμενικής Διακηρύξεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η οποία αναγνωρίζει το ατομικό δικαίωμα του αλλοδαπού να ζητήσει άσυλο λόγω διώξεων που υφίσταται σε άλλη χώρα. Βάσει του άρθρου 1, τμήμα Α, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της Συμβάσεως της Γενεύης, ο όρος «πρόσφυξ» εφαρμόζεται επί «[π]αντός προσώπου όπερ συνεπεία δεδικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής [ομάδος] ή πολιτικών πεποιθήσεων ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την υπηκοότητα και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης, ή εάν μη έχον υπηκοότητα τινά και ευρισκόμενον εκτός της χώρας της προηγουμένης συνήθους αυτού διαμονής, δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να επιστρέψη εις ταύτην».
3.
Η Σύμβαση της Γενεύης πέραν της αναγνωρίσεως του καθεστώτος πρόσφυγα παρέχει επίσης δικαιώματα και συνεπάγεται υποχρεώσεις. Έτσι, το άρθρο 2 ορίζει ότι κάθε πρόσφυγας υπέχει υποχρεώσεις έναντι της χώρας όπου βρίσκεται, βάσει των οποίων πρέπει ιδίως να συμμορφούται προς τους νόμους και κανονισμούς της χώρας αυτής καθώς και προς τα μέτρα που λαμβάνονται για τη διατήρηση της δημοσίας τάξεως.
4.
Η Σύμβαση της Γενεύης θεσπίζει ορισμένα στοιχειώδη δικαιώματα που απολαύει κάθε πρόσωπο χαρακτηριζόμενο ως πρόσφυγας. Οι συμβαλλόμενες χώρες οφείλουν να διασφαλίζουν στους νομίμως διαμένοντες επί του εδάφους τους πρόσφυγες δικαιώματα όπως: (i) της ασκήσεως μισθωτής επαγγελματικής απασχολήσεως ( 4 )· (ii) της ίσης μεταχειρίσεως με τους ημεδαπούς όσον αφορά τις αμοιβές (συμπεριλαμβανομένων των οικογενειακών επιδομάτων) και την κοινωνική ασφάλιση ( 5 )· (iii) της εκλογής του τόπου διαμονής αυτών όσο και της ελεύθερης κυκλοφορίας, υπό την επιφύλαξη τυχόν υπάρξεως κανόνων εφαρμοζομένων, υπό τις αυτές συνθήκες, εν γένει στους αλλοδαπούς ( 6 ).
5.
Το άρθρο 32 (τιτλοφορούμενο «Απέλαση») απαγορεύει σε κάθε συμβαλλόμενη χώρα να απελάσει έναν νομίμως διαμένοντα επί του εδάφους της πρόσφυγα για λόγους άλλους πλην εθνικής ασφάλειας ή δημόσιας τάξεως. Κάθε απόφαση απελάσεως πρέπει να λαμβάνεται σύμφωνα προς τη νομοθετικά προβλεπόμενη διαδικασία. Εφόσον επιτακτικοί λόγοι εθνικής ασφάλειας δεν αντιτίθενται σ’ αυτό, κάθε πρόσφυγας πρέπει να έχει το δικαίωμα να προσκομίζει αποδείξεις περί της αθωότητάς του και/ή να προσφεύγει κατά μιας τέτοιας αποφάσεως. Ενόσω εκκρεμεί η εκτέλεση της αποφάσεως για την απέλαση οι συμβαλλόμενες χώρες οφείλουν να παρέχουν σε κάθε πρόσφυγα λογικές προθεσμίες προς επιδίωξη άδειας κανονικής εισόδου σε άλλη χώρα. Οι συμβαλλόμενες χώρες δύνανται να εφαρμόζουν κατά τις προθεσμίες αυτές μέτρα εσωτερικής τάξεως που κρίνουν ότι απαιτούνται.
6.
Η Σύμβαση δεν περιλαμβάνει ρητή διάταξη σχετικά με την ανάκληση του καθεστώτος πρόσφυγα ( 7 ).
7.
Η αρχή της μη επαναπροωθήσεως συγκαταλέγεται μεταξύ των θεμελιωδών αρχών που διέπουν τη Σύμβαση της Γενεύης. Οι συμβαλλόμενες χώρες οφείλουν να μην απελαύνουν ή επαναπροωθούν (refouler) πρόσφυγα στα σύνορα εδαφών όπου η ζωή ή η ελευθερία του απειλείται για λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων ( 8 ). Ωστόσο, αν υπάρχουν σοβαρές αιτίες για να θεωρείται ο πρόσφυγας αυτός επικίνδυνος για την ασφάλεια της χώρας όπου βρίσκεται ή όταν έχει καταδικαστεί τελεσίδικα γα ιδιαιτέρως σοβαρό αδίκημα και συνεπώς αποτελεί κίνδυνο για τη συγκεκριμένη χώρα, δεν δικαιούται να επικαλείται το απορρέον από την αρχή της μη επαναπροωθήσεως ευεργέτημα ( 9 ).
Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών
8.
Το άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών ( 10 ) απαγορεύει τα βασανιστήρια ή την απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Το άρθρο 8 εγγυάται το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής. Το άρθρο 1 του πρωτοκόλλου αριθ. 7 της ΕΣΔΑ παρέχει ορισμένες διαδικαστικές εγγυήσεις σχετικά με την απέλαση των αλλοδαπών, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος του αλλοδαπού να προτείνει επιχειρήματα κατά της απελάσεώς του, του δικαιώματος να τύχει επανεξετάσεως η υπόθεσή του και του δικαιώματος να εκπροσωπείται για τους σκοπούς αυτούς ( 11 ).
Το δίκαιο της Ένωσης
Ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης
9.
Η απαγόρευση των βασανιστηρίων και των απάνθρωπων ή εξευτελιστικών ποινών ή μεταχειρίσεως του άρθρου 4 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( 12 ) αντιστοιχεί στο άρθρο 3 της ΕΣΔΑ. Το άρθρο 7 του Χάρτη προβλέπει ότι: «[Κ]άθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στο σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και των επικοινωνιών του». Το δικαίωμα του ασύλου τηρουμένων των κανόνων της Συμβάσεως της Γενεύης και της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης διασφαλίζεται στο άρθρο 18 του Χάρτη. Το άρθρο 19 προβλέπει προστασία σε περίπτωση απομακρύνσεως, απελάσεως ή εκδόσεως. Κανείς δεν μπορεί να απομακρυνθεί, να απελαθεί ή να εκδοθεί προς κράτος όπου διατρέχει σοβαρό κίνδυνο να του επιβληθεί η ποινή του θανάτου ή να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση ( 13 ). Το άρθρο 52, παράγραφος 1, ορίζει ότι κάθε περιορισμός στην άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται στον παρόντα Χάρτη πρέπει να προβλέπεται από τον νόμο και να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας. Περιορισμοί επιτρέπονται μόνον εφόσον είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε στόχους γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων. Το άρθρο 52, παράγραφος 3, ορίζει ότι τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στον Χάρτη πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπο συνεπή με τα αντίστοιχα δικαιώματα που διασφαλίζονται από την ΕΣΔΑ.
Το κεκτημένο Σένγκεν
10.
Ο χώρος Σένγκεν ανάγεται στη Συμφωνία του Σένγκεν του 1985 ( 14 ), με την οποία τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν να καταργήσουν όλα τα εσωτερικά σύνορα και να καθιερώσουν ενιαία εξωτερικά σύνορα. Εντός του χώρου Σένγκεν εφαρμόζονται κοινοί κανόνες και διαδικασίες όσον αφορά τις θεωρήσεις βραχείας διαμονής, τις αιτήσεις ασύλου και τον έλεγχο των συνόρων. Το άρθρο 1 της συμβάσεως εφαρμογής της Συμφωνίας του Σένγκεν ( 15 ) ορίζει ως «αλλοδαπό» κάθε πρόσωπο που δεν είναι υπήκοος των κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Το άρθρο 5, παράγραφος 1, προβλέπει ότι εφόσον πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις μπορεί να επιτραπεί σε αλλοδαπό η είσοδος στο έδαφος των συμβαλλομένων μερών για χρονική περίοδο που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες. Δυνάμει του άρθρου 21, οι αλλοδαποί κάτοχοι τίτλου διαμονής που έχει χορηγηθεί από ένα εκ των συμβαλλομένων μερών, η ισχύς του οποίου δεν έχει λήξει, μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα επί τρεις μήνες κατ’ ανώτατο όριο στο έδαφος των άλλων μερών εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις εισόδου που προβλέπονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχεία αʹ, γʹ και εʹ ( 16 ).
Περιοριστικά μέτρα κατά προσώπων και οντοτήτων που ενέχονται σε τρομοκρατικές πράξεις
11.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έλαβε για πρώτη φορά περιοριστικά μέτρα κατά προσώπων και οντοτήτων που ενέχονται σε τρομοκρατικές πράξεις τον Δεκέμβριο 2001, μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και συγκεκριμένα στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου στη Νέα Υόρκη στις 11 Σεπτεμβρίου του ίδιου χρόνου. Ο κατάλογος της Ένωσης θεσπίστηκε προκειμένου να εφαρμοστεί η απόφαση ΣΑΗΕ 1373 (2001), εκδοθείσα δυνάμει του κεφαλαίου VII της Χάρτας των Ηνωμένων Εθνών. Για τον σκοπό αυτό, το Συμβούλιο υιοθέτησε την κοινή θέση 2002/931/ΚΕΠΠΑ ( 17 ) και τον κανονισμό (EK) 2580/2001 ( 18 ). Η πρώτη θεσπίζει κριτήρια για την καταχώρηση στον κατάλογο προσώπων, ομάδων και οντοτήτων που ενέχονται σε τρομοκρατικές πράξεις και προσδιορίζει τις πράξεις οι οποίες συνιστούν τρομοκρατικές πράξεις. Ο τελευταίος εισάγει ειδικά περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων με σκοπό την καταπολέμηση της τρομοκρατίας.
Το Κοινό Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασύλου και η οδηγία για την αναγνώριση
12.
Το Κοινό Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασύλου (στο εξής: ΚΕΣΑ) προορίζεται να θέσει σε εφαρμογή τη Σύμβαση της Γενεύης ( 19 ). Τα μέτρα που θεσπίζονται για την εφαρμογή του ΚΕΣΑ σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρούν τις αρχές που κατοχυρώνονται στον Χάρτη ( 20 ). Όσον αφορά τη μεταχείριση των προσώπων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των εν λόγω μέτρων, τα κράτη μέλη δεσμεύονται από τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από πράξεις διεθνούς δικαίου στις οποίες είναι συμβαλλόμενα μέρη ( 21 ). Σκοπός του ΚΕΣΑ είναι η εναρμόνιση του νομικού πλαισίου που ισχύει στα κράτη μέλη βάσει κοινών ελάχιστων προδιαγραφών. Εγγενές χαρακτηριστικό των μέτρων που προβλέπουν ελάχιστες προδιαγραφές είναι ότι τα κράτη μέλη έχουν την εξουσία να θεσπίζουν ή να διατηρούν ευνοϊκότερες διατάξεις ( 22 ). Η θέσπιση του ΚΕΣΑ οδήγησε στη λήψη μιας σειράς μέτρων ( 23 ). Κατόπιν αναθεωρήσεως του ΚΕΣΑ θεσπίστηκαν νέοι κανόνες το 2013 ( 24 ).
13.
Η οδηγία για την αναγνώριση έχει ως σκοπό να θέσει για όλα τα κράτη μέλη ελάχιστες απαιτήσεις και κοινά κριτήρια όσον αφορά την αναγνώριση των προσφύγων και των προσώπων που όντως χρήζουν διεθνούς προστασίας, το περιεχόμενο ή τα ευεργετήματα του καθεστώτος του πρόσφυγα, καθώς και μια δίκαιη και αποτελεσματική διαδικασία ασύλου ( 25 ). Άπαξ και αποδειχθεί ότι πρόκειται για πρόσφυγα, η αναγνώριση του καθεστώτος πρόσφυγα είναι πράξη με αναγνωριστικό χαρακτήρα ( 26 ).
14.
Σχετικές είναι οι ακόλουθες αιτιολογικές σκέψεις:
(22)
«Πράξεις αντιβαίνουσες προς τους σκοπούς και τις αρχές των Ηνωμένων Εθνών εκτίθενται στο προοίμιο και στα άρθρα 1 και 2 του καταστατικού χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και αναφέρονται, μεταξύ άλλων, στις αποφάσεις των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με “μέτρα καταπολέμησης της τρομοκρατίας”, οι οποίες δηλώνουν ότι “οι τρομοκρατικές πράξεις, μέθοδοι και πρακτικές αντιβαίνουν προς τους σκοπούς και τις αρχές των Ηνωμένων Εθνών” και ότι “η ενσυνείδητη χρηματοδότηση, ο σχεδιασμός και η εξώθηση σε τρομοκρατικές πράξεις αντιβαίνουν ομοίως στους σκοπούς και στις αρχές των Ηνωμένων Εθνών”.
[…]
(28)
Η έννοια της εθνικής ασφάλειας και της δημόσιας τάξης καλύπτει επίσης τις περιπτώσεις στις οποίες υπήκοος τρίτης χώρας ανήκει σε οργάνωση που υποστηρίζει τη διεθνή τρομοκρατία ή υποστηρίζει οργάνωση αυτού του είδους.
[…]
(30)
Εντός των ορίων των διεθνών υποχρεώσεων, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η παροχή ευεργετημάτων όσον αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση, τις κοινωνικές παροχές, την ιατρική περίθαλψη και την πρόσβαση σε υπηρεσίες κοινωνικής ένταξης προϋποθέτει την προηγούμενη χορήγηση άδειας παραμονής.
[…]»
15.
Κατ’ αντιστοιχία με το άρθρο 1, τμήμα Α, παράγραφος 2, της Συμβάσεως της Γενεύης, ως «πρόσφυγας» νοείται «ο υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος, συνεπεία βάσιμου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, ευρίσκεται εκτός της χώρας της ιθαγένειάς του και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν επιθυμεί να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της εν λόγω χώρας ή ο ανιθαγενής ο οποίος, ευρισκόμενος εκτός της χώρας της προηγούμενης συνήθους διαμονής του για τους ίδιους προαναφερθέντες λόγους, δεν είναι σε θέση ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτήν και στον οποίο δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 12» ( 27 ). Ως «καθεστώς πρόσφυγα» ορίζεται «η εκ μέρους κράτους μέλους αναγνώριση υπηκόου τρίτης χώρας ή ανιθαγενούς ως πρόσφυγα» ( 28 ). Ως «άδεια παραμονής» ορίζεται «κάθε άδεια η οποία εκδίδεται από τις αρχές ενός κράτους μέλους, σύμφωνα με τον τύπο που προβλέπει η νομοθεσία του εν λόγω κράτους και η οποία επιτρέπει σε υπήκοο τρίτης χώρας ή ανιθαγενή τη διαμονή στο έδαφός του» ( 29 ).
16.
Πρόσωπο που πληροί τις προϋποθέσεις του κεφαλαίου II της οδηγίας για την αναγνώριση σχετικά με την αξιολόγηση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας μπορεί να χαρακτηριστεί ως πρόσφυγας, εφόσον μπορεί να αποδείξει ότι έχει υποστεί ή έχει λόγο να φοβάται πράξεις διώξεως κατά την έννοια του άρθρου 9.
17.
Οι πράξεις αυτές πρέπει να είναι αρκούντως σοβαρές λόγω της φύσεώς τους, ώστε να συνιστούν σοβαρή προσβολή βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ειδικά των δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση (οριζόμενα στο άρθρο 15, παράγραφος 2, της ΕΣΔΑ) ή να συνεπάγονται σώρευση διαφόρων μέτρων η οποία να είναι αρκούντως σοβαρή ούτως ώστε να ισοδυναμεί με τέτοιου είδους προσβολή των βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων ( 30 ). Στον ορισμό των πράξεων διώξεως μπορεί να εμπίπτουν πράξεις σωματικής ή ψυχικής βίας, συμπεριλαμβανομένων πράξεων σεξουαλικής βίας ( 31 ). Πρέπει να υπάρχει συσχετισμός μεταξύ των λόγων που αναφέρονται στο άρθρο 10 και των πράξεων διώξεως του άρθρου 9 της οδηγίας για την αναγνώριση ( 32 ).
18.
Οι λόγοι διώξεως που απαριθμούνται στο άρθρο 10 περιλαμβάνουν την έννοια της φυλής, της θρησκείας, της ιθαγένειας, της ιδιότητας μέλους συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας και των πολιτικών πεποιθήσεων.
19.
Το άρθρο 11 θεσπίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες παύει το καθεστώς του πρόσφυγα. Τούτο συμβαίνει, με τον ένα ή τον άλλον τρόπο, όταν πρόσφυγας ανακτά την προστασία της χώρας της ιθαγένειας ή της πρώην διαμονής ή απολαύει της προστασίας της χώρας που του χορήγησε νέα ιθαγένεια. Έτσι, για παράδειγμα, όταν ένας πρόσφυγας οικειοθελώς: α) εξασφαλίζει εκ νέου την προστασία της χώρας της ιθαγένειας· ή β) ανακτά την ιθαγένεια· ή γ) έχει αποκτήσει νέα ιθαγένεια και απολαύει της προστασίας της χώρας που του χορήγησε τη νέα ιθαγένεια· ή δ) εγκαθίσταται εκ νέου στη χώρα που είχε εγκαταλείψει· ή ε) όταν δεν μπορεί πλέον να εξακολουθεί να αρνείται την προστασία που του παρέχει η χώρα της ιθαγένειας, διότι έχουν παύσει να υφίστανται οι συνθήκες που οδήγησαν στην αναγνώρισή του ως πρόσφυγα· ή στ) στην περίπτωση των ανιθαγενών, εάν αποκτήσει τη δυνατότητα να επιστρέψει στη χώρα της πρώην συνήθους διαμονής του διότι έχουν παύσει να υφίστανται οι συνθήκες που οδήγησαν στην αναγνώρισή του ως πρόσφυγα.
20.
Υπήκοος τρίτης χώρας αποκλείεται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για την αναγνώριση εφόσον εμπίπτει στο άρθρο 12. Στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως κρίσιμη είναι η εξαίρεση του άρθρου 12, παράγραφος 2, ήτοι όταν υπάρχουν σοβαροί λόγοι να πιστεύεται ότι έχει διαπράξει: έγκλημα κατά της ειρήνης, έγκλημα πολέμου ή έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, όπως ορίζονται στις διεθνείς συμβάσεις που έχουν καταρτισθεί με σκοπό τη θέσπιση διατάξεων σχετικών με τα εγκλήματα αυτά ( 33 )· σοβαρό μη πολιτικό έγκλημα εκτός της χώρας ασύλου πριν γίνει δεκτός ως πρόσφυγας, ήτοι κατά τον χρόνο εκδόσεως άδειας διαμονής βασισμένης στην αναγνώριση του καθεστώτος πρόσφυγα· στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερα σκληρές πράξεις, έστω και αν διαπράττονται με υποτιθέμενο πολιτικό στόχο, μπορούν να χαρακτηρισθούν ως σοβαρά μη πολιτικά εγκλήματα ( 34 )· πράξεις που αντιβαίνουν προς τους σκοπούς και τις αρχές των Ηνωμένων Εθνών όπως ορίζονται στο προοίμιο και στα άρθρα 1 και 2 του καταστατικού χάρτη των Ηνωμένων Εθνών ( 35 ).
21.
Τα κράτη μέλη δύνανται να ανακαλούν, να τερματίζουν ή να αρνούνται να ανανεώσουν το καθεστώς πρόσφυγα όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 14. Συγκεκριμένα, δύνανται να ενεργήσουν ως ανωτέρω βάσει του άρθρου 14, παράγραφος 4, όταν μπορεί για εύλογους λόγους να θεωρηθεί ότι το πρόσωπο αυτό συνιστά κίνδυνο για την ασφάλεια του κράτους μέλους στο οποίο ευρίσκεται ( 36 ) ή όταν το πρόσωπο αυτό, έχοντας καταδικασθεί τελεσίδικα για τη διάπραξη ιδιαίτερα σοβαρού εγκλήματος, συνιστά κίνδυνο για την κοινωνία του εν λόγω κράτους μέλους ( 37 ).
22.
Το περιεχόμενο της διεθνούς προστασίας αναλύεται στο κεφάλαιο VII της οδηγίας για την αναγνώριση. Οι πρόνοιες του συγκεκριμένου κεφαλαίου δεν θίγουν τα δικαιώματα που προβλέπονται στη Σύμβαση της Γενεύης ( 38 ). Και οι δύο έχουν εφαρμογή στους πρόσφυγες και στα πρόσωπα που δικαιούνται επικουρική προστασία, εκτός αν ορίζεται άλλως ( 39 ). Το άρθρο 20, παράγραφος 6, ορίζει: «Τα κράτη μέλη δύνανται να περιορίζουν, εντός των ορίων της σύμβασης της Γενεύης, τα ευεργετήματα του παρόντος κεφαλαίου τα οποία παρέχονται σε πρόσφυγα, το καθεστώς ως πρόσφυγα του οποίου έχει χορηγηθεί βάσει δραστηριοτήτων στις οποίες επιδόθηκε με μοναδικό ή κύριο σκοπό τη δημιουργία των απαραίτητων συνθηκών για να αναγνωρισθεί ως πρόσφυγας ( 40 )». Κανένας άλλος γενικός κανόνας δεν δίνει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να περιορίζουν τα ευεργετήματα που παρέχονται βάσει του κεφαλαίου VII.
23.
Το άρθρο 21, παράγραφος 1, επιβάλλει στα κράτη μέλη να σέβονται την αρχή της μη επαναπροωθήσεως σύμφωνα με τις διεθνείς τους υποχρεώσεις. Το άρθρο 21, παράγραφος 2, ορίζει ότι οσάκις οι διεθνείς υποχρεώσεις δεν του το απαγορεύουν, «[έ]να κράτος μέλος δύναται να αναπροωθήσει πρόσφυγα, ανεξαρτήτως του αν αναγνωρίζεται επισήμως ως τέτοιος, όταν: α) υφίστανται εύλογοι λόγοι για να θεωρείται ότι το εν λόγω πρόσωπο αποτελεί κίνδυνο για την ασφάλεια του κράτους μέλους στο οποίο ευρίσκεται·ή β) δεδομένου ότι έχει καταδικασθεί τελεσίδικα για τη διάπραξη ιδιαίτερα σοβαρού εγκλήματος, συνιστά κίνδυνο για την κοινωνία του κράτους μέλους αυτού». Σύμφωνα με το άρθρο 21, παράγραφος 3, «[τ]α κράτη μέλη δύνανται να ανακαλούν, να τερματίζουν ή να αρνούνται να ανανεώσουν ή να χορηγήσουν την άδεια παραμονής πρόσφυγα επί του οποίου έχει εφαρμογή η παράγραφος 2, [του άρθρου 21]».
24.
Το άρθρο 24, παράγραφος 1, ορίζει ότι: «[τ]ο συντομότερο μετά τη χορήγηση του σχετικού καθεστώτος, με την επιφύλαξη του άρθρου 21, παράγραφος 3 και εάν δεν υφίστανται επιτακτικοί λόγοι εθνικής ασφάλειας ή δημόσιας τάξης περί του αντιθέτου, τα κράτη μέλη χορηγούν στους δικαιούχους του καθεστώτος πρόσφυγα άδεια παραμονής, η οποία πρέπει να ισχύει για μία τριετία τουλάχιστον και να είναι ανανεώσιμη […]».
25.
Όσον αφορά τους δικαιούχους καθεστώτος πρόσφυγα, τα κράτη μέλη οφείλουν επίσης: (i) να τους χορηγούν ταξιδιωτικά έγγραφα εκτός αν το αντίθετο υπαγορεύεται από επιτακτικούς λόγους εθνικής ασφάλειας ή δημόσιας τάξης ( 41 )· (ii) να τους επιτρέπουν να ασκούν μισθωτή ή ανεξάρτητη επαγγελματική ( 42 )· (iii) να μεριμνούν ώστε να τους παρέχονται δυνατότητες να συμμετέχουν σε ορισμένες δραστηριότητες, όπως εκπαιδευτικά προγράμματα για ενήλικες τα οποία σχετίζονται με την απασχόληση, υπό όρους ισοδύναμους με τους ισχύοντες για τους ημεδαπούς ( 43 )· (iv) να μεριμνούν ώστε να λαμβάνουν την αναγκαία συνδρομή, από άποψη κοινωνικής αρωγής, όπως οι υπήκοοι του εν λόγω κράτους μέλους ( 44 )· (v) να μεριμνούν ώστε να έχουν πρόσβαση σε ιατρική περίθαλψη υπό όρους ίδιους με τους ισχύοντες για τους υπηκόους του κράτους μέλους ( 45 )· (vi) να μεριμνούν ώστε να έχουν πρόσβαση σε κατάλυμα υπό όρους ισοδύναμους με τους ισχύοντες για τους υπηκόους άλλων τρίτων χωρών που διαμένουν νομίμως στο έδαφός τους ( 46 )· (vii) να επιτρέπουν την ελεύθερη κυκλοφορία εντός του εδάφους τους, υπό όρους και περιορισμούς ίδιους με τους ισχύοντες για άλλους υπηκόους τρίτων χωρών που διαμένουν νομίμως στο έδαφός τους ( 47 )· (viii) να προβλέπουν προγράμματα εντάξεως τα οποία θεωρούν κατάλληλα ή να δημιουργούν προϋποθέσεις που εξασφαλίζουν την πρόσβαση σε παρόμοια προγράμματα ( 48 ).
Η οδηγία 2003/109/ΕΚ του Συμβουλίου
26.
Η οδηγία 2003/109/ΕΚ του Συμβουλίου ( 49 ) έχει ως νομική βάση το άρθρο 63, παράγραφοι 3 και 4, ΣΕΚ (νυν άρθρο 79 ΣΛΕΕ) σχετικά με την κοινή μεταναστευτική πολιτική. Καθορίζει του κανόνες χορηγήσεως του καθεστώτος επί μακρόν διαμένοντος σε υπηκόους τρίτων χωρών που διαμένουν νομίμως στην επικράτεια των κρατών μελών, καθώς και τους κανόνες ανακλήσεως του εν λόγω καθεστώτος ( 50 ). Τα κράτη μέλη μπορούν να χορηγούν μόνιμους ή απεριόριστης διάρκειας τίτλους διαμονής με ευνοϊκότερους όρους από αυτούς που καθορίζονται στην οδηγία για τους επί μακρόν διαμένοντες ( 51 ). Ως υπήκοος τρίτης χώρας νοείται κάθε πρόσωπο που δεν είναι πολίτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την έννοια του νυν άρθρου 20, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ ( 52 )· ως άδεια παραμονής επί μακρόν διαμένοντος ΕΚ (νυν Ένωσης) νοείται η άδεια παραμονής που εκδίδεται από το οικείο κράτος μέλος κατά την απόκτηση του καθεστώτος επί μακρόν διαμένοντος ( 53 ). Η οδηγία για τους επί μακρόν διαμένοντες έχει εφαρμογή σε ένα πρόσωπο που είναι πρόσφυγας ή το οποίο χρήζει διεθνούς προστασίας γι’ άλλους λόγους κατά την έννοια του άρθρου 2, εδάφιο αʹ, της οδηγίας για την αναγνώριση ( 54 ). Τα κράτη μέλη οφείλουν να παρέχουν το καθεστώς επί μακρόν διαμένοντος στους υπηκόους τρίτων χωρών που διαμένουν στην επικράτειά τους νόμιμα και αδιάλειπτα κατά τα πέντε τελευταία έτη ( 55 ). Το καθεστώς επί μακρόν διαμένοντος είναι μόνιμο, υπό την επιφύλαξη της ανακλήσεως ή της απώλειας του καθεστώτος αυτού υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 9 ( 56 ). Η χορηγηθείσα βάσει της οδηγίας 2003/109 άδεια διαμονής επί μακρόν διαμένοντος πρέπει να έχει διάρκεια ισχύος τουλάχιστον πέντε ετών και ανανεώνεται αυτοδικαίως ( 57 ).
27.
Στο άρθρο 9 ορίζονται οι προϋποθέσεις ανακλήσεως ή απώλειας του καθεστώτος επί μακρόν διαμένοντος, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι περιπτώσεις της λήψεως μέτρου απελάσεως ( 58 ) ή εκείνης κατά την οποία ο επί μακρόν διαμένων συνιστά απειλή για τη δημόσια τάξη, λαμβανομένης υπόψη της σοβαρότητας των αδικημάτων που έχει διαπράξει, αλλά η απειλή αυτή δεν αποτελεί λόγο απέλασης κατά την έννοια του άρθρου 12 της παρούσας οδηγίας ( 59 ). Κάθε απόφαση απορρίψεως αιτήσεως για τη χορήγηση του καθεστώτος επί μακρόν διαμένοντος ή την ανάκληση του καθεστώτος αυτού πρέπει να είναι αιτιολογημένη ( 60 ), ενώ ο ενδιαφερόμενος πρέπει να διαθέτει δικαίωμα προσφυγής. Ο επί μακρόν διαμένων απολαύει ίσης μεταχειρίσεως με τους ημεδαπούς όσον αφορά κοινωνικής φύσεως παροχές ( 61 ), όπως είναι η πρόσβαση σε μισθωτή απασχόληση. Στο άρθρο 12 προβλέπονται τα σχετικά με την απέλαση επί μακρόν διαμένοντος. Κατ’ ουσίαν, τα κράτη μέλη μπορούν να λάβουν τέτοια απόφαση αποκλειστικά και μόνον όταν το πρόσωπο αυτό «συνιστά ενεστώσα και επαρκώς σοβαρή απειλή κατά της δημόσιας τάξης ή της δημόσιας ασφάλειας» ( 62 ).
Η οδηγία περί ιθαγένειας
28.
Η οδηγία 2004/38/ΕΚ ( 63 ) καθορίζει τους όρους που διέπουν, μεταξύ άλλων, την άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών από τους πολίτες της Ένωσης και τα μέλη των οικογενειών τους ( 64 ). Οι περιορισμοί του δικαιώματος εισόδου και του δικαιώματος διαμονής για λόγους δημόσιας τάξεως, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο VI. Το άρθρο 28, τιτλοφορούμενο «Προστασία κατά της απέλασης», προβλέπει:
«[...]
2. Το κράτος μέλος υποδοχής δεν μπορεί να λαμβάνει απόφαση απέλασης πολίτη της Ένωσης ή μέλους της οικογένειάς του, ανεξαρτήτως ιθαγένειας, που έχει αποκτήσει δικαίωμα μόνιμης διαμονής στην επικράτειά του, παρά μόνο για σοβαρούς λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας.
3. Δεν μπορεί να λαμβάνεται απόφαση απέλασης πολίτη της Ένωσης, εκτός αν η απόφαση απέλασης βασίζεται σε επιτακτικούς λόγους δημόσιας ασφάλειας, κατά τα οριζόμενα από τα κράτη μέλη, εφόσον τα πρόσωπα αυτά:
α)
έχουν διαμείνει κατά τα προηγούμενα δέκα έτη στο κράτος μέλος υποδοχής·
[…]».
Το εθνικό δίκαιο
29.
Το άρθρο 16a του Gundgesetz für die Bundesrepublik Deutschland (θεμελιώδους νόμου της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας) προβλέπει το δικαίωμα ασύλου. Η διαδικασία εισδοχής για τους αιτούντες άσυλο ρυθμίζεται από τον Asylverfahrensgesetz (νόμο περί της διαδικασίας χορηγήσεως ασύλου). Όταν οι αρμόδιες αρχές αναγνωρίζουν το καθεστώς του πρόσφυγα ο αιτών λαμβάνει άδεια προσωρινής διαμονής. Στην περίπτωση αυτή επωφελείται των ίδιων παροχών με τους Γερμανούς υπηκόους όσον αφορά τις κοινωνικές παροχές και τα επιδόματα για τέκνα, καθώς επίσης του παρέχεται βοήθεια εντάξεως η οποία περιλαμβάνει ορισμένα επιδόματα και πρόσβαση σε μαθήματα γλώσσας.
30.
Δυνάμει του Gesetz zur Regelung des öffentlichen Vereinsrechts (στο εξής: Vereinsgesetz) (νόμος περί σωματείων), απαγορεύθηκαν οι δραστηριότητες του PKK ( 65 ). Βάσει του άρθρου 20 του Vereinsgesetz, όποιος παραβιάζει τη συγκεκριμένη απαγόρευση διαπράττει ποινικό αδίκημα.
31.
Βάσει του Gesetz über den Aufenthalt, die Erwerbstätigkeit und die Integration von Ausländern im Bundesgebiet (στο εξής: Aufenthaltsgesetz) (νόμος περί διαμονής, απασχολήσεως και εντάξεως των αλλοδαπών στο ομοσπονδιακό έδαφος), οι υπήκοοι τρίτων χωρών οι οποίοι εισέρχονται και παραμένουν στη Γερμανία οφείλουν να κατέχουν τίτλο διαμονής με τη μορφή άδειας είτε για διαμονή είτε για εγκατάσταση ( 66 ). Οι άδειες διαμονής χορηγούνται για προσωρινό χρονικό διάστημα ( 67 ). Η άδεια εγκαταστάσεως συνιστά άδεια μόνιμης διαμονής η οποία επιτρέπει στο κάτοχό της να ασκήσει οικονομική δραστηριότητα ( 68 ).
32.
Όταν οι αρμόδιες αρχές χορηγούν άσυλο ή καθεστώς πρόσφυγα σε υπήκοο τρίτης χώρας, οφείλουν να χορηγούν επίσης και άδεια διαμονής ( 69 ). Η άδεια διαμονής η οποία χορηγείται στις περιπτώσεις αυτές μπορεί να χορηγηθεί και να παραταθεί για διάστημα μέχρι τριών ετών ( 70 ). Ο κάτοχος αυτής της άδειας διαμονής δικαιούται άδειας εγκαταστάσεως σύμφωνα με το άρθρο 26, παράγραφος 3, του Aufenthaltsgesetz ( 71 ).
33.
Οι υπήκοοι τρίτων χωρών οι οποίοι δεν διαθέτουν άδεια διαμονής και δικαίωμα διαμονής υποχρεούνται να αποχωρήσουν από τη Γερμανία ( 72 ). Η χορηγηθείσα άδεια διαμονής λήγει όταν, μεταξύ άλλων, εκπνέει ο χρόνος ισχύος της, ακυρώνεται ή ανακαλείται η άδεια, ή απελαύνεται ο υπήκοος της τρίτης χώρας ( 73 ).
34.
Οι αρμόδιες αρχές δύνανται να απελάσουν τον υπήκοο τρίτης χώρας όταν υπάρχει λόγος να πιστεύουν ότι ανήκει (ή ανήκε) σε μια οργάνωση η οποία υποστηρίζει την τρομοκρατία ή ότι έχει υποστηρίξει μια τέτοια οργάνωση· η κατά το παρελθόν ιδιότητα ενός προσώπου ως μέλους μιας τρομοκρατικής οργανώσεως ή η υποστήριξή της δύνανται επίσης να δικαιολογούν την απέλαση, εφόσον συνεπάγονται ενεστώσα απειλή ( 74 ). Όταν βάσει του άρθρου 54, παράγραφος 5, του Aufenthaltsgesetz εκδίδεται απόφαση απελάσεως, ο ενδιαφερόμενος οφείλει να παρουσιάζεται στο τοπικό αστυνομικό τμήμα τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα· η περιοχή στην οποία μπορεί να διαμένει περιορίζεται στη διοικητική περιφέρεια της αρμόδιας αρχής η οποία έχει την ευθύνη του φακέλου του ( 75 ). Παρέχεται στους πρόσφυγες ειδική προστασία από την απέλαση, εκτός εάν υφίστανται σοβαροί λόγοι αναγόμενοι στη δημόσια ασφάλεια και τάξη. Οι λόγοι αυτοί θεωρούνται γενικώς ότι έχουν εφαρμογή όταν εκδίδεται απόφαση απελάσεως, μεταξύ άλλων, βάσει του άρθρου 54, παράγραφος 5, του Aufenthaltsgesetz.
35.
Η απέλαση οδηγεί σε αυτοδίκαιη ανάκληση της άδειας διαμονής. Νέα άδεια διαμονής δεν εκδίδεται ακόμα και αν κατά τα λοιπά πληρούνται οι προϋποθέσεις ( 76 ). Το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι το γεγονός αυτό έχει συνέπειες για την πρόσβαση του πρόσφυγα στην απασχόληση και σε άλλα κοινωνικά δικαιώματα που προβλέπονται στο εθνικό δίκαιο.
36.
Ωστόσο, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ο υπήκοος τρίτης χώρας δύναται να μην απελαθεί. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται: (i) όταν, όπως αυτό προβλέπεται από τη Σύμβαση της Γενεύης, απειλείται η ζωή του ή η ελευθερία του, λόγω φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, συμμετοχής σε κοινωνική ομάδα ή πολιτικών πεποιθήσεων· (ii) όταν αντιμετωπίζει σοβαρή βλάβη, ή (iii) όταν η απέλαση θα αντέβαινε στην ΕΣΔΑ ( 77 ). Η απέλαση είναι δυνατό να αναστέλλεται, μεταξύ άλλων, για λόγους διεθνούς δικαίου ή για ανθρωπιστικούς λόγους, για όσο διάστημα είναι αδύνατο να απελαθεί ο ενδιαφερόμενος (τουτέστιν να απομακρυνθεί από την επικράτεια) εκ των πραγμάτων ή εκ του νόμου· ωστόσο δεν χορηγείται άδεια διαμονής κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής ( 78 ) Το γεγονός της αναστολής απελάσεως δεν επηρεάζει την υποχρέωση που υπέχει ο υπήκοος χώρας να εγκαταλείψει το έδαφος της Γερμανίας ( 79 ). Οι αρμόδιες αρχές εκδίδουν πιστοποιητικό που επιβεβαιώνει την αναστολή απελάσεως ( 80 ).
Τα πραγματικά περιστατικά, η προδικασία και τα προδικαστικά ερωτήματα
37.
Ο H. T. γεννήθηκε το 1956. Είναι Τούρκος υπήκοος κουρδικής καταγωγής. Διαμένει με τη σύζυγό του, η οποία είναι επίσης Τούρκος υπήκοος, στη Γερμανία από το 1989. Ζουν μαζί με τα οκτώ παιδιά τους, τα πέντε εκ των οποίων είναι Γερμανοί υπήκοοι.
38.
Στις 24 Ιουνίου 1993, οι αρμόδιες αρχές έκαναν δεκτή την αίτηση ασύλου την οποία υπέβαλε ο H. T. Στην εν λόγω απόφαση ελήφθησαν υπόψη οι πολιτικές δραστηριότητες τις οποίες ανέπτυξε στην εξορία για το PKK ή προς υποστήριξη αυτού, καθώς και η απειλή διώξεως που θα αντιμετώπιζε λόγω των πολιτικών πεποιθήσεών του αν επέστρεφε στην Τουρκία. Από τις 7 Οκτωβρίου 1993, ο H. T είναι κάτοχος άδειας διαμονής αόριστου χρόνου στη Γερμανία. Του έχει αναγνωρισθεί η ιδιότητα του πρόσφυγα κατά την έννοια της Συμβάσεως της Γενεύης. Στις 21 Αυγούστου 2006, οι αρμόδιες αρχές ανακάλεσαν το εν λόγω καθεστώς πρόσφυγα για τον λόγο ότι η πολιτική κατάσταση στην Τουρκία είχε αλλάξει και συνεπώς δεν θεωρείτο ότι ο H. T. κινδύνευε πλέον από διώξεις. Η απόφαση αυτή προσβλήθηκε ενώπιον του Verwaltungsgericht Karlsruhe (διοικητικό πρωτοδικείο, Καρλσρούη) και ακυρώθηκε με την από 30 Νοεμβρίου 2007 απόφασή του. Κατά συνέπεια, ο H. T. διατήρησε το καθεστώς του πρόσφυγα.
39.
Οι αρμόδιες αρχές άσκησαν στη συνέχεια ποινική κατά του H. T. βάσει του άρθρου 20 του Vereinsgesetz για τον λόγο ότι υποστήριζε το PKK, έχοντας εξασφαλίσει αποδεικτικά στοιχεία σε βάρος του μετά από κατ’ οίκον έρευνα. Στο πλαίσιο της εν λόγω ποινικής διαδικασίας διαπιστώθηκε ότι είχε συγκεντρώσει χρήματα για λογαριασμό του PKK, ότι τα είχε μεταφέρει στη συγκεκριμένη οργάνωση και ότι είχε κατά καιρούς διανείμει το περιοδικό Serxwebûn, ένα έντυπο προβολής των θέσεων του PKK. Για το αδίκημα αυτό καταδικάστηκε με την από 3 Δεκεμβρίου 2008 απόφαση του Landgericht Karlsruhe (περιφερειακό δικαστήριο, Καρλσρούη). Η εν λόγω απόφαση κατέστη αμετάκλητη κατόπιν απορρίψεως της αιτήσεως αναιρέσεως από το Bundesgerichtshof (ομοσπονδιακό δικαστήριο) στις 8 Απριλίου 2009.
40.
Στις 27 Μαρτίου 2012, το Regierungspräsidium Karlsruhe (περιφερειακό συμβούλιο του δήμου της Καρλσρούης) εξέδωσε στο όνομα του Land Baden-Württemberg απόφαση διατάζουσα την απέλαση του H. T. από τη Γερμανία για τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 54, παράγραφος 5, του Aufenthaltsgesetz (υποστήριξη οργανώσεως η οποία υποστηρίζει την τρομοκρατία) (στο εξής: απόφαση της 27ης Μαρτίου 2012). Δυνάμει της αποφάσεως αυτής, επιβλήθηκαν στον H. T. συγκεκριμένοι όροι (όπως προβλέπονται στο άρθρο 54, στοιχείο a, του Aufenthaltsgesetz), όπως ότι όφειλε να παρουσιάζεται ανά τακτά χρονικά διαστήματα στο τοπικό αστυνομικό τμήμα και ότι ο τόπος διαμονής του περιορίστηκε στην πόλη του Μανχάιμ. Ωστόσο, οι αρμόδιες αρχές αποφάσισαν ότι η απόφαση απελάσεως θα έπρεπε να ανασταλεί ( 81 ), λαμβάνοντας υπόψη το καθεστώς του H. T. ως πρόσφυγα με δικαίωμα μόνιμης διαμονής, τους οικογενειακούς δεσμούς του και το δικαίωμά του στην οικογενειακή ζωή το οποίο κατοχυρώνεται με το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ (η ισοδύναμη εγγύηση κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη). Η προσφυγή του H. T. κατά της αποφάσεως της 27ης Μαρτίου 2012 απορρίφθηκε με την από 7 Αυγούστου 2012 απόφαση του Verwaltungsgericht Karlsruhe.
41.
Στις 28 Νοεμβρίου 2012, το Verwaltungsgerichtshof Baden-Württemberg επελήφθη της εφέσεως κατά της εν λόγω αποφάσεως. Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, ο H. T. ισχυρίζεται ότι (i) το PKK δεν αποτελεί τρομοκρατική οργάνωση· (ii) μολονότι είναι αληθές ότι ως Κούρδος εορτάζει γεγονότα όπως την κουρδική πρωτοχρονιά (Newroz) και έχει συμμετάσχει σε επίσημες συναντήσεις που αφορούν το PKK στη Γερμανία, εντούτοις δεν υποστήριζε την εν λόγω οργάνωση··(iii) στην απόφαση της 27ης Μαρτίου 2012 δεν λήφθηκαν υπόψη οι απαιτήσεις των άρθρων 21 και 24 της οδηγίας για την αναγνώριση· και (iv) η απέλασή του δεν επιτρέπεται παρά μόνον αν συντρέχουν σοβαροί λόγοι, οι οποίοι δεν υφίστανται στην περίπτωσή του, προκειμένου να θεωρηθεί ότι υφίσταται απειλή για την εθνική ασφάλεια. Το εφεσίβλητο της κύριας δίκης θεωρεί ότι ούτε το άρθρο 21 ούτε το άρθρο 24 της οδηγίας για την αναγνώριση αποτελούν εμπόδια για την απέλαση από τη Γερμανία.
42.
Το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διασαφηνίσει ερμηνευτικά τα άρθρα 21 και 24 της οδηγίας για την αναγνώριση, ερωτά δε επίσης πώς θα έπρεπε να ερμηνευτεί η έννοια των «σοβαρών λόγων» κατά το άρθρο 56 του Aufenthaltsgesetz υπό το φως των ανωτέρω διατάξεων. Τα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε στο Δικαστήριο έχουν ως εξής:
«1.
α)
Πρέπει να τηρείται ο κανόνας του άρθρου 24, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της [οδηγίας για την αναγνώριση], σχετικά με την υποχρέωση των κρατών μελών να χορηγούν στους δικαιούχους του καθεστώτος πρόσφυγα άδεια διαμονής, και στην περίπτωση ανακλήσεως μιας ήδη χορηγηθείσας άδειας;
β)
Έχει, συνεπώς, ο ανωτέρω κανόνας την έννοια, ότι απαγορεύει την ανάκληση ή τον τερματισμό της άδειας διαμονής (για παράδειγμα, λόγω απελάσεως κατά το εθνικό δίκαιο) ενός δικαιούχου του καθεστώτος πρόσφυγα, αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 21, παράγραφος 3, σε συνδυασμό με την παράγραφο 2, της [οδηγίας για την αναγνώριση] ή “επιτακτικοί λόγοι εθνικής ασφάλειας ή δημόσιας τάξεως” κατά την έννοια του άρθρου 24, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της [οδηγίας για την αναγνώριση];
2.
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως και στα δύο σκέλη του πρώτου ερωτήματος:
α)
Ποια είναι η έννοια της εξαιρέσεως των “επιτακτικών λόγων εθνικής ασφάλειας ή δημόσιας τάξεως” στο άρθρο 24, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της [οδηγίας για την αναγνώριση] σε σχέση με κινδύνους που απορρέουν από την υποστήριξη τρομοκρατικής οργανώσεως;
β)
Μπορεί να συντρέχουν “επιτακτικοί λόγοι εθνικής ασφάλειας ή δημόσιας τάξεως” κατά την έννοια του άρθρου 24, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της [οδηγίας για την αναγνώριση], στην περίπτωση στην οποία ένας δικαιούχος του καθεστώτος πρόσφυγα έχει υποστηρίξει το PKK συγκεντρώνοντας πόρους ή συμμετέχοντας σε εκδηλώσεις υπέρ του PKK, ακόμη και αν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την απαγόρευση της επαναπροωθήσεως κατ’ άρθρο 33, παράγραφος 2, της [Συμβάσεως της Γενεύης για το Καθεστώς των Προσφύγων] και, ως εκ τούτου, του άρθρου 21, παράγραφος 2, της [οδηγίας για την αναγνώριση];
3.
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο σκέλος του πρώτου ερωτήματος:
Επιτρέπεται κατά [το ενωσιακό δίκαιο] η ανάκληση ή ο τερματισμός της άδειας διαμονής που χορηγήθηκε σε δικαιούχο του καθεστώτος πρόσφυγα (για παράδειγμα, λόγω απελάσεώς του κατά το εθνικό δίκαιο) μόνον εφόσον οι προϋποθέσεις του άρθρου 21, παράγραφος 3, σε συνδυασμό με την παράγραφο 2 της [οδηγίας για την αναγνώριση] (ή της αντίστοιχης διατάξεως της οδηγίας 2011/95/ΕΕ, η οποία έχει πανομοιότυπη διατύπωση);»
43.
Ο H. T., η Γερμανική, η Ελληνική και η Ιταλική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις. Εκτός από την Ιταλική Κυβέρνηση, όλοι οι διάδικοι παρέστησαν και διατύπωσαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση που έλαβε χώρα στις 4 Ιουνίου 2014.
Εκτίμηση
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
44.
Κατά πάγια νομολογία, η Σύμβαση της Γενεύης αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του διεθνούς νομικού καθεστώτος για την προστασία των προσφύγων ( 82 ). Η οδηγία για την αναγνώριση εκδόθηκε προκειμένου να καθοδηγήσει τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών κατά την εφαρμογή της εν λόγω συμβάσεως, με βάση κοινές έννοιες και κριτήρια ( 83 ). Επομένως, η οδηγία αυτή πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της γενικής οικονομίας και του σκοπού της, και κατά τρόπο σύμφωνο με τη Σύμβαση της Γενεύης και τις λοιπές συναφείς συμβάσεις που διαλαμβάνονται στο άρθρο 78, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ· πρέπει επίσης να ερμηνεύεται κατά τρόπο που να συνάδει με τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται στον Χάρτη ( 84 ).
45.
Προτού χορηγηθεί σε ορισμένο πρόσωπο βάσει της οδηγίας για την αναγνώριση το καθεστώς πρόσφυγα, η κατάστασή του ρυθμίζεται μεταξύ άλλων από την οδηγία για τις συνθήκες υποδοχής και την οδηγία για τις διαδικασίες χορηγήσεως ασύλου. Το συγκεκριμένο πρόσωπο δεν δικαιούται να λάβει άδεια διαμονής επί όσο διάστημα εκκρεμεί η αίτησή του ( 85 ). Στον H. T, ωστόσο, έχει χορηγηθεί βάσει της οδηγίας για την αναγνώριση το καθεστώς του πρόσφυγα και έχει λάβει άδεια διαμονής. Όταν οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους εξετάζουν τη δυνατότητα απελάσεως, είναι υποχρεωμένες να λάβουν υπόψη τους τις υποχρεώσεις τις οποίες υπέχουν βάσει της Συμβάσεως της Γενεύης προκειμένου να διασφαλίσουν ότι κανείς δεν θα αποστέλλεται πίσω σε μέρος όπου κινδυνεύει να υποστεί εκ νέου διώξεις, δηλαδή οφείλουν να διασφαλίσουν την τήρηση της αρχής της μη επαναπροωθήσεως ( 86 ). Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι οι αρμόδιες αρχές έχουν πράγματι λάβει υπόψη τους τα ανωτέρω· τονίζει δε ότι η παρούσα υπόθεση αφορά την απέλαση του H. T. από τη Γερμανία και το κατά πόσον δύναται συνεπώς να ανακληθεί η άδεια διαμονής του, και όχι τόσο την επαναπροώθησή του.
46.
Σε ορισμένο βαθμό τα τρία προδικαστικά ερωτήματα αλληλεπικαλύπτονται. Κατά την αντίληψή μου, τα βασικά ζητήματα είναι, πρώτον, κατά πόσον δύναται να ανακληθεί ήδη χορηγηθείσα άδεια διαμονής, (i) όταν συντρέχουν είτε επιτακτικοί λόγοι εθνικής ασφάλειας ή δημόσιας τάξεως βάσει του άρθρου 24, παράγραφος 1, της οδηγίας για την αναγνώριση είτε λόγοι προκειμένου να εφαρμοστεί η προβλεπόμενη από το άρθρο 21, παράγραφος 2, εξαίρεση από την αρχή της μη επαναπροωθήσεως, ή (ii) μόνον όταν συντρέχουν λόγοι προκειμένου να εφαρμοστεί η προβλεπόμενη από το άρθρο 21, παράγραφος 2, εξαίρεση από την αρχή της μη επαναπροωθήσεως (πρώτο και τρίτο ερώτημα). Δεύτερον, σε περίπτωση που την απάντηση στο πρώτο ερώτημα δίνει η εκδοχή (i), ποια είναι η έννοια των «επιτακτικών λόγων εθνικής ασφάλειας ή δημόσιας τάξεως» του άρθρου 24, παράγραφος 1 (δεύτερο ερώτημα);
Η θέση του H. T.
47.
Τυγχάνουν άραγε εφαρμογής τα άρθρα 21, παράγραφοι 2 και 3, ή 24, παράγραφος 1, της οδηγίας για την αναγνώριση ( 87 ) επί των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως του H. T.; Επειδή είναι δύσκολο να επιλυθεί το συγκεκριμένο ζήτημα σε αφηρημένο επίπεδο, η ανάλυση εκκινεί, συνεπώς, με τη συνοπτική παρουσίαση των επιχειρημάτων του H. T. όπως παρατέθηκαν από το αιτούν δικαστήριο.
48.
Ο H. T. είναι αναγνωρισμένος πρόσφυγας κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για την αναγνώριση. Οι αρμόδιες αρχές έλαβαν μέτρα για την απέλαση του μετά την καταδίκη του βάσει του άρθρου 20 του Vereinsgesetz επειδή υποστήριζε το PKK. Το αιτούν δικαστήριο αναφέρει ότι, κατά την άποψή του, για τους σκοπούς του άρθρου 54, παράγραφος 5, του Aufenthaltsgesetz το PKK αποτελεί οργάνωση η οποία υποστηρίζει την τρομοκρατία και ότι ο H. T. υποστήριζε τις δραστηριότητες του PKK, ειδικότερα συγκεντρώνοντας και μεταφέροντας προς την οργάνωση αυτή χρήματα. Ωστόσο, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 21, παράγραφος 2, της οδηγίας για την αναγνώριση. Για τον λόγο αυτό ο H. T. εξακολουθεί να προστατεύεται έναντι της επαναπροωθήσεως.
49.
Η άδεια διαμονής που επιτρέπει στον H. T. να διαμένει στη Γερμανία (βλ. άρθρο 2, στοιχείο ιʹ, της οδηγίας για την αναγνώριση) έχει ανακληθεί διότι έχει διαταχθεί η απέλασή του. Η εκτέλεση της συγκεκριμένης αποφάσεως έχει ανασταλεί. Ως εκ τούτου, η θέση στην οποία ευρίσκεται ο H. T. θα μπορούσε να περιγραφεί ως de jure απελαθείς, de facto ωστόσο παραμένων νομίμως στη Γερμανία, καθόσον οι αρμόδιες εθνικές αρχές του το έχουν επιτρέψει ( 88 ).
50.
Κατά το αιτούν δικαστήριο, η εκτέλεση της αποφάσεως απελάσεως εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των αρμόδιων εθνικών αρχών. Το εν λόγω δικαστήριο φρονεί ότι η αναστολή εκτελέσεως της απελάσεως του H. T. είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας κατά το εθνικό δίκαιο, καθόσον συντρέχουν ανθρωπιστικοί λόγοι, συγκεκριμένα το δικαίωμα του ενδιαφερομένου στην οικογενειακή ζωή ( 89 ), αφής στιγμής πέντε από τα οκτώ παιδιά του είναι Γερμανοί υπήκοοι και ζουν μαζί με τον ίδιο και τη σύζυγό του ( 90 ).
51.
Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι μια απόφαση απελάσεως δεν οδηγεί κατ’ ανάγκη σε απομάκρυνση του πρόσφυγα από τη Γερμανία. Εντούτοις, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο μια τέτοια απόφαση επιφέρει την ακύρωση (ανάκληση) της άδειας διαμονής του πρόσφυγα ( 91 ). Ο H. T. παραμένει πρόσφυγας για τους σκοπούς της οδηγίας για την αναγνώριση. Ωστόσο, η απόφαση απελάσεως συνεπάγεται για τον ενδιαφερόμενο απώλεια προσβάσεως στην απασχόληση, στην επιμόρφωση και/ή στα κοινωνικά δικαιώματα. Σύμφωνα με το γερμανικό δίκαιο, η πρόσβαση στα εν λόγω δικαιώματα εξαρτάται από την κατοχή ισχύουσας άδειας διαμονής και όχι από το καθεστώς του προσώπου ως πρόσφυγα. Ένα ακόμη ζήτημα της κύριας δίκης έγκειται στο κατά πόσον συνάδει προς την οδηγία το γεγονός ότι η παρουσία του H. T στη Γερμανία γίνεται απλώς ανεκτή («Duldungen») τώρα που η άδεια διαμονής του έχει ανακληθεί.
Τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 21, παράγραφοι 2 και 3, ή το άρθρο 24, παράγραφος 1, της οδηγίας για την αναγνώριση;
52.
Το πρώτο και το τρίτο ερώτημα αφορούν το κατά πόσον τα κράτη μέλη μπορούν να ανακαλούν μια άδεια διαμονής είτε βάσει του άρθρου 21, παράγραφοι 2 και 3, είτε βάσει του άρθρου 24, παράγραφος 1, ή το κατά πόσον μια άδεια διαμονής δύναται να ανακληθεί αποκλειστικά και μόνο βάσει του άρθρου 21, παράγραφος 1, αν ο πρόσφυγας δεν προστατεύεται πλέον έναντι της επαναπροωθήσεως (για τον λόγο ότι εφαρμόζεται η εξαίρεση του άρθρου 21, παράγραφος 2).
Οι παρατηρήσεις των διαδίκων
53.
Ο H. T. υποστηρίζει ότι τα άρθρα 21 και 24 θεσπίζουν διαφορετικά και εξαντλητικώς ρυθμιζόμενα καθεστώτα. Όταν κράτος μέλος χορηγεί σε πρόσφυγα άδεια διαμονής, το άρθρο 21, παράγραφος 3, ορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η συγκεκριμένη άδεια δύναται στη συνέχεια να ανακληθεί, καθιστώντας την ανάκληση εξαρτώμενη από την απώλεια προστασίας έναντι της επαναπροωθήσεως (άρθρο 21, παράγραφος 2). Αντιθέτως, το άρθρο 24, παράγραφος 1, καθορίζει τις υποχρεώσεις και τις προϋποθέσεις που αφορούν τη χορήγηση (ή την άρνηση χορηγήσεως) άδειας διαμονής μετά τη χορήγηση του καθεστώτος του πρόσφυγα. Η τελευταία δεν μπορεί να ανακληθεί βάσει του άρθρου 24, παράγραφος 1. Δεν υπάρχει λόγος να εφαρμοστεί το άρθρο 24, παράγραφος 1, κατ’ αναλογία με, ή εναλλακτικά προς, το άρθρο 21, παράγραφος 3. Εάν ίσχυε αυτό ο νομοθέτης θα είχε εισαγάγει στο άρθρο 24 αναφορά στο άρθρο 21, παράγραφος 3. Συνεπώς, η απάντηση στο πρώτο ερώτημα θα πρέπει να είναι αρνητική.
54.
Όλα τα κράτη μέλη που κατέθεσαν παρατηρήσεις στην παρούσα υπόθεση καθώς και η Επιτροπή θεωρούν ότι η άδεια διαμονής ενός πρόσφυγα μπορεί να ανακληθεί βάσει του άρθρου 24, παράγραφος 1.
55.
Ισχυρίζονται κατ’ ουσίαν, πρώτον, ότι μπορεί να συναχθεί σιωπηρώς από το γράμμα του άρθρου 24, παράγραφος 1, ότι εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών να αρνηθούν (i) να χορηγήσουν ή (ii) να ανανεώσουν μια άδεια διαμονής όταν συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι εθνικής ασφάλειας ή δημόσιας τάξεως. Θεωρείται επομένως λογικό και συνεπές ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να δικαιούνται επίσης να ανακαλούν μια άδεια όταν υφίστανται οι συγκεκριμένοι λόγοι. Δεύτερον, είναι συνεπές προς τη γενική οικονομία της ρυθμίσεως ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να την ανακαλούν πριν από την ανανέωσή της. Αφής στιγμής κάτι τέτοιο προβλέπεται στο άρθρο 21, παράγραφος 3, δεν υπάρχει λόγος να μην προβλέπεται βάσει του άρθρου 24, παράγραφος 1, μια παρόμοια δυνατότητα. Τρίτον, μια συσταλτική ερμηνεία του άρθρου 24, παράγραφος 1, θα σήμαινε ότι τα κράτη μέλη ουδέποτε θα είχαν τη δυνατότητα να ανακαλέσουν μια άδεια παρά μόνον αν είχαν επίσης το δικαίωμα να αναπροωθήσουν έναν πρόσφυγα. Τέταρτον, μια ερμηνεία του άρθρου 24, παράγραφος 1, η οποία αποκλείει την εξουσία ανακλήσεως οδηγεί σε αυθαίρετα αποτελέσματα. Η δυνατότητα ενός κράτους μέλους να αρνείται την έκδοση άδειας διαμονής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση θα εξηρτάτο από το κατά πόσον οι πληροφορίες που θεμελιώνουν τους επιτακτικούς λόγους εθνικής ασφάλειας ή δημόσιας τάξεως ήταν διαθέσιμες κατά τον χρόνο της χορηγήσεως ή ανανεώσεως (δυνατή η άρνηση) ή σε κάποιον άλλο χρόνο (αδύνατη η άρνηση). Τέλος, υπήκοος τρίτης χώρας που κατέχει τίτλο διαμονής η ισχύς του οποίου δεν έχει λήξει κυκλοφορεί ελεύθερα εντός του χώρου Σένγκεν ( 92 ). Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό για τα κράτη μέλη να έχουν τη δυνατότητα να ανακαλούν άδειες διαμονής και σε περιπτώσεις όπου δεν τίθεται ζήτημα επαναπροωθήσεως: συνέπειες υφίστανται όχι μόνο για το ενδιαφερόμενο κράτος, αλλά και για όλα τα κράτη μέλη του χώρου Σένγκεν καθώς και για τον κοινό αγώνα κατά της διεθνούς τρομοκρατίας.
56.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι όλα τα μέτρα που έχουν ως αποτέλεσμα τον τερματισμό μιας άδειας πρέπει να σέβονται την αρχή της απαγορεύσεως της επαναπροωθήσεως κατ’ άρθρο 33 της Συμβάσεως της Γενεύης και κατ’ άρθρο 21 της οδηγίας για την αναγνώριση.
Το άρθρο 21, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας για την αναγνώριση
57.
Το άρθρο 21, παράγραφος 1, προβλέπει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να σέβονται την αρχή της μη επαναπροωθήσεως σύμφωνα με τις διεθνείς τους υποχρεώσεις. Η εν λόγω αρχή δεν ορίζεται στην οδηγία για την αναγνώριση καθεαυτή, μολονότι η δεύτερη αιτιολογική σκέψη επιβεβαιώνει την αρχή της μη επαναπροωθήσεως στη Σύμβαση της Γενεύης και εξηγεί ότι κανείς δεν θα έπρεπε να αποστέλλεται πίσω σε μέρος όπου θα υφίστατο διώξεις. Σύμφωνα με το άρθρο 33, παράγραφος 1, της Συμβάσεως της Γενεύης, η αρχή της μη επαναπροωθήσεως σημαίνει ότι ένας πρόσφυγας δεν θα έπρεπε να απελαύνεται ή να αναπροωθείται στα σύνορα ή εδάφη όπου αντιμετωπίζει διώξεις ( 93 ) και η ζωή ή η ελευθερία του απειλείται. Ως εκ τούτου, η επαναπροώθηση περιλαμβάνει μόνον τις περιπτώσεις που ο ενδιαφερόμενος πρόσφυγας αντιμετωπίζει απέλαση από το κράτος μέλος από το οποίο ζητά προστασία και επαναπροωθείται από το συγκεκριμένο κράτος στο έδαφος (ή στα σύνορα) από όπου διέφυγε τη δίωξη. Συνεπώς, δεν καλύπτει την απέλαση σε άλλη, ασφαλή, τρίτη χώρα.
58.
Η ρητή διατύπωση του άρθρου 21, παράγραφος 2, προβλέπει ότι με την επιφύλαξη των διεθνών υποχρεώσεών τους, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών να επαναπροωθήσουν έναν πρόσφυγα όταν: α) υφίστανται εύλογοι λόγοι για να θεωρείται ότι το εν λόγω πρόσωπο αποτελεί κίνδυνο για την ασφάλεια του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται· ή β) δεδομένου ότι έχει καταδικασθεί τελεσίδικα για τη διάπραξη ιδιαίτερα σοβαρού εγκλήματος, συνιστά κίνδυνο για την κοινωνία του κράτους μέλους αυτού (στο εξής: εξαίρεση του άρθρου 21, παράγραφος 2). Η εν λόγω διατύπωση αντανακλά το άρθρο 33, παράγραφος 2, της Συμβάσεως της Γενεύης. Δεν υπάρχει ρητή πρόβλεψη στο άρθρο 21 της οδηγίας η οποία να καλύπτει την απέλαση προσφύγων όταν δεν τίθεται ζήτημα επαναπροωθήσεως.
59.
Επιπροσθέτως, όσον αφορά τις διεθνείς υποχρεώσεις των κρατών μελών, το άρθρο 32, παράγραφος 1, της Συμβάσεως της Γενεύης προβλέπει ότι οι συμβαλλόμενες χώρες διατηρούν την εξουσία απελάσεως προσφύγων για λόγους εθνικής ασφάλειας ή δημόσιας τάξεως ( 94 ). Η διατύπωση αυτή δεν αντανακλάται στο άρθρο 21 της οδηγίας (και διαφέρει από το κείμενο του άρθρου 24, παράγραφος 1) ( 95 ).
60.
Η ΕΣΔΑ δεν κατοχυρώνει δικαίωμα λήψεως του καθεστώτος του πρόσφυγα ( 96 ). Κατά πάγια νομολογία το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δέχεται ότι οι συμβαλλόμενες χώρες έχουν δικαίωμα ελέγχου της εισόδου, διαμονής και απελάσεως των αλλοδαπών ( 97 ). Το ΕΔΔΑ τόνισε, ωστόσο, ότι οι αποφάσεις απελάσεως ενδέχεται να εγείρουν ζητήματα από την άποψη του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ και επομένως να στοιχειοθετείται ευθύνη του ενδιαφερόμενου κράτους εφόσον συντρέχουν σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι που να πείθουν ότι ο πρόσφυγας, αν απελαθεί, θα διατρέξει ουσιαστικό κίνδυνο να υποστεί μεταχείριση που αντίκειται στη συγκεκριμένη διάταξη. Υπό τις συνθήκες αυτές, συνάγεται εκ του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ η υποχρέωση να μην απελαθεί ο πρόσφυγας στη συγκεκριμένη χώρα ( 98 ).
61.
Είμαι της γνώμης ότι η έννοια της απελάσεως ενός πρόσφυγα από το έδαφος του οικείου κράτους μέλους είναι ευρύτερη της έννοιας της επαναπροωθήσεως, η οποία δεν περιλαμβάνει απλώς και μόνον την απομάκρυνση από το κράτος αλλά και την επιστροφή προς κάποια χώρα όπου το ενδιαφερόμενο πρόσωπο ενδέχεται να βρεθεί σε κίνδυνο. Πρέπει να υπογραμμισθεί επίσης ότι στις περιπτώσεις που η κατάσταση του πρόσφυγα πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 21, παράγραφος 2, τα κράτη μέλη δεν είναι υποχρεωμένα να προχωρήσουν σε επαναπροώθηση. Αντιθέτως, διαθέτουν τις εξής τρεις επιλογές: (i) επαναπροώθηση, (ii) απέλαση σε τρίτη ασφαλή χώρα ή (iii) να επιτρέψουν στον πρόσφυγα να παραμείνει εντός της επικράτειάς τους.
62.
Στις περιπτώσεις που έχει εφαρμογή η εξαίρεση του άρθρου 21, παράγραφος 2, τα κράτη μέλη δύνανται να ανακαλούν, τερματίζουν ή να αρνούνται να ανανεώσουν ή να χορηγήσουν άδεια διαμονής πρόσφυγα βάσει του άρθρου 21, παράγραφος 3. Αφής στιγμής ο πρόσφυγας υπόκειται σε επαναπροώθηση δεν υφίσταται ανάγκη να του χορηγηθεί (ή, αναλόγως με την περίπτωση, να διατηρεί ακόμη στην κατοχή του) άδεια διαμονής ή να του ανανεωθεί. Έπεται ότι, όταν δεν μπορεί να προβληθεί η εξαίρεση του άρθρου 21, παράγραφος 2, τότε δεν μπορεί να έχει εφαρμογή το άρθρο 21, παράγραφος 3. Ως εκ τούτου, όταν κράτος μέλος κινεί διαδικασία κατά πρόσφυγα ευρισκόμενου σε συνθήκες όμοιες με του H.T, δίχως ωστόσο να επιζητεί την επαναπροώθησή του, καθόσον δεν ισχύει η εξαίρεση του άρθρου 21, παράγραφος 2, η άδεια διαμονής του εν λόγω προσώπου δεν δύναται να ανακληθεί βάσει του άρθρου 21, παράγραφος 3 ( 99 ). Κομβικής σημασίας ζήτημα στην υπό κρίση υπόθεση είναι το κατά πόσον, παρά ταύτα, είναι συμβατή προς την οδηγία για την αναγνώριση η ανάκληση της άδειας διαμονής πρόσφυγα υπό τις συνθήκες αυτές.
Άρθρο 24, παράγραφος 1, της οδηγίας για την αναγνώριση
63.
Γενικός κανόνας του άρθρου 24, παράγραφος 1, είναι ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να χορηγούν, το συντομότερο, (ανανεώσιμη) άδεια διαμονής η οποία να ισχύει τουλάχιστον για μια τριετία σε πρόσωπο στο οποίο έχει χορηγηθεί καθεστώς πρόσφυγα, εκτός εάν υφίστανται επιτακτικοί λόγοι εθνικής ασφάλειας ή δημόσιας τάξης περί του αντιθέτου (στο εξής: εξαίρεση του άρθρου 24, παράγραφος 1). Η χορήγηση της άδειας συνδέεται ρητώς με την αρχική χορήγηση καθεστώτος πρόσφυγα ή την ανανέωση της άδειας.
64.
Ο σκοπός του άρθρου 24, παράγραφος 1, είναι (τουλάχιστον) διττός. Πρώτον, κατά κανόνα εξασφαλίζει ότι το ενδιαφερόμενο άτομο έχει τα απαραίτητα διοικητικά έγγραφα προκειμένου να αποκτήσει πρόσβαση, για παράδειγμα, στην απασχόληση και στο σύστημα κοινωνικής αρωγής και βοήθειας, όπως επίσης και προκειμένου να αρχίσει τη διαδικασία εντάξεως στο κράτος μέλος στο οποίο ζει. Δεύτερον, παρέχει στα κράτη μέλη ένα περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στο μέτρο που προβλέπει μια περιορισμένης εκτάσεως εξαίρεση στον γενικό κανόνα ότι οφείλουν να χορηγούν ή να ανανεώνουν μια άδεια διαμονής.
65.
Το άρθρο 24, παράγραφος 1, ισχύει «με την επιφύλαξη του άρθρου 21, παράγραφος 3». Η σαφής συνέπεια των ανωτέρω είναι ότι οι εν λόγω δύο διατάξεις συνδέονται μεταξύ τους και ότι η εφαρμογή του άρθρου 24, παράγραφος 1, δεν επηρεάζεται από τις (διακριτές) εξουσίες των κρατών μελών να ανακαλούν, να τερματίζουν ή να αρνούνται να ανανεώσουν ή να χορηγήσουν άδεια διαμονής πρόσφυγα βάσει του άρθρου 23, παράγραφος 3.
66.
Ελλείψει ρητής προβλέψεως, έχουν τα κράτη μέλη τη δυνατότητα και να ανακαλούν επίσης μια άδεια βάσει του άρθρου 24, παράγραφος 1, αφότου έχει χορηγηθεί αλλά πριν καταστεί ανανεώσιμη;
67.
Θεωρώ ότι είναι ορθότερο να γίνει δεκτό ότι τα κράτη μέλη έχουν την εξουσία αυτή.
68.
Πρώτον, το γράμμα του άρθρου 24, παράγραφος 1, δεν αποκλείει ρητώς την (πρόσθετη) δυνατότητα της ανακλήσεως. Δεύτερον, η ανάκληση είναι σύμφωνη με τον σκοπό της εν λόγω διατάξεως, ο οποίος ρητώς επιτρέπει στα κράτη μέλη να αρνηθούν μια άδεια διαμονής είτε κατά τη χορήγηση είτε κατά την ανανέωση όταν συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι εθνικής ασφάλειας ή δημόσιας τάξης. Τρίτον, είναι συνεπής με την οικονομία της οδηγίας στον βαθμό που το άρθρο 21, παράγραφος 3, προβλέπει ήδη ρητώς την ανάκληση της άδειας όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 21, παράγραφος 2. Τέταρτον, από τις προπαρασκευαστικές εργασίες προκύπτει ότι η εξαίρεση του άρθρου 24, παράγραφος 1, εισήχθη από τα κράτη μέλη στο Συμβούλιο κατόπιν προτάσεως της Γερμανίας ( 100 ). Οι συγκεκριμένες αλλαγές έγιναν αμέσως μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, με σκοπό την καταπολέμηση της τρομοκρατίας διά του περιορισμού της κυκλοφορίας των υπηκόων τρίτων χωρών εντός του χώρου Σένγκεν, προκειμένου να περιορισθούν οι απειλές κατά της εθνικής ασφάλειας ή της δημόσιας τάξεως ( 101 ). Μια σιωπηρώς προβλεπόμενη εξουσία ανακλήσεως άδειας διαμονής σε τέτοιες περιπτώσεις είναι απολύτως σύμφωνη με τον συγκεκριμένο σκοπό. Τέλος, η ερμηνεία αυτή έχει το πλεονέκτημα αποφυγής πιθανών ανωμαλιών: (i) διαφορετικά καθίσταται καθοριστικό το χρονικό σημείο κατά το οποίο είναι διαθέσιμα τα στοιχεία που στοιχειοθετούν το κατά πόσον συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι εθνικής ασφάλειας ή δημόσιας τάξης? (ii) διευκολύνει τη συνδυαστική ερμηνεία της οδηγίας για την αναγνώριση και της οδηγίας για τους επί μακρόν διαμένοντες στον βαθμό που η τελευταία επιτρέπει την ανάκληση του καθεστώτος επί μακρόν διαμένοντος κατόπιν της λήψεως μέτρου απελάσεως ( 102 ).
69.
Συνεπώς, συμπεραίνω ότι όταν κράτος μέλος απελαύνει έναν πρόσφυγα διότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις της εξαιρέσεως του άρθρου 24, παράγραφος 1, τότε δύναται επίσης να ανακαλέσει την άδεια διαμονής του. Η θέση αυτή συνάδει προς το ρυθμιστικό πλαίσιο της οδηγίας. Όταν κάποιος πρόσφυγας είναι υποχρεωμένος να εγκαταλείψει το έδαφος ενός κράτους συνεπεία αποφάσεως απελάσεως, δεν υπάρχει λόγος να διατηρεί στην κατοχή του την άδεια αυτή.
70.
Βεβαίως, ο H. T. δεν εμπίπτει στην περίπτωση αυτή. Μολονότι έχει διαταχθεί η απέλασή του με δικαστική απόφαση, εντούτοις έχει στην πραγματικότητα την άδεια να παραμείνει στη Γερμανία. Ωστόσο φρονώ ότι το άρθρο 24, παράγραφος 1, επιτρέπει στις αρχές του κράτους μέλους να λάβουν υπόψη τους τη δυνάμει δικαστικής αποφάσεως απέλαση και να ανακαλέσουν την άδεια του. Στη συνέχεια θα εξετάσω τις συνέπειες της θέσεως αυτής ( 103 ).
71.
Ειρήσθω εν παρόδω, η οδηγία για την αναγνώριση αναδιατυπώθηκε με την οδηγία 2011/95 ( 104 ). Κάθε αναδιατύπωση σκοπεύει κατά κανόνα στο να αποσαφηνίσει και να απλουστεύσει τη νομοθετική πράξη η οποία πρόκειται να αναθεωρηθεί, έστω και αν η οδηγία 2011/95 επέφερε επίσης ορισμένες ουσιώδεις τροποποιήσεις. Δυστυχώς, ο νομοθέτης δεν επωφελήθηκε της ευκαιρίας προκειμένου να αποσαφηνίσει το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 24, παράγραφος 1 (το αναδιατυπωμένο κείμενο είναι σχεδόν πανομοιότυπο με το αρχικό). Είναι ιδιαίτερα σημαντικό ότι οι αφορώσες ατομικά δικαιώματα νομοθετικές διατάξεις θα πρέπει να είναι σαφείς και προσιτές προκειμένου να επιτρέπουν αφενός στα άτομα να γνωρίζουν τα δικαιώματά τους και αφετέρου στις κυβερνήσεις των κρατών μελών να εκπληρώνουν τα καθήκοντά τους.
72.
Συνοψίζοντας μέχρι το σημείο αυτό: είμαι της γνώμης ότι άδεια διαμονής που έχει χορηγηθεί σε πρόσφυγα δύναται να ανακληθεί είτε όταν συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι εθνικής ασφάλειας ή δημόσιας τάξεως κατά την έννοια του άρθρου 24, παράγραφος 1, ή (βάσει του άρθρου 21, παράγραφος 3) όταν συντρέχουν λόγοι για την εφαρμογή της εξαιρέσεως του άρθρου 21, παράγραφος 2.
Πώς πρέπει να ερμηνευθεί η εξαίρεση του άρθρου 24, παράγραφος 1, της οδηγίας για την αναγνώριση;
73.
Το δεύτερο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου έχει δύο μέρη. Στο σημείο αυτό θα εξετάσω το πρώτο σημείο που ανέκυψε, το οποίο περιλαμβάνει δύο σκέλη. Πώς πρέπει να ερμηνευθεί η φράση «[…] επιτακτικοί λόγοι εθνικής ασφάλειας ή δημόσιας […]» του άρθρου 24, παράγραφος 1; Και αλληλεπικαλύπτεται η διάταξη αυτή με το άρθρο 21, παράγραφος 2;
Επιτακτικοί λόγοι εθνικής ασφάλειας ή δημόσιας τάξεως
74.
Ο H. T. υποστηρίζει ότι οι λόγοι για την άρνηση χορηγήσεως (ή ανανεώσεως) άδειας διαμονής που προβλέπονται στο άρθρο 24, παράγραφος 1, είναι αυστηρότεροι από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 21, παράγραφοι 2 και 3. Επισημαίνει ότι μπορεί να φανεί χρήσιμη μια κατ’ αναλογία παραπομπή στο άρθρο 28 της οδηγίας περί ιθαγένειας στην οποία η φράση «[…] επιτακτικοί λόγοι δημόσιας ασφάλειας […]» χρησιμοποιείται προκειμένου να περιγραφεί η βάση επί της οποίας κράτος μέλος δύναται να λάβει απόφαση απελάσεως πολίτη της Ένωσης που διαμένει στην επικράτειά του. Αν η βούληση του νομοθέτη ήταν η διατύπωση και οι όροι «επιτακτικοί λόγοι» του άρθρου 24, παράγραφος 1, της οδηγίας για την αναγνώριση να ερμηνεύονται διαφορετικά, θα το είχε καταστήσει σαφές στο κείμενο της νομοθεσίας.
75.
Τα κράτη μέλη που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο δεν αμφισβητούν ότι μεταξύ του άρθρου 21, παράγραφοι 2 και 3, και του άρθρου 24, παράγραφος 1, της οδηγίας για την αναγνώριση υπάρχει σε κάποιο βαθμό αλληλεπικάλυψη. Η Γερμανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι οι λόγοι για την εφαρμογή της εξαιρέσεως του άρθρου 21, παράγραφος 2, είναι αυστηρότεροι από ό,τι εκείνοι για την εξαίρεση του άρθρου 24, παράγραφος 1, καθόσον οι συνέπειες της επαναπροωθήσεως για τον πρόσφυγα βάσει του άρθρου 21, παράγραφος 2, είναι σοβαρότερες από τις συνέπειες που επιφέρει η ανάκληση απλώς της άδειας διαμονής (στην τελευταία περίπτωση, ο πρόσφυγας δεν πρέπει οπωσδήποτε είναι να εγκαταλείψει την επικράτεια). Η Γερμανική Κυβέρνηση, ως εκ τούτου, θεωρεί συμπληρωματικές τις συγκεκριμένες δύο προβλέψεις. Η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η απαίτηση να αποδεικνύονται οι «επιτακτικοί» λόγοι θα πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο που να διασφαλίζει ότι η εφαρμογή της περιορίζεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως δέχεται η νομολογία επί της οδηγίας περί ιθαγένειας. Η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι ο όρος «επιτακτικοί λόγοι» του άρθρου 24, παράγραφος 1, θα πρέπει να ερμηνεύεται λιγότερα αυστηρά από ό,τι ο όρος «εύλογοι λόγοι» του άρθρου 21, παράγραφος 2, της οδηγίας για την αναγνώριση.
76.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η απόδοση του άρθρου 33, παράγραφος 2, της Συμβάσεως της Γενεύης στη γερμανική γλώσσα χρησιμοποιεί τον όρο «schwerwiegende Gründe» (σοβαροί λόγοι), σε αντίθεση με την αγγλική και γαλλική απόδοση όπου γίνεται λόγος αντιστοίχως για «reasonable grounds» και «des raisons sérieuses». Η γερμανική απόδοση του άρθρου 21, παράγραφος 2, της οδηγίας για την αναγνώριση επίσης διαφοροποιείται τόσο από την αγγλική όσο και από τη γαλλική απόδοση και από τη Σύμβαση της Γενεύης, καθόσον αναφέρεται σε «stichhaltige Gründe» (βάσιμοι λόγοι), ενώ τόσο το αγγλικό όσο και το γαλλικό κείμενο ακολουθούν τις αντίστοιχες γλωσσικές αποδόσεις της Συμβάσεως της Γενεύης. Σύμφωνα με την Επιτροπή, η κατά γράμμα ερμηνεία της γερμανικής αποδόσεως θα σήμαινε ότι για την εφαρμογή της εξαιρέσεως του άρθρου 21, παράγραφος 2, της οδηγίας για την αναγνώρισης αρκούν λιγότερο αυστηροί λόγοι συγκριτικά με τους λόγους που απαιτούν η αγγλική και η γαλλική απόδοση. Η Επιτροπή θεωρεί ότι μια τέτοια επιλογή δεν αντικατοπτρίζει τη βούληση του νομοθέτη· ως εκ τούτου, θα πρέπει να ισχύουν οι αυστηρότερες απαιτήσεις που θέτουν η αγγλική και η γαλλική απόδοση.
77.
Κατά την άποψή μου, μολονότι τα άρθρα 21 και 24 καθιερώνουν διαφορετικά συστήματα, εντούτοις πράγματι αλληλεπικαλύπτονται στον βαθμό που αμφότερες οι ρυθμίσεις αφορούν την άρνηση να χορηγηθεί, ανακληθεί ή ανανεωθεί η άδεια διαμονής πρόσφυγα· τούτο δε έχει επιπτώσεις για το καθεστώς του στο κράτος μέλος όπου ζητεί προστασία.
78.
Μολονότι η Επιτροπή ορθώς υποστηρίζει ότι υφίστανται διαφορές μεταξύ της αγγλικής, γαλλικής και γερμανικής αποδόσεως τόσο του άρθρου 33, παράγραφος 2, της Συμβάσεως της Γενεύης όσο και του άρθρου 21, παράγραφος 2, της οδηγίας για την αναγνώριση, εντούτοις δεν είναι κατά τη γνώμη μου δυνατό να συναχθούν από το γεγονός αυτό ενδείξεις ως προς το κατά πόσον το άρθρο 24, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας καλύπτει την ανάκληση άδειας διαμονής υπό συνθήκες όπως αυτές που χαρακτηρίζουν την περίπτωση του H. T.
79.
Χάριν πληρότητας, προσθέτω ότι κατά πάγια νομολογία, σε περίπτωση αποκλίσεως μεταξύ των γλωσσικών αποδόσεων ενός νομοθετήματος, η επίμαχη διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται υπό το φως του επίσημου κειμένου τους σε όλες τις γλώσσες της Ένωσης ( 105 )· η διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται με γνώμονα το όλο σύστημα και τον σκοπό της ρυθμίσεως της οποίας αποτελεί στοιχείο ( 106 ). Το άρθρο 21 της οδηγίας για την αναγνώριση θεμελιώνεται στο άρθρο 33 της Συμβάσεως της Γενεύης. Το αγγλικό και το γαλλικό είναι τα αυθεντικά κείμενα της Συμβάσεως. Οι όροι«reasonable grounds» και «des raisons sérieuse» οι οποίες χρησιμοποιούνται στα συγκεκριμένα κείμενα της Συμβάσεως της Γενεύης χρησιμοποιούνται επίσης στις συγκεκριμένες δύο γλωσσικές αποδόσεις της οδηγίας για την αναγνώριση. Θεωρώ, επομένως, ότι απηχούν πληρέστερα τη βούληση του νομοθέτη.
80.
Στο πλαίσιο της οδηγίας για την αναγνώριση, αμφότερα τα άρθρα 21 και 24 εντάσσονται στο κεφάλαιο VII («Περιεχόμενο της διεθνούς προστασίας»)· ενώ στο άρθρο 20, παράγραφος 2, διευκρινίζεται ότι «[τ]ο παρόν κεφάλαιο έχει εφαρμογή στους πρόσφυγες και στα πρόσωπα που δικαιούνται επικουρική προστασία, εκτός αν ορίζεται άλλως». Διαδοχικώς, το κεφάλαιο αυτό ακολουθεί τα κεφάλαια «Γενικές διατάξεις», «Αξιολόγηση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας», «Χορήγηση του καθεστώτος πρόσφυγα», «Καθεστώς πρόσφυγα» και «Καθεστώς επικουρικής προστασίας». Το κεφάλαιο VII, επομένως, αφορά τον καθορισμό των ευεργετημάτων στα οποία δύνανται να προσβλέπουν όσοι εκ των αιτούντων καταστούν τελικώς δικαιούχοι του καθεστώτος πρόσφυγα ή του καθεστώτος επικουρικής προστασίας.
81.
Η ανάλυσή μου εκκινεί από την αρχή (η οποία περιλαμβάνεται στο άρθρο 21, παράγραφος 1) σύμφωνα με την οποία οι πρόσφυγες προστατεύονται κατά κανόνα από την επαναπροώθηση. Τα δύο εδάφια του άρθρου 21, παράγραφος 2, ορίζουν από κοινού τις περιπτώσεις εξαιρέσεως στη συγκεκριμένη αρχή. Σύμφωνα με τα εν λόγω δύο εδάφια επιτρέπεται η αναπροώθηση «πρόσφυγα, ανεξαρτήτως του αν αναγνωρίζεται επισήμως ως τέτοιος», όταν: «υφίστανται εύλογοι λόγοι για να θεωρείται ότι το εν λόγω πρόσωπο αποτελεί κίνδυνο για την ασφάλεια του κράτους μέλους στο οποίο ευρίσκεται» (άρθρο 21, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ) ή «β) δεδομένου ότι έχει καταδικασθεί τελεσίδικα για τη διάπραξη ιδιαίτερα σοβαρού εγκλήματος, συνιστά κίνδυνο για την κοινωνία του κράτους μέλους αυτού» (άρθρο 21, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ). Οι συνέπειες από την εφαρμογή της εξαιρέσεως του άρθρου 21, παράγραφος 2, μπορεί να είναι πολύ δραστικές για το ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Το πρόσωπο αυτό ενδεχομένως πρέπει να επιστρέψει σε χώρα όπου είναι πιθανό να διατρέξει κίνδυνο. (Σύμφωνα με τη δική μου ερμηνεία, τούτο εξηγεί επίσης γιατί το άρθρο 21, παράγραφος 2, απλώς και μόνον επιτρέπει κάτι: «ένα κράτος μέλος δύναται να αναπροωθήσει», αφήνοντας ανοικτές και άλλες επιλογές) ( 107 ). Για τον ίδιο αυτό λόγο, το γράμμα των δύο εδαφίων της εξαιρέσεως του άρθρου 21, παράγραφος 2, είναι σαφέστερο σε σχέση με την αρκετά αφηρημένη διατύπωση του άρθρου 24, παράγραφος 1 («εάν δεν υφίστανται επιτακτικοί λόγοι εθνικής ασφάλειας ή δημόσιας τάξης περί του αντιθέτου»). Πράγμα το οποίο φαίνεται λογικό. Οι πιθανές συνέπειες, για έναν πρόσφυγα, που επιφέρει το να βρεθεί (κατόπιν εφαρμογής του άρθρου 24, παράγραφος 1) δίχως άδεια διαμονής δεν είναι βεβαίως επιθυμητές· ωστόσο είναι λιγότερο σοβαρές από τις συνέπειες που επέρχονται από την απώλεια της προστασίας από την επαναπροώθηση (κατόπιν εφαρμογής του άρθρου 21, παράγραφος 2). Το γεγονός ότι ενδέχεται στη συνέχεια να απολέσει και την άδεια (άρθρο 21, παράγραφος 3) είναι απλώς και μόνον ένα επιπλέον δυσμενές συμβάν.
82.
Είναι άραγε πιθανό να διαφωτίσει το ζήτημα (παρά να συσκοτίσει και να προκαλέσει σύγχυση) η εξέταση άλλων διατάξεων της οδηγίας για την αναγνώριση: για παράδειγμα, το άρθρο 14 («Ανάκληση, τερματισμός ή άρνηση ανανέωσης του καθεστώτος πρόσφυγα»), το οποίο ανήκει στο κεφάλαιο IV;
83.
Το άρθρο 14, παράγραφος 4, προβλέπει τις δύο πιθανές περιπτώσεις στις οποίες «[τ]α κράτη μέλη δύνανται να ανακαλούν, να τερματίζουν ή να αρνούνται να ανανεώσουν το καθεστώς που χορηγήθηκε σε πρόσφυγα από κυβερνητικό, διοικητικό, δικαστικό ή οιονεί δικαστικό όργανο». Οι περιπτώσεις αυτές, οι οποίες δεν παρουσιάζονται διαζευτικώς (πιθανότατα, διότι εκ παραδρομής παραλείφθηκε η αναφορά του διαζευκτικού «ή») αντιστοιχούν απολύτως στα δύο εδάφια της εξαιρέσεως του άρθρου 21, παράγραφος 2. Ως εδώ έχει καλώς· ο παραλληλισμός αυτός ωστόσο δεν έχει κάποια χρησιμότητα σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 24, παράγραφος 1, που αφορά την άδεια διαμονής προσώπων που διατηρούν το καθεστώς πρόσφυγα (και όχι εκείνων από τους οποίους έχει αφαιρεθεί). (Δεν μπορώ να μην υπενθυμίσω —με κάποια δόση πικρίας— ότι το σημείο 6 της διοργανικής συμφωνίας της 22ας Δεκεμβρίου 1998, για τις κοινές κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την ποιότητα της διατύπωσης της κοινοτικής νομοθεσίας ( 108 ), ορίζει ότι στη χρησιμοποιούμενη ορολογία πρέπει να υπάρχει συνέπεια τόσο μεταξύ των διατάξεων της ίδιας πράξεως όσο και μεταξύ της πράξεως αυτής και των ήδη ισχυουσών, ιδίως στον ίδιο τομέα, πράξεων.)
84.
Σε αυτό το πλαίσιο, θεωρώ ότι δεν είναι ιδιαίτερα γόνιμο να εστιάσουμε την προσοχή μας στους όρους «εύλογοι λόγοι για» (άρθρα 14, παράγραφος 4, και 21, παράγραφος 2) σε αντιδιαστολή με τους όρους «επιτακτικοί λόγοι» (άρθρο 24, παράγραφος 1). Κάθε έκφραση θα πρέπει να ερμηνεύεται εντός του πλαισίου της διατάξεως της οποίας αποτελεί στοιχείο. Το γράμμα καθεμίας εξαιρέσεως πρέπει να εξετάζεται συνολικά και, αφής στιγμής πρόκειται για εξαίρεση σε δικαιώματα που εγγυάται το δίκαιο της Ένωσης, πρέπει εν συνεχεία να ερμηνεύεται συσταλτικώς.
85.
Καταβάλλοντας την καλύτερη δυνατή προσπάθεια ερμηνείας του κειμένου, εκτιμώ ότι το άρθρο 24, παράγραφος 1, είναι ευρύτερο του άρθρου 21, παράγραφος 2, και ότι ορισμένες περιστάσεις θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε εφαρμογή της εξαιρέσεως του άρθρου 24, παράγραφος 1 (επιτρέποντας στον πρόσφυγα να διατηρεί το καθεστώς του, δίχως ωστόσο να διαθέτει άδεια διαμονής), χωρίς να πληρούν τις απαιτήσεις για την εφαρμογή της εξαιρέσεως του άρθρου 21, παράγραφος 2, και έτσι να ανοίξουν τον δρόμο προς την απώλεια της προστασίας του έναντι της επαναπροωθήσεως.
86.
Κατά τη δική μου ερμηνεία, οι «επιτακτικοί λόγοι εθνικής ασφάλειας και δημόσιας τάξεως» πρέπει πάντοτε να περιλαμβάνουν ένα αντικειμενικό στοιχείο. Πρέπει να υπάρχουν αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία καταδεικνύοντα ότι ο προβαλλόμενος λόγος μπορεί δικαίως να θεωρηθεί «επιτακτικός». Ταυτοχρόνως, η χρήση του όρου «επιτακτικός» υποδηλώνει κάποιο βαθμό υποκειμενικότητας, κατά το μέτρο που οι συγκεκριμένοι λόγοι θεωρούνται επιτακτικοί από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος κατά τον χρόνο που λαμβάνει μέτρα. Συνεπώς, οι ίδιοι λόγοι δεν θα είναι κατ’ ανάγκη «επιτακτικοί» σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ( 109 ).
87.
Τέλος, δεν κρίνω αναγκαίο ούτε σκόπιμο να επιχειρήσω κάποιου είδους κατ’ αναλογία ερμηνεία σε σχέση είτε με την οδηγία περί ιθαγένειας είτε με την οδηγία για τους επί μακρόν διαμένοντες.
88.
Όσον αφορά την πρώτη οδηγία, πράγματι η οδηγία για την αναγνώριση και η οδηγία περί ιθαγένειας εκδόθηκαν την ίδια ημέρα. Επίσης, μολονότι δεν αμφισβητείται ότι η ερμηνευτική μέθοδος την οποία καλώς χρησιμοποιεί το Δικαστήριο επιτρέπει, όταν χρειάζεται, την ειδική ερμηνεία που εξυπηρετεί τον συγκεκριμένο σκοπό κάθε οδηγίας, ώστε να διασφαλίζεται η πρακτική αποτελεσματικότητά της, εντούτοις τα θεμελιώδη δικαιώματα και οι θεμελιώδεις αρχές δεν μπορούν να εφαρμόζονται διαφορετικά, ανάλογα με τον τομέα στον οποίο έχουν εφαρμογή, ειδάλλως θα χάσουν τον θεμελιώδη χαρακτήρα τους ( 110 ). Τούτου λεχθέντος, μεταξύ των δύο οδηγιών υφίστανται σημαντικές διαφορές. Η οδηγία για την αναγνώριση εκδόθηκε βάσει του άρθρου 63 ΣΕΚ (νυν άρθρα 78 και 789 ΣΛΕΕ)· εντάσσεται στο ΚΕΣΑ, το οποίο εμπίπτει στον τίτλο V της ΣΛΕΕ («Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης»)· και (ίσως το σημαντικότερο) πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με τη Σύμβαση της Γενεύης. Η οδηγία περί ιθαγένειας εκδόθηκε βάσει του νυν Δευτέρου Μέρους της ΣΛΕΕ, περί της ιθαγενείας της Ένωσης και της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Τα δύο μέτρα, επομένως, είναι πολύ διαφορετικά ως προς το πεδίο εφαρμογής και το αντικείμενό τους.
89.
Όσον αφορά την οδηγία για τους επί μακρόν διαμένοντες, μολονότι αυτή δεν εντάσσεται στο ΚΕΣΑ, έχει κοινή ρίζα με την οδηγία για την αναγνώριση στον βαθμό που και η δική της εντοπίζεται στη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 15ης και της 16ης Οκτωβρίου 1999 στο Τάμπερε. Τα άρθρα 9 και 12 της οδηγίας 2003/109 (με τίτλο «Ανάκληση ή απώλεια του καθεστώτος επί μακρόν διαμένοντος» και «Προστασία από την απέλαση» αντιστοίχως) διατυπώνονται με όρους οι οποίοι είναι (και) πάλι διαφορετικοί από τους όρους που χρησιμοποιούνται στην οδηγία για την αναγνώριση. Η επισκόπηση της οδηγίας για τους επί μακρόν διαμένοντες δεν χρησιμεύει για μια συνεκτική ή συστηματική προσέγγιση της καταρτίσεως της οδηγίας. Δεν βοηθά, επομένως, στην επιτέλεση του ερμηνευτικού έργου ( 111 ).
Δικαιολογεί την εφαρμογή της εξαιρέσεως του άρθρου 24, παράγραφος 1, η υποστήριξη μιας τρομοκρατικής οργανώσεως;
90.
Με το δεύτερο μέρος του δεύτερου ερωτήματος το αιτούν δικαστήριο ζητεί καθοδήγηση ως προς το αν (και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, υπό ποιες προϋποθέσεις) η υποστήριξη μιας τρομοκρατικής οργανώσεως συνιστά «επιτακτικούς λόγους εθνικής ασφάλειας ή δημόσιας τάξεως» για τους σκοπούς του άρθρου 24, παράγραφος 1, της οδηγίας για την αναγνώριση.
91.
Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή διατυπώνουν στις παρατηρήσεις τους τη συμφωνία τους ως προς το ότι η υποστήριξη μιας τρομοκρατικής οργανώσεως θα μπορούσε να πληροί τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή της εξαιρέσεως του άρθρου 24, παράγραφος 1, και να δικαιολογεί επομένως την ανάκληση (ή την άρνηση χορηγήσεως ή ανανεώσεως) άδειας διαμονής πρόσφυγα. Ο H. T. εκφράζει την αντίθετη άποψη, ισχυριζόμενος ότι ακόμα και στην περίπτωση που κριθεί ότι παρέβη τον εθνικό νόμο (συγκεκριμένα το άρθρο 20 του Vereinsgesetz), δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της εξαιρέσεως του άρθρου 24, παράγραφος 1.
92.
Το άρθρο 1, παράγραφος 3, της κοινής θέσεως 2002/931 ορίζει τι συνιστά τρομοκρατική πράξη ( 112 ). Το PKK περιλαμβάνεται στους καταλόγους που προσαρτώνται στο συγκεκριμένο μέτρο και στον κανονισμό 2580/2001. Η αιτιολογική σκέψη 28 της οδηγίας για την αναγνώριση ορίζει ότι «[η] έννοια της εθνικής ασφάλειας και της δημόσιας τάξης καλύπτει επίσης τις περιπτώσεις στις οποίες υπήκοος τρίτης χώρας ανήκει σε οργάνωση που υποστηρίζει τη διεθνή τρομοκρατία ή υποστηρίζει οργάνωση αυτού του είδους» ( 113 ).
93.
Η υποστήριξη μιας αναγραφόμενης στον κατάλογο οργανώσεως που διαπράττει πράξεις εμπίπτουσες στο πεδίο εφαρμογής της κοινής θέσεως 2002/931 και/ή του κανονισμού 2580/2001 θα μπορούσε, συνεπώς, να πληροί τις προϋποθέσεις εφαρμογής της εξαιρέσεως του άρθρου 24, παράγραφος 1· αλλά τούτο δεν ισχύει πάντοτε κατ’ ανάγκη. Όλα εξαρτώνται από το ακριβές νόημα του όρου «υποστήριξη».
94.
Κατά την εξέταση των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υποθέσεως (εξέταση εμπίπτουσα στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών), είναι απαραίτητο να τίθεται ως πρωταρχικό το ερώτημα του κατά πόσον οι πράξεις της επίμαχης οργανώσεως στοιχειοθετούν επιτακτικούς λόγους εθνικής ασφάλειας ή δημόσιας τάξεως για τους σκοπούς του άρθρου 24, παράγραφος 1, της οδηγίας για την αναγνώριση. Πρώτον, είναι σαφές ότι οι πράξεις τρομοκρατικού χαρακτήρα, που χαρακτηρίζονται από την άσκηση βίας σε άμαχο πληθυσμό, έστω και αν τελούνται προς εξυπηρέτηση τυχόν πολιτικού σκοπού, πρέπει να θεωρούνται σοβαρά μη πολιτικά εγκλήματα και θα μπορούσαν, συνεπώς, να θεωρηθούν ότι στοιχειοθετούν επιτακτικούς λόγους εθνικής ασφάλειας ( 114 ). Δεύτερον, οι πράξεις διεθνούς τρομοκρατίας, ανεξαρτήτως της συμμετοχής κάποιου κράτους, αντιβαίνουν εν γένει στους σκοπούς και στις αρχές των Ηνωμένων Εθνών ( 115 ).
95.
Το Δικαστήριο δεν έχει στη διάθεσή του κανένα στοιχείο που να υποδεικνύει αν οι πράξεις που διέπραξε το PKK εμπίπτουν σε κάποια από τις κατηγορίες. Η συμπερίληψη οργανώσεως σε κατάλογο όπως ο κατάλογος που προσαρτάται στην κοινή θέση 2001/931 αποτελεί ισχυρή εκ πρώτης όψεως ένδειξη είτε ότι συνιστά τρομοκρατική οργάνωση είτε ότι είναι ύποπτη (επί τη βάσει μαχητών ενδεχομένως αποδείξεων) ότι συνιστά οργάνωση αυτού του είδους ( 116 ). Η εν λόγω εγγραφή στους καταλόγους αυτούς, συνεπώς, αποτελεί στοιχείο το οποίο οι αρμόδιες αρχές δικαιούνται να λαμβάνουν υπόψη όταν ελέγχουν, καταρχάς, αν η οργάνωση αυτή τέλεσε τρομοκρατικές πράξεις ( 117 ).
96.
Τούτου λεχθέντος, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι οι επιδιωκόμενοι σκοποί της κοινής θέσεως 2001/931 και της οδηγίας για την αναγνώριση, αντιστοίχως, είναι πολύ διαφορετικοί. Κατά συνέπεια, δεν δικαιολογείται κατά την άποψη μου η αρμόδια αρχή, όταν προτίθεται να εξαιρέσει πρόσωπο από τα απορρέοντα από το καθεστώς πρόσφυγα ευεργετήματα που κατοχυρώνονται στο κεφάλαιο VII της οδηγίας για την αναγνώριση, να βασίζεται αποκλειστικώς στη συμμετοχή του σε οργάνωση που περιλαμβάνεται σε κατάλογο που καταρτίστηκε εκτός του πλαισίου που καθιέρωσε η οδηγία για την αναγνώριση και η Σύμβαση της Γενεύης ( 118 ).
97.
Τι ισχύει όσον αφορά τον ρόλο του ενδιαφερόμενου προσώπου στην «υποστήριξη» μιας οργανώσεως που εγγράφηκε σε κατάλογο; Τι απαιτείται για να είναι δικαιολογημένη η εφαρμογή της εξαιρέσεως του άρθρου 24, παράγραφος 1;
98.
Θεωρώ, πρώτον, ότι αν η υποστήριξη που προσέφερε το άτομο έχει περιλάβει πράξεις οι οποίες μπορούσαν ευλόγως να δικαιολογήσουν για οποιονδήποτε λόγο την εφαρμογή της εξαιρέσεως του άρθρου 21, παράγραφος 2, τότε συντρέχουν κατ’ ανάγκη οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της εξαιρέσεως του άρθρου 24, παράγραφος 1. Δεν είναι τόσο εύκολο να διατυπωθεί ένας σαφής κανόνας για την κατηγοριοποίηση άλλων πράξεων. Επειδή η εξαίρεση του άρθρου 24, παράγραφος 1, θεμελιώνεται στους «επιτακτικούς λόγους εθνικής ασφάλειας ή δημόσιας τάξης», οι αρμόδιες αρχές προφανώς δεν οφείλουν να αποδεικνύουν (για παράδειγμα) ότι συντρέχουν εύλογοι λόγοι για να θεωρείται ότι το εν λόγω πρόσωπο αποτελεί κίνδυνο για την ασφάλεια του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους. Αυτό το οποίο είναι αναγκαίο, κατά την άποψή μου, είναι μια ορθή και ισόρροπη εκτίμηση του βαθμού στον οποίο οι πράξεις του ενδιαφερόμενου ατόμου παρέχουν σημαντική υποστήριξη στην επίμαχη οργάνωση. Ως εκ τούτου, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους οφείλουν να εξακριβώνουν, για παράδειγμα, αν το ενδιαφερόμενο πρόσωπο έχει: (i) διαπράξει το ίδιο τρομοκρατικές πράξεις· (ii) συμμετάσχει στον σχεδιασμό, στη διαδικασία λήψεως αποφάσεων ή στην καθοδήγηση τρίτων προκειμένου να τελέσουν αυτού του είδους τις πράξεις· ή (iii) χρηματοδοτήσει ή προμηθευτεί τα μέσα προκειμένου τρίτοι να έχουν τη δυνατότητα να διαπράξουν τρομοκρατικές πράξεις. (Πρέπει να διευκρινίσω ότι, μολονότι κάθε δωρεά σε εγγραφείσα σε κάποιο κατάλογο οργάνωση, όσο μικρή και αν είναι, αποτελεί από τεχνικής απόψεως «χρηματοδότηση» της συγκεκριμένης οργανώσεως —φασούλι το φασούλι γεμίζει το σακούλι— θα θεωρούσα ως δυσανάλογη χρήση της εξαιρέσεως του άρθρου 24, παράγραφος 1, να αποστερηθεί ένας πρόσφυγας την άδεια διαμονής του μόνον και μόνον επειδή προέβη περιστασιακά σε μικρές δωρεές. Εναπόκειται στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους να αξιολογήσουν, υπό τον έλεγχο των εθνικών δικαστηρίων, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά σε κάθε ατομική περίπτωση.)
99.
Τι συμβαίνει όμως όταν δεν συντρέχουν τα στοιχεία αυτά; Στην περίπτωση αυτή πρέπει να εξακριβώνεται αν υπάρχουν επιπλέον επιτακτικοί λόγοι για να θεωρείται ότι υφίσταται κίνδυνος για την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη. Εν προκειμένω, φρονώ ότι οι «επιτακτικοί λόγοι» είναι σχεδόν συνώνυμοι με τους «σοβαρούς λόγους» — ασθενέστεροι βεβαίως από τους «συντριπτικούς λόγους», ισχυρότεροι όμως από τους «ενδεχόμενους λόγους». Τα πραγματικά περιστατικά πρέπει να εξετάζονται και να αξιολογούνται προσεκτικά, καθόσον μια βλαπτική απόφαση μπορεί να οδηγήσει στην απέλαση του ενδιαφερόμενου προσώπου και ίσως σε προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων του.
100.
Επισημαίνω, παρεμπιπτόντως, ότι πρόσφυγες κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για την αναγνώριση ενδέχεται να «διαμένουν [στην επικράτεια κράτους μέλους] νόμιμα και αδιάλειπτα κατά τα πέντε τελευταία έτη» (άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας για τους επί μακρόν διαμένοντες) και θα μπορούσαν, συνεπώς, να υποβάλουν αίτηση υπαγωγής στο καθεστώς επί μακρόν διαμένοντος ( 119 ). Σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας για τους επί μακρόν διαμένοντες, τα κράτη μέλη μπορούν «να αρνούνται τη χορήγηση του καθεστώτος επί μακρόν διαμένοντος για λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας», διευκρινιζομένου ότι «[κ]ατά τη λήψη της σχετικής απόφασης, το κράτος μέλος εξετάζει τη σοβαρότητα ή το είδος του αδικήματος κατά της δημόσιας τάξης ή της δημόσιας ασφάλειας, ή τον κίνδυνο που προέρχεται από το εν λόγω πρόσωπο, λαμβάνοντας παράλληλα δεόντως υπόψη τη διάρκεια της διαμονής και την ύπαρξη δεσμών με τη χώρα διαμονής». Άπαξ και χορηγήθηκε το συγκεκριμένο καθεστώς, προβλέπεται, στο άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας για τους επί μακρόν διαμένοντες, εξαίρεση από την προστασία της οποίας διαφορετικά απολαύει ο επί μακρόν διαμένων έναντι της απελάσεως όταν το συγκεκριμένο πρόσωπο «συνιστά ενεστώσα και επαρκώς σοβαρή απειλή κατά της δημόσιας τάξης ή της δημόσιας ασφάλειας».
101.
Διατρέχοντας τον κίνδυνο να κατηγορηθώ ότι κομίζω γλαύκα εις Αθήνας, επισημαίνω ότι κανένα από τα συγκεκριμένα δύο κριτήρια (της οδηγίας για τους επί μακρόν διαμένοντες) δεν αντιστοιχεί με κάποια ακρίβεια στο γράμμα της εξαιρέσεως του άρθρου 24, παράγραφος 1, της οδηγίας για την αναγνώριση.
102.
Επιστρέφοντας στο άρθρο 24, παράγραφος 1: καταλήγω στο συμπέρασμα ότι τα ακόλουθα στοιχεία είναι καθοριστικά για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών σε κάθε επιμέρους υπόθεση: (i) οι συγκεκριμένες πράξεις του πρόσφυγα· (ii) οι πράξεις της οργανώσεως την οποία φέρεται ότι έχει υποστηρίξει· και (iii) το κατά πόσον υπάρχουν περαιτέρω στοιχεία ή περιστάσεις οι οποίες δημιουργούν ισχυρή εντύπωση πιθανής απειλής κατά της εθνικής ασφάλειας ή της δημόσιας τάξεως. Εναπόκειται στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους να αξιολογήσουν, υπό τον έλεγχο των εθνικών δικαστηρίων, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά σε κάθε ατομική περίπτωση.
103.
Τα στοιχεία που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο είναι ενδεικτικά του ότι οι εκδηλώσεις υποστηρίξεως του H. T. προς το PKK περιελάμβαναν την παρακολούθηση νόμιμων συγκεντρώσεων και τη συμμετοχή σε δραστηριότητες (όπως ο εορτασμός Newroz) που επιβεβαιώνουν την πολιτισμική του ταυτότητα ως Κούρδου ( 120 ). Από τις εν λόγω δραστηριότητες δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι ο ίδιος υποστηρίζει τρομοκρατικές ενέργειες· και οι δραστηριότητες αυτού του είδους δεν αποτελούν δίχως άλλο τρομοκρατικές πράξεις. Απαιτούνται περισσότερα στοιχεία, είμαι της γνώμης, προτού θεωρηθεί βασίμως ότι ένα πρόσωπο στην κατάσταση αυτή είναι τρομοκράτης και/ή ήταν ενεργώς συνδεδεμένος με απαγορευμένη οργάνωση και ότι, επομένως, πληρούνται οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της εξαιρέσεως του άρθρου 24, παράγραφος 1. Εν πάση περιπτώσει, όλα αυτά αποτελούν ζητήματα τα οποία το αιτούν δικαστήριο καλείται να επιβεβαιώσει και να εκτιμήσει.
Ποιες συνέπειες επέρχονται αν εφαρμοστεί η εξαίρεση του άρθρου 24, παράγραφος 1;
104.
Όταν συντρέχουν οι όροι για την εφαρμογή της εξαιρέσεως του άρθρου 24, παράγραφος 1, και το κράτος μέλος υποδοχής την επικαλείται, τότε επέρχονται για τον πρόσφυγα τόσο τυπικές όσο και ουσιαστικές συνέπειες. Η τυπική συνέπεια, κατά κανόνα, είναι ότι ο πρόσφυγας δεν κατέχει πλέον άδεια διαμονής που αποδεικνύει ότι έχει την άδεια ή έγκριση από το οικείο κράτος μέλος για διαμονή στο έδαφός του ( 121 ) (αν και μπορεί —όπως ο H. T. στην υπό κρίση υπόθεση— να του επιτραπεί επί άλλης βάσεως η νόμιμη παραμονή στην επικράτεια). Ωστόσο, ο πρόσφυγας διατηρεί το καθεστώς πρόσφυγα ( 122 ), εκτός εάν και εωσότου αυτό τερματιστεί ( 123 ). Στην υπό κρίση υπόθεση, είναι σαφές ότι ο H. T. παραμένει ακόμα πρόσφυγας. Υπό αυτή την ιδιότητα, δικαιούται τα ουσιαστικά ευεργετήματα που παρέχονται σε όλους τους πρόσφυγες βάσει του κεφαλαίου VII της οδηγίας για την αναγνώριση. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται τα ακόλουθα: η προστασία από την επαναπροώθηση ( 124 )· η διατήρηση της οικογενειακής ενότητας ( 125 )· το δικαίωμα σε ταξιδιωτικό έγγραφο ( 126 )· η πρόσβαση στην απασχόληση, την εκπαίδευση, την κοινωνική αρωγή, την ιατρική περίθαλψη και σε κατάλυμα ( 127 )· η ελεύθερη κυκλοφορία εντός του οικείου κράτους μέλους ( 128 )· και η πρόσβαση σε υπηρεσίες κοινωνικής εντάξεως ( 129 ).
105.
Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η ανάκληση της άδειας διαμονής πρόσφυγα θίγει τα δικαιώματα που αυτός απολαύει βάσει του εθνικού δικαίου, καθόσον έχει αντίκτυπο στην πρόσβασή του στην απασχόληση, την επαγγελματική κατάρτιση και σε άλλα κοινωνικά δικαιώματα για τα οποία απαιτείται άδεια διαμονής ( 130 ). Είναι, συνεπώς, σαφείς οι επιπτώσεις στην άσκηση των ουσιαστικών δικαιωμάτων του που απορρέουν από το κεφάλαιο VII της οδηγίας για την αναγνώριση.
106.
Φρονώ ότι, ενώ είναι δυνατή η ανάκληση άδειας όταν εφαρμόζεται η εξαίρεση του άρθρου 24, παράγραφος 1, δεν είναι επιτρεπτή και η κατάργηση ή η απίσχνανση ορισμένων ελάχιστων εγγυήσεων που προβλέπονται στο κεφάλαιο VII της οδηγίας για την αναγνώριση, εκτός εάν επίσης πληρούνται τυχόν ρητές και ειδικές προϋποθέσεις για την κατάργηση των συγκεκριμένων ευεργετημάτων ( 131 ). Το αιτούν δικαστήριο δεν προβάλλει ότι οι συντρέχουν εν προκειμένω οι εν λόγω προϋποθέσεις. Εξ αυτού έπεται ότι το οικείο κράτος μέλος δεν διαθέτει διακριτική ευχέρεια όσον αφορά το αν θα συνεχίσει να χορηγεί τα εν λόγω ουσιαστικά ευεργετήματα.
107.
Είναι βεβαίως αληθές ότι η αιτιολογική σκέψη 30 της οδηγίας για την αναγνώριση ορίζει ότι, «[ε]ντός των ορίων των διεθνών υποχρεώσεων, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η παροχή ευεργετημάτων όσον αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση, τις κοινωνικές παροχές, την ιατρική περίθαλψη και την πρόσβαση σε υπηρεσίες κοινωνικής ένταξης προϋποθέτει την προηγούμενη χορήγηση άδειας παραμονής». Εντούτοις, αυτή μόνη η αιτιολογική σκέψη δεν εξασφαλίζει στα κράτη μέλη τη νομική βάση προκειμένου να περιορίζουν τα ευεργετήματα που προβλέπονται στο κεφάλαιο VII όταν ανακαλείται η άδεια διαμονής πρόσφυγα. Διαφορετική απόφαση θα αντέβαινε στον σκοπό μιας αιτιολογικής σκέψεως ενός νομοθετήματος ( 132 ). Οι αιτιολογικές σκέψεις αποτυπώνουν τους λόγους που δικαιολογούν μία ή περισσότερες ουσιαστικές διατάξεις. Δεν μπορούν από μόνες τους να καθορίσουν ποιο είναι το ουσιαστικό δίκαιο: ελλείψει (όπως εν προκειμένω) κάποιας αντίστοιχης ουσιαστικής διατάξεως, δεν παράγουν κανένα αποτέλεσμα.
108.
Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να επανεξετάσει και να επαληθεύσει τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υποθέσεως, να αξιολογήσει κατά πόσον για τον H. T οι συνέπειες εκ της απώλειας της άδειας διαμονής του είναι συμβατές με τα δικαιώματα που διατηρεί ως πρόσφυγας βάσει της οδηγίας για την αναγνώριση και να πράξει κάθε τι αναγκαίο για τη διασφάλιση των συγκεκριμένων δικαιωμάτων. Διατυπώνω τις σκέψεις που ακολουθούν για την περίπτωση και μόνον που μπορεί να αποδειχθούν χρήσιμες.
109.
Φρονώ ότι οι επιβληθέντες στον H. T. περιορισμοί της κυκλοφορίας του εντός της Γερμανίας συνεπεία της καταδίκης του λόγω μη συμμορφώσεως προς την απαγόρευση του άρθρου 20 του Vereinsgesetz ( 133 ) δεν τελούν κατ’ ανάγκη σε αντίφαση με την οδηγία για την αναγνώριση ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα της Συμβάσεως της Γενεύης: το τελευταίο αυτό νομοθέτημα επιβεβαιώνει ότι οι πρόσφυγες υπέχουν υποχρέωση συμμορφώσεως προς τους νόμους και τους κανονισμούς της χώρας στην οποία ζητούν προστασία ( 134 ). Μια άμεση συνέπεια της ανακλήσεως της άδειας του Η. Τ. είναι ότι δεν ασκεί πλέον τα δικαιώματά του ελεύθερης κυκλοφορίας εντός του χώρου Σένγκεν ( 135 ). Ενδεχομένως οι περιστάσεις που δικαιολογούν την εφαρμογή της εξαιρέσεως του άρθρου 24, παράγραφος 1, συνεπάγονται επίσης την απώλεια ταξιδιωτικού εγγράφου καθόσον το άτομο εμπίπτει στην εξαίρεση του άρθρου 25, παράγραφος 1 (το αιτούν δικαστήριο δεν έχει λάβει θέση επί του σημείου αυτού). Ωστόσο, καμία ρητή εξαίρεση δεν υφίσταται όσον αφορά τα δικαιώματα της προσβάσεως στην απασχόληση, στην κοινωνική αρωγή, στην ιατρική περίθαλψη και σε κατάλυμα, τα οποία θεμελιώνονται στο κεφάλαιο VII ( 136 ).
110.
Εάν —όπως φαίνεται να συμβαίνει— ο H. T. εξακολουθεί να έχει δικαίωμα προσβάσεως στα εν λόγω ουσιαστικά ευεργετήματα για τον λόγο ότι διατηρεί ακόμα το καθεστώς πρόσφυγα, εξ αυτού έπεται κατ’ ανάγκη ότι το κράτος μέλος οφείλει να προχωρήσει στην αναγκαία ρύθμιση η οποία θα επιτρέπει στο ευρισκόμενο στη συγκεκριμένη κατάσταση πρόσωπο να απολαύει των συγκεκριμένων ευεργετημάτων. Η επιλογή του τρόπου πραγματώσεως των ανωτέρω επαφίεται στο κράτος μέλος.
111.
Φρονώ ότι σε κάθε συγκεκριμένη υπόθεση, ένα κράτος μέλος μπορεί (για παράδειγμα) να επιλέξει κάποια από τις ακόλουθες εφικτές λύσεις. Πρώτον, δύναται να αποφασίσει ότι μολονότι τυγχάνει εφαρμογής η εξαίρεση του άρθρου 24, παράγραφος 1, εντούτοις δεν θα ανακαλέσει την άδεια (τα κράτη μέλη έχουν πάντοτε τη δυνατότητα, βάσει της οδηγίας για την αναγνώριση, να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ ευνοϊκότερες διατάξεις) ( 137 ).
112.
Εναλλακτικώς, το κράτος μέλος μπορεί —όπως έχει συμβεί εν προκειμένω— να επιλέξει να ανακαλέσει την άδεια αλλά για άλλους λόγους να επιτρέψει στον πρόσφυγα να παραμείνει νόμιμα εντός της επικράτειάς του. Μολονότι δεν διαθέτω λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με το αν άλλα (και πόσα) κράτη μέλη διαθέτουν παρόμοιες ρυθμίσεις προς το «καθεστώς ανοχής» το οποίο στη Γερμανία αποτυπώνεται με την έννοια «Duldungen», εικάζω ότι είναι πιθανό να διαθέτουν ( 138 ). Όταν κράτος μέλος επιλέγει ωστόσο να ακολουθήσει τη συγκεκριμένη οδό, θα πρέπει να θεσπίσει τον κατάλληλο μηχανισμό, προκειμένου να διασφαλίσει ότι διατηρείται η πρόσβαση στα συγκεκριμένα ευεργετήματα του κεφαλαίου VII τα οποία ο πρόσφυγας εξακολουθεί να δικαιούται. Αυτό το οποίο δεν δύναται να πράξει, κατά την άποψή μου, είναι να περιαγάγει τον πρόσφυγα σε ενός είδους νομικό κενό όπου η παρουσία του εντός της επικράτειας γίνεται ανεκτή πλην όμως ο ίδιος στερείται (τουλάχιστον ορισμένα από) τα απορρέοντα από το καθεστώς πρόσφυγα ουσιαστικά ευεργετήματα. Αυτό θα ερχόταν σε αντίθεση προς το γράμμα, τους σκοπούς και το πνεύμα της οδηγίας για την αναγνώριση. Επίσης είναι αμφίβολο κατά τη γνώμη μου, κατά πόσον μια πράξη αυτού του είδους συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας, καθώς κάθε μέτρο που λαμβάνεται από κράτος μέλος κατά την εφαρμογή του άρθρου 24, παράγραφος 1, πρέπει να είναι σύμφωνο προς την εν λόγω αρχή.
113.
Η αρχή της αναλογικότητας (μία από τις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης) είναι σημαντική για την ερμηνεία της νομοθεσίας της Ένωσης ( 139 ). Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας τα κράτη μέλη, οσάκις δρουν εντός των ορίων του δικαίου της Ένωσης, οφείλουν να λαμβάνουν μέτρα πρόσφορα προκειμένου να επιτευχθεί ο επιδιωκόμενος σκοπός ( 140 ). Εν προκειμένω, η ανάκληση άδειας διαμονής πρόσφυγα αναμφισβήτητα εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης (υπό τη μορφή της οδηγίας για την αναγνώριση) όπως άλλωστε και οι συνέπειες της εν λόγω ανακλήσεως, στον βαθμό που ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο την πρόσβαση του ενδιαφερομένου σε ουσιαστικά ευεργετήματα τα οποία εγγυάται η συγκεκριμένη οδηγία στα πρόσωπα που εντάσσονται στο καθεστώς αυτό. Μολονότι ο επιδιωκόμενος σκοπός εν προκειμένω είναι νόμιμος (πράγματι, ρητώς διατυπωμένος στο άρθρο 24, παράγραφος 1, της οδηγίας για την αναγνώριση), η επακόλουθη απώλεια των ευεργετημάτων που εγγυάται η οδηγία για την αναγνώριση, ενώ που ο πρόσφυγας παραμένει παρά ταύτα επί του εδάφους του κράτους μέλους, δεν είναι πρόσφορη ή αναγκαία για την επίτευξη του συγκεκριμένου σκοπού.
114.
Εάν η εφαρμογή εθνικών κανόνων έχει ως συνέπεια ένα πρόσωπο, το οποίο, μολονότι δεν κατέχει πλέον άδεια διαμονής, διατηρεί ωστόσο το καθεστώς πρόσφυγα στο πλαίσιο του οποίου δικαιούται ουσιαστικά ευεργετήματα, να μην απολαύει των τελευταίων, τότε οι συγκεκριμένοι εθνικοί κανόνες είναι ασύμβατοι με την οδηγία. Προκύπτει από πάγια νομολογία ότι σε περίπτωση που το εθνικό δίκαιο είναι ασύμβατο με μια οδηγία, το εθνικό δικαστήριο το οποίο καλείται, εντός των ορίων της δικαιοδοσίας του, να εφαρμόσει διατάξεις του δικαίου της Ένωσης οφείλει να εξασφαλίσει την πλήρη αποτελεσματικότητα των σχετικών κανόνων, εν ανάγκη αποφασίζοντας και αυτεπαγγέλτως να αφήσει ανεφάρμοστη οποιαδήποτε αντίθετη διάταξη της εθνικής νομοθεσίας ( 141 ).
Συμπέρασμα
115.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως την εξής απάντηση:
Άδεια διαμονής που έχει χορηγηθεί σε πρόσφυγα δύναται να ανακληθεί είτε όταν συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι εθνικής ασφάλειας ή δημόσιας τάξεως κατά την έννοια του άρθρου 24, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/83/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004 (για θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων για την αναγνώριση και το καθεστώς των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως προσφύγων ή ως προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας για άλλους λόγους), είτε όταν συντρέχουν λόγοι για την εφαρμογή της εξαιρέσεως του άρθρου 21, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής.
Οι όροι «επιτακτικοί λόγοι εθνικής ασφάλειας ή δημόσιας τάξεως» στο άρθρο 24, παράγραφος 1, της οδηγίας για την αναγνώριση έχουν την έννοια ότι υφίστανται σοβαροί λόγοι για να θεωρείται ότι η εθνική ασφάλεια ή η δημόσια τάξη απειλούνται. Η συγκεκριμένη φράση έχει ευρύτερη έννοια από την προϋπόθεση του άρθρου 21, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας, κατά την οποία πρέπει να υφίστανται εύλογοι λόγοι για να θεωρείται ότι ορισμένος πρόσφυγας αποτελεί κίνδυνο για την ασφάλεια του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους (κατά το άρθρο 21, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ) ή ότι, δεδομένου ότι έχει καταδικασθεί τελεσίδικα για τη διάπραξη ιδιαίτερα σοβαρού εγκλήματος, συνιστά κίνδυνο για την κοινωνία του κράτους μέλους αυτού (κατά το άρθρο 21, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ).
Όταν πρόκειται ενδεχομένως να ανακληθεί, δυνάμει του άρθρου 24, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/83, ήδη χορηγηθείσα σε πρόσφυγα άδεια διαμονής για τον λόγο ότι υποστηρίζει μια απαγορευμένη οργάνωση, πρέπει να προηγηθεί μια κατά περίπτωση εκτίμηση των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών. Τα ακόλουθα στοιχεία είναι καθοριστικά για την εκτίμηση αυτή: (i) οι συγκεκριμένες πράξεις του πρόσφυγα··(ii) οι πράξεις της οργανώσεως την οποία φέρεται ότι έχει υποστηρίξει· και (iii) το κατά πόσον υπάρχουν περαιτέρω στοιχεία ή περιστάσεις οι οποίες δημιουργούν ισχυρή εντύπωση πιθανής απειλής κατά της εθνικής ασφάλειας ή της δημόσιας τάξεως. Εναπόκειται στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους να αξιολογήσουν, υπό τον έλεγχο των εθνικών δικαστηρίων, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά σε κάθε ατομική περίπτωση.
Σε περίπτωση που κράτος μέλος αποφάσισε την απέλαση ενός πρόσφυγα αλλά αναστέλλει την εκτέλεση της αποφάσεως αυτής, είναι ασύμβατο με την οδηγία 2004/83 το να στερείται το πρόσωπο αυτό την πρόσβαση στα ευεργετήματα που εγγυάται το κεφάλαιο VII της οδηγίας, εκτός εάν τυγχάνει εφαρμογής ρητή εξαίρεση· κάθε μέτρο που λαμβάνεται από κράτος μέλος για την επίτευξη των σκοπών της ρυθμίσεως αυτής πρέπει να είναι σύμφωνο προς την αρχή της αναλογικότητας.
Το ατομικό καθεστώς πρόσφυγα δύναται να ανακληθεί αποκλειστικά και μόνο δυνάμει των ρητών προβλέψεων της οδηγίας 2004/83. Ως εκ τούτου, στην περίπτωση πρόσφυγα ο οποίος, μολονότι διατηρεί το καθεστώς αυτό βάσει της συγκεκριμένης οδηγίας, εντούτοις, κατ’ εφαρμογή των εθνικών κανόνων, δεν απολαύει των ουσιαστικών ευεργετημάτων τα οποία δικαιούται ως πρόσφυγας βάσει της οδηγίας, οι συγκεκριμένοι εθνικοί κανόνες είναι ασύμβατοι προς την οδηγία 2004/83. Όταν εθνικό δικαστήριο καλείται, εντός των ορίων της δικαιοδοσίας του, να εφαρμόσει διατάξεις του δικαίου της Ένωσης, οφείλει να εξασφαλίσει την πλήρη αποτελεσματικότητα των σχετικών κανόνων, εν ανάγκη αποφασίζοντας και αυτεπαγγέλτως να αφήσει ανεφάρμοστη οποιαδήποτε αντίθετη διάταξη της εθνικής νομοθεσίας.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 2 ) Οδηγία 2004/83/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων για την αναγνώριση και το καθεστώς των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως προσφύγων ή ως προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας για άλλους λόγους (ΕΕ L 304, σ. 12, στο εξής: οδηγία για την αναγνώριση). Η οδηγία αυτή καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε σε αναδιατυπωμένη μορφή από την οδηγία 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (ΕΕ L 337, σ. 9). Η τελευταία τέθηκε σε ισχύ στις 21 Δεκεμβρίου 2013, βλ. υποσημείωση 104 κατωτέρω. Το περιεχόμενο των άρθρων 21 και 24, παράγραφος 1, της οδηγίας για την αναγνώριση παρουσιάζεται συνοπτικά στα σημεία 23 και 24 κατωτέρω.
( 3 ) Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 [United Nations Treaty Series, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954. Συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε με το Πρωτόκολλο σχετικά με το καθεστώς των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967. Στο εξής θα αναφέρομαι στη Σύμβαση και στο Πρωτόκολλο από κοινού με τον όρο «Σύμβαση της Γενεύης».
( 4 ) Άρθρο 17.
( 5 ) Άρθρο 24.
( 6 ) Άρθρο 26.
( 7 ) Μπορεί να θεωρηθεί, ωστόσο, ότι η δυνατότητα αυτή προκύπτει εμμέσως από την αντιπαραβολή (για παράδειγμα) των ορισμών των άρθρων 1Α και 1Γ (περιπτώσεις κατά τις οποίες η Σύμβαση παύει να εφαρμόζεται) ή των άρθρων 1Α και 1ΣΤ (η Σύμβαση δεν εφαρμόζεται επί των εγκληματιών πολέμου κ.λπ.), σε περίπτωση που το καθεστώς πρόσφυγα είχε αναγνωριστεί πριν αποκαλυφθούν τα στοιχεία τα οποία δικαιολογούν τον κατ’ άρθρο 1ΣΤ αποκλεισμό.
( 8 ) Άρθρο 33, παράγραφος 1.
( 9 ) Άρθρο 33, παράγραφος 2.
( 10 ) Υπογραφείσα στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ).
( 11 ) Τα δικαιώματα από τα οποία, κατά το άρθρο 15, παράγραφος 2, της ΕΣΔΑ, δεν χωρεί παρέκκλιση είναι το δικαίωμα στη ζωή (άρθρο 2), οι απαγορεύσεις των βασάνων και της δουλείας και αναγκαστικής εργασίας (αντιστοίχως άρθρα 3 και 4) και το δικαίωμα του ατόμου να μην του επιβληθεί ποινική κύρωση χωρίς προηγούμενη προσήκουσα δικαστική διαδικασία (άρθρο 7). Βλ. σημείο 17, κατωτέρω, των παρουσών προτάσεων.
( 12 ) ΕΕ 2010, C 83, σ. 389 (στο εξής: Χάρτης).
( 13 ) Άρθρο 19, παράγραφος 2.
( 14 ) Συμφωνία του Σένγκεν, της 14ης Ιουνίου 1985, μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας, σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα (ΕΕ 2000, L 239, σ. 13).
( 15 ) Σύμβαση της 14ης Ιουνίου 1985 μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα (ΕΕ 2000, L 239 σ. 19).
( 16 ) Βλ. περαιτέρω άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΚ) 562/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2006, για τη θέσπιση του κοινοτικού κώδικα σχετικά με το καθεστώς διέλευσης προσώπων από τα σύνορα (κώδικας συνόρων του Σένγκεν) (ΕΕ L 105, σ. 1), ο οποίος προσφάτως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΕ) 1051/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2013, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 562/2006 με σκοπό τη θέσπιση κοινών κανόνων σχετικά με την προσωρινή επαναφορά των ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα σε εξαιρετικές περιστάσεις (ΕΕ L 295, σ. 1).
( 17 ) Κοινή θέση του Συμβουλίου της 27ης Δεκεμβρίου 2001, για την εφαρμογή ειδικών μέτρων για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας (ΕΕ L 344, σ. 93) (στο εξής: κοινή θέση 2001/931). Το παράρτημα που προστέθηκε στην κοινή θέση 2001/931 τροποποιήθηκε όλως προσφάτως με την απόφαση του Συμβουλίου 2014/72/ΚΕΠΠΑ (ΕΕ L 40, σ. 56)· και το Partiya Karkerên Kurdistan (Κουρδικό Εργατικό Κόμμα) (στο εξής: PKK) εμφανίζεται στο σημείο 16 της αναθεωρημένης λίστας.
( 18 ) Κανονισμός (ΕΚ) 2580/2001 του Συμβουλίου, της 27ης Δεκεμβρίου 2001, για τη λήψη ειδικών περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων με σκοπό την καταπολέμηση της τρομοκρατίας (ΕΕ L 344, σ. 70). O συγκεκριμένος κατάλογος κρίθηκε παράνομος σε δίκη που αφορά το PKK, κυρίως για τον λόγο ότι το Συμβούλιο παρέβη την υποχρέωση πλήρους αιτιολογήσεως· βλ. απόφαση PKK κατά Συμβουλίου (T‑229/02, EU:T:2008:87)· βλ., περαιτέρω, απόφαση E και F (C‑550/09, EU:C:2010:382, σκέψη 38). Ωστόσο, το Συμβούλιο εξέδωσε στη συνέχεια νέους κανονισμούς προκειμένου να θεραπευθεί η πλημμέλεια αυτή: βλ. κανονισμό (ΕΚ) 501/2009 του Συμβουλίου, της 15ης Ιουνίου 2009, για την εφαρμογή του άρθρου 2 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) 2580/2001 για τη λήψη ειδικών περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων με σκοπό την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και για την κατάργηση της απόφασης 2009/62/ΕΚ (ΕΕ L 151, σ. 14), ο οποίος περιλαμβάνει το PKK στον αναθεωρημένο κατάλογο (στο σημείο 17).
( 19 ) Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 2 και 3.
( 20 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 10.
( 21 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 11.
( 22 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 18.
( 23 ) Τα αρχικά μέτρα στο πλαίσιο του ΚΕΣΑ περιλαμβάνουν την οδηγία 2003/9/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιανουαρίου 2003, σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων άσυλο στα κράτη μέλη (ΕΕ L 31, σ. 18) (στο εξής: οδηγία για τις συνθήκες υποδοχής). Η οδηγία αυτή εφαρμόζεται σε όλους τους υπηκόους τρίτων χωρών και τους ανιθαγενείς που ζητούν διεθνή προστασία από ένα κράτος μέλος, εφόσον τους επιτρέπεται να παραμείνουν στο έδαφος ως αιτούντες άσυλο. Βλ., στη συνέχεια, οδηγία 2005/85/ΕΚ του Συμβουλίου, της 1ης Δεκεμβρίου 2005, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα (ΕΕ L 326, σ. 13) (στο εξής: οδηγία για τις διαδικασίες χορηγήσεως ασύλου), η οποία εφαρμόζεται σε όλες τις αιτήσεις ασύλου που υποβάλλονται στο έδαφος της Ένωσης.
( 24 ) Δεν απαριθμούνται όλα τα μέτρα τα οποία περιλαμβάνονται στο ΚΕΣΑ καθώς δεν έχουν όλα σημασία για την υπό κρίση υπόθεση. Για τον ίδιο λόγο δεν θα απαριθμηθούν και τα αντίστοιχα αναθεωρημένα μέτρα.
( 25 ) Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 1 έως 4, 6, 7, 8, 10, 11 και 17.
( 26 ) Αιτιολογική σκέψη 14. Βλ. σημείο 15, κατωτέρω, των παρουσών προτάσεων.
( 27 ) Άρθρο 2, στοιχείο γʹ. Όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής του αποκλεισμού που προβλέπει το άρθρο 12, βλ. σημείο 19, κατωτέρω, των παρουσών προτάσεων.
( 28 ) Άρθρο 2, στοιχείο δʹ.
( 29 ) Άρθρο 2, στοιχείο ιʹ.
( 30 ) Άρθρο 9, παράγραφος 1.
( 31 ) Άρθρο 9, παράγραφος 2.
( 32 ) Άρθρο 9, παράγραφος 3.
( 33 ) Άρθρο 12, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ.
( 34 ) Άρθρο 12, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ.
( 35 ) Άρθρο 12, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ.
( 36 ) Άρθρο 14, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ.
( 37 ) Άρθρο 14, παράγραφος 4, στοιχείο βʹ. Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν να μη χορηγήσουν καθεστώς σε πρόσφυγα, όταν δεν έχει ληφθεί ακόμα απόφαση βάσει του άρθρου 14, παράγραφος 4 (άρθρο 14, παράγραφος 5). Βλ. περαιτέρω κεφάλαιο IV της οδηγίας για τις διαδικασίες χορηγήσεως ασύλου όσον αφορά την ανάκληση του καθεστώτος πρόσφυγα.
( 38 ) Άρθρο 20, παράγραφος 1.
( 39 ) Άρθρο 20, παράγραφος 2.
( 40 ) Παρόμοια πρόβλεψη η οποία καλύπτει τα πρόσωπα που δικαιούται επικουρική προστασία περιλαμβάνεται στο άρθρο 20, παράγραφος 7.
( 41 ) Άρθρο 25, παράγραφος 1.
( 42 ) Άρθρο 26, παράγραφος 1.
( 43 ) Άρθρο 26, παράγραφος 2.
( 44 ) Άρθρο 28, παράγραφος 1.
( 45 ) Άρθρο 29, παράγραφος 1.
( 46 ) Άρθρο 31.
( 47 ) Άρθρο 32.
( 48 ) Άρθρο 33.
( 49 ) Οδηγία της 25ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με το καθεστώς υπηκόων τρίτων χωρών οι οποίοι είναι επί μακρόν διαμένοντες (ΕΕ 2004, L 16, σ. 44) (στο εξής: οδηγία για τους επί μακρόν διαμένοντες ή οδηγία 2003/109). Η οδηγία αυτή τροποποιήθηκε από την οδηγία 2011/51/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2011, που τροποποιεί την οδηγία 2003/109/ΕΚ του Συμβουλίου επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της και στους δικαιούχους διεθνούς προστασίας (ΕΕ L 132, σ. 1) (στο εξής: οδηγία 2011/51) με ισχύ από 20 Μαΐου 2011.
( 50 ) Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 2 και 11 και άρθρο 1.
( 51 ) Άρθρο 13.
( 52 ) Άρθρο 2, στοιχείο αʹ (το πρωτότυπο κείμενο παραπέμπει στο άρθρο 17, παράγραφος 1, της Συνθήκης).
( 53 ) Άρθρο 2, στοιχείο ζʹ.
( 54 ) Η οδηγία για τους επί μακρόν διαμένοντες τροποποιήθηκε από την οδηγία 2011/51. Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 1 έως 4 και άρθρο 3 της οδηγίας 2011/51.
( 55 ) Άρθρο 4, παράγραφος 1.
( 56 ) Άρθρο 8, παράγραφος 1.
( 57 ) Άρθρο 8, παράγραφος 2.
( 58 ) Άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ.
( 59 ) Άρθρο 9, παράγραφος 3.
( 60 ) Άρθρο 10.
( 61 ) Άρθρο 11.
( 62 ) Άρθρο 12, παράγραφος 1.
( 63 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ (ΕΕ L 158, σ. 77) (στο εξής: οδηγία περί ιθαγένειας).
( 64 ) Άρθρο 1.
( 65 ) Υπάρχουν αρκετές διάδοχες οργανώσεις — για παράδειγμα, Eniya Rizgariya Neteweyî ya Kurdistanê (στο εξής: ENRK) [Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο του Κουρδιστάν], KADEK και KONGRA-GEL. Στο πλαίσιο των παρουσών προτάσεων, με τον όρο PKK θα νοούνται επίσης όλες αυτές οι οργανώσεις.
( 66 ) Άρθρο 4, παράγραφος 1. Βλ. τις εξαιρέσεις του άρθρου 1, παράγραφος 2. Στο πλαίσιο των παρουσών προτάσεων χρησιμοποιώ ως όρο γένους τον όρο «άδεια διαμονής».
( 67 ) Άρθρο 7.
( 68 ) Άρθρο 9, παράγραφος 1.
( 69 ) Το άρθρο 25, παράγραφος 1, του νόμου αυτού δεν εφαρμόζεται όταν ο ενδιαφερόμενος υπήκοος τρίτης χώρας έχει απελαθεί για σοβαρούς λόγους δημόσιας ασφάλειας και τάξεως.
( 70 ) Άρθρο 26, παράγραφος 1.
( 71 ) Βλ. επίσης άρθρο 26, παράγραφος 4.
( 72 ) Άρθρο 50.
( 73 ) Άρθρο 51, παράγραφος 1.
( 74 ) Άρθρο 54, παράγραφος 5.
( 75 ) Άρθρο 54, στοιχείο a.
( 76 ) Άρθρα 11 και 25, παράγραφος 2.
( 77 ) Άρθρο 60, παράγραφος 1.
( 78 ) Άρθρο 60a, παράγραφοι 1 και 2.
( 79 ) Άρθρο 60a, παράγραφος 3.
( 80 ) Άρθρο 60a, παράγραφος 4.
( 81 ) Δυνάμει του άρθρου 60a του Aufenthaltsgesetz.
( 82 ) Απόφαση Salahadin Abdulla κ.λπ. (C‑175/08, C‑176/08, C‑178/08 και C‑179/08, EU:C:2010:105, σκέψη 52)· απόφαση Y και Z (C‑71/11 και C‑99/11, EU:C:2012:518, σκέψη 47)· και απόφαση X, Y και Z (C‑199/12, C‑200/12 έως C‑201/12, EU:C:2013:720, σκέψη 39).
( 83 ) Απόφαση X, Y και Z (EU:C: 2013:720, σκέψη 40).
( 84 ) Απόφαση X, Y και Z (EU:C:2013:720, σκέψη 40). Βλ. επίσης άρθρο 10 του Χάρτη.
( 85 ) Βλ. άρθρο 6 της οδηγίας για τις συνθήκες υποδοχής και άρθρο 7 της οδηγίας για τις διαδικασίες χορηγήσεως ασύλου, προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 23.
( 86 ) Απόφαση N.S. κ.λπ. (C‑411/10 και C‑493/10, EU:C:2011:865, σκέψη 7)· βλ. και σημείο 57, κατωτέρω, των παρουσών προτάσεων.
( 87 ) Γενικώς, θα αναφέρομαι στο άρθρο 21, παράγραφοι 2 και 3, ή στο άρθρο 24, παράγραφος 1 (ανάλογα με την περίπτωση), δίχως να προσθέτω τις λέξεις «της οδηγίας για την αναγνώριση», προκειμένου να απλουστευθεί με τον τρόπο αυτό το κείμενο.
( 88 ) Βλ. σημεία 33, 34, 35 και 40, ανωτέρω, των παρουσών προτάσεων.
( 89 ) Βλ. σημεία 37 και 40, ανωτέρω, των παρουσών προτάσεων.
( 90 ) Το αιτούν δικαστήριο δεν θέτει απολύτως κανένα ερώτημα όσον αφορά τα δικαιώματα που ενδεχομένως έχει ο υπήκοος τρίτης χώρας, ορισμένα παιδιά του οποίου είναι πολίτες της Ένωσης. Για τον λόγο αυτό δεν διερευνώ περαιτέρω τη συγκεκριμένη πτυχή.
( 91 ) Βλ. σημείο 34, ανωτέρω, των παρουσών προτάσεων.
( 92 ) Βλ. σημείο 10, ανωτέρω, των παρουσών προτάσεων.
( 93 ) Βλ. σημείο 7, ανωτέρω, των παρουσών προτάσεων.
( 94 ) Βλ. άρθρο 1 του πρωτοκόλλου 7 της ΕΣΔΑ όσον αφορά τις διαδικαστικές εγγυήσεις σχετικά με την απέλαση των αλλοδαπών.
( 95 ) Βλ. σημεία 74 επ., κατωτέρω, των παρουσών προτάσεων όπου αναλύω σε τι ακριβώς συνίστανται οι «επιτακτικοί λόγοι».
( 96 ) Βλ. για παράδειγμα, ΕΔΔΑ, απόφαση Vilvarajah κ.λπ. κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 30ής Οκτωβρίου 1991, παράγραφος 102, σειρά Α αριθ. 2015.
( 97 ) ΕΔΔΑ, απόφαση S.F. κ.λπ. κατά Σουηδίας της 15ης Μαΐου 2012, αριθ. 52077/10, παράγραφος 62 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
( 98 ) ΕΔΔΑ, απόφαση Chahal κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 15ης Νοεμβρίου 1996, παράγραφος 74, Reports of Judgments and Decisions 1996-V, παράγραφος 74, και απόφαση S.F. κ.λπ κατά Σουηδίας, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 97, παράγραφος 62· βλ. περαιτέρω ΕΔΔΑ απόφαση Othman (Abu Qatada) κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 17ης Ιανουαρίου 2012, αριθ. 8139/09, παράγραφοι 258 έως 261, ECHR 2012 (αποσπάσματα), όσον αφορά το δικαίωμα δίκαιης δίκης που κατοχυρώνει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ.
( 99 ) Βλ. σημείο 48, ανωτέρω, των παρουσών προτάσεων.
( 100 ) Βλ. έγγραφο αριθ. 8919/03 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 2003, σ. 4, περί του άρθρου 22 της προτάσεως, το οποίο κατέστη τελικώς άρθρο 24 της οδηγίας για την αναγνώριση.
( 101 ) Οι υπήκοοι τρίτων χώρων που διαμένουν νομίμως επί του εδάφους συμβαλλόμενου κράτους χρειάζονται ισχύουσα άδεια διαμονής και κάποιο ταξιδιωτικό έγγραφο προκειμένου να κινούνται εντός του χώρου Σένγκεν όπου μπορούν να παραμείνουν μέχρι 90 ημέρες επί του εδάφους των συμβαλλόμενων κρατών· βλ. σημείο 10, ανωτέρω, των παρουσών προτάσεων.
( 102 ) Βλ. άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας για τους επί μακρόν διαμένοντες.
( 103 ) Βλ., κατωτέρω, σημεία 104 επ. των παρουσών προτάσεων.
( 104 ) Η οδηγία 2011/95 κατάργησε και αντικατέστησε την οδηγία για την αναγνώριση με ισχύ από 12 Δεκεμβρίου 2013, τουτέστιν αφότου εκδόθηκε η απόφαση απελάσεως της κύριας δίκης (βλ. σημείο 40, ανωτέρω, των παρουσών προτάσεων). Συνεπώς, δεν έχει εφαρμογή στην εν λόγω διαδικασία.
( 105 ) Απόφαση Endendijk (C‑187/07, EU:C:2008:197, σκέψη 22).
( 106 ) Απόφαση Endendijk (EU:C:2008:197, σκέψη 24).
( 107 ) Βλ. σημείο 62, ανωτέρω, των παρουσών προτάσεων.
( 108 ) ΕΕ 1999, C 73, σ. 1 (στο εξής: κοινές κατευθυντήριες γραμμές). Τέτοιου είδους διοργανικές συμφωνίες έχουν πλέον νομική βάση εντός των Συνθηκών: βλ. άρθρο 295 ΣΛΕΕ.
( 109 ) Απόφαση Ministerul Administraţiei şi Internelor – Direcţia Generală de Paşapoarte Bucureşti κατά Jipa (C‑33/07, EU:C:2008:396, σκέψη 23 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 110 ) Βλ. προτάσεις της 8ης Ιουνίου 2010 του γενικού εισαγγελέα Υ. Bot στην υπόθεση Τσακουρίδης (C‑145/09, EU:C:2010:322, σημείο 47).
( 111 ) Βλ. τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας για τους επί μακρόν διαμένοντες. Χάριν πληρότητας, προσθέτω ότι ούτε οι προπαρασκευαστικές εργασίες για την οδηγία για την αναγνώριση φαίνεται να διαφωτίζουν το ζήτημα, καθόσον ούτε αυτό το νυν άρθρο 14 ούτε το άρθρο 21, παράγραφοι 2 και 3, της εν λόγω οδηγίας είχαν περιληφθεί στο κείμενο της αρχικής προτάσεως της Επιτροπής, ανωτέρω υποσημείωση 100.
( 112 ) Βλ. σημείο 11, ανωτέρω, των παρουσών προτάσεων.
( 113 ) Βλ. έγγραφο αριθ. 8919/03 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 2003, ανωτέρω υποσημείωση 100.
( 114 ) Βλ. απόφαση Β (C‑57/09 και C‑101/09, EU:C:2010:661, σκέψεις 80 και 81), αναφορικά με την ερμηνεία του άρθρου 12, παράγραφος 2, της οδηγίας , την οποία εφαρμόζω εν προκειμένω κατ’ αναλογία.
( 115 ) Απόφαση B (EU:C:2010:661, σκέψεις 82 και 83, ανωτέρω υποσημείωση 114).
( 116 ) Η ταχέως διευρυνόμενη νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου όσο και του Δικαστηρίου αναφορικά με την αμφισβήτηση του κύρους των αποφάσεων περί εγγραφής σε παρόμοιο κατάλογο πρέπει να εκληφθεί ως ένδειξη ότι η εν λόγω εγγραφή δεν σημαίνει ότι μια οργάνωση είναι οπωσδήποτε τρομοκρατική· βλ. υποσημείωση 18.
( 117 ) Απόφαση B (EU:C:2010:661, σκέψη 90, ανωτέρω υποσημείωση 114).
( 118 ) Βλ. απόφαση B (EU:C:2010:661, σκέψη 89, ανωτέρω υποσημείωση 114).
( 119 ) Βλ. άρθρα 5 και 7 της οδηγίας για τους επί μακρόν διαμένοντες.
( 120 ) Βλ. σημεία 39, 41 και 48, ανωτέρω, των παρουσών προτάσεων.
( 121 ) Βλ. άρθρο 2, στοιχείο ιʹ, της οδηγίας για την αναγνώριση.
( 122 ) Βλ. άρθρο 2, στοιχείο δʹ. της οδηγίας για την αναγνώριση.
( 123 ) Κάθε πρόσωπο διατηρεί το καθεστώς πρόσφυγα, άπαξ και του χορηγήθηκε, βάσει της οδηγίας για την αναγνώριση, εκτός και αν (ειδικότερα) τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 11 (παύση) ή το άρθρο 14 (ανάκληση, τερματισμός ή άρνηση ανανέωσης του καθεστώτος πρόσφυγα). Απαιτείται επίσης να έχουν ακολουθηθεί οι κατάλληλες διαδικασίες του κεφαλαίου IV της οδηγίας για τις διαδικασίες χορηγήσεως ασύλου. Δεν αμφισβητείται ότι τίποτε από τα παραπάνω δεν έχει εφαρμογή ή έχει συμβεί στην υπό κρίση υπόθεση.
( 124 ) Άρθρο 21.
( 125 ) Άρθρο 23.
( 126 ) Άρθρο 25.
( 127 ) Αντιστοίχως άρθρα 26, 27, 28, 29 και 31.
( 128 ) Άρθρο 32.
( 129 ) Άρθρο 33.
( 130 ) Βλ., συναφώς, πιο πάνω, σημεία 35 και 48 των παρουσών προτάσεων.
( 131 ) Βλ. ειδικά το άρθρο 20, παράγραφος 6 (και, για τα πρόσωπα που δικαιούνται επικουρική προστασία, την αντίστοιχη πρόβλεψη του άρθρου 20, παράγραφος 7).
( 132 ) Βλ. σημείο 10 των κοινών κατευθυντηρίων γραμμών, που αναφέρεται ανωτέρω στην υποσημείωση 108.
( 133 ) Βλ. σημείο 40, ανωτέρω, των παρουσών προτάσεων.
( 134 ) Βλ. σημείο 3, ανωτέρω, των παρουσών προτάσεων.
( 135 ) Βλ. σημείο 10, ανωτέρω, των παρουσών προτάσεων.
( 136 ) Ή όσον αφορά το δικαίωμα προσβάσεως σε υπηρεσίες κοινωνικής εντάξεως, το οποίο μπορεί να έχει σημασία, ενδεχομένως και όχι, αφής στιγμής ο H. T. διαμένει στη Γερμανία από το 1989.
( 137 ) Βλ. άρθρο 3 της οδηγίας για την αναγνώριση.
( 138 ) Μολονότι επ’ ουδενί πρόκειται για ακριβές ισοδύναμο, ωστόσο μου έρχεται στο μυαλό η έννοια της «προσωρινής εισόδου» που προβλέπει η εθνική έννομη τάξη με την οποία είμαι περισσότερη εξοικειωμένη.
( 139 ) Βλ. για παράδειγμα τη νομολογία που αφορά την ισότητα αμοιβής, ιδίως απόφαση Cadman (C‑17/05, EU:C:2006:633, σκέψεις 31 και 32).
( 140 ) Βλ. απόφαση Zhu and Chen (C‑200/02, EU:C:2004:639, σκέψεις 32 και 33).
( 141 ) Απόφαση Filipiak (C‑314/08, EU:C:2009:719, σκέψη 81).
Full & Egal Universal Law Academy